ΑΝΝΑ ΜΙΚΕΛΛΙΔΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙAΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1596/15, 28/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκης Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1596/15 Μεταξύ: ΑΝΝΑ ΜΙΚΕΛΛΙΔΟΥ Ενάγουσα -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙAΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόμενοι ----------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28/11/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης με κα Προδρόμου για κ.κ. Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Ν. Αγγελίδης Για Εναγόμενους: κα Γ. Μαραντίδου για κ.κ. Κάκκουρα & Παναγίδη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα δικόγραφα Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης [1] Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων αριθμό θεραπειών και διαταγμάτων σε σχέση με το δάνειο Λ.Κ. 28.500- που συνομολόγησε με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου Λτδ («το Συνεργατικό») στις 23/05/2001, τους οποίους διαδέχθηκαν οι Εναγόμενοι και απέληξε στην έκδοση διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 04/11/
- Μεταξύ των θεραπειών ζητείται και διάταγμα που να απαγορεύει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/
- Όπως επικαλείται η Ενάγουσα στην Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, το δάνειο συνάφθηκε κατόπιν ψυχικής πίεσης, ψευδών παραστάσεων, δόλου και απάτης του Συνεργατικού και των υπαλλήλων του, καθότι την ανάγκασαν να εξοφλήσει με αυτό δάνειο του πατέρα της υποσχόμενοι ότι θα αναλάμβαναν να πωλήσουν το διαμέρισμα που ευρίσκεται επί του ακινήτου αρ. εγγραφής 3/[ ], Φ/Σχ. 21/540303, Τμήμα 3, τεμάχιο [ ], Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία, το οποίο αρχικά εξασφάλιζε το δάνειο του πατέρα της και ακολούθως της μεταβιβάστηκε και επιβαρύνθηκε με την υποθήκη Υ4317/
- Η Ενάγουσα παραθέτει σειρά λεπτομερειών δόλου, απάτης, ψυχικής πίεσης και ψευδών παραστάσεων, εκτός των θέσεων περί καταχρηστικών, ετεροβαρών και παράνομων όρων, με τις οποίες επιδιώκει την κήρυξη του δανείου και της απόφασης του διαιτητή ημερ. 4/11/2004 ως άκυρων, την ακύρωση της εγγραφής της υποθήκης Υ4317/01, καθώς και γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Για την απόφαση του διαιτητή ημερ. 4/11/2004 προβάλλει ότι εκδόθηκε κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων σε βάρος της, καθότι ο σύζυγος της που εμφανίστηκε στη διαδικασία παραπλανήθηκε, αφού δεν του ανακοινώθηκε ότι θα εκδοθεί η διαιτητική απόφαση, αλλά ότι θα οριζόταν σε άλλη ημερομηνία η διαδικασία και ότι δεν είχε εξουσιοδότηση να δεχθεί την όποια απόφαση εναντίον της Ενάγουσας. Τροποποιημένη Υπεράσπιση [2] Οι Εναγόμενοι στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση υποστηρίζουν ότι η Ενάγουσα προέβη στην σύναψη της συμφωνίας δανείου με το οποίο εξόφλησε το δάνειο που είχε λάβει ο αποβιώσας πατέρας της με εξασφάλιση την υποθήκη Υ3434/93, ότι της έγινε μεταβίβαση του διαμερίσματος και ότι εγγράφηκε επί αυτού η υποθήκη Υ4317/01 προς τον σκοπό διευθέτησης της διαχείρισης της περιουσίας του υπ' αριθμό 237/
- Συγκεκριμένα, όπως προβάλλεται, επειδή ο αποβιώσας πατέρας της Ενάγουσας προόριζε το διαμέρισμα για την Ενάγουσα, αυτή ανέλαβε το υπόλοιπο του χρέους για να λάβουν οι κληρονόμοι το κληρονομικό τους μερίδιο και ότι ουδεμία πίεση της ασκήθηκε για να το συνάψει. Σε σχέση με την απόφαση του διαιτητή ημερ. 4/11/2004 προβάλλουν ότι κλήθηκε νομότυπα σε διαιτησία, επειδή δεν πλήρωσε οποιαδήποτε δόση του δανείου, όπου εμφανίστηκε ο σύζυγός της προσκομίζοντας εξουσιοδότηση της για να προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ή διευθέτηση που θα την δέσμευε απόλυτα, οπόταν ο διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του και την κοινοποίησε στον σύζυγό της μετά το πέρας της διαδικασίας. Περαιτέρω, επισημαίνουν νομοθετικές πρόνοιες που έδιδαν στο Συνεργατικό δικαίωμα να εξασφαλίζει τα δάνεια που χορηγούσε με εξασφαλίσεις, καθώς και την προθεσμία άσκησης έφεσης εναντίον της απόφασης του διαιτητή εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της. Τροποποιημένη Απάντηση [3] Στην Τροποποιημένη Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση, η Ενάγουσα εκτός της άρνησης των θέσεων της Εναγόμενης και τους ισχυρισμούς περί αντικανονικής εισαγωγής ισχυρισμών μετά την Τροποποιημένη Υπεράσπιση, τονίζει την αντικανονική και παράνομη έκδοση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 4/11/2004 με παραπλάνηση του συζύγου της από τον διαιτητή και παρατίθενται λεπτομέρειες. Προσκομισθείσα μαρτυρία [4] Οι εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις υποστηρίχθηκαν για την πλευρά της Ενάγουσας με την μαρτυρία του συζύγου της κ. Α. Αλεξάνδρου (ΜΕ1) και της Ενάγουσας (ΜΕ2), ενώ για την Εναγόμενη μαρτυρία προσφέρθηκε από τον Λειτουργό της Dovalue Cyprus Limited («Dovalue») κ. Α. Ανδρέου (ΜΥ). Η μαρτυρία τους έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και ακολουθεί σύντομη παράθεση της. Μαρτυρία ΜΕ1 [5] Ο ΜΕ1 κατάθεσε γραπτή δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Α'. Ο ΜΕ1 δηλώνει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εκ της εμπλοκής του σε αυτή. Αναφέρθηκε στην σύναψη δανείου από τους γονείς της Ενάγουσας το 1993 για αγορά του διαμερίσματος, το οποίο εγγράφηκε επ' ονόματι του πατέρα της δυνάμει αγοράς για ποσό Λ.Κ. 38.000 και κατάθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας και ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του λογαριασμού δανείου αρ. [ ]. Όπως εξηγεί, οι δόσεις του δανείου καταβάλλονταν κανονικά, προσθέτοντας ότι το δάνειο ήταν εξασφαλισμένο με την υποθήκη αρ. Υ3434/1993, ενώ οι γονείς της συζύγου του διατηρούσαν καταθέσεις στο Συνεργατικό ύψους Λ.Κ. 35.000- περίπου. Όπως ανέφερε, όταν αποβίωσε ο πατέρας της συζύγου του η οικογένεια προσπάθησε να αποσύρει τις καταθέσεις του, όμως το Συνεργατικό τους εμπόδισε και η Ενάγουσα δέχθηκε πιέσεις για να αιτηθεί δάνειο, ώστε να εξοφλήσει το δάνειο του πατέρα της με αντάλλαγμα την εγγραφή του διαμερίσματος επ' ονόματι της. Προβάλλει ότι το Συνεργατικό θα μπορούσε να εξοφλήσει το δάνειο του πατέρα της Ενάγουσας από τις καταθέσεις του και δεν το έπραξε. Επίσης, προβάλλει ότι το Συνεργατικό ήταν ανένδοτο στις θέσεις του ότι αν δεν εξοφλείτο το δάνειο του πατέρα της Ενάγουσας δεν θα ελευθερώνονταν οι καταθέσεις και την πίεζαν να λάβει δάνειο προς τον σκοπό αυτό υποσχόμενοι στην παρουσία του ότι θα φρόντιζαν οι ίδιοι να πωλήσουν το διαμέρισμα και με αυτό η Ενάγουσα θα είχε σημαντικό κέρδος. Περαιτέρω, όπως υποστηρίζει, το Συνεργατικό διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι δεν θα κινηθεί νομικά εναντίον της, επειδή θα εύρισκαν οι ίδιοι αγοραστή. [6] Σύμφωνα με τον ΜΕ1 οι πιέσεις, ψευδείς παραστάσεις και παροτρύνσεις των υπαλλήλων του Συνεργατικού είχαν ως αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποβάλει αίτηση για δάνειο στις 18/09/2000 για Λ.Κ. 36.500- (τεκμήριο 3) με υποθήκη το διαμέρισμα και να υπογράψει συμφωνία δανείου με το Συνεργατικό ημερ. 23/05/2001, συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 23/05/2001 (τεκμήρια 4 & 5) και την δήλωση υποθήκης Υ4317/
- Ο λογαριασμός δανείου φέρει τον αριθμό [ ] ως το αντίγραφο κατάστασης που κατέθεσε ως τεκμήριο
- [7] Ως αναφέρει ο ΜΕ1, στις 02/08/2004 η σύζυγος του έλαβε ειδοποίηση παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία αναφορικά με το δάνειο, αντίγραφο της οποίας κατάθεσε ως τεκμήριο 8, στην οποία εμφανίστηκε ο ίδιος δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου που κατάθεσε ως τεκμήριο 9, εξηγώντας στον διαιτητή ότι η χορήγηση του δανείου ήταν δόλια και θα έπρεπε να ακυρωθεί, καθώς το δάνειο του πατέρα της έπρεπε να εξοφληθεί από τις καταθέσεις που διατηρούσε δηλώνοντας συνάμα την ετοιμότητα του να συζητήσει την υπόθεση και να εκθέσει τις θέσεις της Ενάγουσας. Όπως υποστηρίζει, ενώ ο διαιτητής του ανέφερε ότι όλα αυτά θα τα διατυπώσει όταν του ζητηθεί, εν τέλει, δεν έγινε οποιαδήποτε διαδικασία, ούτε κλήθηκε να εκφράσει τις θέσεις του και ότι απλά του ζητήθηκε να υπογράψει ένα έγγραφο γνωστοποίησης της απόφασης του. Ο ΜΕ1 κατάθεσε ως τεκμήριο 10 αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημερ. 4/11/2004 και ως τεκμήριο 11 τη δήλωση γνωστοποίησης. [8] Ο ΜΕ1 προβάλλει ότι το Συνεργατικό δολίως ανάγκασε την Ενάγουσα να συνάψει το δάνειο, αφού υπήρχαν οι καταθέσεις για να εξοφληθεί το δάνειο των γονέων της, τα οποία το υπερκάλυπταν, με σκοπό να αποκτήσουν την κυριότητα του διαμερίσματος και εν συνεχεία με την πώληση του να αποκομίσουν κέρδος, υπογραμμίζοντας ότι το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με επιστολή του ημερ. 02/04/2018 ενημέρωσε εγγυητή της Ενάγουσας ότι το Συνεργατικό επέδειξε αδιαφορία στην αίτηση εκποίησης του διαμερίσματος ΑΝΠ/352/2005 που είχε καταθέσει (τεκμήρια 12 & 13). Όπως δηλώνει, ακόμη και μετά την διαιτησία λάμβαναν υποσχέσεις από Συνεργατικό για την πώληση του διαμερίσματος και ενώ ανέμεναν την πώληση του παράλαβαν την ειδοποίηση και την αίτηση πώλησης του διαμερίσματος με τα σχετικά έγγραφα (τεκμήριο 14), ενώ σε επικοινωνία με τους υπαλλήλους του Συνεργατικού υποστηρίζει ότι του δήλωσαν να μην ανησυχεί και ότι με την πώληση του διαμερίσματος θα παρέμενε ένα μεγάλο ποσό μετά την εξόφληση του δανείου, επειδή οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν. Ένεκα των ενεργειών και μεθοδεύσεων των υπαλλήλων του Συνεργατικού, όπως δηλώνει ο ΜΕ1, το δάνειο σήμερα υπερβαίνει την αξία του διαμερίσματος, την κυριότητα του οποίου η Ενάγουσα κινδυνεύει να απωλέσει. Επαναλαμβάνει ότι η όλη διαδικασία της διαιτησίας ήταν μια σκευωρία και ζητά την ακύρωση της διαδικασίας της διαιτησίας επισημαίνοντας ότι είχε ζητήσει να αναβληθεί η υπόθεση για να παρουσιαστεί με δικηγόρο. Εν κατακλείδι, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε μετά τον θάνατο του πατέρα της συζύγου του να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας, ο οποίος θα πλήρωνε το χρέος του προς το Συνεργατικό και θα έδιδε το υπόλοιπο στους κληρονόμους. Αντίθετα, ανάγκασαν με δόλιο τρόπο και ψευδείς παραστάσεις την Ενάγουσα να συνάψει δάνειο που είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί διαιτητική απόφαση εναντίον της με τον τρόπο που περίγραψε, τονίζοντας αναφορικά με το λανθασμένο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, ότι όταν αποστάληκε η επιστολή του διαιτητή για την έκδοση της απόφασης αναγράφηκε ότι αυτή εκδόθηκε ερήμην της Ενάγουσας (τεκμήριο 15). Σε τελευταίες του επισημάνσεις, ο ΜΕ1 υποστηρίζει το λανθασμένο του υπολοίπου του δανείου σήμερα. [9] Σε συνέχεια της κυρίως του εξέτασης ο ΜΕ1 ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πεθερού του την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα τηλεφώνησε κάποια λειτουργός του Συνεργατικού στην πεθερά του και της ανέφερε ότι το δάνειο εξασφαλιζόταν με ασφάλεια και θα εξοφλείτο. [10] Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει γιατί δεν εξοφλήθηκε κατά τον τρόπο αυτό το δάνειο. Επέμεινε ότι εκτός από τις καταθέσεις του πεθερού του υπήρχε και ασφάλεια ζωής που αφορούσε το δάνειο. Όπως υπέδειξε, έγιναν συστάσεις και πιέσεις στην Ενάγουσα από το Συνεργατικό και της είπαν ότι ήταν καλύτερα να δεχθεί να πάρει δάνειο και να της μεταβιβαστεί το διαμέρισμα στο όνομα της και ότι θα είχε σημαντικό κέρδος από αυτή την πράξη. Κατά την σύναψη του δανείου απάντησε ότι δεν ήταν παρών και ότι η Ενάγουσα του έλεγε ότι είχε δεχθεί πιέσεις. Παραδέχθηκε ότι με την σύναψη του δανείου από την Ενάγουσα αποδεσμεύτηκε ένα μεγάλο μέρος των καταθέσεων και το έλαβαν οι κληρονόμοι του πατέρα της. Επίσης, ανέφερε ότι δεν αποφάσιζε μόνο η σύζυγος του, αλλά και άλλοι 3 κληρονόμοι και ότι το διαμέρισμα ο πεθερός της το προόριζε για την ίδια. [11] Σε σχέση με το ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή δέσμευση του Συνεργατικού ότι θα αναλάμβανε την πώληση του διαμερίσματος το απέδωσε στο ότι τέτοια διαβεβαίωση δεν θα μπορούσε να δώσει. Το ότι στη γραπτή του δήλωση κάνει λόγο για διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων του Συνεργατικού στην παρουσία του για πώληση του διαμερίσματος την απέδωσε σε λανθασμένη αναφορά γιατί δεν ήταν παρών. Δεν ανέμενε ότι η τράπεζα θα έπαιζε τον ρόλο του πωλητή, όμως εφόσον το είπαν στην σύζυγο του προφορικά ανέμεναν ότι θα ενεργούσαν με τον δικό τους τρόπο προς τον σκοπό αυτό. Όταν είδαν ότι η τράπεζα δεν εξηύρε αγοραστή από το 2001 δεν έκαναν κάτι και παράπεμψε στις ειδοποιήσεις διαιτησίας, την διαδικασία της διαιτησίας και τις ειδοποιήσεις για πώληση του
- Όπως απάντησε στην ερώτηση γιατί δεν προέβηκαν σε παραστάσεις στο Συνεργατικό αφού είδαν ότι δεν πουλιόταν το διαμέρισμα, δεν είχε κάτι γραπτό ότι ανέλαβαν να το πράξουν, προσθέτοντας ότι όταν πήραν την επιστολή από το Συνεργατικό και ακολούθησε αυτή του Κτηματολογίου ότι προχωρούν στην πώληση περίμεναν να το πωλήσουν για να εξοφληθεί το δάνειο. Όπως δήλωσε, οι τιμές είχαν πάει σημαντικά πάνω από την ημερομηνία σύναψης του δανείου και η πώληση αυτή θα άφηνε ένα σοβαρό επιπλέον ποσό. [12] Για την διαδικασία της διαιτησίας απάντησε ότι όταν κατάλαβε ότι ο διαιτητής ήταν διορισμένος από την Κεντρική Συνεργατική διερωτήθηκε πως γίνεται να δικάζει κάποιος που δεν είναι ανεξάρτητο πρόσωπο και επανέλαβε ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα να ακουστεί πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Παραδέχθηκε ότι για να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα στο όνομα της συζύγου του θα έπρεπε να συγκατατεθούν οι κληρονόμοι του πεθερού του. Η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα της συζύγου του απάντησε ότι προέκυψε και πως δεν είχε επιλογή, καθώς και ότι πιστεύει πως η σύζυγος του ήθελε να πάρουν τα χρήματα από τις καταθέσεις του πεθερού του οι υπόλοιποι κληρονόμοι. Στη υποβολή της θέσης ότι ήταν επιλογή της συζύγου του η σύναψη του δανείου για να πάρει το διαμέρισμα και οι κληρονόμοι το μερίδιο στις καταθέσεις, απάντησε ότι δεν το ξέρει. [13] Σε σχέση με την αναφορά του στη γραπτή δήλωση ότι παρά το ότι συμφωνήθηκε δόση δανείου η εξόφληση του θα γινόταν με την πώληση του διαμερίσματος, ο ΜΕ1 σχετικά ερωτώμενος με ποιο τρόπο θα γινόταν η αποπληρωμή του δανείου απάντησε ότι πρόθεση της συζύγου του ήταν να πληρώνει, παραδέχθηκε δε ότι δεν αποπλήρωσε κάποια δόση ένεκα σοβαρών οικονομικών προβλημάτων στην οικογένεια και για αυτό επέλεξαν την οδό της πώλησης. Του υποδείχθηκε αίτηση για μείωση της δόσης στο δάνειο από Λ.Κ. 570- σε Λ.Κ. 427.50 με ημερ. 16/05/01 (τεκ. προς Αναγνώριση Β' μετέπειτα τεκμήριο 23) και του υποβλήθηκε ότι εξ αυτού προκύπτει ότι η εξόφληση θα γινόταν με δόσεις και όχι με πώληση του διαμερίσματος. Όπως απάντησε, πρώτη φορά την ακούει, όμως επέμεινε ότι η εξόφληση θα γινόταν με την πώληση του διαμερίσματος και θα τέλειωνε το ζήτημα. Δεν υπήρχε η πρόθεση να εξοφληθεί με δόσεις. Επίσης, επέμεινε ότι δεν έκαναν οποιαδήποτε ενέργεια πώλησης του διαμερίσματος, γιατί μετά από 3 μήνες μετά την διαιτησία πήραν ειδοποίηση για εκποίηση και ότι από την στιγμή που ανέλαβε και το πιστωτικό ίδρυμα και το Κτηματολόγιο, δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ήξεραν ότι καθημερινώς οι τιμές αυξάνονταν και ήταν προς όφελος τους να πωληθεί. Παραδέχθηκε ότι αντιλαμβανόταν ότι αυξάνονταν οι τόκοι του δανείου, όπως και ότι ελάμβαναν κατάσταση λογαριασμού. Υπόδειξε ότι καθυστέρηση στην εκποίηση επέδειξε ο πιστωτής σύμφωνα με την επισήμανση του Κτηματολογίου. [14] Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία της διαιτησίας εμφανίστηκε με εξουσιοδότηση της Ενάγουσας, όχι για να ζητήσει αναβολή, αλλά διότι δεν μπορούσε να παραστεί η ίδια, σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση που του υποδείχθηκε που αναφέρει ότι θα εμφανιζόταν για να ζητήσει αναβολή επειδή ήταν άρρωστη. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 9, ήτοι η εξουσιοδότηση της Ενάγουσας για εξουσία συμφωνίας ή διευθέτησης και απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε, αλλά ότι απλά του γνωστοποιήθηκε η απόφαση και ότι υπέγραψε ότι του γνωστοποιήθηκε η απόφαση. Όπως δήλωσε, απαντώντας αν ανέφερε στο διαιτητή ότι δεν πλήρωσαν καμία δόση, δεν τον ρώτησε κανείς κάτι τέτοιο. Μετέπειτα παραδέχθηκε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ότι αναγνώρισε την οφειλή. [15] Ο ΜΕ1 ερωτήθηκε γιατί δεν πρόσβαλαν την διαιτητική απόφαση εντός 21 ημερών αφού ήταν δυσαρεστημένοι από τον διαιτητή. Όπως απάντησε, ανέμενε να δει τι θα γίνει. Επέμεινε ότι προσπάθησε να μιλήσει στο διαιτητή πριν μπούνε μέσα και παρά το ότι αυτός του ανέφερε ότι θα μιλήσει όταν μπει στην διαδικασία, εντούτοις εξέδωσε απόφαση. [16] Ο ΜΕ1 ενώ παραδέχθηκε σχετικά ερωτώμενος ότι έγινε διαχείριση της περιουσίας του πατέρα της Ενάγουσας, μετά είπε ότι δεν ήταν σίγουρος. Η σχετική γνωστοποίηση χορήγησης εγγράφων διαχείρισης ημερ. 13/06/2000 στην αίτηση υπ' αριθμό 237/2000 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κατατέθηκε ως τεκ. προς Αναγνώριση Γ' (μετέπειτα κατέστη τεκμήριο 18). [17] Ο ΜΕ1 απάντησε ότι πιθανόν το Συνεργατικό να απέστειλε πολλές φορές επιστολές και ειδοποιήσεις για εξόφληση του δανείου. Κατά την επανεξέταση του αρνήθηκε ότι αναγνώρισε την οφειλή, αλλά απλά ότι υπέγραψε ότι του γνωστοποιήθηκε η διαιτησία. Μαρτυρία Ενάγουσας-ΜΕ2 [18] Η Ενάγουσα κατάθεσε γραπτή δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Β'. Σε αυτή αναφέρει ότι οι υπάλληλοι της Εναγόμενης την πίεσαν με αθέμιτο τρόπο να υπογράψει την συμφωνία δανείου ημερ. 23/05/2001 για ποσό Λ.Κ. 28.500- για εξόφληση του δανείου του πατέρα της, διαφορετικά δεν θα αποδέσμευαν τα χρήματα του γραμματίου του, ώστε να δοθούν στους κληρονόμους. Όπως δηλώνει, το Συνεργατικό είχε τα χρήματα του πατέρα της στη διάθεση του για εξόφληση του δανείου, κάτι που αποτελούσε και υποχρέωση του. Επίσης, ότι την διαβεβαίωσαν ότι είχαν έτοιμο αγοραστή για το διαμέρισμα και ότι το δάνειο ήταν τυπικής σημασίας. Δεν έλαβε νομική συμβουλή πριν λάβει το δάνειο και τώρα ευρίσκεται προ του κινδύνου απώλειας του διαμερίσματος και να εξακολουθεί να οφείλει. Όπως τονίζει, μόνο αυτά τα γεγονότα είναι σε γνώση της, γιατί την όλη υπόθεση από την αρχή μέχρι τέλους την χειρίστηκε ο σύζυγός της. [19] Σε συνέχεια της κυρίως της εξέτασης η ΜΕ2 δήλωσε ότι πιέστηκε να υπογράψει από τον κ. Κ., ο οποίος ήταν διευθυντής του Συνεργατικού και πολύ φίλος του πατέρα της. Όπως υποστήριξε, πείστηκε από τα λεγόμενα του κ. Κ., επειδή του είχε πλήρη εμπιστοσύνη, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι θα είχε κέρδος από την πώληση του διαμερίσματος. Εξηγώντας την θέση της, η ΜΕ2 δήλωσε ότι ο πατέρας της προόριζε το διαμέρισμα για αυτή, ότι ζούσε στο διαμέρισμα και ότι της είπε ότι υπήρχε γραμμάτιο δεσμευμένο για να εξοφληθεί το υπόλοιπο του δανείου, καθώς και ασφάλεια. Επισήμανε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα της τους τηλεφώνησε λειτουργός του Συνεργατικού και ανέφερε στη μητέρα της ότι το δάνειο θα εξοφλείτο από την ασφάλεια. Πρόβαλε ότι δεν γνωρίζει τι έγινε μετά και ότι υπήρξε κάποιος δόλος σε όλα αυτά, όπως και ότι δεν γνωρίζει γιατί πείστηκε να βάλει χρέος για να ελευθερωθεί το γραμμάτιο. Κατάθεσε ως τεκμήρια 16 και 17 αντίγραφα πιστοποιητικών προθεσμιακής κατάθεσης του Συνεργατικού στο όνομα του πατέρα και/ή της μητέρας της. [20] Όπως δήλωσε, ο σύζυγος της όταν υπέγραψε το δάνειο ευρισκόταν στο εξωτερικό ένεκα σοβαρών προβλημάτων υγείας και δεν είχε να συμβουλευτεί κάποιον, ότι συμβουλεύτηκε τον κ. Κ. και όχι κάποιον δικηγόρο. Πρόσθεσε δε, ότι ο κ. Κ. με τον κ. Δ. ήταν και σύμβουλοι του πατέρα της για οποιεσδήποτε οικονομικές αποφάσεις. Όταν επέστρεψε ο σύζυγος της στην Κύπρο ανέλαβε αυτός. Επίσης, παραδέχθηκε ότι του έδωσε γράμμα για να χειριστεί την υπόθεση της διαιτησίας και τον άφησε να ασχοληθεί αυτός και δεν ασχολήθηκε πια η ίδια. [21] Στην αντεξέταση της επέμεινε ότι την επόμενη της κηδείας του πατέρα της επικοινώνησε με την μητέρα της υψηλά ιστάμενος Λειτουργός του Συνεργατικού και την διαβεβαίωσε ότι το δάνειο εξοφλείται από την ασφάλεια του πατέρα της. Όταν ερωτήθηκε πως τότε προέβηκε στη σύναψη του δανείου, απάντησε ότι δεν ξέρει τι παρανομία έγινε με το Συνεργατικό και ότι υπήρξε πλάνη στην όλη υπόθεση, διότι άλλα τους διαβεβαίωναν και παράπεμψε στην θέση της περί διαβεβαίωσης του διευθυντή για το διαμέρισμα ότι υπερβαίνει το χρέος και πως η πράξη θα είναι προς όφελος της. Όπως δήλωσε, ένεκα και του πένθους άφησε τα πράγματα όπως της υποδείκνυαν να πράξει. Ακόμη, όπως ανέφερε, είχε μιλήσει με τον πατέρα της, ο οποίος την διαβεβαίωσε ότι ό,τι πάθει θα εξοφληθεί το δάνειο από την ασφάλεια. Ζούσαν μέσα στο διαμέρισμα και αναγκάστηκε να δεχθεί την υποθήκη και το νέο δάνειο. Όλα έγιναν σε σύντομο χρονικό διάστημα και εκ των σοβαρών προβλημάτων που είχαν δεν έκατσε να σκεφτεί τι έκανε ή ότι δεν έπρεπε να υπογράψει. Δεν ρώτησε οτιδήποτε όταν της είπαν για νέο δάνειο με δεδομένο ότι το δάνειο διέθετε ασφάλεια, δεν ήξερε πως λειτουργούν τα συνεργατικά με τις ασφάλειες. Έμεινε στην διαβεβαίωση του κ. Κ. ότι θα έπαιρνε το δάνειο, ότι το διαμέρισμα θα μεταβιβαζόταν επ' ονόματι της και θα προσπαθούσαν να πωληθεί και θα λάμβανε τα τριπλάσια χρήματα σε σχέση με το δάνειο. [22] Η ΜΕ2 δήλωσε ότι δεν ήξερε αν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου ο πατέρας της, ήξερε όμως ότι είχε δεσμευμένα χρήματα για οτιδήποτε συμβεί. Παραδέχθηκε μετά από υπόδειξη του τεκμήριου 2 ότι το 1997 ο πατέρας της σταμάτησε να καταβάλλει δόσεις στο δάνειο, όμως πρόβαλε ότι υπήρχε δεσμευμένο γραμμάτιο για το δάνειο. Αποδέχθηκε την θέση ότι οι Λ.Κ. 10.000- που δόθηκαν τον Δεκέμβριο του 2000 για αποπληρωμή στο δάνειο ήταν από το γραμμάτιο. [23] Η ΜΕ2 παραδέχθηκε ότι τα αδέλφια της είχαν απαίτηση να αποδεσμευτεί το γραμμάτιο για να πάρουν τα χρήματα και ότι η διεύθυνση του Συνεργατικού της είπε να τα αφήσει να ελευθερωθούν και θα γινόταν εκ νέου ενυπόθηκο δάνειο που θα ήταν προς όφελος της. Τα αδέλφια της, όπως δήλωσε, έσερναν την μάνα της στις τράπεζες και απαιτούσαν τα λεφτά και για αυτό αναγκάστηκε η ίδια, προσθέτοντας ότι πιέστηκε από όλες τις απόψεις και την διαβεβαίωσε ο κ. Κ. για το επωφελές της σύναψης νέου ενυπόθηκου δανείου και ότι έχουν πελάτες και θα την βοηθούσε να πωλήσει το διαμέρισμα. [24] Στην ερώτηση που της υποβλήθηκε αν πλήρωσαν οποιαδήποτε δόση στο δάνειο, η ΜΕ2 απάντησε ότι μετά την σύναψη του ο άντρας της είχε σοβαρότητα προβλήματα υγείας και ευρισκόταν στο εξωτερικό και δεν μπορούσε να εργαστεί. Έκανε μια με δύο προσπάθειες να πωληθεί το διαμέρισμα και δεν τα κατάφερε, μέχρι που έλαβαν την ειδοποίηση του Κτηματολογίου. Επέμεινε ότι έκανε προσπάθειες για πώληση, παρά το ότι της υποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της στην μαρτυρία του δήλωσε ότι δεν έγινε κάποια προσπάθεια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν έλαβε ειδοποιήσεις από το Συνεργατικό παραπέμποντας στο ότι ανέλαβε ο σύζυγός της όταν επέστρεψε στην Κύπρο. Δεν αναγνώρισε την ειδοποίηση πληρωμής που κατατέθηκε κατόπιν αναγνώρισης της ως τεκμήριο 24, γιατί όλα τα ανέλαβε ο σύζυγός της και είχε όλα τα δεδομένα. Της υποδείχθηκε το μνημόνιο 11/12/00 (τεκμήριο 19) και δεν το αναγνώρισε. Διαφώνησε λέγοντας ότι το διαμέρισμα προοριζόταν για εκείνη, αλλά με την προϋπόθεση ότι ο πατέρας της θα κάλυπτε το διαμέρισμα και ότι το γραμμάτιο που είχε το κάλυπτε. Επίσης, διαφώνησε ότι το Συνεργατικό εμπόδισε την οικογένεια να αποσύρει τις καταθέσεις, αλλά ότι απελευθέρωσε το ποσό και της φόρτωσαν το χρέος με αίτηση που έγινε κατόπιν πιέσεων. Η βασική πίεση προήλθε από το Συνεργατικό και όχι από τα αδέλφια της. [25] H ME2 δήλωσε ότι δεν ενδιαφέρθηκαν για την ασφάλεια, γιατί τους τηλεφώνησαν και τους ανέφεραν ότι το δάνειο του πατέρα της θα εξοφλείτο από την ασφάλεια του. Εξ όσων ξέρει όταν γίνεται ένα δάνειο γίνεται ασφάλεια σε περίπτωση θανάτου. Δεν ήθελε να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα στο όνομα της, αλλά μόνο με τα λεγόμενα του κ. Κ. που της είπε να αναλάβει το χρέος με τις διαβεβαιώσεις που της έδωσε, αλλιώς δεν θα το έκανε. Όμως ήθελε και οι κληρονόμοι να λάβουν το μερίδιο τους. [26] Για την εξουσιοδότηση τεκμήριο 10 δήλωσε ότι απλά το έκανε γιατί είχε εμπιστοσύνη στο σύζυγό της. Όπως δήλωσε, εξ' όσων γνωρίζει και θυμάται, στη διαιτησία δεν εκδόθηκε κάποια απόφαση. Όπως υποστήριξε εκείνη την ημέρα και ο σύζυγος της θα χειριζόταν την υπόθεση και ήταν και άρρωστη. [27] Η ΜΕ2 παραδέχθηκε ότι θα ήθελε να πωληθεί το διαμέρισμα αναφέροντας χαρακτηριστικά μια αναλογία 28 με 120 ή έστω 80 χιλιάδες, άρα θα είχε όφελος, καθώς και ότι απλά θα μετακόμιζε από αυτό μετά την πώληση μέχρι να αποφάσιζαν τι θα έκαναν. Παραδέχθηκε ότι η μεταβίβαση του διαμερίσματος ήταν προς όφελος της εκ της τιμής των ακινήτων. Όμως δήλωσε στη συνέχεια ότι όλα ήταν μια απάτη και δεν αντιλήφθηκε πως κανονίστηκε να ελευθερωθούν τα χρήματα του πατέρα της και να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα στο όνομα της με χρέος, προσθέτοντας ότι την διαβεβαίωσε ο κ. Κ. ότι η πράξη γινόταν προς όφελος της, αλλά στην τελική αυτό έγινε δολίως. Όπως πρόβαλε, έπρεπε να επιμένει να εξοφληθεί το ενυπόθηκο δάνειο του πατέρα της από το γραμμάτιο που ήταν δεσμευμένο και δεν το έπραξε, γιατί δεν είχε λάβει νομική συμβουλή. Μαρτυρία ΜΥ [28] Μοναδικός μάρτυρας για την Εναγόμενη ήταν ο κ. Α. Ανδρέου, Λειτουργός της Dovalue, η οποία δυνάμει συμφωνίας με την Εναγόμενη ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων συμπεριλαμβανομένου και του δανείου στο οποίο αφορά η παρούσα αγωγή (ΜΥ). Προς τον σκοπό αυτό κατάθεσε γραπτή δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ'. Όπως δηλώνει, μέχρι και την 30/01/2018 ήταν λειτουργός ανάκτησης χρεών στην μητρική εταιρεία της Εναγόμενης και διαχειρίστριας των περιουσιακών της στοιχείων και ότι από την 01/02/2018 η εργοδότηση του μεταφέρθηκε στην Dovalue. [29] Ο ΜΥ αναφέρθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αγίου Δομετίου Λτδ και στην σύναψη του δανείου με τους γονείς της Ενάγουσας για αγορά του διαμερίσματος και στον τίτλο ιδιοκτησίας τεκμήριο 1, στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2, καθώς και στην υποθήκη Υ3434/1993 προς εξασφάλιση του. Επίσης, αναφέρθηκε στην ανελλιπή καταβολή των δόσεων του, μέχρι και την 01/05/1997, ημερομηνία παύσης των καταβολών, όμως εξήγησε ότι το δάνειο δεν θεωρήθηκε προβληματικό, επειδή οι γονείς της Ενάγουσας διατηρούσαν τις καταθέσεις των τεκμηρίων 16 και
- Ο ΜΥ αναφέρθηκε στην διαχείριση 237/2000 εκ του θανάτου του πατέρα της Ενάγουσας και στη γνωστοποίηση χορηγήσεως εγγράφων διαχείρισης στα πλαίσια αυτής-τεκμήριο
- Όπως δήλωσε, μετά τον θάνατο του πατέρα της Ενάγουσας οι κληρονόμοι προσπάθησαν να προχωρήσουν σε ανάληψη των καταθέσεων του, όμως δεν τους επιτράπηκε από το Συνεργατικό εκ του οφειλόμενου υπόλοιπου του δανείου. Όπως τόνισε, επειδή το διαμέρισμα ο αποβιώσας το προόριζε για την Ενάγουσα, οι κληρονόμοι πίεσαν την Ενάγουσα να αναλάβει το δάνειο με μεταβίβαση σε αυτή του διαμερίσματος, για να καταστεί δυνατή η αποδέσμευση των καταθέσεων, ώστε αυτοί να λάβουν το μερίδιο τους. Για όλες αυτές τις λεπτομέρειες δήλωσε ότι έλαβε γνώση από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 19, ήτοι το υπηρεσιακό μνημόνιο. Κατάθεσε ως τεκμήρια 20 και 21 αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεως της Επιτροπείας του Συνεργατικού ημερ. 02/04/2001 και 26/04/2001, όπου συζητήθηκε το αίτημα ενός εκ των προτιθέμενων εγγυητών που απέστειλε επιστολή ημερ. 12/02/2001 για απόσυρση του από εγγυητής (τεκμήριο 22), πριν την σύναψη του δανείου με την Ενάγουσα. [30] Στη γραπτή του δήλωση, ο ΜΥ αναφέρει ότι με βάση και το μνημόνιο του τεκμηρίου 19 το δάνειο εγκρίθηκε, με την προϋπόθεση να καταβληθεί στο δάνειο του πατέρα της Ενάγουσας ποσό ύψους Λ.Κ. 10.000- σε μετρητά, κάτι που προκύπτει εκ του τεκμηρίου 2 ότι έγινε στις 15/12/2000 και το δάνειο εκ του τεκμηρίου 3 προκύπτει ότι εγκρίθηκε τελικώς για το ποσό των Λ.Κ. 28.500-. Ο ΜΥ αναφέρθηκε στη σύναψη του δανείου με την Ενάγουσα ως το τεκμήριο 4 και στην άρση της υποθήκης Υ3434/1993 με την εξόφληση του δανείου των γονέων της, στη μεταβίβαση επ' ονόματι της του διαμερίσματος και στην σύσταση της υποθήκης Υ4317/2001 για εξασφάλιση του, ως το τεκμήριο
- Περαιτέρω, ο ΜΥ αναφέρθηκε στην αίτηση της Ενάγουσας-τεκμήριο 23 για μείωση της δόσης του δανείου από Λ.Κ. 570- σε Λ.Κ. 427.50, που έγινε αποδεκτή και από τους υπόλοιπους αντισυμβαλλόμενους προβάλλοντας την υπογραφή της συμφωνίας δανείου με ελεύθερη βούληση. Όπως θεωρεί, όλα τα έγγραφα δόθηκαν στην Ενάγουσα για να τα μελετήσει, όπως επίσης και προειδοποίηση για να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αν επιθυμεί. [31] Ο ΜΥ αναφέρεται στην παράλειψη της Ενάγουσας για αποπληρωμή του δανείου, υπογραμμίζοντας ότι δεν κατέβαλε καμία δόση. Αυτό αποτέλεσε και την αιτία αποστολής προειδοποιητικών επιστολών αναφερόμενος ειδικότερα στην επιστολή του τεκμηρίου 24 την 30/06/2004, με το υπόλοιπο να ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 35.112,
- Η επιστολή αυτή αποστάλθηκε στην γνωστοποιηθείσα από την Ενάγουσα διεύθυνση και δεν είχε επιστραφεί. [32] Ο ΜΥ αναφέρεται στην εκ των καθηκόντων του πρόσβαση σε όλα τα αρχεία, λογαριασμούς και τραπεζικά βιβλία της Εναγόμενης, τα οποία τηρούνται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και αφορούν σε λογαριασμούς συμπεριλαμβανομένου αυτού της Ενάγουσας. Κατάθεσε πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 εδ. 3 του Κεφ. 9 σε σχέση με την συνημμένη σε αυτό κατάσταση του λογαριασμού της Ενάγουσας μέχρι και την 08/11/2004, ως μέρος του αρχείου της Εναγόμενης. Όπως τονίζει, στην κατάσταση λογαριασμού εμφαίνεται ότι ουδέν ποσό αυτή κατέβαλε έναντι του δανείου της και ότι ενημερωνόταν περί τούτου με αποστολή καταστάσεων λογαριασμού στην διεύθυνση που αυτή δήλωσε στο Συνεργατικό. Ούτε και έχει εντοπίσει οποιαδήποτε επικοινωνία ή παράπονα της Ενάγουσας να έχουν καταγραφεί σε σχέση με τον λογαριασμό του δανείου της. [33] Ο ΜΥ αναφέρθηκε στην διαιτησία της 04/11/2004 και στην παρουσία του συζύγου της ΜΕ1, ο οποίος προσκόμισε την γραπτή της εξουσιοδότηση για να προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία ή διευθέτηση για λογαριασμό της. Το αποτέλεσμα ήταν η έκδοση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/2004 ως το τεκμήριο 10 και η γνωστοποίηση της ως το τεκμήριο
- Όπως προβάλλει, η διαιτητική απόφαση ημερ. 04/11/2004 κατέστη τελική και δεσμευτική για την Ενάγουσα, επειδή δεν έχει προσβληθεί με Έφεση δυνάμει του Νόμου και δεν δύναται να επιδιώκεται η ακύρωση της με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Αναφέρθηκε στο τεκμήριο 14 και στην αίτηση για αναγκαστική πώληση του διαμερίσματος, πρόβαλε δε ότι η διαδικασία αυτή δεν τελεσφόρησε εκ του όγκου των αιτήσεων που εκκρεμούν στο Κτηματολόγιο. [34] Όπως δηλώνει ο ΜΥ, δεν έχει εντοπίσει στο φάκελο του δανείου οτιδήποτε από το οποίο να προκύπτει ότι το Συνεργατικό διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι θα αναλάμβανε να πωληθεί το διαμέρισμα σε πελάτες του, υποδεικνύοντας ότι αυτό εκφεύγει του κύκλου των εργασιών του. Όπως υπογραμμίζει, εκ της όλης πράξης, η Ενάγουσα έλαβε όφελος, εκ της μεταβίβασης της κυριότητας του διαμερίσματος, η αξία του οποίου υπερέβαινε κατά πολύ το ποσό του δανείου που έλαβε και κατάθεσε προς τον σκοπό αυτό εκθέσεις εκτίμησης διαφόρων ημερομηνιών ως τεκμήρια 26, 27 και
- Απορρίπτει την θέση της Ενάγουσας περί παράνομων και καταχρηστικών ρητρών στην συμφωνία δανείου που έλαβε και υποστηρίζει ότι το Συνεργατικό ενήργησε με την δέουσα επιμέλεια, καλή πίστη και την ισχύουσα τραπεζική πρακτική προς το πελατολόγιο της. Το σημερινό υπόλοιπο του δανείου, όπως αναφέρει ο ΜΥ, ανέρχεται στο ποσό των €312.791,54 πλέον τόκο προς 9% από 01/01/
- [35] Στην αντεξέταση του ο ΜΥ δήλωσε ότι η Dovalue στην οποία εργάζεται είναι εταιρεία που διαχειρίζεται τα δάνεια της Εναγόμενης και ότι ο ίδιος είναι εξουσιοδοτημένος να προβαίνει σε οποιεσδήποτε εργασίες και διαδικασίες στο Δικαστήριο, ότι έχει πρόσβαση σε όλα τα τραπεζικά βιβλία και αρχεία, καθώς και άλλες προσβάσεις που έχει ένας υπάλληλος της Ενάγουσας. Κατάθεσε ως τεκμήριο 29 αντίγραφο γενικού πληρεξουσίου από την Dovalue ημερ. 26/01/2024, όπου στον Πίνακα Α εμφαίνεται το όνομα του ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Όπως εξήγησε, απαντώντας σχετικά, η Εναγόμενη είναι εγγεγραμμένη εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με άδεια πιστωτικού ιδρύματος από την Κεντρική Τράπεζα και ασκεί εργασίες διαχείρισης δανείων, αναδιάρθρωσης και δικαστικής τους επιδίωξης, όμως δεν δέχεται και δεν διατηρεί καταθέσεις. Για όσα γεγονότα καταθέτει, δηλώνει ότι λαμβάνει γνώση από τα έγγραφα και πληροφορίες που ευρίσκονται στο φάκελο και τα εξηγεί σύμφωνα με την εμπειρία του από το 2007 στο συνεργατικό. Όπως εξηγεί, στην Εναγόμενη, όπως προέκυψε από τις διάφορες συγχωνεύσεις και διαδικασίες, μεταφέρθηκαν δάνεια από το Συνεργατικό, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης συμφωνίας δανείου της Ενάγουσας. [36] Όπως απάντησε ο ΜΥ, τα γραμμάτια των κ.κ. Σάββα και Ελένης Μικελλίδη που διατηρούσαν στο Συνεργατικό δεν ήταν δεσμευμένα και το δάνειο εξασφαλιζόταν με υποθήκη. Δεν έχει εντοπίσει στο φάκελο της παρούσας οποιαδήποτε δέσμευση καταθέσεων για το δάνειο. Όπως εξήγησε, όταν αποβίωσε ο κ. Μικελλίδης οι κληρονόμοι του προσήλθαν να πάρουν τα χρήματα από το Συνεργατικό και δεν τους επιτράπηκε, επειδή υπήρχε υπόλοιπο στο δάνειο, καθώς και ότι έγινε συμφωνία και αποδεσμεύτηκαν. Παράπεμψε στο τεκμήριο 3, όπου η Ενάγουσα έκανε αίτηση για να πάρει δάνειο, στο μνημόνιο του τεκμηρίου 19 και στην έγκριση υπό τον όρο ότι θα καταβάλλονταν Λ.Κ. 10.000- όπως και έγινε στις 15/12/2000, εκ της αναφοράς στο τεκμήριο
- Ακολούθως, όπως δήλωσε, προχώρησε η έγκριση για το ποσό του δανείου μειωμένο, οπόταν και αποδεσμεύτηκαν τα γραμμάτια στις 15/12/2000 και ο λογαριασμός του δανείου παρουσίασε μηδενικό υπόλοιπο. Όπως εξήγησε, ενώ η αποδέσμευση έγινε κατά την ημερομηνία αυτή και πήραν τα χρήματα οι κληρονόμοι, το νέο δάνειο, με το οποίο μηδενίστηκε ο λογαριασμός του δανείου του κ. Μικελλίδη έγινε στις 24/05/2001, οπόταν και έγινε και η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Ενάγουσας. [37] Όπως υπέδειξε ο ΜΥ, αν δεν γινόταν η αίτηση του δανείου από την Ενάγουσα για να εξοφληθεί το προηγούμενο δάνειο, ένα από τα μέτρα που θα λάμβανε το Συνεργατικό θα ήταν ο συμψηφισμός. Ο ΜΥ εξήγησε την διαφορά από την αρχική αίτηση για Λ.Κ. 36.500- αναφέροντας ότι μετά την καταβολή των Λ.Κ. 10.000-, της επανέγκρισης με τον νέο εγγυητή και την κεφαλαιοποίηση του προηγούμενου δανείου, αλλά και της καθυστέρησης στη σύναψή του την 24/05/2001, το τελικό δάνειο που έλαβε η Ενάγουσα ανήλθε στις Λ.Κ. 28.500-. Όπως υποστήριξε, το δάνειο του κ. Μικελλίδη δεν φαίνεται ότι είχε ασφάλεια γιατί αλλιώς θα εξοφλείτο. [38] Υποβλήθηκε στον ΜΥ ότι η Εναγόμενη δεσμεύοντας τα γραμμάτια των γονέων της Ενάγουσας δημιούργησε μια σύμβαση ότι το δάνειο θα εξοφληθεί από τα γραμμάτια των γονέων της. Ο ΜΥ απάντησε ότι απλά απαγορεύτηκε να αποσυρθούν οι καταθέσεις χωρίς την διευθέτηση του δανείου του κ. Μικελλίδη. Υπέδειξε ότι έγινε συμφωνία για ένα μέρος των χρημάτων, όπως προκύπτει από τα έγγραφα. Όπως εξήγησε, θα μπορούσε να γίνει εξόφληση του δανείου με τις καταθέσεις, όμως έγινε η συμφωνία αυτή για τους λόγους που προκύπτει από το μνημόνιο του τεκμηρίου 19, που αποτέλεσε την αιτιολογία έγκρισης του τεκμηρίου 3 και επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα που επακολούθησαν. [39] Στον ΜΥ υποβλήθηκε η θέση ότι η Εναγόμενη ενήργησε για ίδιον όφελος, γιατί αντί να εξοφλήσει με τις καταθέσεις το δάνειο σήμερα διεκδικεί πάνω από €300.000- από την Ενάγουσα. Ο ΜΥ διαφώνησε, εξηγώντας ότι η Εναγόμενη αν έπαιρνε τα χρήματα δεν θα είχε εμπλακεί στην παρούσα διαδικασία και με τα κεφάλαια αυτά θα επωφελούνταν τρίτοι προς όφελος της. Για την θέση του ότι δόθηκαν τα έγγραφα στην Ενάγουσα και τα μελέτησε, παράπεμψε στην αίτηση για το δάνειο που υποβλήθηκε τον 12ον του 2000 και την σύναψή του τον 5ον του 2001, υποδεικνύοντας ότι είχε δικαίωμα για νομική συμβουλή και ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε ένσταση ή παράπονο της Ενάγουσας στον φάκελο, εκτός από την αγωγή που καταχώρησε 10 έτη μετά. Σε σχέση με την έγκριση για μικρότερη δόση από την αναγραφόμενη στο τεκμήριο 2, ανέφερε ότι αυτή ισχύει και δεν υπήρξε τροποποίηση της αναφοράς της δόσης στο δάνειο. Όπως τόνισε, η μειωμένη δόση είχε εγκριθεί, όπως και από τους εγγυητές και αυτή λογιζόταν ως η δόση για να υπολογιστεί κατά πόσο το δάνειο θα καθίστατο προβληματικό. [40] Ο ΜΥ διαφώνησε με την θέση ότι η Εναγόμενη δεν τηρεί τραπεζικά βιβλία, εξηγώντας ότι καθημερινά γίνονται χρεοπιστώσεις στους λογαριασμούς και καταχωρούνται ή διαβάζονται δεδομένα πελατών. Όπως εξήγησε, υπάρχει η δυνατότητα να εκδίδονται καταστάσεις λογαριασμού και παράπεμψε στο τεκμήριο 25, όπου υπέδειξε, ότι αν ήταν απλά αρχείο δεν θα έφερε την ημερομηνία 03/10/
- Για το τεκμήριο αυτό ανέφερε ότι το έχει εκτυπώσει από τον προσωπικό του υπολογιστή και έχει ελέγξει τα δεδομένα που αναφέρει στην οθόνη ότι είναι αληθή. [41] Για την διαδικασία που ακολουθήθηκε στη διαιτησία και απέληξε στην έκδοση της διαιτητικής απόφαση ημερ. 04/11/2004, ο ΜΥ δήλωσε ότι δεν ήταν παρών για να ξέρει τι έγινε, όμως παρατηρεί εκ του τεκμηρίου 10 ότι εμφανίστηκαν μια εκ των εγγυητριών και ο σύζυγος της Ενάγουσας για την Ενάγουσα και αναγνώρισαν το χρέος και υπέγραψαν ότι έλαβαν γνώση της διαιτητικής απόφασης. Όπως δήλωσε, δεν γνωρίζει ποια έγγραφα είχε ενώπιον του ο διαιτητής και εξήγησε τι συνήθως έχει στις περιπτώσεις αυτές εκ της εμπειρίας του. Απέδωσε σε λάθος την αναφορά στο τεκμήριο 10 σε ερήμην εκδοθείσα διαιτητική απόφαση παραπέμποντας στα όσα παρατίθενται στο τεκμήριο 11, ήτοι την γνωστοποίηση για την έκδοση της. Υποβλήθηκε στον ΜΥ ότι στον διαιτητή δεν παρουσιάστηκαν όλα τα στοιχεία που αφορούσαν στην έκδοση του δανείου στην Ενάγουσα, ήτοι το προηγούμενο δάνειο του πατέρα της και τα γραμμάτια. Ο ΜΥ απάντησε ότι για να εκδοθεί η διαιτητική απόφαση σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί όλα τα θέματα αν τέθηκαν, όμως επισήμανε ότι δεν ήταν παρών. [42] Η αντεξέταση του ΜΥ συνεχίστηκε με υποβολές και θέσεις για μεροληπτική στάση του διαιτητή σε βάρος της Ενάγουσας. Ο ΜΥ απάντησε ότι δεν ήταν παρών για να γνωρίζει, όμως υποστήριξε ότι εκ πείρας δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Επεσήμανε δε, ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να καταχωρήσει Έφεση όπως της υπέδειξε το τεκμήριο 15, όμως δεν το έπραξε. Ο ΜΥ παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη δεν προχώρησε με την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/2004, καθότι αναμένεται το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής και μετά να προχωρήσουν. [43] Ο ΜΥ αρνήθηκε ότι υπήρξε κωλυσιεργία από πλευράς της Εναγόμενης για να προωθήσει την εκποίηση του διαμερίσματος εξηγώντας ότι το 2005 που κατατέθηκε η αίτηση για εκποίηση δεν ίσχυε η νέα νομοθεσία εκποίησης ακινήτων με διαδικασίες εκτός Κτηματολογίου και όταν αυτή τέθηκε σε ισχύ το 2015 δεν προχώρησαν, αφού αναμένεται το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Για την διαδικασία στο Κτηματολόγιο δήλωσε ότι η Εναγόμενη δεν μπορούσε να παρέμβει στις διαδικασίες του μετά την υποβολή της αίτησης εκποίησης και πως ούτε κάποια επιστολή για επίσπευση θα άλλαζε την κατάσταση εκ των καθυστερήσεων που παρατηρούνται στο Κτηματολόγιο, εξ' ου και ότι θεσπίστηκε η νέα νομοθεσία. [44] Ο ΜΥ παραδέχθηκε ότι σήμερα η αξία του διαμερίσματος δεν καλύπτει το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, παραπέμποντας στην τελευταία εκτίμηση της αξίας του για €160.
- Όπως υποστήριξε, το 2005 το Συνεργατικό δεν είχε άλλο τρόπο να εισπράξει εκτός της αίτησης εκποίησης στο Κτηματολόγιο, την οποία υπέβαλε. Αρνήθηκε ακόμη μια φορά ότι το Συνεργατικό έπρεπε απαραίτητα να λάβει τα γραμμάτια για εξόφληση του δανείου, αν και εκ των υστέρων φάνηκε ότι θα ήταν προς όφελος του, επειδή εξέτασε μια νέα αίτηση δανείου από την Ενάγουσα που συνδεόταν με την εξόφληση άλλου δανείου και άσκησε τραπεζικές εργασίες και το έκδωσε. Όπως δήλωσε, κανένας υπάλληλος δεν πιέζει οποιονδήποτε να λάβει δάνειο και επανέλαβε την θέση ότι η Ενάγουσα έλαβε το δάνειο για να εξοφλήσει το δάνειο του πατέρα της και ελευθερώθηκαν τα χρήματα των καταθέσεων πριν ακόμη αυτό εκδοθεί και ταυτόχρονα επωφελήθηκε με την μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα της, όπως συμφώνησε με τους κληρονόμους του πατέρα της. Ξεκαθάρισε δε, ότι δεν ενδιαφέρει την τράπεζα πως θα διαχωριστούν τα περιουσιακά των κληρονόμων. Για την αποδέσμευση των γραμματίων στις 15/12/2000 ο ΜΥ εξήγησε ότι μπήκε στην κίνηση του λογαριασμού και την είδε, όπως και στα ηλεκτρονικά του μηνύματα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Νομικές αρχές αξιολόγησης [45] Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». [46] Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). [47] H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291: «Η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα». [48] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). [49] H κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της, ήτοι κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (βλ. Ζερβού Παναγιώτης και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). [50] Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον ΜΕ1 και την Ενάγουσα, όσο και από τον ΜΥ για την Εναγόμενη. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Λαμβανομένων υπόψη μου των ανωτέρω προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 [51] Ο ΜΕ1 εμφανίστηκε αόριστος και αντιφατικός στις απαντήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο. Ήταν φανερή η διάθεση του να αποδώσει την ευθύνη της σύναψης του δανείου από την σύζυγο του σε πίεση που δέχθηκε από το Συνεργατικό. Από την μια αναγνώρισε ότι οι κληρονόμοι ήθελαν το μερίδιο τους στις καταθέσεις, από την άλλη όμως ότι η σύζυγος του ανέλαβε να εξοφλήσει το δάνειο με το δάνειο που έλαβε με μεταβίβαση ενός διαμερίσματος επ' ονόματι της που η αξία του υπερέβαινε κατά πολύ το υπόλοιπο του δανείου. Επικαλέστηκε ότι το δάνειο έπρεπε να εξοφληθεί από τις καταθέσεις, αποδίδοντας υποδεέστερη σημασία στο ότι η σύζυγος του έλαβε δάνειο και μεταβίβαση ακινήτου μεγαλύτερης αξίας. Περαιτέρω, τα όσα περί πίεσης στην σύζυγο του αναφέρει δεν τα βίωσε ο ίδιος, αλλά εκ των όσων αυτή του ανέφερε. Δεν έδωσε πειστική εξήγηση πως το Συνεργατικό καταδολίευσε την Ενάγουσα και την εξαπάτησε για να λάβει το δάνειο. Παραδέχθηκε ότι υπήρχαν δόσεις για να αποπληρώνεται, αλλά επικαλέστηκε ότι υπήρχε διαβεβαίωση από το Συνεργατικό για να πουληθεί σε πελάτες του με μεγάλο όφελος. Δεν φάνηκε πειστική η εξήγηση του γιατί δεν έγινε από τους ίδιους προσπάθεια για να πωληθεί το διαμέρισμα, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα οι τιμές αυξάνονταν κατά δική του παραδοχή και υπερκάλυπταν το υπόλοιπο. Ακόμη και μετά το πέρας της διαιτησίας, δεν έκαναν οτιδήποτε, γιατί όπως δήλωσε, ανέμεναν την πώληση του με βάση την αίτηση από το Συνεργατικό για αναγκαστική πώληση, η οποία δεν έγινε ποτέ. Αυτό αποτελεί μια βολική απάντηση, δηλαδή το να αναμένεται για πολλά χρόνια ο πιστωτής να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου την στιγμή που το υπόλοιπο του δανείου αυξάνεται, η οποία προέρχεται από ένα άνθρωπο που διαχειρίζεται τα οικονομικά της οικογένειας. Δεν έγινε περί τούτου πιστευτός ο ΜΕ1, ενώ παραδέχθηκε τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν. [52] Για το ζήτημα της διαιτησίας, τα όσα έγγραφα παρουσίασε ο ίδιος διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του, μάλιστα δε προκύπτει πως σε ουδεμία ενέργεια προέβηκαν να αμφισβητήσουν την διαιτητική απόφαση για σειρά ετών μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Ενώ παραδέχθηκε το χρέος και ότι δεν καταβλήθηκε η οποιαδήποτε δόση, υποστήριξε πως ήθελε να εξηγήσει στον διαιτητή ότι έπρεπε να ληφθούν τα χρήματα των καταθέσεων για να εξοφληθεί το δάνειο και δεν έγινε, καθώς και ότι η σύζυγος του πιέστηκε να λάβει το δάνειο με τις υποσχέσεις για πώληση του από το Συνεργατικό. Δεν έπεισε ούτε επί αυτού ο ΜΕ1 πως υπήρξε ειλικρινής στο Δικαστήριο, παραδέχθηκε μάλιστα ότι και μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης δεν αποτάθηκαν σε δικηγόρο για νομική συμβουλή ή για να πωλήσουν το διαμέρισμα γιατί ανέμεναν το Συνεργατικό. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 [53] Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η μαρτυρία της ΜΕ
- Προσπάθησε να προβάλει στο Δικαστήριο ανεπιτυχώς ότι το Συνεργατικό ευθύνεται για την σύναψη του δανείου προβάλλοντας ότι την πίεσαν να δεχθεί οι φίλοι και οικονομικοί σύμβουλοι του πατέρα της κ.κ. Κ και Δ. Τα όσα πρόβαλε περί τούτου εμπεριέχουν αντίφαση και ανειλικρίνεια. Από την μια την πίεσε το Συνεργατικό, από την άλλη την πίεζαν πάρα πολύ και οι κληρονόμοι γιατί το υπόλοιπο του δανείου του πατέρα της έπρεπε να εξοφληθεί και ήθελαν να λάβουν το μερίδιο τους από τις καταθέσεις του. Δεν ήξερε γιατί πείστηκε, αλλά πιέστηκε πολύ, το περισσότερο όμως, όπως βολικά πρόβαλε, από το Συνεργατικό. Το όφελος που αποκόμισε με την μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα της του απέδωσε μικρή σημασία. Παραδέχθηκε ότι διέμενε σε αυτό, αλλά δεν θα ήταν δύσκολο αν πωληθεί να μετακομίσει. Στην ουσία μετά την κατάθεση στο δάνειο του πατέρα της των Λ.Κ. 10.000- που είχε ως αποτέλεσμα την μείωση του υπολοίπου του, η ΜΕ2 προέβη σε σύναψη δανείου, το οποίο το εξόφλησε και της μεταβιβάστηκε διαμέρισμα πολύ μεγαλύτερης αξίας, η οποία τα επόμενα χρόνια συνέχισε να αυξάνεται. Αυτό το υποβάθμισε η Ενάγουσα, γιατί προέβαλε ότι της υποσχέθηκαν ότι θα πουλιόταν σε πελάτες του Συνεργατικού εκ των διαβεβαιώσεων που υποστήριξε ότι έλαβε, χωρίς να παρουσιάσει κάτι συγκεκριμένο. Μάλιστα δε, σε συνέχεια του ίδιου μοτίβου ισχυρισμών, ανεπιτυχώς πρόβαλε ότι προσπάθησε μια με δύο φορές να το πωλήσει και δεν υπήρξε ενδιαφέρον και ανέμεναν την πώληση του από το Συνεργατικό. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως ένα χρεώστης δανείου που έχει στην ιδιοκτησία του ένα διαμέρισμα που κατά παραδοχή η αξία του ανεβαίνει δεν επιμένει στην πώληση του ενεργώντας επιμελώς και αναμένει να το πράξει με δημόσιο πλειστηριασμό ο πιστωτής του προβάλλοντας ότι του το είχε υποσχεθεί. Αυτά απορρίπτονται ως θέμα κοινής λογικής, πέραν του γεγονότος ότι δεν κατέδειξε το οτιδήποτε το συγκεκριμένο ότι πιέστηκε, ότι εξαπατήθηκε και ότι η πράξη που έλαβε χώρα ήταν οικονομικά επιζήμια για αυτή. Στην ουσία το δάνειο αφέθηκε απλήρωτο, αν και προκύπτει και μείωση της δόσης του, η Ενάγουσα παραδέχθηκε τα οικονομικά προβλήματα της οικογένειας της, αλλά και ότι διέμενε σε αυτό. Χωρίς να θέλω να αποδώσω μεγάλη σημασία στο ότι διέμενε με την οικογένεια της στο διαμέρισμα, γίνεται φανερό ότι η Ενάγουσα εκ των υστέρων εγείρει κενούς ισχυρισμούς, την στιγμή που η ίδια έλαβε το δάνειο οικειοθελώς, με εξασφάλιση το διαμέρισμα που ανήκε στην περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα της, το οποίο με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν ήταν απλά ισόποσο του δανείου, αλλά την υπερέβαινε κατά πολύ, ότι υποσχέθηκε με δόσεις την εξόφληση του, αλλά παραδεχόμενοι τα οικονομικά και άλλα προβλήματα της οικογένειας δεν το έπραξε με αποτέλεσμα σήμερα αυτό και μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/2004 να έχει ανέλθει περίπου στο διπλάσιο της αξίας του διαμερίσματος. Το τι έλαβε χώρα, δεν αφορά το Συνεργατικό αλλά την ίδια την Ενάγουσα, η οποία δεν προκύπτει ότι φάνηκε συνεπής στις υποχρεώσεις που ανέλαβε. Η ίδια παραδέχθηκε ότι δέχθηκε πίεση από τα αδέλφια της, οι οποίοι χαρακτηριστικά ανέφερε ότι κρατούσαν από το χέρι την μητέρα της και αναζητούσαν στις τράπεζες χρήματα του αποβιώσαντα πατέρα της. Δεν δανείστηκε χρήματα μόνο για να αποπληρώσει χρέος του πατέρα της για να μην λάβει κάτι η ίδια, αλλά δανείστηκε για να ελευθερωθούν τα χρήματα των καταθέσεων του, αφού κατατέθηκε στο δάνειο του ένα ποσό Λ.Κ. 10.000- και έλαβε ένα διαμέρισμα που άνηκε στο πατέρα της και προοριζόταν για την ίδια πολύ μεγαλύτερης αξίας. Δεν μπορώ να αντιληφθώ σε αυτό ποια η οικονομική της ζημία, η απάτη, η πίεση και η καταδολίευση της. Ούτε και επεξήγησε γιατί μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης δεν προχώρησε στα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης της δήλωσε ανειλικρινώς άγνοια για έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ [54] Ο ΜΥ άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο με τις απαντήσεις που έδωσε. Όλα όσα ανέφερε τα στήριξε στα τεκμήρια που ήδη είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο και σε όσα κατάθεσε ο ίδιος. Δεν τίθεται το όποιο ζήτημα για την πηγή της προέλευσης τους, την οποία κρίνω ότι εξήγησε δεόντως. Επεξήγησε το ιστορικό της σύναψης του δανείου από την Ενάγουσα με αναφορά στα έγγραφα και ημερομηνίες. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις ή αοριστίες. Τα πράγματα ήταν απλά για τον ΜΥ. Το Συνεργατικό προέβηκε σε ένα δάνειο προς την Ενάγουσα, το οποίο ανέλαβε να αποπληρώσει με μεταβίβαση ενός διαμερίσματος επ' ονόματι της και υποθήκευση του, το οποίο αυτή δεν αποπλήρωσε και εκδόθηκε εναντίον της η διαιτητική απόφαση ημερ. 04/11/2004, η οποία δεν προσβλήθηκε εντός της υπό του Νόμου τασσόμενης προθεσμίας. Το Συνεργατικό, όπως δήλωσε, ανέλαβε το ρίσκο με το εν λόγω δάνειο, το οποίο δεν εισπράχθηκε. Η ίδια η Ενάγουσα επιθυμούσε να λάβει το δάνειο και αυτό έγινε με τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν, από το Συνεργατικό ως τραπεζικό ίδρυμα που ασκεί τραπεζικές εργασίες. Το τι συμφωνήθηκε με τους κληρονόμους δεν είναι κάτι που αφορούσε το Συνεργατικό και αυτό αποτελεί και την λογική επεξήγηση του πράγματος. Δέχομαι την μαρτυρία του ΜΥ στην ολότητα της. Ευρήματα Δικαστηρίου [55] Εν συνεχεία προβαίνω στη διατύπωση ευρημάτων. Η Ενάγουσα στις 18/09/2000 αιτήθηκε δάνειο ύψους Λ.Κ. 36.500- από το Συνεργατικό με σκοπό να αποπληρώσει το δάνειο που είχαν λάβει οι γονείς της το 1993 για αγορά διαμερίσματος και το οποίο παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ. 37.478,
- Το δάνειο εξασφαλιζόταν με την υποθήκη Υ3434/1993 επί του αγορασθέντος διαμερίσματος που ευρίσκεται επί του ακινήτου αρ. εγγραφής 3/[ ], Φ/Σχ. 21/540303, Τμήμα 3, τεμάχιο [ ], Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα πατέρα της Ενάγουσας. Ο αποβιώσας πατέρας της Ενάγουσας διατηρούσε κατά τον χρόνο του θανάτου του στο Συνεργατικό καταθέσεις ύψους Λ.Κ. 36.783,75, τις οποίες το Συνεργατικό δεν αποδεχόταν να αποσυρθούν, εκτός και αν αποπληρωνόταν το δάνειο των γονέων της Ενάγουσας. Στις 15/12/2000 αποδεσμεύτηκαν οι καταθέσεις που διατηρούνταν στο Συνεργατικό και ταυτόχρονα καταβλήθηκε στο δάνειο ποσό Λ.Κ. 10.000- μειώνοντας το υπόλοιπο του στο ποσό των Λ.Κ. 26.601,10 κατά την 31/12/
- Στις 23/05/2001 η Ενάγουσα προέβηκε σε σύναψη δανείου με το Συνεργατικό ύψους Λ.Κ. 28.500, με το οποίο αποπλήρωσε το υπόλοιπο του δανείου των γονέων της, εξαλείφθηκε η υποθήκη Υ3434/1993 επί αυτού που το εξασφάλιζε, έγινε μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι της και υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση του με την υποθήκη Υ4317/2001 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας προς όφελος του Συνεργατικού. Η μηναία δόση που συμφωνήθηκε ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ. 570-, η οποία, κατόπιν έγκρισης από Συνεργατικό και συγκατάθεσης των υπολοίπων εγγυητών μειώθηκε στο ποσό των Λ.Κ. 427.50 πριν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου. Από την σύναψη του δανείου η Ενάγουσα ουδέν ποσό κατέβαλε ως δόση, με αποτέλεσμα η διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία στις 04/11/2004, στην οποία παρουσιάστηκε ο σύζυγος της Ενάγουσας δυνάμει πληρεξουσίου που του χορήγησε, μετά που η Ενάγουσα ειδοποιήθηκε σχετικά. Την ίδια μέρα εκδόθηκε διαιτητική απόφαση ημερ. 04/11/2004, η οποία γνωστοποιήθηκε αυθημερόν στον σύζυγο της Ενάγουσας. Στις 3/11/2005 το Συνεργατικό προέβηκε στην αίτηση ΑΝΠ325/2005 προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για εκποίηση του διαμερίσματος, αφού απέστειλε σχετική ειδοποίηση ημερ. 24/05/2005 προς την Ενάγουσα, η οποία μέχρι σήμερα εκκρεμεί. Η Εναγόμενη όπως κατόπιν συγχωνεύσεων και μετεξελίξεων προέκυψε, ανέλαβε την χρηματοπιστωτική διευκόλυνση του Συνεργατικού με την Ενάγουσα. Η διαιτητική απόφαση ημερ. 04/11/2004 δεν έχει εγγραφεί ως απόφαση Δικαστηρίου μέχρι σήμερα. Νομική πτυχή και κρίση Δικαστηρίου [56] Προτού προχωρήσω με την νομική πτυχή της παρούσας θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι θεραπείες τις οποίες επιδιώκει να εξασφαλίσει η Ενάγουσα, πέραν των αποζημιώσεων που αξιώνει αφορούν στην ακύρωση της συμφωνίας δανείου και υποθήκης, την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/2004, καθώς και διάταγμα με το οποίο να αποτραπεί η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου. [57] Επί τούτου κρίνω ότι θα πρέπει να με απασχολήσει η πρόνοια του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) ως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/
- Συγκεκριμένα προνοούντο τα εξής: «Διαιτησία προς επίλυσιν διαφορών 52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας. Αξίωσις εγγεγραμμένης εταιρείας δι' οιανδήποτε οφειλήν ή απαίτησιν οφειλομένην εις αυτήν υπό μέλους, πρώην μέλους ή του αντιπροσώπου κληρονόμου ή νομίμου αντιπροσώπου αποβιώσαντος μέλους, είτε η τοιαύτη οφειλή ή απαίτησις εγένετο αποδεκτή ή μη, λογίζεται ως διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας εντός της εννοίας του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε· (β) ως διαφορά που αφορά τις εργασίες εγγεγραμμένης εταιρείας κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, λογίζεται και οποιαδήποτε οφειλή ή απαίτηση εγγεγραμμένης εταιρείας που έγινε αποδεκτή ή που δεν αμφισβητείται.
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.
(3)Εις περίπτωσιν παραπομπής υπό του Εφόρου της διαφοράς εις διαιτητήν ή διαιτητάς προς επίλυσιν, ο Έφορος κέκτηται εξουσίαν καθορισμού της αμοιβής του τοιούτου διαιτητού ή διαιτητών.
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.». [58] Το άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 υπό τον τίτλο «Εξoυσία για ακύρωση διαιτητικής απόφασης» διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «20.-
(1)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επιδεικvύει κακή συμπεριφoρά ή χειρίζεται κακώς τηv υπόθεση, τo Δικαστήριo δύvαται vα τov απoμακρύvει.
(2)Όταv o διαιτητής ή o επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφoρά ή χειρίστηκε κακώς τηv υπόθεση ή όταv η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, τo Δικαστήριo δύvαται vα ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.». [59] Όπως έχει κριθεί, η ρύθμιση του άρθρου 52 του Ν.22/1985 είναι σύμφωνες και συμβατές με το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (The Co-operative Grocery of Vasilia v. Haralambos N. Ppirou and others 4 R.S.C.C., βλ. Μιχαηλίδη κ.α ν. ΣΠΕ Πέγειας, Πολ. Έφεση 477/2012, απόφαση ημερ. 27/06/18, ECLI:CY:AD:2018:A311 και Ζαμπά κ.α. ν. Συνεργατικής Κυπριακή Τράπεζας, Πολ. Έφεση 96/12, απόφαση ημερ. 6/06/18, ECLI:CY:AD:2018:A277 12). Στην υπόθεση Τσιμεντοκονίας Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23, τονίστηκε ότι μια διαιτητική απόφαση υπόκειται σε ακύρωση για τους περιορισμένους λόγους που καταγράφονται επί του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4. Όπως υποδείχθηκε ειδικότερα, «ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας είναι ο αποκλεισμός ή ακριβέστερα ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά της διαιτητικής απόφασης.». Η αναφορά αυτή καταδεικνύει και το πεδίο της εμβέλειας του δικαστικού ελέγχου μιας διαιτητικής απόφασης μόνο εντός των προϋποθέσεων του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4, πάντα όμως εντός της προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 52
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985). [60] Στην προκείμενη περίπτωση αυτό που προκύπτει εκ των ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι ότι η διαιτητική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης εκδόθηκε στις 04/11/2004 και αυτή δεν προέβηκε σε καταχώρηση Έφεσης δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) ως ίσχυε. Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή επιχειρείται εκτός της ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/2004, η ακύρωση της συμφωνίας δανείου ημερ. 23/05/2001, της υποθήκης Υ4317/2001, καθώς και γενικές αποζημιώσεις για δόλο, απάτη, ψευδών παραστάσεων και συνεπεία ψυχικής πίεσης. Η παράλειψη προσβολής της διαιτητικής απόφασης ημερ. 04/11/2004 δια του ενδίκου μέσου της Έφεσης/Αίτησης δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) ως ίσχυε, εντός 21 ημερών από της γνωστοποιήσεως της την έχει καταστήσει τελική. Εκ των ευρημάτων του Δικαστηρίου η διαιτητική απόφαση ημερ. 04/11/2004 έχει γνωστοποιηθεί στο σύζυγο και πληρεξούσιο της Ενάγουσας την ημέρα της έκδοσης της και δεν έχει προβληθεί εντός 21 ημερών. Η πρόνοια του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/1985) ως ίσχυε μου αφαιρεί την όποια δικαιοδοσία να εξετάσω τις όποιες θεραπείες επιζητούνται με την παρούσα αγωγή. Ακόμη και σε σχέση με το ζήτημα της ακύρωσης της υποθήκης Υ4317/2001 η αδυναμία εξέτασης της νομιμότητας της σύμβασης δανείου, με την οποία η σύναψη της υποθήκης Υ4317/2001 είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μου αφαιρεί την όποια δικαιοδοσία. Η μόνη διαδικασία με την οποία θα μπορούσε να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση ημερ. 04/11/2004 είναι με το εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας καταχωρηθέν ένδικο μέσο της Έφεσης. [61] Η πλευρά της Ενάγουσας επικαλείται ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παραμερίσει μια διαιτητική απόφαση σε περιπτώσεις δόλου ή συμπαιγνίας. Οφείλω να επισημάνω ότι την υπόθεση Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1),
(1996)1 ΑΑΔ 49 τονίστηκε η ανάγκη ύπαρξης θεσμοθετημένων κανόνων ως θεμέλιο της παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δεν πρέπει απλά να επαφίεται στη βούληση των Δικαστών με το να παρέχουν τέτοιες θεραπείες εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου, κάτι που επιχειρείται να γίνει στην υπό κρίση υπόθεση με δεδομένο ότι το προβλεπόμενο ένδικο μέσο δεν έχει προωθηθεί από την Ενάγουσα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και επιδιώκεται υπό τον μανδύα της αγωγής μετά από 10 και πλέον χρόνια όχι απλώς να επιδιωχθεί, αλλά και να επεκταθεί σε σχέση με τους λόγους ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. [62] Εν πάση περιπτώσει ακόμη και αν δεχόμουν ότι είχα δικαιοδοσία να εξετάσω τα ζητήματα που εγείρονται με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ήτοι του δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων υπό τις οποίες προβάλλει η Ενάγουσα ότι ενήργησε το Συνεργατικό σε βάρος της και πάλι η Ενάγουσα δεν θα ήταν επιτυχής στις αξιώσεις της. [63] Όπως προβλέπει ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, η συναίνεση στην συνομολόγηση σύμβασης είναι ελεύθερη όταν δεν προκαλείται, μεταξύ άλλων, με απάτη, ψευδή παράσταση, πλάνη, με εξαναγκασμό ή ψυχική πίεση.[1] Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κεφ. 149 μια σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες, ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. [64] Όπως έχει νομολογηθεί, συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης είναι δύο ειδών, ήτοι οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών και συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση και στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός, ενώ στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει (βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως ν. Πούλλα κ.ά.
(2004)1 (Β) ΑΑΔ 961). Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται η απόδειξη με θετική μαρτυρία ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής, δηλαδή ένα πραγματικό εξαναγκασμό σε σημείο ουσιώδους υπονόμευσης της δυνατότητας κατάληξης σε δυνατότητα διαμόρφωσης ανεξάρτητης κρίσης, ενώ στην δεύτερη περίπτωση το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε, αλλιώς παραμένει ανενεργό (βλ. Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως, ανωτέρω, με παραπομπές σε Αγγλική νομολογία). [65] Στην Σ.Π.Ε. Αγίας Φυλάξεως, ανωτέρω, επισημαίνονται τα εξής σχετικά: «Όταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni [1952] 2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley [1807] 14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1929] A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752).». [66] Όπως έχει λεχθεί η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα (βλ. Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1 ΑΑΔ 1523). Στο άρθρο 17 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 καθορίζεται η έννοια της απάτης ως η παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς από αυτόν που δεν πιστεύει ότι είναι αληθές ή την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει σε αυτό ή για υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της ή για κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση ή για κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από τον νόμο ως απάτη. Σχετικό είναι και το άρθρο 36 του Κεφ. 148 αναφορικά με το αστικό αδίκημα της απάτης η στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτεί ψευδή παράσταση ενός γεγονότος εν γνώση του ψεύδους ή χωρίς πίστη της αλήθειας της με σκοπό να ενεργήσει η Ενάγουσα επί αυτής, ότι έχει ενεργήσει επί αυτής και υπέστηκε ζημία (βλ. Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298). Σε σχέση με την έννοια της ψευδούς παράστασης ως καθορίζεται στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου αποτυπώνει ως κεντρικής σημασίας την βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν είναι πραγματικό και το πρόσωπο στην οποία προβαίνει σε αυτή δεν το γνωρίζει και καλύπτει και παράβαση καθήκοντος άνευ πρόθεσης εξαπάτησης ή παραπλάνησης. [67] Οι περιστάσεις που εμπεριέχουν το στοιχείο της μη ελεύθερης συναίνεσης καθιστούν την σύμβαση ακυρώσιμη, όχι άκυρη και δίδουν στο αναίτιο μέρος το δικαίωμα για υπαναχώρηση, ήτοι γνωστό ως «rescission» (βλ. και άρθρα 19 και 20 του Κεφ. 149). Όπως έχει αποφασιστεί η λέξη «rescind» δεν σημαίνει «υπαναχωρώ», που εμπεριέχει υπαιτιότητα, αλλά σημαίνει «ακυρώνω» «τερματίζω» κατ΄ έκφραση δικαιώματος και ότι αν το «rescission» κρίνεται αιτιολογημένο, τότε ακολουθούν διάφορες νόμιμες επιπτώσεις (βλ. Strirrup Investments Ltd v. Μ. Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 308/2012, αποφ. ημερ. 11/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A424 ECLI:CY:AD:2019:A424). Η υπαναχώρηση όμως δεν δύναται να ασκείται οποτεδήποτε αλλά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. [68] Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ουδεμία αποδεκτή μαρτυρία μου έχει παρατεθεί, ώστε να κρίνω ότι το Συνεργατικό ή οι αντιπρόσωποι του καθ' οιονδήποτε τρόπο εξαπάτησαν, παραπλάνησαν, άσκησαν ψυχική πίεση ή παρέστησαν ψευδώς στην Ενάγουσα γεγονότα, ώστε αυτή προέβηκε στην σύναψη του δανείου ημερ. 23/05/
- Ούτε και διαπιστώνω εκ των γεγονότων και ευρημάτων μου την οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους του Συνεργατικού ή των υπαλλήλων και αντιπροσώπων του. Μάλιστα δε, αυτό που διαφάνηκε από την όλη μαρτυρία, ενόψει και των ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι ότι η Ενάγουσα ελεύθερα αιτήθηκε δάνειο προς αποπληρωμή του δανείου που αφορούσε στον αποβιώσαντα πατέρα της και αφού πληρώθηκε σε αυτό το ποσό των Λ.Κ. 10.000- κατέστη δυνατή η ανάληψη των καταθέσεων του για να δοθούν στους κληρονόμους του, κάτι που η Ενάγουσα παραδέχθηκε στο Δικαστήριο ότι πίεζαν προς την κατεύθυνση αυτή και η ίδια επωφελήθηκε της μεταβίβασης του διαμερίσματος στο οποίο παραδέχθηκε ότι διέμενε, η αξία του οποίου ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη του δανείου που έλαβε και η τιμή του συνέχισε να αυξάνεται μέχρι και τουλάχιστον το έτος
- Η αύξηση της αξίας του διαμερίσματος έγινε παραδεκτή τόσο από την Ενάγουσα όσο και από τον σύζυγο της στη μαρτυρία του. Ουδέν παράπονο δύναται να έχει η Ενάγουσα για την αξία της δικαιοπραξίας στην οποία προέβη, μάλιστα δε οι θέσεις της ίδιας όσο και του συζύγου της περί αναμονής υλοποίησης δήθεν δέσμευσης του Συνεργατικού για πώληση του διαμερίσματος απορρίφθηκαν στη αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Ούτε και προέβηκε η Ενάγουσα σε υπαναχώρηση από την σύμβαση, αλλά αντιθέτως, ανειλικρινώς προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ανέμενε την πώληση του διαμερίσματος, χωρίς η ίδια να προβεί στην όποια πειστική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Καταληκτικά δε, οφείλω να επισημάνω ότι εν πάση περιπτώσει, με βάση την νομολογία ο δανειστής δεν έχει υποχρέωση εκποίησης των εξασφαλίσεων, αλλά δικαίωμα προς τον σκοπό αυτό (βλ. Σπετσιώτη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Εφέσεις αρ. 362/2012 και αρ. 364/2012, απόφαση ημερ. 26/10/2018). Κατάληξη [69] Η ανωτέρω κρίση σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αγωγής, η οποία απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................... Χ-Μ Καραπατάκης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Ορισμός "ελεύθερης συναίνεσης"
- Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με- (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο