← Κύπρος

A & S STEPHANIDES LTD ν. ANDROS MARKET LIMITED, Αρ. Αγωγής: 982/15, 12/12/2024

A & S STEPHANIDES LTD ν. ANDROS MARKET LIMITED, Αρ. Αγωγής: 982/15, 12/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X-M Kαραπατάκη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 982/15 Μεταξύ: A & S STEPHANIDES LTD, εκ Λευκωσίας Ενάγουσα -και- ANDROS MARKET LIMITED, εκ Λευκωσίας Εναγόμενη -------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Κουλλαπή για κκ. Σάββα Μαμαντόπουλος & Συνέταιροι Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγόμενη: κ. Αγ. Σαβεριάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα Έκθεση Απαίτησης [1] Η αξίωση της Ενάγουσας που κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με πώληση προϊόντων και εμπορευμάτων, αφορά σε συνολικό ποσό €3.509,63 ως οφειλόμενα υπόλοιπα σε δύο λογαριασμούς προϊόντων που προμήθευαν την Εναγόμενη με κωδικούς C07-2237 και C08-2237, ποσών εκ €2.706,32 και εκ €803.31, αντίστοιχα. Όπως προβάλλεται, τα υπό αναφορά οφειλόμενα υπόλοιπα εμφανίζονταν για τον μεν λογαριασμό C07-2237 στις 06/05/2011, για δε τον λογαριασμό C08-2237 στις 17/05/

  1. Αυτά παραμένουν κατ' ισχυρισμό απλήρωτα παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας, ειδικότερα με τις επιστολές ημερ. 22/04/2013 και 25/04/
  2. Υπεράσπιση [2] Στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης προβάλλεται η θέση ότι τα εμπορεύματα που παραδίδονταν δεν ήταν ενίοτε της απολύτου αρεσκείας της και/ή ελαττωματικά, για τα οποία γινόταν αίτηση επιστροφής τους και εκδιδόταν από την Ενάγουσα πιστωτική σημείωση ίση με την αξία τους συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Γίνεται παραδεκτή η τήρηση των δύο λογαριασμών που δικογραφεί η Ενάγουσα, όπου γίνονταν χρεοπιστώσεις, αλλά αρνείται τα υπόλοιπα που προβάλλονται ως οφειλόμενα. Όπως υποστηρίζεται, η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη για τον μεν λογαριασμό C07-2237, το ποσό των €2.747,35, για δε τον λογαριασμό C08-2237, το ποσό των €641,
  3. [3] Περαιτέρω, όπως προβάλλεται στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης: · Κατόπιν συμφωνίας δικαιούτο στον λογαριασμό C07-2237 ποσοστό 11% ως έκπτωση Business Development Fund («BDF») επί του συνόλου των καθαρών αγορών, που για τα έτη 2007-2011 ανήλθε στο ποσό των €4.919,42, επιπρόσθετα του ποσού της έκπτωσης που αναγραφόταν στα τιμολόγια και το οποίο παρεχόταν στην Εναγόμενη είτε κάθε μήνα είτε κάθε τρίμηνο είτε κάθε εξαμηνία ή στο τέλος κάθε έτους. Η εν λόγω έκπτωση δεν έχει παραχωρηθεί η πιστωθεί. · Ότι για τον λογαριασμό C07-2237 έγιναν αιτήσεις επιστροφής εμπορευμάτων ημερ. 05/04/2011 με αριθμό 25979 ποσού €44.30 και ημερ. 21/01/2011 με αριθμό 25956 ποσού €60.39, για τα οποία έχουν εκδοθεί από την Ενάγουσα αντίστοιχες πιστωτικές σημειώσεις προς όφελος της. · Ότι η Ενάγουσα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Εναγόμενης και υποσχέσεις της δεν παρέλαβε ληγμένα προϊόντα αξίας €429.
  4. · Ότι συνολικά για τον λογαριασμό C07-2237 η Ενάγουσα θα έπρεπε να πιστώσει την Εναγόμενη με το ποσό των €5.453,67 και δεν το έπραξε. · Ότι σε σχέση με τον λογαριασμό C08-2237 η αναλογισθείσα έκπτωση BDF αφορούσε σε ποσοστό 6% για τα έτη 2007-2011 που δεν της πιστώθηκε και ανήλθε στο ποσό των €651.
  5. · Ότι σε σχέση με τον λογαριασμό C08-2237 δεν έγινε πίστωση του ποσού των €664.29 για την αίτηση επιστροφής εμπορευμάτων ημερ. 23/07/2010, για την οποία εκδόθηκε σχετική πιστωτική σημείωση. · Ότι σε σχέση με τον λογαριασμό C08-2237 δεν έγινε πίστωση ποσού €129.23 για ληγμένα προϊόντα που δεν παραλήφθηκαν. [4] Η Εναγόμενη εγείρει Ανταπαίτηση για ποσό €3.338,99 για συμφωνημένες προμήθειες, πιστωτικές σημειώσεις ή άλλως πως, η οποία όμως στις 14/02/2019 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Απάντηση [5] Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται ότι συμφωνήθηκε έκπτωση 11% επί συνόλου καθαρών αγορών για τα έτη 2007-2011 και προβάλλεται ότι για τα έτη αυτά η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια για εμπορεύματα που η Εναγόμενη αποδεχόταν και παραλάμβανε, στα οποία αναγραφόταν το εκάστοτε συμφωνηθέν ποσοστό έκπτωσης. Όπως προβάλλεται, καμία άλλη περαιτέρω έκπτωση δεν συμφωνήθηκε να παραχωρηθεί. Οι ισχυρισμοί περί πιστωτικών σημειώσεων για ποσά €44.30 και €60.39 απορρίπτονται, όπως και αυτός της μη παραλαβής ληγμένων προϊόντων, προβάλλοντας ότι ουδέποτε αρνήθηκε η Ενάγουσα τέτοια παραλαβή. Όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, σε συνάντηση του λογιστή της με τον διευθυντή της Εναγόμενης του ζητήθηκαν οι πιστωτικές σημειώσεις και/ή συμφωνίες, χωρίς όμως να παρουσιαστούν. Επ' ακροατηρίω διαδικασία [6] Η επ' ακροατηρίω διαδικασία διεξήχθη με την προσκόμιση της μαρτυρίας δύο μαρτύρων, ήτοι ένας για εκάστη πλευρά. Μαρτυρία για την Ενάγουσα έδωσε ο κ. Ντίνος Χατζηκώστας (ΜΕ), ενώ για την Εναγόμενη ο κ. Ανδρέας Φάντης (ΜΥ). Μαρτυρία δια Ενάγουσα [7] Ο ΜΕ στη γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α' αναφέρει ότι ήταν υπεύθυνος του λογιστηρίου της Ενάγουσας μέχρι τον Δεκέμβριο του
  6. Όπως δήλωσε, η Ενάγουσα πωλούσε επί πιστώσει διάφορα εμπορεύματα στην Εναγόμενη, η οποία τα πωλούσε από την υπεραγορά της. Οι παραγγελίες δίδονταν είτε τηλεφωνικά είτε μέσω του πλασιέ και ακολούθως κωδικοποιούντο τα εμπορεύματα και παραδίδονταν, όταν ήταν έτοιμες, με έκδοση των σχετικών τιμολογίων. Αναφέρθηκε στους δύο λογαριασμούς C07-2237 και C08-2237, όπου χρεωνόταν η αξία των εμπορευμάτων που παραδίδονταν και γινόταν πίστωση των πληρωμών. Με την παράδοση των εμπορευμάτων, όπως δηλώνει, γινόταν έλεγχος τους από την Εναγόμενη και υπογραφόταν το σχετικό τιμολόγιο. Σε περίπτωση επιστροφών γινόταν αίτηση επιστροφής από την Εναγόμενη και εκδιδόταν πιστωτική σημείωση από το λογιστήριο της Ενάγουσας, το ποσό της οποίας αφαιρείτο από το χρεωστικό υπόλοιπο. [8] Ο ΜΕ παραθέτει σειρά 15 τιμολογίων που εκδόθηκαν την περίοδο 15/01/2011 μέχρι 03/05/2011 για παραδοθέντα επί πιστώσει εμπορεύματα στην Εναγόμενη, αντίγραφα των οποίων κατάθεσε ως δέσμη τεκμήριο
  7. Τα προϊόντα που παραλαμβάνονταν ήταν της πλήρους αρεσκείας της Εναγόμενης, ενώ τονίζει πως η μόνη έκπτωση ήταν αυτή που αναφερόταν στα εν λόγω παρατιθέμενα τιμολόγια. Για την αίτηση επιστροφής εμπορευμάτων ημερ. 05/04/11 ποσού €44.30 δηλώνει ότι αφαιρέθηκε από το υπόλοιπο, ενώ εξηγεί πως κάθε μήνα αποστελλόταν σχετική κατάσταση λογαριασμού για πληρωμή του οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου είτε μέσω του λογιστηρίου είτε μέσω ειδοποίησης της τράπεζας. Μετά την έκδοση του τελευταίου χρονικά τιμολογίου, επειδή η Εναγόμενη δεν πλήρωνε τα αναφερόμενα τιμολόγια αποστάλθηκαν επιστολές ημερ. 22/04/13 και 25/04/13 που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Με την παραλαβή τους ο διευθυντής της Εναγόμενης είχε συνάντηση στα γραφεία της Ενάγουσας για συζήτηση με σκοπό τη διευθέτηση και ενώ αρχικά δέχθηκε να εξοφλήσει, στη συνέχεια άλλαξε γνώμη. Τα υπόλοιπα των δύο λογαριασμών, ο ΜΕ προβάλλει ότι εμφαίνονται στα τεκμήρια 5 και 6 που κατάθεσε και δεν έχουν μέχρι σήμερα εξοφληθεί. [9] Σε συνέχεια της κυρίως του εξέτασης εξήγησε ότι οι πληρωμές των τιμολογίων του τεκμηρίου 2 μπορούσαν να γίνουν είτε μέσω της υπηρεσίας «Factoring» ή απευθείας. Όπως υπέδειξε, η υπηρεσία «Factoring» αφορά την προεξόφληση των τιμολογίων από την τράπεζα, η οποία τα είσπραττε από τον πελάτη και απέστελλε ειδοποίηση του υπολοίπου. Για τις επιστροφές εξήγησε ότι ο πλασιέ της Ενάγουσας τις λάμβανε και έδιδε δελτίο παραλαβής, ότι τις μετέφερε στην αποθήκη και εκδιδόταν πιστωτική σημείωση, για την οποία διδόταν ειδοποίηση μέσω του λογιστηρίου ή του αποθηκάριου. Διαφορετικά, όπως δήλωσε, υπήρχε και η επιλογή να επιστραφούν απευθείας από την Ενάγουσα στην αποθήκη και να λάβει την πιστωτική σημείωση. Σε κάποιο χρονικό σημείο σταμάτησαν να παραδίδουν οι πωλητές («πλασιέ») της Ενάγουσας, αλλά υπήρχε ο αποθηκάριος και οι υπάλληλοι εκεί. Ο ΜΕ εξήγησε, με αναφορά στα τιμολόγια του τεκμηρίου 2, πως καταγραφόταν σε αυτά η αρχική τιμή, η έκπτωση, η καθαρή τιμή και το Φ.Π.Α. και ακολούθως το συνολικό ποσό. Η έκπτωση εξαρτάτο από την έγκριση που έδιδε η εταιρεία που τους προμήθευε τα εμπορεύματα, τα οποία η Ενάγουσα μεταπωλούσε. Παλαιότερα, όπως δήλωσε, υπήρχε χρονιαία έκπτωση αναλόγως του τζίρου, αλλά μετά γινόταν σε κάθε τιμολόγιο. Το ORA Group με το οποίο είχαν συμφωνήσει την παροχή εκπτώσεων είχε υπό την ομπρέλα του πολλές υπεραγορές, οι οποίες ό,τι ψώνιζαν από αυτούς τους παρεχόταν έκπτωση για να δίδεται στους πελάτες, μετά όμως η Ενάγουσα εγκατέλειψε την συμφωνία και παρείχε τις εκπτώσεις η ίδια. [10] Για τα οφειλόμενα τιμολόγια ο ΜΕ δήλωσε ότι συναντήθηκε με τον διευθυντή της Εναγόμενης, όπου του πρότεινε να του γίνει έκπτωση και να εξοφλήσει, όμως την τελευταία φορά του ανέφερε ότι είναι η Ενάγουσα που χρωστά, χωρίς να του δώσει αναλυτική κατάσταση και εν τέλει δεν ανταποκρίθηκε. [11] Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ δήλωσε ότι ήταν υπεύθυνος του λογιστηρίου της Ενάγουσας από τον Φεβρουάριο του
  8. Όπως απάντησε, η Ενάγουσα δεν δραστηριοποιείται πια, αλλά ότι μόνο εισπράττει από τους πελάτες που χρωστούν και πληρώνουν μηνιαίως. Όταν ο ίδιος πήγε στην Ενάγουσα ο λογιστής της είχε ήδη αποχωρήσει και υπήρχαν δύο κοπέλες που ακόμη εργάζονται ως γραμματειακό προσωπικό. Πριν από αυτόν υπήρχε μέχρι τον Δεκέμβρη ο κ. Δημήτρης ως Υπεύθυνος του λογιστηρίου. [12] Όπως απάντησε σχετικά, η Ενάγουσα αρχικά συμμετείχε στο ORA Group, όμως αποχώρησε διότι θα έπαυε τις δραστηριότητες της και αποφασίστηκε να δίδεται η έκπτωση απευθείας στα τιμολόγια και όχι στο τέλος του χρόνου συσσωρευμένη. Δεν γνώριζε πότε η Ενάγουσα τερμάτισε την συμμετοχή της στο ORA Group. Για την απαίτηση απόδοσης έκπτωσης που είχε συμφωνηθεί από την Ενάγουσα με την ORA Group δήλωσε ότι οι κοπέλες στο λογιστήριο του είπαν ότι δόθηκε στην Εναγόμενη ό,τι αυτή εδικαιούτο και μετά άρχισε να γίνεται η έκπτωση στα τιμολόγια. Η έκπτωση γίνονταν στα τιμολόγια του 2011 της δέσμης του τεκμηρίου
  9. Για το κατά πόσο διδόταν η έκπτωση για την περίοδο πριν από το 2011, ο ΜΕ δήλωσε ότι ήταν εξοφλημένα, προσθέτοντας ότι η Ενάγουσα από το 2011 δεν πλήρωνε, γιατί έμαθε ότι η Ενάγουσα είχε χρεοκοπήσει. Επέμεινε ότι δεν υπήρχε άλλη έκπτωση απαντώντας επί λέξη «αφού ήταν εξοφλημένα και πήρε ότι δικαιούτουν από την oral group και ξόφλησε. Οι κοπέλες μου είπαν ότι δεν δικαιούταν κάτι άλλο, βρήκαμε τους λογαριασμούς όπως τα είχε η εταιρεία και αντί να πληρώσει τις εκκρεμότητες του άκουσε φήμες ότι ο Στεφανίδης επάττησε και να μην πληρώσει.». Αρνήθηκε ότι ο κ. Φάντης (ΜΥ) του προσκόμισε οτιδήποτε που να δικαιολογούσαν το αίτημα του για επιπρόσθετη έκπτωση. Όπως δήλωσε, η Ενάγουσα σταμάτησε να δίδει έκπτωση από το 2011 και ειδοποιήθηκε η ΟRA Group. [13] Ο ΜΕ δήλωσε ξεκάθαρα ότι τα προηγούμενα τιμολόγια πληρώνονταν μέσω «Factoring», καθώς και ότι εξόφλησε το 2010 και έμενε το 2011 που ακούστηκε ότι ο Στεφανίδης χρεοκόπησε. Του υποβλήθηκε ότι το ποσό που απαιτεί η Ενάγουσα περιλαμβάνεται στην έκπτωση που έπρεπε να είχε επιστρέψει στην Εναγόμενη με βάση την συμφωνία με την ΟRA Group. O ME το αρνήθηκε, όπως και το γεγονός ότι ο κ. Φάντης τον είχε ειδοποιήσει με ηλεκτρονικό μήνυμα για το ζήτημα αυτό από το
  10. Οι εκπτώσεις που δίδονταν, όπως απάντησε, ήταν κλιμακωτές αναλόγως του τζίρου και επέμεινε ότι είχαν αποδοθεί στην Εναγόμενη. Για το ζήτημα της γνώσης του σε σχέση με το κατά πόσο η εν λόγω έκπτωση της ΟRA Group είχε αποδοθεί στην Εναγόμενη απάντησε επί λέξη ότι «Ρώτησα τους υπαλλήλους του λογιστηρίου και είπαν μου ότι έκαναν όλα τα credit notes των πελατών. Τους είπα ότι επιμένει και οι κοπέλες μου είπαν ότι του τα έδωσαν.», ενώ σε επόμενη του απάντηση στην ερώτηση αν ο ίδιος έλεγξε κατά πόσο αυτό ισχύει, είπε ότι «από ό,τι έχω δει μια ματιά τα credit notes η εταιρεία έφυγε και μετακομίσαμε σε άλλο χώρο και τα χαρτιά χάθηκαν». Όπως τόνισε, η πληρωμή των τιμολογίων εκκρεμεί επειδή αυτό φαίνεται στα βιβλία. Πριν την μετακόμιση δήλωσε ότι τα κοίταξε και ήταν κανονικά και από ό,τι του είπαν οι κοπέλες στο λογιστήριο. Όπως δήλωσε, έκανε το καθήκον του ως υπεύθυνος του λογιστηρίου, ότι ρώτησε, έμαθε, είδε και η Ενάγουσα δεν έχει να πάρει οτιδήποτε για τις εκπτώσεις των ξένων εταιρειών Procter & Gamble και Johnson. [14] Στην επανεξέταση του δήλωσε ότι η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή με την έκπτωση μέσω της ΟRA Group ή μπορούσε να επέμβει και ότι η σχέση ήταν μεταξύ της Εναγόμενης και της ΟRA Group που τους έδιδε εκπτώσεις. Μαρτυρία δια Εναγόμενη [15] Ο ΜΥ, διευθυντής της Εναγόμενης, κατάθεσε γραπτή δήλωση ως Έγγραφο Β'. Σε αυτή δηλώνει ότι η Εναγόμενη είναι ιδιοκτήτης της υπεραγοράς ANDROS MARKET στην Παλλουριώτισσα, Λευκωσία και ήταν πελάτης της Ενάγουσας με δύο λογαριασμούς, ήτοι τον C07-2237 και C08-
  11. Όπως εξηγεί, οι παραγγελίες δίδονταν είτε προς τον πλασιέ υπάλληλο της Ενάγουσας είτε μέσω τηλεομοιότυπου και ότι ουδέποτε δόθηκαν τηλεφωνικώς. Η εξόφληση των τιμολογίων υποστήριξε ότι γινόταν μέσω της υπηρεσίας «Factoring» της Τράπεζας Κύπρου και ουδέποτε απευθείας στην Ενάγουσα. Καμία πληρωμή δεν έγινε έναντι τιμολογίου, γιατί για να δεχθεί πληρωμή η υπηρεσία «Factoring» έπρεπε να εξοφλείται ολόκληρο το ποσό του τιμολογίου. [16] Ο ΜΥ κατάθεσε ως τεκμήριο 8 αντίγραφο καταλόγου του ORA Group με διάφορους προμηθευτές, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα και εξήγησε ότι η Εναγόμενη ήταν μέλος του ομίλου υπεραγορών ORA Group, που είχε συνάψει ειδική συμφωνία με εταιρείες εισαγωγής τροφίμων και άλλων προϊόντων συμπεριλαμβανομένης της Ενάγουσας. Όπως υποστηρίζει, για τα προϊόντα της SG Johnson που εμπορευόταν η Ενάγουσα και χρέωνε την Εναγόμενη στον λογαριασμό C07-2237, αλλά και για τα προϊόντα της P&G που χρεώνονταν στον λογαριασμό C08-2237 συμφωνήθηκε να παρέχεται έκπτωση BDF 11% και 6%, αντίστοιχα, πέραν του ποσού της έκπτωσης που αναφερόταν στα τιμολόγια. Ο ΜΥ κατάθεσε ως τεκμήριο 9 δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων και επιστολών με παραρτήματα, με τα οποία υποστηρίζει ότι επανειλημμένα απαίτησε την τακτοποίηση των λογαριασμών της Εναγόμενης με την Ενάγουσα και την έκπτωση του BDF του 11% για τα έτη 2008-2011, όμως δεν βρήκε ανταπόκριση εκ μέρους της. Η συνάντηση με τον λογιστή της Ενάγουσας, όπως δήλωσε, δεν απέφερε αποτέλεσμα και του ζητήθηκε να αποχωρήσει, προβάλλοντας ότι η Ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε στην Εναγόμενη το ποσό που της οφείλει. Κατάθεσε περί τούτου ως τεκμήριο 10 δειγματοληπτικές καταστάσεις, όπως ανέφερε, του λογαριασμού C07-2237 για το 2008-2009, εκ των οποίων υποστηρίζει ότι δεν καταβλήθηκε η έκπτωση. [17] Σε συνέχεια της κυρίως του εξέτασης, ο ΜΥ επεξήγησε ότι η συμφωνία με την ORA Group ήταν με εταιρείες για να παραχωρούνται στις υπεραγορές καλύτεροι όροι ως μια προώθηση των προϊόντων τους. Ο ίδιος δεν θυμάται πότε έγινε μέλος του ομίλου αυτού, γιατί πέρασαν αρκετά χρόνια. Όπως εξήγησε, το BDF είναι συντομογραφία του «Business Development Fund» και αφορούσε σε έκπτωση που ήταν συμφωνημένη μεταξύ του ομίλου και των εταιρειών. Κάθε εταιρεία είχε διαφορετικές εκπτώσεις για τα προϊόντα της, η οποία αποδιδόταν στις περιόδους που αναγραφόταν στο τεκμήριο
  12. [18] Όπως δήλωσε ο ΜΥ, με την παράδοση των προϊόντων διδόταν και το τιμολόγιο και βάσει αυτού γινόταν η παραλαβή αν ήταν σωστά. Αυτά εξοφλούντο μέσω «Factoring» της Τράπεζας Κύπρου και αποστελλόταν μηνιαία κατάσταση, στην οποία αναγράφονταν όλα τα τιμολόγια που είχαν παραληφθεί εντός του μηνός και αν συμφωνούσε κατέβαλλε το ποσό στην Τράπεζα Κύπρου. Εξήγησε ότι αν υπήρχαν επιστροφές για προϊόντα καταστραμμένα και ληγμένα αυτά καταγράφονταν και εκδιδόταν έγγραφο προς έκδοση πιστωτικής σημείωσης που ανέφερε την αξία προς επιστροφή για να εκδοθεί η πιστωτική σημείωση για αφαίρεση από τον λογαριασμό. Τα προϊόντα αυτά δήλωσε ότι τα παραλάμβανε αυτός που έφερνε τις παραγγελίες στην παράδοση της επόμενης παραγγελίας, αφού είχε ετοιμαστεί το έγγραφο και το έπαιρνε μαζί με τα προϊόντα. Στα τεκμήρια που κατάθεσε υποστηρίζει ότι γινόταν αναφορά σε προϊόντα που έπρεπε να παραληφθούν και δεν παραλήφθηκαν. Όπως ανέφερε, όταν έπαυσε δραστηριότητες η Ενάγουσα δεν λήφθηκε κάποια επίσημη ανακοίνωση και ότι έπαιρνε το λογιστήριο για προϊόντα που έπρεπε να παραληφθούν και έπρεπε να αφαιρεθούν, χωρίς ανταπόκριση. Μίλησε με διάφορα πρόσωπα που κατονομάζει για το ζήτημα αυτό, καθώς και για τις οφειλόμενες εκπτώσεις, μέχρι που και τα πρόσωπα αυτά αποχώρησαν από την Ενάγουσα, ενώ ταυτόχρονα η «Factoring» εξακολουθούσε να αποστέλλει κατάσταση λογαριασμού. Όπως κρίνει ο ΜΥ, η Εναγόμενη δικαιούται σε πίστωση για τα προϊόντα, αλλά και την έκπτωση του BDF. Ουδέποτε έλαβε ειδοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα ότι δεν ισχύει για την ίδια η συμφωνία με την ORA Group. Στην τηλεφωνική επικοινωνία που δήλωσε ότι είχε με τον ΜΕ, ο ΜΥ υποστηρίζει ότι του ζητήθηκε να τον διαφωτίσει για την κατάσταση, αλλά όταν συναντήθηκαν και του είπε ότι χρωστά στην Ενάγουσα, αλλά ότι και η Ενάγουσα οφείλει στην Εναγόμενη, ο ΜΕ το αρνήθηκε. Όπως υποστηρίζει ο ΜΥ, η τελευταία φορά που αποδόθηκε έκπτωση του ORA Group ήταν, όπως νομίζει, το 2008 και από ότι θυμάται οφείλει στην Ενάγουσα γύρω στις €2.
  13. [19] Στην αντεξέταση του ο ΜΥ εξήγησε ότι τα καθήκοντα του στην Εναγόμενη αφορούν σε σύναψη συμφωνιών, σε διενέργεια πληρωμών, παραγγελιών και στην επιτήρηση της υπεραγοράς. Για την περίοδο που ερωτήθηκε μεταξύ της 25/01/11 και 03/05/11 το αρμόδιο πρόσωπο που προέβαινε σε παραγγελίες προϊόντων ήταν η σύζυγός του. Υπήρχε πάντοτε αρμόδιο πρόσωπο που παραλάμβανε τα προϊόντα, παραδιδόταν το τιμολόγιο, ελέγχονταν τα προϊόντα και υπογραφόταν το τιμολόγιο. Αναγνώρισε την δέσμη των τιμολογίων τεκμήριο 2 και ότι τα προϊόντα στα οποία αυτά αφορούν τα παραλάμβανε. Για το ζήτημα του ελέγχου των προϊόντων κατά την παραλαβή διευκρίνισε ότι για προϊόντα που υπήρχαν σε κιβώτιο δεν ανοίγονταν για να ελεγχθούν ένα-ένα, αλλά το κατά πόσο ήταν ελαττωματικά ή όχι διαπιστωνόταν όταν έμπαιναν πάνω στο ράφι. Στην περίπτωση αυτή, τα χαλασμένα προϊόντα τοποθετούνταν στο χώρο της αποθήκης για επιστροφές και ο πωλητής τα έβλεπε την ημέρα που ερχόταν για την άλλη παραγγελία και γινόταν καταγραφή σε ένα έντυπο επιστροφής εις διπλούν. Το εν λόγω έντυπο που παραλάμβανε ο διανομέας πήγαινε στο λογιστήριο για την έκδοση πιστωτικής σημείωσης και για να αφαιρεθεί από τις χρεώσεις. Ο πωλητής απλά κατέγραφε την ποσότητα των προϊόντων για επιστροφή και το είδος, όμως δεν γνώριζε την αξία τους. Δεν είχε στην κατοχή του τέτοια έντυπα. Αρνήθηκε ότι ουδέποτε έγινε αίτηση επιστροφής προϊόντων στην Ενάγουσα και παράπεμψε στις επιστολές του τεκμηρίου 9 και στα παραρτήματα με αναφορές αριθμών και ημερομηνιών. Επέμεινε ότι επειδή η Ενάγουσα τερμάτισε τις δραστηριότητες της δεν ενδιαφέρθηκε οποιοσδήποτε να παραλάβει τα ελαττωματικά προϊόντα και αρνήθηκε ότι δεν ακολούθησε τον ενδεδειγμένο τρόπο επιστροφής. Δεν θεωρεί ότι ήταν ευθύνη του να πάει ο ίδιος στην Ενάγουσα για τον σκοπό αυτό. [20] Αντεξεταζόμενος επί του τεκμηρίου 8 και στην υποβολή ότι αυτό δεν αποτελεί συμφωνία με την Εναγόμενη, απάντησε ότι αυτό είναι η συμφωνία που παρέλαβε η Εναγόμενη ως μέλος της ORA Group, που ανέφερε ότι υπήρχε με τις αναφερόμενες σε αυτή εταιρίες για παροχή των συγκεκριμένων εκπτώσεων. Αρνήθηκε την θέση ότι το τεκμήριο 8 είναι πρόχειρος κατάλογος που θα μπορούσε εύκολα να τον ετοιμάσει αυτός. Ο ίδιος εξήγησε ότι δεν έκανε διαπραγμάτευση με την κάθε εταιρεία, αλλά η Εναγόμενη ήταν μέλος της ORA Group. Υπέδειξε στη δέσμη τιμολογίων του τεκμηρίου 2 την έκπτωση από την Ενάγουσα, όμως υπήρχε και άλλη έκπτωση από την συμφωνία στα πλαίσια της ORA Group του τεκμηρίου 8 και υπέδειξε επί αυτού που εμφαίνεται η εν λόγω έκπτωση. Η έκπτωση γινόταν για κατηγορία προϊόντων και όχι για κάθε προϊόν ξεχωριστά. Στην θέση ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε επιπρόσθετη συμφωνία για έκπτωση, ο ΜΥ υπέδειξε ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν ακόμη όνομα της Εναγόμενης με αναφορά «ORA Group». [21] Ο ΜΥ δεν αρνήθηκε ότι οφείλει στην Ενάγουσα κάνοντας αναφορά σε ένα ποσό περίπου €2.900- και στην υπόδειξη της κατάστασης του τεκμηρίου 4 για τον λογαριασμό C07-2237 που αποτυπώνει μικρότερο χρεωστικό υπόλοιπο, εξήγησε ότι δεν είναι θέμα η διαφορά των €200- με €300-. Επίσης, παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη οφείλει το ποσό των €803.31 για τον λογαριασμό C08-2237, διότι είναι ο λογαριασμός για τον οποίο έπαιρνε κατάσταση από την Τράπεζα Κύπρου. Στην επανεξέταση του απάντησε ότι για τον λογαριασμό C07-2237 δεν θυμάται να έλαβε ειδοποίηση για απλήρωτα τιμολόγια. Νομικές αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας [22] Κρίσιμο ζήτημα σε αστικής φύσεως υποθέσεις είναι η ορθή αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ώστε να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, με τελική κατάληξη στο κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αναφορά της απόφασης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 είναι διαφωτιστική αναφορικά με το ζήτημα αυτό: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». [23] Περαιτέρω, σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η οποιαδήποτε υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα στενά πλαίσια της δικογράφησης των προβαλλόμενων ισχυρισμών όπως αποτυπώνονται στην όποια προσκομισθείσα μαρτυρία (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Ως αυτού, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνοχής της που αυτή καταδεικνύει σε σχέση με την δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). [24] H σημαντικότητα της αντεξέτασης έγκειται στην νομική αρχή που καθορίζει ότι όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291: «Η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα». [25] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). [26] H κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της, ήτοι κατά κύριο λόγο τον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (βλ. Ζερβού Παναγιώτης και άλλη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). [27] Το Δικαστήριο προέβη σε ενδελεχή μελέτη και αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του τόσο από τον ΜΕ, για την Ενάγουσα, όσο και από τον ΜΥ για την Εναγόμενη. Επίσης, το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Προς τον σκοπό αυτό δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, καθώς και στην συνοχή της μαρτυρίας αυτής, ενόψει βεβαίως και των δικογραφημένων θέσεων και του περιεχομένου των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την νομολογιακή αρχή ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, με απομόνωση των λεγόμενων του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας, ενώ η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Επίσης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506) και πως η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa και Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ [28] Ο ΜΕ δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να υποστηρίξει τις θέσεις που προβάλλει η Ενάγουσα. Στην μαρτυρία του πρώτη φορά προβάλλεται ότι οι οφειλές αφορούσαν για τα τιμολόγια των δύο λογαριασμών, ήτοι του C-07-2237 και C-08-2237 παρουσιάζοντας μόνο 2 τιμολόγια για τον C-08-2237 και 13 τιμολόγια για τον C-07-
  1. Εκ της κατάστασης του τεκμηρίου 6 που αφορά στον λογαριασμό C-08-2237 προκύπτει ότι τα δύο τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως μέρος της δέσμης του τεκμηρίου 2 υπό αρίθμηση 1 & 2, εμφαίνεται η εγγραφή τους στα σημεία υπό 7 και
  2. Το τεκμήριο 6 ξεκινά τις εγγραφές του την 13/01/2011 με ήδη ένα χρεωστικό υπόλοιπο €438.76 στην εγγραφή υπό 1 και συνεχίζει με άλλες 5 εγγραφές μέχρι την εγγραφή του πρώτου τιμολογίου που προβάλλει ο ΜΕ ότι παρέμεινε ανεξόφλητο. Περαιτέρω σε σχέση με την κατάσταση του τεκμηρίου 5 που αφορά τον λογαριασμό C-07-2237 προκύπτει ότι τα τιμολόγια που παρουσιάστηκαν ως μέρος της δέσμης του τεκμηρίου 2 υπό αρίθμηση 3 έως 15 αντιστοιχούν στις αριθμήσεις της κατάστασης υπό 6 (το πρώτο τιμολόγιο), 7, 29, 30, 40, 41, 42, 44, 50, 51, 52, 56 και
  3. Η κατάσταση του τεκμηρίου 5 ξεκινά τις εγγραφές του την 23/01/2011 με ήδη ένα χρεωστικό υπόλοιπο €2.356,57 στην εγγραφή υπό 1 και συνεχίζει με άλλες 4 εγγραφές μέχρι την εγγραφή του πρώτου τιμολογίου που προβάλλει ο ΜΕ ότι παρέμεινε ανεξόφλητο. Ο ΜΕ για να δικαιολογήσει ότι δεν οφείλονται χρήματα με βάση την παρεχόμενη έκπτωση της ORA Group επανειλημμένως ανάφερε ότι η Εναγόμενη οφείλει τα τιμολόγια του 2011 που παρουσίασε και έχει εξοφλήσει αυτά του 2010 λαμβάνοντας την πίστωση των εταιρειών στα πλαίσια της ORA Group, την στιγμή που και η κατάσταση του τεκμηρίου 5 όσο και αυτή του τεκμηρίου 6 για τους λογαριασμούς C-07-2237 και C-08-2237 στην πρώτη τους εγγραφή αρχίζουν με χρεωστικό υπόλοιπο ως παρατέθηκε. Την θέση ότι εξοφλήθηκαν τα τιμολόγια του 2010 την επανέλαβε τουλάχιστον 3 φορές, υποστηρίζοντας ότι η Εναγόμενη το 2011, επειδή έμαθε ότι η Ενάγουσα είχε χρεοκοπήσει αποφάσισε να μην πληρώνει. [29] Χαρακτηριστικά κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ ανέφερε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις τα εξής: Ε. «Πριν από το '11 του δινόταν η έκπτωση; A. «Αφού ήταν ξοφλημένα πριν. Από το '11 δεν πλήρωνε γιατί άκουσε ότι ο Στεφανίδης πάττησε και μην πληρώσετε και έμεινε σε εκείνη την άποψη να μην πληρώσει, αλλά δεν ήταν σωστό.». Ε. «Σας υποβάλλω ότι όταν είχε έρθει στο γραφείο σας, σας ζήτησε να του καταβάλετε το ποσό της έκπτωσης βάσει της συμφωνίας που είχε κάνει η εταιρεία με την Ora Group, του αρνηθήκατε και του είπατε να εγκαταλείψει το γραφείο σας και ότι θα τον δείτε στο Δικαστήριο.». Α. «Ναι, αφού ήταν εξοφλημένα και πήρε ότι δικαιούτουν από την Ora Group και ξόφλησε.». Ε. «Έχετε αξίωση των τιμολογίων, όλα τα προηγούμενα τιμολόγια που εκδώσατε στην Andros Market πως πληρώνονταν; A. «Πληρώνονταν μέσω φάκτορα, έστελνε ειδοποίηση και τα έβαζε τα λεφτά στον φάκτορα και μας ειδοποιούσε ο φάκτορας και ξοφλούσαμε. Ξόφλησε το '10 και έμενε το '11 που ακούστηκε ότι ο Στεφανίδης σταμάτησε να παίρνει στα supermarket νόμισε ότι ο Στεφανίδης πάττησε και δεν μας πλήρωσε....». Οι καταστάσεις λογαριασμού και τα τιμολόγια σε σχέση με τις προγενέστερες περιόδους δεν παρουσιάστηκαν για να υποστηριχθούν τα όσα προσπάθησε ανεπιτυχώς να υποστηρίξει. [30] Ενδεικτικό του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν γνώριζε αυτά που υποστήριζε είναι ότι επικαλέστηκε πως έλαβε πληροφόρηση από τις δύο κοπέλες του λογιστηρίου που ήταν γραμματειακό προσωπικό και όχι από τον λογιστή, τον οποίο δεν γνώρισε, γιατί είχε ήδη αποχωρήσει κάποιους μήνες πριν αυτός προσληφθεί στην Ενάγουσα. Δήλωσε αυτά που του ανέφερε το γραμματειακό προσωπικό του λογιστηρίου, αν και ο ίδιος σε επόμενη του απάντηση είπε ότι και ο ίδιος είδε τις πιστωτικές σημειώσεις, χωρίς όμως να προσκομίσει οτιδήποτε περί τούτου. Προσπάθησε να δικαιολογήσει την θέση του λέγοντας ότι τα έγγραφα χάθηκαν το 2016 με την μετακόμιση των γραφείων της Ενάγουσας, την στιγμή που η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εκκρεμεί από το 2015 και οι εκπτώσεις αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων με τον διευθυντή της Εναγόμενης πριν την καταχώρηση της. Η απάντηση του αυτή κρίνεται ως ανεπιτυχής προσπάθεια να δικαιολογήσει την πηγή της γνώσης του, εντάσσοντας την σε προσωπική. Ούτε και απέδειξε την αποστολή καταστάσεων λογαριασμού στην Εναγόμενη με το εκάστοτε υπόλοιπο κάθε μήνα όπως υποστήριξε, αφού ο ίδιος δεν ευρισκόταν στην Ενάγουσα έχοντας περί τούτου ίδια γνώση. [31] Για το ζήτημα της ειδοποίησης προς την ORA Group και των πελατών για τερματισμό της συμφωνίας των εκπτώσεων, δεν παρουσίασε οτιδήποτε στο Δικαστήριο για να πείσει, ούτε και γνώριζε επ' ακριβώς πότε έγινε η διακοπή αυτή. [32] Σε σχέση με το ζήτημα του τρόπου που γίνονταν οι επιστροφές των ελαττωματικών προϊόντων δήλωσε, χωρίς να έχει ο ίδιος γνώση, ότι γινόταν είτε μέσω του πωλητή, αλλά και ότι οι αντιπρόσωποι της Εναγόμενης μπορούσαν να τα παραδώσουν στις αποθήκες της Ενάγουσας και να λάβουν πιστωτικές σημειώσεις. Ο τρόπος επιστροφής των προϊόντων διαμέσου του πωλητή της Ενάγουσας υποστηρίζεται και από την μαρτυρία ΜΥ, όμως η δυνατότητα για προσωπική παράδοση στο χώρο της αποθήκης της Ενάγουσας κρίνεται ως προσπάθεια του ΜΕ να δικαιολογήσει την όποια ενδεχόμενη μη παραλαβή τους, αφού έγινε παραδεκτό ότι οι πωλητές είχαν απολυθεί εξαιτίας της παύσης των δραστηριοτήτων της Ενάγουσας. Σε καμία περίπτωση δεν έπεισε ο ΜΕ το Δικαστήριο ότι οι επιστροφές των προϊόντων συμφωνήθηκε ότι μπορούσαν να γίνονται και κατά αυτό τον τρόπο απευθείας στην Ενάγουσα και όχι μόνο μέσω των πωλητών της. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ [33] O MY κατάθεσε το τεκμήριο 9 για να καταδείξει ότι απαίτησε να γίνουν πιστώσεις στα υπόλοιπα των λογαριασμών σε σχέση με επιστροφές εμπορευμάτων και έκπτωση αναφορικά με την συμφωνία με την ORA Group. Εξετάζοντας την αλληλογραφία που απέστειλε παρατηρώ ότι όντως προβαίνει στην διεκδίκηση αυτή, όμως δεν έχει παραθέσει πέραν των όσων καταστάσεων αυτός επικαλείται τα οποιαδήποτε υποστηρικτικά έγγραφα για να επεξηγηθούν οι εν λόγω αναφορές. Μάλιστα δε, προκύπτει ότι διεκδικεί εκπτώσεις για έτη προγενέστερα του 2011 για τα οποία δεν προκύπτει ότι έχει διαμαρτυρηθεί προηγουμένως. Το τεκμήριο 10 που επικαλείται δεν έχει επεξηγηθεί και αφήνει τις θέσεις του ΜΥ μετέωρες. Ούτε και τα εν λόγω τεκμήρια υποδείχθηκαν στον ΜΕ για να τα σχολιάσει. [34] Ο ΜΥ φάνηκε ειλικρινής ότι η Εναγόμενη οφείλει στην Ενάγουσα, όμως επικαλείται τα όσα προβάλει περί εκπτώσεων και πιστώσεων για επιστροφή προϊόντων. Ειδικότερα για τον λογαριασμό C-08-2237 παραδέχεται το ακριβές ποσό των €803.31 του τεκμηρίου 6 που κατάθεσε ο ΜΕ, το οποίο παρατηρώ ότι συνάδει με το τεκμήριο 7 που κατάθεσε ο ίδιος στην οποία βεβαιώνεται από την Τράπεζα Κύπρου ως εκκρεμές υπόλοιπο το ίδιο ποσό με ημερ. 31/05/20 και προηγούμενη ημερομηνία εγγραφής τιμολογίου την 12/04/11 στον αύξοντα αριθμό 29 του τεκμηρίου 6 του ποσού των €836.
  4. Για τον λογαριασμό C-07-2237 o MΥ παραδέχεται την οφειλή ενός διαφορετικού ποσού από το τεκμήριο 5, όμως προβάλλει τις αξιώσεις της Εναγόμενης. Πάντως φαίνεται ότι προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με την Ενάγουσα σε σχέση με τα προϊόντα προς επιστροφή και τις πιστώσεις που απαιτούσε, όμως κρίνω ότι δεν κατάφερε να καταδείξει τα εν λόγω ποσά που απαιτεί ως τέτοια. [35] Αναφορικά με τις πιστώσεις που προβάλλει ότι δικαιούται σε σχέση με την συμφωνία στα πλαίσια του ORA Group οι θέσεις του παρέμειναν άνευ συγκεκριμένης επεξηγήσεως, ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Για σκοπούς πληρότητας επισημαίνω ότι στην κατάσταση του τεκμηρίου 6 εμφαίνονται για το 2010 πιστώσεις με την αναφορά του BDF. Το εάν υπήρξε διακοπή της συμφωνίας με ORA Group ή όχι, καμία πλευρά δεν μου προσκόμισε την οποιαδήποτε μαρτυρία. Ευρήματα Δικαστηρίου [36] Έχοντας αξιολογήσει την μαρτυρία προβαίνω στην διατύπωση των κάτωθι ευρημάτων: · Η Ενάγουσα διατηρούσε συνεργασία με την Εναγόμενη για αρκετά χρόνια πριν το έτος 2011 όπου την προμήθευε με προϊόντα και εμπορεύματα που αυτή εμπορευόταν. · Η παράδοση των εμπορευμάτων γινόταν μέσω των πωλητών της Ενάγουσας και στην περίπτωση επιστροφών ένεκα ελαττωματικότητας γινόταν καταγραφή του είδους και της ποσότητας και στην επόμενη επίσκεψη του πωλητή της Ενάγουσας γινόταν παραλαβή τους και ακολούθως έκδοση πιστωτικής σημείωσης με σκοπό την αφαίρεση της από τους χρεοπιστωτικούς λογαριασμούς. · Για την σχέση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, η Ενάγουσα διατηρούσε 2 λογαριασμούς στους οποίους γινόταν η χρέωση των προϊόντων και η πίστωση των πληρωμών και των επιστροφών, καθώς και άλλων εκπτώσεων. Οι λογαριασμοί αυτοί έφεραν τους κωδικούς C-07-2237 και C-08-
  5. · Για αρκετά χρόνια η Ενάγουσα είχε συνάψει συμφωνία με την ORA Group, στην οποία η Εναγόμενη ήταν μέλος για να παρέχει εκπτώσεις στα μέλη της, μεταξύ των οποίων και στην Εναγόμενη σε διάφορα ποσοστά που καθορίζονταν, τις οποίες και παρείχε. Οι εκπτώσεις αυτές γίνονταν στα πλαίσια του «Business Development Fund» («BDF») και αφορούσε σε προϊόντα εισαγωγής γνωστών πολυεθνικών εταιρειών. · Η συμφωνία αυτή παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο κατά πόσο και πότε τερματίστηκε ή έπαυσε να ισχύει. · Οι πληρωμές των προϊόντων που παρέδιδε η Ενάγουσα στην Εναγόμενη γινόταν μέσω της υπηρεσίας «Factoring» της Τράπεζας Κύπρου, μέσω της οποία εξοφλούνταν τα τιμολόγια και ειδοποιείτο σχετικά η Ενάγουσα και η Εναγόμενη. · Η Ενάγουσα απαίτησε από την Εναγόμενη την πληρωμή ποσού €2.706,32 για τον λογαριασμό C-07-2237 και του ποσού των €803.31 για τον λογαριασμό C-08-
  6. H Εναγόμενη σε διαφορετικές ημερομηνίες απαίτησε την πίστωση χρημάτων για επιστροφές ελαττωματικών προϊόντων και για εκπτώσεις στα πλαίσια του BDF της ORA Group. Νομική Πτυχή και Κρίση Δικαστηρίου [37] Η παρούσα εν τέλει θα κριθεί στα πλαίσια του βάρους απόδειξης που έκαστη πλευρά φέρει. Η αγωγή όπως ηγέρθη και προωθήθηκε υπό της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης εδράζεται σε απαίτηση για υπόλοιπο λογαριασμού. Το γεγονός ότι ο ΜΕ πρόβαλε ότι μηνιαίως αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού στην Εναγόμενη δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επίσης, έχω αποδεχθεί ότι η Εναγόμενη έχει αμφισβητήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα που οι δύο καταστάσεις λογαριασμού παρουσιάζουν. Ούτε και ο ΜΕ προέκυψε ότι είχε ίδια γνώση για τις συναλλαγές και τις εγγραφές που έγιναν στους δύο λογαριασμούς που διατηρούνταν επ' ονόματι της Εναγόμενης για τα παραδοθέντα σε αυτή προϊόντα. Όπως δήλωσε, έλαβε γνώση από τις δύο κοπέλες στο λογιστήριο που ήταν γραμματειακό προσωπικό όπως παραδέχθηκε ερωτώμενος, ενώ τα όσα υποστήριξε περί ελέγχου υπό τον ίδιο των εκπτώσεων και πιστώσεων δεν έγιναν πιστευτά από το Δικαστήριο, μάλιστα δε, δήλωσε πως η Εναγόμενη είχε εξοφλήσει το έτος 2010, την στιγμή που τόσο στον λογαριασμό C-07-2237, όσο και στον λογαριασμό C-08-2237 καταγράφεται στις αρχές του 2011 χρεωστικό υπόλοιπο από προηγούμενες συναλλαγές. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης του χρέους βαρύνει την Ενάγουσα, η οποία θα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τα όσα καταγράφει στις καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες παρουσιάστηκαν, βολικά θα έλεγα, αποσπασματικές στο Δικαστήριο. Ζήτημα οφειλόμενου εκ συγκεκριμένων τιμολογίων όπως προωθήθηκε σε σχέση με την δέσμη τιμολογίων τεκμήριο 2 δεν τίθεται, καθότι δεν συνάδει ούτε με την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, η οποία διεκδικεί υπόλοιπα λογαριασμών, αλλά ούτε και με την προσαχθείσα μαρτυρία. [38] Το κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλλας Κυριάκου και Άλλων
(2016)1 ΑΑΔ 1628, αποτυπώνει του λόγου το αληθές: «Περαιτέρω και ακόμα πιο σημαντικό, δεν υπήρξε καμία επεξήγηση των καταχωρήσεων, και αυτό παρά το γεγονός ότι η αμφισβήτηση από μέρους των εναγομένων τόσο με την Υπεράσπιση τους όσο και κατά την ακρόαση ήταν ιδιαιτέρως έντονη. Μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται, (βλ. D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christie Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 734) και Marketrends Finance Ltd v. Ξενοφώντος
(2009)1 Α.Α.Δ.1418). Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις (με εξαίρεση αποδεδειγμένο λογαριασμό-account stated), θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να επαληθευτεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής. Στην προκειμένη περίπτωση κάθε άλλο παρά έχει γίνει κάτι τέτοιο. Ο μάρτυρας σε σχέση με το υπόλοιπο που μεταφέρθηκε από την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΪΚΗ, το οποίο υπερβαίνει το ήμισυ του διεκδικούμενου (£3.213,02) αρκέστηκε στο να πει, ότι το ήλεγξε και είναι ορθό, λες και το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια αόριστη, λεκτική διαβεβαίωση». [39] Όπως έχει τονιστεί, οι λογαριασμοί ενός εμπορευόμενου δεν αποτελούν απόδειξη των όσων καταγράφουν, αλλά τα γεγονότα που απεικονίζονται σε αυτούς θα πρέπει να στοιχειοθετηθούν με παραδεκτή μαρτυρία (βλ. A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 156. Η νομολογία αυτή έχει επιβεβαιωθεί προσφάτως (βλ. Εταιρεία Μωσαϊκών ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ. Λτδ v. Allan Veligalouskaya ή άλλως Alla Velikoloujskaia, Πολιτική Έφεση Αρ. 139/2015, απόφαση ημερ. 12/12/2023). Στην Εταιρεία Μωσαϊκών ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ. Λτδ, ανωτέρω, επιβεβαιώθηκε η νομολογιακή αρχή ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό και από την στιγμή που η μαρτυρία του ΜΕ που προσκόμισε η Ενάγουσα που φέρει το βάρος απόδειξης απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, ό,τι ανέφερε ο ΜΥ στην δική του μαρτυρία περί παραδοχής οφειλόμενων ποσών τόσο στον λογαριασμό C-07-2237 όσο και στον λογαριασμό C-08-2237 δεν μπορούσαν να «περισώσουν» την αγωγή της Ενάγουσας, η οποία μοιραία οδηγείται σε απόρριψη. Κατάληξη [40] Η αγωγή της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.).............. Χ-Μ Καραπατάκης Επαρχιακός Δικαστής Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.