← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΠΟΛΛΑΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ.: 3312/2015, 21/11/2024

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΠΟΛΛΑΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ.: 3312/2015, 21/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ Αγωγή αρ.: 3312/2015 Μεταξύ:

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΠΟΛΛΑΣ, από τη Λευκωσία
  2. ΑΝΔΡΙΑΝΗ ΧΑΤΖΗΠΟΛΛΑ, από τη Λευκωσία Ενάγοντες -και-
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από την Λευκωσία
  4. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από την Λευκωσία Εναγόμενοι Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Σιαμμούτη Για την Εναγόμενη 1: κα Κ. Πολυβίου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης 1 (στο εξής «η Εναγόμενη»), μεταξύ άλλων, την ακύρωση της συμφωνίας απόκτησης Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (στο εξής «τα ΜΑΕΚ») που η τελευταία εξέδωσε κατά το έτος 2011, ως επίσης και ειδικές αποζημιώσεις ύψους €165.643, ποσό το οποίο κατέβαλαν στην Εναγόμενη για την αγορά των πιο πάνω επίδικων αξιών. Σημειώνω εξ αρχής ότι η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2, αποσύρθηκε, ανεπιφύλακτα, εναντίον της, σε προηγούμενο στάδιο, και δη πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας[1], και ως εκ τούτου, η όποια απαίτηση των Εναγόντων, περιορίστηκε μόνο εναντίον της Εναγόμενης. Οι εκδοχές των μερών στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών τους Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγόντων, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, οι ίδιοι δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνώσεις για επενδύσεις και/ή γενικά για επενδυτικά προϊόντα. Είναι δε η επιπρόσθετη θέση τους ότι ήταν πελάτες της Εναγόμενης, η οποία είναι αδειούχος τράπεζα και αδειούχο ίδρυμα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, και ότι, από την αρχή, η σχέση τους με την Εναγόμενη, αναπτυσσόταν στη βάση της απόλυτης εμπιστοσύνης, σιγουριάς και βεβαιότητας. Ισχυρίζονται ακόμη ότι κατά ή περί τις 5.4.2011, η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση Ενημερωτικού Δελτίου για προσφορά και έκδοση ΜΑΕΚ, αορίστου διαρκείας, τα οποία θα έφεραν σταθερό επιτόκιο 6,5% για τα πρώτα 5 χρόνια και, ακολούθως, τούτα θα έφεραν κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα ήταν ίσο με το εκάστοτε επιτόκιο Euribor 6 μηνών που θα ίσχυε στην αρχή κάθε εξαμηνιαίας περιόδου, πλέον 3%. Βάσει δε των όρων έκδοσης τους, τα ΜΑΕΚ μπορούσαν κατ' επιλογήν της Εναγόμενης, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας, να εξαγοραστούν από την πρώτη, κατά τις 30.6.2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου ακολουθούσε, υπό προϋποθέσεις, ενώ, επίσης, η Εναγόμενη, μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, και κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας, να ανταλλάξει το σύνολο των ΜΑΕΚ. Επίσης, στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών τους, κατά ή περί το 2011, υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Εναγόμενης, στο οποίο οι πρώτοι διατηρούσαν προθεσμιακή κατάθεση και/ή γραμμάτιο, επικοινώνησαν μαζί τους και τους συνέστησαν ένα «καταθετικό» σχέδιο αξιογράφων, διάρκειας 5 χρόνων, που θα τους εξασφάλιζε τόκο 6,5% και στα 5 χρόνια και/ή τη λήξη τους, η Εναγόμενη θα τα εξαγόραζε πίσω. Αποτελεί συναφή δικογραφημένη θέση τους ότι κατόπιν των συστάσεων, παραστάσεων και/ή προτροπών των υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Εναγόμενης, αναφορικά με τα πλεονεκτήματα από την αγορά των ΜΑΕΚ, κατά ή περί το Μάϊο του 2011, υπέγραψαν σχετικό «έντυπο αίτησης» που τους υπεδείχθη από υπαλλήλους της τελευταίας, χωρίς οι ίδιοι (οι Ενάγοντες) να το διαβάσουν, για την αγορά των ΜΑΕΚ αξίας €165.
  5. Ακολούθως, κατά τις 18.5.2011, οι Ενάγοντες παρέλαβαν σχετική επιστολή της Εναγόμενης, βάσει της οποίας πληροφορήθηκαν ότι τους παραχωρήθηκαν 165.643 αξιόγραφα, αξίας €1 έκαστο. Αποτελεί, περαιτέρω, δικογραφημένη θέση τους ότι, οι ίδιοι, μετά από τις διαβεβαιώσεις των υπαλλήλων της Εναγόμενης, είχαν την πεποίθηση πως η επίδικη συμφωνία επρόκειτο για ένα «καταθετικό» σχέδιο ή τύπου «καταθετικό», με υψηλό επιτόκιο λόγω της πολυετούς του διάρκειας, και πως τα χρήματα τους ήταν ασφαλισμένα και θα τους καταβάλλονταν κανονικά οι τόκοι. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι στις πιο πάνω διαβεβαιώσεις προέβη και ο Πρόεδρος του Συγκροτήματος της Εναγόμενης, στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση της τελευταίας, κατά τα έτη 2011 και
  6. Αποτελεί, ακόμη, θέση τους ότι, από την απόκτηση των επίδικων αξιών, λάμβαναν τόκους, ενώ, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2012, πληροφορήθηκαν, από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, για την ακύρωση της πληρωμής των τόκων από την Εναγόμενη. Είναι, επίσης, η θέση τους ότι οι υπάλληλοι της Εναγόμενης προέβηκαν σε αναφορές προς αυτούς για τα θετικά χαρακτηριστικά των πιο πάνω επίδικων αξιών, χωρίς όμως να προβούν σε οποιαδήποτε αναφορά για τους κινδύνους που ενείχε η αγορά τους, ώστε να είναι σε θέση οι Ενάγοντες να αντιληφθούν σε τι συνίστατο η αγορά, εκ μέρους τους, των επίδικων χρηματοοικονομικών μέσων. Είναι η, περαιτέρω, δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι ο τρόπος που ενήργησε η Εναγόμενη ισοδυναμεί με απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών πληροφοριών και παραθέτουν προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες[2], τις οποίες δεν προτίθεμαι να επαναλάβω. Αποτελεί, επιπρόσθετη, δικογραφημένη θέση τους ότι η Εναγόμενη, κατά τον τρόπο που ενήργησε, κατά το χρόνο αγοράς και/ή διάθεσης, προς αυτούς, των ΜΑΕΚ, παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής και/ή της λήψης και διαβίβασης εντολής και/ή της εκτέλεσης εντολής για λογαριασμό πελάτη για την αγορά χρηματοοικονομικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, Ν. 144(Ι)/2007 (στο εξής «ο Ν. 144(Ι)/2007») και ότι, παρά το γεγονός ότι η Εναγόμενη παρείχε επενδυτικές συμβουλές και/ή υπηρεσίες, εντούτοις δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Ν. 144(Ι)/2007 και ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του[3], με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον της, επιζητώντας τις αιτούμενες θεραπείες. Είναι, τέλος, η θέση τους ότι η Εναγόμενη ενήργησε κατά τρόπο που εμπεριέχει το στοιχείο της σύγκρουσης συμφέροντος, κάτι που απαγορεύεται ρητώς από το Ν. 144(Ι)/2007, αφού ενεργούσε υπό διπλή ιδιότητα, ήτοι από τη μία ενεργούσε ως εκδότης των επίδικων αξιών, τις οποίες διέθετε προς πώληση, με σκοπό να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια για να καλύψει τις όποιες χρηματοοικονομικές και κεφαλαιουχικές της ανάγκες, ενώ, από την άλλη, δρούσε ως παροχέας επενδυτικών υπηρεσιών και περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων προς τους Ενάγοντες και γενικότερα προς τα πρόσωπα που θα αποκτούσαν τις επίδικες αξίες. Η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης Η Εναγόμενη παραδέχεται μόνο ότι αποτελεί αδειούχα τράπεζα και/ή αδειούχο ίδρυμα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ως επίσης και ότι οι Ενάγοντες ήταν πελάτες της. Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κατά τις 5.6.2009 προέβηκαν στην αγορά Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (στο εξής «τα ΜΑΚ») αξίας €165.643, τα οποία, κατά τις 17.5.2011, μετέτρεψαν σε ΜΑΕΚ, ίσης αξίας. Κατά τα λοιπά, δικογραφικά, απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και προβάλλει τη θέση ότι, εν προκειμένω, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν. 144(Ι)/2007, καθότι η ίδια και/ή οι υπάλληλοι της, δεν παρείχαν οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες ή επενδυτικές συμβουλές στους Ενάγοντες. Τουναντίον, είναι η θέση της ότι, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την έκδοση και διάθεση των επίδικων αξιών, εφαρμογής τυγχάνει ο περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος, Ν. 114(Ι)/2005 (στο εξής «ο περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος»), με τον οποίο η Εναγόμενη συμμορφώθηκε πλήρως. Είναι η, περαιτέρω, δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι, εν προκειμένω, και ενόψει του περιεχομένου των αιτήσεων που υπέβαλαν οι Ενάγοντες και των εκεί δηλώσεων τους, αναφορικά με την απόκτηση των επίδικων αξιών, αυτοί κωλύονται (estopped by deed) να επικαλούνται άγνοια της φύσης και των κινδύνων που ελλόχευαν από την αγορά και απόκτηση τους, ως επίσης και ότι έτυχαν οποιασδήποτε επενδυτικής συμβουλής από την Εναγόμενη. Είναι, επίσης, η θέση της, στη βάση πάντα των δικογραφημένων ισχυρισμών της, ότι οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι αυτής, σε ουδεμία ενέργεια προέβησαν κατά παράβαση οποιουδήποτε Νόμου, αλλά ούτε προέβησαν σε οποιοδήποτε δόλο και/ή παραπλάνηση και/ή εξαναγκασμό και/ή ψευδείς παραστάσεις εις βάρος των Εναγόντων, με σκοπό την αγορά και απόκτηση των επίδικων αξιών και, επομένως, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται οποιασδήποτε θεραπείας. Άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων της, η Εναγόμενη προβάλλει, επίσης, τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν υποστεί και δεν θα μπορούσε να έχουν υποστεί οποιαδήποτε οικονομική ζημιά, καθότι, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησαν τις επίδικες αξίες, οι καταθέσεις τους θα απομειώνονταν ούτως ή άλλως, ενόψει των γεγονότων του 2013 (κούρεμα καταθέσεων) και των σχετικών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν σαν αποτέλεσμα των εν λόγω γεγονότων (π.χ ΚΔΠ 103/13 ως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε). Ακροαματική διαδικασία Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα 2 (Μ.Ε. 1), ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, εφόσον οι συνήγοροι των δύο πλευρών, προς αποφυγή προσκόμισης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων αναφορικά με την πολυπλοκότητα των επίδικων αξιών, ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο το Έγγραφο Β[4]. Κατατέθηκαν επίσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, συνολικά 29 Τεκμήρια. Ως προς τα Τεκμήρια 1-24, τούτα κατατέθηκαν, από κοινού από τις συνηγόρους των διαδίκων, ως έγγραφα παραδεκτά ως προς την ύπαρξη τους, αλλά και για το ότι αυτά αποστάληκαν και παραλήφθηκαν από τους αντίστοιχους αποστολείς και παραλήπτες τους, κατά τις ημερομηνίες που καταγράφονται σε αυτά. Έγγραφο Β Στη βάση του Εγγράφου Β, τα πιο κάτω αποτελούν κοινή δήλωση εκ μέρους των δύο πλευρών σε ότι αφορά την πολυπλοκότητα των επίδικων αξιών, ως επίσης και τις εκατέρωθεν θέσεις τους ως προς την εφαρμογή ή μη του Ν. 144(Ι)/2007: «
  7. Οι δύο αξίες της παρούσας υπόθεσης είναι οι ακόλουθες: 1.1 Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου 2009 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2009 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (ΧΑΚ και ΧΑ) μέχρι το 2013 (εφεξής «ΜΑΚ 2009»). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 30 Απριλίου 2009 το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων και το οποίο έγινε Τεκμήριο
  8. 1.2 Τα Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου 2011 τα οποία εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 το 2011 και αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά (ΧΑΚ και ΧΑ) μέχρι το 2013 (εφεξής «ΜΑΕΚ 2011»). Σε σχέση με αυτές τις αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011 το οποίο ενέκρινε η ΕΚΚ με βάση τη Νομοθεσία περί Ενημερωτικών Δελτίων και το οποίο έγινε Τεκμήριο
  9. Οι δύο επίδικες αξίες αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα για αριθμό λόγων. Και οι δύο επίδικες αξίες μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές. Σε σχέση με τα ΜΑΚ 2009 και τα ΜΑΕΚ 2011 σημειώνονται, μεταξύ άλλων (α) η αορίστου χρόνου διάρκεια τους, (β) η δυνατότητα κατά την επιλογή των κατόχων τους για μετατροπή τους σε μετοχές, (γ) η δυνατότητα της Εναγόμενης 1 να εξαγοράσει τούτα στην ονομαστική τους αξία μετά πάροδο πέντε ετών από την έκδοση τους και, σε σχέση μόνο με τα ΜΑΕΚ 2011, (δ) η πιθανότητα, στη βάση δυσμενούς οικονομικής κατάστασης ή βιωσιμότητας της Εναγόμενης 1, να προέκυπτε αναγκαστική μετατροπή τους από την Εναγόμενη 1 σε μετοχές με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της Εναγόμενης
  10. Περαιτέρω, ειδικά σε σχέση με τα ΜΑΚ 2009 και τα ΜΑΕΚ 2011, η Εναγόμενη 1 δύνατο να ακυρώσει την πληρωμή τόκου εάν δεν τηρούσε τη σχετική κεφαλαιακή επάρκεια: Σε σχέση με τα ΜΑΚ 2009 η Εναγόμενη 1 θα ήταν υποχρεωμένη να ικανοποιήσει οποιαδήποτε ακύρωση πληρωμής τόκου μόνο σε περίπτωση εξαγοράς των ΜΑΚ 2009 και εξαγορά, ανταλλαγή ή αλλαγή σύμφωνα με σχετικές πρόνοιες των όρων έκδοσης. Σε σχέση με τα ΜΑΕΚ 2011, οποιαδήποτε ακυρωθείσα πληρωμή τόκου θα ήταν πλήρης και αμετάκλητη και θα χανόταν (forfeited) και δεν θα καθίστατο πληρωτέα από την Εναγόμενη
  11. Αναφορικά με τα Χρεόγραφα 2013/2018, η Εναγόμενη 1 δύνατο να μην καταβάλει τόκο μόνο σε περίπτωση μη φερεγγυότητας. Τα ΜΑΚ 2009 και ΜΑΕΚ 2011 ήταν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα καθότι είχαν αόριστη διάρκεια και μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές.
  12. Οι δύο επίδικες αξίες εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 με δημόσια προσφορά στο ευρύ επενδυτικό κοινό προς το σκοπό της ίδιας άντλησης κεφαλαίων από το ευρύ κοινό, και σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΚ 2009 και των ΜΑΕΚ 2011 αντλήθηκαν Πρωτοβάθμια Κεφάλαια.
  13. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι σε σχέση με την πώληση και διάθεση των επίδικων αξιών στους Ενάγοντες από την Εναγόμενη 1 παρασχέθηκαν επενδυτικές υπηρεσίες και εφαρμόζεται: (α) Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν. 144(Ι)/2007) ο οποίος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης του Κυπριακού δικαίου με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive, εφεξής «MiFID»), και (β) οι σχετικές Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Κ.Δ.Π. 557/2007) και (Κ.Δ.Π. 558/2007) (συλλογικά, «Η Νομοθεσία περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών») και είναι η θέση των Εναγόντων ότι με βάση την ανωτέρω νομοθεσία, οι Ενάγοντες εμπίπτουν στην κατηγορία των «ιδιωτών πελατών».
  14. Η εφαρμογή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω νομοθεσίας θα αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  15. Είναι η θέση των Εναγομένων, οι οποίοι ήταν οι εκδότες των αξιών, ότι η Νομοθεσία περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση καθότι δεν παρασχέθηκε καμία επενδυτική υπηρεσία στους Ενάγοντες κατά τη διαδικασία εγγραφής για απόκτηση και/ή κατά την απόκτηση από αυτούς των επίδικων αξιών. Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την πολυπλοκότητα των επίδικων αξιών, αλλά είναι η θέση τους ότι αυτή είναι ουσιαστικός παράγοντας βάση της Νομοθεσίας περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην περίπτωση που αυτή έχει εφαρμογή, το οποίο θα αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο. Είναι έτι περαιτέρω η θέση των Εναγομένων ότι για το σκοπό της διάθεσης των επίδικων αξιών με τη διαδικασία της δημόσιας προσφοράς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό και της έκδοσης των Ενημερωτικών Δελτίων βάση των απαιτήσεων της Νομοθεσίας περί Ενημερωτικών Δελτίων, η πολυπλοκότητα των εν λόγω προϊόντων δεν έχει την οποιανδήποτε σημασία καθότι η αρμόδια Αρχή, ήτοι, η ΕΚΚ, ενέκρινε τη διάθεση των επίδικων αξιών με τους όρους έκδοσης τους μέσω των Δελτίων». Τα όσα αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους 1 - 3 του Εγγράφου Β, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο, ενώ τα όσα αναφέρονται στις ανωτέρω παραγράφους 4 - 6 του Εγγράφου Β, σημειώνω ότι τούτα αποτελούν μόνο τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών σε σχέση με την εφαρμογή ή μη του Ν. 144(Ι)/2007, οι οποίες θα αξιολογηθούν και εξεταστούν κατωτέρω, αν τούτο κριθεί απαραίτητο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω, στο παρόν στάδιο, και το εξής. Ως είναι εμφανές, από το περιεχόμενο του Εγγράφου Β, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι οι αξίες που αφορούν την παρούσα υπόθεση είναι τόσο τα ΜΑΚ, ως επίσης και τα ΜΑΕΚ. Προς τούτο, οι δύο πλευρές κατέθεσαν τα Τεκμήρια 22 και 23, τα οποία είναι η ανέκκλητη αίτηση εγγραφής των ΜΑΚ και η ανέκκλητη αίτηση εγγραφής των ΜΑΕΚ, αντίστοιχα. Από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, προκύπτει ότι οι όποιες εκεί αιτούμενες θεραπείες, αφορούν τα ΜΑΕΚ και όχι τα ΜΑΚ. Και τούτο ορθώς, κατά τη γνώμη μου, εφόσον αφ' ης στιγμής τα ΜΑΚ διευθετήθηκαν και μετατράπηκαν σε ΜΑΕΚ ίδιας αξίας, στη βάση της απόφασης στην υπόθεση Αναστάσης Μουλαζίμης Λτδ v. Τράπεζα Κύπρου

(2013)1 ΑΑΔ 168 δεν θα ήταν επιτρεπτό να εξεταστεί η νομιμότητα ή μη της σύμβασης αγοράς των ΜΑΚ, μετά την εξόφληση ή την διευθέτηση της. Επομένως, οι όποιες συνθήκες απόκτησης των ΜΑΚ, θα εξεταστούν και αξιολογηθούν μόνο για τους σκοπούς κρίσης, στο βαθμό που θα κριθούν τούτες σχετικές, επί της ακυρότητας ή ακυρωσιμότητας της επίδικης σύμβασης απόκτησης των ΜΑΕΚ. Μαρτυρία Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση τούτης, καταγράφεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των επίδικων ζητημάτων. Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενάγουσα 2 (Μ.Ε. 1) Η Ενάγουσα, στην ουσία, προώθησε, με την μαρτυρία της, ισχυρισμούς ως οι δικογραφημένες θέσεις της[5]. Ανέφερε ότι στο παρελθόν η ίδια εργαζόταν στη φάρμα μανιταριών που είχε, ενώ ο σύζυγος της (Ενάγοντας 1), ο οποίος σπούδασε μηχανικός αυτοκινήτων στην Αγγλία, εργαζόταν στις Κυπριακές Αερογραμμές ως μηχανικός αεροπλάνων. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια και ο σύζυγος της ήταν πελάτες της Εναγόμενης για πολλά χρόνια, στην οποία διατηρούσαν τόσο τους δικούς τους λογαριασμούς, όσο και αυτούς της φάρμας μανιταριών και αποταμίευαν τα χρήματα τους σε προθεσμιακές καταθέσεις και γραμμάτια, ενώ είχαν αναπτύξει μία σχέση εμπιστοσύνης με το προσωπικό της Εναγόμενης. Πέραν τούτων, ανέφερε ότι κατά το έτος 2009, εκείνη και ο σύζυγος της είχαν μεταβεί στο υποκατάστημα της Εναγόμενης στην Κοκκινοτριμιθιά (στο εξής «το υποκατάστημα»), για κάποια συναλλαγή τους. Εκεί, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος τους πληροφόρησε ότι υπήρχε ένα «καταθετικό» σχέδιο διάρκειας 5 χρόνων, το οποίο θα τους εξασφάλιζε τόκο προς 5,5%, ενώ, επίσης, τους ανέφερε ότι «έπρεπε να κάνουμε γρήγορα τη διαδικασία γιατί ενδιαφέρονταν πολλοί για το σχέδιο αυτό»[6]. Ανέφερε ότι επειδή η ίδια και ο σύζυγος της δεν χρειάζονταν άμεσα τα χρήματα τα οποία ο τελευταίος είχε λάβει ως εφάπαξ από τις Κυπριακές Αερογραμμές, και τα οποία είχαν κατατεθειμένα, στην Εναγόμενη, σε γραμμάτιο προθεσμιακής κατάθεσης, διέκοψαν το εν λόγω γραμμάτιο και προχώρησαν στη κατάρτιση του εν λόγω πενταετές καταθετικού σχεδίου. Μάλιστα, ως η Ενάγουσα ανέφερε, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της ανέφερε ότι θα μπορούσε, αν χρειαζόταν τα εν λόγω χρήματα, να πάρει δάνειο ισάξιο με την εν λόγω κατάθεση, ενώ δεν θα επιβαρυνόταν με οποιοδήποτε ποσό «για το σπάσιμο του Γραμματίου»[7]. Ήταν, επίσης, η θέση της, ότι περί το έτος 2011, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος, τηλεφώνησε στην ίδια και το σύζυγο της και τους ανέφερε ότι «ήταν η τελευταία μέρα για αναβάθμιση του επιτοκίου που θα γινόταν 6,5% και έπρεπε να πάμε αμέσως να υπογράψουμε διαφορετικά θα παραμέναμε στο 5,5%»[8]. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι όταν τον ρώτησαν γιατί υπήρχε αλλαγή στο επιτόκιο, η απάντηση που έλαβαν από αυτόν ήταν ότι τούτο γινόταν για να αντιμετωπίσει η Εναγόμενη τον ανταγωνισμό από τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία προσέφερε επιτόκιο 7%. Ανέφερε, επίσης, ότι μέχρι και το έτος 2011, η ίδια και ο σύζυγος της, λάμβαναν τόκους κανονικά, εντούτοις, κατά τον Ιούνιο του 2012, πληροφορήθηκαν, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, για την ακύρωση πληρωμής των τόκων από την Εναγόμενη. Ήταν η συναφής της θέση ότι οι ίδιοι αντιλήφθηκαν ότι η Εναγόμενη τους εξαπάτησε όταν, μετά την μη καταβολή των τόκων τον Ιούνιο του 2012, τους απέστειλε τα έντυπα για την μετατροπή των ΜΑΕΚ που κατείχαν σε μετοχές και τότε συνειδητοποίησαν για πρώτη φορά ότι τα χρήματα τους δεν ήταν κατατεθειμένα ως κατάθεση, αλλά ως επένδυση. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της ότι όταν η ίδια και ο σύζυγος της αντιλήφθηκαν τα ανωτέρω, ο τελευταίος απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 25 προς την Εναγόμενη, στην οποία κατέγραφε τα πιο πάνω, ως επίσης και ότι αν γνώριζαν εκ των προτέρων τους κινδύνους αναφορικά με την αγορά των επίδικων αξιών, δεν θα συμφωνούσαν να προβούν σε αυτήν και ζητούσε από την Εναγόμενη να τους καταβάλει το αρχικό κεφάλαιο αγοράς των ΜΑΕΚ. Στην εν λόγω επιστολή, η Εναγόμενη απάντησε με την επιστολή της ημερ. 12.9.2012 (Τεκμήριο 26). Ισχυρίστηκε, επίσης, η Ενάγουσα, ότι εάν γνώριζαν (η ίδια και ο σύζυγος της), εκ των προτέρων, τους κινδύνους της επίδικης συναλλαγής, «δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσουμε»[9]. Τέλος, ήταν η θέση της ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της, λόγω των διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων της Εναγόμενης, είχαν την εντύπωση ότι είχαν προχωρήσει στη δημιουργία ενός καταθετικού σχεδίου, πενταετούς διάρκειας, με πιο ευνοϊκό - ψηλό επιτόκιο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η έκδοση, των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.135): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.616, Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172), με αναφορά και στη δικογραφία (S Pavlou & Sons Constructions Ltd και Άλλου v. Θεοδώρου, ΠΕ 199/10, ημ. 6.7.15). [.] Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία [.].». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 329), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της, είτε μέρος αυτής (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα, κατά τη στιγμή που παρέθεσε την μαρτυρία της, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ενάγουσα Η Ενάγουσα μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να αναφέρει τα γεγονότα όπως η ίδια τα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο. Η δε μαρτυρία της δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις ή τέτοιας μορφής αδυναμίες που να κλονίζουν την αξιοπιστία της. Αντιθέτως, ήταν σταθερή στις τοποθετήσεις της, σαφής και πειστική, ενώ η μαρτυρία της συμβαδίζει με την κοινή λογική και την λογική εξέλιξη των πραγμάτων και υποστηρίζεται, σε σημεία της, και από την ενώπιον μου γραπτή μαρτυρία. Κατ' αρχάς, η θέση της Ενάγουσας που θέλει τον Διευθυντή του υποκαταστήματος να τηλεφωνεί στην ίδια και το σύζυγο της, κατά το έτος 2011, και να τους καλεί να μεταβούν αμέσως στο υποκατάστημα για να υπογράψουν για την μετατροπή των ΜΑΚ που κατείχαν σε ΜΑΕΚ, καθότι «ήταν η τελευταία μέρα για αναβάθμιση του επιτοκίου που θα γινόταν 6,5%», συνάδει και με το γεγονός ότι, στη βάση του Τεκμηρίου 29, η τελευταία μέρα υποβολής ανέκκλητης αίτησης για αγορά των ΜΑΕΚ ήταν η 17.5.2011, με τα επίδικα ΜΑΕΚ, ακολούθως, να παραχωρούνται στους Ενάγοντες, με σχετική επιστολή της Εναγόμενης προς αυτούς, την αμέσως επόμενη μέρα και δη στις 18.5.2011 (βλ. Τεκμήριο 24). Προβάλλει η πλευρά της Εναγόμενης[10] τη θέση ότι η Ενάγουσα υπέπεσε σε αριθμό αντιφάσεων και ανακριβειών, οι οποίες την καθιστούν αναξιόπιστη, μία εκ των οποίων είναι (κατά την ίδια) και το ότι η Ενάγουσα, κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης την προέτρεψε να αποκτήσει τις επίδικες αξίες, ενώ, κατά την αντεξέταση της, δήλωσε ρητά ότι δεν της είχε παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή. Με κάθε σεβασμό προς τη θέση αυτή, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εκείνο που, ουσιαστικά, ανέφερε η Ενάγουσα, κατά την αντεξέταση της, αναφερόμενη πλέον χρονικά στο 2011 και στην απόκτηση των επίδικων ΜΑΕΚ, ήταν ότι κατά τον εν λόγω χρόνο δεν της αναφέρθηκε, από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης, τίποτε περισσότερο από τα όσα της είχαν αναφερθεί κατά το έτος 2009 (και δη κατά την απόκτηση των ΜΑΚ), πλην του ότι το επιτόκιο που θα τους απέδιδαν τα επίδικα ΜΑΕΚ θα ήταν 1% περισσότερο από αυτό που λάμβαναν για τα ΜΑΚ, και, ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες τελούσαν με την εντύπωση ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αλλαγή σε αυτά που τους είχαν αναφερθεί από το Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης αναφορικά με την απόκτηση των ΜΑΚ, αλλά και από τα όσα έκαναν τόσα χρόνια και δη ότι εκείνο που κατάρτιζαν, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν μία προθεσμιακή κατάθεση τύπου γραμματίου, μεγαλύτερης (5ετούς) διάρκειας από ότι ένα γραμμάτιο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά του Δικαστηρίου: «Ε. Σας υποβάλλω ότι και αυτή την φορά, η θέση της τράπεζας είναι ότι με την αίτηση αυτή, έχετε αποδεχτεί το σχέδιο που είχατε αποκτήσει και αποδεχτήκατε ότι δεν σας είχε δοθεί η οποιαδήποτε συμβουλή από κάποιον από την τράπεζα. Με αυτό συμφωνείτε ή όχι; Α. Δεν μου δόθηκε συμβουλή γιατί δεν είχα τίποτε να με συμβουλέψουν. Δεν υπήρχε μια αλλαγή απ' ότι έκανα τόσα χρόνια. Αυτό ήταν μέσα στη συμφωνία ή στο σκεπτικό μας. Δεν μας είπαν κάτι άλλο.»[11]. Υπενθυμίζω δε στο παρόν στάδιο ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας σε ότι αφορά τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην απόκτηση των επίδικων αξιών (ΜΑΚ και ΜΑΕΚ), παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον καμία άλλη μαρτυρία παρουσιάστηκε, από πλευράς της Εναγόμενης, η οποία να αντικρούει τα όσα της αποδίδει η Ενάγουσα με τη μαρτυρία της. Πέραν των ανωτέρω, ούτε η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης περί του ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη, στη βάση των κατ' ισχυρισμόν αντιφατικών τοποθετήσεων της ως προς τις επαφές και οικειότητα που είχε με τους υπαλλήλους της Εναγόμενης, αλλά και στη βάση του ότι, από τη μία θυμόταν το τι ακριβώς της λέχθηκε από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης και ότι δεν είδε ξανά αυτόν μετά το 2011, αλλά, από την άλλη, δεν θυμόταν το όνομα του, με βρίσκει σύμφωνη, για τους λόγους που εξηγώ αμέσως πιο κάτω. Εν προκειμένω, η Ενάγουσα θυμόταν ότι, κατά το έτος 2009, οι παραστάσεις και διαβεβαιώσεις που αναφέρει, έγιναν από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος, του οποίου θυμόταν το όνομα (Ανδρέας), αλλά όχι το επίθετο. Το γεγονός και μόνο ότι η Ενάγουσα είχε συχνές επαφές με τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος και τον εν λόγω Διευθυντή, στη βάση του ότι όποτε πήγαινε στο υποκατάστημα, μιλούσε μαζί τους καθότι αυτοί «ήταν εγκάρδιοι», δεν σημαίνει το δίχως άλλο ότι όφειλε να γνωρίζει ή να θυμάται και το επίθετο του. Επίσης, το γεγονός ότι δεν θυμόταν το όνομα του προσώπου που τους τηλεφώνησε κατά το έτος 2011 ή αν τούτο ήταν το ίδιο με αυτό που συνάντησαν στο υποκατάστημα το 2009, αλλά ήταν σίγουρη ότι δεν είδε αυτόν ξανά στο υποκατάστημα, μετά τα γεγονότα του 2011, και πάλι δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση αναξιοπιστίας της Ενάγουσας. Τουναντίον, το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν θυμόταν κάποιες λεπτομέρειες, 12 και πλέον χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα, δεικνύει και το γεγονός ότι η μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν προσχεδιασμένη. Εξήγησε δε με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι ναι μεν το προσωπικό του υποκαταστήματος ήταν φιλικό και εγκάρδιο, αλλά η ίδια δεν είχε προσωπικές σχέσεις με αυτό. Επίσης, ως πειστικώς ανέφερε, σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, δεν είναι σε θέση να πει με σιγουριά ότι αν δει το εν λόγω πρόσωπο θα το καταλάβει. Εν πάση όμως περιπτώσει, η λογική και μόνο θέλει ότι όταν ένας μάρτυρας καταθέτει μετά από αρκετή παρέλευση χρόνου, είναι αδύνατο να θυμάται κάθε λεπτομέρεια. Ως αναφέρθηκε στην Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας
(2016)2 ΑΑΔ 436, «.η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του. [.]». Εδώ, προφανώς, εκείνο που εντυπώθηκε στην Ενάγουσα και ήταν και λογικό να της εντυπωθεί είναι τα τι της αναφέρθηκαν σε σχέση με τις επίδικες αξίες, τα οποία ώθησαν αυτή και το σύζυγο της να προβούν στην κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας για την αγορά των επίδικων αξιών. Επίσης, σημειώνω, εν προκειμένω, και το εξής. Παρά το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν θυμόταν το όνομα του προσώπου με το οποίο είχαν συνομιλήσει στο τηλέφωνο κατά το έτος 2011, εντούτοις, ήταν σε θέση να αναφέρει και ανέφερε την ιδιότητα αυτού, ως ο τότε Διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης. Αν η πλευρά της τελευταίας ήθελε να αμφισβητήσει είτε ότι κατά το έτος 2009 ο Διευθυντής του υποκαταστήματος ήταν κάποιος Ανδρέας είτε το ότι κατά το έτος 2011 ο τότε Διευθυντής του υποκαταστήματος τηλεφώνησε στους Ενάγοντες και τους ανέφερε τα όσα επικαλείται η Ενάγουσα, είχε την ευκαιρία να προσκομίσει τέτοια σχετική μαρτυρία, κάτι που δεν έπραξε, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τούτο, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της Ενάγουσας περί των συνθηκών απόκτησης των επίδικων αξιών να παραμείνει, ουσιαστικά αναντίλεκτη. Περαιτέρω, σημειώνω εδώ και το εξής σημαντικό. Τα όσα αναφέρει η Ενάγουσα ότι έγιναν κατά τον επίδικο χρόνο, προκύπτουν και από το Τεκμήριο 25, το οποίο αποτελεί την πρώτη αντίδραση των Εναγόντων μετά την μη καταβολή του τόκου, κατά τον Ιούνιο του 2012, και την ενημέρωση τους περί μετατροπής των επίδικων ΜΑΕΚ σε μετοχές, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη. Πρέπει, περαιτέρω, να σημειωθεί ότι το Τεκμήριο 25, ως προβλήθηκε από την Ενάγουσα και, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε, ετοιμάστηκε από τον Ενάγοντα 1, πρόσωπο το οποίο δεν έχει την οποιαδήποτε νομική κατάρτιση, κάτι, που, εξάλλου, προκύπτει και από το ίδιο το λεκτικό του εν λόγω τεκμηρίου. Σημειώνω, επίσης, συναφώς, ότι τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να θέλει το Τεκμήριο 25 να ετοιμάστηκε κατόπιν σχετικής συμβουλής ή βοήθειας από κάποιο νομικό, καθώς επίσης, και ότι πρόκειται για έγγραφο, το οποίο, μολονότι δεν φέρει ημερομηνία σύνταξης, προκύπτει, αδιαμφισβήτητα, να συντάχθηκε μεταξύ Ιουνίου 2012 και τις 12.9.2012, ημερομηνία κατά την οποία απεστάλη η απαντητική επιστολή της Εναγόμενης - Τεκμήριο 26, και δη σε χρόνο πολύ κοντά στη μη καταβολή των τόκων των ΜΑΕΚ, το πρώτο εξάμηνο του
  1. Η λογική και μόνο θέλει ότι αν οι Ενάγοντες γνώριζαν περί του ότι η απόκτηση των ΜΑΕΚ αποτελούσε επένδυση και όχι καταθετικό σχέδιο, αυτό που θα επιδίωκαν, κατά την αποστολή του Τεκμηρίου 25, θα ήταν την τήρηση των συμφωνηθέντων και η απαίτηση τους θα αφορούσε στην καταβολή των μη καταβληθέντων τόκων, και όχι στην επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου απόκτησης τους, στη βάση, δόλιων συνθηκών συνομολόγησης της σχετικής σύμβασης, ως εκεί καταγράφεται. Αν τα πράγματα έγιναν ως η Εναγόμενη αιτιάται, μέσω των σχετικών υποβολών που τέθηκαν στην Ενάγουσα, η λογική και μόνο θέλει, ως μέρος του Τεκμηρίου 26 (πρώτη αντίδραση της Εναγόμενης), να καταγράφετο η σχετική διαφωνία της (Εναγόμενης) στους ισχυρισμούς των Εναγόντων αναφορικά με τις συνθήκες συνομολόγησης των συμβάσεων απόκτησης των ΜΑΚ και ΜΑΕΚ, και να δηλωνόταν ότι ουδέποτε έγιναν οι σχετικές παραστάσεις από τους υπαλλήλους της προς τους Ενάγοντες και όχι απλώς να περιορίζεται στην εντελώς γενική αναφορά περί τήρησης των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν αναφέρεται ποια είναι. Δεν πρόκειται, επομένως, η παρούσα περίπτωση, για την περίπτωση όπου οι Ενάγοντες αποφάσισαν να εγείρουν τα όσα παραπονούνται, για πρώτη φορά το 2015 με την έγερση της παρούσας αγωγής τους, αλλά με την προώθηση των σφοδρών παραπόνων τους σε χρόνο αμέσως μετά που έλαβαν τα σχετικά έντυπα που τους απέστειλε η Εναγόμενη «για την μετατροπή του κεφαλαίου [τους] σε μετοχές»[12] και αντιλήφθηκαν ότι τα χρήματα τους δεν ήταν κατατεθειμένα σε καταθετικό σχέδιο. Στη βάση δε τούτου, η όποια θέση προβάλλεται εκ μέρους της Εναγόμενης περί του ότι τα όσα επικαλείται η Ενάγουσα αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της, ουδόλως ευσταθούν. Προβάλλεται, περαιτέρω, η θέση από πλευράς της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη καθότι υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με το αν η ίδια και ο σύζυγος της είχαν ή όχι επενδυτικές γνώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Εναγόμενη προτάσσει ότι ενώ η Ενάγουσα, κατά τη μαρτυρία της, ανέφερε ότι η ίδια και ο σύζυγος της δεν είχαν οποιεσδήποτε επενδυτικές γνώσεις, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι στο παρελθόν είχαν προσεγγιστεί από κάποιο πρόσωπο της τράπεζας για την αγορά «islands»[13], την οποία αγορά όμως απέρριψαν. Στη βάση τούτου, ισχυρίζεται η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες απέρριψαν την τότε πρόταση που τους υποβλήθηκε για απόκτηση μετοχών «iceberg», δεικνύει και το ότι αυτοί ήταν σε θέση να αξιολογήσουν τον επενδυτικό κίνδυνο των εν λόγω αξιών και, επομένως, να αξιολογήσουν και τον κίνδυνο απόκτησης των επίδικων αξιών. Επίσης, προβάλλεται η θέση από πλευράς της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες είχαν έντονο επενδυτικό προφιλ, εφόσον, ως είναι εμφανές από το Τεκμήριο 28, ήταν κάτοχοι μετοχών, και επομένως είχαν επενδυτικές γνώσεις. Με κάθε σεβασμό στις πιο πάνω θέσεις, ούτε αυτές με βρίσκουν σύμφωνη. Και εξηγώ. Σε ότι αφορά την απόρριψη από τους Ενάγοντες της πρότασης για απόκτηση μετοχών «iceberg», η Ενάγουσα ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματική και αρκούντος πειστική ως προς το λόγο που απέρριψαν τούτη, ο οποίος δεν ήταν άλλος παρά από το ότι η ίδια και ο σύζυγος της δεν ήταν επενδυτές. Πουθενά η Ενάγουσα δεν ανέφερε ότι ο λόγος που απέρριψαν την εν λόγω πρόταση ήταν καθότι, κατόπιν μελέτης αυτής, διαπίστωσαν τους επενδυτικούς κινδύνους που αυτή παρουσίαζε. Εξήγησε, επίσης, με ιδιαίτερη σαφήνεια και πειστικότητα, κατά την αντεξέταση της, ότι αν η Εναγόμενη τους ανέφερε ότι οι επίδικες αξίες αποτελούσαν επενδυτικό προϊόν, όπως τους είχε αναφερθεί ότι τέτοιο αποτελούσαν οι μετοχές «iceberg», τότε δεν θα προχωρούσαν ούτε με την αγορά των επίδικων αξιών και ότι ο μόνος λόγος που το έπραξαν ήταν γιατί η Εναγόμενη τους παρουσίασε τις επίδικες αξίες ως καταθετικό προϊόν τύπου γραμματίου, πενταετούς διάρκειας, με περισσότερο τόκο. Σε ότι δε αφορά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ήταν κάτοχοι μετοχών, κατά το χρόνο που προηγήθηκε της αγοράς των επίδικων αξιών, και ότι τούτο, κατά την Εναγόμενη, δεικνύει ότι τα όσα η Ενάγουσα ανέφερε περί ανυπαρξίας επενδυτικών γνώσεων, ουδόλως ισχύει, ειδικότερα, εφόσον η τελευταία παραδέκτηκε ότι αγόρασε τις εν λόγω μετοχές για σκοπούς εύκολου κέρδους, με κάθε σεβασμό προς τη σχετική θέση της (Εναγόμενης), τούτη δεν έχει τη δυναμική που επιχειρεί να της προσδώσει. Κατ' αρχάς, η Ενάγουσα, εξήγησε με πειστικότητα και σαφήνεια ότι τούτες τις μετοχές τις απέκτησαν με το σύζυγο της επειδή είχαν εμπιστοσύνη στην τράπεζα τους, αλλά και διότι τότε όλος ο κόσμος αγόραζε μετοχές («όλος ο κόσμος έτρεχε και έπαιρνε»)[14], ως επίσης και ότι δεν αγόρασαν τις εν λόγω μετοχές για σκοπούς επένδυσης, εξού και όπως ανέφερε δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε μεταπώληση ή περαιτέρω συναλλαγή σε σχέση με αυτές, αλλά επειδή θεωρούσαν ότι ήταν κάτι ασφαλές («σίγουρο»). Επίσης, από το Τεκμήριο 28, είναι εμφανές ότι η οποιαδήποτε κίνηση των εν λόγω μετοχών αφορά την παραχώρηση προμερίσματος υπό μορφή μετοχών και την άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης για την απόκτηση μετοχών και όχι οποιοδήποτε έντονο επενδυτικό προφίλ αγοραπωλησίας μετοχών. Εν πάση περιπτώση, το γεγονός και μόνο ότι οι Ενάγοντες ήταν κάτοχοι μετοχών στο παρελθόν, δεν οδηγεί στην δίχως άλλο κρίση ότι η Ενάγουσα πρόκειται περί αναξιόπιστης μάρτυρος, ούτε ότι ήταν πρόσωπο που κατείχε επενδυτικές γνώσεις, δεδομένου και του γεγονότος ότι η απόκτηση μετοχών, ως επενδυτική αξία, δεν συσχετίστηκε με τις επίδικες αξίες ή με την οποιαδήποτε γνώση, εκ μέρους των Εναγόντων, ως προς τους κινδύνους που ελλόχευαν οι επίδικες αξίες. Ελλείπει δε το οποιοδήποτε υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου περί του ότι όταν οι Ενάγοντες προέβηκαν στην αγορά των εν λόγω μετοχών στο παρελθόν, είχε προηγηθεί έρευνα εκ μέρους τους και γνώση αναφορικά με τους κινδύνους που τούτες, ενδεχομένως, να ενείχαν και ότι αποδέχθηκαν τούτους. Η επί τούτου μαρτυρία, προέρχεται μόνο από την Ενάγουσα και δεν αμφισβητήθηκε, πειστικώς, καθ' οιονδήποτε τρόπο. Τέλος, αναφορικά με τη θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα παραδέκτηκε, κατά την αντεξέταση της, ότι εκ των υστέρων θεωρεί ότι όφειλε να διαβάσει τις αιτήσεις απόκτησης των επίδικων αξιών και τα όσα αυτές περιείχαν, σημειώνω ότι τούτη δεν οδηγεί σε αναξιοπιστία της Ενάγουσας. Τουναντίον, η σχετική θέση της Ενάγουσας που θέλει την ίδια και το σύζυγο της να θεωρούν, κατά την αγορά των επίδικων αξιών, στη βάση πάντα των διαβεβαιώσεων και παραστάσεων των υπαλλήλων της Εναγόμενης, ότι προέβαιναν στην κατάρτιση ενός καταθετικού σχεδίου, με αυξημένο, από αυτό των ΜΑΚ, επιτόκιο, δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ενώ, τουναντίον, για τους λόγους που καταγράφηκαν ανωτέρω, κρίνεται πειστική και συμβαδίζει πλήρως με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Στη βάση δε των δεδομένων αυτών, καθίσταται και λογική η ενέργεια της Ενάγουσας, που ήταν και το πρόσωπο που υπέγραψε τις αιτήσεις (Τεκμήρια 22 και 23), να μην διαβάσει τούτες, καθότι, στη βάση των εν λόγω διαβεβαιώσεων και παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης, δεν θεωρούσε ότι έκανε κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε τα προηγούμενα χρόνια (δηλαδή να συμβάλλεται για την δημιουργία ενός καταθετικού σχεδίου τύπου γραμματίου, με μεγαλύτερο επιτόκιο από αυτό που διατηρούσε μέχρι τότε). Προφανώς, και εκ των υστέρων, όταν πλέον θεώρησε ότι «ξεγελάστηκε» από την Εναγόμενη, ειλικρινώς, παραδέχθηκε ότι θα έπρεπε να διαβάσει τις αιτήσεις για απόκτηση των επίδικων αξιών. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, τη μαρτυρία της Ενάγουσας την αποδέχομαι στο σύνολο της και στη βάση της προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Τελικά Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω, πέραν των ευρημάτων στα οποία ήδη κατέληξα ανωτέρω (αναφορικά με το Έγγραφο Β), και στα πιο κάτω ευρήματα. Η Εναγόμενη ήταν η τράπεζα στην οποία η Ενάγουσα και ο σύζυγος της (Ενάγοντας 1) διατηρούσαν λογαριασμούς και αποταμίευαν τα χρήματα τους σε καταθετικό λογαριασμό τύπου γραμματίου. Στα πλαίσια αυτά, αναπτύχθηκε μία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της Εναγόμενης και των Εναγόντων, υπό την έννοια ότι οι τελευταίοι εμπιστεύονταν την Εναγόμενη και διατηρούσαν εκεί τις προσωπικές τους καταθέσεις τους, ως επίσης και τους λογαριασμούς της φάρμας μανιταριών που είχαν, ενώ δεν είχαν οποιαδήποτε δάνεια στην Εναγόμενη. Η Ενάγουσα, στο παρελθόν, εργαζόταν σε φάρμα μανιταριών, ενώ ο σύζυγος της σπούδασε στην Αγγλία ως μηχανικός αυτοκινήτων και εργαζόταν ως μηχανικός αεροπλάνων στις Κυπριακές Αερογραμμές, και δεν είχαν οποιαδήποτε πείρα και γνώσεις σε επενδυτικά προϊόντα, ώστε να είναι σε θέση να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμούν δεόντως τον κίνδυνο από αυτές. Όταν ο σύζυγος της Ενάγουσας (Ενάγοντας 1) αφυπηρέτησε από τις Κυπριακές Αερογραμμές, έλαβε το ποσό του εφάπαξ του, το οποίο κατέθεσε στην Εναγόμενη σε καταθετικό λογαριασμό. Το 2009, η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση και διάθεση των ΜΑΚ και, ακολούθως, το 2011 στην έκδοση των ΜΑΕΚ, εκδίδοντας σχετικά ενημερωτικά δελτία[15], έχοντας προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τους διευθυντές των υποκαταστημάτων της και έχοντας εκδώσει σχετικές οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να ενημερωθούν οι πελάτες της για την έκδοση των εν λόγω αξιών (βλ. Τεκμήρια 5 και 9). Κατά το έτος 2009, οι Ενάγοντες μετέβηκαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης για κάποια συναλλαγή τους, όπου ο Διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος (κάποιος Ανδρέας τότε), τους ενημέρωσε για την έκδοση των ΜΑΚ, τα οποία, παρά τις σχετικές οδηγίες της Εναγόμενης[16], τους παρουσίασε ως ένα πενταετές καταθετικό σχέδιο, αναφέροντας τους ότι τα χρήματα τους θα ήταν δεσμευμένα για πέντε χρόνια και θα κέρδιζαν περισσότερο τόκο από ότι ένα γραμμάτιο, παρουσιάζοντας τους, επίσης, το συγκεκριμένο προϊόν ως ευνοϊκό για τους ίδιους και ασφαλές, εφόσον θα μπορούσαν να λάβουν το ισάξιο ποσό σε δάνειο, χωρίς οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση. Τους ανέφερε ακόμη ότι θα έπρεπε να υπογράψουν άμεσα την αίτηση για να προλάβουν, γιατί υπήρχαν πολλοί που ενδιαφέρονταν για το εν λόγω σχέδιο. Τους είχε πει, ακόμη, ότι το γραμμάτιο που αυτοί διατηρούσαν, θα το τερμάτιζαν πρόωρα, χωρίς να τους επιβληθεί οποιοδήποτε πρόστιμο αναφορικά με τον πρόωρο τερματισμό του. Στη βάση των ανωτέρω πλαισίων, συμβουλών και παροτρύνσεων του Διευθυντή του υποκαταστήματος, οι Ενάγοντες δέκτηκαν να τερματιστεί πρόωρα το γραμμάτιο τους και, ακολούθως, η Ενάγουσα υπέγραψε και υπέβαλε την ανέκκλητη αίτηση ημερ. 5.6.2009 (Τεκμήριο 22) για απόκτηση (από την ίδια και τον Ενάγοντα) ΜΑΚ αξίας €165.643, χωρίς προηγουμένως να διαβάσει το περιεχόμενο της. Ακολούθως, και δη περί το έτος 2011, απεστάλη, μέσω ταχυδρομείου, στους Ενάγοντες το Τεκμήριο
  2. Εντούτοις, οι ίδιοι δεν έδωσαν σημασία σε αυτό και το αγνόησαν, μη ενεργώντας στη βάση αυτού. Ακολούθως, και δη περί τις 17.5.2011, ο τότε Διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης, του οποίου η Ενάγουσα δεν θυμάται το όνομα του, επικοινώνησε, τηλεφωνικώς, με τους Ενάγοντες, και τους παρότρυνε να υποβάλουν την αίτηση - Τεκμήριο 23 - για να μετατρέψουν τα ΜΑΚ που κατείχαν σε ΜΑΕΚ, ούτως ώστε να λαμβάνουν 1% τόκο περισσότερο από αυτόν που ελάμβαναν σε σχέση με τα ΜΑΚ. Τους ανέφερε, επίσης, ότι αν ήθελαν να λάβουν το περισσότερο αυτό επιτόκιο, έπρεπε να σπεύσουν να υπογράψουν την εν λόγω αίτηση καθότι ήταν η τελευταία μέρα κατά την οποία θα μπορούσαν να πράξουν τούτο. Κατ' εκείνη την ημέρα, τίποτε περαιτέρω δεν αναφέρθηκε στους Ενάγοντες από τον τότε Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης, αναφορικά με τις επίδικες αξίες, αφήνοντας τους (τους Ενάγοντες) την εντύπωση ότι το μόνο χαρακτηριστικό που άλλαζε, με την μετατροπή των ΜΑΚ σε ΜΑΕΚ, ήταν το περισσότερο ποσοστό του τόκου που αυτοί θα λάμβαναν και ότι, κατά τα άλλα, τα χαρακτηριστικά αυτών (των ΜΑΕΚ) ήταν τα ίδια με τα ΜΑΚ που κατείχαν. Δεν τους ανέφερε το οτιδήποτε για οποιουσδήποτε κινδύνους ή τα αρνητικά του εν λόγω σχεδίου. Όταν οι Ενάγοντες ρώτησαν γιατί υπήρχε αυτή η αλλαγή στο επιτόκιο, ο Διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος τους ανέφερε ότι ήταν για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό από τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία προσέφερε επιτόκιο 7%. Στη βάση των πιο πάνω συμβουλών, παραστάσεων και προτροπών του Διευθυντή του υποκαταστήματος, η Ενάγουσα, χωρίς προηγουμένως να διαβάσει το περιεχόμενο της εν λόγω αίτησης, υπέγραψε αυτή και υπέβαλε ανέκκλητη αίτηση για την απόκτηση (από αυτήν και τον Ενάγοντα) ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 23), συνολικής αξίας €165.643, με το κεφάλαιο για την αγορά τους να προέρχεται από την αξία των ΜΑΚ που οι Ενάγοντες κατείχαν κατά τον δεδομένο χρόνο. Αποτέλεσμα της έγκρισης της εν λόγω αίτησης ήταν ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν κάτοχοι ΜΑΕΚ αξίας €165.643 (βλ. Τεκμήριο 24). Ως προς την πολυπλοκότητα των επίδικων αξιών, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται ως κοινή δήλωση από τους συνήγορους των διαδίκων στο Έγγραφο Β, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω και τα οποία δεν προτίθεμαι να επαναλάβω. Οι Ενάγοντες δεν έτυχαν σε κατανοητή σε αυτούς γλώσσα οποιασδήποτε ενημέρωσης, είτε αναφορικά με τη φύση και τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιών πριν την αγορά και απόκτηση τους, είτε για τους κινδύνους που ελλόχευαν από την απόκτηση τους. Πέραν τούτου, δεν προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, από πλευράς της Εναγόμενης, να υποβλήθηκε οποιαδήποτε ερώτηση στους Ενάγοντες, ή να τους έγινε οποιοσδήποτε σχετικός έλεγχος αναφορικά με την απόκτηση των εν λόγω αξιών (ήτοι έλεγχος συμβατότητας και/ή καταλληλότητας). Αποτελεί περαιτέρω εύρημα μου ότι, οι Ενάγοντες δεν θα προχωρούσαν στην αγορά και απόκτηση των πιο πάνω επίδικων αξιών, στην περίπτωση που η Εναγόμενη τους ενημέρωνε ότι υπήρχε ο κίνδυνος να μειωθεί η αξία των χρημάτων τους ή να μην λάβουν πίσω αυτά, εφόσον τα χρήματα που κατέβαλαν για την απόκτηση τους αποτελούσαν το εφάπαξ που έλαβε ο Ενάγοντας 1 όταν αποχώρησε από τις Κυπριακές Αερογραμμές όπου και εργαζόταν και δη αποτελούσαν τα χρήματα των κόπων του. Εντούτοις, στα πλαίσια των δηλώσεων, παραστάσεων, συμβουλών και παροτρύνσεων του Διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης (τόσο κατά το 2009 όσο και κατά το 2011), τούτος δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά στους κινδύνους που εμπεριείχε η απόκτηση των επίδικων αξιών και ειδικότερα στον κίνδυνο απώλειας των χρημάτων των Εναγόντων, στη βάση των όρων και των χαρακτηριστικών των επίδικων αξιών. Τουναντίον, αυτός άφησε να εννοηθεί στους Ενάγοντες ότι επρόκειτο για καταθετικά σχέδια, όπως τα γραμμάτια, και ότι τα εν λόγω σχέδια έφεραν μεγαλύτερο τόκο από ότι ένα γραμμάτιο, λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας τους. Οι Ενάγοντες λάμβαναν τους τόκους, σε σχέση με τις ανωτέρω επίδικες αξίες, ως η έκδοση εκάστης εκ των εν λόγω αξιών προνοούσε, μέχρι και το τέλος του δεύτερου εξαμήνου του
  3. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, το ακριβές ποσό των τόκων που έλαβαν, αναφορικά με τα επίδικα ΜΑΕΚ, ανέρχεται, συνολικά, στο ποσό των €8.811,95[17] (βλ. Τεκμήριο 27), για την περίοδο από 17.5.2011 μέχρι 31.12.
  4. Τον Ιούνιο του 2012, οπόταν και θα έπρεπε να καταβληθεί ο τόκος για το πρώτο εξάμηνο του εν λόγω έτους, οι Ενάγοντες δεν έλαβαν τον προβλεπόμενο τόκο για τα ΜΑΕΚ που κατείχαν. Εντούτοις, η πρώτη φορά που αντιλήφθηκαν ότι τα χρήματα τους δεν ήταν κατατεθειμένα σε ασφαλή λογαριασμό τύπου γραμματίου ήταν από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, όταν και έμαθαν για τη μη καταβολή του τόκου και όταν η Εναγόμενη τους απέστειλε τα έντυπα για μετατροπή των ΜΑΕΚ που κατείχαν σε μετοχές. Ακολούθως, ο Ενάγοντας υπέβαλε σχετικό παράπονο στην Εναγόμενη, αναφέροντας της, ουσιαστικά, ότι ξεγελάστηκαν από τους υπαλλήλους της, στη βάση του ότι οι τελευταίοι τους παρουσίασαν ότι, με την αγορά των επίδικων αξιών, κατήρτιζαν ένα καταθετικό σχέδιο, και της ζητούσε να τους επιστρέψει το κεφάλαιο αγοράς των επίδικων ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 25). Στην εν λόγω επιστολή, η Εναγόμενη απάντησε με την επιστολή Τεκμήριο
  5. Νομική Πτυχή και υπαγωγή των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου σε αυτήν Ως έχει αρχικώς αναφερθεί, οι Ενάγοντες επικαλούνται ότι οι επίδικες αξίες αποκτήθηκαν συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς της Εναγόμενης, με αποτέλεσμα η όποια συναίνεση δόθηκε από αυτούς για τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας να μην ήταν ελεύθερη και, ως εκ τούτου, η εν λόγω σύμβαση να είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογήν τους, εξού και αξιώνουν, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η σύμβαση απόκτησης των ΜΑΕΚ να κηρύσσεται άκυρη. Περαιτέρω, η αγωγή τους εδράζεται στην παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος εκ μέρους της Εναγόμενης. Σημειώνω εδώ ότι, στην περίπτωση που οι Ενάγοντες αποσείσουν το βάρος που έχουν στους ώμους τους και καταφέρουν να αποδείξουν ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε χωρίς την ελεύθερη συναίνεση τους, και, επομένως, τούτη είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογή τους (rescission), τότε η θεραπεία που δικαιούνται είναι αυτή της αποκατάστασης (restitutio in integrum), η οποία, ουσιαστικά, επαναφέρει τα μέρη μιας άκυρης συμφωνίας στην κατάσταση στην οποία ήταν πριν από τη συνομολόγηση της[18]. Επομένως, οποιαδήποτε άλλη αιτούμενη θεραπεία αποζημίωσης, στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος εκ μέρους της Εναγόμενης, προϋποθέτει ότι η Ενάγουσα θα αποδείξει ότι συνεπεία της τοιαύτης παράβασης, υπέστη οικονομική ζημία[19]. Στο παρόν στάδιο, θα ήθελα να αναφέρω ότι κρίνω ορθότερο, κατ' αρχάς, να εξετάσω την παρούσα αγωγή στη βάση των ισχυρισμών των Εναγόντων ότι η επίδικη σύμβαση καταρτίστηκε συνεπεία του δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από πλευράς της Εναγόμενης. Μία σύμβαση για να είναι έγκυρη πρέπει, μεταξύ άλλων, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι (βλ. άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και Σωκράτους ν Σιβιτανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 1602). Είναι δε τέτοια (ελεύθερη), ως οι πρόνοιες του άρθρου 14 του Κεφ. 149, ορίζουν, όταν δεν προκαλείται με (α) εξαναγκασμό ή (β) ψυχική πίεση ή (γ) απάτη ή (δ) ψευδή παράσταση ή (ε) πλάνη. Η συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει τούτων. Στη βάση των προνοιών του άρθρου 19
(1)του Κεφ. 149, στην περίπτωση που συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η επακόλουθη συμφωνία θεωρείται ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό. Το τι συνιστά απάτη και ψευδής παράσταση για σκοπούς του Κεφ. 149, καθορίζεται στα άρθρα 17 και 18 του εν λόγω Νόμου, αντίστοιχα. Το δε βάρος απόδειξης της απάτης ή των ψευδών παραστάσεων, το φέρει εκείνος που το επικαλείται και πρέπει να τα αποδείξει με επαρκή και πειστική μαρτυρία. Το αναίτιο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η ψευδής παράσταση, για να αποκτήσει δικαιώματα ακύρωσης της σύμβασης ή αποζημιώσεις, θα πρέπει να ικανοποιήσει:
(1)ότι η παράσταση ήταν ουσιώδης, υπό την έννοια ότι επρόκειτο για τέτοιας φύσης και τύπου παράστασης που λογικώς θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου στην απόφαση του ως προς το κατά πόσο θα αποτελέσει μέρος της επίδικης σύμβασης,
(2)ότι η συναίνεση του παρασχέθηκε συνεπεία της ψευδούς αυτής παράστασης, δηλαδή ότι βασίστηκε στην παράσταση του αντισυμβαλλομένου του και στη βάση της συναίνεσε να καταστεί μέρος της επίδικης σύμβασης και
(3)με δεδομένα τα ανωτέρω, ότι δεν ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας συνήθη επιμέλεια. Όσον αφορά στην απάτη, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράστασή του ήταν ψευδής και ότι είχε πρόθεση ο Ενάγοντας να ενεργήσει βασιζόμενος σε αυτή και να υποστεί ζημιά. Πρέπει, δηλαδή, στην ουσία, να αποδειχθεί: (α) η παράσταση γεγονότος, (β) ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγοντας βασιζόμενος σε αυτή, (δ) ότι ο Ενάγοντας ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) υπέστη ζημιά. Αποτελεί βασική θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης, ως τούτη αναπτύχθηκε στην γραπτή της αγόρευση, ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed), ενόψει του γεγονότος ότι η Ενάγουσα υπέγραψε τις αιτήσεις για την απόκτηση των επίδικων αξιών, δεσμευόμενη από τα εκεί καταγραφόμενα και δηλώσεις, με αποτέλεσμα η απαίτηση των Εναγόντων να είναι έκθετη σε απόρριψη. Κατ' αρχάς, επισημαίνεται ότι, όπως έχει αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1432 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν Κωνσταντίνου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2067, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν Χίνη
(2008)1 ΑΑΔ 818), το κώλυμα μπορεί να είναι:
(1)κώλυμα λόγω δεδικασμένου (estoppel by record), κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (estoppel by deed) και κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct or estoppel in pais). Επίσης, ο γενικός κανόνας είναι ότι η υπογραφή κάποιου τον δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, και τούτο προς διασφάλιση της αναγκαίας εμπιστοσύνης και ασφάλειας που πρέπει να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές και τις γραπτές συμφωνίες. Εκείνος, επομένως, που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, ότι τυγχάνει η εφαρμογή της αρχής του non est factum, δηλαδή ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας (π.χ τυφλότητα ή αναλφαβητισμός (βλ. Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704)) ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, ως επίσης την υπόθεση Χ''Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989 και Ιωάννου ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεων Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522). Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961, αναγνωρίστηκε ότι η αρχή του non est factum, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και να επενεργήσει προς όφελος προσώπων που είτε μόνιμα είτε προσωρινά, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν το σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο υπογράφουν. Τονίστηκε, εντούτοις, ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση πρέπει να περιοριστεί σε πολύ στενά πλαίσια για αποφυγή ενδεχόμενου κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινού στις συνήθεις συναλλαγές, αλλά και στην εγκυρότητα των γραπτών συμβάσεων, ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιπτώσεις που ελλείπει οποιοσδήποτε δόλος ή οποιοσδήποτε άλλος καλός λόγος που να επιβάλλει την ακυρότητα κάποιου εγγράφου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο» (Πολύβιος Γ. Πολυβίου), στην υπόθεση Saunders (ανωτέρω), η Βουλή των Λόρδων, έθεσε τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει αυτός που επικαλείται, προς υπεράσπιση του, την αρχή του non est factum. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το πιο πάνω σύγγραμμα (βλ. σελ. 414-416):
(1)«Πρώτον, για να μπορέσει κάποιο πρόσωπο να επικαλεστεί την υπεράσπιση non est factum θα πρέπει να εμπίπτει εντός μιας προστατευόμενης κατηγορίας, δηλαδή είτε πρόσωπα που είναι τυφλά ή δεν μπορούν να διαβάσουν ή που έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα που τους εμποδίζει να κατανοήσουν τι υπογράφουν, είτε πρόσωπα που έχουν τύχει παραπλάνησης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και έχουν υπογράψει κάποιο έγγραφο τελούντα υπό πλάνη σε σχέση με το χαρακτήρα του εγγράφου. Είναι πολύ σπάνια που την υπεράσπιση θα μπορούν να επικαλεστούν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε κάποια εξειδικευμένη κατηγορία που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας.
(2)Δεύτερον, η οποιαδήποτε πλάνη θα πρέπει να αφορά όχι στο περιεχόμενο αλλά στο χαρακτήρα του εγγράφου. Θα πρέπει το πρόσωπο που υπογράφει να πιστεύει ότι υπογράφει κάτι ολότελα διαφορετικό, υπό την έννοια ότι το έγγραφο που νομίζει ότι υπογράφει και το έγγραφο που υπογράφει να ανήκουν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Reid στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society, «There must I think be a radical difference between what he signed and what he thought he was signing - or one could use the words 'fundamental' or 'serious' or 'very substantial'.' But what amounts to a radical difference will depend on all the circumstances».
(3)Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση της υπεράσπισης non est factum δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο. Κάθε πρόσωπο, πριν υπογράψει κάποιο έγγραφο, έχει την υποχρέωση να πληροφορηθεί για τη φύση του εγγράφου που υπογράφει. Εάν κάποιος είναι έτοιμος να υπογράψει κάποιο έγγραφο απλώς και μόνο διότι το έγγραφο τέθηκε ενώπιον του, χωρίς να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ή τουλάχιστον χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου και εξακρίβωσης του τι υπέγραφε, τότε ο νόμος δεν του επιτρέπει να επικαλείται την υπεράσπιση non est factum. Ο Δικαστής Reid έθεσε το θέμα επιγραμματικά στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society: «The plea cannot be available to anyone who was content to sign without taking the trouble to try to find out at least the general effect of the document». Όπως η πιο πάνω αρχή διατυπώθηκε πιο εκτενώς από το Δικαστή Wilberforce στην ίδια υπόθεση: «A person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests on him, i.e. to prove that he acted carefully and not on the third party to prove the contrary». Συμπερασματικά, η υπεράσπιση του non est factum, στο σύγχρονο δίκαιο, είναι ιδιαίτερα περιορισμένης εμβέλειας. Το βάρος απόδειξης ότι εφαρμόζεται βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που την επικαλείται και για να επιτύχει τούτο θα πρέπει να αποδείξει πρώτον ότι πίστευε ότι αυτό που υπέγραψε ήταν ολότελα διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά υπέγραψε και δεύτερον ότι είχε επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια πριν υπογράψει το επίδικο έγγραφο» . Επίσης, στην πιο πάνω υπόθεση Saunders, ο Lord Wilberforce ανέφερε τα εξής: «In other words it is the lack of consent that matters not the means by which this result was brought about. Fraud by itself may do no more than make the Contract Voidable». Και τούτο για να υποδείξει ότι, δεν αποτελεί προϋπόθεση, για να μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του non est factum, να αποδοθεί δόλια συμπεριφορά στον άλλο συμβαλλόμενο. Διευκρινίστηκε, ωστόσο, εκ νέου, ότι, δεν είναι δυνατή η επίκληση του δόγματος από οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Κρίνεται, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι, στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην Φακοντή ν. Βρυώνη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1404, εκεί όπου η θέση ενός διαδίκου ότι εξαπατήθηκε ή δια ψευδών παραστάσεων ή δόλου συναίνεσε στο να υπογράψει ένα έγγραφο γίνει, δικαστικώς, δεκτή, δεν θα επιτραπεί στον αντίδικό του να επικαλεστεί την όποια αμέλεια του εξαπατηθέντος για να προβάλει ότι ο τούτος εμποδίζεται, λόγω νομικού κωλύματος (estoppel), να αποδεσμευτεί από τις ευθύνες του. Επίσης, συναφώς, στην υπόθεση Μακρή ν Χ''Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από την μια υφίστατο ένας ηγετικός χρηματοοικονομικός οργανισμός με μεγάλο κύκλο εργασιών, με παρουσία σε αρκετές χώρες, με πολλά καταστήματα, και χιλιάδες εργοδοτουμένους (βλ. Τεκμήρια 3 και 8). Από την άλλη, στο παρελθόν, η Ενάγουσα εργαζόταν σε φάρμα μανιταριών και ο Ενάγοντας, ο οποίος σπούδασε μηχανικός αυτοκινήτων, εργαζόταν στις Κυπριακές Αερογραμμές ως μηχανικός αεροπλάνων. Μεταξύ των εν λόγω προσώπων υφίστατο μία σχέση εμπιστοσύνης. Η Εναγόμενη ήταν η τράπεζα με την οποία συνεργάζοντο πάντα οι Ενάγοντες, εφόσον τηρούσαν τους λογαριασμούς τους και διατηρούσαν τις καταθέσεις τους σε αυτήν. Η Εναγομένη με δική της πρωτοβουλία προώθησε τις επίδικες αξίες στην Ενάγουσα, προβαίνοντας στις συμβουλές, προτροπές και δηλώσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω (στα τελικά ευρήματα) και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Η Εναγόμενη, είχε ίδιον όφελος, αφού, με τα κεφάλαια που θα αντλούνταν από τις πιο πάνω εκδόσεις, θα ενίσχυε την κεφαλαιουχική της επάρκεια και, συγκεκριμένα, θα ενισχύονταν τα πρωτοβάθμια κεφάλαια της (βλ. παράγραφο 3 του Εγγράφου Β). Η Εναγομένη παρουσίασε στους Ενάγοντες τα πιο πάνω χρηματοοικονομικά μέσα ως ασφαλή τραπεζικά προϊόντα (τύπου γραμμάτιο και/ή κατάθεση), κάτι το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού επρόκειτο για χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία ενείχαν κινδύνους. Επίσης, τους τα παρουσίασε ως ευνοϊκά για τους ίδιους, παροτρύνοντας τους να υποβάλουν αρχικά την αίτηση τους για την απόκτηση των ΜΑΚ (Τεκμήριο 22), και, ακολούθως, την αίτηση τους για την απόκτηση των ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 23), τα οποία (ΜΑΕΚ) τους παρουσίασαν ότι θα τους απέδιδαν ακόμα πιο ψηλό επιτόκιο (από τα ΜΑΚ), με σκοπό να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό της Λαϊκής Τράπεζας. Οι δηλώσεις της, δεν ήταν ακριβείς, σαφείς και επαρκείς, αλλά, τουναντίον, τούτες ήταν παραπλανητικές. Στην βάση της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης, η Ενάγουσα (εκ μέρους των Εναγόντων) υπέγραψε τις αιτήσεις για την αγορά των επίδικων αξιών (Τεκμήρια 22 και 23). Κατά συνέπεια, με γνώμονα τις ανωτέρω σχετικές νομικές αρχές, η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να επιζητεί την εφαρμογή του κανόνα του κωλύματος λόγω καταχωρήσεων σε έγγραφα (estoppel by deed), καθότι, οι περιστάσεις υπό τις οποίες υπογράφηκαν οι επίδικες αιτήσεις, δικαιολογούσαν την άγνοια των Εναγόντων αναφορικά με το περιεχόμενο των εν λόγω επίδικων αιτήσεων τις οποίες η Ενάγουσα υπέγραψε, και, κατ' επέκταση, οι Ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν ότι η απόφαση τους να συμβληθούν για απόκτηση των επίδικων αξιών ήταν, τουλάχιστον, το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης. Ως αβίαστα προκύπτει από την μαρτυρία της Ενάγουσας, αλλά και στη βάση των δικογραφημένων αξιώσεων των Εναγόντων, η όποια απαίτηση τους, εδράζεται, στην ουσία, στην αρχή του restitutio in integrum, ως θεραπεία επιείκειας, η οποία αποδίδεται στις περιπτώσεις όπου μια σύμβαση κηρυχθεί άκυρη και δη στην επαναφορά των διαδίκων στην κατάσταση που αυτοί βρίσκονταν πριν την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας για απόκτηση των ΜΑΕΚ. Στη βάση των όσων εξήγησα ανωτέρω, με ευκολία καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης που είχαν ότι η επίδικη σύμβαση για απόκτηση των ΜΑΕΚ συνήφθη συνεπεία, τουλάχιστον, των ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης, με αποτέλεσμα η συναίνεση των Εναγόντων, κατά τη συνομολόγηση τούτης, να μην ήταν ελεύθερη. Τούτο, έχει ως αποτέλεσμα ότι η επίδικη σύμβαση απόκτησης των ΜΑΕΚ να είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογή των Εναγόντων και, κατά συνέπεια, δικαιολογείται η ακύρωση της, στη βάση σχετικής διακηρυκτικής απόφασης. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι δεν μου διαφεύγει η σχετική αγγλική νομολογία που θέλει το Δικαστήριο, παρά την κρίση του περί του ακυρώσιμου μίας σύμβασης, να μην διατάσσει την αποκατάσταση των μερών, εκεί που ο αιτών διάδικος, που επιδιώκει τη διακήρυξη της σύμβασης ως άκυρη, μετά που έλαβε γνώση των συνθηκών που την καθιστούν τέτοια, είτε ρητώς είτε εξυπακουομένως, αποφάσισε να την αντιμετωπίσει ως ενεργή (σύμβαση), δεσμευτική για τον ίδιο, τόσο ως προς τις σχετικές υποχρεώσεις του αλλά και τα δικαιώματα του. Ως προς τις αρχές περί του ότι το Δικαστήριο, παρά την κρίση του περί του ακυρώσιμου μία σύμβασης, δύναται να μην διατάξει την αποκατάσταση των μερών στη θέση που ήταν πριν τη σύναψη της, καθότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο στη βάση των αρχών της επιείκειας, αν διαφανεί ότι το μέρος που επιδιώκει τη διακήρυξη της σύμβασης ως άκυρη αποφάσισε να την αντιμετωπίσει ως ενεργή, σχετικές είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Heritage Travel and Tourism Ltd and another v Windhorst and others [2021] EWHC 2380 (Comm) και North Ocean Shipping Co Ltd v. Hyundai Construc­tion Co Ltd, The Atlantic Baron [1978] 3 All E.R. 1170. Για τους λόγους που ήδη διαφαίνονται, από τα όσα καταγράφονται ανωτέρω, δεν βρισκόμαστε, στην παρούσα, αντιμέτωποι με μια τέτοια περίπτωση. Χωρίς να γίνομαι κουραστική, εντελώς συνοπτικά, επαναλαμβάνω ότι στη βάση των τελικών μου ευρημάτων οι Ενάγοντες αντελήφθησαν ότι η επίδικη σύμβαση προέκυψε ως αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης σε χρόνο μετά τον Ιούνιο του 2012 και η πρώτη σχετική αντίδραση τους, ως αυτή αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 25 (το οποίο ετοιμάστηκε σε χρόνο μεταξύ Ιουνίου 2012 και 12.9.2012) ήταν η αποκήρυξη της επίδικης συμφωνίας ως παρανόμως συνομολογηθείσα και η απαίτηση από αυτούς ήταν η επιστροφή του κεφαλαίου απόκτησης των ΜΑΕΚ, δηλαδή την αποκατάσταση των συμβαλλομένων μερών στη θέση που βρίσκονταν πριν τη σύναψη της. Σημειώνω εδώ ότι οι Ενάγοντες, ως προαναφέρθηκε, για την αγορά των επίδικων αξιών κατέβαλαν το ποσό των €165.643, πλην όμως έλαβαν τόκους ύψους €8.811,95 (βλ. ανωτέρω) και, συνεπώς, τούτοι (οι τόκοι), θα πρέπει να αφαιρεθούν από το πιο πάνω ποσό, ώστε να επανέλθουν τα μέρη στην αρχική τους θέση. Πέραν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες εδράζουν την απαίτηση τους και επί της κατ' ισχυρισμόν παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος εκ μέρους της Εναγόμενης και ειδικότερα της παράβασης από την τελευταία του Ν. 144
(1)/2007 και/ή των εκδιδόμενων στη βάση αυτού οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας[20]. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι αποτελεί βασική θέση της Εναγόμενης[21] ότι εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν. 144(Ι)/2007, εφόσον η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση των επίδικων αξιών (ΜΑΚ και ΜΑΕΚ), ενεργώντας ως εκδότης αυτών. Επρόκειτο δηλαδή για δημόσια προσφορά, η οποία απευθυνόταν στο ευρύ επενδυτικό κοινό, και όχι μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές, στη βάση του ενημερωτικού δελτίου που εξέδωσε η Εναγόμενη για την κάθε έκδοση των επίδικων αξιών, στη βάση του περί Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου[22]. Διέθετε δηλαδή τις επίδικες αξίες στην πρωτογενή αγορά, προτού αυτές εισαχθούν στην δευτερογενή αγορά[23]. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός, στη βάση του Εγγράφου Β, ότι το ενημερωτικό δελτίο, τόσο για την έκδοση των ΜΑΚ όσο και για την έκδοση των ΜΑΕΚ, έτυχε της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ως επόπτης). Επομένως, αποτελεί συναφή ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η ίδια, αφ' ης στιγμής εκπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της βάσει του Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, δεν παρέβηκε οποιοδήποτε θεσμοθετημένο καθήκον της, με δεδομένη και τη θέση της ότι ο Ν.144(Ι)/2007 δεν εφαρμόζεται, και εναπόκειτο πλέον στους Ενάγοντες να διαβάσουν τους όρους και το περιεχόμενο των εν λόγω ενημερωτικών δελτίων, τα οποία εμπεριείχαν όλες τις σχετικές πληροφορίες αναφορικά με τους κινδύνους που ενείχαν οι επίδικες αξίες, πράγμα που δεν έπραξαν. Σε ότι αφορά τις πιο πάνω θέσεις, σημειώνω τα εξής. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα αποφασίστηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ηλίας Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, Πολ. Έφεση 294/2019, απόφαση ημερομηνίας 12.4.2024, περί του ότι οι πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με τις επίδικες αξίες, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην δύνανται να επικαλούνται τούτες για σκοπούς υποστήριξης της παρούσας αγωγής. Παρά ταύτα, δεν μου διαφεύγουν, επίσης, και τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-688/15 και C-109/16, Agnieska Anisimoviene κ.ά. v. Bankas "Snoras"AB, en liquidation κ.ά., απόφαση ημερομηνίας 22.3.2018, σε σχέση με την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/39/ΕΚ (η Οδηγία MiFID I, η οποία αποτέλεσε τη βάση θέσπισης του Ν. 144(Ι)/2007). Εντούτοις, και με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή επιτυγχάνει επί τη βάσει των ψευδών παραστάσεων, δεν κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω και να ασχοληθώ, για τους σκοπούς της παρούσας, είτε με την πιο πάνω απόφαση του ΔΕΕ, είτε με την απόφαση στην Ηλίας Θεοδότου του δικού μας Εφετείου. Έτι περαιτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να πράξω τούτο και για το λόγο ότι, εν προκειμένω, μολονότι αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι τα ΜΑΕΚ που οι Ενάγοντες κατείχαν μετατράπηκαν σε μετοχές, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου ως προς την οικονομική ζημία που υπέστηκαν οι Ενάγοντες από την μετατροπή των εν λόγω ΜΑΕΚ σε μετοχές, εφόσον δεν τέθηκε, μέσω της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, η αξία των εν λόγω μετοχών. Ελλείπει, επομένως, ενώπιον μου, το σχετικό υπόβαθρο για οποιαδήποτε κρίση, ως προς το κατά πόσο ακόμη και αν αποδεικνύετο η κατ' ισχυρισμόν παράβαση θέσμιου καθήκοντος, βάσει του Ν. 144(Ι)/2007, οι Ενάγοντες υπέστησαν κάποια ζημία συνεπεία αυτής, και δη ακόμη κι αν εξεταζόταν η εν λόγω βάση αγωγής, σίγουρα οι Ενάγοντες θα αποτύγχαναν να αποδείξουν την αιτιώδη συνάφεια της κατ' ισχυρισμόν παράβασης με κάποιο ζημιογόνο γεγονός. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, και με δεδομένο ότι η επίδικη σύμβαση των ΜΑΕΚ κρίνεται άκυρη λόγω, τουλάχιστον, ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Εναγόμενης, κρίνω ότι είναι ορθότερο και δίκαιο όπως η Εναγόμενη επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό που οι τελευταίοι της κατέβαλαν για την απόκτηση των επίδικων ΜΑΕΚ, αφαιρουμένων των τόκων που οι τελευταίοι έλαβαν κατά το χρόνο που κατείχαν τούτα (δηλαδή €165.643 - €8.811,95 = €156.831,05). Κατάληξη Στη βάση όλων των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, δυνάμει της οποίας:
(1)η σύμβαση απόκτησης των επίδικων ΜΑΕΚ κηρύσσεται άκυρη,
(2)η Εναγόμενη διατάσσεται να επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό των €156.831,05 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης, και
(3)οι Ενάγοντες, εντός 30 ημερών από τη λήψη του πιο πάνω ποσού των €156.831,05, διατάσσονται όπως μεταβιβάσουν και/ή εγγράψουν στην Εναγόμενη και/ή μεριμνήσουν ώστε η τελευταία να καταστεί δικαιούχος και/ή ιδιοκτήτης των όποιων τυχόν αξιών και/ή μετοχών κατέχουν σήμερα οι Ενάγοντες, οι οποίες αποτελούν απόρροια των επίδικων ΜΑΕΚ. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 22.12.2022. [2] Βλ. παράγραφο 13(α) έως 13(ι) της Έκθεσης Απαίτησης. [3] Με ειδικότερη αναφορά στην παράβαση των άρθρων 18
(2)(α), 29, 36
(1), 36
(1)(α)-(δ) και 52 του Ν. 144(Ι)/
  1. [4] Βλ. πρακτικό ημερ. 5.4.
  2. [5] Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε το Έγγραφο Α. [6] Βλ. παράγραφο 4 του Εγγράφου Α. [7] Βλ. παράγραφο 5 του Εγγράφου Α. [8] Βλ. παράγραφο 6 του Εγγράφου Α. [9] Βλ. παράγραφο 8 του Εγγράφου Α. [10] Βλ. σελ. 3-5 της γραπτής της αγόρευσης. [11] Βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 29.5.2023, σελ. 7-8 - υπογράμμιση δική μου. [12] Βλ. Τεκμήριο
  3. [13] Ως η Εναγόμενη τα αναφέρει στην γραπτή της αγόρευση, η ορθή ονομασία είναι μετοχές «iceberg». [14] Βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 29.5.2023, σελ. 4, γραμμές 1-
  4. [15] Βλ. Τεκμήρια 3 και
  5. [16] Βλ. Τεκμήριο
  6. [17] Το ποσό τούτο προκύπτει από την πρόσθεση των ποσών (κάτω από τη στήλη «Καθαρό Ποσό Τόκου») €3.120,30 + €5.691,
  7. [18] Βλ. άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  8. [19] Βλ. άρθρο 141 του Ν. 144(I)/
  9. [20] Βλ. μεταξύ άλλων, την ΚΔΠ 557/2007 και 558/
  10. [21] Όπως αυτή προβάλλεται στο Έγγραφο Β και αναπτύχθηκε στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της. [22] Ο εν λόγω Νόμος (Ν. 114(Ι)/2005) θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ενημερωτικό Δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση. [23] Στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ) και στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ΧΑ) - βλ. και Έγγραφο Β. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.