ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1296/2015, 16/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X-M Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1296/2015 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενάγοντα -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενης ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 16/10/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Γ. Παπαπέτρου με κα Ολυμπίου για κ.κ. Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Κλ. Πολυβίου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή:-
- O Ενάγων που αποτελεί Συμβούλιο ιδρυθέν δυνάμει του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου 1/1971 ενάγει την Εναγόμενη σε σχέση με την μετατροπή σε μετοχές και απομείωση ποσών σε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε κατά την 26/03/2013 σε αυτή. Επικαλείται παράβαση της συμβατικής με αυτή σχέσης και παράβαση του περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημοσίας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π 103/2013) ως ετροποποιήθη από την Κ.Δ.Π 132/2013 παραθέτοντας λεπτομέρειες των λογαριασμών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την απομείωση των λογαριασμών και την μετατροπή σε μετοχές της Εναγόμενης του συνολικού ποσού των €21.756,43 που αξιώνει.
- Στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης δεν αμφισβητείται η απομείωση των λογαριασμών, αλλά προβάλλεται ότι ενήργησε σύμφωνα με τα σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας ως αποτέλεσμα των γεγονότων που έλαβαν χώρα την 16/03/
- Αρνείται ότι η Ενάγουσα εμπίπτει εντός της εξαίρεσης του Παραρτήματος Δ του Διατάγματος Διάσωσης με Ίδια Μέσα και υποστηρίζει ότι αν μια κατάθεση δεν εμπίπτει στο Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013 τότε δεν εξαιρούνται της απομείωσης οι πρώτες €100.000- ανά πρόσωπο. Επίσης, παραπέμπει στο άρθρο 9 της Κ.Δ.Π 92/2013 επισημαίνοντας ότι υπάρχει εξαίρεση από το σχέδιο προστασίας των καταθέσεων Κυβερνητικών τμημάτων, ημικρατικών οργανισμών και τοπικών αρχών και ως εκ τούτου, εφόσον ο Ενάγων εμπίπτει στην κατηγορία αυτή και περιέχεται σε σχετικό κατάλογο ως ένα τέτοιο σώμα δεν θα έπρεπε να εξαιρεθούν της απομείωσης οι πρώτες €100.000-.
- Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη επικαλείται τις πρόνοιες των άρθρων 12
(15)και 12
(16)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν. 17(Ι)/2013 ως κώλυμα έγερσης αγωγής εναντίον της, αλλά και εγείρει ζήτημα ματαίωσης της σύμβασης εκ της επενέργειας της Κ.Δ.Π 103, η οποία ουδέποτε ανακλήθηκε. Σε μια άλλη υπεράσπιση, η Εναγόμενη εγείρει τον ισχυρισμό ότι ήταν αναγκασμένη να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των Διαταγμάτων και της ευρύτερης Νομοθεσίας, αλλά και των κατευθυντήριων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, ενώ επικαλείται το Δίκαιο της Ανάγκης σε περίπτωση που κριθεί ότι οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που της επέβαλαν την απομείωση παραβιάζουν οποιαδήποτε άρθρα του Συντάγματος. Προσκομισθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση:- 4. Η Ενάγουσα υποστήριξε την υπόθεση της με την προσκόμιση της μαρτυρίας του Δημάρχου Αμμοχώστου, ενώ η Εναγόμενη προσέφερε την μαρτυρία τεσσάρων συνολικά μαρτύρων, των οποίων η μαρτυρία παρατίθεται εν συντομία και αξιολογείται κατωτέρω. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει υπόψη της την αρχή ότι πρέπει να γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676) και ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ δεν πρέπει να περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά να συσχετιστεί, να τεθεί σε αντιπαράθεση και να διερευνηθεί με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτά λαμβάνει υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165).
- Ο μοναδικός μάρτυρας του Ενάγοντα ήταν ο Δήμαρχος Αμμοχώστου και Πρόεδρος του Δρ. Σ. Ιωάννου (ΜΕ), ο οποίος αναφέρθηκε στους λογαριασμούς αρ. .464 και .935 που ανοίχθηκαν στο όνομα «Συμβούλιου Αποχετεύσεων Αμμοχώστου» και ο λογαριασμός αρ. .727 που ανοίχθηκε στο όνομα «Sewerage Board of Famagusta pen. & G», οι οποίοι στις 26/03/2013 υπέστησαν μετατροπή σε μετοχές και απομείωση από την Εναγόμενη. Τα χρήματα αυτά, όπως εξήγησε, αποτελούν κρατική χορηγία στον Ενάγοντα ως προσφυγικό συμβούλιο χωρίς πόρους ή άλλη πηγή εσόδων. Όπως προβάλλει, αυτό έγινε καθ' επίκληση της Κ.Δ.Π. 103/2013 ως ετροποποιήθηκε, κάτι που αποτελεί τόσο παράβαση της όσο και παράβαση της σύμβασης με την Εναγόμενη. Αναφέρθηκε στα ποσά της απομείωσης και μετατροπής σε μετοχές και κατάθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφα των καταστάσεων των εν λόγω λογαριασμών. Υποστήριξε δε, ότι δεν θα έπρεπε να απομειωθούν και να μετατραπούν, αφού δεν υπερβαίνουν το ποσό των €100.000-, αλλά εν πάση περιπτώσει, η όποια μετατροπή και απομείωση τους θα έπρεπε να εξαιρεθεί εκ του Παραρτήματος Δ' της Κ.Δ.Π. 103/
- Κατέθεσε σειρά επιστολών που ο Ενάγων απέστειλε στην Εναγόμενη, καθώς και επιστολή της Εναγόμενης με την οποία αρνήθηκε να προβεί σε ακύρωση της απομείωσης και μετατροπής (δέσμη τεκμήριο 2).
- Στον ΜΕ υποβλήθηκε η θέση ότι τα ταμεία συντάξεως δεν προστατεύονται από το σχέδιο προστασίας καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 9 της Κ.Δ.Π. 92/2013, αφού δέχθηκε την θέση ότι ο λογαριασμός στο όνομα «Sewage Board of Famagusta» ανοίχθηκε σε όνομα που αφορά ταμείο συντάξεως και απάντησε ότι αυτά είναι χρήματα κρατικής χορηγίας. Εν συνεχεία παράπεμψε στους νομικούς συμβούλους του Ενάγοντα και ότι το θέμα του λογαριασμού αυτού δεν μπορεί να αφορά τους άλλους δύο αν τίθεται ζήτημα νομικό, όμως ήταν ξεκάθαρος για τους άλλους δύο λογαριασμούς ότι δεν έπρεπε να απομειωθούν, δηλώνοντας συνάμα ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Εν συνεχεία, αποδέχθηκε ότι για τον λογαριασμό των συντάξεων υπάρχει διαφορετικό ζήτημα, όμως δεν μπορεί να γνωρίζει επ' ακριβώς ως μη νομικός και επανέλαβε ότι και αυτά αφορούν χρήματα που λαμβάνουν από την κυβέρνηση. Στην ονομασία ο λογαριασμός διέφερε, όπως συμφώνησε.
- Σε μια άλλη θέση του υποβλήθηκε ότι ο Ενάγων το 2013 αποτελούσε ημικρατικό οργανισμό και όχι μέρος της γενικής κυβέρνησης και ότι σύμφωνα με το άρθρο 9 της Κ.Δ.Π. 92/2013 εξαιρούνται οι ημικρατικοί οργανισμοί από την προστασία των €100.000-. Με την θέση ότι ο Ενάγων είναι ημικρατικός οργανισμός διαφώνησε εξηγώντας ότι σε τέτοιους οργανισμούς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται από την Κυβέρνηση, ενώ στον Ενάγοντα προεδρεύει εκ του Νόμου ο Δήμαρχος Αμμοχώστου. Ο ΜΕ αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη δεν είχε επιλογή παρά να προβεί στην απομείωση των καταθέσεων του Ενάγοντα. Κατά την επανεξέταση του δήλωσε ότι ο τρίτος λογαριασμός αφορά σε λογαριασμό που λαμβάνουν την σύνταξη τους από τον Ενάγοντα οι συνταξιούχοι του Συμβουλίου.
- Ο ΜΕ κρίνεται αξιόπιστος όσο αφορά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, ήτοι την απομείωση και μετατροπή των λογαριασμών του Ενάγοντα, όσο και για τις όσες ενέργειες προέβηκαν για να απαιτήσουν την ακύρωση της. Οι όσες θέσεις εκφράστηκαν σε σχέση με το κατά πόσο ο Ενάγων αποτελεί μέρος της Γενικής Κυβέρνησης με την αναφορά του στο Παράρτημα Δ της ΚΔΠ 103/2013, όσο και το κατά πόσο αποτελεί ή όχι ημικρατικό οργανισμό θα κριθεί από το Δικαστήριο με βάση τις κείμενες νομικές αρχές. Η θέση που πρόβαλε ότι ο λογαριασμός αρ..727 διαφέρει από τους άλλους, καθότι αποτελεί λογαριασμό καταβολής σύνταξης στους συνταξιούχους του Ενάγοντα δεν κρίνεται ως παραδοχή της πλήρωσης κάποιας προϋπόθεσης ή εξαίρεσης στα σχετικά διατάγματα και θα αποτελέσει και αυτό αντικείμενο δικαστικής ερμηνείας και κρίσης. Όμως ο ΜΕ δήλωσε ευθαρσώς ότι ο λογαριασμός .727 ανήκε στον Ενάγοντα. Οι θέσεις που εξέφρασε ο ΜΕ αποτέλεσαν αντικείμενο νομικής συμβουλής και ως εκ τούτου δεν κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να παραπλανήσει.
- Η πλευρά της Εναγόμενης κάλεσε ως μάρτυρα τον κ. Δ. Δαμιανού που εργάζεται στην Στατιστική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών στον Τομέα Εθνικών Λογαριασμών και Δημοσίων Οικονομικών (ΜΥ1). Όπως υποστήριξε ο ΜΥ1, το 2013 ο Ενάγων δεν αποτελούσε μέρος της Γενικής Κυβέρνησης και κατάθεσε ως τεκμήριο 3 σχετικό παράρτημα που τιτλοφορείται ως «List of General Government Units», Cyprus EDP Invetory (ESA 95) του 2014 στην Αγγλική γλώσσα. Όπως εξήγησε, το εν λόγω παράρτημα ταξινομείται στην Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό και την επικαιροποίηση της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να διασφαλιστεί η συγκρισιμότητα και τα πρότυπα σε όλες τις χώρες της ΕΕ. Υπέδειξε δε, ότι το τεκμήριο 3 αφορούσε στο 2013 γιατί είναι αδύνατο να ετοιμαστεί εγχειρίδιο και να δημοσιευτεί τον ίδιο χρόνο.
- Κατά την αντεξέταση του υπέδειξε ότι το γεγονός ότι μια κρατική οντότητα λαμβάνει κρατική χορηγία δεν σημαίνει πως πρέπει να ταξινομηθεί στην Γενική Κυβέρνηση. Όπως επισήμανε, η ταξινόμηση με βάση τη μεθοδολογία του ESA 95 γίνεται με το κριτήριο του κατά πόσο η παραγωγή είναι ελεγχόμενη από το κράτος και μετά η διάκριση γίνεται αν θα εμπίπτει στη Γενική Κυβέρνηση ή όχι με το εαν είναι παραγωγός εμπορεύσιμων ή μη εμπορεύσιμων προϊόντων. Το ποσοτικό κριτήριο είναι εκείνο από το οποίο καθορίζεται αν θα είναι στη Γενική Κυβέρνηση ή όχι η συγκεκριμένη οντότητα προσθέτοντας ότι επειδή άλλα Συμβούλια Αποχετεύσεως που πληρούσαν το κριτήριο και ήταν πάνω από 50% τα κατέτασσε εκτός της Γενικής Κυβέρνησης στον τομέα των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών. Όπως εξήγησε, το 2013 η ταξινόμηση έγινε καθαρά με βάση το ποσοτικό κριτήριο και όχι το ποιοτικό. Σύμφωνα με την ταξινόμηση, δεν δύναται να διαχωριστεί κάποια οντότητα σε ατομικό επίπεδο έναντι των άλλων, αλλά με βάση τον θεσμικό τομέα με κάποια κοινά χαρακτηριστικά, ενώ για να υπάρξει επαναταξινόμηση κάποιας οντότητας εκτός του τομέα θα πρέπει να γίνει έλεγχος σε σειρά διαδοχικών ετών.
- Όπως εξήγησε ο ΜΥ1, από τον Σεπτέμβριο του 2023 άλλαξε η μεθοδολογία ταξινόμησης με την προσθήκη νέων ποιοτικών κριτηρίων πέραν του ποσοτικού του 50% και έγινε επαναταξινόμηση των Συμβουλίων Αποχέτευσης εντός του τομέα της Γενικής Κυβέρνησης και ανέφερε ότι πρόκειται να ετοιμαστούν συγκρίσιμα στοιχεία από το 1955 καθ' υπόδειξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς διασφάλιση της συνδεσιμότητας των στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του 2013, αλλά μόνο στατιστικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όταν έγινε το κούρεμα συμπεριλαμβανόταν ή έπρεπε να συμπεριληφθούν εντός της Γενικής Κυβέρνησης. Η εν λόγω ταξινόμηση έγινε σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών του 1995 (ESA 95) που ίσχυε μέχρι το 2013, καθότι το Ευρωπαϊκό Σύστημα Λογαριασμών του 2010 τέθηκε σε ισχύ μετά το
- O ΜΥ1 απάντησε ότι ο Ενάγων δεν υπάγεται στον Δήμο Αμμοχώστου ως ανεξάρτητη νομική οντότητα και τόνισε ότι η μόνη αναδρομικότητα που δόθηκε με βάση την αλλαγή της ταξινόμησης αφορά στα στατιστικά στοιχεία. Κατά την επανεξέταση του δήλωσε ότι τα στοιχεία του τεκμηρίου 3 ήταν αυτά που ίσχυαν την περίοδο του κουρέματος του 2013 για το τι αποτελούσε Γενική Κυβέρνηση, τα οποία επικαιροποιήθηκαν και από την Eurostat. Εν τέλει δήλωσε ότι οτιδήποτε περιγράφεται στην περίμετρο της Γενικής Κυβέρνησης και όλες οι οντότητες ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
- Ο ΜΥ1 ήταν σαφής στις επεξηγήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο αναφορικά με την κατηγοριοποίηση που γίνεται με βάση το ESA 95 στην Γενική Κυβέρνηση εξηγώντας με παράθεση του τεκμηρίου 3 ότι δεν συγκαταλέγονται τα Συμβούλια Αποχετεύσεως. Ο ΜΥ1 εξήγησε πως γίνεται η κατηγοριοποίηση με βάση το εν λόγω πρότυπο, το οποίο γίνεται με βάση τον σχετικό Κανονισμό και υπόκειται στις παρατηρήσεις και υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ ήταν ξεκάθαρος ότι εκ της αλλαγής που επισυνέβηκε, ώστε από το 2013 τα Συμβούλια Αποχετεύσεως να εντάσσονται στην Γενική Κυβέρνηση ένεκα της προσθήκης του και του ποιοτικού κριτηρίου στον τρόπο κατηγοριοποίησης, αποτέλεσε ζήτημα που καθόρισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σαφής υπήρξε και στη θέση που εξέφρασε ότι το γεγονός ότι ζητήθηκαν να ετοιμαστούν στοιχεία από το 1955 αφορούσε σε καθαρά στατιστικούς λόγους για να υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία και σε καμία περίπτωση το εν λόγω πρότυπο δεν ενέτασσε το 2013 τα Συμβούλια Αποχετεύσεως στην Γενική Κυβέρνηση.
- Ο κ. Λ. Αρμινιώτης (ΜΥ2) δήλωσε ότι από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι σήμερα με μια εξαίρεση την περίοδο 02/18 - 07/19 εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα, με καθήκοντα οτιδήποτε σχετίζεται με το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων και της σχετικής με αυτό Νομοθεσίας. Όπως δήλωσε, όταν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ανέτρεξε στην αλληλογραφία του και διαπίστωσε ότι είχε αποστείλει ένα ηλεκτρονικό μήνυμα τον Απρίλιο του 2013 σύμφωνα με έρευνα που διεξαγόταν στα πλαίσια της διαδικασίας απομείωσης καταθέσεων που διατηρούνταν με την Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου, όπου συμπεριλαμβανόταν ένας κατάλογος που περιλάμβανε ημικρατικούς οργανισμούς και άλλους μη χρηματοοικονομικούς με τον στατιστικό κωδικό S11, μεταξύ των οποίων και ο Ενάγων. Ο εν λόγω κατάλογος δεν ετοιμάστηκε από την δική του υπηρεσία, αλλά έφτασε στα χέρια του από τις στατιστικές υπηρεσίες της Κεντρικής Τράπεζας που τον ετοίμασαν. Όπως δήλωσε, απλά έκανε την μεταφορά γιατί είχε την συνομιλία με τους συναδέλφους του στην Κεντρική Τράπεζα, οι οποίοι του ζήτησαν να στείλει τον κατάλογο όπου ήταν διαθέσιμος και δεν μπορούσε να εκφέρει άποψη αν ορθά έχουν συμπεριληφθεί στον εν λόγω κατάλογο κάποιοι οργανισμοί ή όχι. Ειδικότερα, τον απέστειλε στην κα Ε.Π. της Λαϊκής Τράπεζας και αφορούσε τα ποσά που θα απομειώνονταν βάσει των διαταγμάτων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα και του ζητήθηκε να τον αποστείλει.
- Κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει την νομική μορφή και χαρακτηριστικά του Ενάγοντα και δεν μπορούσε να απαντήσει στα όσα περί τούτου του υποβλήθηκαν. Όπως δήλωσε, απλά απέστειλε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που εμπεριείχε ένα κατάλογο.
- Ο ΜΥ2 εξήγησε με σαφήνεια τον ρόλο του στην αποστολή του καταλόγου με τον στατιστικό κωδικό S11 από την Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με την απομείωση των λογαριασμών στον οποίο συμπεριλαμβανόταν και ο Ενάγων. Ξεκαθάρισε την θέση του ότι δεν μπορούσε να εκφέρει γνώμη αν ορθά συμπεριλήφθηκαν κάποιοι οργανισμοί στον κατάλογο ή όχι, καθότι αυτός προήλθε από την στατιστική υπηρεσία της Κεντρικής Τράπεζας και του ζητήθηκε να τον αποστείλει. Δεν κρίνω ότι ο ΜΥ2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να μην πει την αλήθεια.
- Η κα Χρ. Αργυρίδου-Δημητρίου (ΜΥ3) δήλωσε ότι εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στο Τμήμα Εξυγίανσης και γνωρίζει από μελέτη της αλληλογραφίας τον κατάλογο με τον κωδικό S11 (στατιστική κατηγοριοποίηση) που ζητήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου το 2013, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται ο Ενάγων. Ο αναθεωρημένος κατάλογος δήλωσε ότι απεστάλη στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία είχε τον αρχικό και τον ζήτησε. Σε ερώτηση που του τέθηκε αν απέστειλαν το 2013 ως Κεντρική Τράπεζα τον εν λόγω κατάλογο στην Εναγόμενη που περιείχε τον Ενάγων ως οργανισμό ανάμεσα σε άλλους απάντησε καταφατικά. Στην μάρτυρα δεν έγινε οποιαδήποτε ερώτηση αντεξέτασης.
- Η ΜΥ3 ξεκάθαρα επιβεβαίωσε την αποστολή του καταλόγου με τον στατιστικό κωδικό S11 στην Εναγόμενη. Τα όσα περί τούτου επεξήγησε δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο από την πλευρά του Ενάγοντα και γίνονται αποδεκτά.
- Η πρώην υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας και τώρα της Εναγόμενης Θ.Χ αποτέλεσε την τέταρτη και τελευταία μάρτυρα της Εναγόμενης. Τόσο στην Λαϊκή όσο και στην Εναγόμενη η ΜΥ4 δήλωσε ότι εργαζόταν και εργάζεται στο Τμήμα Συμμόρφωσης και στα πλαίσια των καθηκόντων της εξετάζει το κανονιστικό πλαίσιο, ώστε η τράπεζα να συμμορφώνεται με τους κανόνες. Όπως δήλωσε, ήταν μέλος της ομάδας που εξέταζαν τις υποθέσεις που αφορούσαν σε απομείωση και εξήγησε ότι τότε εκδίδονταν διάφορα διατάγματα με συγκεκριμένες οδηγίες που καλούνταν να εφαρμόσουν. Η περίπτωση του Ενάγοντα είχε τύχει χειρισμού και από την ίδια με βάση ένα συγκεκριμένο διάταγμα και ζήτησε από συγκεκριμένο τμήμα της τράπεζας να επικοινωνήσει με την Κεντρική Τράπεζα για να τους ξεκαθαριστεί κατά πόσο τα Αποχετευτικά Συμβούλια θα τύγχαναν πλήρους απομείωσης. Το ζήτημα, όπως εξήγησε, ξεκαθάρισε με ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από λειτουργό της Κεντρικής Τράπεζας που ανέφερε ότι όλα τα Συμβούλια Αποχετεύσεων θα πρέπει να τύχουν χειρισμού με τον ίδιο τρόπο και να απομειωθούν με βάση τον αναθεωρημένο κατάλογο που στους αποστάληκε.
- Κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε αναφορικά με ζητήματα του νομικού καθεστώτος του Ενάγοντα και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Ούτε και το κατά πόσο ο Ενάγων λειτουργούσε με κρατική χορηγία ήταν στη σφαίρα της γνώσης της. Ήταν η ξεκάθαρη της θέση ότι την εποχή εκείνη η Κεντρική Τράπεζα εξέδιδε διατάγματα πέραν από κάθε Νομοθεσία, τα οποία έπρεπε να εφαρμοστούν ανεξάρτητα του τι προέβλεπαν οι Νόμοι γιατί η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ήταν ο Επόπτης. Κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με Διάταγμα καθόρισε ότι οι οργανισμοί της λίστας S11 θα έπρεπε να απομειωθούν. Δεν μπορούσε να απαντήσει στο κατά πόσο οι Δήμοι και κατ' επέκταση ο Ενάγων έπρεπε να θεωρηθεί ως μέρος της Γενικής Κυβέρνησης και να εξαιρεθεί από τις πρόνοιες της απομείωσης παραπέμποντας στους νομικούς συμβούλους της Εναγόμενης. Επέμεινε στη θέση της ότι η Κεντρική Τράπεζα εξέδιδε διατάγματα και αποφάσιζε, εκτός Νομοθετικού πλαισίου και ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν τις οδηγίες και αυτό έπραξαν. Δεν μπορούσε να απαντήσει αν ο Ενάγων δεν ήταν ημικρατικός οργανισμός με παραπομπή στο σχετικό παράρτημα του περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Νόμου 149/1988 και υπόδειξης ότι σε αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται ο Νόμος 1/
- Η ΜΥ4 δήλωσε ότι η απομείωση και μετατροπή στον Ενάγοντα έγινε με βάση τον αναθεωρημένο κατάλογο που τους απέστειλε η Κεντρική Τράπεζα επιβεβαιώνοντας την μαρτυρία τόσο του ΜΥ2 όσο και της ΜΥ
- Επεξήγησε χωρίς την οποιαδήποτε αντίφαση ότι χωρίς να γνωρίζει τα όποια νομικά ζητήματα απλά συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν θεωρώ ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο με τις θέσεις της περί άγνοιας των νομικών θεμάτων για τα οποία ερωτήθηκε, μάλιστα δε πρόβαλε ότι την επίδικη περίοδο η Κεντρική Τράπεζα εξέδιδε διατάγματα εκτός του Νομοθετικού πλαισίου και ως Εποπτεύουσα Αρχή δέσμευε την Εναγόμενη. Ευρήματα:-
- Μετά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας προβαίνω στην διατύπωση των κάτωθι ευρημάτων: 22.
- Ο Ενάγων το 2013 διατηρούσε με την Εναγόμενη τους λογαριασμούς αρ. .464 και .935 που ανοίχθηκαν στο όνομα «Συμβούλιου Αποχετεύσεων Αμμοχώστου», καθώς και τον λογαριασμό αρ. .727 που ανοίχθηκε στο όνομα «Sewerage Board of Famagusta pen. & G». 22.
- Στις 26/03/2013 στους 3 λογαριασμούς ευρισκόταν κατατεθειμένο το συνολικό ποσό των €45.803,03 οπόταν και υπέστησαν απομείωση και μετατροπή σε μετοχές της Εναγόμενης συνολικά την 31/07/2013 κατά ποσοστό 47.5%. 22.
- Το ποσό της απομείωσης και μετατροπής στους λογαριασμούς αρ..464 και αρ.935 ανήλθε στο ποσό των €6.151,28, ενώ στον λογαριασμό .727 στο ποσό των €15.605,15, ήτοι το συνολικό ποσό της απομείωσης ανήλθε στα €21.756,
- 22.
- Η απομείωση και μετατροπή από την Εναγόμενη έγινε κατόπιν σχετικού καταλόγου που απέστειλε η Κεντρική Τράπεζα στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν οι καταθέσεις των Αποχετευτικών Συμβουλίων προς τον σκοπό πλήρους απομείωσης και μετατροπής με βάση την Κ.Δ.Π. 103/
- 22.
- Ο Ενάγων κάλεσε με επιστολές διαφόρων ημερομηνιών την Εναγόμενη για να ακυρώσει την μετατροπή και απομείωση και η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 02/09/2014 αρνήθηκε να το πράξει δηλώνοντας ότι οι ενέργειες της έγιναν συμφώνως των σχετικών διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας που λειτουργούσε ως Αρχή Εξυγίανσης, στα οποία υποχρεούτο να συμμορφωθεί. Νομική πτυχή και δικαστική κρίση:-
- Αντικείμενο εξέτασης σε σχέση με την νομική πτυχή της παρούσας αποτελούν οι Κ.Δ.Π. 103/2013 ως ετροποποιήθη από την Κ.Δ.Π., καθώς και η Κ.Δ.Π. 92/
- Σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 103/2013 που εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 από την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης, άρθρο 6 υπό τον πλαγιότιτλο «Μετατροπή Καταθέσεων»: «6
(1)Δια του παρόντος Διατάγματος, (
- i)σε περίπτωση που οι συνολικές καταθέσεις, τις οποίες ένα πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013, κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου περιλαμβανομένων δεδουλευμένων τόκων, ως καταγράφονται στα βιβλία της Τράπεζας Κύπρου στις 22:00 στις 26 Μαρτίου 2013, υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, το ποσό των πιο πάνω καταθέσεων πέραν των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, αφού όμως το ποσό αυτό μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου είχε κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο, (εφεξής, σε σχέση με τέτοιους καταθέτες, "το υπερβάλλον ποσό"), και (
- ii)το ποσό των συνολικών καταθέσεων τις οποίες οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 8 των περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2013, κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου περιλαμβανομένων δεδουλευμένων τόκων, ως καταγράφονται στα βιβλία της Τράπεζας Κύπρου στις 22:00 στις 26 Μαρτίου 2013, αφού όμως το ποσό αυτό μειωθεί κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου είχε κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο (εφεξής, σε σχέση με τέτοιους καταθέτες, "το υπερβάλλον ποσό"), υπόκεινται στα ακόλουθα: (α) 37,5% του υπερβάλλοντος ποσού μετατρέπεται, τηρουμένης της υποπαραγράφου
(5), σε συνήθεις Μετοχές Τάξης Α' με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας Μετοχών Τάξης Α' για κάθε ένα
(1)ευρώ του μετατρεπόμενου υπερβάλλοντος ποσού (εφεξής το ούτως μετατρεπόμενο μέρος του υπερβάλλοντος ποσού αποκαλείται "Ποσό Αρχικής Συνεισφοράς Καταθέσεων"). (β) το υπόλοιπο 22,5% του υπερβάλλοντος ποσού μηδενίζεται και αντικαθίσταται από τίτλο διεπόμενο από τους όρους του Παραρτήματος Α, και (γ) το εναπομείνον 40% του υπερβάλλοντος ποσού μηδενίζεται και αντικαθίσταται προσωρινά από τίτλο διεπόμενο από τους όρους του Παραρτήματος Β, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου σύμφωνα με τις οποίες πρόσωπα που επηρεάζονται από την εφαρμογή του μέτρου εξυγίανσης του άρθρου 12 του Νόμου δεν θα βρεθούν σε χειρότερη θέση από αυτή στην οποία θα είχαν βρεθεί αν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης και η Τράπεζα Κύπρου ετίθετο σε εκκαθάριση. ....................................................
(4)Η παρούσα παράγραφος 6 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου που αναφέρονται στο Παράρτημα Δ. ....................................................».
- Συμφώνως του Παραρτήματος Δ τόσο με την αρχική Κ.Δ.Π 103/2013 όσο και μετά την τροποποίηση της από την Κ.Δ.Π. 132/2013 καλύπτονταν κατηγορίες καταθέσεων ανά θεσμικό τομέα σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ95), στο οποίο γινόταν ρητή παραπομπή, μεταξύ άλλων, των καταθέσεων της Γενικής Κυβέρνησης.
- Συμφώνως του Κανονισμού 8 της Κ.Δ.Π. 92/2013 που εκδόθηκε συμφώνως του «περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013» προβλέπεται ότι «ως καταθέσεις που καλύπτονται από το Σχέδιο ορίζονται όλες οι καταθέσεις σε ευρώ ή άλλο νόμισμα, σε καλυπτόμενα ιδρύματα και σε υποκαταστήματα καλυπτόμενου ιδρύματος, το οποίο έχει έδρα στην Κυπριακή Δημοκρατία, τα οποία λειτουργούν σε άλλη χώρα, αλλά καταβάλλουν εισφορά στο Ταμείο, οι οποίες ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και οι δεδουλευμένοι τόκοι, μέχρι την ημερομηνία της λήξης της κατάθεσης, ή την ημέρα που η κατάθεση κατέστη μη διαθέσιμη, ανάλογα με το είδος της κατάθεσης, με εξαίρεση τις καταθέσεις που αναφέρονται στον Κανονισμό
- Ο δε Κανονισμός 9 προνοεί ως εξαιρέσεις στα υπό (δ) και (ε) τις εξής σχετικές περιπτώσεις: «(δ) καταθέσεις κυβερνητικών τμημάτων, ημικρατικών οργανισμών και τοπικών αρχών∙ (ε) καταθέσεις ταμείων προνοίας και συντάξεως∙».
- Αυτό που μπορεί να γίνει αντιληπτό εκ της συνδυαστικής εφαρμογής των ως άνω παρατιθέμενων προνοιών είναι ότι δεν υπόκεινται σε μετατροπή συμφώνως του άρθρου 6 της Κ.Δ.Π. 103/2013 οι καταθέσεις των όποιων οντοτήτων εντάσσονται στο Παράρτημα Δ' και ειδικότερα οι καταθέσεις της Γενικής Κυβέρνησης, όπως καθορίζεται με βάση την ταξινόμηση ανά θεσμικό τομέα σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ95), στον οποίο ρητώς παραπέμπει. Περαιτέρω, γίνεται αντιληπτό ότι οι καταθέσεις που διατηρεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπόκεινται στην απόλυτη προστασία υπό μορφή αποζημίωσης μέχρι €100.000- (βλ. Κανονισμό 12 Κ.Δ.Π. 92/2013) και σε μετατροπή για το υπερβάλλον ποσό ως καθορίζεται στο άρθρο 6 της Κ.Δ.Π. 103/2013, νοουμένου ότι εντάσσονται στο άρθρο 8 της Κ.Δ.Π. 92/2013, ενώ αν δεν ισχύει η προστασία των €100.000, όπως προκύπτει από το άρθρο 9 της Κ.Δ.Π. 92/2013, ήτοι, μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις των καταθέσεων των ταμείων προνοίας και συντάξεων, αλλά και των ημικρατικών οργανισμών και τοπικών αρχών, η μετατροπή εφαρμόζεται επί του όλου χωρίς το «μαξιλάρι» των €100.000-.
- Ως εκ τούτου, οι έννοιες της «Γενικής Κυβερνήσεως», των «ταμείων προνοίας και συντάξεων», «ημικρατικός οργανισμός», αλλά και «τοπική αρχή» καθίσταται επιτακτικό να ερμηνευτούν, ώστε να διαφανεί το κατά πόσο οι Ενάγοντες εντάσσονται σε οποιαδήποτε από αυτές τις κατηγορίες σύμφωνα με τα σχετικά υπό αναφορά Διατάγματα. Οι έννοιες αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο δικογράφησης και υποβολών στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, με την υπογράμμιση ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν επικαλείται την παρανομία της Κ.Δ.Π. 103/2013 ή την ακυρότητα της σύμφωνα με το Σύνταγμα ή την όποια άλλη κείμενη Νομοθεσία, αλλά απλά προβάλλει ότι η Ενάγουσα την εφάρμοσε λανθασμένα με αποτέλεσμα να παραβιάσει την συμβατική της σχέση μέσω της μετατροπής στην οποία προέβη που είχε ως απόληξη την απομείωση των καταθέσεων του Ενάγοντα στους 3 επίδικους λογαριασμούς. Εξετάζοντας τις πρόνοιες των σχετικών Διαταγμάτων παρατηρώ ότι δεν γίνεται η οποιαδήποτε αναφορά στις έννοιες αυτές στο μέρος της Ερμηνείας ή παράθεση οποιουδήποτε προσδιορισμού ή εννοιολογικού καθορισμού.
- Σε σχέση με την έννοια της «Γενικής Κυβέρνησης» σύμφωνα με το Παράρτημα Δ' γίνεται συγκεκριμένα παραπομπή στην κατηγοριοποίηση με βάση την ταξινόμηση ανά θεσμικό τομέα σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ95). Το τεκμήριο 3 παραπέμπει στο ESA 95 που καταδείχθηκε στην ακροαματική διαδικασία ότι αφορά την ταξινόμηση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Οικονομικών Λογαριασμών του 1995 με βάση την οποία ετοιμάστηκε και εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα πλαίσια του σχετικού Κανονισμού. Τίποτα δεν τέθηκε συγκεκριμένο από την πλευρά του Ενάγοντα ότι με βάση την ΕΣΟΛ 95 ο Ενάγων συμπεριλαμβάνεται στην Γενική Κυβέρνηση, αλλά ούτε και κρίνω ότι στα πλαίσια αυτά μπορώ να προβώ σε διαπίστωση ή κρίση ότι λανθασμένα ο Ενάγων δεν τοποθετήθηκε στην Γενική Κυβέρνηση, αφού σύμφωνα με την σχετική ταξινόμηση το 2013 όταν έλαβαν χώρα οι επίδικες πράξεις αυτή ήταν η ταξινόμηση που υπήρχε στην οποία το Παράρτημα Δ' της Κ.Δ.Π. 103/2013 έκανε ρητώς παραπομπή. Ούτε και το γεγονός ότι το 2023 άλλαξε η ταξινόμηση και πλέον τα Αποχετευτικά Συμβούλια εντάσσονται στην Γενική Κυβέρνηση μπορεί να αποτελέσει την βάση για κρίση ότι λανθασμένα δεν εντάχθηκαν σε αυτή εξαρχής από το 2013, αφού ο ΜΥ1 εξήγησε ότι αργότερα προστέθηκαν και ποιοτικά κριτήρια. Ούτε βέβαια και η όποια αναφορά στο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε την ετοιμασία στατιστικών στοιχείων για σκοπούς συγκρισιμότητας των στοιχείων από το 1955 συμπεριλαμβανομένου του 2013 αποτελεί ένδειξη για λανθασμένη μη συμπερίληψη, αφού ο ΜΥ1 εξήγησε ότι αυτά αποτελούν λόγους στατιστικής απεικόνισης. Σημασία έχει ότι ο Ενάγων δεν αποτελούσε μέρος της Γενικής Κυβέρνησης σύμφωνα με την ESA 95 στην οποία ρητώς παραπέμπει το Παράρτημα Δ' της Κ.Δ.Π. 103/2013 και αυτή αποτελεί την ερμηνεία που αποδίδεται στην αναφορά αυτή.
- Αναφορικά με την έννοια της κατάθεσης των «ταμείων προνοίας και συντάξεως» η θέση του ΜΕ ήταν ότι ο λογαριασμός .727 ανήκε στον Ενάγοντα. Σε καμία περίπτωση δεν ανέφερε ότι ανήκε σε οποιαδήποτε άλλη οντότητα. Εκ της αναφοράς σε καταθέσεις «ταμείων προνοίας και συντάξεων» η Κ.Δ.Π. 92/2013 προβλέπει ως εξαίρεση της προστασίας σε καταθέσεις οντοτήτων που συστήνονται δυνάμει Νόμων και διατηρούν καταθέσεις προς τον σκοπό διαχείρισης και παροχής συνταξιοδοτικών ωφελημάτων στα μέλη του. Σε αντίθετη περίπτωση κρίνω ότι το λεκτικό της Κ.Δ.Π. 92/2013 περί τούτου θα ήταν διαφορετικό και θα καθόριζε λογαριασμούς ή καταθέσεις που προορίζονται για παροχή συνταξιοδοτικών και άλλων ωφελημάτων και όχι «Ταμεία», κάτι που προσδίδει νομική προσωπικότητα στην αναφορά. Σχετικά γίνεται αναφορά στον περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμο του 2012 (Ν. 208(I)/2012), που ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο, στην οποία καθορίζονται οι κατωτέρω έννοιες σε σχέση με την έννοια «Ταμείο» (άρθρο 2): «Ταμείο Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών» ή «Ταμείο» σημαίνει Ταμείο το οποίο λειτουργεί, ανεξαρτήτως της νομικής του μορφής, σε κεφαλαιοποιητική βάση και ιδρύεται στη Δημοκρατία ξεχωριστά από οποιαδήποτε χρηματοδοτούσα επιχείρηση ή επαγγελματική ένωση, με σκοπό να χορηγεί συνταξιοδοτικές παροχές στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής δραστηριότητας, είτε με βάση νομοθεσία είτε με βάση συμφωνία ή σύμβαση που συνάπτεται- (α) μεμονωμένα ή συλλογικά μεταξύ εργοδότη/ών και εργαζομένου/ων ή μεταξύ των αντιστοίχων εκπροσώπων τους, ή (β) με ελεύθερους επαγγελματίες, κατά την ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία, και το οποίο αναπτύσσει δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με τον ανωτέρω σκοπό· «Ταμείο κράτους μέλους» σημαίνει Ταμείο με έδρα κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία· «Ταμείο Προνοίας» σημαίνει Ταμείο το οποίο παρέχει συνταξιοδοτικές παροχές οι οποίες καταβάλλονται υπό μορφή εφάπαξ πληρωμών· «Ταμείο Συντάξεων» σημαίνει Ταμείο το οποίο παρέχει καθορισμένου ύψους συνταξιοδοτικές παροχές οι οποίες καταβάλλονται υπό μορφή περιοδικών πληρωμών ή εν μέρει υπό μορφή περιοδικών πληρωμών και εν μέρει υπό μορφή εφάπαξ πληρωμών·
- Η αναφορά στον λογαριασμό .727 σε «Sewerage Board of Famagusta pen. & G» σε καμία περίπτωση εκ του ονόματος του παραπέμπει σε Ταμείο. Άλλωστε, ο ΜΕ δήλωσε ότι ο λογαριασμός αυτός ανήκε στον Ενάγοντα και εξυπηρετούσε συγκεκριμένους σκοπούς με χρήματα που λάμβανε από κρατική χορηγία ως προσφυγικός Δήμος. Ούτε και μου καταδείχθηκε από πλευράς της Εναγόμενης στον οποίο αυτός διατηρείτο ότι ο λογαριασμός .727 με έγγραφα ανοίγματος ή επικαιροποίησης στοιχείων που διατηρεί και απαιτείται να διατηρεί σύμφωνα με την κείμενη Νομοθεσία αποτελούσε τέτοιο Ταμείο, ώστε να εντάσσεται στην σχετική εξαίρεση της παραγράφου 9 (ε) της Κ.Δ.Π. 92/
- Αναφορικά με την έννοια του «ημικρατικού οργανισμού», όπως έχει αναφέρει ο Δικαστής Στυλιανίδης στην απόφαση του στην Γιάλλουρος ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1990)3 ΑΑΔ 3532, το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας που ιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τους περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμους του 1971 ως ετροποποιήθηκαν, αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ). Η έννοια του ΝΠΔΔ συμπεριλαμβάνει και τους ημικρατικούς οργανισμούς, όχι όμως το αντίθετο, δηλαδή δεν είναι όλα τα ΝΠΔΔ ημικρατικοί οργανισμοί. Το ερώτημα που τίθεται τότε είναι πως διαχωρίζεται η έννοια του ημικρατικού οργανισμού από τα υπόλοιπα ΝΠΔΔ. Η έννοια του ημικρατικού οργανισμού δεν προκύπτει ότι καθορίζεται από οποιοδήποτε συγκεκριμένο Νομοθέτημα. Στον περί Ορισμένων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Διοικητικών Συμβουλίων) Νόμο 149/1988, προβλέπεται η διαδικασία του διορισμού των μελών του Δ.Σ. ΝΠΔΔ από το Υπουργικό Συμβούλιο, τα προσόντα, τα ασυμβίβαστα και η θητεία τους, των οποίων καθορίζονται συγκεκριμένα στο Παράρτημα του οι σχετικοί Νόμοι καθ' ίδρυσης τους. Αυτά τα ΝΠΔΔ καθιερώθηκε να ονομάζονται ακριβώς εκ του διορισμού του Δ.Σ. τους από το Υπουργικό Συμβούλιο ως «ημικρατικοί οργανισμοί» και στο εν λόγω Παράρτημα δεν συμπεριλαμβάνεται ο περί Αποχετευτικών Συστημάτων Ν. 1/1971 ως ετροποποιήθηκε. Το στοιχείο δηλαδή που διαχωρίζει τα ΝΠΔΔ από τους «ημικρατικούς οργανισμούς» είναι αυτό του ελέγχου τους μέσω ακριβώς του διορισμού των μελών των Δ.Σ. τους από το Υπουργικό Συμβούλιο. Επισημαίνω όμως και πάλι την απουσία ρητής αναφοράς σε «ημικρατικό οργανισμό», στον εν λόγω Νόμο. 33. Στην περίπτωση των αποχετευτικών συμβουλίων και δη του Ενάγοντα σύμφωνα με τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Ν. 1/1971, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 5
(1)(α) ο Πρόεδρος του είναι ο Δήμαρχος του Δήμου Αμμοχώστου και μέλη τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, τα οποία εκλέγονται δυνάμει του περί Δήμων Νόμου του 1985 ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο από τους δημότες εκλογείς (άρθρο 11). Η υποχρέωση για ετοιμασία λογαριασμών, οι οποίοι δυνάμει του άρθρου 31 εξελέγχονται από τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας ουδόλως καθιστά τον Ενάγοντα ημικρατικό οργανισμό, αλλά ούτε και η δυνατότητα παρέμβασης του αρμόδιου Υπουργού όταν ένα συμβούλιο αποχετεύσεων παραλείπει να ενασκήσει τις παραχωρηθείσες υπό του Νόμου σε αυτό εξουσίες (άρθρο 44). Καμία συγκεκριμένη μαρτυρία ή παραπομπή μου σε σχετική νομική αρχή δεν έγινε από την Εναγόμενη που να μου καταδεικνύει ότι τα Συμβούλια Αποχετεύσεως αποτελούν «ημικρατικούς οργανισμούς», ενώ η αναφορά που έγινε στην Γραπτή Αγόρευση της Εναγόμενης με παράθεση της υπόθεσης Πετρώνδας ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1995)4 ΑΑΔ 1602 παρατηρώ ότι δεν αναφέρεται σε «ημικρατικό οργανισμό» αναφορικά με το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσίας. Σε καμία περίπτωση βεβαίως δεν αμφισβητείται η άσκηση δημόσιας εξουσίας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που του αποδίδει ο περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμος 1/1971, καθώς και η επιδίωξη του δημοσίου σκοπού στα πλαίσια της δικής του όμως αυτοτέλειας ως δημόσιος οργανισμός με δική του ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και οι όποιες αποφάσεις του μπορούν να αμφισβητηθούν στα πλαίσια του άρθρου 146 του Συντάγματος, πλην όμως η ιδιαίτερη νομική χροιά του διορισμού σε ένα ΝΠΔΔ του Δ.Σ. από το Υπουργικό Συμβούλιο σε αντίθεση με το τι περί τούτου προβλέπει ο εν λόγω Νόμος κρίνω ότι θέτει τα συμβούλια αποχετεύσεως εκτός του πεδίου της έννοιας «ημικρατικός οργανισμός» που προνοεί η εξαίρεση του άρθρου 9. 34. Σε σχέση με την έννοια της «τοπικής αρχής», στην υπόθεση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2005)4 ΑΑΔ 490 ο πρώην Πρόεδρος του Α.Δ. Δικαστής Νικολάτος ανέφερε ότι «τα τέλη αποχέτευσης δεν αποτελούν φόρο τοπικής αρχής εφόσον το καθ' ου η αίτηση Συμβούλιο δεν είναι τοπική αρχή σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 2 του περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν 111/85) αλλά νομικό πρόσωπο όπως αυτό ορίζεται από το άρθρο 6 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (Ν 1/71)». Στην υπόθεση αρ. 739/97 Αρχής Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας, απόφαση ημερ. 26/02/1999 ο αείμνηστος Τ. Ηλιάδης Δ.Α.Δ ανέφερε τα εξής χαρακτηριστικά: «Οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το Συμβούλιο Αποχετεύσεων δεν είναι "τοπική αρχή" αλλά σύμφωνα με το άρθρο 6 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου του 1971 (αρ. 1/71), όπως έχει τροποποιηθεί και το οποίο αναφέρει ότι, "Συμβούλιον καθιδρυθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου κέκτηται νομικήν προσωπικότητα, υπό την επωνυμίαν "Συμβούλιον Αποχετεύσεων ......" (εντιθεμένης της ονομασίας της περιοχής), φέρον άπαντα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ιδιότητας νομικού προσώπου", το Συμβούλιο έχει δική του νομική προσωπικότητα και κατά συνέπεια η Αρχή δεν απαλλάσσεται των αποχετευτικών τελών αφού το Συμβούλιο δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 29 του Ν. 38/73.». Η εισήγηση των καθ'ων η αίτηση είναι ορθή. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "τοπική αρχή" μέσα στα πλαίσια του άρθρου 29 του Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου (αρ. 38/73). Οι καθ'ων η αίτηση αποτελούν το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας όπως αυτό καθορίζεται με το άρθρο 6 του Περί Εγκαθιδρύσεως και Κατασκευής Αποχετευτικών Συστημάτων, του Ελέγχου και Διαχειρίσεως τούτων, διά την Επεξεργασίαν και Διάθεσιν Λυμάτων και περί Ετέρων Συναφών Ζητημάτων Νόμου (αρ. 1/71) με δική του νομική προσωπικότητα που μπορούσε να επιβάλει τα σχετικά τέλη. 35. Όπως γίνεται αντιληπτό από τις ως άνω αναφορές, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Ενάγων εντάσσεται στην έννοια της τοπικής αρχής παρά την όποια διασύνδεση του ένεκα του τρόπου διορισμού των μελών του Δ.Σ. σύμφωνα με τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμο 1/1971 που καθορίζει ότι φέρει την δική του νομική προσωπικότητα. Ως εκ τούτου, ούτε η εξαίρεση του άρθρου 9 (δ) που αναφέρεται σε «τοπική αρχή» κρίνεται εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση. Η ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και τα όσα έχουν παρατεθεί ανωτέρω αποκλείουν την ένταξη του Ενάγοντα στην έννοια του «κυβερνητικού τμήματος» που σε καμία περίπτωση δεν κρίνω ότι έχει δικογραφηθεί ως ισχυρισμός, αλλά ούτε και προσφέρθηκε από την Εναγόμενη μαρτυρία πως αποτελεί τέτοιο. 36. Σε σχέση με την θέση που προβάλλεται από την Εναγόμενη ότι ο Ενάγων κωλύεται να εγείρει την παρούσα αγωγή εκ των προνοιών των άρθρων 12
(15)και 12
(16)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Ν. 17(Ι)/2013 κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Τα υπό αναφορά άρθρα προνοούν ως εξής: «
(15)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, στη βάση μη εκπλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του μέσου, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί ή συνομολογηθεί, αν οι πιο πάνω όροι και προϋποθέσεις έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου.
(16)Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα.».
- Οι ως ανωτέρω σχετικές πρόνοιες που προβάλλονται κρίνονται ότι εφαρμόζονται σε σχέση με οποιαδήποτε αγωγή εγείρεται για αποζημιώσεις σε σχέση με την εφαρμογή των Διαταγμάτων που εκδίδονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η θέση του Ενάγοντα δεν αφορά στην εφαρμογή των μέτρων διάσωσης, ήτοι των Διαταγμάτων με τα οποία μετατράπηκαν και απομειώθηκαν οι καταθέσεις του, αλλά η λανθασμένη εφαρμογή τους κατά παράβαση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση της συμβατικής του σχέσης με την Εναγόμενη. Τόσο από την δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης, όσο και από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν προκύπτει ότι ο Ενάγων προσβάλλει καθ' οιονδήποτε τρόπο το Διάταγμα 103/2013, αλλά υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη προέβη με τις ενέργειες της σε μετατροπή και απομείωση των καταθέσεων στους 3 λογαριασμούς που διατηρούσε σε αυτή κατά τον επίδικο χρόνο κατά παράβαση του, καθότι δεν έπρεπε σύμφωνα με το λεκτικό του να προβεί στις ενέργειες αυτές. Ως εκ τούτου, η περί τούτου του λόγου υπεράσπιση της Εναγόμενης απορρίπτεται.
- Η αναφορά της παραγράφου 37 σχετίζεται και με την προβαλλόμενη υπεράσπιση της ματαίωσης της σύμβασης του Ενάγοντα με την Εναγόμενη εκ της επενέργειας του Διατάγματος 103/
- Για τους ίδιους λόγους κρίνεται απορριπτέα με την διευκρίνηση ότι η ματαίωση ένεκα γεγονότων πέραν του ελέγχου των δύο πλευρών σε μια σύμβαση πρέπει να καθιστούν την σύμβαση αδύνατη να εκτελεστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, ωσαύτως καθιστάμενη ως άκυρη. Στην προκείμενη περίπτωση η θέση του Ενάγοντα καταλογίζει λανθασμένη εφαρμογή του Διατάγματος από την Εναγόμενη κατά παράβαση των προνοιών του που δεν αποτελεί γεγονός πέραν του ελέγχου της Εναγόμενης ως μέρος της σύμβασης, η οποία θα έπρεπε να εφαρμόσει ορθά το Διάταγμα 103/
- Αλληλένδετη βέβαια υπεράσπιση αποτελεί η θέση της Εναγόμενης ότι δεν είχε άλλη επιλογή από του να εφαρμόσει τις οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης ως Επόπτη. Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης δέχθηκε ότι η Εναγόμενη προέβη σε μετατροπή και απομείωση των 3 λογαριασμών εκ των οδηγιών και ερμηνείας που απέδωσε η Αρχή Εξυγίανσης σε αυτό αποστέλλοντας κατάλογο με οντότητες στις οποίες αναφέρονταν ότι τα Αποχετευτικά Συμβούλια συμπεριλαμβανομένου του Ενάγοντα έπρεπε να απομειωθούν χωρίς την προστασία των €100.000-. Σημειώνεται ότι το Διάταγμα 92/2013 δεν εκδόθηκε από τον επόπτη της Εναγόμενης ΚΤΚ, αλλά από το Υπουργικό Συμβούλιο και στην ουσία ο κατάλογος που απεστάλη αποτελούσε την ερμηνεία που προφανώς απέδωσε η Εποπτεύουσα Αρχή τόσο στο Διάταγμα 103/2013 όσο και κατ' επέκταση στην Κ.Δ.Π. 92/2013 στο οποίο το Διάταγμα 103/2013 αναφέρεται. Η θέση που προβάλλεται εναργώς από την Εναγόμενη τόσο κατά την δικογράφηση στην Υπεράσπιση όσο και στη προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή παρά η συμμόρφωση προς τις υποδείξεις του Επόπτη. Στο τεκμήριο 2
(4)που κατέθεσε ο Ενάγων, ήτοι την επιστολή της Εναγόμενης προς απάντηση προς τα αιτήματα του αναφέρεται σε ενέργειες μετατροπής και απομείωσης προς εκπλήρωση της υποχρέωσης συμμόρφωσης και εφαρμογής των Διαταγμάτων. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οδηγίες της εποπτεύουσας Αρχής. Η Εναγόμενη με άλλα λόγια προβάλλει την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις οδηγίες του Επόπτη για να δικαιολογήσει το ότι με την μετατροπή και απομείωση των καταθέσεων του Ενάγοντα στους 3 λογαριασμούς κατέστησε το συνολικό ποσό των €21.756,43 μη διαθέσιμο κατά παράβαση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Το ερώτημα είναι σαφές, ήτοι αν ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να επικαλείται υποχρέωση προς συμμόρφωση, ειδικότερα όταν οι ενέργειες που έγιναν δεν καλύπτονται από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο. 40. Χαρακτηριστικές οι ακόλουθες πρόνοιες του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 που καταδεικνύουν τα όρια των όποιων αξιώσεων θιγόμενων προσώπων: Άρθρο 5
(12)(α) «
(12)(α) Για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου και για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα, τα οποία γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει.» Άρθρο 12
(5)«
(5)Το διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, είναι αμέσως δεσμευτικό για το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση και τα θιγόμενα από το εν λόγω διάταγμα μέρη, και εκτελέσιμο στο χρόνο που καθορίζει η Αρχή Εξυγίανσης.» Άρθρο 26 «26.
(1)Tο δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται.
(2)Σε περίπτωση που μέτοχος, πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, θεωρεί ότι η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή, στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης και το επηρεαζόμενο ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση, η απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου πρόσωπου περιορίζεται στην απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων για ζημία, την οποία έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης.
(3)Οι απαιτήσεις του εδαφίου
(2)δεν δύνανται να στραφούν κατά - (α) της Αρχής Εξυγίανσης, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 29,» (β) του προσώπου, προς το οποίο γίνεται η μεταβίβαση, προκειμένου περί απαιτήσεων που απορρέουν από τη λήψη των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 9, 10, 11 και 13 μέτρων εξυγίανσης.
- Γίνεται κατανοητό ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο αρχίζει και τελειώνει με την υποχρέωση για συμμόρφωση προς τα όσα διατάγματα και οδηγίες για εφαρμογή των μέσων διάσωσης. Η ερμηνεία που αποδόθηκε στην Κ.Δ.Π. 92/2013, ήτοι μιας νομοθετικής πρόνοιας που δεν εξέδωσε η Αρχή Εξυγίανσης, αλλά το Υπουργικό Συμβούλιο με την οποία συμμορφώθηκε η Εναγόμενη κρίνω ότι εκφεύγει της όποιας δεσμευτικότητας τόσο για την Εναγόμενη όσο και για το θιγόμενο μέρος, στην προκείμενη περίπτωση τον Ενάγοντα και αφήνει ανοικτή την νομική διέξοδο για αξίωση αποζημίωσης από το πιστωτικό ίδρυμα. Άλλωστε, έκαστη Αρχή ερμηνεύει τον Νόμο με δική της ευθύνη, όπως και έκαστος συμβαλλόμενος είναι ελεύθερος να επιλέξει τον τρόπο ενέργειας του στην περίπτωση που η όποια τέτοια ενέργεια ενδεχόμενα να επηρέαζε τις συμβατικές του σχέσεις και υποχρεώσεις. Η ΜΥ4 μίλησε για ασυνήθιστες και εκτός Νομοθετικού πλαισίου ενέργειες στις οποίες η Εναγόμενη συμμορφώνονταν χωρίς αμφισβήτηση ή εξέταση της κάθε περίστασης.
- H συμβατική φύση της σχέσης που δημιουργείται μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη τονίστηκε και στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου όπου λέχθηκε ότι ο τραπεζίτης δεν θα πρέπει να επιδεικνύει αμέλεια κατά την εκτέλεση της συμφωνίας και ότι οφείλει να εξασκήσει φροντίδα όταν δέχεται τις οδηγίες του πελάτη, ενώ σε περίπτωση παράβασης του καθήκοντος αυτού με αποτέλεσμα την απώλεια υπό του πελάτη, παρέχεται δικαίωμα γι' αγωγή γι' αποζημιώσεις (βλ. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd v. Otis Elevator (Cyprus) Ltd κ.α.
(2015)1(Α) ΑΑΔ 277). Αυτό το συμβατικό καθήκον εκ των όσων σκέψεων και κρίσεων παρατέθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους κρίνω ότι η Εναγόμενη παραβίασε και υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση ποσό ίσο με το ποσό το οποίο απομειώθηκε και μετατράπηκε σε μετοχές για την πραγματική αξία και εμπορευσιμότητα των οποίων κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν έχω μαρτυρία, αλλά ούτε και προβλήθηκε δικογραφικά περί τούτου. 43. Σε σχέση με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης περί ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα εκ της θέσης σε εφαρμογή του περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμου 37(Ι)/2022 πολύ ορθά ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα με παράπεμψε στην Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 733, όπου τονίστηκε ότι το μέσο για αμφισβήτηση της οντότητας του Ενάγοντα είναι η αίτηση για διαγραφή της αγωγής. Επιπροσθέτως, ορθώς με παράπεμψε στην πρόνοια του εν λόγω Νόμου όπου προβλέπεται η συνέχιση δικαστικών διαδικασιών και βάσεων αγωγών ως εάν ο Νόμος δεν είχε θεσπιστεί, όπως και η μη εφαρμογή του άρθρου 3 στην περίπτωση του Ενάγοντα του οποίου οι εξουσίες και αρμοδιότητες αφορούν περιοχή που τελεί υπό τουρκική κατοχή κατά δικαστική γνώση. Κατάληξη:- 44. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €21.756,43 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο