ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 7052/15, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7052/15 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ, από την Λάρνακα Ενάγοντας -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από την Λευκωσία
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από την Λευκωσία Εναγόμενων --------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Σιαμμούτη με κα Μαρκαντώνη για κ.κ. Μαρίνα Σιαμμούτη Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1: κ. Σ. Κόκκινος για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η [1] Η αξίωση του Ενάγοντα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή προωθείται μόνο εναντίον της Εναγόμενης 1 και αξιώνονται διατάγματα ακύρωσης της πώλησης και/ή διάθεσης στον Ενάγοντα Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 («ΜΧ 13/18») αξίας €138.000-, της ανταλλαγής και/ή απόκτησης και/ή μετατροπής σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου («ΜΑΚ 09») αξίας €145.000-, καθώς και της ανταλλαγής και/ή απόκτησης και/ή μετατροπής σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου («ΜΑΕΚ 11») σε δύο πράξεις των €100.000- και €64.000-. Η Έκθεση Απαίτησης [2] Όπως προβάλλει ο Ενάγων, περί το έτος 2008 οι υπάλληλοι και/ή ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1, στην οποία ήταν πελάτης με σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης, σιγουριάς και βεβαιότητας, επικοινώνησαν μαζί του και του σύστησαν ένα «καταθετικό» σχέδιο αξιογράφων διάρκειας 5 ετών με εξασφαλισμένο επιτόκιο προς 6.5%, τα οποία η Εναγόμενη 1 στη λήξη τους θα εξαγόραζε. Τα χρήματα του εγγυήθηκαν ως ασφαλή με δυνατότητα να τα πάρει πίσω οποτεδήποτε επιθυμούσε, με έμφαση στα πλεονεκτήματα τους και άνευ ενδείξεως για τους κινδύνους που αυτά εμπεριέχουν. Οι παραστάσεις αυτές οδήγησαν τον Ενάγοντα να υπογράψει σχετικό έντυπο αίτησης, χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να το διαβάσει, για την αγορά των ΜΧ 13/18 για συνολικό ποσό €138.000-. Όπως προβάλλει, κατόπιν νέων παραστάσεων και διαβεβαιώσεων, με έμφαση στα πλεονεκτήματα και όχι σε οποιεσδήποτε ενδείξεις κινδύνων: · περί τον Μάιο του 2009 υπέγραψε έντυπο αίτησης χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να το διαβάσει, για την ανταλλαγή και/ή μετατροπή των ΜΧ 13/18 σε ΜΑΚ 09, η αξία των οποίων, με επιπρόσθετη αγορά ΜΑΚ 09, ανήλθε στις €145.000-. · περί τον Μάιο 2011 υπέγραψε 2 έντυπα αίτησης χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να τα διαβάσει για την ανταλλαγή και/ή μετατροπή των ΜΑΚ 09 σε ΜΑΕΚ 11 που με επιπρόσθετη αγορά ΜΑΕΚ 11 ανήλθαν συνολικά στις €164.000-. [3] Η πεποίθηση του Ενάγοντα κατόπιν των παραστάσεων των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της Εναγόμενης ήταν ότι επρόκειτο για καταθετικό προϊόν με υψηλό επιτόκιο, ότι τα χρήματα του θα ήταν ασφαλισμένα και οι ότι οι τόκοι θα του πληρώνονταν κανονικά, κάτι που γινόταν μέχρι τον Ιούνιο του 2012, οπόταν και πληροφορήθηκε μέσω του τύπου ότι ακυρώθηκαν οι πληρωμές των τόκων των ΜΑΕΚ
- [4] Ο Ενάγων προβάλλει ότι η Εναγόμενη 1 μέσω των υπαλλήλων και αντιπροσώπων της είναι ένοχη απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων, μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και οφείλει να τον αποζημιώσει. Παραθέτει δε λεπτομέρειες περί τούτου με έμφαση στην παράλειψη επισήμανσης των κινδύνων, την λήψη προμήθειας εκ της επιτυχούς πώλησης τους, την ανεπαρκή πληροφόρηση, την παρουσίαση σε αυτόν των προϊόντων ως κατάλληλα, τον τονισμό των πλεονεκτημάτων, την έλλειψη γνώσεων του Ενάγοντα περί χρηματοοικονομικών μέσων και την κατάχρηση της σχέσης τραπεζίτη-συμβούλου-πελάτη. Περαιτέρω, προβάλλει παράβαση των διατάξεων του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 και της Οδηγίας για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών στην παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων του 2007, αναφορικά, μεταξύ άλλων, στην παράβαση της υποχρέωσης αξιολόγησης της συμβατότητας του με το προϊόν, της παράβασης της υποχρέωσης αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων, την παροχή υπηρεσιών λήψης-διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών κατόπιν πρωτοβουλίας της Εναγόμενης 1, την παράλειψη εφαρμογής διαδικασιών διαχείρισης σύγκρουσης συμφερόντων, την παράλειψη σύναψης συμφωνίας που να εμπεριέχει τους όρους παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από μη πιστοποιημένα πρόσωπα και την παράλειψη παροχής πληροφοριών για τους κινδύνους των προϊόντων. Το αποτέλεσμα των καταλογιζόμενων στην Εναγόμενη 1 πράξεων και παραλείψεων ήταν η ζημία του Ενάγοντα στο ποσό των €164.000- που αντιπροσωπεύουν την αξία των ΜΑΕΚ 11 πλέον τους τόκους τους την οποία αξιώνει με τα αιτούμενα διατάγματα, καθώς και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος καλής πίστης και ένεκα σύγκρουσης συμφερόντων. Οι θέσεις στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 [5] Με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 παραδέχονται ότι ο Ενάγων στις 22/07/2008 προέβη στην αγορά ΜΧ 13/18 αξίας €88.000-, τα οποία μετέτρεψε σε ΜΑΚ 09 στις 22/05/2009 αξίας €145.000- με καταβολή επιπλέον μετρητών και τελική απόληξη στις 17/05/2011 την αγορά ΜΑΕΚ 11 αξίας €64.000- και USD142.000-. Σε σχέση με τις ενέργειες της για όλες τις εκδόσεις των ΜΧ 13/18, ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ 11, η Εναγόμενη 1 προβάλλει ως εξής: · ότι προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο, Ν. 114(Ι)/
- · ότι ετοιμάστηκαν Ενημερωτικά Δελτία με παράθεση λεπτομερειών των όρων έκδοσης, καθώς και των παραγόντων κινδύνων για τον εκδότη και το χρηματοοικονομικό μέσο. · ότι τα Ενημερωτικά Δελτία εγκρίθηκαν από την ΕΚΚ στις 25/06/08, 30/04/09 και 05/04/11 και δεν εκφράστηκε η οποιαδήποτε ανησυχία για τη διάθεση των αδιάθετων χρηματοοικονομικών μέσων στο ευρύ κοινό, αλλά ούτε και τέθηκαν οποιοιδήποτε όροι. · ότι τα Ενημερωτικά Δελτία ευρίσκονταν αναρτημένα στις ιστοσελίδες της Εναγόμενης 1, της ΕΚΚ, του ΧΑΚ, του ΧΑ και αντίγραφα ευρίσκονταν διαθέσιμα στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης
- · ότι σε όλες τις εκδόσεις στάλθηκαν ταχυδρομικώς σε όλους τους μετόχους και κατόχους επιλέξιμων αξιών επιστολές παραχώρησης με ειδικό ενημερωτικό πληροφοριακό σημείωμα για τους όρους έκδοσης, την διάρκεια, το επιτόκιο, τα γεγονότα ακύρωσης τόκου, την υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές, όπου και γινόταν σαφής αναφορά στους παράγοντες κινδύνου, την οποία παραθέτει αυτολεξεί. · ότι στην αίτηση απόκτησης των ΜΑΕΚ 11, αλλά και στις αιτήσεις απόκτησης των ΜΑΚ 09, που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από τον πελάτη υπήρχε δήλωση για βεβαίωση γνώσης και ικανοτήτων αξιολόγησης της επένδυσης και αποδοχής των όρων έκδοσης και η αναγνώριση των παραγόντων κινδύνου που εμπεριέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο. · ότι όλες οι διαφημίσεις έτυχαν ελέγχου της ΕΚΚ και παρέπεμπαν στο Ενημερωτικό Δελτίο και σε Παγκύπριο αριθμό τηλεφώνου για περαιτέρω πληροφόρηση. · ότι όλες οι εκδόσεις των χρεογράφων και αξιογράφων εγκρίθηκαν από την ΚΤΚ ως Εποπτική Αρχή, η οποία ήταν εξ' υπαρχής ενήμερη και παρείχε εξειδικευμένα σχόλια και εισηγήσεις, αλλά και του ΧΑΚ και ΧΑ. [6] Η Εναγόμενη 1 αρνείται τα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγων ως ευθύνες και υποχρεώσεις και προβάλλει ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση, αλλά ούτε και παρασχέθηκε η οποιαδήποτε επενδυτική υπηρεσία ή συμβουλή. Ειδικότερα, για τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007 («MiFID Ι») υποστηρίζει ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθώς δεν μπορεί να καταδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτική συμβουλή στους πελάτες της, αλλά και ότι αυτή διασφάλισε ότι καμία επενδυτική συμβουλή θα παρείχετο από το προσωπικό της προς οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο επενδυτή ως εξής: · ότι για τα ΜΑΚ 09 οργανώθηκαν ενημερωτικές παρουσιάσεις στις 18/05/2009 και ετοιμάστηκε έντυπο ερωτήσεων-απαντήσεων που διατέθηκε στο προσωπικό έντυπα και ηλεκτρονικά, στο οποίο αναφερόταν ότι το προσωπικό θα απαντούσε σε ερωτήσεις των πελατών για τα χαρακτηριστικά των χρηματοοικονομικών μέσων ή σε βασικές απορίες και τονιζόταν ότι δεν έπρεπε να δίδονται συμβουλές στους πελάτες, αλλά στην περίπτωση απαίτησης πληροφόρησης για εξειδικευμένα θέματα να παραπέμπονται στην υπηρεσία Private Banking. · ότι για τα ΜΑΕΚ 11 αποστάληκε ηλεκτρονικό μήνυμα στους αξιωματούχους που είχαν ενεργό ρόλο στην έκδοση τους με ενημέρωση για τον τρόπο διάθεσης τους, όπως συμφωνήθηκε με αρμόδιο αξιωματούχο της ΚΤΚ για θέματα MiFID, όπου αναφέρεται ότι το κατάστημα θα λαμβάνει την αίτηση, αλλά δεν θα παρέχει συμβουλή, ούτε και επεξήγηση των όρων των ΜΑΕΚ 11 και πως σε περίπτωση επιθυμίας για περαιτέρω πληροφόρηση ο πελάτης θα παραπέμπεται στο αρμόδιο προσωπικό που κατέχει πιστοποιητικό ΕΠΕΥ, οι οποίοι θα περιορίζονται σε επεξήγηση και παροχή πληροφοριών, αλλά όχι στην παροχή συμβουλών. Όπως υποστηρίζεται, υπό τις προϋποθέσεις αυτές συμφωνήθηκε ότι δεν χρειαζόταν τεστ συμβατότητας από την Εναγόμενη
- · ότι για τα ΜΑΕΚ 11 εκδόθηκαν εγκύκλιοι για την υποβολή αιτήσεων με τις οποίες περιγράφονταν οι ενέργειες και διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται από τα καταστήματα, στις οποίες αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, ότι ο ρόλος τους περιοριζόταν στην παραλαβή αιτήσεων, την διάθεση του ενημερωτικού υλικού και επεξήγηση του τρόπου συμπλήρωσης της αίτησης, γινόταν έντονη αναφορά για μη παροχή από τους υπαλλήλους προσωπικής σύστασης, παρότρυνσης, επενδυτικών συμβουλών ή επίλυσης αποριών για τη φύση των ΜΑΕΚ 11, ενώ επεξηγείτο η φύση και λειτουργία ειδικού τηλεφωνικού κέντρου που στελεχωνόταν από κατόχους πιστοποιητικού ΕΠΕΥ. · ότι για τα ΜΑΕΚ 11 πραγματοποιήθηκαν στις 19/04/2011 ενημερωτικές παρουσιάσεις με τους διευθυντές των καταστημάτων και άλλων τομέων της Εναγόμενης 1 και το υλικό των ερωτήσεων και απαντήσεων κατέστη διαθέσιμο ηλεκτρονικά και έντυπα στο προσωπικό της Εναγόμενης 1, με έμφαση στο ότι σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να δοθεί συμβουλή στους πελάτες και σε περίπτωση επιθυμίας για εξειδικευμένες πληροφορίες ή αν υπήρχαν απορίες, να παραπεμφθούν στην ειδική τηλεφωνική γραμμή. · ότι για τα ΜΑΕΚ 11 δημιουργήθηκε ειδικό τηλεφωνικό κέντρο υπό την επίβλεψη της CISCO, με στελέχη της Εναγόμενης 1 που κατείχαν σχετικές πιστοποιήσεις, όπου καταγράφηκαν πέραν των 2.000 τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και παραλήφθηκαν περίπου 120 παραπεμπτικά έντυπα για επικοινωνία λειτουργών με πελάτες, καθώς και ότι για όλα αυτά δόθηκε πλήρης πρόσβαση στην ΚΤΚ στα πλαίσια των ερευνών της. Το τηλεφωνικό κέντρο αποσκοπούσε στην παροχή επεξηγήσεων και όχι συμβουλών. · ότι στην αίτηση/επιστολή παραχώρησης που υπέγραφε ο πελάτης σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 11 περιλαμβανόταν λεκτικό (αντίστοιχο και στα ΜΑΚ 09), όπου βεβαιωνόταν η γνώση και ικανότητα αξιολόγησης της επένδυσης σε ΜΑΕΚ 11 και γίνονταν αποδεκτοί οι όροι έκδοσης και αναγνωρίζονταν οι παράγοντες κινδύνου που περιλαμβάνονταν στο ενημερωτικό δελτίο ημερ. 5/04/2011, ενώ ταυτόχρονα γινόταν δήλωση ότι δεν έγινε παροχή συμβουλής ή παρότρυνση από την Εναγόμενη 1 ή αντιπρόσωπο της για υποβολή της αίτησης. [7] Η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει ότι λήφθηκε νομική συμβουλή ότι η απλή ενημέρωση σε σχέση με τους όρους έκδοσης δεν αποτελεί παροχή επενδυτικής υπηρεσίας ή υπηρεσίας λήψης και διαβίβασης εντολών. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η ΚΤΚ με απόφαση της ημερ. 13/09/2013 ανέφερε ότι για τα ΜΑΕΚ 11 είχαν ληφθεί μέτρα από την Εναγόμενη 1 που να αποτρέπουν την παροχή επενδυτικής συμβουλής για την προώθηση της διάθεσης τους. Σε μια άλλη υπεράσπιση, υπογραμμίζεται ότι ο Ενάγων κωλύεται να εγείρει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, εκ της υπογραφής, ανάγνωσης και ως εκ τούτου, της αποδοχής των όρων των αιτήσεων, ενημερωτικών δελτίων και εγγράφων, αλλά και της έγγραφης επιβεβαίωσης της γνώσης και ικανοτήτων του για αξιολόγηση της επένδυσης του, όπως επίσης και της μη παροχής σε αυτόν επενδυτικής συμβουλής. [8] Στην καταληκτική παράγραφο της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 υποστηρίζεται ότι ακόμη και αν δεν μετατρέπονταν οι καταθέσεις του Ενάγοντα στα επίδικα αξιόγραφα, θα απομειώνονταν ούτως ή αλλιώς εκ των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν συνεπεία των γεγονότων της 16/03/2013, ήτοι της Κ.Δ.Π. 103/2013, όπου οι μετοχές και τα αξιόγραφα σχεδόν μηδενίστηκαν. Μαρτυρία επ' ακροατηρίω [9] Η ακροαματική διαδικασία περιστράφηκε γύρω από την μαρτυρία του Ενάγοντα και της κας Μ. Σιάντου υπαλλήλου της Εναγόμενης
- Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την από κοινού κατάθεση Πίνακα 28 Παραδεκτών Εγγράφων ως Έγγραφο Α', τα οποία σημειώθηκαν ως αντίστοιχα τεκμήρια υπό 1 έως
- Ακολούθως, κατατέθηκαν από κοινού ως τεκμήρια 29 έως 33 οι αιτήσεις απόκτησης των επίδικων αξιών και επιστολές παραχώρησης τους στον Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, στην επόμενη δικάσιμο κατατέθηκε κοινή δήλωση γεγονότων ως Έγγραφο Γ', το περιεχόμενο της οποίας καθίσταται μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Κοινή δήλωση γεγονότων [10] Στο Έγγραφο Γ' δηλώνεται από κοινού ότι: · Σε σχέση με τα ΜΧ 13/18 που εκδόθηκαν το 2008 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στο ΧΑΚ και ΧΑ μέχρι το 2013 εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο που εγκρίθηκε από την ΕΚΚ σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο του 2005 (Ν. 114(Ι)/2005) και τον Κανονισμό 809/2004 της Επιτροπής της ΕΕ όσον αφορά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα Ενημερωτικά Δελτία. · Σε σχέση με τα ΜΑΚ 09 που εκδόθηκαν το 2009 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στο ΧΑΚ και ΧΑ μέχρι το 2013 εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 30/04/2009 που εγκρίθηκε από την ΕΚΚ με βάση την σχετική νομοθεσία. · Σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 11 που εκδόθηκαν το 2011 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στο ΧΑΚ και ΧΑ μέχρι το 2013 εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 05/04/2011 που εγκρίθηκε από την ΕΚΚ. · Τόσο τα ΜΧ 13/18 όσο και τα ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ 11 αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, καθότι είχαν αόριστη διάρκεια και μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές. · Τα ΜΑΚ 09 και τα ΜΑΕΚ 11 είχαν αόριστη διάρκεια, οι κάτοχοι τους μπορούσαν να επιλέξουν την μετατροπή τους σε μετοχές, η Εναγόμενη 1 μπορούσε να τα εξαγοράσει μετά την πάροδο 5 ετών από την έκδοση τους στην ονομαστική τους αξία και σε σχέση μόνο με τα ΜΑΕΚ 11, η πιθανότητα στη βάση δυσμενούς οικονομικής κατάστασης ή βιωσιμότητας της Εναγόμενης 1 να προέκυπτε αναγκαστική μετατροπή τους από την Εναγόμενη 1 σε μετοχές για κάλυψη των αναγκών της. · Σε σχέση με τα ΜΧ 13/18 η Εναγόμενη 1 μπορούσε να μην καταβάλει τόκο μόνο σε περίπτωση μη φερεγγυότητας. · Σε σχέση με τα ΜΑΚ 09 και τα ΜΑΕΚ 11 η Εναγόμενη 1 μπορούσε να ακυρώσει την πληρωμή του τόκου στην περίπτωση κεφαλαιακής της ανεπάρκειας. · Σε σχέση με τα ΜΑΚ 09 η Εναγόμενη 1 ήταν υποχρεωμένη να ικανοποιήσει οποιαδήποτε ακύρωση πληρωμής τόκου μόνο σε περίπτωση εξαγοράς τους και εξαγοράς, ανταλλαγής ή αλλαγής σύμφωνα με τους όρους έκδοσης τους. · Σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 11 οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου θα ήταν πλήρης και αμετάκλητη και δεν θα καθίστατο πληρωτέα από την Εναγόμενη 1 (forfeited). · Τα ΜΧ 13/18 σε σχέση με τα ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ 11 δεν ήταν τόσο πολύπλοκα και σύνθετα, όμως ήταν πιο σύνθετα και πολύπλοκα σε σχέση με την διατήρηση ενός λογαριασμού συνήθους τύπου γραμματίου, καθότι, είχαν δεκαετή διάρκεια με σταθερό επιτόκιο μόνο το πρώτο έτος μετά την έκδοση τους και μεταβλητό και εξαρτώμενο από το EURIBOR, προβλεπόταν η δυνατότητα μετατροπής τους σε μετοχές κατ' επιλογή των κατόχων τους και το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να τα εξαγοράσει στην ονομαστική τους αξία μετά την πάροδο 5 ετών από την έκδοση τους. · Η έκδοση των ΜΧ 13/18, των ΜΑΚ 09 και των ΜΑΕΚ 11 έγινε με δημόσια προσφορά στο ευρύ επενδυτικό κοινό για άντληση ίδιων κεφαλαίων της Εναγόμενης 1, από τα ΜΧ 13/18 αντλήθηκαν Δευτεροβάθμια Κεφάλαια, ενώ από τα ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ 11 αντλήθηκαν Πρωτοβάθμια Κεφάλαια. [11] Στο Έγγραφο Γ' διατυπώνονται οι αντίθετες θέσεις των διαδίκων σε σχέση με την εφαρμογή του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 (Ν. 144(Ι)/2007) προς εναρμόνιση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ και των σχετικών Οδηγιών της ΚΤΚ (Κ.Δ.Π. 557/2007 & Κ.Δ.Π. 558/2007). Η μεν πλευρά του Ενάγοντα δηλώνει ότι η έκδοση των επίδικων αξιών εμπίπτει στον Νόμο και ότι ο Ενάγων εμπίπτει στην κατηγορία των «ιδιωτών πελατών». Η αντίθετη θέση της Εναγόμενης 1 υποστηρίζει ότι η εν λόγω Νομοθεσία δεν εφαρμόζεται, γιατί δεν παρασχέθηκε επενδυτική υπηρεσία κατά την διαδικασία εγγραφής του για απόκτηση των επίδικων αξιών, αν και δεν αμφισβητούν την πολυπλοκότητα τους. Όμως δηλώνουν ότι η πολυπλοκότητα τους δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία, καθότι διατέθηκαν με την διαδικασία της δημόσιας προσφοράς και των Ενημερωτικών Δελτίων σύμφωνα με την σχετική Νομοθεσία και η ΕΚΚ την ενέκρινε με τους όρους έκδοσης τους μέσω των Δελτίων. Μαρτυρία Ενάγοντα [12] Επί της ουσίας της μαρτυρίας, ο Ενάγων κατάθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Β'. Σε μια εισαγωγικής φύσης δήλωση του ο Ενάγων προέβαλε ότι οι ενέργειες της Εναγόμενης 1 ήσαν παράνομες και δόλιες. Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων αναφέρεται στην απόκτηση των αξιογράφων του 2011, προφανώς εννοώντας τα ΜΑΕΚ 11 σε δολάρια και σε ευρώ, όμως υποστηρίζει ότι η διαπραγμάτευση τους έγινε μόνο σε σχέση με τα ευρώ, σε αντίθεση με τα δολάρια που δεν έγινε ποτέ. Εξέφρασε την απόγνωση του δηλώνοντας ότι τα χρήματα που εξοικονόμησε μέσα από την 40ετή του εργασία έμειναν απλά χαρτιά. Αναφέρθηκε σε ισχυρή θέση της Εναγόμενης 1 και της πρώην Λαϊκής τράπεζας και σε υπέρογκα ποσά που είχαν ως καταθέσεις. Όπως προέβαλε, με παραπλανητικές πληροφορίες, «έκαναν τον κόσμο να τρέχει να τους δίνει λεφτά και στο τέλος έλεγαν δυστυχώς αποτύχαμε», τόσο για τα γεγονότα του 2013, όσο και για άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν. Δηλώνει την απορία του πως από 3% καταθετικό επιτόκιο του πήραν τα χρήματα δίδοντας του αξιόγραφα με διπλάσιο επιτόκιο. [13] Για το ζήτημα που έθεσε της μη διαπραγμάτευσης των ΜΑΕΚ 11 σε δολάρια ανέφερε ότι ζήτησε από τη χρηματιστηριακή να αγοράσει τα δολάρια του και του είπαν ότι δεν υπάρχει διαπραγμάτευση σε δολάρια. Επίσης, ότι ξαναπήγε να αγοράσει σε δολάρια και δεν ήταν στην πλατφόρμα, ούτε και μπορούσε να ρευστοποιήσει. Στην ερώτηση αν το παράπονο του αφορά την μη ρευστοποίηση της αξίας τους απάντησε ότι έπρεπε να τεθούν για διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ και ότι δεν μπορούσε ούτως ή αλλιώς να πουλήσει, αλλά ούτε και να αγοράσει. Επέμεινε ότι δεν υπήρχε διαπραγμάτευση σε δολάρια και του πήραν τα χρήματα, όπως ούτε και ημερομηνία λήξης και εν τέλει αυτά «κουρεύτηκαν». Όπως δήλωσε, όταν ρώτησε πότε αυτά έληγαν, του απάντησαν να τα πάρει πίσω (σ.σ. τα χρήματα του) μέσω της διαπραγμάτευσης του ΧΑΚ και τέτοια διαπραγμάτευση δεν έγινε ποτέ. [14] Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τα έγγραφα του τα έδωσαν στο ταμείο για αξιόγραφα σε δολάρια και σε ευρώ και εγκρίθηκε η εγγραφή του. Παραδέχθηκε ότι πριν υποβάλει την αίτηση του είχε εγγραφή στο ΧΑΚ και ότι πριν από το 2008 αγόρασε και πούλησε μετοχές κάνοντας αγοραπωλησίες για «πάνω» και για «κάτω». Εξήγησε πως για πρώτη φορά πριν από πολλά χρόνια αγόρασε μετοχές και πως έφτασε να τις αυξήσει. Όπως δήλωσε, μετά που έμαθε από ένα φίλο του για τις μετοχές πήγαινε στην τράπεζα και αγόραζε, μετά πήγε στη συνεργατική και μετά στην Λαϊκή Επενδυτική. [15] Για τα αξιόγραφα ο Ενάγων δήλωσε ότι έμαθε από την εφημερίδα και πήγε στην τράπεζα. Τα χρεόγραφα δήλωσε ότι τα απέκτησε από χρηματιστηριακό γραφείο, ενώ για τα επόμενα όχι από κατάστημα, αλλά τον πήραν τηλέφωνο από χρηματιστηριακό γραφείο. Όπως δήλωσε, γνώριζε τι είναι το πάτωμα του ΧΑΚ. Αναγνώρισε το ιστορικό κίνησης μετοχών του τεκμηρίου 35 επ' ονόματι του, όπως και την υπογραφή του σε «Σχέδιο Επανεπένδυσης Μερισμάτων» του 2002 που κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Του υποδείχθηκαν καταστάσεις λογαριασμού επ' ονόματι του περιόδου 2003-2006 για αγοραπωλησία μετοχών της Εναγόμενης 1 και άλλα, όμως δεν μπορούσε να ενθυμηθεί. Το ίδιο και το ιστορικό κίνησης μετοχών που κατείχε στην Εναγόμενη 1 από 26/10/2006 μέχρι 09/01/
- Το εν λόγω ιστορικό περιόδου 2003-2006 κατέστη εν τέλει μετά από κοινού δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων ως τεκμήριο
- Ακόμη κατατέθηκε ως τεκμήριο 39 επιστολή άσκησης δικαιωμάτων προτίμησης της Εναγόμενης 1, την οποία υπέγραψε με ημερ. 18/10/10 για συνολικό ποσό €5.790-, όπως και ως τεκμήριο 40 την ενυπόγραφη άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης για απόκτηση 6.000- μετοχών της Εναγόμενης 1 προς €6.000- ημερ. 19/12/
- [16] Ακόμη, του υποδείχθηκε αντίγραφο κατάστασης ΜΧ 13/18 της Εναγόμενης 1 επ' ονόματι του που εμφαίνονται αρχικά €88.000- και ακολούθως άλλες €50.000- με αγορά, σύνολο €138.000-. Παραδέχθηκε ότι οι €50.000- πιθανόν να είναι από την δευτερογενή αγορά. Στην υπόδειξη κατάστασης ΜΑΚ 09 επ' ονόματι του με την υποβολή ότι εμφαίνονται αγορές τον Ιούλιο του 2009 από την δευτερογενή αγορά, ώστε καταλήγει να κατέχει €164.000- σε αξία απάντησε «μπορεί, δεν αποκλείεται». Παραδέχθηκε δε ότι οι αγορές σε σχέση με ΜΑΕΚ 11 που εμφαίνονται στο τεκμήριο 38 που κατατέθηκε προς τον σκοπό αυτό, πέραν του προϊόντος μετατροπής των €64.000-, έγιναν στην δευτερογενή αγορά. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του Ενάγοντα οι δύο πλευρές κατάθεσαν από κοινού ως τεκμήριο 41 κατάσταση πληρωθέντων τόκων σε σχέση με όλες τις επίδικες αξίες. [17] Στον Ενάγοντα υποδείχθηκε ενημερωτική επιστολή ημερ. 08/08/2013 σε σχέση με τις συνέπειες στα ΜΑΕΚ 11 που κατείχε μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και την έκδοση των Διαταγμάτων Εξυγίανσης της Εναγόμενης
- Ο Ενάγων απάντησε ότι νομίζει πως δεν έλαβε τέτοια επιστολή. Η εν λόγω επιστολή κατέστη εν τέλει μετά από κοινού δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων ως τεκμήριο
- Παραδέχθηκε ότι όταν έγινε το «κούρεμα» τον Μάρτιο του 2013 ήταν μέτοχος στο ΧΑΚ και κάτοχος αξιογράφων. [18] Σε απάντηση που έδωσε στην ερώτηση αν διάβασε τα Ενημερωτικά Δελτία, ανέφερε ότι αφ' ης στιγμής ήταν μέτοχος της Εναγόμενης 1 από το 1982 και ήξερε ότι αν «έγερνε» η Εναγόμενη 1 «έγερνε» όλη η κοινότητα, «χωρίς να διαβάσω τους όρους τζιείνο όλο αυτό που λες το πασιοκομμένο για τόσα δολάρια τόσα ευρώ, με αυτό το σκεπτικό τίποτε άλλο. Τίποτε άλλο δεν διάβασα.». Παραδέχθηκε δε, ότι νομίζει πως λάμβανε κάποια δελτία ενημέρωσης για τα αξιόγραφα. Επίσης, παραδέχθηκε ξανά ότι αγόραζε επίδικες αξίες και από την δευτερογενή αγορά. Η επιτομή της θέσης του όπως την δήλωσε στην τελευταία του απάντηση ήταν ότι «..η Τράπεζα Κύπρου κατά τη γνώμη μου όπως αναφέρω στην αναφορά μου ήταν πανίσχυρη και ό,τι έγινε και παρουσιάστηκαν ότι είχαν προβλήματα ήταν μια επανάληψη του '93 που ήταν μια φούσκα και έτρεχαν όλοι και έκαναν από τις 30 επήραν τες 20 αυτά και το '13 εκουρέψαν τα.». Μαρτυρία για Εναγόμενη 1 [19] Οι θέσεις της Εναγόμενης 1 στηρίχθηκαν στην μαρτυρία της υπαλλήλου της κας Σιάντου (ΜΥ), η οποία κατάθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Δ'. Η ΜΥ δηλώνει ότι κατά τα έτη 2008-2011 ήταν τοποθετημένη ως banker στο υποκατάστημα Αραδίππου, στο οποίο φαίνεται να κατάθεσε τις επίδικες αιτήσεις ο Ενάγων. Όμως, παρά το ότι εντόπισε τον Ενάγοντα από τα συστήματα της Εναγόμενης 1 ως πελάτη του εν λόγω υποκαταστήματος, δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί του. [20] Σε σχέση με τις επίδικες αξίες η ΜΥ δηλώνει τα εξής: · ότι κατά διάφορα χρονικά διαστήματα αποστάληκαν διάφορες εγκύκλιοι σε σχέση με την έκδοση και προώθηση τους από τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης
- · ότι δόθηκαν αυστηρές οδηγίες από την Διοίκηση της Εναγόμενης 1 να μην απαντούν σε ερωτήματα και απορίες ενδιαφερόμενων πελατών και όπως τους παραπέμπουν να προμηθευτούν και να μελετήσουν τα εκάστοτε Ενημερωτικά Δελτία ή να λάβουν ανεξάρτητη επενδυτική συμβουλή από αδειοδοτημένο επενδυτικό σύμβουλο. · ότι η εν λόγω υποδεικνυόμενη συμπεριφορά αποτέλεσε αντικείμενο διαφόρων σεμιναρίων και συναντήσεων με συναδέλφους με την συμμετοχή διευθυντών των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1, όπου για κάθε έκδοση έγινε παρουσίαση και επεξήγηση της. · ότι η ίδια δεν είχε προσωπική εμπλοκή με πελάτη, αλλά ούτε και παρότρυνε πελάτη για αγορά των επίδικων αξιών. · ότι καμία εκ των επίδικων αξιών δεν παρουσιάστηκε ως είδος προνομιακού γραμματίου. · ότι σκοπός του υποκαταστήματος και των ταμείων ήταν αυστηρά η παραλαβή αιτήσεων και οι ταμίες ή άλλοι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 δεν συμμετείχαν σε προσπάθεια παρότρυνσης ή στο να πείσουν για την απόκτηση των επίδικων αξιών, αλλά ούτε και υπήρχαν στόχοι καταστημάτων αναφορικά με αυτές. · ότι εκείνο που ίσχυε ήταν ότι οι στόχοι των υποκαταστημάτων σε σχέση με τις καταθέσεις θα επιτυγχάνονταν και θα προσμετρούνταν και τα χρεόγραφα/αξιόγραφα. · ότι τα Ενημερωτικά Δελτία για τα οποία αναφέρθηκε ήταν αναρτημένα στην ιστοσελίδα της Εναγόμενης 1, της ΚΤΚ, της ΕΚΚ, του ΧΑΚ και του ΧΑ, όπως επίσης και τυπωμένα στους πάγους του υποκαταστήματος. [21] Η ΜΥ κατάθεσε ως τεκμήρια 42 έως 44 αντίγραφα των εγκυκλίων και έγγραφα ερωτήσεων-απαντήσεων στα οποία αναφέρθηκε. Περαιτέρω, αναγνώρισε και κατέστησαν ως τεκμήρια 45 και 46 το ιστορικό κίνησης μετοχών της Εναγόμενης 1 από 26/10/06-09/01/17 στο όνομα του Ενάγοντα, καθώς και η κατάσταση ΜΑΚ 09 επ' ονόματι του Ενάγοντα περιόδου 01/01/09-29/03/
- Στην καταληκτική παράγραφο του Εγγράφου Δ' η ΜΥ δηλώνει ότι κατόπιν ενημέρωσης που έτυχε από αρμόδιους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1, για τις επίδικες αξίες κατά καιρούς αποστέλλονταν ολιγοσέλιδα ενημερωτικά σημειώματα στην δοθείσα διεύθυνση υπό έκαστο πελάτη, ειδικότερα δε για τα ΜΧ 13/18 στους υφιστάμενους μετόχους, ενώ για τα ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ 11, στους μετόχους και κάτοχους υφιστάμενων εκδόσεων που μπορούσαν να μετατραπούν. Αυτό δήλωσε ότι έγινε και στην περίπτωση του Ενάγοντα και κατάθεσε ως τεκμήρια 47-49 αντίγραφα των υπό αναφορά σημειωμάτων για τις ανάλογες εκδόσεις των ΜΧ 13/18, ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ
- [22] Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ απάντησε ότι κατά τον επίδικο χρόνο 2008-2011 στο υποκατάστημα Αραδίππου ασκούσε καθήκοντα υπεύθυνης λειτουργού χορηγήσεων και εξέταζε αιτήματα δανειοδοτήσεων. Όπως εξήγησε, δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τις επίδικες αξίες, απλά τύγχανε ενημέρωσης μέσω των εγκυκλίων χωρίς να έχει άμεση εμπλοκή. Δεν είχε επαφή με το ταμείο ή με το κοινό σε σχέση με αυτές. Γνώριζαν όμως τις εγκυκλίους και τις αυστηρές οδηγίες της τράπεζας. Η δουλεία που γινόταν ήταν η λήψη των συμπληρωμένων αιτήσεων των πελατών που έρχονταν στα ταμεία των τραπεζών και αν οι πελάτες ζητούσαν περισσότερα τους προέτρεπαν να αποταθούν σε επενδυτικούς συμβούλους. Η ΜΥ υπέδειξε ότι το τεκμήριο 16 (ερωτήσεις-απαντήσεις σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 11) είναι μέρος του τεκμηρίου 44 που κατάθεσε η ίδια στη διαδικασία. Σε ερώτηση αναφορικά με την αναφορά για το κατά πόσο μπορούσαν να δίδονται συμβουλές στους πελάτες στην τελευταία παράγραφο του τεκμηρίου 16, απάντησε ότι η διάρκεια των τόκων ήταν μέσα στα βασικά χαρακτηριστικά που έλεγαν για τα ΜΑΕΚ και συμπεριλαμβάνονταν στα έντυπα στα καταστήματα, όμως οι κίνδυνοι ήταν εξειδικευμένες λεπτομέρειες. [23] Η ΜΥ δήλωσε, απαντώντας σχετικά, ότι εξ όσων η ίδια γνωρίζει δεν έγιναν τηλεφωνικές εκστρατείες από τα υποκαταστήματα. Ούτε και είχε υπόψη της την οποιαδήποτε λίστα με πελάτες που είχαν καταθέσεις και έπρεπε να τους τηλεφωνήσουν για να προωθήσουν τις επίδικες αξίες. Όμως, δήλωσε ότι γνωρίζει πως δόθηκαν οδηγίες από τους διευθυντές των υποκαταστημάτων να παίρνουν κάποια τηλέφωνα τους υφιστάμενους μετόχους της τράπεζας, οι οποίοι λάμβαναν το ενημερωτικό δελτίο για να βεβαιώσουν ότι το έλαβαν, αλλά δεν αποτελούσε εκστρατεία να πάρουν κάποιο καταθέτη και να του πούνε να του εξηγήσουν το προϊόν. Αυτό έγινε το 2008 για να επιβεβαιωθεί ότι είχαν πάρει την επιστολή οι μέτοχοι στη διεύθυνση που η τράπεζα είχε στα αρχεία της. [24] Σε σχέση με την θέση που εξέφρασε η ΜΥ στο Έγγραφο Δ' για το ότι οι στόχοι των υποκαταστημάτων για τις καταθέσεις θα επιτυγχάνονταν και θα προσμετρούντο και τα χρεόγραφα/αξιόγραφα, της υποδείχθηκε το τεκμήριο 7 σελ. 9, όπου αναφέρεται πως το όφελος του υποκαταστήματος θα είναι σημαντικό, επειδή το ύψος των χρεογράφων θα προσμετράται στις καταθέσεις για επίτευξη των στόχων του, κάτι που είναι σημαντικό και για την Τράπεζα. Η ΜΥ απάντησε ότι δεν ήταν στόχος να πουλήσουν χρεόγραφα ή αξιόγραφα και ότι ο στόχος ήταν αυτός των καταθέσεων, επισημαίνοντας ότι δεν θα επηρεαζόταν το ύψος των καταθέσεων που είχε το κάθε υποκατάστημα από τυχόν μετατροπή των καταθέσεων σε χρεόγραφα. Σε επόμενη απάντηση εξήγησε ότι το συγκρότημα της τράπεζας είχε θέσει στόχο την επιτυχία των αξιογράφων και ότι αυτό δεν ήταν ευθύνη των καταστημάτων να τον καλύψουν, αλλά του τμήματος μετόχων και της επενδυτικής εταιρείας της τράπεζας. Επέμεινε ότι δεν υπήρχε στόχος αξιογράφων για τα υποκαταστήματα και σε περίπτωση που ένα υποκατάστημα επιτύγχανε τους στόχους του μπορούσε απλά να γίνει μια επιβράβευση με ένα πάρτι, χωρίς κάποιο άλλο όφελος. [25] Σε ερώτηση αναφορικά με τα τεκμήρια 31 και 33 για το εάν γνώριζε για έκδοση ΜΑΕΚ 11 σε Δολάρια, η ΜΥ απάντησε ότι δεν έχει γνώση των εντύπων ή των λεπτομερειών τους, αλλά αναγνώρισε ότι στο τεκμήριο 33 φαίνεται να εκδόθηκαν σε Δολάρια. Την μορφή του εντύπου της αίτησης του Ενάγοντα τεκμήριο 29 για απόκτηση ΜΧ 13/18 δήλωσε ότι δεν την είχε ξαναδεί προσθέτοντας ακολούθως ότι ήταν δουλειά των ταμείων και δεν έτυχε να έρθει σε επαφή με το συγκεκριμένο έντυπο, όπως ούτε και με το έντυπο του τεκμηρίου 30 (αίτηση ΜΑΚ 09). Συμφώνησε με την υπόδειξη ότι στο τεκμήριο 30 υπήρχε διεύθυνση του Ενάγοντα και όχι στο τεκμήριο 29, στο οποίο υπάρχει η αναγραφή του «Μη Μέτοχος». Της υποδείχθηκε ότι ο Ενάγων πήρε τα ΜΧ 13/18 από το υποκατάστημα και όχι από την αίτηση που του είχε σταλεί στο σπίτι. Η ΜΥ απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει, αλλά ότι τόσο οι μέτοχοι όσο και οι μη μέτοχοι δικαιούντο να απαντήσουν με μια σειρά προτεραιότητας. Εν τέλει της υποδείχθηκε ότι ο Ενάγων δεν έλαβε υπόψη του την αίτηση που εστάλη στο σπίτι, αλλά προέβη σε αυτή μετά από τηλεφώνημα. Η ΜΥ δήλωσε άγνοια περί τούτου, όπως και για το κατά πόσο είχαν εισαχθεί και διαπραγματευτεί στο ΧΑΚ τα ΜΑΕΚ 11 σε Δολάρια Αμερικής. Αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας [26] Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». [27] Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). [28] H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291: «Η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα». [29] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). [30] H κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της, ήτοι κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (βλ. Ζερβού Παναγιώτης και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). [31] Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον Ενάγοντα, όσο και από την ΜΥ για την Εναγόμενη 1. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Ακόμη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Αξιολόγηση Ενάγοντα [32] Οι θέσεις του Ενάγοντα αναφορικά με τις περιστάσεις απόκτησης των επίδικων αξιών, ειδικότερα των ΜΧ 13/18, όπως υποστηρίχθηκαν κατά την μαρτυρία του το λιγότερο που μπορούν να χαρακτηριστούν είναι αόριστες σε πολλά τους σημεία. Παρά την δικογραφημένη θέση ότι επικοινώνησαν μαζί του από την τράπεζα για τον σκοπό αυτό, στην μαρτυρία του ανέφερε ότι έμαθε για τα αξιόγραφα από τις εφημερίδες. Ουδέποτε έκανε αναφορά σε οποιοδήποτε πρόσωπο και αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 1 που τον παραπλάνησε, εξαπάτησε, παρέστησε ψευδώς για να τον πείσει να αποκτήσει τα αξιόγραφα. Μάλιστα δε, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι από χρόνια προηγουμένως αποκτούσε μετοχές μέσω επενδυτικών εταιρειών (ανέφερε μέσω της συνεργατικής και Λαϊκής Επενδυτικής) και διατηρούσε σχετική μερίδα στο ΧΑΚ. Ως εκ τούτου δεν ήταν ένας ανίδεος άνθρωπος που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την απόκτηση αξιών, αλλά μόνο με την σχετική όπως εν τέλει αποδείχθηκε «ασφάλεια» των καταθέσεων. Από την μαρτυρία του ήταν ξεκάθαρο σε αυτόν ότι οι επίδικες αξίες δεν ήταν καταθέσεις με αυξημένο επιτόκιο. [33] Ο Ενάγων προέβαλε θέσεις παλαιότερων γεγονότων για να υποστηρίξει ότι όλα ήταν μια απάτη για να πείσουν τον κόσμο να δώσει τα χρήματα του και να τα απωλέσει. Η θέση αυτή παρέμεινε γενική και αστήριχτη. Η θέση του περί μη διαπραγμάτευσης των ΜΑΕΚ 11 που απέκτησε σε Δολάρια ευρίσκεται εκτός των δικογραφημένων του θέσεων. Στην ουσία ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι έδειξε εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη 1, όχι επειδή τον εξαπάτησαν ή του παρέστησαν ψευδώς γεγονότα και δεδομένα για να αποκτήσει τις επίδικες αξίες, αλλά επειδή γνώριζε χρόνια τώρα, πάντα κατά τον ίδιο, ότι αν χρεοκοπούσε η Εναγόμενη 1 θα καταστρεφόταν όλη η οικονομία, κάτι που το ανέφερε επανειλημμένως. Δεν προκύπτει από την μαρτυρία του ότι προσπάθησαν να τον πείσουν να αγοράσει τις επίδικες αξίες, αλλά ότι ο ίδιος επιδίωξε και απέκτησε, μάλιστα δε σε κάποιες περιπτώσεις και από την δευτερογενή αγορά, έχοντας κατά νου ότι αυτές θα ετύγχαναν διαπραγμάτευσης στο ΧΑΚ και ΧΑ. Ως εκ τούτου τίποτα δεν παράπεμπε σε καταθετικό προϊόν και στην όποια ασφάλεια αυτό δίδει. Ειδικότερα, ο Ενάγων απέκτησε εν γνώσει του και ΜΑΕΚ 11 σε Δολάρια, κάτι για το οποίο θα επωφελείτο από την ισοτιμία με το Ευρώ ως ένας γνωστικός επενδυτής. Κανένας δεν προέκυψε να τον έχει παροτρύνει ή συμβουλεύσει προς τον σκοπό αυτό, ούτε και ο ίδιος ανέφερε κάτι τέτοιο. [34] Η πεποίθηση που είχε ο ίδιος ο Ενάγων για την «σιγουριά» της τοποθέτησης των χρημάτων του με τους όσους τόκους εν τέλει έλαβε αποτυπώνεται και στο ότι υποστήριξε πως δεν είχε λόγο να διαβάσει τα ενημερωτικά δελτία και έντυπα, επειδή γνώριζε για την φερεγγυότητα και ισχυρή βάση της Εναγόμενης 1, σε αντίθεση με την δικογραφημένη του θέση ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει. Ούτε και έδωσε την οποιαδήποτε επεξήγηση γιατί υπέγραψε έγγραφα, όπως επικαλέστηκε, το περιεχόμενο των οποίων δεν διάβασε και τα οποία υπήρχαν οι συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις και δηλώσεις περί μη παροχής επενδυτικής συμβουλής, καθώς και ότι γίνονταν αντιληπτοί οι κίνδυνοι των επίδικων αξιών. Ούτε και υποστήριξε ότι τον παραπλάνησαν, πίεσαν, εξαπάτησαν, ότι του παρέστησαν οτιδήποτε ψευδώς ή εξανάγκασαν να τα υπογράψει. Ο Ενάγων υπέγραψε με επίγνωση του τι αναφερόταν σε αυτά. Αξιολόγηση ΜΥ [35] Η ΜΥ άφησε γενικά θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία της. Τις θέσεις της για το τι επ' ακριβώς γνώριζε για τις συνθήκες πώλησης των αξιογράφων από την δική της εμπειρία τις στήριξε στις οδηγίες που έλαβε και στις εγκυκλίους που αποστέλλονταν. Δεν θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να υποστηρίξει την εκδοχή των εργοδοτών της. Ήταν ξεκάθαρη ότι για τις αιτήσεις των αξιογράφων δεν γνωρίζει πέραν των εγκυκλίων και έντυπα ερωτήσεων-απαντήσεων οτιδήποτε άλλο. Ούτε και γνώριζε οτιδήποτε για τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο Ενάγων απέκτησε τις επίδικες αξίες, το οποίο κρίνεται και το ουσιώδες στη υπό κρίση υπόθεση. Ως προς το ζήτημα αυτό δεν υπήρξε διαφωτιστική προς το Δικαστήριο, όμως σημειώνεται ότι ο ίδιος ο Ενάγων δήλωσε ότι έμαθε για τις επίδικες αξίες από τον τύπο και δεν δήλωσε ότι τον παρότρυνε ο οποιοσδήποτε συγκεκριμένα να τις αποκτήσει. Ευρήματα Δικαστηρίου [36] Πέραν των όσων περιλαμβάνονται στην κοινή δήλωση γεγονότων που κατατέθηκε στη διαδικασία ως Έγγραφο Γ' προβαίνω στη διατύπωση των κάτωθι ευρημάτων: · Ο Ενάγων στις 21/07/2008 αιτήθηκε στην Εναγόμενη 1 και ακολούθως απέκτησε ΜΧ 13/18 για συνολικό ποσό €88.000- και ακολούθως με αγορά επιπρόσθετων ΜΧ 13/18 για ποσό €50.000-, ήτοι συνολική αξία ΜΧ 13/18 €138.000-. · Στις 25/05/2009 ο Ενάγων αιτήθηκε και ακολούθως απέκτησε ΜΑΚ της Εναγόμενης 1 συνολικού ποσού €145.000- δια της μετατροπής των ΜΧ 13/18 που κατείχε αξίας €138.000- πλέον €7.000- που κατέβαλε σε μετρητά. Ακολούθως και σε διάφορες ημερομηνίες ο Ενάγων προέβη στην αγορά ΜΑΚ 09 συνολικής αξίας €19.000-, ώστε κατείχε συνολικά ΜΑΚ 09 αξίας €164.
- · Στις 17/05/2011 ο Ενάγων με δύο ξεχωριστές αιτήσεις αιτήθηκε και ακολούθως απέκτησε ΜΑΕΚ 11 της Εναγόμενης 1 αξίας €64.000- δια της μετατροπής αντίστοιχου ποσού των ΜΑΚ 09 που κατείχε και Δολαρίων 142.200- (€100.000- σύμφωνα με την τότε ισοτιμία) δια της μετατροπής αντίστοιχου ποσού των ΜΑΚ 09 που κατείχε. Τα ΜΑΕΚ 11 για τα ποσά σε Ευρώ και Δολάρια παραχωρήθηκαν στον Ενάγοντα στις 18/05/
- Ο Ενάγων σε μεταγενέστερες ημερομηνίες προέβη σε αγορά ΜΑΕΚ 11 αξίας €51.000-, ώστε συνολικά κατείχε ΜΑΕΚ 11 σε Ευρώ αξίας €115.000-. · Μετά τα γεγονότα που επισυνέβησαν τον Μάρτιο του 2013 και ως συνέπεια των Διαταγμάτων εξυγίανσης που εκδόθηκαν σε σχέση με την Εναγόμενη 1, τα ΜΑΕΚ 11 που κατείχε ο Ενάγων στην Εναγόμενη 1 μετατράπηκαν με ισχύ την 29/03/2013 σε 225.566 μετοχές της Εναγόμενης 1 Τάξης Δ ονομαστικής αξίας €1- έκαστη και ακολούθως με ισχύ από 30/07/2013 η ονομαστική αξία εκάστης τέτοιας μετοχής μειώθηκε από €1- σε €0.01 και κάθε τέτοια μετοχή μετατράπηκε σε 1 συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας €0.01 εκάστη και για κάθε 100 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €0.01 εκάστη έγινε συνένωση σε 1 συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας €1- εκάστη. Η συνένωση αυτή αφορούσε και σε άλλες 31.143 συνήθεις μετοχές που κατείχε ο Ενάγων στην Εναγόμενη
- Κατά την ημερομηνία των μετατροπών ο Ενάγων κατείχε ΜΑΕΚ 111 αξίας €115.000 και σε Δολάρια Αμερικής ισόποσο €110.566-. Συνέπεια της επενέργειας των Διαταγμάτων εξυγίανσης της Εναγόμενης 1 ο Ενάγων παρέμεινε κάτοχος 2.567 συνήθων μετοχών ονομαστικής αξίας €1- εκάστης στην Εναγόμενη
- · Ο Ενάγων είχε ιστορικό επενδύσεων σε μετοχές και διατηρούσε μερίδα στο ΧΑΚ, τις οποίες αγόραζε μέσω επενδυτικών εταιρειών. · Στις αιτήσεις για απόκτηση των ΜΧ 13/18 και ΜΑΚ 09 ο Ενάγων υπέγραψε ως μέρος αυτών δήλωση, με την οποία βεβαίωνε ότι έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του και ότι αποδεχόταν τους όρους έκδοσης, όπως περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο. Ταυτόχρονα δήλωνε ότι δεν του έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. Στην αίτηση του για απόκτηση των ΜΑΕΚ 11, πέραν των όσων δήλωσε ως οι δηλώσεις του για απόκτηση των ΜΧ 13/18 και ΜΑΚ 09, δήλωσε ότι αναγνωρίζει τους παράγοντες κινδύνου που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και ότι δεν τους παρασχέθηκε οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα ή από οποιοδήποτε υπάλληλό της. · Τόσο για τις εκδόσεις των ΜΧ 13/18 και των ΜΑΚ 09, όσο και των ΜΑΕΚ 11 εκδόθηκαν Ενημερωτικά Δελτία σύμφωνα με τον σχετικό Νόμο, τα οποία εγκρίθηκαν από την ΕΚΚ και ήταν διαθέσιμα και προσβάσιμα από τον Ενάγοντα όπως και άλλα ενημερωτικά σημειώματα που του αποστέλλονταν. Στα εν λόγω ενημερωτικά δελτία γίνονταν αναφορές στους παράγοντες κινδύνου που ενυπήρχαν σε σχέση με τα εν λόγω αξιόγραφα. Νομική πτυχή και Κρίση Δικαστηρίου [37] Στη βάση των όσων προβάλλει δικογραφικά, ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις και μη αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 που έχει ως αποτέλεσμα η αγορά των επίδικων αξιών να είναι εξ υπαρχής άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Το ζήτημα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελεύθερη συναίνεση που τυγχάνει επίκλησης ότι εξέλειπε κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόκτησης των επίδικων αξιών. [38] Όπως προβλέπει ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, η συναίνεση στην συνομολόγηση σύμβασης είναι ελεύθερη όταν δεν προκαλείται, μεταξύ άλλων, με απάτη, ψευδή παράσταση, πλάνη, με εξαναγκασμό ή ψυχική πίεση.[1] [39] Όπως έχει λεχθεί η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα (βλ. Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1 ΑΑΔ 1523). Στο άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 καθορίζεται η έννοια της απάτης ως η παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς από αυτόν που δεν πιστεύει ότι είναι αληθές ή την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει σε αυτό ή για υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της ή για κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση ή για κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από τον νόμο ως απάτη. Σχετικό είναι και το άρθρο 36 του Κεφ. 148 αναφορικά με το αστικό αδίκημα της απάτης η στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτεί ψευδή παράσταση ενός γεγονότος εν γνώση του ψεύδους ή χωρίς πίστη της αλήθειας της με σκοπό να ενεργήσει ο Ενάγων επί αυτής, ότι έχει ενεργήσει επί αυτής και υπέστηκε ζημία (βλ. Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298). Σε σχέση με την έννοια της ψευδούς παράστασης ως καθορίζεται στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου αποτυπώνεται ως κεντρικής σημασίας την βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν είναι πραγματικό και το πρόσωπο στην οποία προβαίνει σε αυτή δεν το γνωρίζει και καλύπτει και παράβαση καθήκοντος άνευ πρόθεσης εξαπάτησης ή παραπλάνησης. [40] Το βάρος απόδειξης του δόλου, της απάτης ή της ψευδούς παράστασης το φέρει ο Ενάγων ο οποίος το επικαλείται και οφείλει να παράσχει στο Δικαστήριο προς απόδειξη επαρκή και πειστική μαρτυρία. Όπως έχει εναργώς νομολογηθεί, το αθώο μέρος στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης σε τέτοιο βαθμό που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση κατά πόσο να προβεί στην επίδικη σύμβαση, ότι η συναίνεση του αθώου συμβαλλομένου στην συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης ήταν το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης και έστω και αν η συναίνεση του αθώου μέρους παρασχέθηκε ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης δεν θα αποκτήσει τα συνήθη δικαιώματα που απορρέουν από ψευδή παράσταση, αν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. [41] Οι περιστάσεις που εμπεριέχουν το στοιχείο της μη ελεύθερης συναίνεσης καθιστούν την σύμβαση ακυρώσιμη, όχι άκυρη και δίδουν στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα για υπαναχώρηση, ήτοι γνωστό ως «rescission» (βλ. και άρθρα 19 και 20 του Κεφ. 149). Όπως έχει αποφασιστεί η λέξη «rescind» δεν σημαίνει «υπαναχωρώ», που εμπεριέχει υπαιτιότητα, αλλά σημαίνει «ακυρώνω» «τερματίζω» κατ΄ έκφραση δικαιώματος και ότι αν το «rescission» κρίνεται αιτιολογημένο, τότε ακολουθούν διάφορες νόμιμες επιπτώσεις (βλ. Strirrup Investments Ltd v. Μ. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 308/2012, αποφ. ημερ. 11/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A424 ECLI:CY:AD:2019:A424). Η υπαναχώρηση όμως δεν δύναται να ασκείται οποτεδήποτε αλλά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. [42] Το αδίκημα της απάτης συνίσταται στην εν γνώσει του Εναγόμενου ψευδή παράσταση με την πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή και με το αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Τα αναγκαία συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγων βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο (άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 καθώς και Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα, Τόμος Ι, σελ.120 - 122). [43] Στην προκείμενη περίπτωση και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, δεν μου έχει παρασχεθεί επαρκής και πειστική μαρτυρία για το ότι ο Ενάγων πλανήθηκε, εξαπατήθηκε ή ότι του έγινε η οποιαδήποτε ψευδής παράσταση που να επηρεάσει την ελεύθερη του συναίνεση στην απόκτηση των επίδικων αξιών. Ούτε και η οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότος. Τα όσα ενημερωτικά δελτία και άλλα έγγραφα ήταν στην διάθεση του να τα αναγνώσει, ενώ σε καμία περίπτωση δεν πρόβαλε ότι του ασκήθηκε η οποιαδήποτε πίεση για να αποκτήσει τις επίδικες αξίες και από ποιόν, μάλιστα δε από το ιστορικό της κίνησης των επίδικων αξιών προκύπτει ότι ο ίδιος αγόρασε και από την δευτερογενή αγορά. Ο ίδιος υπέγραψε δηλώσεις και αιτήσεις απόκτησης των επίδικων αξιών στις οποίες εμπεριέχονταν σαφείς αναφορές και προειδοποιήσεις για τους κινδύνους και γινόταν ξεκάθαρη παραπομπή στα ενημερωτικά δελτία στα οποία γίνονταν σαφείς αναφορές. Όπως ο ίδιος ο Ενάγων δήλωσε, γνώριζε ότι αν έγερνε η Εναγόμενη 1 θα έγερνε όλη η οικονομία του τόπου αναγνωρίζοντας την πιθανότητα επέλευσης κινδύνου απώλειας των χρημάτων του. Ο ίδιος από το παρελθόν παρουσιάζει τοποθετήσεις χρημάτων σε μετοχές και δεν προέκυψε ότι η διενέργεια επενδύσεων ήταν κάτι άγνωστο για τον ίδιο. Ούτε και προκύπτει από την μαρτυρία ότι τα όσα αναγράφονται στα ενημερωτικά δελτία αποτελούσαν ελλιπείς αναφορές σε παράγοντες κινδύνου ή ότι αυτά έχουν αποκρυφτεί από τον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, ο Ενάγων δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι ο οποιοσδήποτε υπάλληλος, αντιπρόσωπος ή αξιωματούχος της Εναγόμενης 1 είναι υπόλογος απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων ή μη αποκάλυψης, όπως τουλάχιστον δικογραφικά προβάλλει, αλλά και μέσω της μαρτυρίας του επιχείρησε να υποστηρίξει. [44] Η επόμενη βάση αγωγής που προωθεί ο Ενάγων αφορά σε ισχυρισμούς παράβασης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου, Ν. 144(Ι)/2007 και της Οδηγίας που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων (ΚΔΠ 557/2007 και 558/2007), με παράθεση λεπτομερειών στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόκτησης των επίδικων αξιών ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Ν.144(Ι)/2007, με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ γνωστής ως «MiFID Ι». Η υπό αναφορά Οδηγία αντικαταστάθηκε με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, κάτι που οδήγησε και στην κατάργηση του Ν. 144(Ι)/2007 με τον Ν. 87(Ι)/2017. Η παράβαση των προνοιών του Ν. 114(Ι)/2007 και της Οδηγίας νομιμοποιεί τον ζημιωθέντα να ενεργοποιήσει το άρθρο 143 που προνοεί ως εξής: «143.-
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζηµιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζηµιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη.» [45] Πράγματι, το άρθρο 143 του Ν. 144(Ι)/2007 καθιέρωσε ξεκάθαρα την ευθύνη αποζημίωσης παραβάσεων του Νόμου και των εκδιδόμενων υπό των προνοιών του Οδηγιών κατά τρόπο που καθιστά την συζήτηση του κατά πόσο η παράβαση ενός νομοθετήματος δίδει δικαίωμα αποζημίωσης άνευ αντικειμένου. Το κρίσιμο ζήτημα που εγείρεται και γίνεται αντιληπτό και από τις δύο πλευρές ως η σχετική τους κοινή δήλωση στο Έγγραφο Γ' είναι το κατά πόσο ο Ν. 144(Ι)/2007 και η Οδηγία της ΚΤΚ εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση. Η θέση που προβάλλει η Εναγόμενη 1 είναι ότι ως εκδότης των επίδικων αξιών δεν παρέχει οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες, αλλά ούτε και επενδυτικές συμβουλές, ενώ στην μαρτυρία που προσκόμισε μέσω της ΜΥ ο ρόλος των ταμείων περιοριζόταν απλά στην παραλαβή των αιτήσεων. [46] Για σκοπούς κατανόησης χρήσιμη είναι η παράθεση των σχετικών προνοιών του Ν. 144(Ι)/2007 ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με το άρθρο 118, για την παροχή από πιστωτικά ιδρύματα επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή για την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων αρκεί η άδεια λειτουργίας που της χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Στο άρθρο 2 του Νόμου καθορίζεται ότι «επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος». Το Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος διαλαμβάνει τα εξής σε σχέση με το τι εμπίπτει στην έννοια των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων: «1. Λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα. 2. Εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. 3. Διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό. 4. Διαχείριση χαρτοφυλακίων. 5. Παροχή επενδυτικών συμβουλών. 6. Αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή/και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. 7. Διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. 8. Λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης.» Συμφώνως με το Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται στον όρο «χρηματοοικονομικά μέσα», μεταξύ άλλων, «1. Μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, 2. Μέσα χρηματαγοράς...». [47] Στο άρθρο 3
(2)(ια) του Ν. 144(Ι)/2007 πρoβλέπεται ότι εξαιρείται του πεδίου της εφαρμογής του η ακόλουθη περίπτωση: «τα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στη διενέργεια συναλλαγών σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό· η παρούσα εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή όταν τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο, του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας·». [48] Όπως έχει κριθεί από το Εφετείο Κύπρου στην Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 294/2019, απόφαση ημερ. 12/04/2024, η πρόθεση του νομοθέτη εκ του άρθρου 3
(2)(ι)(ια) του Ν. 144(Ι)/2007 ήταν ξεκάθαρη, ήτοι ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του Ν. 144(Ι)/2007 είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε επαγγελματική βάση με την ύπαρξη σχέσης επενδυτή και παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών και ότι η παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας έξω από το πλαίσιο αυτό εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Νόμου. Όπως περαιτέρω, αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του Εφετείου: «Σύμφωνα με τον Ν.144(Ι)/2007 (άρθρο 2
(1)) ««εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοιοκονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών». Σε περίπτωση επομένως που ο αγοραστής αγοράζει το προϊόν απευθείας από τον πωλητή, όπως στην παρούσα υπόθεση όπου η εφεσίβλητη 1 ήταν ο εκδότης των τίτλων, δεν υπάρχει διαμεσολάβηση και επομένως ο πωλητής δεν μπορεί να θεωρηθεί πάροχος των υπηρεσιών εν τη εννοία του Νόμου. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί εξ αντιδιαστολής και η αιτιολογική σκέψη 45 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ γνωστής ως MiFΙD II που αντικατέστησε την Οδηγία 2004/39/ΕΚ η οποία έχει ως ακολούθως: «
(45)Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα που διανέμουν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία εκδίδουν τα ίδια θα πρέπει να υπόκεινται στην παρούσα οδηγία όταν παρέχουν επενδυτικές συμβουλές στους πελάτες τους. Προκειμένου να περιοριστεί η αβεβαιότητα και να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών, συνιστάται η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όταν, στην πρωτογενή αγορά, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα διανέμουν χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από αυτά χωρίς την παροχή συμβουλών. Για τον σκοπό αυτόν, ο ορισμός της επενδυτικής υπηρεσίας εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών θα πρέπει να διευρυνθεί». Ομοίως στο άρθρο 2
(1)του Ν.87
(1)/17 που με τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 104, κατάργησε το Ν.144
(1)/2007, δίδεται ο ακόλουθος νέος ορισμός, που είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον ορισμό που δίδει η Οδηγία 2014/65/ΕΕ (άρθρο 4
(1)
(5): «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών, και περιλαμβάνει τη σύναψη συμφωνιών πώλησης χρηματοοικονομικών μέσων που εκδίδονται από ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα κατά τη στιγμή της έκδοσής τους». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η ως άνω αιτιολογική σκέψη αναφέρεται στην ανάγκη διεύρυνσης του ορισμού της επενδυτικής υπηρεσίας εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών ούτως ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις που στην πρωτογενή αγορά, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα διανέμουν χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από αυτά χωρίς την παροχή συμβουλών, κάτι που δεν καλυπτόταν από την Οδηγία 2004/39/ΕΚ. Τα ίδια ισχύουν και για το νέο ορισμό που δίδεται από το Ν.87
(1)/2017 ο οποίος φαίνεται να καλύπτει το κενό που υπήρχε με το Ν.144
(1)/2007. Είναι επίσης ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν έλαβε ειδική αμοιβή για την εκτέλεση των οδηγιών του εφεσείοντα, αποτελεί στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της πιο πάνω κατάληξης του. Το γεγονός ότι η αγορά των τίτλων από τον εφεσείοντα λειτούργησε προς όφελος της εφεσίβλητης 1 αφού, σύμφωνα με την πλευρά του εφεσείοντα, αφορούσε την κεφαλαιακή επάρκεια της δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού δεν μπορεί σε οποιαδήποτε περίπτωση το στοιχείο αυτό να θεωρηθεί ειδική αμοιβή. Συνεπεία των πιο πάνω ο πρώτος λόγος επίσης απορρίπτεται.». [49] Η πλευρά του Ενάγοντα υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε προς αυτόν τις υπηρεσίες της λήψης-διαβίβασης και/ή εκτέλεσης εντολών για λογαριασμών πελατών, επενδυτικής υπηρεσίας και επενδυτικής συμβουλής με παράθεση λεπτομερειών στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης. Ως εκ τούτου, όπως προβάλλεται, ενεργοποιούνται οι πρόνοιες των άρθρων 18, 29, 36, 52, αλλά και οι πρόνοιες της Οδηγίας της ΚΤΚ 6, 8, 10 και 14 τα οποία και παραβιάστηκαν. Σημειώνεται ότι στο άρθρο 2 του Ν. 144(Ι)/2007 καθορίζεται η ερμηνεία της επενδυτικής συμβουλής ως ακολούθως: «επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
- i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
- ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό·» [50] Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-688/15 και C-109/16 το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») (πέμπτο τμήμα) στo πλαίσιo προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, υπόθεση Agnieška Anisimovienė and Others v bankas "Snoras" AB, in liquidation and Others, ECLI: ECLI:EU:C:2018:209 (απόφαση ημερ. 22/03/2018), όπου κλήθηκε να απαντήσει σε προδικαστικά ερωτήματα του Ανώτατου Δικαστηρίου της Λιθουανικής Δημοκρατίας, χρειάστηκε να προβεί σε αποφάνσεις σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «MiFID I». Επί τούτου χρήσιμο είναι το κάτωθι απόσπασμα από την εν λόγω προδικαστική απόφαση (υπογραμμίσεις δικές μου): «Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το τμήμα A του παραρτήματος I της οδηγίας MiFID, η Λιθουανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν παρέχει μια από τις υπηρεσίες και δεν ασκεί μια από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο τμήμα αυτό όταν διανέμει στο κοινό, περιλαμβανομένων των πελατών του, τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία εκδίδει το ίδιο. Συγκεκριμένα, με τη δημόσια προσφορά των χρηματοπιστωτικών αυτών μέσων, το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν ενεργεί ως ενδιάμεσος χρηματοπιστωτικός οργανισμός, αλλά ως οποιαδήποτε εταιρία η οποία εκδίδει τίτλους. 60 Ασφαλώς, όπως ισχυρίζεται η εν λόγω κυβέρνηση, η δημόσια προσφορά, από πιστωτικό ίδρυμα, των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία το ίδιο εκδίδει δεν αποτελεί, αυτή καθεαυτήν, «επενδυτική υπηρεσία ή δραστηριότητα», κατά την έννοια της οδηγίας MiFID, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα I, τμήμα A, της οδηγίας αυτής. 61 Το γεγονός όμως ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα συνάπτει με τους πελάτες του συμβάσεις για την εγγραφή προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία το ίδιο εκδίδει συνεπάγεται, αντιθέτως, την παροχή τέτοιων επενδυτικών υπηρεσιών. Όπως ισχυρίζονται ο A. Raišelis και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η σύναψη από το πιστωτικό ίδρυμα τέτοιων συμβάσεων με τους πελάτες του για την εγγραφή προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτει, μεταξύ άλλων, στην «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών», που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I, τμήμα A, σημείο 2, της οδηγίας MiFID. 62 Συναφώς, η έννοια της εκτελέσεως εντολών «για λογαριασμό πελατών» πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με την εκτέλεση εντολών «για λογαριασμό πελατών» ο ορισμός της οποίας περιλαμβάνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 5, της οδηγίας αυτής. Πράγματι, οι δύο αυτές έννοιες αφορούν προδήλως, στην οδηγία MiFID, μία και την αυτή υπηρεσία και, εξάλλου, η συντριπτική πλειονότητα των γλωσσικών αποδόσεων της οδηγίας αυτής χρησιμοποιεί την ίδια έκφραση τόσο στο παράρτημα όσο και στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας. 63 Πάντως, σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η έννοια της «εκτελέσεως εντολών για λογαριασμό πελατών» υποδηλώνει το γεγονός της συνάψεως συμφωνιών αγοράς ή πωλήσεως ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. 64 Δεν αμφισβητείται όμως ότι η σύμβαση για την εγγραφή προς αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων συνιστά σαφώς τέτοια συμφωνία. Όσον αφορά το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της υπηρεσίας «εκτελέσεως εντολών», η συμφωνία αυτή συνάπτεται «για λογαριασμό πελατών», παρατηρείται ότι, ασφαλώς, οι όροι αυτοί θα μπορούσαν, αορίστως, να υπονοούν ότι πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει την υπηρεσία αυτή σε πελάτη όταν ο ρόλος του κατά τη σύναψη της συμφωνίας αυτής δεν περιορίζεται στον ρόλο ενδιάμεσου και είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας αυτής, ως εκδότης των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία επιθυμεί να αποκτήσει ο πελάτης. 65 Εντούτοις, οι ίδιοι αυτοί όροι πρέπει να ανατοποθετηθούν στο πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται. Συγκεκριμένα, η υπηρεσία εκτελέσεως εντολών «για λογαριασμό» πελατών πρέπει να τεθεί σε αντιδιαστολή προς τη δραστηριότητα διαπραγματεύσεως «για ίδιο λογαριασμό», την οποία αφορά το παράρτημα I, τμήμα A, σημείο 3, της οδηγίας MiFID. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 6, της οδηγίας αυτής, η εν λόγω δραστηριότητα συνίσταται στη διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην ολοκλήρωση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. 66 Επομένως, η οδηγία MiFID στηρίζεται στην αντιδιαστολή μεταξύ, αφενός, της συνάψεως συμφωνιών αγοράς ή πωλήσεως χρηματοπιστωτικών μέσων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων για ίδιον όφελος, έναντι ιδίων κεφαλαίων, και, αφετέρου, της συνάψεως τέτοιων συμφωνιών από τα εν λόγω ιδρύματα και επιχειρήσεις προς όφελος και έναντι των κεφαλαίων της πελατείας τους. Υπό το πρίσμα αυτό, συμφωνία τέτοιας φύσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι συνάπτεται από πιστωτικό ίδρυμα «για λογαριασμό» πελατών, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 5, και του παραρτήματος I, τμήμα Α, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, δεδομένου ότι ο πελάτης αντλεί όφελος από τη συμφωνία αυτή και χρησιμοποιεί τα κεφάλαιά του και μάλιστα ακόμη και όταν το εν λόγω ίδρυμα είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία αυτή ως εκδότης των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων. 67 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία MiFID. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί μεταξύ άλλων, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της 2, 5 και 44, στην παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών, στη διασφάλιση της ακεραιότητας και της αποτελεσματικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του, καθώς και στη διασφάλιση της διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. 68 Υπό το πρίσμα των σκοπών αυτών όμως, δεν ασκεί επιρροή το ζήτημα κατά πόσον τα χρηματοπιστωτικά μέσα που διανέμει με δημόσια προσφορά ένα πιστωτικό ίδρυμα έχουν εκδοθεί από τρίτες εταιρίες ή από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα. 69 Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι η σύναψη εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος συμβάσεων με τους πελάτες του για την εγγραφή προς αγορά των νέων κινητών αξιών που θα εκδώσει το ίδρυμα αυτό συνιστά επενδυτική υπηρεσία, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας MiFID. [51] Η παράθεση της ανωτέρω απόφασης του ΔΕΕ υποδεικνύει ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή της οδηγίας MiFID I στην περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα προβαίνει στην έκδοση αξιών και συνάπτει προς τον σκοπό αυτό σύμβαση με τους πελάτες, μάλιστα δε προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή παρέχει επενδυτική υπηρεσία. Περαιτέρω, παρά το ότι στην περίπτωση της εν λόγω υπόθεσης αφορούσε εγγραφή για έκδοση μετοχών, ο ορισμός των χρηματοοικονομικών μέσων ως κινητές αξίες καλύπτει και την έκδοση ομολόγων ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, στην προκείμενη περίπτωση στο ΧΑΚ και ΧΑ. [52] Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα των Graig and De Burca, EU Law, Text, Cases and Materials, 7η έκδοση, OUP, 2020, σελ. 505, μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας, σε σχέση με την δεσμευτικότητα των προδικαστικών αποφάσεων (preliminary rulings) που εκδίδει το ΔΕΕ: «A previous ruling can, therefore, be relied on even if it did not emerge from the same type of proceedings, and even though the questions at issue were not strictly identical. Provided that the point of law has already been determined by the ECJ, it can be relied on by a national court in a later case..Those earlier ECJ rulings became, in that sense, de facto precedents for the national courts.». Συνεχίζοντας με περαιτέρω παράθεση σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ, το σύγγραμμα αναφέρει τα εξής (σελ. 507-509): «However the Court makes it patently clear that, although such a judgment is addressed primarily to the national court which requested the original ruling, it should be relied on by other national courts before which the matter arises. The original ruling will, in this sense, have a multilateral and not merely a bilateral effect. A decision of the ECJ will, therefore, have a precedential impact for all national courts within the EU....................... ................................................. The general principle is that the CJEU's ruling establishes the law form the time that it entered into force, and should therefore be applied to legal relationships before the ruling was given.». Στην τελική του ανάλυση το σύγγραμμα στην σελ. 510 παραθέτει το επιστέγασμα της νομολογίας του ΔΕΕ αναφορικά με την σχέση του ΔΕΕ με τα Εθνικά Δικαστήρια (υπογραμμίσεις δικές μου): «Insofar as CJEU rulings have de facto precedential value, they place the Court in a superior position to the national courts. The very existence of a system of precedent is indicative of a shift to a vertical hierarchy between the CJEU and national courts: the CJEU determines the legally authoritative interpretation, which is then adopted by national courts. The creation of precedent serves also to render that relationship less bilateral, and more multilateral, since an earlier CJEU ruling can be relied on by any national court dealing with the point of law that has already been decided by the CJEU.». [53] Μετά από την παράθεση των πιο πάνω αποσπασμάτων, θεωρώ ότι καθίσταται αχρείαστη η περαιτέρω ενασχόληση μου με το ερώτημα του κατά πόσο ισχύει η Οδηγία MiFID I στην προκείμενη περίπτωση της αγοράς των επίδικων αξιών από τον Ενάγοντα, αν και όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, το ζήτημα για την παρούσα κρίνεται ατελέσφορο εκ των περιστάσεων που την περιβάλλουν, όπως προκύπτει από την αξιολογηθείσα μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί αξίωμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, απότοκο της αρχής της υπεροχής του έναντι του εθνικού δικαίου ότι οι προδικαστικές αποφάσεις, όπως και άλλωστε όλες οι άλλες αποφάσεις του ΔΕΕ αποτελούν αυθεντική ερμηνεία του νομικού ζητήματος που παραγματεύονται (βλ. Graig and De Burca, EU Law, Text, Cases and Materials, ανωτέρω, σελ. 530). Όπως έχει άλλωστε χαρακτηριστικά αναφερθεί στην Κarkotis Manufacturing and Trading Public Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)4 ΑΑΔ 474: «Η αρχή της υπεροχής του Ευρωπαϊκού Δικαίου έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών έχει ήδη αναγνωριστεί νομολογιακά (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κωνσταντίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1356) και εφαρμόζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος (Ν. 127(Ι)/2006) και την προσθήκη νέας συνταγματικής διάταξης, του Άρθρου 1 Α.». Συναφής με την αρχή της υπεροχής αποτελεί σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ (βλ. C-14/83, Von Colson and Kamann v. Land Nordrhein-Westfalen [1984] ECR 1891) η υποχρέωση ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνα με τις Οδηγίες, αποδίδοντας τους κατά τον τρόπο αυτό ένα έμμεσο αποτέλεσμα (indirect effect), ακόμη και αν σε κάποιες περιπτώσεις θα κατέληγε σε ερμηνεία contra-legem (C-177-88, Dekker v. Stichting Vormingscentrum voor Jong Volwassenen [1990] ECR I-3941). [54] Στην προκείμενη περίπτωση εκ της προσκομισθείσας και αξιολογηθείσας μαρτυρίας ο Ενάγων δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι έλαβε την όποια επενδυτική συμβουλή ή παρότρυνση από τον οποιονδήποτε υπάλληλο ή αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 1, μάλιστα δε υπέγραψε τα τεκμήρια 29, 30, 31 και 34, ήτοι τις αιτήσεις για απόκτηση των ΜΧ 13/18, των ΜΑΚ 09 και ΜΑΕΚ
- Το λεκτικό της αίτησης απόκτησης των ΜΧ 13/18 και ΜΑΚ 09 είναι ταυτόσημο και έχει ως εξής: «Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/ούμε στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/μας στα .... και δηλώνω/ουμε ότι αποδέχομαι/αστε τους Όρους Έκδοσης όπως περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ....ημερομηνίας ..Επίσης δηλώνω/ουμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε υπάλληλο της για τα .. της παρούσας έκδοσης.». Παρόμοιο λεκτικό περιέχεται και στις δύο αιτήσεις απόκτησης των ΜΑΕΚ 11 με την προσθήκη δήλωσης αναγνώρισης των παραγόντων κινδύνου που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο και δήλωσης ότι δεν έχει γίνει η οποιαδήποτε παρότρυνση από οποιοδήποτε αξιωματούχο, υπάλληλο ή εκπρόσωπο της Εναγόμενης
- [55] Στην Θεοδότου, ανωτέρω, το Εφετείο συμφώνησε με την ανάλυση του κανόνα του κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο στην απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με αυτούσια παράθεση της ως εξής: «Ανέφερε περαιτέρω ότι: «Περαιτέρω στην απόφαση Γιώργος Χ΄Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 989, αναφορικά με το κώλυμα εκ δηλώσεως σε έγγραφο (Estoppel by Deed) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182).» Αν και εν τέλει αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση ο Ενάγων ότι ανέγνωσε τις Αιτήσεις για τη αγορά των αξιών, ισχυρίστηκε ότι πλανήθηκε στην υπογραφή τους αφού έλαβε άλλες διαβεβαιώσεις. Τα περι πλάνης έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο ως ανωτέρω αναφέρω. Ανεξαρτήτως όμως, η ουσία όμως του όλου θέματος παραμένει. Ο Ενάγοντας τόσο το 2008 όσο και το 2009 και το 2011 υπέγραψε και ως εκ τούτου κρίνω ότι αποδέχθηκε στο σύνολό τους ένα έκαστο των όρων και το περιεχόμενο των επίδικων αιτήσεων απόκτησης Μετατρέψιμων Χρεογράφων, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου και Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Τεκμήρια 1, 2 και 18). Οι εν λόγω αιτήσεις, τις οποίες ο ενάγοντας υπέγραψε ανεπιφύλακτα, περιείχαν βεβαίωση ότι ο ενάγοντας είχε τη γνώση να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του, ότι αποδέχθηκε τους Όρους Έκδοσης όπως περιέχονται στα Ενημερωτικά Δελτία του 2008, 2009 και 2011 και ότι δεν του είχε παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα και/ή τον οποιονδήποτε υπάλληλο αυτής για την απόκτηση των επίδικων χρεογράφων και/ή αξιογράφων και/ή κατά τη μετατροπή αυτών.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού, τόνισε ότι η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, Cyprus Development Bank v. Evangelou Kyriakou
(1989)1 Α.Α.Δ. 96, Αναστασίου ή Guy v. Μιχαηλούδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 264, Τουτζικιάν κ.α. v. Λαικής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1240), υποδεικνύει ότι τα περιθώρια κάποιος να αποφύγει την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, είναι πολύ στενά (Εργατίδη v. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Εφ. 293/2012, ημερ. 7/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:A67, ECLI:CY:AD:2018:A67). Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατάληξε ότι με την υπογραφή των αιτήσεων ο εφεσείοντας αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα το σύνολο των όρων που περιέχονται σ' αυτές και ως εκ τούτου κωλύετο στην προώθηση της αγωγής, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη λήψη επενδυτικής συμβουλής. [56] Γίνεται φανερό από τα πιο πάνω ότι ο Ενάγων δια της υπογραφής των αιτήσεων εγγραφής στις επίδικες αξίες αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ότι δεν έτυχε επενδυτικής συμβουλής και ότι έχει αντιληφθεί τους κινδύνους που εμπεριέχει η επένδυση του. Ακόμη και σε σχέση με την απόκτηση των ΜΧ 13/18 και ΜΑΚ 09, όπου δεν γίνεται ξεκάθαρη αναφορά σε αποδοχή επενδυτικών κινδύνων βεβαιώνεται η γνώση και η ικανότητα του να αξιολογήσει την επένδυση του, όπως και γίνεται παραπομπή στα έγγραφα στα οποία αυτοί παρατίθενται. Άλλωστε, ο Ενάγων δεν επικαλέστηκε ότι αυτά του έχουν αποκρυφτεί ή ότι έχει παραπλανηθεί και προς τον σκοπό αυτό παραπέμπω στα όσα έχουν παρατεθεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του. [57] Η μη παροχή επενδυτικής συμβουλής στον Ενάγοντα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτική υπηρεσία στον Ενάγοντα, ήτοι της λήψης και διαβίβασης εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα και της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών, καθότι η Εναγόμενη 1 έλαβε τις αιτήσεις του Ενάγοντα για τις επίδικες αξίες και έγινε η διαβίβαση προς υλοποίηση τους. Το άρθρο 36 του Ν. 144(Ι)/2007, που σύμφωνα με το άρθρο 120 εφαρμόζεται στην περίπτωση πιστωτικού ιδρύματος υπό τις προϋποθέσεις του προνοεί για την περίπτωση αυτή τα εξής: «36.
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει, κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών σε πελάτες, να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της και να συμμορφώνεται ιδίως με τις κατωτέρω αρχές: (α) Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από ΚΕΠΕΥ σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές· οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες· (β) η ΚΕΠΕΥ οφείλει να παρέχει στους πελάτες ή στους πιθανούς της πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σχετικά με: (
- i)Την ΚΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (
- ii)τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, περιλαμβανομένων κατάλληλης καθοδήγησης και προειδοποιήσεων σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (
- i)τους τόπους εκτέλεσης, (
- ii)το κόστος και άλλες συνδεόμενες επιβαρύνσεις, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις με επίγνωση· οι πληροφορίες αυτές δύνανται να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή· (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεποµένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τοµέα σε σχέση µε το συγκεκριµένο τύπο προσφερόµενου ή ζητούµενου χρηµατοοικονοµικού µέσου ή υπηρεσίας, ώστε να µπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιµήσει κατά πόσο η προτεινόµενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηµατοοικονοµικό µέσο είναι συµβατό µε αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύµφωνα µε την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηµατοοικονοµικό µέσο δεν είναι συµβατό µε τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούµενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούµενο χρηµατοοικονοµικό µέσο είναι συµβατό µε αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή· (ε) η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποτελούµενες αποκλειστικά και µόνο από τη λήψη και διαβίβαση εντολών του πελάτη ή/και την εκτέλεσή τους, µε ή χωρίς την παροχή παρεπόµενων υπηρεσιών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της χωρίς να εφαρµόζει την παράγραφο (δ), εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις: (
- i)Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν µετοχές εισηγµένες προς διαπραγµάτευση σε ρυθµιζόµενη αγορά ή σε ισοδύναµη αγορά τρίτης χώρας, µέσα χρηµαταγοράς, οµολογίες ή άλλες µορφές τιτλοποιηµένου χρέους (µε την εξαίρεση των οµολογιών ή άλλων µορφών τιτλοποιηµένου χρέους όπου ενσωµατώνονται παράγωγα), µερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα µη περίπλοκα χρηµατοοικονοµικά µέσα, µια δε αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναµη µε ρυθµιζόµενη αγορά εάν πληροί ισοδύναµες απαιτήσεις µε τις προβλεπόµενες στο Μέρος Χ, (
- ii)η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή του πιθανού πελάτη, (iii) ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης έχει ενηµερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συµβατότητα του χρηµατοοικονοµικού µέσου που του προσφέρεται ή της υπηρεσίας που του παρέχεται και ότι, εποµένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχή προστασία των οικείων κανόνων επαγγελµατικής δεοντολογίας· η ενηµέρωση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή, (
- iv)η ΚΕΠΕΥ συµµορφώνεται µε τις κατά το άρθρο 29 υποχρεώσεις της» [58] Στην προκείμενη περίπτωση ισχύει το άρθρο 36
(1)(δ) του Ν. 144(Ι)/2007, το οποίο επιβάλλει υποχρεώσεις στην Εναγόμενη 1 ως αυτό διαλαμβάνει για αναζήτηση πληροφοριών σε σχέση με την γνώση και την πείρα στον επενδυτικό τομέα για το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου προς τον σκοπό εκτίμησης κατά πόσο είναι συμβατό με αυτό και στην περίπτωση που εκτιμήσει ότι δεν είναι συμβατό να τον προειδοποιήσει, έστω και σε τυποποιημένη μορφή. Η δε παράγραφος (ε) προνοεί με σωρευτική αναφορά στα υπό σημεία υπό (
- i)έως (
- iv)για την περίπτωση αποκλειστικά και μόνο της λήψης και διαβίβασης εντολών πελάτη και/ή την εκτέλεση τους άνευ εφαρμογής της παραγράφου (δ). Μια εκ των προϋποθέσεων εφαρμογής της παραγράφου (ε) που εξαιρεί την εφαρμογή της υπό (δ) είναι και η φύση των χρηματοοικονομικών μέσων που εκ της αναφοράς «και άλλα μη πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα» ερμηνευτικώς αποδιδόμενα υποδηλώνουν ότι αφορά σε μη πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, ενώ στην περίπτωση μας γίνεται παραδεκτό με βάση της κοινή δήλωσης στο Έγγραφο Γ' ότι οι επίδικες αξίες αποτελούσαν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Αυτό οδηγεί αναπόδραστα στο ότι στην περίπτωση του Ενάγοντα τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια της παραγράφου (δ) άνευ της όποιας εξαίρεσης. Όμως και στην περίπτωση αυτή κρίνω ότι ισχύει η αρχή του κωλύματος δηλώσεων σε έγγραφα, ήτοι στις αιτήσεις απόκτησης των επίδικων αξιών όπου γίνεται ρητή δήλωση γνώσης και αξιολόγησης της επένδυσης και γίνεται σαφής προειδοποίηση στους κινδύνους με παραπομπή στα Ενημερωτικά Δελτία, τα οποία ήταν διαθέσιμα και προσβάσιμα στον Ενάγοντα. [59] Για την θέση που εγείρεται από την πλευρά του Ενάγοντα περί της παράβασης του άρθρου 29 του Ν. 144(Ι)/2007 κρίνω σκόπιμο να το παραθέσω αυτούσιο: «29.-
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτής της ιδίας, περιλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων της, συνδεδεμένων της αντιπροσώπων, ή άλλων αρμόδιων προσώπων, καθώς και κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών της, ή μεταξύ δύο πελατών της, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών.
(2)Σε περίπτωση που οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 18, για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί με εύλογη βεβαιότητα ότι οι κίνδυνοι που επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών θα αποφευχθούν, η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί σαφώς τη γενική φύση ή/και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων στον πελάτη προτού αναλάβει να του παρέχει υπηρεσίες.». [60] Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγων γνώριζε όταν αποτάθηκε στην Εναγόμενη 1 ότι η ίδια είχε συμφέρον στην απόκτηση από τον ίδιο των επίδικων αξιών. Ως εκ τούτου και με δεδομένες τις δηλώσεις που υπέγραψε στα έντυπα αιτήσεων απόκτησης τους δεν κρίνω ότι υπήρξε παράβαση του άρθρου 29 εκ μέρους της Εναγόμενης
- [61] Η πλευρά του Ενάγοντα προβάλλει την άσκηση καθηκόντων λήψης-διαβίβασης εντολών χωρίς εγγραφή σε δημόσιο μητρώο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Αν και από την μαρτυρία αυτό που προέκυψε είναι ότι οι αιτήσεις απόκτησης των επίδικων αξιογράφων λήφθηκαν στα ταμεία της Εναγόμενης 1, δεν μου παρατέθηκε η οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για το ποια πρόσωπα εν τέλει έλαβαν και επεξεργάστηκαν τις αιτήσεις αυτές και τις διαβίβασαν προς εκτέλεση τους και κατά πόσο ήταν εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο. Στο τεκμήριο 29, ήτοι στην αίτηση για απόκτηση των ΜΧ 13/18 γίνεται αναφορά στο όνομα χειριστή «Λαική Επενδυτική». Όμως στην απουσία, άλλη συγκεκριμένης μαρτυρίας κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση ενδεχόμενα παραβιάστηκε η πρόνοια του άρθρου 52 του Ν. 144(Ι)/
- Σε σχέση δε με το άρθρο 18
(2)του Ν. 144(Ι)/2007 υποστηρίζεται ότι δεν έχει υπογραφεί γραπτή συμφωνία με τον Ενάγοντα, κάτι για το οποίο δεν μου έχει επεξηγηθεί το που εντάσσεται στα πλαίσια αυτού. Σε σχέση δε με τις πρόνοιες του υπό αναφορά άρθρου παρατηρώ ότι στις πρόνοιες των Ενημερωτικών Δελτίων που κατατέθηκαν από κοινού από τους διαδίκους και στις οποίες γίνεται αναφορά στις αιτήσεις απόκτησης των επίδικων αξιών γίνονται σαφείς αναφορές σε ολόκληρο το πλέγμα των περιστάσεων έκδοσης τους και παρέχεται επαρκής και σαφής πληροφόρηση στον Ενάγοντα σύμφωνα με τον περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο 114(Ι)/2005 ως ετροποποιήθηκε. Ως εκ τούτου η θέση αυτή του Ενάγοντα απορρίπτεται. [62] Τα όσα παρατίθενται ως σκέψεις και κρίση του Δικαστηρίου θεωρώ ότι καθορίζουν την τύχη των ισχυρισμών του Ενάγοντα για παράβαση του άρθρου 6 (απαραίτητη πληροφόρηση), 10 (φύση και κίνδυνοι χρηματοοικονομικών μέσων) και 14 (αξιολόγηση καταλληλόλητας) και 9 της Κ.Δ.Π. 558/2007, οι οποίες απορρίπτονται. [63] Το μόνο ζήτημα που δεν κατάφερε να καταδείξει η πλευρά της Εναγόμενης 1 με επαρκή μαρτυρία είναι η ενδεχόμενη μη εγγραφή δυνάμει του άρθρου 52
(1)του Ν. 144(Ι)/
- Κατά τα λοιπά, οι θέσεις του Ενάγοντα για παράβαση του Ν. 144(Ι)/2007 έχουν κριθεί ως απορριπτέοι. Σε σχέση με το ζήτημα της ενδεχόμενης μη εγγραφής, ενόψει και των υπολοίπων περιστάσεων που έχουν παρατεθεί στην παρούσα και αποτέλεσαν αντικείμενο αξιολόγησης, ευρημάτων και κρίσης του Δικαστηρίου, δεν μου έχει επεξηγηθεί πως η όποια παράβαση έχει επιφέρει τη ζημιά που αξιώνει. Το ίδιο ερώτημα θα τίθετο και στην περίπτωση που εύρισκα συνολική παράβαση των επικαλούμενων από την πλευρά του Ενάγοντα προνοιών του Ν. 144(Ι)/
- Το άρθρο 143 του Ν. 144(Ι)/2007 που παρέχει τη θεραπεία της αποζημίωσης προϋποθέτει να έχουν καταδειχθεί ότι οι ζημιές «έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006» και ως εκ τούτου τίθεται ζήτημα αιτιώδους συνάφειας, η οποία στην προκείμενη περίπτωση ουδόλως έχει επεξηγηθεί ή καταδειχθεί με δεδομένες και τις όποιες άλλες αξιολογικές κρίσεις έχει εκφέρει και καθορίσει ως ευρήματα του το Δικαστήριο. [64] Για να γίνει καλύτερα κατανοητή η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου επεξηγώ ότι δεν μου έχει καταδειχθεί πως η όποια μη συμμόρφωση που επιβάλλει ο Ν. 144(Ι)/2007 επέφερε ζημία στον Ενάγοντα και ότι αυτός δεν θα αποκτούσε τις επίδικες αξίες. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα στην οποία παραπέμπω για το πως ενήργησε. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με την νομολογία δεν δύναται το Δικαστήριο να επιδικάζει ποσοστό απώλειας στην βάση συλλογισμού ότι η παράβαση του καθήκοντος της άλλης πλευράς δυνατόν να προκάλεσε τη ζημιά, καθώς και ότι η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (βλ. Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447 με παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Hotson v. East Berkshire Area Health Authority [1987] 2 All E.R. 909). Κατάληξη [65] Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω η αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 1 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1 εναντίον του Ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............... Χ-Μ Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] «Ορισμός "ελεύθερης συναίνεσης"
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο