← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4159/15, 16/12/2024

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4159/15, 16/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ-Μ Καραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4159/15 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας -και-

  1. ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ (Α.Δ.Τ. [ ])
  2. ΗΛΙΟΦΩΤΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ])
  3. ΜΑΓΙΑ ΓΚΑΡΑΚΛΙΔΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ])
  4. ΗΛΙΑΣ ΧΑΤΖΗΛΙΑΔΗΣ (Αρ. Διαβ. [ ]) Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Δ. Γεωργιάδου για κ. Σάββα Δ. Γεωργιάδη Για Εναγόμενο 2: κα Γ. Μαραντίδου για κ.κ. Κάκκουρας & Παναγίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφημένες θέσεις Έκθεση Απαίτησης [1] Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων με την καταχώρηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής αφορούσε σε ποσό €22.560,10 πλέον συσσωρευμένους τόκους και κεφαλαιοποιήσεις. Όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, στις 17/10/2007 συμφώνησε και παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 δάνειο Λ.Κ. 9.000- για το οποίο ανοίχθηκε ο λογαριασμός [ ] υπό όρους που προβάλλει, το οποίο οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε έγγραφο εγγύησης ημερ. 17/10/2007, με το οποίο εγγυήθηκε αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό του δανείου με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Το δάνειο τερματίστηκε με επιστολή τερματισμού ημερ. 14/05/2015, καθότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε τις συμφωνηθείσες δόσεις ως η συμφωνία δανείου, αφού ειδοποιήθηκε περί τούτου προηγουμένως με επιστολές ημερ. 26/04/2013 και 17/06/
  5. Με των ιδίων ημερομηνιών επιστολές υποστηρίζεται ότι ενημερώθηκαν και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος
  6. Εν τέλει η αγωγή προωθήθηκε μόνο εναντίον του Εναγόμενου 2, καθότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της στους Εναγόμενους 1, 3 &
  7. Υπεράσπιση Εναγόμενου 2 [2] Στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 γίνεται παραδεκτή η σύναψη του δανείου από τον Εναγόμενο 1 και η σύναψη της συμφωνίας εγγύησης, όμως προβάλλονται σειρά ισχυρισμών με απόληξη την θέση ότι έχει απαλλαγεί από την εγγύηση εκ της συμπεριφοράς που επέδειξε η Ενάγουσα. Ειδικότερα όπως επισημαίνει: · η Ενάγουσα δεν αξιολόγησε ορθά την πιστοληπτική ικανότητα του Εναγόμενου
  8. · ότι η αξίωση τόκου μέχρι και 13.75% αποτελεί παράνομη και καταχρηστική ρήτρα όπως και άλλοι όροι της σύμβασης εγγύησης. · ότι δεν έτυχε της απαιτούμενης ενημέρωσης σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197(Ι)/
  9. · ότι δεν έτυχε έγκαιρης και σύννομης πληροφόρησης από την Ενάγουσα και ότι είναι ο μόνος που διαμένει στην Κύπρο, ενώ οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 έχουν εγκαταλείψει την Κύπρο και είχαν επαφή μεταξύ τους, πλην του ιδίου, μέχρι το έτος
  10. · ότι ο ίδιος δεν είχε καμία επαφή με τον Εναγόμενο 1 από το 2013, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στην αποπληρωμή του δανείου. · ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να τον ενημερώσει έγκαιρα αποστερώντας του το δικαίωμα να περιορίσει την ζημιά του ανακτώντας από τον Εναγόμενο 1 οποιοδήποτε ποσό. · ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό περιθώριο από την πρώτη ισχυριζόμενη καθυστέρηση και παραβλάπτονται τα δικαιώματα του ένεκα της αναχώρησης των υπολοίπων Εναγόμενων από την Κύπρο μετά το
  11. · ότι δεν έλαβε την επιστολή ενημέρωσης τερματισμού και ότι ο λογαριασμός δανείου τερματίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση λίγους μήνες πριν την λήξη του, ενώ για τις επιστολές ενημέρωσης των καθυστερήσεων εξηγεί ότι αυτές δεν λήφθηκαν έγκαιρα κατά παράβαση της σχετικής Νομοθεσίας. [3] Αναφορικά με την σχέση των Εναγόμενων 1, 3 & 4, ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι ήταν ιδιοκτήτες και/ή εργοδοτούμενοι της επιχείρησης γνωστής ως «Ελλαδίτες» στην περιοχή του Αγ. Αντωνίου, Λευκωσία. Απάντηση στην Υπεράσπιση [4] Η Ενάγουσα πλην της άρνησης των θέσεων της Υπεράσπισης και επανάληψης του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλει ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 είναι γενικοί και αόριστοι, ενώ για το περιεχόμενο των όρων της εγγύησης ημερ. 17/10/2007 υποστηρίζει ότι αυτοί υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο 2 ελεύθερα, αφού αυτός τους ανέγνωσε και αντιλήφθηκε το περιεχόμενο τους, κάτι που τον κωλύει στο να προβάλλει ισχυρισμούς περί παρανομίας και καταχρηστικών όρων. Επ' ακροατηρίω διαδικασία [5] Την υπόθεση για την Ενάγουσα υποστήριξε με την μαρτυρία του ο υπάλληλος της κ. Α. Αγαθοκλέους (ΜΕ), ενώ οι θέσεις της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 προωθήθηκαν μέσω της μαρτυρίας του Εναγόμενου 2 (ΜΥ1) και του κ. Α. Βιολάρη (ΜΥ2). Ακολουθεί σύντομη παράθεση της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα. Μαρτυρία ΜΕ [6] Ο ΜΕ στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης κατάθεσε γραπτή δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Α'. Σε αυτή δηλώνει ότι είναι ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης των τρεχούμενων λογαριασμών, καθώς και για την ενημέρωση και παρακολούθηση τους, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου λογαριασμού δανείου, έχοντας ως εκ τούτου προσωπική γνώση. Αναφέρθηκε στη σύναψη της συμφωνίας δανείου ημερ. 17/10/2007 με τον Εναγόμενο 1, την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο 2 και στους όρους που αυτή προέβλεπε, όπως και στο έγγραφο εγγύησης ημερ. 17/10/2007 που υπέγραψε, μεταξύ άλλων, ο Εναγόμενος 2 για την αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη εγγύηση της συμφωνίας δανείου, την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο
  12. Προβάλλει ότι τους όρους του εγγράφου εγγύησης οι εγγυητές υπέγραψαν με ελεύθερη βούληση, αφού τους ανέγνωσαν και τους αντιλήφθηκαν πλήρως, στην παρουσία μαρτύρων της Ενάγουσας, τους οποίους κατονομάζει. [7] Ο ΜΕ στο Έγγραφο Α' αναφέρεται στην παράλειψη του Εναγόμενου 1 να αποπληρώσει τις καθορισμένες δόσεις του δανείου και στον τερματισμό του ημερ. 14/05/2015 δια επιστολής, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε με αντίστοιχες επιστολές ημερ. 26/04/2013 και 17/06/2014, όπως και οι εγγυητές, μεταξύ των οποίων και ο Εναγόμενος 2, καταθέτοντας δέσμη αντιγράφων αυτών ως τεκμήριο
  13. Όπως υπέδειξε, η επιστολή τερματισμού ημερ. 14/05/2015 απεστάλη δια συστημένου ταχυδρομείου σε όλους τους Εναγόμενους στην διεύθυνση που δήλωσαν στην Ενάγουσα, ειδικότερα δε, στον Εναγόμενο 2 στην διεύθυνση Ευγενίας και Αντωνίου Θεοδότου 19, 1060 Λευκωσία, η οποία ουδέποτε επιστράφηκε. Κατάθεσε ως τεκμήριο 7 αντίγραφα της απόδειξης κατάθεσης συστημένων αντικειμένων ημερ. 19/05/2015 που φέρει την βεβαίωση του ταχυδρομικού υπαλλήλου στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι ετικέτες των απεσταλμένων επιστολών. Σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας, όπως προκύπτει εκ των συμφωνηθέντων, κατάθεσε ως τεκμήριο 8 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9 με συνημμένη κατάσταση λογαριασμού και επεξήγησε τον τρόπο τήρησης της από την Ενάγουσα, αλλά και το πως γίνονται σε αυτή οι διάφορες καταγραφές. Όπως υπέδειξε, αυτή η κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, αποστελλόταν στον Εναγόμενο 1-πρωτοφειλέτη στην διεύθυνση που αυτός δήλωσε και ουδέποτε προέκυψε η οποιαδήποτε επικοινωνία ή παράπονο αναφορικά με το τι αυτή κατάγραφε. [8] Στα πλαίσια του Εγγράφου Α' ο ΜΕ κατάθεσε ως τεκμήριο 9 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 με αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, από την οποία εξηγεί ότι η Ενάγουσα προκύπτει ότι διεκδικεί ποσό €38.658,62 πλέον τόκο 8.20% ετησίως από 20/03/2023 επί €37.984,47 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30/06 και 31/12, εξηγώντας ότι το χρεωστικό υπόλοιπο σύμφωνα με αυτή προκύπτει κατόπιν αφαίρεσης όλων των τόκων υπερημερίας από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό του, αλλά και ότι τέτοιος τόκος υπερημερίας χρεώνεται μόνο από την ημερομηνία τερματισμού με βάση μειωμένο ποσοστό 1.75%. Ως τεκμήριο 10 κατάθεσε πίνακα που ετοίμασε σε σχέση με τις τιμές των επιτοκίων και των ημερομηνιών αλλαγής τους και εξήγησε τον τρόπο χρέωσης και ποσοστό του επιτοκίου στον επίδικο λογαριασμό, ενώ ως τεκμήριο 11 κατάθεσε αντίγραφα δημοσιεύσεων της Ενάγουσας στον ημερήσιο τύπο για μεταβολή των επιτοκίων. Ως τεκμήριο 12 κατάθεσε αντίγραφο δημοσίευσης σε εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας ημερ. 07/11/2013 της μείωσης του τόκου υπερημερίας που χρεώνει η Ενάγουσα σε χορηγήσεις από 2.5% σε 1.75% από 25/11/
  14. [9] Στις καταληκτικές παραγράφους του Εγγράφου Α' ο ΜΕ απορρίπτει τις θέσεις του Εναγόμενου 2 όπως αυτός εγείρει στην Υπεράσπιση του, καταθέτοντας ως τεκμήριο 13 αντίγραφο επιστολής ημερ. 17/10/2007, με την οποία ενημερώνεται δεόντως για την εγγύηση του, ενώ υποστηρίζει ότι όταν ο Εναγόμενος 2 έλαβε ενημέρωση για την επιστολή τερματισμού του δανείου δεν επικοινώνησε για οποιαδήποτε διευκρίνιση ή παράπονο. Επιμένει δε, ότι οι επιστολές καθυστερήσεων και τερματισμού απεστάλησαν στον Εναγόμενο 2 και δεν έχουν επιστραφεί, ενώ για το ζήτημα της νομικής συμβουλής για την υπογραφή της εγγύησης, υποστηρίζει ότι ήταν ελεύθερος να λάβει τέτοια και πως το ζήτημα αφορούσε αυτόν και όχι την Ενάγουσα. Στην τελευταία του αναφορά, υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα προέβη σε λεπτομερή έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας του Εναγόμενου 1 πριν τον δανειοδοτήσει και έλαβε όλες τις ανάλογες εξασφαλίσεις, τονίζοντας περαιτέρω, ότι η Ενάγουσα ήταν πάντοτε πρόθυμη να επεξηγήσει στους πελάτες της τα οποιαδήποτε έγγραφα. [10] Στην αντεξέταση του ο ΜΕ ανάφερε ότι δεν γνώριζε που ήταν το υποκατάστημα της Ενάγουσας που συνάφθηκε η συμφωνία δανείου και το έγγραφο εγγύησης, καθώς και ότι οτιδήποτε μπορούσε να δει ήταν από τον φάκελο, χωρίς να γνωρίζει την περιοχή που του υποδείχθηκε, γιατί ο ίδιος είναι από την Λεμεσό. Όπως απάντησε, γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε εστιατόριο και ο Εναγόμενος 2 καφενείο. Εξ όσων γνωρίζει, το εστιατόριο ήταν κοντά στο υποκατάστημα της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι 3 και 4, όπως ανέφερε, φαίνονται στο φάκελο του ως ιδιωτικοί υπάλληλοι. Όπως ανέφερε, σε κανένα άλλον, εκτός από τον Εναγόμενο 2, επιδόθηκε η αγωγή. Τον Εναγόμενο 1 δεν κατέστη δυνατόν να εντοπίσει η Ενάγουσα, όμως δεν γνώριζε ακριβώς τι έρευνες έκανε για τον σκοπό αυτό. [11] Ο ΜΕ παραδέχθηκε ότι η τελευταία κατάθεση στο δάνειο του Εναγόμενου 1 έγινε τον Οκτώβρη του 2008 και πρόσθεσε ότι πιθανόν να έγιναν τηλεφωνικές οχλήσεις στον πελάτη για την καταβολή των καθυστερημένων δόσεων, καθότι υπήρχε τμήμα για τα καθυστερημένα δάνεια που επικοινωνούσαν με τους πελάτες. Δεν εντόπισε όμως κάτι συγκεκριμένο στον φάκελο. Στη συνέχεια, απαντώντας σχετικά, δήλωσε ότι όταν η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 σταμάτησε να πληρώνει προέβη σε τηλεφωνικές οχλήσεις προς αυτόν, χωρίς να μπορεί να παρουσιάσει το τηλεφωνικό αρχείο των κλήσεων και πρόσθεσε ότι στάλθηκαν επιστολές προειδοποίησης το
  15. Παραδέχθηκε ότι η πρώτη φορά που στάληκε επιστολή ήταν το 2013 από το έτος 2008 που σταμάτησε να πληρώνει ο Εναγόμενος 1, όμως δήλωσε ότι πρέπει να του γίνονταν προηγουμένως τηλεφωνικές οχλήσεις. Το ίδιο παραδέχθηκε σε σχέση με την πρώτη επιστολή το 2013 ότι έγινε και με τον Εναγόμενο 2, δηλώνοντας ότι «μαζί με τις επιστολές που στάληκαν στον οφειλέτη στάληκαν και στους εγγυητές» και ότι πρώτη φορά ενημερώθηκε το έτος
  16. [12] Στον ΜΕ υποδείχθηκε η επιστολή ημερ. 26/04/2013 που αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6, η οποία απεστάλη στον Εναγόμενο
  17. Ο ΜΕ απάντησε σχετικά ότι υπάρχει αρμόδιο τμήμα της Ενάγουσας που τις αποστέλλει και ότι είναι τυποποιημένη επιστολή που εκδίδεται για πελάτες που παρουσιάζουν καθυστέρηση. Όπως είπε, αυτή απεστάλη με απλό ταχυδρομείο. Το ίδιο και η επιστολή ημερ. 17/06/
  18. Του υποδείχθηκε η τελευταία παράγραφος του τεκμηρίου 13, όπου γίνεται δήλωση για αποδοχή γραπτών ειδοποιήσεων και του υποβλήθηκε ότι ο τρόπος που απεστάλησαν οι δύο επιστολές καθυστερήσεων δεν ήταν ορθός. Ο ΜΕ απάντησε ότι οι εν λόγω επιστολές είχαν σταλεί με αλληλογραφία στη διεύθυνση που έδωσε ο εγγυητής, χωρίς να έχει υπάρξει αλλαγή διεύθυνσης και η επιστολή τερματισμού με συστημένη αλληλογραφία, υπογραμμίζοντας ότι στην Ενάγουσα διατηρούν σύστημα που όταν επιστρέφεται μια επιστολή φυλάσσεται στον φάκελο του πελάτη, κάτι που δεν έχει εντοπίσει στον φάκελο που θεωρείται ότι παραλήφθηκε από τον πελάτη. Στη συνέχεια συμφώνησε ότι «έπρεπε να σταλούν και οι 2 επιστολές συστημένες όπως υπόγραψε ο πελάτης», όμως δήλωσε πως επειδή δεν βρήκε στο φάκελο επιστολές θεωρητικά παραλήφθηκαν από αυτόν. Οι επιστολές εξήγησε πως αποστάλθηκαν στη διεύθυνση που είχε δηλωθεί και ήταν καταχωρημένη στο σύστημα, ήτοι στην οδό Ευγενείας και Αντωνίου Θεοδότου. Στην θέση ότι ο Εναγόμενος 2 το 2008 έκλεισε το καφενείο του που ευρισκόταν στην εν λόγω διεύθυνση επανέλαβε ότι δεν επιστράφηκαν επιστολές στην Ενάγουσα και πιθανολόγησε ότι περνούσε και έπαιρνε την αλληλογραφία. Αρνήθηκε την θέση ότι το γεγονός αυτό το γνώριζε η Ενάγουσα γιατί ο Εναγόμενος 2 ήταν ο «καφετζής» των υπαλλήλων της στο υποκατάστημα, υπογραμμίζοντας ότι αφ' ης στιγμής δεν έγινε αλλαγή διεύθυνσης από τον πελάτη, η Ενάγουσα δεν μπορεί να το γνωρίζει. Παραδέχθηκε δε, ότι στην ίδια διεύθυνση στάληκε και η επιστολή τερματισμού το
  19. Για την παραλαβή της παράπεμψε στο τεκμήριο 7 δηλώνοντας ότι σε αυτό φαίνεται καθαρά η απόδειξη κατάθεσης του συστημένου αντικειμένου στο ταχυδρομείο που απεστάλη στον Εναγόμενο 2 και πρόσθεσε ότι δεν εντόπισε απόδειξη ότι ήταν στα αζήτητα και δεν παραλήφθηκε. [13] Για το ζήτημα των οχλήσεων προς τον Εναγόμενο 1 επανέλαβε την θέση του για τηλεφωνικές οχλήσεις πριν την αποστολή των επιστολών, όμως δεν γνώριζε πότε έφυγε στο εξωτερικό και ότι αυτό διαπιστώθηκε όταν η Ενάγουσα έκανε ενέργειες μέσω του επιδότη. Στην συνέχεια απάντησε ότι δεν γνώριζε πότε και αν ο Εναγόμενος 1 έφυγε στο εξωτερικό και παράπεμψε ξανά στο τι απάντησε ο επιδότης. [14] Ο ΜΕ δήλωσε άγνοια στη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 το 2008 έκλεισε το καφενείο και δούλευε μεροκάματο στο εστιατόριο του Εναγόμενου
  20. Άγνοια δήλωσε και στην θέση ότι ο Εναγόμενος 2 είχε επικοινωνία μέχρι το 2013 με τον Εναγόμενο 1, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι πλήρωνε κανονικά το δάνειο του. Ούτε και γνώριζε πότε ο Εναγόμενος 1 έκλεισε το εστιατόριο του, στην υποβολή της θέσης ότι αυτό έγινε το
  21. Στην υπόδειξη ότι σύμφωνα με την κείμενη Νομοθεσία η Ενάγουσα έπρεπε να ενημερώσει άμεσα για τις καθυστερήσεις στο δάνειο τον Εναγόμενο 2, παρέπεμψε σε πιθανότητα να γίνονταν τηλεφωνικές επικοινωνίες για αυτά τα 5 έτη με τον Εναγόμενο 1 απαντώντας στην συνέχεια ότι «ενημερώθηκε ο Εναγόμενος 2 μετά τις επιστολές των καθυστερήσεων, τηλεφωνικώς δεν ενημερώθηκε ο εγγυητής». Κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το απόσπασμα από την συνέχεια στο πρακτικό: «E. Τουλάχιστον για 5 χρόνια ο Εναγόμενος 2 δεν γνώριζε αν συμμορφωνόταν ή όχι ο Εναγόμενος 1 με το δάνειο; A. Από τις επιστολές που έχω στην κατοχή μου δεν ενημερώθηκε.». [15] Ο ΜΕ δήλωσε ότι στις 26/08/2010 έγινε μεταφορά του υπόλοιπου δανείου σε επίδικο λογαριασμό της τράπεζας, επειδή δεν εισπράττονταν χρήματα για 2 έτη. Συμφώνησε ότι η ενέργεια αυτή αποτελούσε ένδειξη ότι η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν ενήμερος ως προς το δάνειο. Δεν γνωρίζει αν είχε ενημερωθεί περί τούτου ο Εναγόμενος 1 και δήλωσε ότι δεν ενημερώθηκε ο Εναγόμενος
  22. Αρνήθηκε ότι έγιναν αυθαίρετες χρεώσεις στην εν λόγω κατάσταση του τεκμηρίου 4 εξηγώντας ότι έγιναν κάποιοι «αντιλογισμοί». Επίσης, αρνήθηκε τις υποβολές για αυθαίρετες μεταβολές του επιτοκίου και της μη περί τούτου ενημέρωσης του Εναγόμενου 1, υποστηρίζοντας ότι από την στιγμή που το δάνειο δεν αποπληρωνόταν η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώνει το δάνειο συμφώνως της σύμβασης δανείου. [16] Ο ΜΕ συμφώνησε ότι η επιστολή τερματισμού στάλθηκε λίγους μήνες πριν την συμβατική λήξη του δανείου, αναφέροντας ότι υπήρξαν προειδοποιητικές επιστολές με τις οποίες δόθηκε χρόνος αν υπήρχε πιθανότητα να «επανέλθει σε λειτουργία το δάνειο». Για το ζήτημα της λήψης της από τον Εναγόμενο 1 απάντησε ότι στο φάκελο δεν υπάρχει ένδειξη ότι επιστράφηκε η επιστολή άρα θεωρείται ότι την παρέλαβε. [17] Ο ΜΕ απαντώντας σε σχετική υποβολή περί υποχρέωσης της Ενάγουσας να ενημερώσει τον Εναγόμενο 2 για το επιτόκιο στον τερματισμό, απάντησε ότι ενημερώνεται για το υπόλοιπο και καλείται να προσέλθει για διευθέτηση, κάτι που δεν έπραξε. Επέμεινε ότι στον Εναγόμενο 1 αποστελλόταν κάθε μήνα κατάσταση λογαριασμού στην διεύθυνση που δήλωσε αρχικά και μετά φαίνεται ότι άλλαξε, χωρίς να έχει τα έγγραφα αλλαγής για να τα παρουσιάσει. Εν συνεχεία, απάντησε ότι υπάρχει ηλεκτρονικό αρχείο που τυπώνεται και κάθε εξάμηνο στέλνεται στον πελάτη το υπόλοιπο. Αρνήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να χρεώνει τόκο υπερημερίας και παράπεμψε σε όρο της σύμβασης προσθέτοντας ότι η Ενάγουσα δεν χρέωσε καθόλου τόκο υπερημερίας παρά μόνο 1.75% μετά τον τερματισμό. Υπέδειξε χαρακτηριστικά ότι μετά τις αφαιρέσεις του τόκου υπερημερίας και της αναπροσαρμογής του το χρεωστικό υπόλοιπο από €49.000- μειώθηκε στο ποσό των €38.658-. [18] Στην επανεξέταση του, ο ΜΕ αναφέρθηκε στην διαδικασία που ακολουθεί η Ενάγουσα για αλλαγή διεύθυνσης. Όπως εξήγησε ζητείται η ταυτότητα, ένας λογαριασμός ΑΗΚ ή φόρου ή υδατοπρομήθειας για εξακρίβωση των στοιχείων. Επανέλαβε ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα για αλλαγή διεύθυνσης, ούτε και επικοινώνησε με την Ενάγουσα όταν έλαβε γνώση της αγωγής. Όπως ανάφερε, όταν δεν καταβληθεί η δεύτερη δόση και περάσουν 30 ημέρες γίνεται επικοινωνία με τον πελάτη, ήτοι τον πρωτοφειλέτη και όχι τον εγγυητή αν και υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί να επικοινωνήσουν και με τον εγγυητή. Μαρτυρία Εναγόμενου 2-ΜΥ1 [19] Ο ΜΥ1 κατάθεσε γραπτή δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Β'. Σε αυτή υποστηρίζει ότι το καφενείο που διατηρούσε μέχρι το 2008 που συνταξιοδοτήθηκε ευρισκόταν δίπλα από το υποκατάστημα της Ενάγουσας, ενώ στο απέναντι διαγώνια κτίριο ευρισκόταν το εστιατόριο του Εναγόμενου 1 με την επωνυμία «Ελλαδίτες», με τον οποίο είχε γνωριστεί και αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Κατάθεσε προς τον σκοπό αυτό διάφορες αεροφωτογραφίες για τις οποίες επικαλείται τα σημεία που ευρισκόταν το υποκατάστημα της Ενάγουσας, το καφενείο του και το εστιατόριο του Εναγόμενου
  23. [20] Ένεκα της φιλικής του σχέσης με τον Εναγόμενο 1 και επειδή διαπίστωσε ότι η επιχείρηση του πήγαινε αρκετά καλά του ζητήθηκε και υπέγραψε την εγγύηση για το δάνειο που έλαβε. Μάλιστα, όπως δηλώνει, εργάστηκε στο εστιατόριο για μεροκάματο από το 2008, που συνταξιοδοτήθηκε και έκλεισε το καφενείο του, μέχρι το 2009, όπου είχε στενές προσωπικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 1 και αυτός τον διαβεβαίωνε συνεχώς ότι πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου. Μετά που σταμάτησε να εργάζεται κοντά του δηλώνει ότι συνέχισε να πηγαίνει στο εστιατόριο του Εναγόμενου 1 ως πελάτης, το δε εστιατόριο είχε μεταφερθεί επί της οδού Στασίνου που ήταν κάθετη στην οδό Ευγενείας και Θεοδότου, ήτοι λίγα μέτρα πιο κάτω, ως εμφαίνεται σε μια από τις φωτογραφίες που κατέθεσε ως τεκμήριο. Προς μεγάλη του έκπληξη το 2013 ο Εναγόμενος 1 έκλεισε το εστιατόριο, χωρίς να τον ενημερώσει για την πρόθεση του αυτή ή για το εάν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και εξαφανίστηκε. Μαζί του έφυγαν και οι Εναγόμενοι 3 και 4 και εκ της καταγωγής τους θεώρησε ότι επέστρεψαν στην Ελλάδα. Κατάθεσε περί τούτου ως τεκμήριο 16 σχετική δημοσίευση στην πλατφόρμα «Facebook» της επιχείρησης «Ελλαδίτες», όπου προκύπτει τελευταία δημοσίευση τον Ιανουάριο του 2013 και έκτοτε καμία άλλη δραστηριότητα. [21] Για την επίδικη οφειλή δηλώνει ότι έμαθε με την επίδοση της αγωγής και υποστηρίζει ότι όλα τα προηγούμενα χρόνια κανένας δεν τον πληροφόρησε για το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε το δάνειο, παρά και το ότι γνώριζε και είχε καθημερινή επικοινωνία με τους υπαλλήλους της Ενάγουσας στο υποκατάστημα που τους πωλούσε καφέ. Όπως εξηγεί, καμία επιστολή ενημέρωσης δεν έλαβε, αλλά ούτε και οποιαδήποτε τηλεφωνική επικοινωνία δεν είχε από κάποιο λειτουργό της Ενάγουσας. Τις επιστολές ημερ. 26/04/2013, 17/06/2014 υποστηρίζει ότι ουδέποτε τις έλαβε, παρά μόνο στα πλαίσια της διαδικασίας της αγωγής. Υποστηρίζει ότι εκ του τεκμηρίου 13 προκύπτει ότι αυτές θα έπρεπε να του αποστέλλονται συστημένες, κάτι που δεν έγινε, αλλά ότι εστάλησαν με σύνηθες ταχυδρομείο. Για δε την επιστολή τερματισμού ημερ. 14/05/2015 δηλώνει ότι ουδέποτε την έλαβε, γιατί αυτή στάληκε στην οδό όπου διατηρούσε το καφενείο του, το οποίο έκλεισε το 2008, κάτι που γνώριζε η Ενάγουσα εκ της γειτνίασης του υποκαταστήματος της με αυτό. Επικαλείται ότι δεν έλαβαν γνώση της επιστολής τερματισμού οι Εναγόμενοι 1, 3 & 4, επειδή εγκατέλειψαν το 2013 την Κύπρο, κάτι που έχει ως συνέπεια να μην έχει τερματιστεί νομότυπα το δάνειο. Οι δικές του προσπάθειες να εντοπίσει τον Εναγόμενο 1 εξηγεί ότι απέβησαν άκαρπες. [22] Ο Εναγόμενος 2 επικαλείται ότι η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να τον ενημερώσει για το ότι ο Εναγόμενος 1 σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του δανείου από το 2008, κάτι που δεν έπραξε ούτε με επιστολή, αλλά ούτε και τηλεφωνικά. Αν αυτό γινόταν, όπως υποστηρίζει, θα τον πίεζε να πληρώνει τις δόσεις του, αφού είχε επαφή μαζί του, αλλά και θα ελάμβανε μέτρα εναντίον του για την προστασία του ως εγγυητής σύμφωνα με τον Νόμο και δεν θα τον άφηνε να διαφύγει. Σήμερα αυτό είναι αδύνατο να γίνει. Η παράλειψη αυτή έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του από την εγγύηση. Σήμερα οι περιστάσεις του έχουν διαφοροποιηθεί, αφού είναι 83 ετών με σύνταξη που λαμβάνει στο ποσό των €694,67 και καταθέτει ως τεκμήριο 17 σχετική περί τούτου βεβαίωση ημερ. 31/05/
  24. Επικαλείται ότι η Ενάγουσα δεν μπορούσε να μεταβάλει μονομερώς τον τόκο με τον τερματισμό, αλλά ούτε και να διαφοροποιήσει μονομερώς το επιτόκιο. Επίσης, υποστηρίζει ότι δεν έτυχε ενημέρωσης για τα επιτόκια που χρέωνε η Ενάγουσα στο δάνειο, ενώ την επιστολή τερματισμού για την οποία έλαβε γνώση στα πλαίσια της αγωγής δεν αναγράφεται το ποσοστό του τόκου χρέωσης του επίδικου λογαριασμού με τον τερματισμό, καθώς και ότι δεν υπήρχε δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας. [23] Στην αντεξέταση του επανέλαβε τις θέσεις του για το που ευρισκόταν το εστιατόριο του Εναγόμενου 1, για το πότε έκλεισε το καφενείο του, ότι εργάστηκε στο εστιατόριο για 1 έτος περίπου και για το ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο
  25. Αναφορικά με το πως έμαθε πως έκλεισε το εστιατόριο του ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε ότι το πληροφορήθηκε από τους γείτονες στην περιοχή, μετά που επέστρεψε από ολιγοήμερη επίσκεψη στην Πάφο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1 στον Κυπριακό αριθμό τηλεφώνου, αλλά δεν του απαντούσε και μετά σταμάτησε να λειτουργεί ο αριθμός τηλεφώνου. Του είπαν ότι έφυγαν στην Ελλάδα. Με την επίδοση της αγωγής δεν επικοινώνησε με την Ενάγουσα, αλλά δεν θυμάται. Παραδέχθηκε ότι η οδός που δήλωσε στην συμφωνία εγγύησης για επικοινωνία ήταν η Ευγενείας και Αντωνίου Θεοδότου 19, όπως και ότι όταν έκλεισε το καφενείο δεν δήλωσε αλλαγή διεύθυνσης. Για την επιστολή τερματισμού και κατά πόσο την έλαβε, αρχικά απάντησε ότι δεν θυμόταν, αλλά στην συνέχεια δήλωσε ότι «.νομίζω την έπιασα, αλλά μάλλον μου την έδωσε εκεί δίπλα στο κατάστημα. Ο γείτος μου. Δεν θυμούμαι.». Στην συνέχεια επανέλαβε ότι δεν θυμάται. Όπως απάντησε, αν γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου του θα επέμβαινε. Δεν επικοινώνησε, όπως δήλωσε, με την Ενάγουσα όταν έλαβε την αγωγή, δεν ήξερε γιατί, δεν θυμόταν, δεν ξανάζησε κάτι τέτοιο. [24] Ρωτήθηκε ο Εναγόμενος 2 πως θα έλεγχε τον Εναγόμενο 1 αν γνώριζε, αφού δεν πήρε είδηση ότι έκλεισε το εστιατόριο του. Όπως απάντησε, είναι από το 2008 που δεν πλήρωνε και τότε θα τον πίεζε να πληρώνει. Επεσήμανε δε, ότι ήταν από τότε που ήταν στην εργασία μαζί με τον Εναγόμενο 1 που αυτός δεν πλήρωνε και επέμεινε ότι δεν ενημερώθηκε έγκαιρα. Μαρτυρία ΜΥ2 [25] Ο ΜΥ2 κατάθεσε γραπτή δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ', στην οποία δηλώνει ότι από το 1963 διατηρεί καθαριστήριο στην οδό Ευγενείας και Θεοδότου, καθώς και ότι το καφενείο του Εναγόμενου 2 ήταν ακριβώς δίπλα από το κατάστημα του. Προέβηκε σε αναγνωρίσεις στα τεκμήρια των φωτογραφιών που κατατέθηκαν, τόσο του καθαριστηρίου του όσο και του σημείου που ευρισκόταν το καφενείο του Εναγόμενου 2, όπως και το σημείο όπου αρχικά ευρισκόταν το εστιατόριο του Εναγόμενου 1 και δήλωσε ότι αυτό μεταφέρθηκε αργότερα λίγα μέτρα πιο κάτω, στην οδό Στασίνου. Επιβεβαίωσε ότι οι Εναγόμενοι 3 & 4 ήταν υπάλληλοι του Εναγόμενου 1, καθώς και ότι όταν ο Εναγόμενος 2 έκλεισε το καφενείο του δούλεψε για λίγο καιρό στο εστιατόριο του Εναγόμενου
  26. Όπως εν τέλει δηλώνει ο ΜΥ2, εδώ και πολλά χρόνια έχει κλείσει το εστιατόριο του Εναγόμενου 1 και δεν τον έχει ξαναδεί. [26] Στην αντεξέταση του ο ΜΥ2 δήλωσε ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο 2 από το
  27. Το καφενείο δήλωσε ότι ο Εναγόμενος 2 το έκλεισε πριν από 5-6 χρόνια, όμως πρέπει να έχει περισσότερα. Ο Εναγόμενος 1, αλλά και οι Ελλαδίτες ήταν γνωστοί του και έπαιρνε από εκεί φαγητό. Δεν γνώριζε για πόσο καιρό δούλευε εκεί ο Εναγόμενος
  28. Οι Εναγόμενοι 1 & 3 απάντησε ότι ήταν ανδρόγυνο. Για το πότε έκλεισε το εστιατόριο απάντησε ότι δεν θυμάται, όμως ανέφερε ότι είχε γίνει δίκη και ο Εναγόμενος 1 το είχε μεταφέρει στην οδό Στασίνου. Αξιολόγηση μαρτυρίας Νομικές αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας [27] Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζ/α Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». [28] Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). [29] H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291: «Η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα». [30] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων, αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). [31] H κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της, ήτοι κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (βλ. Ζερβού Παναγιώτης και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). [32] Το Δικαστήριο προέβηκε σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον ΜΕ για την Ενάγουσα, όσο και από τον Εναγόμενο 2-ΜΥ1 και ΜΥ2. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Λαμβανομένων υπόψη μου των ανωτέρω προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ [33] Ο ΜΕ άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο με τα όσα ανέφερε και απάντησε τόσο στην κυρίως του εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του. Οι απαντήσεις που έδιδε ενέπιπταν στο πεδίο της γνώσης που άντλησε από το περιεχόμενο του φακέλου του επίδικου δανείου, οι οποίες ήταν σαφείς και περιεκτικές. Σε καμία περίπτωση δεν φάνηκε να απαντά με περιστροφές ή ότι προσπάθησε να αποφύγει να απαντήσει. Εξήγησε πως συνομολογήθηκαν οι συμφωνίες δανείου και υπογράφηκε το Έγγραφο εγγύησης, μεταξύ άλλων, από τον Εναγόμενο 2 με την ελεύθερη του βούληση όπως αποτυπώνεται στην υπογραφή του και στην παρουσία μαρτύρων. Για τις αποστολές των επιστολών τερματισμού παράπεμψε στην διαδικασία που ακολουθεί το αρμόδιο τμήμα της Ενάγουσας υποδεικνύοντας ότι αυτές απεστάλησαν στις δηλωμένες διευθύνσεις, ενώ για τον Εναγόμενο 2 δήλωσε ότι αυτό έγινε στην διεύθυνση Ευγενείας και Θεοδότου, που στην θέση ότι το καφενείο του που ευρισκόταν εκεί έκλεισε κάποια χρόνια προηγουμένως, απάντησε ότι δεν προχώρησε σε αλλαγή διεύθυνσης, κάτι που και ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 παραδέχθηκε στη δική του μαρτυρία. Δεν ανάμενα ότι ο ΜΕ θα γνωρίζει την τοποθεσία του υποκαταστήματος της Ενάγουσας, όπως ειλικρινώς απάντησε και ορθώς επισήμανε το γεγονός ότι υπάρχει αρμόδιο τμήμα που ασχολείται με τα ζητήματα των καθυστερημένων δανείων, άσχετα αν το υποκατάστημα που το χορήγησε ευρίσκεται πλησίον της δηλωμένης διεύθυνσης του δανειολήπτη ή εγγυητή. Για το ζήτημα της όχλησης του Εναγόμενου 2 υπήρξε ειλικρινής ότι δεν έγινε, ενώ για τον Εναγόμενο 1 απάντησε εκ της γνώσης του για τις διαδικασίες που ακολουθεί η Ενάγουσα, ήτοι των τηλεφωνικών οχλήσεων σε περιπτώσεις καθυστερήσεων. Δεν θεωρώ ότι προσπάθησε στην περίπτωση αυτή να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας, αλλά απαντούσε με βάση αυτά τα οποία γνωρίζει ότι ακολουθούνται. Παραδέχθηκε ειλικρινώς ότι η πρώτη όχληση του Εναγόμενου 2 έγινε το 2013, όπως και ότι οι ενημερωτικές επιστολές για τις καθυστερήσεις στο δάνειο έπρεπε να του αποσταλούν με συστημένο και όχι με σύνηθες ταχυδρομείο, όπως επίσης πως την πηγή γνώσης του για το που ευρίσκεται ο Εναγόμενος 1 την αντλεί από τα όσα εξακρίβωσε ο επιδότης. Δέχομαι την θέση του ΜΕ σε σχέση με την αποστολή στους Εναγόμενους όλων των επιστολών της Ενάγουσας στις δηλωμένες υπό αυτούς διευθύνσεις και ότι καμία από αυτές δεν επιστράφηκε. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜY1 [34] Ο Εναγόμενος 2 ειλικρινώς παραδέχθηκε ότι ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα για αλλαγή της διεύθυνσης του σε σχέση με το επίδικο δάνειο και την εγγύηση που υπέγραψε. Σε σχέση με την μη ενημέρωση του για το ότι ο Εναγόμενος 1 δεν το αποπλήρωνε είπε την αλήθεια και η μαρτυρία του αυτή υποστηρίζεται και από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ. Όμως αυτό που διαφοροποιεί τα πράγματα είναι το πότε έλαβε γνώση ο Εναγόμενος 2 ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωνε το δάνειο του. Ο ΜΥ παραδέχθηκε ότι έλαβε επιστολή από την Ενάγουσα που του την έδωσε ένας γείτονας του. Το ποια είναι αυτή η επιστολή δεν ξεκαθάρισε, αν και απαντούσε σε ερώτηση για την επιστολή τερματισμού. Φάνηκε συγχυσμένος και ασαφής περί τούτου. Όπως θα διαφανεί, το βάρος απόδειξης της λήψης ή όχι της επιστολής τερματισμού μετατίθεται στους ώμους του και δεν μου έχει καταδείξει ότι δεν την έλαβε, ούτε και εκ του γεγονότος ότι δέχομαι πως κατά την ημερομηνία τερματισμού τόσο το εστιατόριο του Εναγόμενου 1 όσο και το καφενείο του ιδίου είχαν ήδη κλείσει. Για την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών δέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ και δεν κρίνω ότι μπορεί ο Εναγόμενος 2 να μην έχει λάβει τις επιστολές στην διεύθυνση που είχε δηλώσει με δεδομένο ότι στην μαρτύρια του μίλησε για γείτονες που του έδωσαν αλληλογραφία. Δεν δέχομαι την μαρτυρία του ότι δεν έλαβε τις επιστολές της προειδοποίησης παρά το ότι δεν φαίνεται να αποστάλθηκαν με τρόπο που έχει υποδειχθεί στο τεκμήριο
  1. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι ανέφερε τα όσα είπε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει ψέματα, αλλά ενδεχομένως να οφείλονται στην ηλικία του σε συνδυασμό με την πάροδο των ετών. Το τι θα έπραττε αν γνώριζε εξ αρχής την παράλειψη του Εναγόμενου 1 να καταβάλει τις δόσεις του δανείου εκτός της γενικής αναφοράς ότι θα είχε επέμβει για να πληρώνει, η αναφορά του σε λήψη μέτρων με βάση τον Νόμο παραμένει ασαφής και μη επιδεκτική της όποιας αξιολογικής κρίσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜY2 [35] Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν προσφέρει το οτιδήποτε αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει σε σχέση με το που ευρίσκονταν το εστιατόριο του Εναγόμενου 1, το καφενείο του Εναγόμενου 2, το πότε αυτό έκλεισε, ζήτημα για το οποίο παρατηρώ ότι φαίνεται να μην συμπίπτει με τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο Εναγόμενος 2, αφού μίλησε αρχικά για 5-6 έτη πριν μπορεί και παραπάνω. Το «παραπάνω» δεν θεωρώ ότι μπορεί να φτάσει και να καλύψει τα 16 έτη που υποστηρίζει ο Εναγόμενος
  2. Εν πάση περιπτώσει, για το κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 είχε κλείσει το καφενείο του και ότι σχετιζόταν με τον Εναγόμενο 1 δέχθηκαν την μαρτυρία του, ως εκ τούτου η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν έχει κάτι να προσφέρει. Ευρήματα Δικαστηρίου [36] Μετά την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας προβαίνω στην διατύπωση των κάτωθι ευρημάτων: · Στις 17/10/2007 η Ενάγουσα υπέγραψε με τον Εναγόμενο 1 συμφωνία δανείου, με την οποία δάνεισε τον Εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ. 9.000-, το οποίο θα αποπληρωνόταν με 96 δόσεις εκ Λ.Κ. 130.56 έκαστη. · Το βασικό επιτόκιο ως συμφωνήθηκε κατά την ημέρα εκείνη ανερχόταν σε ποσοστό 4.5% με προσαύξηση 4.5%, ήτοι σύνολο τόκου εκ 8.75%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 30/06 και 31/12 έκαστου έτους. Προς τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμό [ ], στον οποίο χρεώθηκε το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε συμπεριλαμβανομένων χρεώσεων τελών χαρτοσήμου, έξοδα διακανονισμού και διάφορα άλλα έξοδα, ενώ πιστώνονταν διάφορα ποσά που καταβάλλονταν. · Δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 17/10/2007 η Ενάγουσα δικαιούτο να μεταβάλει κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της κείμενης Νομοθεσίας, το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβλητό επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και τα τραπεζικά δικαιώματα και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Εναγόμενο 1, ο οποίος θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. · Δυνάμει Εγγράφου εγγύησης ημερ. 17/10/2007 οι Εναγόμενοι 2, 3 & 4 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1 την πληρωμή του ποσού του δανείου μαζί με τους αναλογούντες τόκους, τις προμήθειες και τα τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξόφλησης και αναγνώρισαν ότι η Ενάγουσα δύναται να αυξομειώνει το βασικό επιτόκιο, την προσαύξηση, το μεταβλητό επιτόκιο και τον τόκο υπερημερίας. · Ο Εναγόμενος 1 έπαυσε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις του δανείου από την 21/10/2008 που ήταν και η τελευταία δόση που κατέβαλε στο δάνειο. · Για την παράλειψη καταβολής των δόσεων από την τελευταία καταβολή του Εναγόμενου 1 η Ενάγουσα δεν ενημέρωνε τον Εναγόμενο 2 μέχρι την αποστολή επιστολής ημερ. 26/04/
  3. · Κατά καιρούς η Ενάγουσα με ανακοινώσεις στον τύπο προέβαινε σε αύξηση ή και σε μείωση του βασικού επιτοκίου σε δάνεια τα οποία είχαν χορηγηθεί πριν την 01/01/2008, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου δανείου του Εναγόμενου 1, το επιτόκιο των οποίων ήταν συνδεδεμένο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Οι αυξομειώσεις αυτές αποτυπώνονται στον πίνακα του τεκμηρίου
  4. · Η Ενάγουσα με ανακοίνωση της στον ημερήσιο τύπο μείωσε τον τόκο υπερημερίας για όλες τις χορηγήσεις της σε 1.75% από 25/11/
  5. · Με επιστολή ημερ. 26/04/2013 που απέστειλε η Ενάγουσα στις διευθύνσεις των Εναγόμενων 1, 2, 3 & 4 που είχαν δηλώσει, ενημέρωνε τόσο τον Πρωτοφειλέτη, όσον και τους εγγυητές, μεταξύ των οποίων και τον Εναγόμενο 2, για τις καθυστερήσεις στο επίδικο δάνειο και την μη καταβολή των δόσεων. Η επιστολή ημερ. 26/04/2013 αποστάληκε με σύνηθες ταχυδρομείο στη διεύθυνση του Εναγόμενου 2 που ο ίδιος δήλωσε στην σύμβαση εγγύησης και ουδέποτε προέβηκε σε δήλωση αλλαγής, ήτοι στην οδό Ευγενείας & Αντωνίου Θεοδότου 19, 1060 Λευκωσία. · Με επιστολή ημερ. 17/06/2014 που απέστειλε η Ενάγουσα στις διευθύνσεις των Εναγόμενων 1, 2, 3 & 4 που είχαν δηλώσει, ενημέρωνε τον Πρωτοφειλέτη για την καθυστέρηση στην καταβολή 95 δόσεων του επίδικου δανείου και τον καλούσε να καταβάλει το ποσό των €21.135,36 πλέον συσσωρευμένους τόκους, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε σε τερματισμό. Στους εγγυητές συμπεριλαμβανομένου του Εναγόμενου 2 αποστάληκε επιστολή ημερ. 17/06/2014 με σύνηθες ταχυδρομείο, για ενημέρωση των καθυστερήσεων και της χρέωσης του. Η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στην περίπτωση του Εναγόμενου 2 στην διεύθυνση που ο ίδιος δήλωσε στην σύμβαση εγγύησης και ουδέποτε προέβηκε σε δήλωση αλλαγής, ήτοι στην οδό Ευγενείας & Αντωνίου Θεοδότου 19, 1060 Λευκωσία. · Με συστημένη επιστολή ημερ. 14/05/2015 η Ενάγουσα τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό δανείου και ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 ότι το χρεωστικό υπόλοιπο θα χρεωνόταν ετησίως με βασικό επιτόκιο προς 4.545% πλέον προσαύξηση προς 1.905% πλέον 1.75% τόκο υπερημερίας, ήτοι συνολικά 8.2% ετησίως. Η Ενάγουσα με συστημένη επιστολή ημερ. 14/05/2015 ενημέρωνε τους εγγυητές, συμπεριλαμβανομένου του Εναγόμενου 2 για τον τερματισμό του επίδικου δανείου και τους καλούσε να αποπληρώσουν εντός 15 ημερών το ποσό των €22.560,10 πλέον τόκους. Στην επιστολή ενημέρωσης προς τους εγγυητές δεν γινόταν αναφορά στο ποσοστό του βασικού επιτοκίου, της προσαύξησης και του τόκου υπερημερίας που θα χρεωνόταν. · Με βάση την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου ανέρχεται στο ποσό των €38.658,62 πλέον τόκο προς 8.20% ετησίως από 20/03/2023 επί €37.984,47 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο, την 30/06 και 31/
  6. Νομική πτυχή και κρίση Δικαστηρίου [37] Στις γραπτές αγορεύσεις της πλευράς του Εναγόμενου 2 τίθενται κάποια ζητήματα και παρατίθεται νομική επιχειρηματολογία με την εισήγηση ότι εκ κάποιων παραλείψεων της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 θα πρέπει να απαλλαγεί της εγγύησης που παρείχε δυνάμει του Εγγυητήριου Εγγράφου ημερ. 17/10/2007 και η αγωγή εναντίον του να απορριφθεί. Στην γραπτή της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος εγείρει τα εξής ζητήματα. Πρώτον, την παράλειψη ενημέρωσης του Εναγόμενου 2, με την εισήγηση ότι θα πρέπει να απαλλαγεί από την εγγύηση δυνάμει του άρθρου 12 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν. 197(Ι)/2003 και του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  7. Δεύτερον, ότι δεν έγινε νόμιμος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου πάντα σε σχέση με τον Εναγόμενο
  8. Τρίτον, ότι η χρέωση του επίδικου λογαριασμού δανείου με βασικό επιτόκιο 4.545% ετησίως από 14/05/2015 μέχρι σήμερα δεν είναι νόμιμη και τέταρτον, ότι η Ενάγουσα δεν δύναται να αξιώνει τόκους υπερημερίας. [38] Ειδικότερα, όπως υποστηρίζεται τίθεται ζήτημα παράλειψης έγκαιρης ενημέρωσης του Εναγόμενου 2 σε σχέση με την μη αποπληρωμή των δόσεων του δανείου, κάτι που έκανε παραδεκτό και ο ΜΕ κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε, η πρώτη φορά που ειδοποιήθηκε γραπτώς ο Εναγόμενος 2 ήταν μέσω της επιστολής ημερ. 26/04/
  9. Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Εναγόμενου 2 είναι ότι η παράλειψη αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην απαλλαγή του Εναγόμενου 2 από την εγγύηση σύμφωνα με τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν. 197(I)/2003), ως ετροποποιήθηκε. [39] Το άρθρο 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν. 197(I)/2003), υπό τον τίτλο «Ενημέρωση εγγυητή από πιστωτή για κάθε υπερημερία, κλπ», κατά τον ουσιώδη χρόνο προβλέπει τα εξής: «12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου: (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.». Σχετικό είναι και το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 που προνοεί υπό τον τίτλο «Απαλλαγή εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή» τα εξής: «97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.» [40] Το άρθρο 97 αντιστοιχεί στο άρθρο 139 του The Indian Contract Act, το οποίο τυγχάνει ανάλυσης στο σύγγραμμα των Pullock & Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, Τόμος ΙΙ, 11η έκδοση, 1994, σελ. 981, όπου γίνεται αναφορά για απώλεια εμπράγματων εξασφαλίσεων του πρωτοφειλέτη. Στην μαρτυρία του ο Εναγόμενος 2 εξήγησε ότι αν γνώριζε εξ αρχής ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε τις δόσεις του θα επενέβαινε και θα του ζητούσε να τις καταβάλει. Αποτελεί σε κάθε περίπτωση γεγονός ότι υπήρξε αδυναμία επικοινωνίας του με τον Εναγόμενο 1, αλλά ακόμη και ότι η ίδια η Ενάγουσα δεν κατάφερε να τον εντοπίσει προς τον σκοπό επίδοσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Παρά την θέση αυτή, ο Εναγόμενος 2 δεν παρείχε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μαρτυρία που να καταδεικνύει πως η τελική του ικανοποίηση από τον Εναγόμενο 1 υπέστη βλάβη συνέπεια της παράλειψης έγκαιρης του ενημέρωσης από την Ενάγουσα σύμφωνα με το άρθρο 97, ενώ δεν προκύπτει ότι έχει ασκήσει εξ αυτού το οποιοδήποτε δικαίωμα σε σχέση με παράβαση ουσιώδους όρου του Εγγράφου Εγγύησης. Ούτε και υπήρξε σαφής ως προς το τι μέτρα θα λάμβανε στην περίπτωση που γνώριζε την μη καταβολή των δόσεων, ενώ η θέση που υποστήριξε περί πιέσεων εξόφλησης παρέμεινε αόριστη και ασαφής. [41] Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465 λέχθηκε ότι η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή, καθώς και ότι η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος, εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Περαιτέρω, στην υπόθεση αυτή αποφασίστηκε ότι για την στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί ο τερματισμός του λογαριασμού, ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος. Κατά τεκμήριο, όταν μίας επιστολής αποδεικνύεται η ταχυδρόμηση της και αυτή δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο, τότε έχει παραδοθεί σε αυτόν που απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Πιττάκα ν. Γ&Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895). Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Στην περίπτωση δε που δεν γνωστοποιήθηκε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις συμβάσεις αποτελούν νόμιμο τερματισμό (βλ. Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1726). [42] Στην μαρτυρία του ο ΜΕ κατάθεσε το τεκμήριο 6 σε σχέση με τις επιστολές ενημέρωσης, αλλά και το τεκμήριο 7 που αποτελούν τις αποδείξεις κατάθεσης επιστολών τερματισμού στο Ταχυδρομείο με παράθεση των αυτοκόλλητων αποστολής. Αν και δεν υπάρχει επικολλημένο το αυτοκόλλητο αποστολής σε κάθε επιστολή τερματισμού μέρος του τεκμηρίου 6, έχω ικανοποιηθεί ότι οι επιστολές τερματισμού έχουν αποσταλεί στους Εναγόμενους 1, 2, 3 & 4 με συστημένο ταχυδρομείο στις αναγραφόμενες διευθύνσεις και ότι δεν έχουν επιστραφεί. Άλλωστε, ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 φαίνεται να παραδέχθηκε ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού. Σε σχέση δε με τις προειδοποιητικές επιστολές, τις οποίες ο ΜΕ παραδέχθηκε ότι απεστάλησαν με σύνηθες ταχυδρομείο ανατρέχω στις υπογραφείσες συμβάσεις. [43] Στη σύμβαση δανείου υπό τον όρο 10 συμφωνείται ότι κάθε ειδοποίηση βάσει του παρόντος δανείου μπορεί να δοθεί στον Καταναλωτή με σύνηθες ταχυδρομείο ή ιδιοχείρως στη διεύθυνση που δηλώνεται ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση δώσει γραπτώς ο Καταναλωτής στην Τράπεζα ή στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση. Η διεύθυνση που δηλώθηκε στην σύμβαση δανείου από τον Εναγόμενο 1 είναι η [ ] 11, [ ], ενώ οι διευθύνσεις που αναγράφονται στην πρώτη επιστολή καθυστερήσεων είναι η [ ] 11, Λευκωσία, στην δεύτερη η οδός [ ] 5, Αγλαντζιά, όπως και η ειδοποίηση τερματισμού. Ο ΜΕ δήλωσε ότι σε αυτές τις διευθύνσεις έγιναν αλλαγές, όμως δεν είχε τα σχετικά έγγραφα που να το υποστηρίζουν να καταθέσει. Για δε τον Εναγόμενο 2 εξήγησε ότι αυτός δεν προέβηκε σε αλλαγή διεύθυνσης και ορθά αποστάληκαν στην οδό Ευγενείας και Αντωνίου Θεοδότου 19, αφού και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν προέβη σε αλλαγή διεύθυνσης. Στο τεκμήριο 13 φέρεται ο Εναγόμενος 2 να δηλώνει ότι αποδέχεται την αποστολή ειδοποιήσεων προς την διεύθυνση που αναγράφεται στην συμφωνία εγγύησης που θα υπογράψει ή στην τελευταία γνωστή στην Ενάγουσα διεύθυνση κατά την αποστολή της ειδοποίησης και πως αυτή θα θεωρείται ότι έχει παραλειφθεί νοουμένου ότι σταλεί με συστημένη επιστολή. Ο ΜΕ παραδέχθηκε ότι οι ειδοποιήσεις πριν τον τερματισμό έπρεπε να είχαν σταλεί με συστημένο ταχυδρομείο και όχι με σύνηθες. Αυτό το οποίο αρνήθηκε ο Εναγόμενος 2 δεν είναι την ετοιμασία των προειδοποιητικών επιστολών, αλλά της λήψης τους. Ο ΜΕ εξήγησε με βάση το περιεχόμενο του φακέλου ότι οι υπό αναφορά επιστολές τόσο των προειδοποιήσεων όσο και τερματισμού φαίνεται να έχουν ταχυδρομηθεί και κατάθεσε περί αυτού την δέσμη του τεκμηρίου 6. Σε σχέση με την απόδειξη ταχυδρόμησης στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 84/2009 λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: «Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 7
(1)σελ. 393, παραγρ. 882 αναφέρονται τ' ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης. «
  1. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted.». [44] Η Ενάγουσα αποτελεί ένα τραπεζικό οργανισμό οργανωμένη σε διάφορα τμήματα με ανάλογες αρμοδιότητες. Ο ΜΕ δήλωσε ότι τις επιστολές καθυστερήσεων τις αποστέλλει το αρμόδιο τμήμα που στην προκείμενη περίπτωση εντόπισε στο φάκελο του επίδικου δανείου αντίγραφα τους. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενημερωτικές επιστολές για τις καθυστερήσεις στο δάνειο είχαν ταχυδρομηθεί στις γνωστές διευθύνσεις των Εναγόμενων, συμπεριλαμβανομένου του Εναγόμενου 2 και κατά τεκμήριο είχαν παραληφθεί. Το γεγονός ότι γίνεται αναφορά σε συστημένο ταχυδρομείο δεν κρίνω ότι επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του, καθότι ο ίδιος παραδέχθηκε ότι άλλαξε διεύθυνση και παράλειψε να ενημερώσει την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου είτε συστημένο είτε σύνηθες ταχυδρομείο δεν θα είχε την οποιαδήποτε διαφορετική επίδραση. Αποτέλεσε ευθύνη του Εναγόμενου 2 να προβεί σε δήλωση για αλλαγή διεύθυνσης και δεν μπορεί να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την παράλειψη του αυτή. Ούτε και να επικαλείται γνώση του προσωπικού του υποκαταστήματος της Ενάγουσας ότι έκλεισε το καφενείο, αφού όπως δήλωσε ο ΜΕ τις επιστολές απέστειλε το αρμόδιο τμήμα της Ενάγουσας. Άλλωστε, με δεδομένη την παράλειψη του Εναγόμενου 2 να ειδοποιήσει την Ενάγουσα για την αλλαγή της διεύθυνσης του πως θα μπορούσε η Ενάγουσα να εξεύρει την νέα του διεύθυνση, άσχετα αν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα επιδόθηκε σε αυτόν η αγωγή; Αυτό αποτελούσε ευθύνη του Εναγόμενου
  2. [45] Εν πάση όμως περιπτώσει, για το ζήτημα της λήψης γνώσης της επιστολής τερματισμού, όπως έχει κριθεί, η καταχώρηση αγωγής τερματίζει τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως δήλωση της επιλογής της Ενάγουσας για τερματισμό της συμφωνίας δανείου και προς ενεργοποίηση των απαραίτητων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλόμενων ποσών (βλ. Έλληνας κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 87/2013 απόφαση ημερ. 03/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  3. [46] Ο Εναγόμενος 2 παραπονείται αναφορικά με την επιβολή τόκου υπερημερίας στο δάνειο του Εναγόμενου 1, ωσαύτως καθορίζοντας και την δική του υποχρέωση. Στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (160(Ι)/1999) και ειδικότερα στο άρθρο 3(1α) ως ίσχυε μετά την τροποποίηση του με τον Ν. 66(Ι)/2015, «Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται.». Στην επιφύλαξη που ακολουθεί προνοούνται τα εξής: «Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες.». Tο δε άρθρο 3(1β) προβλέπει τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.». [47] Αυτό που προκύπτει από την υπό αναφορά πρόνοια είναι ότι για τις συμβάσεις που ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκαν κατά ή πριν την ημερομηνία έναρξης του τροποποιητικού νόμου, κάτι που έγινε στις 07/05/2015, για να δυνηθεί το πιστωτικό ίδρυμα να εισπράξει τον όποιο τόκο υπερημερίας που έχει επιβάλει θα πρέπει να αποδείξει πραγματική ζημία, κάτι που δεν απαιτείται σε μεταγενέστερες του χρονικού ορίου που καθορίζει συμβάσεις, όπου απαγορεύει την επιβολή πέραν του 2% τόκου υπερημερίας, χωρίς την ανάγκη για απόδειξη πραγματικής ζημιάς. Στην προκείμενη περίπτωση η σύμβαση της Ενάγουσας με τον πρωτοφειλέτη συνάφθηκε στις 17/10/2007 και ευρισκόταν σε ισχύ την ημερομηνία έναρξης του υπό αναφορά τροποποιητικού νόμου, εντασσόμενη στο σχετικό εδάφιο υπό 3(1β), το οποίο για την οποιαδήποτε επιβολή τόκου υπερημερίας απαιτεί την απόδειξη πραγματικής ζημιάς από την Ενάγουσα. Συμφώνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του δανείου ως το τεκμήριο 9, ο ΜΕ δήλωσε ότι επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας ως καθορίστηκε και στο τεκμήριο 10, ήτοι τον σχετικό πίνακα επιτοκίων που κατάθεσε, από την ημερομηνία τερματισμού και όχι από την ημερομηνία καθυστερημένων δόσεων. Όμως, δεν κατέδειξε ενόψει του άρθρου 3(1β) ως το σχετικό βάρος που έφερε η Ενάγουσα, την πραγματική τους ζημιά εκ της μη συμμόρφωσης του Εναγόμενου 1 με την συμβατική του υποχρέωση για έγκαιρη καταβολή των δόσεων του δανείου. Τίποτα δεν παρατέθηκε στην μαρτυρία του ΜΕ περί τούτου και ωσαύτως κρίνω ότι τόκος υπερημερίας, έστω και μετά τον τερματισμό του δανείου δεν μπορούσε να χρεωθεί από την Ενάγουσα. [48] Τόσο κατά την αντεξέταση του ΜΕ, όσο και στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης της πλευράς του Εναγόμενου 2 τέθηκε το ζήτημα της χρέωσης του επίδικου λογαριασμού με επιτόκιο 4.545% ετησίως από τον τερματισμό στις 14/05/
  4. Το ότι με τον τερματισμό η Ενάγουσα μετέβαλε το επιτόκιο γίνεται παραδεκτό και από τον ΜΕ και καταγράφεται και στον πίνακα του τεκμηρίου 10 με τα επιτόκια και χρεώσεις που ετοίμασε ο ίδιος και χρεώθηκαν στην αναδομημένη κατάσταση του τεκμηρίου
  5. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 10, με τον τερματισμό χρεώθηκε βασικό επιτόκιο 4.545% την στιγμή που προηγουμένως αυτό ανερχόταν στο ποσοστό 0.05%, ενώ το περιθώριο μειώθηκε από 4.7% σε 1.905%, πλέον 1.75% επιτόκιο υπερημερίας. Στην ειδοποίηση τερματισμού αναγράφονται ότι οι χρεώσεις αυτές θα αποτελέσουν και το σύνολο τόκου που θα χρεώνεται ετησίως, ήτοι 8.20% που απαιτείται. Ο ΜΕ παραδέχθηκε ότι το συνολικό επιτόκιο πριν τον τερματισμό ανερχόταν σε ποσοστό 4.75%, κάτι που προκύπτει εκ του τεκμηρίου
  6. Αυτά δεν αμφισβητούνται. Ο ΜΕ σχετικά ερωτώμενος απάντησε τα εξής: «Από τη στιγμή που ο πελάτης δεν πλήρωνε το δάνειο η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τον λογαριασμό και να βάλει τα επιτόκια της σύμβασης για τα δάνεια αυτά.». [49] Ακολούθως, ο ΜΕ απάντησε ως εξής: «Με βάση τη σύμβαση που είχε υπογραφεί από τον πελάτη από τη στιγμή που το δάνειο σταμάτησε να αποπληρώνεται και υπάρχουν καθυστερημένες οφειλές, η Ενάγουσα έχει το δικαίωμα να χρεώνει το δάνειο με βάση τη σύμβαση.». Στην προκείμενη περίπτωση η πλευρά του Εναγόμενου 2 αμφισβήτησε την αύξηση του επιτοκίου που έγινε παραδεκτό από τον ΜΕ ότι έγινε με τον τερματισμό και δηλώνεται και στον πίνακα του τεκμηρίου 10, ο οποίος δήλωσε ότι η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώνει με βάση την σύμβαση. [50] Αυτό που προκύπτει από τα τεκμήρια που κατέθεσε ο ΜΕ στο Δικαστήριο, το βασικό επιτόκιο που χρέωνε η Ενάγουσα ήταν συνδεδεμένο με το επιτόκιο της ΕΚΤ και συγκεκριμένα με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για πράξεις της κύριας αναχρηματοδότησης. Αυτό δηλώνεται στις ανακοινώσεις της Ενάγουσας. Η τελευταία προ του τερματισμού χρέωση βασικού επιτοκίου ανήλθε σε ποσοστό 0.05% για την περίοδο 10/09/2014 - 13/05/
  7. Το ποσοστό 4.545% ως βασικό επιτόκιο χρέωσης προκύπτει από την επιστολή τερματισμού που αποστάληκε στον Εναγόμενο
  8. [51] Σε σχέση με το ζήτημα του τόκου, στην υπόθεση Θεοδώρου Χρήστος ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 ΑΑΔ 2059 λέχθηκαν τα εξής: «Στα πλαίσια του τέταρτου λόγου έφεσης προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε τόκο προς 10,5%. Για τους λόγους που εξηγούμε στη συνέχεια, κρίνουμε ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Στη συμφωνία του δανείου (τεκμ. 5) με τους όρους 2Α και 2Γ προνοείται ρητά το δικαίωμα των εφεσιβλήτων να προβαίνουν σε μεταβολή του βασικού επιτοκίου νοουμένου ότι δίνουν προς τούτο σχετική ειδοποίηση στον χρεώστη. Η εναγόμενη 1 ΜΙΤ αποδέχθηκε τον όρο αυτό μέσω της υπογραφής του εφεσείοντα ο οποίος επιπρόσθετα υπέγραψε και τη συμφωνία εγγύησης. Σχετική ειδοποίηση για αύξηση του επιτοκίου δόθηκε τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και στον εφεσείοντα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ίσχυε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), στον οποίο, σε αντίθεση με την προηγούμενη περί τόκου νομοθεσία, δεν υπάρχει απαγόρευση ως προς το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου. [Βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ (πιο πάνω)]. Επομένως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε τόκο προς 10,5%..» [52] Στην Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 194 για το ζήτημα του καθορισμού του επιτοκίου με παραπομπή στην σύμβαση που συνομολόγησαν και αποδέχθηκαν οι διάδικοι, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής: «Εξετάσαμε τους αντίστοιχους ισχυρισμούς. Έχουμε προσέξει ότι η αύξηση του επιτοκίου σε 12,5% άρχιζε από τις 6/10/02 όπως πληροφορήθηκαν οι εφεσείοντες με την επιστολή τερματισμού ημερ. 27/9/02 (τεκμ. 9) και όπως επαναλήφθηκε με τις επιστολές ημερ. 20/11/02 προς τους εγγυητές του εφεσείοντα, Κοσμά Κόμπο και Δαμιανό Κόμπο, τεκμ. 10 και 11 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τους όρους των σχετικών συμφωνιών οι τόκοι υπολογίζονταν καθημερινά και κεφαλοποιούνταν κάθε εξάμηνο ήτοι κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και με τα όσα αναφέρθηκαν από την πλευρά των εφεσιβλήτων, οδήγησαν στο τελικό οφειλόμενο υπόλοιπο όπως φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού τεκμ. 18 και
  1. Αντίθετη μαρτυρία από πλευράς του εφεσείοντα δεν υπήρχε. Στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99) δεν υπάρχει απαγόρευση (όπως υπήρχε στην προηγούμενη περί τόκου νομοθεσία) σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου, φτάνει να συμφωνήσει με αυτό το πρόσωπο που λαμβάνει το δάνειο. Όπως ορθά επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, αυτό το δέχθηκαν οι εφεσείοντες κατά τη σύναψη των δυο συμφωνιών. Δεν παρατέθηκε οποιαδήποτε αυθεντία από πλευράς του εφεσείοντος που να υποστηρίζει τη θέση του ότι ο καθορισμός του επιτοκίου στο 12,50% από τις 6/10/02 και μετά, είναι παράνομος, επειδή έγινε με την ίδια επιστολή που τερματίζονταν οι σχετικές συμφωνίες.». [53] Εξετάζοντας τους όρους της σύμβασης τεκμήριο 2 στο όρο 5 (α) στην 5η υποπαράγραφο αναφέρονται τα εξής: «Η Τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, την Προσαύξηση, το Μεταβλητό Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά Δικαιώματα..ή άλλα δικαιώματα.και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Καταναλωτή που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.». [54] Η Ενάγουσα, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 11 προέβη μέσω των ανακοινώσεων στον τύπο, αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις ως εμφαίνεται στο τεκμήριο 5 σε αλλαγή του βασικού επιτοκίου ακολουθώντας όπως δηλώνεται την διακύμανση της ΕΚΤ. Αυτό προκύπτει και από τον πίνακα τεκμήριο 10 που ετοίμασε ο ΜΕ. Με την επιστολή τερματισμού ημερ. 14/05/2015 η Ενάγουσα αύξησε το βασικό επιτόκιο σε 4.545% κατ' εφαρμογή των όρων της σύμβασης τεκμήριο 2, κάτι που είχε δικαίωμα να πράξει. Οι επιστολές τερματισμού ως έχει ήδη εξηγηθεί τεκμαίρεται ότι έχουν ληφθεί, στην περίπτωση του Εναγόμενου 2 κατά δική του παραδοχή. Επισημαίνεται ότι και στο τεκμήριο 13 ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει τις υποχρεώσεις και τους όρους που έχουν συμπεριληφθεί στη σύμβαση δανείου ημερ. 17/10/2007, οι οποίες σε σχέση με το δικαίωμα της Ενάγουσας να μεταβάλλει το επιτόκιο παρατίθενται, ενώ στο Έγγραφο Εγγύησης ημερ. 17/10/2007 ο Εναγόμενος 2 εγγυάται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Πρωτοφειλέτη την πληρωμή του ποσού του δανείου μαζί με τους αναλογούντες τόκους. Στην τρίτη δε παράγραφο του Εγγράφου Εγγύησης ημερ. 17/10/2007 υπό (V) ο Εναγόμενος 2 συμφωνεί ότι η Ενάγουσα δύναται «να αυξομειώνει το Βασικό Επιτόκιο, την Προσαύξηση, το Μεταβλητό Επιτόκιο και τον Τόκο Υπερημερίας με το οποίο χρεώνεται το πιο πάνω δάνειο σύμφωνα με τα όσα προνοούνται στην πιο πάνω Συμφωνία.». [55] Ο ΜΕ κατάθεσε ως τεκμήριο 9 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δανείου και εξήγησε τις εγγραφές στις οποίες έχει προβεί η Ενάγουσα. Το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Κεφ. 9 ως προς την εκ πρώτης όψεως ορθότητα του επίδικου λογαριασμού που δημιουργεί η κατάθεση των καταστάσεων αυτών με το πιστοποιητικό που το συνοδεύει δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9 δεν έχει ανατραπεί εκ της μαρτυρίας που προσκόμισε ο Εναγόμενος
  2. Η πρακτική της κατάθεσης αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού και η δυνατότητα του Δικαστηρίου να στηριχθεί σε αυτές τυγχάνει της επιδοκιμασίας της νομολογίας (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 είναι επιτυχής, πλην του δικαιώματος χρέωσης τόκου υπερημερίας ύψους 1.75% Κατάληξη [56] Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου για την μη απόδοση τόκου υπερημερίας ύψους 1.75% ανατρέχω στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του τεκμηρίου
  1. Κατά την ημερομηνία του τερματισμού, ήτοι την 14/05/2015, παρατηρώ ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ανέρχεται σε €20.770,82, το οποίο θα φέρει τόκο προς 6.45% (8.20%-1.75%) Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 για το ποσό των €20.770,82 πλέον τόκο προς 6.45% ετησίως από 14/05/2015 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο, την 30/06 και 31/
  2. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ).............. Χ-Μ Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.