ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ ν. ΑΝΘΗ ΠΕΛΑΓΙΑ, Αρ. Αγωγής: 5079/15, 26/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5079/15 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΟΙΖΙΔΗΣ Ενάγων -και- ΑΝΘΗ ΠΕΛΑΓΙΑ Εναγόμενη ----------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 26/11/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Α. Νικολάου με κα Σταύρου για κ.κ. Α. Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Κ. Χαραλάμπους για κ.κ. Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Έκθεση Απαίτησης [1] Η παρούσα αφορά σε αξίωση του Ενάγοντα για ποσό €21.222,76 που προβάλλει ότι δάνεισε στην Εναγόμενη, κατόπιν προφορικής συμφωνίας, το οποίο του ζητήθηκε περί τον Μάρτιο του 2009, γιατί αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Το ποσό καταβλήθηκε στην Εναγόμενη στις 21/07/2009 με τραπεζική επιταγή, την οποία της παρέδωσε, αφού πρώτα οπισθογράφησε προς όφελος της και η οποία κατατέθηκε σε λογαριασμό της. Όπως δικογραφεί ο Ενάγων, ήταν ρητός όρος της προφορικής συμφωνίας ότι το ποσό θα εξοφλείτο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012 και σε περίπτωση που αυτό δεν εξοφλείτο, τότε θα επιβαρυνόταν με τόκο προς 5.5% ετησίως από 21/09/2009 μέχρι εξόφλησης. Το ποσό αυτό ουδέποτε εξοφλήθηκε μέχρι σήμερα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και συνεχείς υποσχέσεις της Εναγόμενης, εξ' ου και η απαίτηση που εγείρεται εναντίον της. Υπεράσπιση [2] Στην Υπεράσπιση Εναγόμενης, πέραν της εγειρόμενης προδικαστικής ένστασης περί κωλύματος προώθησης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ένεκα laches, υποστηρίζει ότι οι διάδικοι για χρόνια ήταν ζευγάρι. Περαιτέρω, όπως προβάλλει, επειδή οι διάδικοι έμεναν μαζί, με πρωτοβουλία του Ενάγοντα, οικειοθελώς και χαριστικώς διέθεσε κάποια ποσά για βελτιωτικά έργα που έγιναν στην οικία του πατέρα της στην Κακοπετριά στο εξοχικό που χρησιμοποιούσε το ζευγάρι πολύ συχνά για διακοπές, όπως και η οικογένεια και οι φίλοι του Ενάγοντα, ενώ αυτός χρησιμοποιούσε μέρος του ως γκαράζ αυτοκινήτων. Επ' ακροατηρίω διαδικασία [3] Η ακρόαση διεξήχθη με τις μαρτυρίες των διαδίκων. Μαρτυρία Ενάγοντα [4] Στην γραπτή δήλωση του Ενάγοντα (Έγγραφο Α') αναφέρεται ότι από το 2004 μέχρι το 2012 ήταν ζευγάρι με την Εναγόμενη και συζούσαν στο διαμέρισμα που αυτή διατηρούσε στη Λευκωσία. Προβάλλει το αίτημα της Εναγόμενης για δανεισμό για οικονομική βοήθεια προς αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων της ίδιας και της οικογένειας της, κάτι που τον οδήγησε να αιτηθεί και να λάβει επιπρόσθετο δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Τραπεζικών Υπαλλήλων Λτδ, το οποίο και δάνεισε στις 21/07/2009 με επιταγή της ίδιας τράπεζας αρ. [ ] ποσού €21.222,76, την οποία οπισθογράφησε προς αυτήν και κατατέθηκε στον λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου, οπόταν και χρεώθηκε ο δικός του λογαριασμός. Κατάθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της κίνησης του λογαριασμού του, όπως και της εν λόγω επιταγής που φέρει την οπισθογράφηση. Επισημαίνει την υποχρέωση αποπληρωμής το αργότερο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012, σε αντίθετη περίπτωση το δάνειο θα έφερε τόκο προς 5.5% από 21/07/2009 και ότι η Εναγόμενη του είχε αναφέρει ότι ο πατέρας της είχε να λαμβάνει από εκκρεμή δικαστική διαδικασία στην Αγγλία μεγάλο χρηματικό ποσό και ως εκ τούτου το δάνειο ήταν εξασφαλισμένο. Ουδέποτε συμφώνησε το ποσό αυτό να δοθεί χαριστικώς. Το μόνο ποσό που καταβλήθηκε ήταν €400- με δύο δόσεις τον Οκτώβρη του 2011 και Νοέμβριο του 2011, αφού είχε προηγηθεί ένεκα των οχλήσεων του συμφωνία τον Σεπτέμβριο του 2011 με την Εναγόμενη για αποπληρωμή δια μηνιαίων δόσεων εκ €200- εκάστη περιορίζοντας την απαίτηση του. Ο Ενάγων κατάθεσε ως τεκμήριο 3 αντίγραφο της επιστολής των δικηγόρων του ημερ. 04/05/2015 που επιδόθηκε στην Εναγόμενη μαζί με την ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη. [5] Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι σε γενικές γραμμές στον περισσότερο χρόνο της σχέσης του με την Εναγόμενη είχαν μια υγιή σχέση και ήταν ευτυχισμένοι. Παραδέχθηκε ότι κατοικούσε στο διαμέρισμα της Εναγόμενης και δεν κατέβαλε οποιαδήποτε χρήματα για ενοίκιο, τέλη, φόρους κτλ, αλλά επισήμανε ότι κατέβαλε πολλά χρήματα για έξοδα, όχι μόνο για ψώνια, αλλά και προσωπικά έξοδα της Εναγόμενης. Εκείνη την περίοδο ήταν υπάλληλος τραπέζης και ασχολείτο και με μηχανική αυτοκινήτων για να τα βγάζει πέρα. Επίσης, παραδέχθηκε ότι ταξίδευε στην Αγγλία και διέμενε στην οικία του πατέρα της Εναγόμενης και έφερνε εξαρτήματα αυτοκινήτων με την βοήθεια του, όμως του άφηνε τα χρήματα για βενζίνη και για τον χρόνο του. [6] Ο Ενάγων εξήγησε ότι κατέβαλε μεγάλα ποσά για αγορά αντικειμένων στην οικία της Εναγόμενης, επειδή είχαν υγιή σχέση και έκαναν σχέδια για το μέλλον, τα οποία και της έμειναν, ότι δεν είχε πρόθεση να τα ζητήσει πίσω, ούτε όμως και κράτησε αποδείξεις, ενώ για το αξιούμενο ποσό δήλωσε ότι το απαιτεί, αφού το δανείστηκε και πλήρωνε και ο ίδιος τόκους. Επίσης, υποστήριξε ότι για κάποια αντικείμενα που αγόρασε η Εναγόμενη και εξέδωσε επιταγές της έδινε τα χρήματα για να τις πάρει πίσω. Όπως δήλωσε ότι θυμάται, όταν η οικογένεια της δεν είχε χρήματα για να πληρώσει τις δόσεις του δανείου που έκαναν για το σπίτι της έδινε κάποιες φορές όλο το ποσό ή μέρος του για τις δόσεις. Ο εργολάβος ερχόταν κάθε Παρασκευή στο εξοχικό και τους έβρισκε για να πληρωθεί και ένα από τα ποσά που της έδωσε ήταν για να του το δώσει, όμως είχε καταντήσει ενοχλητικό να έρχεται συνεχώς ένας άνθρωπος και να ζητά χρήματα και συμφώνησαν όπως, εάν μπορούσε, να εξασφαλίσει δάνειο από το Συνεργατικό πάνω στο υφιστάμενο του δάνειο. [7] Γνώριζε ότι η οικογένεια της Εναγόμενης είχε ακίνητα στην Αγγλία και λάμβανε ενοίκια, αλλά δεν γνώριζε επ' ακριβώς την οικονομική της κατάσταση, όμως το σπίτι στην Κακοπετριά το έκτισαν με δάνειο και στον λογαριασμό της τράπεζας γνώριζε ότι ήταν με τον πατέρα της και όχι ότι είχε εξουσιοδότηση του να τον κινεί. Τα χρήματα που της έδωσε, τα οποία του ζητούσε, γνωρίζει ότι τουλάχιστον οι €10.000- καταβλήθηκαν στον εργολάβο του σπιτιού στην Κακοπετριά, στο οποίο πήγαιναν σχεδόν κάθε εβδομάδα, ενώ κάποτε πήγαινε και η μητέρα του, αλλά και φίλοι για φαγητό. Στο σπίτι αυτό δήλωσε ότι προέβη σε διάφορες κατασκευές επίπλων και άλλων και δεν θεωρεί ότι το εκμεταλλεύτηκε. [8] O Ενάγων επέμεινε ότι η Εναγόμενη του ανέφερε πως το δάνειο είναι εξασφαλισμένο εκ των χρημάτων που ανέμενε η οικογένεια της να λάβει από την σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία στην Αγγλία και τέθηκε ως χρονικό όροσημο ο Δεκέμβρης του 2012, καθώς και ότι συμφώνησε στο 5.5% τόκο που πλήρωνε στο δάνειο. Όταν του έκαναν ξεκάθαρο μετά που χώρισαν ότι δεν του χρωστούσαν χρήματα, τότε αυτός αποτάθηκε σε δικηγόρο και απέστειλε το τεκμήριο
- Τα χρήματα που του κατέβαλε η Εναγόμενη απάντησε ότι μετά τα θυμήθηκε και ήθελε να είναι δίκαιος προς αυτήν. Συγκεκριμένα δήλωσε ότι θυμήθηκε τις δύο επιταγές που έκαναν συμφωνία τον Σεπτέμβρη του 2011 όταν ήρθαν οι γονείς της στην Κύπρο και είπαν να του δίνουν €200- τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Δεκέμβρη που θα εξοφληθεί όλο το ποσό. Αρνήθηκε ότι αυτά τα χρήματα αφορούσαν σε εξαρτήματα που του έστειλε ο πατέρας της Εναγόμενης και έπρεπε να καταβάλει στο τελωνείο και ότι του τα έδωσε η Εναγόμενη επειδή είχε δανειστεί €400- από φίλο του θέλοντας να τον βοηθήσει. Παραδέχθηκε ότι η αποστολή αυτών των εξαρτημάτων, χωρίς να του τα ζητήσει, τον είχε θυμώσει και τον ανάγκασε να του μιλήσει έντονα. Αυτό αποτέλεσε την αιτία του χωρισμού του από την Εναγόμενη και ότι τον Φλεβάρη του 2012 έφυγε από το σπίτι. [9] Στην επανεξέταση του δήλωσε ότι το διάστημα από το 2012 μέχρι το 2015 ζήτησε αποπληρωμή τηλεφωνικά και όταν του είπαν ότι δεν του χρωστούν αποτάθηκε σε δικηγόρο. Ο κυριότερος λόγος που δεν απαιτεί τα άλλα ποσά που δόθηκαν είναι επειδή έκρινε πως ήταν με ένα άνθρωπο και έκαναν σχέδια για το μέλλον και πως αν και συνείσφερε αρκετά δεν είχε σκοπό να τα ζητήσει, ούτε και είχε κρατήσει αποδείξεις, αλλά αυτά τα χρήματα ήταν από δάνειο και δεν τα είχε. Μαρτυρία Εναγόμενης [10] Η Εναγόμενη κατάθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Β' στην Αγγλική συνοδευόμενη από μετάφραση στην Ελληνική. Σε αυτή αναφέρεται στην γνωριμία της με τον Ενάγοντα και στο ότι αυτός διέμενε μαζί της στο διαμέρισμα της στη Λευκωσία. Όπως δηλώνει, δεν κατέβαλε ενοίκιο, αλλά συνέβαλε στα έξοδα των τροφίμων και ότι η ίδια πλήρωνε όλα τα άλλα έξοδα, όπως φόρους, τέλη, ασφάλειες των δύο οχημάτων της, ενός εκ των οποίων χρησιμοποιούσε ο Ενάγων. Αρνείται ότι η οικογένεια της αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες προσθέτοντας ότι ουδέποτε ζήτησε την οικονομική του στήριξη. Όπως υποστηρίζει η Εναγόμενη, ο Ενάγων ταξίδευε συχνά στο Λονδίνο και αγόραζε αυτοκίνητα και εξαρτήματα και διέμενε στο σπίτι των γονιών της, οι οποίοι τον φιλοξενούσαν, κάποτε και με ένα φίλο του. Τα οχήματα αυτά τα επιδιόρθωνε στον κήπο των γονιών της για να περάσουν τον τελωνειακό έλεγχο και τα πουλούσε, αφού έφταναν στην Κύπρο και περνούσαν των τελωνειακό έλεγχο. [11] Η Εναγόμενη προβάλλει ότι στον Ενάγοντα άρεσε η Κακοπετριά και ότι σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο μετέβαιναν μετά το πέρας της εργασίας τους την Παρασκευή, όπου συχνά τους επισκεπτόταν η μητέρα του Ενάγοντα και φίλοι του, οι οποίοι και διανυκτέρευαν στο εξοχικό της οικογένειας της που άρχισε να κτίζεται το
- Τα έξοδα του εξοχικού τα είχε επωμιστεί η ίδια. Ο Ενάγων σκόπευε να ζητήσει και μετάθεση σε υποκατάστημα της τράπεζας στην οποία εργαζόταν στην Κακοπετριά, ώστε το εξοχικό να καταστεί η μόνιμη τους διαμονή, κάτι που σχεδίαζαν από κοινού. Τα χρήματα που της έδωσε, όπως τονίζει, αποτελούσαν την συνεισφορά του Ενάγοντα, γιατί ένιωθε ότι δεν είχε συμβάλει ουσιαστικά στα κοινά έξοδα και επέλεξε να συνεισφέρει στην κατασκευή του σπιτιού στην Κακοπετριά ως ένδειξη καλής θέλησης, λαμβανομένων υπόψη των μελλοντικών τους σχεδίων για μόνιμη διαμονή στην Κακοπετριά. Μάλιστα δε, θα χρησιμοποιούσε και την αποθήκη για αποθήκευση εξαρτημάτων και εργαλείων, ώστε να ασχολείται με την μηχανική αυτοκινήτων. [12] Η Εναγόμενη προβάλλει ως παράλογη την θέση ότι συμφώνησαν για αποπληρωμή του υποτιθέμενου δανείου με 5.5% επιτόκιο, υπογραμμίζοντας ότι οι διάδικοι ευρίσκονταν μέχρι τότε σε σχέση 5 ετών. Τα χρήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για προσωπικό όφελος, αλλά κατατέθηκαν στον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα της, στον οποίο συνυπόγραφε επιταγές για διευκόλυνση των πληρωμών στην κατασκευή του σπιτιού, αφού ο πατέρας της διέμενε στην Αγγλία. Για τις ακροάσεις της υπόθεσης στην Αγγλία δηλώνει ότι ο Ενάγων ήταν πιο ενημερωμένος από την ίδια, αφού τις παρακολουθούσε. Σε σχέση με την καταβολή των €400- δηλώνει ότι επειδή ο πατέρας της απέστειλε στον Ενάγοντα κατά λάθος επιπρόσθετα εξαρτήματα και ο Ενάγων έπρεπε να πληρώσει τελωνειακά τέλη δανειζόμενος €400- από ένα φίλο του, προσφέρθηκε η ίδια να του εκδώσει 2 επιταγές των €200- για να τον αποπληρώσει, οι οποίες δεν προορίζονταν για αποπληρωμή του οποιουδήποτε δανείου. Όπως υποστηρίζει, ο λόγος που ο Ενάγων ήγειρε την αγωγή εναντίον της αποτέλεσε η πικρία του για την διακοπή της σχέσης τους και ως προσπάθεια απόσπασης χρημάτων. [13] Στην αντεξέταση της έκανε παραδεκτό ότι έλαβε την επιταγή των €21.222,76 και τα χρήματα κατατέθηκαν στον λογαριασμό του πατέρα της εν γνώσει του Ενάγοντα. Το σπίτι όπως δήλωσε άνηκε στον πατέρα της και δεν ήταν δικό της, ενώ για τον λογαριασμό είχε πληρεξούσιο για να υπογράφει. Όπως δήλωσε ο λογαριασμός ήταν επ' ονόματι «Στάσινος Πελαγίας και Ανθή Πελαγίας», αλλά εκείνη ήταν μόνο υπογράφουσα κατόπιν οδηγιών του πατέρα της. [14] Η Εναγόμενη πρόβαλε την θέση ότι ο Ενάγων με δική του πρωτοβουλία πήρε δάνειο από την τράπεζα όταν εξαντλήθηκαν τα χρήματα που είχαν δανειστεί οι γονείς της από την Τράπεζα Κύπρου και σε πολλές περιπτώσεις της είχε πει να ζητήσει από τους γονείς της να στείλουν περισσότερα χρήματα και αυτή αρνήθηκε. Κανένας δεν του ζήτησε να δανειστεί. Όπως εξήγησε, η ίδια ήταν σύντροφος του και είχαν σχέδια για να μετακομίσουν στην Κακοπετριά και να ζήσουν στο χωριό, καθώς και ότι ο Ενάγων αισθάνθηκε ότι ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει, αφού δεν προσέφερε τίποτα άλλο στα δύο νοικοκυριά. Για την κάρτα που κατείχε και ήταν συνδεδεμένη με τον λογαριασμό του Ενάγοντα είχε οδηγίες από αυτόν να την χρησιμοποιεί μόνο για ψώνια για να του μαγειρεύει και αρνήθηκε ότι την χρησιμοποιούσε για κάλυψη των κοινών εξόδων του σπιτιού στην Λευκωσία και Κακοπετριά. Αρνήθηκε ότι έλαβε χρήματα από τον Ενάγοντα για αποπληρωμή επιταγών που εξέδωσε αυτή γιατί δεν είχαν αντίκρισμα. Επανέλαβε την θέση ότι τα χρήματα που μπήκαν στον λογαριασμό του πατέρα της ήταν μόνο για το σπίτι και για κανένα άλλο προσωπικό έξοδο και ότι ο Ενάγων μετά από τον χωρισμό τους αντιλαμβανόμενος ότι δεν ήταν στη διάθεση του το σπίτι στην Κακοπετριά αποφάσισε να διεκδικήσει πίσω τα χρήματα προβάλλοντας ισχυρισμούς για δάνειο και επιτόκιο σε μια περίοδο που ήταν ζευγάρι και ζούσαν αρκετά ευτυχισμένοι. Επικαλέστηκε το ότι δεν έγινε κάτι γραπτώς περί τούτου και ότι είναι ο λόγος του Ενάγοντα έναντι του δικού της. [15] Όπως εξήγησε σε άλλη απάντηση, έλαβε το ποσό αυτό από τον Ενάγοντα για να γίνει συντήρηση του τοίχου του σπιτιού μετά από ζημιές που έγιναν από την βροχή και έπρεπε να πληρωθεί ο κτίστης. Όπως δήλωσε, σταμάτησαν στις €10.000-. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ο λογαριασμός πριν δοθεί το ποσό από τον Ενάγοντα είχε διαθέσιμο υπόλοιπο εκ της παρόδου του χρόνου. Δεν γνώριζε τις λεπτομέρειες του δανεισμού του Ενάγοντα με την τράπεζα και αρνήθηκε για ακόμη μια φορά την θέση ότι ο Ενάγων συμφώνησε ότι αν το ποσό δεν αποπληρωθεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2012 θα έφερε τόκο 5.5% ετησίως από 21/07/
- Επισήμανε ότι ο Ενάγων ανυπομονούσε να τελειώσει το σπίτι στην Κακοπετριά περισσότερο από ότι η ίδια. Όπως εξήγησε, οι γονείς της δεν περίμεναν να κερδίσουν μια υπόθεση στην Αγγλία για να αποπληρώσουν το ποσό, αλλά είχαν τα χρήματα, όμως είχαν ξοδευτεί πολλά χρήματα στο σπίτι και αρνούνταν να στείλουν άλλα χρήματα. Το σπίτι δεν της άνηκε, αλλά στον πατέρα της και μετά μεταβιβάστηκε στην μητέρα της. Υπέδειξε ξανά ότι όλα αποτέλεσαν πρωτοβουλία του Ενάγοντα και αρνήθηκε ότι συμφώνησε να δίνει €200- μηνιαίως προς τον σκοπό αυτό καταβάλλοντας δύο δόσεις, παραπέμποντας στα όσα είχε αναφέρει περί τούτου προηγουμένως. Νομικές αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας [16] Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». [17] Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). [18] H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). [19] Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον Ενάγοντα, όσο και από την Εναγόμενη. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). [20] H κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της, ήτοι κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (βλ. Ζερβού Παναγιώτης και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). [21] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα [22] Εκκινώ από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Αυτό που διακρίνω είναι η έντονη του προσπάθεια να υποβαθμίσει την όποια γνώση περί της οικονομικής κατάστασης της οικογένειας της Εναγόμενης, αλλά γνώριζε ότι λάμβαναν ενοίκια από την ενοικίαση ακινήτων στην Αγγλία στην οποία είχαν στην ιδιοκτησία τους. Αυτό αναφέρεται εκ της θέσης του ότι η οικογένεια της είχε οικονομικά προβλήματα και δεν είχαν χρήματα να αποπληρώσουν τις δόσεις του δανείου που έλαβαν για το σπίτι. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος είχε δεσμό με μια γυναίκα, ταξίδευε και διέμενε με τους γονείς της δεν μπορούσε να αντιληφθεί την οικονομική τους κατάσταση, ειδικότερα μετά από κάποια χρόνια συμβίωσης. Επίσης, έντονη ήταν η προσπάθεια του Ενάγοντα να διαφοροποιήσει το ζήτημα των άλλων χρημάτων που προβάλλει ότι έδωσε στην Εναγόμενη για να πάρει πίσω επιταγές και για αγορά αντικειμένων προβάλλοντας την υγιή σχέση που είχαν και τα σχέδια τους για το μέλλον, αλλά και το ότι δεν είχε αποδείξεις για αυτά. Αυτό δεικνύει αντιφατικό, αφού από την μια δηλώνει την μη πρόθεση για διεκδίκηση των ποσών αυτών και από την άλλη δηλώνει ότι δεν έχει αποδείξεις, ενώ στην προκείμενη περίπτωση του ποσού που αξιώνει από την Εναγόμενη, επιχειρεί να το διαφοροποιήσει λέγοντας ότι αυτά είναι χρήματα που δανείστηκε καταβάλλοντας τόκο και δεν τα είχε. Το ότι επιθυμούσε να κατοικήσει μόνιμα στο εξοχικό στην Κακοπετριά δεν το αρνήθηκε και απέδωσε την καταβολή του ποσού στην ανησυχία που προκαλούσε ο εργολάβος όταν κάθε φορά πηγαινοερχόταν και τους ενοχλούσε για να πληρωθεί. Ο Ενάγων δεν έπεισε το Δικαστήριο περί της συμφωνίας να του καταβάλλεται ποσό €200- μηνιαίως τον Σεπτέμβριο του 2011 στην παρουσία των γονέων της Εναγόμενης. Η θέση αυτή δεν δικογραφήθηκε, αλλά κρίνεται ως εκ των υστέρων σκέψεις του για να δώσει δύναμη στην υπόθεση του, ήτοι ότι το ποσό που διεκδικεί συμφώνησε να το δανείσει στην Εναγόμενη. Άλλωστε, πως είναι δυνατόν ο Ενάγων να θυμάται με λεπτομέρεια πότε θα ήταν πληρωτέο το δάνειο, όπως πρόβαλε για τον Δεκέμβριο του 2012 και να μην θυμόταν ότι συμφωνήθηκε να του καταβάλλονται δόσεις μέχρι να του εξοφληθεί με την ολοκλήρωση της υπόθεσης στα Αγγλικά Δικαστήρια; Ούτε και παρουσίασε οποιαδήποτε γραπτή μαρτυρία που να ενισχύσει την θέση του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενης [23] Από την άλλη η Εναγόμενη προσπάθησε να υποστηρίξει την θέση της κατά των ισχυρισμών του Ενάγοντα προτάσσοντας ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε γραπτό που να καταδεικνύει το ποσό που αξιώνει ως δάνειο με τις λεπτομέρειες των τόκων που προβάλλονται, για τις οποίες βέβαια δεν προσφέρθηκε συγκεκριμένη μαρτυρία. Πολύ απλά οχυρώθηκε πίσω από την θέση ο λόγος του Ενάγοντα έναντι του δικού της. Αιτιολόγησε την θέση της στο ότι δεν ζήτησε κανείς από τον Ενάγοντα να δανειστεί και είναι ο ίδιος που είχε την πρωτοβουλία να το κάνει για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του για διαμονή στην Κακοπετριά και ως συνεισφορά στο ότι δεν πλήρωνε ενοίκιο στα δύο σπίτια που διέμενε για 5 έτη μέχρι τότε και συνέχισε να διαμένει μέχρι το 2012 οπόταν και οι διάδικοι χώρισαν. Η Εναγόμενη δεν γίνεται πιστευτή σε σχέση με την δηλωμένη άγνοια των λεπτομερειών δανεισμού του Ενάγοντα, ενώ για όλα τα άλλα έξοδα που πρόβαλε ο Ενάγοντας αυτή απλά τα αρνήθηκε. Όμως, η Εναγόμενη κρίνεται αξιόπιστη σε σχέση με τον τρόπο που συμβίωναν, διαβίωναν και σχεδίαζαν τον κοινό τους μέλλον με τον Ενάγοντα ως κανονικό ζευγάρι και δεν διαπίστωσα περί τούτου την οποιαδήποτε υπερβολή στις θέσεις της. Ευρήματα Δικαστηρίου [24] Η διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου θα περιοριστεί στο παρόν στάδιο στα όσα θα παραθέσω ευθύς αμέσως, ενώ η κατάληξη μου θα δοθεί λαμβανομένων υπόψη των παραμέτρων που θα επεξηγηθούν μετά την παράθεση της νομικής πτυχής, όπου θα γίνει κατανοητή η κρίση του Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη στις 21/07/2009 έλαβε από τον Ενάγοντα το ποσό των €21.222,76 με οπισθογράφηση επιταγής που εκδόθηκε στο όνομα του, η οποία κατόπιν οπισθογράφησης της παραδόθηκε. Η λήψη των χρημάτων έγινε παραδεκτή από την Εναγόμενη. Το ποσό αυτό αποτέλεσε δανεισμό του Ενάγοντα από πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο διατηρούσε ήδη δάνειο. Ο Ενάγων διατηρούσε δεσμό με την Εναγόμενη για περίπου 5 έτη και συγκατοικούσαν τόσο στο διαμέρισμα όσο και στο εξοχικό σπίτι που αυτή είχε στην κατοχή της στο χωριό Κακοπετριά. Νομική πτυχή και κρίση Δικαστηρίου [25] Στον Halsbury's Laws of England, Volume 52, 2020, παρ. 244 γίνεται αναφορά στην έννοια της κατά τεκμήριο πρόθεσης δωρεάς στην περίπτωση μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων. Ειδικότερα αναφέρονται τα εξής (υπογραμμίσεις δικές μου): «Where the person in whose name a purchase or transfer is taken is the spouse or civil partner, child or adopted child of the person paying the purchase money or making the transfer, there is a presumption that a gift was intended. The rule has been extended to the case of an illegitimate child and to that of a grandchild whose father is dead when the father and grandfather, respectively, have placed themselves in loco parentis, but has been held not to have applied in the case of a woman with whom the alleged donor had gone through a form of marriage, but whom he could not legally marry, or with whom he merely cohabited.». [26] Όπως εξηγείται στο ως άνω σύγγραμμα, το τεκμήριο έχει την καταβολή του στην ηθική υποχρέωση για δωρεά («moral obligation to give»), όμως ο κύκλος των προσώπων στα οποία το τεκμήριο αυτό έχει εφαρμογή είναι συγκεκριμένος και δεν επεκτείνεται σε πρόσωπα που συγκατοικούν ως ζευγάρια και δεν είναι παντρεμένα. [27] Τα ίδια αναφέρονται και στο σύγγραμμα Underhill and Hayton: Law of Trusts and Trustees, 20η έκδοση, 2022, παρ. 26.17, σελ. 481, αναφορικά με το τεκμήριο της δωρεάς («presumption of advancement»), όπου επισημαίνονται τα εξής: «A rule of long standing provides that a man who gratuitously transfers property to his wife is presumed to make a gift to her, and the same is true when a man transfers property to his fiancée whom he later marries, or after 1970 even if he does not. It also seems likely that a presumption of gift will be made as between married same sex couples and as between opposite sex civil partners. No such presumption is made, however, where a man transfers property to a male or female lover, even if they live together, where they are unmarried and are not civil partners.». [28] Σε περίπτωση δώρου απαιτείται η φυσική πράξη της παράδοσης του αντικειμένου, ενώ οποιαδήποτε περιουσία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο του. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στον Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παρ. 237: «As already observed, there cannot be a gift without a giving and a taking. Gifts of chattels are more often made by delivery than by deed. It is well settled that, if there is no deed, a gift of chattels is not complete unless accompanied by delivery. Actual delivery is not mere evidence of the gift, but is part of the gift itself, so that an oral gift of chattels without delivery passes no property to the donee, and is not a gift at all. To constitute delivery the act must be such, or be accompanied by such words, as to be unequivocal.». [29] Στην περίπτωση που δεν τυγχάνει εφαρμογής το τεκμήριο δωρεάς, η απόδειξη του θα πρέπει να γίνει όπως γίνεται στην περίπτωση δώρων μεταξύ αγνώστων, ήτοι μέσω εγγράφου ή δια παράδοσης, καθώς και με ξεκάθαρη πράξη στην οποία να καταδεικνύεται μαρτυρία για τέτοια πρόθεση (βλ. Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παρ. 205). Αναφορικά με το τι θεωρείται ως δωρεά στο ίδιο σύγγραμμα παρατίθενται τα εξής: «201. Forms of gifts inter vivos. A gift made between living persons (inter vivos) may be defined shortly as the transfer of any property from one person to another gratuitously while the donor is alive and not in expectation of death. It is an act whereby something is voluntarily transferred from the true owner in possession to another person with the full intention that the thing shall not return to the donor. It has been said that there must be an intention on the part of the recipient to retain the thing entirely as his own without restoring it to the giver, but it seems that this is incorrect and that a gift is effective when the donor intends to make it a gift and the recipient takes the thing given and keeps it, knowing that he has done so: the mere fact that the recipient regards the thing given as a loan and intends so to treat it does not by itself prevent the transaction from being effective as a gift.». [30] Ως εκ τούτου, γίνεται κατανοητό ότι αφ' ης στιγμής δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του τεκμηρίου δωρεάς, με την κατάδειξη της μεταφοράς των χρημάτων ή της περιουσίας και της λήψης της, το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να αποδείξει ότι η περιουσία ή τα χρήματα δόθηκαν χαριστικώς και δεν θα επιστρέφονταν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία για να καταδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την χαριστική καταβολή την οποία επικαλείται. [31] Στην Καναδική νομολογία αναφέρεται ότι η πρόθεση του δωρητή μπορεί να προκύπτει από την εξέταση των πράξεων του με συνεκτίμηση διαφόρων άλλων εξωγενών παραγόντων («extrinsic factors»), συμπεριλαμβανομένης της φύσης της σχέσης μεταξύ των μερών, το μέγεθος του δώρου συγκρινόμενο με την συνολική περιουσία του δωρητή και η σημασία του δωρισθέντος σε σχέση με την συνολική του περιουσία. Επίσης, για την απόφανση στο κατά πόσο υπήρχε δάνειο ή δώρο, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει τις περιστάσεις της υπόθεσης, όπως και την μαρτυρία του κατ' ισχυρισμό δωρητή και δεν αρκεί ότι ο λήπτης της περιουσίας υπέθεσε ότι έγινε δωρεά, αλλά θα πρέπει να καταδειχθεί ξεκάθαρη πρόθεση δωρεάς από τον δωρητή (βλ. Halsbury's Laws of Canada, 1st edition, Gifts, §HGF-1). [32] Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι «δάνειο ή δώρο», με άλλα λόγια «δάνειο ή χαριστική καταβολή». Το ίδιο ζήτημα τέθηκε στην Καναδική υπόθεση Colangelo v. Amore,
(2010)ONSC 5657 του Superior Court of Justice — Ontario, που αφορούσε ποσό $16.000 που ο Ενάγων κατέβαλε συνολικά στην Εναγόμενη, με την οποία διατηρούσε σχέση από τον Οκτώβρη του 2006 μέχρι τον Δεκέμβρη του 2008, κατά διάφορα χρονικά διαστήματα από τον Μάρτιο του 2008 μέχρι Νοέμβριο του 2008. Οι καταβολές στην Εναγόμενη αποτέλεσαν ευρήματα του Καναδού Δικαστή, ο οποίος πραγματεύτηκε ακολούθως το ζήτημα του κατά πόσο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων η Εναγόμενη απέδειξε ότι αυτές έγιναν με πρόθεση δωρεάς. Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η υπόθεση είναι του τύπου «he said/she said» και ότι ήταν δύσκολο να διαπιστώσει ποιου διαδίκου θα προτιμούσε την μαρτυρία, στράφηκε σε άλλους παράγοντες για καθοδήγηση. Ειδικότερα, διαπίστωσε από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι η σχέση ήταν τύπου «boyfriend/girlfriend» και οι διάδικοι συναντιόντουσαν αρχικά τα Σαββατοκύριακα και ακολούθως λιγότερο, ότι δεν συγκατοικούσαν κατά μόνιμο τρόπο, ότι ο γάμος δεν ήταν στην σκέψη τους και συνεπώς η μεταφορές των χρημάτων δεν έγινε μεταξύ συντρόφων που συγκατοικούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή με την σκέψη τους στον γάμο. Περαιτέρω, έλαβε υπόψη του ότι οι πληρωμές έλαβαν χώρα όταν προέκυψε η ανάγκη της Εναγόμενης για χρήματα για να καλύψει ανάγκες της, επειδή δεν εργαζόταν και δεν αφορούσαν σε συνεχή οικονομική της στήριξη, αλλά προσωρινή, ενώ δεν απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός της παράλειψης αναφοράς στις επιταγές ότι αποτελούσαν δάνειο. Ακόμη, έλαβε υπόψη του ότι ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι έκανε διάφορα δώρα στην Εναγόμενη των οποίων δεν επιδίωκε την επιστροφή, εκτός των μεταφορών των χρημάτων που επιδίωκε ως δάνεια. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά που έλαβε υπόψη του θα μπορούσαν να παραπέμψουν είτε σε δάνειο είτε σε χαριστική καταβολή, όμως η συνολική θεώρηση των πραγμάτων τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη απέτυχε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να καταδείξει πως πρόθεση του Ενάγοντος ήταν να της δωρίσει τα χρήματα. [33] Στην υπό αναφορά υπόθεση έγινε παράθεση της Καναδικής υπόθεσης Simmons v. Clarke
(1983), 40 Nfld. & P.E.I.R. 446 (Nfld. Dist. Ct.), όπου λέχθηκε ότι «It is very easy in cases such as this for a boyfriend or girlfriend to assert that monies received during a relationship were gifts and not loans», καθώς και ότι «Persons who obtain substantial sums of money from friends should be careful to ensure that if there is no intention to repay the money that this is evidenced satisfactorily so that there can be no doubt. Public policy demands that such casual passing of monies should be repayable unless there is satisfactory evidence to show that it was not intended by both parties to be repaid». [34] Επανέρχομαι στο ερώτημα «δάνειο ή χαριστική καταβολή» με πραγμάτευση των περιστάσεων της παρούσας και της σχέσης των διαδίκων. Επισημαίνω ότι εκ της φύσης της σχέσης που διατηρούσαν κατά τον επίδικο χρόνο οι διάδικοι δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του τεκμηρίου της δωρεάς και ως εκ τούτου η απόδειξη της καταβολής του αξιούμενου υπό του Ενάγοντος ποσού μεταθέτει το βάρος στην Εναγόμενη να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι αυτή έγινε χαριστικώς και δεν αποτέλεσε δάνειο με υποχρέωση επιστροφής του ποσού. [35] Αυτό που καταδείχθηκε από την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι οι διάδικοι ήταν σύντροφοι και όχι απλά του τύπου «boyfriend/girlfriend», αλλά πρόσωπα που μοιράζονταν το νοικοκυριό ως εάν να ήταν παντρεμένοι και έκαναν σχέδια για το μέλλον. Διέμεναν μαζί στην ίδια οικία μόνιμα για περίπου 5 έτη. Δεν τίθετο ζήτημα διαχωρισμού των εξόδων ή συνεισφοράς κατά μερίδες, αφού ο Ενάγων διέμενε τόσο στο διαμέρισμα της Εναγόμενης, όσο και στο εξοχικό σπίτι στην Κακοπετριά που αυτή κατείχε. Ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι σε γενικές γραμμές η σχέση τους ήταν υγιής, μάλιστα δε είχαν και σκυλίτσα την οποία πρόσεχε ακόμη και μετά τον χωρισμό τους όταν η Εναγόμενη απουσίαζε. Ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι προέβη και σε άλλες καταβολές χρημάτων και αγορές αντικειμένων, τα οποία εκ της σχέσης του με την Εναγόμενη δεν θα είχε πρόθεση να διεκδικήσει, ενώ σε δεύτερο χρόνο πρόβαλε και την έλλειψη αποδείξεων. Το ερώτημα που τίθεται είναι τελικά τι ήταν αυτές οι καταβολές και ποια ήταν η πρόθεση του. Για τις καταβολές αυτές είναι φανερό στο Δικαστήριο ότι αποτέλεσαν χαριστικές καταβολές στα πλαίσια του πλέγματος της σχέσης με την Εναγόμενη. [36] Τι διαφοροποιεί τότε το αξιούμενο υπό του Ενάγοντα ποσό; To γεγονός που πρόβαλε ότι δεν είναι χρήματα που τα είχε αλλά τα δανείστηκε; Όπως εξελίχθηκε η σχέση μεταξύ των διαδίκων και εκ των όσων ο ίδιος ο Ενάγων εξήγησε, δεν κρίνω ότι ανέμενε οποτεδήποτε να πάρει πίσω τα χρήματα που κατέβαλε στην Εναγόμενη. Ούτε και αρνήθηκε ότι επιθυμούσε την ζωή στο χωριό, όπως πρόβαλε η Εναγόμενη. Δεν εντοπίζω διαφορετική πρόθεση μεταξύ της όποιας συνεισφοράς προβάλλει ο Ενάγων εκτός του αξιούμενου ποσού επειδή αυτό αποτέλεσε αντικείμενο δανεισμού, στην πρόθεση του να μην διεκδικήσει όταν κατέβαλε το αξιούμενο δια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό ποσό στην Εναγόμενη. Εν πάση περιπτώσει, εκ των όσων έχουν παρατεθεί, θα ανέμενα την συνομολόγηση έγγραφης συμφωνίας δανείου. Εκ των περιστάσεων της παρούσας και εκ της φύσης της σχέσης μεταξύ των διαδίκων, αξιολογώντας τα όσα παρατέθηκαν στην μαρτυρία τους, κρίνω ότι ο Ενάγων όταν κατέβαλε τα χρήματα στην Εναγόμενη δεν είχε την πρόθεση να τα διεκδικήσει πίσω ως δάνειο, ότι αυτή ήταν περί τούτου η αντίληψη των διαδίκων και η θέση του περί συμφωνίας δανείου απορρίπτεται συμπαρασύροντας σε απόρριψη και την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Πριν την διατύπωση της καταληκτικής παραγράφου της παρούσας απόφασης, αναφορικά με τα όσα το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, για τα οποία προβάλλει η πλευρά του Ενάγοντα ότι δεν έχουν δικογραφηθεί, δεν τα συμμερίζομαι, καθότι κρίνονται ως περιστάσεις της σχέσης των διαδίκων ως ζευγάρι, κάτι το οποίο έχει ξεκάθαρα αποτυπωθεί. Κατάληξη [37] Για όλους του πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω η αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)................ Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο