Ρηγίνος Παύλου ν. Άντης Σωτηρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4331/2015, 10/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4331/2015 Μεταξύ: Ρηγίνος Παύλου Ενάγοντας -και-
- Άντης Σωτηρίου
- Gan Direct Insurance Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα. Ε. Φράγκου Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Μ. Σοφοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει, εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημίες τις οποίες υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 31.1.2015 (στο εξής «το επίδικο ατύχημα») μεταξύ της μοτοσικλέτας που ο ίδιος οδηγούσε (στο εξής «η μοτοσικλέτα») και του οχήματος του Εναγόμενου 1 (στο εξής «το όχημα»). Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527), των σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, ως επίσης και του σχετικού Εγγράφου Α που κατατέθηκε από αυτούς, κατά την ακροαματική διαδικασία, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Κατά πάντα ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο, ο Ενάγοντας ήταν ηλικίας 34 ετών και υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά, ως στρατιωτικός, με βαθμό ΕΠΥ Σμηνίας και ήταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Ο Εναγόμενος 1 (στο εξής «ο Εναγόμενος»), καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν ο οδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο και/ή είχε ασφαλιστική κάλυψη από την Εναγόμενη 2. Το δε όχημα ήταν κατηγορίας ελαφρύ φορτηγού (βλ. Τεκμήριο 5), τύπου βαν. Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος είναι συγχωριανοί και τα σπίτια τους βρίσκονται στον ίδιο δρόμο που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Η δε απόσταση της οικίας του Ενάγοντα με αυτήν του Εναγόμενου είναι 170 μέτρα[1]. Στις 31.1.2015 και περί ώρα 15:00[2], ο Ενάγοντας οδηγούσε τη μοτοσικλέτα κατά μήκος της Λεωφόρου Αμμοχώστου στην Κλήρου, στην Επαρχία Λευκωσίας (στο εξής «ο Δρόμος»), με κατεύθυνση από τα δυτικά προς τα ανατολικά (προς το χωριό Κλήρου), κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα από χωράφι και/ή χωματόδρομο (στο εξής «ο χωματόδρομος»), ο οποίος βρισκόταν δίπλα από την οικία του και ο οποίος εφάπτετο, καθέτως, με την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου, με σκοπό να εισέλθει εντός του Δρόμου για να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί δυτικά (δηλαδή προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Ενάγοντας). Ο Δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης, με τα οχήματα που κατευθύνονται από τα δυτικά προς τα ανατολικά να κρατούν την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου και τα οχήματα που κατευθύνονται από τα ανατολικά στα δυτικά να κρατούν την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτού. Επίσης, είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο Δρόμος, ως η πορεία του Ενάγοντα, ήταν ανηφορικός με κλίση προς τα αριστερά και από την από την αντίθετη πλευρά ήταν κατηφορικός με κλίση προς τα δεξιά. Πέραν των ανωτέρω, κατά τον επίδικο χρόνο, το οδόστρωμα ήταν στεγνό και ο καιρός ήταν αίθριος (βλ. Τεκμήρια 6 και 11), ενώ το όριο ταχύτητας του Δρόμου ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα (km/h). Σε κάποια στιγμή, ο Εναγόμενος οδήγησε το όχημα από τον χωματόδρομο προς το Δρόμο και εισήλθε εντός αυτού και συγκεκριμένα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Ενάγοντα, φτάνοντας μέχρι ενός σημείου. Επίσης, σε κάποια στιγμή, ο Ενάγοντας έθεσε τα φρένα της μοτοσικλέτας σε λειτουργία, με αποτέλεσμα οι τροχοί της να αφήσουν ίχνη τριβής επί του οδοστρώματος. Ακολούθως, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε, αφήνοντας σε διάφορα σημεία, ως η πορεία της, ίχνη τριβής επί του οδοστρώματος και, εν τέλει, τούτη ακινητοποιήθηκε σε σημείο μετά το σημείο που βρισκόταν ακινητοποιημένο το όχημα και δεξιότερα τούτου, ως η πορεία του Ενάγοντα. Ο δε Ενάγοντας, σε κάποια στιγμή, μετά την ανατροπή της μοτοσικλέτας και πριν την ακινητοποίηση της, αποσυνδέθηκε από αυτήν και, αφού τρίφτηκε επί του οδοστρώματος, κατέληξε και αυτός ως η πορεία της μοτοσικλέτας, πλην όμως σε σημείο πριν το σημείο κατάληξης της μοτοσικλέτας. Η μοτοσικλέτα και το όχημα ουδέποτε συγκρούστηκαν. Μετά το επίδικο ατύχημα, ο Ενάγοντας, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο και υπερηχογράφημα. Στη βάση δε του Εγγράφου Α, το οποίο κατατέθηκε από τους συνήγορους των διαδίκων[3], αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες, συνεπεία του εν λόγω ατυχήματος: «
(1)Συντριπτικό κάταγμα της αριστερής κλείδας και εγκαύματα τριβής σε ολόκληρο το σώμα. Τα εγκαύματα τριβής αντιμετωπίστηκαν με την χορήγηση ειδικών κρεμών. Την 1.2.2015 εισήχθηκε στο Ιπποκράτειο Ιατρικό Κέντρο και υποβλήθηκε υπό γενική αναισθησία σε χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης της αριστερής κλείδας με τοποθέτηση αυτοκλειδούμενης πλάκας τύπου Konigsen. Εξήλθε την επόμενη ημέρα και παρακολουθείτο ως εξωτερικός ασθενής μέχρι και την πλήρη αποκατάσταση του.
(2)Ακολούθησε χορήγηση κρεμαστήρα, με την αφαίρεση του οποίου χορηγήθηκε φυσιοθεραπευτική αγωγή. Η διάρκεια της αγωγής μέχρι και την πλήρη αποκατάσταση διήρκησε 2 μήνες. Κατά τη διάρκεια της αποθεραπείας, συνέχιζε να τοποθετεί ειδικά επιθέματα στα προαναφερθέντα εγκαύματα τριβής και ακολούθησε εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας για την πλήρη αποκατάσταση του.
(3)Δεν ανέπτυξε οποιαδήποτε μετατραυματική ή μετεγχειρητική επιπλοκή, η δε όλη μετεγχειρητική του πορεία υπήρξε ομαλή.
(4)Το κάταγμα έχει επουλωθεί πλήρως σε φυσιολογική ανατομική θέση.
(5)Η κινητικότητα - λειτουργικότητα του αριστερού ώμου έχει αποκατασταθεί στα προ του ατυχήματος φυσιολογικά επίπεδα.
(6)Δεν υφίσταται οποιαδήποτε μορφή λειτουργικού κατάλοιπου.
(7)Ο Ενάγοντας φέρει τις ακόλουθες ουλές: (α) Επιφανειακή ουλή 2 επί 2 εκ. στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού αγκώνα. (β) Επιφανειακή ουλή 1 επί 1 εκ. στο αριστερό χέρι. (γ) Επιφανειακή ουλή 17 εκ. στο στήθος αριστερά.
(8)Τον Οκτώβριο του 2021, ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε επέμβαση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης». Ως προς την επιφανειακή ουλή που φέρει ο Ενάγοντας, μήκους 17 εκατοστών, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού το Τεκμήριο 9, το οποίο απεικονίζει αυτήν. Ένεκα δε των πιο πάνω τραυματισμών του, ο Ενάγοντας βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια από τις 31.1.2015 μέχρι και τις 6.3.2015 (βλ. Τεκμήριο 15). Σημειώνω επίσης, ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι την επομένη του επίδικου ατυχήματος, τη σκηνή αυτού επισκέφθηκε λειτουργός της Εναγόμενης 2 (ο Μ.Υ. 1), ο οποίος ετοίμασε έκθεση αναφορικά με το επίδικο ατύχημα και σχέδιο της σκηνής αυτού (στο εξής «το Σχέδιο») (βλ. Τεκμήριο 18), ενώ, επίσης, έβγαλε τις φωτογραφίες της δέσμης του Τεκμηρίου
- Είναι, επίσης, κοινώς αποδεκτό ότι κατά την εν λόγω επίσκεψη του Μ.Υ. 1 στην επίδικη σκηνή, παρών ήταν μόνο ο Εναγόμενος και όχι ο Ενάγοντας. Πέραν των ανωτέρω, στις 18.2.2015, τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος επισκέφθηκε ο Αστυφύλακας 923 (Μ.Ε. 1), ο οποίος ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα αναφορικά με το επίδικο ατύχημα (στο εξής «το Σχεδιάγραμμα»), το οποίο και οι δύο οδηγοί υπέγραψαν ως ορθό. Είναι, επίσης, κοινός τόπος ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2 λήφθηκαν από τον Ενάγοντα περί τους δύο μήνες μετά το επίδικο ατύχημα και δη περί τις αρχές Απριλίου
- Τέλος, σημειώνω ότι οι συνήγοροι αμφότερων των διαδίκων, δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι ειδικές αποζημιώσεις που δικαιούται ο Ενάγοντας, επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο ποσό των €4.262,50, στο οποίο ποσό περιλαμβάνεται και το ποσό των €3.000 αναφορικά με την αξία της μοτοσικλέτας, η οποία ένεκα του επίδικου ατυχήματος είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Τα πιο πάνω αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο. Οι εκδοχές των μερών Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των διαδίκων. Η εκδοχή του Ενάγοντα Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή στην παράβαση καθήκοντος επιμέλειας του Εναγόμενου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος εισήλθε, από το χωματόδρομο, ξαφνικά και αιφνίδια, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου, την οποία χρησιμοποιούσε τη δεδομένη στιγμή ο ίδιος, χωρίς να υποδείξει την πρόθεση του για τούτο και χωρίς να σταματήσει και να ελέγξει το Δρόμο προτού εισέλθει εντός αυτού, με αποτέλεσμα να του αποφράξει το Δρόμο και να του ανακόψει την πορεία. Είναι η θέση του ότι μόλις ο ίδιος αντιλήφθηκε τον Εναγόμενο, έθεσε σε λειτουργία τα φρένα της μοτοσικλέτας για να σταματήσει, αλλά ένεκα της πολύ μικρής απόστασης που είχε η μοτοσικλέτα με το όχημα δεν πρόλαβε να σταματήσει εγκαίρως και για το λόγο αυτό έκανε κίνηση αποφυγής (ελιγμό) προς τα δεξιά, ούτως ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Είναι δε η συναφής του θέση ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο προέβη στον εν λόγω ελιγμό, δεν κατάφερε να διατηρήσει τη μοτοσικλέτα στην πορεία της με αποτέλεσμα ο ίδιος σε κάποια στιγμή να «φύγει» από αυτήν και να συρθεί στο έδαφος, προσπερνώντας το όχημα, ενώ η μοτοσικλέτα έπεσε στο έδαφος και κινείτο ακυβέρνητη μέχρι που σταμάτησε. Πέραν των ανωτέρω, είναι ο ισχυρισμός του ότι ένεκα του επίδικου ατυχήματος, ο ίδιος υπέστη τις ζημιές και τραυματισμούς που αναφέρονται, ανωτέρω, στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Τέλος, είναι η θέση του ότι για αρκετό διάστημα μετά το ατύχημα ταλαιπωρείτο, καθότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, είχε έντονα ενοχλήματα στον αριστερό ώμο, όπως πόνο κατά τις νυκτερινές ώρες, ως επίσης αδυναμία και άλγος κατά τις κινήσεις αυτού. Η εκδοχή των Εναγομένων Είναι η θέση των Εναγομένων ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, είναι η θέση τους ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε τη μοτοσικλέτα στο Δρόμο, αμελώς, με υπερβολική, υπό τις περιστάσεις, ταχύτητα και/ή εν πάση περιπτώσει με ταχύτητα πέραν του επιτρεπτού ορίου του Δρόμου, με αποτέλεσμα να μην έχει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και/ή να απωλέσει τον έλεγχο αυτής και/ή να μην είχε τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει εγκαίρως και/ή να ελιχθεί προς αποφυγή του ατυχήματος. Είναι, επίσης, η θέση τους ότι η ορατότητα του Εναγόμενου στο Δρόμο, προς την κατεύθυνση του Ενάγοντα, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν περιορισμένη ένεκα εμποδίων που υπήρχαν παραπλεύρως αυτού και/ή δεντροφύτευσης, και, ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος ήταν αναγκασμένος να οδηγήσει το όχημα, μερικώς, εντός του Δρόμου για να μπορεί να ελέγξει την τροχαία κίνηση εντός αυτού, προτού στρίψει δεξιά. Σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι οι Εναγόμενοι, με την Υπεράσπιση τους, ήγειραν και προδικαστική ένσταση, βάσει της οποίας ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπη και/ή απαράδεκτη, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 16(Α)
(1)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν. 96(Ι)/2000, ούτως ώστε η αγωγή να εγείρεται τόσο εναντίον του Εναγόμενου 1 (ασφαλισμένου), όσο και εναντίον της Εναγόμενης 2 (ασφαλιστικής εταιρείας). Εντούτοις, δεν προώθησαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την εν λόγω προδικαστική ένσταση, είτε με αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, είτε με την τελική αγόρευση που καταχώρησαν στο πλαίσιο της παρούσας και, ως εκ τούτου, τούτη δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα απόφαση. Αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των πιο πάνω, κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, το μόνο που παραμένει ως επίδικο, υπό αμφισβήτηση, ζήτημα προς εξέταση, επί πραγματικών γεγονότων, είναι η οδική συμπεριφορά αμφότερων των ενεχόμενων οδηγών. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής, παρουσιάστηκαν συνολικά 3 μάρτυρες. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αστυφύλακας 923 - Γ. Λάμπρου (Μ.Ε.1) και ο Ενάγοντας (Μ.Ε. 2), ενώ εκ μέρους των Εναγομένων, κατέθεσε ο κ. Μ. Ιωάννου, (Μ.Υ. 1). Τέλος, σημειώνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν συνολικά 18 Τεκμήρια. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω. Μαρτυρία Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία.?Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. ?ταθιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35).? Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση των όσων ζητημάτων παρέμειναν υπό αμφισβήτηση. Μ.Ε. 1 - Αστυφύλακας 923 Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου. Ανέφερε ότι ο εν λόγω Αστυνομικός Σταθμός ενημερώθηκε για το επίδικο ατύχημα περί τις 16:30[4] την επίδικη μέρα. Ο δε λόγος που δεν μετέβηκαν στην σκηνή αμέσως, ήταν καθότι, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, ο Σταθμός στελεχωνόταν μόνο από δύο άτομα, ενώ την επίδικη ημέρα ο ίδιος είχε αντικατασταθεί από άλλο αστυφύλακα, ο οποίος έπρεπε να μεταβεί στο Πουρνάρα, ως ενίσχυση, για σκοπούς καταστολής εξέγερσης. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ότι μόνο ένας αστυφύλακας παρέμεινε στο Σταθμό εκείνη τη μέρα, ο οποίος δεν μπορούσε να μεταβεί στην σκηνή, καθότι οι οδηγίες που είχαν ήταν να μην κλείνει ο Σταθμός. Κατά τη μαρτυρία του, ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε το Σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1), το οποίο ετοίμασε στις 18.2.2015 όταν επισκέφθηκε τη σκηνή και το οποίο εξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υποδεικνύοντας επί του Σχεδιαγράμματος, ανέφερε ότι η ένδειξη επ' αυτού ως «πορεία Α», δεικνύει την πορεία του Εναγόμενου, ενώ η ένδειξη «πορεία Β», δεικνύει την πορεία του Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι το πλάτος του Δρόμου διαφέρει και δεν είναι το ίδιο σε όλα τα σημεία, αφού παρουσιάζεται σε αυτό μία απόκλιση των 10 εκατοστών, με το μεγαλύτερο σχετικό πλάτος του να είναι 4,5 μέτρα, το δε μικρότερο 4,4 μέτρα (για όλο το πλάτος του Δρόμου, περιλαμβανομένων και των δύο λωρίδων κυκλοφορίας αυτού). Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο Δρόμος δεν είχε διαχωριστική γραμμή (στο έδαφος αυτού), η οποία να χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας. Πέραν των ανωτέρω, ανέφερε ότι η απόσταση, μεταξύ του ελαιόδεντρου (που απεικονίζεται στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 2.1) και της άκρης της αριστερής λωρίδας του Δρόμου, είναι 2,4 μέτρα, ενώ η απόσταση, μεταξύ του ελαιόδεντρου και του σημείου από το οποίο το όχημα έβγαινε στο Δρόμο, ήταν 6,10 μέτρα[5]. Επίσης, ανέφερε ότι από την άκρη της αριστερής κυκλοφορίας του Δρόμου μέχρι το σημείο που ακινητοποιήθηκε το όχημα (με την ένδειξη «Χ»), η απόσταση είναι 1 μέτρα, ενώ από το σημείο «Χ» μέχρι το σημείο που τελείωνε το ασφάλτινο οδόστρωμα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου, η απόσταση ήταν περίπου 3,5 μέτρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο ίδιος κατά την επίσκεψη του στη σκηνή είχε παρατηρήσει δύο φρέσκιες «αυλακώσεις» οδοστρώματος, τις οποίες κατέγραψε στο Σχεδιάγραμμα, με τη μία να έχει μήκος 1,4 μέτρα και την άλλη μήκος 70 εκατοστών, οι οποίες ήταν κοντά στην άκρη του οδοστρώματος στην αριστερή λωρίδα του Δρόμου. Ως προς την έννοια της «αυλάκωσης» οδοστρώματος, ανέφερε ότι είναι ο τραυματισμός της φυσικής επιφάνειας του οδοστρώματος που δημιουργεί κοιλώματα ένεκα της τριβής μεγάλων δυνάμεων μεταξύ της ασφάλτου και οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου και έχουν την ίδια έννοια με τα ίχνη τριβής. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ως ανέφερε, ήταν βέβαιο ότι τα εν λόγω ίχνη τριβής δημιουργήθηκαν από την τριβή μεταλλικής επιφάνειας με το Δρόμο, πιθανόν από πατίδι μοτοσικλέτας. Σε ό,τι δε αφορά τη μέτρηση των 16,10 μέτρων που καταγράφεται στο Σχεδιάγραμμα, ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι αυτή είναι η απόσταση που ο ίδιος μέτρησε μεταξύ της νοητής γραμμής του πασσάλου της ΑΗΚ και του σημείου «Χ», ενώ το πρώτο ίχνος τριβής στο Δρόμο μετά τον πάσσαλο της ΑΗΚ είχε απόσταση 4,10 μέτρα από αυτόν. Η δε απόσταση μεταξύ του πρώτου ίχνους τριβής μέχρι το σημείο που ακινητοποιήθηκε το όχημα («Χ»), ανέφερε ότι είναι περί τα 12 μέτρα (αφαιρώντας από τα 16,10 μέτρα τα 4,10 μέτρα του ίχνους τριβής). Ερωτηθείς να υποδείξει επί του Σχεδιαγράμματος το σημείο που σταμάτησε η μοτοσικλέτα, ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι δεν σημείωσε τούτο στο εν λόγω σχεδιάγραμμα, καθότι δεν γνωρίζει που σταμάτησε η μοτοσικλέτα ούτε και ζήτησε να του υποδείξουν το εν λόγω σημείο. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι κατά την επίσκεψη του στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, στις 18.2.2015, δεν παρατήρησε κανένα ίχνος τροχοπέδησης στο Δρόμο. Ο Μ.Ε. 1 αναγνώρισε, περαιτέρω, ότι οι φωτογραφίες της δέσμης του Τεκμηρίου 2 (Τεκμήρια 2.1 - 2.6) απεικονίζουν τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος και ανέφερε ότι το ελαιόδεντρο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο 2.1, 2.5 και 2.6, είναι αυτό που ο ίδιος κατέγραψε στο Σχεδιάγραμμα, το οποίο ήταν κοντά στο σημείο εξόδου του οχήματος από το χωματόδρομο προς το Δρόμο. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την ανακριτική κατάθεση που ο ίδιος έλαβε από τον Εναγόμενο, στις 2.3.2015, αναφορικά με τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος και ως Τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε (από άλλο συνάδελφο του) από τον Ενάγοντα. Κατά τη μαρτυρία του, ο Μ.Ε. 1 αναγνώρισε, επίσης, ότι οι φωτογραφίες της δέσμης του Τεκμηρίου 8 απεικονίζουν το Δρόμο που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και συμφώνησε ότι οι φωτογραφίες Τεκμήρια 8.8 - 8.28 δείχνουν ίχνη τριβής στο οδόστρωμα, ότι η φωτογραφία Τεκμήριο 8.7 δείχνει ίχνη τροχοπέδησης, ενώ στη φωτογραφία Τεκμήριο 8.4 αναγνώρισε το ελαιόδεντρο που κατέγραψε στο Σχεδιάγραμμα. Ερωτηθείς ως προς την ορατότητα στον συγκεκριμένο δρόμο, ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι όταν μετέβη στην σκηνή, στις 18.2.2015 και του υπεδείχθη, από τον Εναγόμενο, το σημείο από το οποίο ο τελευταίος προσπάθησε να εισέλθει στο Δρόμο, ο ίδιος παρατήρησε ότι, λόγω της καμπυλότητας του Δρόμου[6], ο Εναγόμενος είχε περιορισμένη ή σχεδόν μηδαμινή ορατότητα προς τη δεξιά πλευρά του Δρόμου (από το σημείο εξόδου του). Αυτός ήταν και ο λόγος, ως ο Μ.Ε. 1 ανέφερε, που θεώρησε σημαντικό να καταγράψει την ύπαρξη του εν λόγω ελαιόδεντρου στο Σχεδιάγραμμα. Με αναφορά στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 2.4[7], ανέφερε ότι στη βάση αυτής δεν υπάρχει ορατότητα για τον οποιοδήποτε διερχόμενο οδηγό που βρίσκεται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου προς το σημείο εξόδου του οχήματος του Εναγόμενου, λόγω της ιδιαιτερότητας του Δρόμου, ενώ, επίσης, ήταν η θέση του, αναφερόμενος στην εν λόγω φωτογραφία και στη βάση των όσων εκεί απεικονίζονται, ότι αν ο Εναγόμενος σταματούσε στη συμβολή του χωματόδρομου με το Δρόμο, θα έβλεπε καθαρά τον Ενάγοντα. Ερωτηθείς ως προς την ταχύτητα του Ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο, ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αυτήν και ότι δεν έχει τα απαιτούμενα προσόντα για να την καθορίσει, ούτε γνωρίζει αν ο Ενάγοντας υπερέβη το όριο ταχύτητας του Δρόμου. Επίσης, ερωτηθείς αν ο Ενάγοντας οδηγούσε με 45-50km/h, και με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος έγινε αντιληπτός σε αυτόν στα 40 μέτρα μακριά, μπορούσε να ελαττώσει ταχύτητα και να περάσει μεταξύ του οχήματος και της δεξιάς άκρης του Δρόμου (που είχαν απόσταση 3,5 μέτρα), ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι από τη στιγμή που υπάρχει ένα όχημα ένα μέτρο εντός του Δρόμου, υπάρχει η δυνατότητα στον άλλο οδηγό να το αντιληφθεί και να το αποφύγει στη βάση των εν λόγω δεδομένων[8]. Τέλος, ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι, στη βάση του Τεκμηρίου 3, ο Εναγόμενος είχε αποδεκτεί ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και ζήτησε να γίνει διευθέτηση μέσω των ασφαλιστικών εταιρειών και για αυτό το λόγο δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση εναντίον του για αμελή οδήγηση. Μ.Ε. 2 - Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, εν πολλοίς, κατά τη μαρτυρία του, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή του. Ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσικλέτα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου, κατευθυνόμενος ανατολικά προς το χωριό Κλήρου. Σε κάποιο σημείο του Δρόμου και ενώ η ταχύτητα του ήταν περί τα 45-50 km/h, είδε ξαφνικά τον Εναγόμενο να εισέρχεται εντός του Δρόμου, χωρίς να κάνει οποιοδήποτε σήμα για την πρόθεση του αυτή και χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημα στη συμβολή της εξόδου από το χωματόδρομο στο Δρόμο, με αποτέλεσμα, εντελώς ξαφνικά και απότομα να εισέλθει εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου και να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας. Επίσης, ήταν η θέση του ότι, μόλις αντιλήφθηκε τον Εναγόμενο να εισέρχεται στο Δρόμο, πράγμα που έγινε όταν ο ίδιος (ο Ενάγοντας) ήταν περί τα 30 μέτρα μακριά (χωρίς όμως να είναι απόλυτα βέβαιος για την εν λόγω απόσταση), αμέσως έθεσε τα φρένα της μοτοσικλέτας σε εφαρμογή και διένυσε με τα φρένα περί τα 10 μέτρα. Ακολούθως, ως ανέφερε, προσπάθησε να σταθεροποιήσει τη μοτοσικλέτα στο Δρόμο και όταν είδε τον Εναγόμενο περί τα 12-15 μέτρα μακριά του, λόγω της πολύ μικρής απόστασης που υπήρχε μεταξύ τους, και αφού δεν επιτύγχανε την ακινητοποίηση της μοτοσικλέτας απλά με τη χρήση των φρένων, έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση με το όχημα. Ήταν η συναφής του θέση ότι κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά, δεν κατάφερε να διατηρήσει την μοτοσικλέτα στην πορεία της, με αποτέλεσμα να ανατραπεί τούτη και ο ίδιος να συρθεί για κάποια απόσταση μαζί με τη μοτοσικλέτα στο Δρόμο και, ακολούθως, πριν το σημείο ακινητοποίησης του οχήματος στο Δρόμο (σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 1), να «φύγει» από αυτήν και να συρθεί στο έδαφος, καταλήγοντας στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου, ως η πορεία του, ενώ η μοτοσικλέτα έπεσε στο έδαφος και κινείτο για κάποια απόσταση ακυβέρνητη μέχρι που σταμάτησε[9]. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και ότι η ταχύτητα του κυμαινόταν στα 45-50 km/h. Περαιτέρω, ήταν η συναφής του θέση ότι η μοτοσικλέτα, όπως και ένα όχημα, όταν ανεβαίνει έναν ανηφορικό δρόμο, δεν χρειάζεται ο οδηγός να αυξήσει την ταχύτητα του οχήματος, για να είναι σταθερή η ταχύτητα του στον ανήφορο, αλλά εκείνο που χρειάζεται είναι ο οδηγός να αυξήσει «την ισχύ στο γκάζι»[10]. Σε ότι δε αφορά την ορατότητα στο Δρόμο, ήταν η θέση του ότι η ορατότητα του Εναγόμενου εκτείνετο προς την κατεύθυνση του ιδίου, παρά την ύπαρξη του ελαιόδεντρου και της κληματαριάς, υποδεικνύοντας προς υποστήριξη της θέσης του το Τεκμήριο 2.1, ενώ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 8, συμφώνησε ότι οι εν λόγω φωτογραφίες απεικονίζουν τον Δρόμο και ότι παρουσιάζουν την άγρια βλάστηση, αλλά ανέφερε ότι η βλάστηση «είναι ένα πρόβλημα το οποίο πάει και έρχεται, κάποτε έχει, κάποτε όχι»[11]. Ως προς τις ζημίες που ο ίδιος υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ισχυρίστηκε ότι ένεκα της επέμβασης που πραγματοποίησε στον αριστερό του ώμο και της τοποθέτησης νάρθηκα σε αυτόν, ήταν αναγκασμένος για 5 εβδομάδες να έχει το αριστερό του χέρι ακινητοποιημένο και να αποφεύγει κάθε κίνηση αυτού, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη δυσκολία στην εκτέλεση των καθημερινών του αναγκών, ενώ, ταυτόχρονα υπέφερε, καθ' όλη αυτή τη διάρκεια, από αρκετό πόνο. Επίσης, ανέφερε ότι, κατά τον εν λόγω χρόνο, τον φρόντιζε η σύζυγος του. Τέλος, ανέφερε ότι τις φωτογραφίες της δέσμης του Τεκμηρίου 2, τις είχε λάβει ο ίδιος, περίπου 2 μήνες μετά το επίδικο ατύχημα, περί τις αρχές Απριλίου, ενώ, επίσης, κατέθεσε το Τεκμήριο 12, στο οποίο περιλαμβάνεται η δήλωση τροχαίου ατυχήματος στην οποία προέβη στην ασφαλιστική εταιρεία. Μ.Υ.1 Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι εργάζεται ως ερευνητής τροχαίων συγκρούσεων, ότι έχει εμπειρία πέραν των 30 ετών ως αστυνομικός και ερευνητής τροχαίων συγκρούσεων και ότι για περίοδο 8 χρόνων ήταν μέλος της τροχαίας των Βρετανικών Βάσεων, όπου διερευνούσε τόσο σοβαρά όσο και ελαφρά τροχαία ατυχήματα. Επίσης, ανέφερε ότι έχει αρκετή εμπειρία ως μάρτυρας τροχαίων συγκρούσεων στα Δικαστήρια. Σε ότι αφορά το επίδικο ατύχημα ανέφερε ότι είχε κληθεί από την Εναγόμενη 2, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα του Εναγόμενου, για να το διερευνήσει και επισκέφθηκε τη σκηνή του εν λόγω ατυχήματος την αμέσως επόμενη μέρα αυτού (ήτοι την 1.2.2015). Αναγνώρισε δε την έκθεση και το Σχέδιο που ετοίμασε (βλ. Τεκμήριο 18). Αναφορικά με το Σχέδιο, ανέφερε ότι η ένδειξη «Α» δείχνει την πορεία του οχήματος, ενώ η ένδειξη «Β» αυτή της μοτοσικλέτας. Επίσης, στη βάση του Σχεδίου και των μετρήσεων στις οποίες ο ίδιος είχε προβεί στη σκηνή, ήταν η θέση του ότι η μοτοσικλέτα, συνεπεία χρήσης φρένων, άφησε ίχνη τροχοπέδησης στο Δρόμο, απόστασης περίπου 9,5 μέτρων, τα οποία κατέγραψε στο Σχέδιο με την ένδειξη «Γ». Εξήγησε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης είναι τα ίχνη που αφήνουν τα ελαστικά ενός οχήματος κατά την τριβή τους με την άσφαλτο όταν ένας ο οδηγός φρενάρει και εξήγησε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, είχε προβεί στη συγκεκριμένη μέτρηση με τη μέθοδο τροχομέτρησης αποστάσεων (measurement wheel). Ήταν, επίσης, η θέση του ότι στη σκηνή βρήκε ίχνη/ σημεία τριβής με το οδόστρωμα, τα οποία, ως εξήγησε, είναι τα σημάδια που άφησε στην επιφάνεια της ασφάλτου η μοτοσικλέτα κατά τη διάρκεια της πτώσης και τριβής της, δηλαδή της επαφής της με την άσφαλτο, και υπέδειξε αυτά ως τις γραμμές «ζικ - ζακ» που φαίνονται στο Σχέδιο (οι οποίες σημειώθηκαν με πράσινο χρώμα σε αυτό), ενώ ανέφερε ότι τούτα ξεκινούν από το σημείο που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης και τελειώνουν στο σημείο όπου ακινητοποιήθηκε η μοτοσικλέτα (το σημείο «Δ»). Ως προς το σημείο που εισήλθε το όχημα στο Δρόμο, σημείωσε αυτό με την ένδειξη «Α». Ανέφερε ότι από το σημείο που ξεκίνησαν τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας μέχρι το σημείο «Α», η απόσταση που μέτρησε και κατέγραψε ήταν 35 μέτρα. Ως προς την απόσταση που σύρθηκε η μοτοσικλέτα στο έδαφος μέχρι την ακινητοποίηση της, αυτή την κατέγραψε στα 35-38 μέτρα, μετρώντας από το σημείο που σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης μέχρι το σημείο εξόδου του οχήματος στο Δρόμο (το σημείο «Α») που είναι περίπου 21 μέτρα, πλέον 15 μέτρα από εκείνο το σημείο («Α») μέχρι το σημείο «Δ». Ήταν η συναφής του θέση ότι η απόσταση των ιχνών τριβής δεικνύει ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα ήταν μεγάλη και άνω του ορίου των 50km/h, λόγω της μεγάλης απόστασης που διένυσε η μοτοσικλέτα για να ακινητοποιηθεί[12]. Επίσης, ανέφερε ότι ο χρόνος που χρειάζεται ένας οδηγός από τη στιγμή που θα δει τον επερχόμενο κίνδυνο μέχρι τη στιγμή που θα αντιδράσει (reaction time), έχει υπολογιστεί στο 1-1,5 δευτερόλεπτο, ενώ ανέφερε ότι, στη βάση των μετρήσεων του και του χρόνου αντίδρασης (reaction time), ο Εναγόμενος έγινε αντιληπτός από τον Ενάγοντα γύρω στα 40 μέτρα μακριά, με τον τελευταίο να καλύπτει μία απόσταση περί των 10 μέτρων μέχρι να ενεργοποιήσει τα φρένα του. Σε ότι δε αφορά την ταχύτητα του Ενάγοντα, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι τούτη δεν μπορούσε να ήταν συνεχώς σταθερή μεταξύ 45-50 km/h, ενώ ήταν η, συναφής του, θέση ότι ο Ενάγοντας είχε αναπτύξει ταχύτητα στο ανήφορο του Δρόμου και βρισκόταν σε συνεχή επιτάχυνση, οδηγώντας σε ταχύτητα άνω των 50 km/h. Ως ανέφερε, όταν ένα όχημα οδηγείται σε ανωφέρεια, ο οδηγός είναι αναγκασμένος να αναπτύξει ταχύτητα για να ανέβει τούτη («για να μπορέσει το όχημα να έχει την απαιτούμενη ταχύτητα και δύναμη να βγει το ανήφορο»[13]). Επίσης, ήταν η θέση του ότι αν η ταχύτητα του Ενάγοντα ήταν 45-50 km/h, με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος έγινε αντιληπτός από αυτόν στα 40 μέτρα μακριά, βάσει των μετρήσεων του, ο πρώτος θα μπορούσε να ελαττώσει ταχύτητα και να σταματήσει τη μοτοσικλέτα ή να μην χάσει τον έλεγχο αυτής και να περάσει δίπλα από το όχημα του τελευταίου. Πέραν των ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι λόγω της καμπυλότητας του Δρόμου, της ύπαρξης του ελαιόδεντρου και της άγριας χαμηλής βλάστησης κοντά στο σημείο εξόδου του οχήματος, ο Εναγόμενος είχε μειωμένη ορατότητα στο Δρόμο (προς τα δυτικά) και για αυτό ήταν αναγκασμένος, για να στρίψει δεξιά, να εισέλθει, έστω και στο ελάχιστο, εντός αυτού. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι ο Εναγόμενος είχε εισέλθει στο Δρόμο και μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τον Ενάγοντα[14]. Πέραν των ανωτέρω, ανέφερε ότι τη μέρα που επισκέφθηκε την επίδικη σκηνή, ο ίδιος έλαβε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 8, στις οποίες υπέδειξε τα ίχνη τριβής που καταγράφονται στο Σχέδιο. Επίσης, ο Μ.Υ.1 υπέδειξε στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 8 τις πορείες της μοτοσικλέτας και του οχήματος, το ελαιόδεντρο, την κληματαριά και την άγρια βλάστηση (Τεκμήριο 8.1). Σημείωσε επί των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 8.1, 8.2 και 8.3 το σημείο από το οποίο το όχημα έβγαινε στο Δρόμο από το χωματόδρομο[15]. Ήταν δε η θέση του ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 8 απεικονίζουν καλύτερα τις συνθήκες του ατυχήματος από ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, αφού οι πρώτες λήφθηκαν την αμέσως επόμενη μέρα αυτού και αποτυπώνεται σε αυτές η σκηνή του ατυχήματος ως είχε κατά τον επίδικο χρόνο, ενώ στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, ελλείπει η άγρια βλάστηση και τα ίχνη τροχοπέδησης. Περαιτέρω, ήταν η, συναφής του θέση ότι το Σχέδιο αποτυπώνει καλύτερα τις συνθήκες του ατυχήματος από το Σχεδιάγραμμα, για τον ίδιο πιο πάνω λόγο, ήτοι ότι το πρώτο έγινε την αμέσως επόμενη μέρα του επίδικου ατυχήματος, όπου στη σκηνή υπήρχαν όλα τα ίχνη τροχοπέδησης, τα ίχνη τριβής, ως επίσης και η άγρια βλάστηση, ενώ στο Σχεδιάγραμμα λείπουν αυτές οι λεπτομέρειες, ως επίσης και το σημείο ακινητοποίησης της μοτοσικλέτας. Σε ότι δε αφορά το σημείο «Χ» επί του Σχεδιαγράμματος, ο Μ.Υ. 1 ανέφερε ότι συμφωνεί με αυτό και ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά από τη δική του μέτρηση (70 εκατοστά) στη βάση των όσων του ανέφερε ο Εναγόμενος, ενώ συμφώνησε με την μέτρηση των 6,10 μέτρων από το σημείο εξόδου του Εναγόμενου μέχρι το ελαιόδεντρο (όπως καταγράφεται στο Σχεδιάγραμμα). Τέλος, ο Μ.Υ. 1 ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί τον Ενάγοντα, δύο μέρες μετά που επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος, με σκοπό να καταγράψει τη δήλωση του για αυτό, πράγμα που έκανε με το Τεκμήριο 12. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η έκδοση, των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.135): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.616, Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172), με αναφορά και στη δικογραφία (S Pavlou & Sons Constructions Ltd και Άλλου v. Θεοδώρου, ΠΕ 199/10, ημ. 6.7.15). [.] Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία [.].». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 329), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, υπό την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της, είτε μέρος αυτής (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Όσον τώρα αφορά στη προσέγγιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298, λέχθηκαν τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361». Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο ανέφερε, τα ακόλουθα, αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό[16]. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, με την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα να μην παραγνωρίζεται, αλλά και αυτή να λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovce v. Yeomans
(1981)2 All Ε.R.
- Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση. Μ.Ε. 1 Σε γενικές γραμμές, ο μάρτυρας αυτός μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε για να αναφέρει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα κατέγραψε κατά το χρόνο που επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος και ετοίμασε το Σχεδιάγραμμα. Μέσω δε της μαρτυρίας του έδωσε όλα τα απαραίτητα εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Η ειλικρίνεια του μάρτυρα αυτού διαφαίνεται από το γεγονός ότι αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημέρα ενός ατυχήματος μέχρι και την ημέρα επίσκεψης της σκηνής αυτού, τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα να αλλοιωθεί η εν λόγω σκηνή από τις καιρικές συνθήκες ή άλλα ατυχήματα στον ίδιο δρόμο. Αποδέκτηκε δε ότι 18 μέρες μετά το επίδικο ατύχημα, χρόνο κατά τον οποίο ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή, δεν υπήρχαν όλα τα δεδομένα σε αυτήν, με αποτέλεσμα να καταγράψει τα δεδομένα που υπήρχαν εκείνη τη μέρα, εξού και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είδε ίχνη τροχοπέδησης στο Δρόμο, αλλά μόνο τις δύο «αυλακώσεις» που κατέγραψε στο Σχεδιάγραμμα, και ότι αν τα πρώτα υπήρχαν, θα κατέγραφε και αυτά. Επίσης, ενδεικτικό της ειλικρίνειας του μάρτυρα αυτού είναι το γεγονός ότι όταν του παρουσιάστηκαν οι φωτογραφίες των Τεκμηρίων 2.1, 8.1 και 8.5, ανέφερε ότι στην φωτογραφία του Τεκμηρίου 2.1 δεν υπάρχει η άγρια βλάστηση που παρουσιάζεται στις άλλες δύο φωτογραφίες, ενώ το ελαιόδεντρο και η κληματαριά παρουσιάζονται σε όλες τις εν λόγω φωτογραφίες. Περαιτέρω, η ειλικρίνεια του διαφαίνεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος ανέφερε ότι δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις για να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο, αν ο Ενάγοντας κινείτο με σταθερή ταχύτητα 45-50 km/h, θα μπορούσε να σταματήσει τη μοτοσικλέτα, αφού δεν παρακολούθησε την εκπαίδευση ανώτερου επιπέδου τροχαίων δυστυχημάτων της Αστυνομίας[17]. Σημειώνω εδώ δε, ότι με δεδομένη την τελευταία πιο πάνω θέση του Μ.Ε. 1, καθώς επίσης και τον εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο με τον οποίο, σχετικώς, αναφέρθηκε, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα, στα όσα ισχυρίστηκε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αναφορικά με το ότι αν ο Ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα 45-50km/h, και με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος έγινε αντιληπτός σε αυτόν στα 40 μέτρα μακριά, μπορούσε να ελαττώσει ταχύτητα και να περάσει μεταξύ του οχήματος και της δεξιάς άκρης του Δρόμου και να αποφύγει το ατύχημα. Σε ότι αφορά το Σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο Μ.Ε. 1, σημειώνω τα εξής. Με δεδομένο ότι η ικανότητα του Μ.Ε. 1 να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος, καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν, το Σχεδιάγραμμα, που αυτός ετοίμασε, αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων, καθώς, επίσης, και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Με δεδομένη όμως τη θέση του Μ.Ε. 1 ότι, λόγω του χρόνου που διέρρευσε από το επίδικο ατύχημα μέχρι την επίσκεψη του στη σκηνή, υπάρχει η δυνατότητα αυτή να αλλοιωθεί, αλλά και με, επίσης, δεδομένη τη θέση του ότι στο Σχεδιάγραμμα δεν κατέγραψε την τελική θέση της μοτοσικλέτας ούτε και τα ίχνη τροχοπέδησης, εφόσον όταν επισκέφθηκε τη σκηνή, τούτα δεν υπήρχαν, αποδέχομαι το Σχεδιάγραμμα μόνο στην έκταση που σε αυτό καταγράφεται το σημείο ακινητοποίησης του οχήματος στο Δρόμο (σημείο «Χ»), ως επίσης και τις μετρήσεις στις οποίες ο Μ.Ε. 1 προέβη στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος και κατέγραψε σε αυτό (το Σχεδιάγραμμα), εφόσον, όταν ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε επί συγκεκριμένων τέτοιων μετρήσεων, αναφέρθηκε σε αυτές, χωρίς να αμφισβητηθεί, επί της ουσίας, για τούτες, από πλευράς των Εναγομένων, καθώς επίσης και γιατί ο Μ.Υ. 1, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου θα αναφερθώ κατωτέρω, ερωτηθείς σχετικά, δεν αμφισβήτησε την ορθότητα ούτε του σημείου «Χ», ούτε και της απόστασης του ελαιόδεντρου από το σημείο εξόδου του οχήματος του Εναγόμενου. Κατά συνέπεια, το Σχεδιάγραμμα, στην πιο πάνω έκταση, αποτελεί ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία, στη βάση της οποίας μπορώ να αποφανθώ για τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα και να εξετάσω την αξιοπιστία των μαρτύρων. Σε ότι δε αφορά τη θέση του Μ.Ε. 1 ότι ο Εναγόμενος, από το σημείο εξόδου του από το χωματόδρομο στο Δρόμο, είχε ορατότητα προς τα δυτικά του Δρόμου (από όπου ερχόταν ο Ενάγοντας), με δεδομένο ότι τούτη έγινε, από τον Μ.Ε. 1, με αναφορά στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 2.4, η οποία λήφθηκε περί τους 2 μήνες μετά το επίδικο ατύχημα (και δη περί τις αρχές Απριλίου[18]), από την οποία ελλείπει η άγρια βλάστηση που καλύπτει τον κορμό του ελαιόδεντρου και εκτείνεται ως την άκρη της αριστερής λωρίδας του Δρόμου (βλ. φωτογραφίες Τεκμήρια 8.1 - 8.7), δεν μπορεί παρά αυτή (η θέση του) να έχει περιορισμένη και/ή καθόλου σημασία σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, τη μαρτυρία του Μ.Ε 1 την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ενάγοντας Σε γενικές γραμμές ο Ενάγοντας μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε για να αναφέρει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν δε σταθερός στις τοποθετήσεις του κατά την αντεξέταση του, ενώ η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει τέτοιες αντιφάσεις, σε βαθμό που τούτες θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Πέραν των ανωτέρω, παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε αναφορικά με το κατά πόσο ανέπτυξε ταχύτητα με τη μοτοσικλέτα στο ανήφορο του Δρόμου, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Ενάγοντας παρέμεινε σταθερός στις απαντήσεις του και δεν κλονίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν δε ιδιαίτερα σαφής ότι δεν ανέπτυξε ταχύτητα στο ανήφορο του Δρόμου (στην πορεία της κατεύθυνσης του) και ότι ένας οδηγός για να διατηρεί σταθερή ταχύτητα στο ανήφορο, δεν χρειάζεται να αυξήσει τούτη, αλλά αυξάνει την ισχύ της μηχανής του οχήματος, με σκοπό να την διατηρήσει. Τα όσα δε ανέφερε περί τούτου, σημειώνω ότι συνάδουν και με την κοινή λογική, αλλά και με μία εκ των σχετικών εκδοχών του Μ.Υ. 1 και δη τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε περί απαιτούμενης «δύναμης» ενός οχήματος να «βγει το ανήφορο»[19]. Εντούτοις, σημειώνω εδώ ότι παρά την αποδοχή της θέσης του Ενάγοντα αναφορικά με το ότι δεν ανέπτυξε ταχύτητα, κατά τον επίδικο χρόνο, στο ανήφορο, δεν μπορώ να αποδεκτώ την έτερη θέση του ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν περί τα 45-50km/h, και τούτο, όχι διότι η θέση του αυτή συγκρούεται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή γιατί παρουσιάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, οποιαδήποτε ασάφεια, αλλά γιατί πρόκειται απλά για μία εκτίμηση του ιδίου, χωρίς να είναι επιβεβαιωμένη από κάποια μέτρηση, εφόσον ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον μου που να τον θέλει να είχε στρέψει την προσοχή του στο ταχύμετρο της μοτοσικλέτας κατά τον εν λόγω χρόνο και να είχε παρατηρήσει τούτη. Ελλείπει, επίσης, οποιοδήποτε υπόβαθρο που να τον θέλει να είναι σε θέσει να εκφράσει σχετική γνώμη επί της οποίας το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Επομένως, είναι ανασφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν περί τα 45-50km/h. Ως προς την ταχύτητα του Ενάγοντα, σημειώνω εδώ και τα εξής, για σκοπούς πληρότητας ότι δεν μου διαφεύγει σε καμία περίπτωση το Τεκμήριο 3 που κατέθεσε ο Μ.Ε.
- Το εν λόγω Τεκμήριο 3 φέρεται να αποτελεί δήλωση του Εναγόμενου προς τρίτα πρόσωπα και επομένως αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Πρόκειται δε για μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η πλευρά του Ενάγοντα. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η πλευρά που παρουσίασε αυτή την εξ ακοής μαρτυρία, σκοπό είχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την εκεί παραδοχή του Εναγόμενου ως προς την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και όχι τον εκεί ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με «ψηλή ταχύτητα». Ο Εναγόμενος δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατόπιν δικής του επιλογής για να υποστηρίξει τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 3, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο για τούτο. Επίσης, σημειώνω ότι παρά το ότι στο Τεκμήριο 3, ο Εναγόμενος προβαίνει στην πιο πάνω αναφορά περί «ψηλής ταχύτητας» του Ενάγοντα, εντούτοις, στη δήλωση που ο ίδιος προέβη στην ασφαλιστική εταιρεία, την αμέσως επόμενη μέρα του ατυχήματος (βλ. Τεκμήριο 12) (η οποία λήφθηκε περί τον 1 μήνα πριν προβεί στην δήλωση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3), πουθενά δεν αναφέρει το ο,τιδήποτε περί μεγάλης ταχύτητας του Ενάγοντα. Επομένως, ως προς τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, ως αυτοί εμφαίνονται στις διάφορες δηλώσεις του, αναφορικά με την ταχύτητα που οδηγούσε ο Ενάγοντας κατά τον επίδικο χρόνο, δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε σημασία. Αναφορικά με την απόσταση στην οποία ο Ενάγοντας βρισκόταν όταν αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα, καθώς επίσης και για το ποια ήταν η απόσταση κατά την οποία ο ίδιος βρισκόταν σε τριβή με την άσφαλτο μετά τη πτώση του από τη μοτοσικλέτα, στις αρχικές, σχετικές, τοποθετήσεις του, δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα, αφενός γιατί τούτες έρχονται σε σύγκρουση με το περιεχόμενο του Σχεδίου (Τεκμήριο 18), στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω, και το οποίο, ως θα διαφανεί, αποτελεί ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία, αλλά και γιατί ο ίδιος ο Ενάγοντας, κατά την αντεξέταση του, αναφερόμενος σε αυτές, αποδέχθηκε ότι οι σχετικές τοποθετήσεις του έγιναν κατά προσέγγιση, χωρίς, επί της ουσίας, να αποκλείσει την υποβληθείσα προς αυτόν θέση ότι, ενδεχομένως, η απόσταση να ήταν πέραν των 30 μέτρων όταν τον αντιλήφθηκε, καθώς επίσης και η τριβή του να είναι ως υποδεικνύεται στο Σχέδιο. Επιπρόσθετα, σε ότι αφορά τη θέση του Ενάγοντα που θέλει τον Εναγόμενο, κατά τον επίδικο χρόνο, να είχε ορατότητα προς την κατεύθυνση του (προς τα δυτικά), τούτη έγινε με γνώμονα την απεικόνιση της σκηνής επί των φωτογραφιών του Τεκμηρίου 2, οι οποίες λήφθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο του επίδικου ατυχήματος, και δη περί τις αρχές Απριλίου. Αφ' ης στιγμής, η θέση του αυτή βασίστηκε στις εν λόγω φωτογραφίες, από τις οποίες ελλείπει η άγρια βλάστηση που καλύπτει τον κορμό του ελαιόδεντρου και εκτείνεται ως την άκρη της αριστερής λωρίδας του Δρόμου (βλ. φωτογραφίες Τεκμήρια 8.1 - 8.7), δεν μπορεί παρά αυτή (η θέση του) να έχει περιορισμένη και/ή καθόλου σημασία σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Σημειώνω δε εδώ ότι, το γεγονός ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 8, από τις οποίες προκύπτει αβίαστα ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, υπήρχε η άγρια βλάστηση, λήφθηκαν από τον Μ.Υ. 1 την επόμενη μέρα του επίδικου ατυχήματος, ουδέποτε τέθηκε εν αμφιβόλω κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.
- Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, την λοιπή μαρτυρία του Ενάγοντα την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μ.Y. 1 Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ. 1, κρίνω σκόπιμο, πρωτίστως, να καταπιαστώ με τη θέση της συνηγόρου του Ενάγοντα ως προς το ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, καθότι δεν αποτελεί εμπειρογνώμονα. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι ο Μ.Υ. 1, προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο ως μάρτυρας γεγονότων (αναφορικά με το πότε ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή, αλλά και τα όσα είδε σε αυτήν), όσο και ως μάρτυρας γνώμης. Το δε ζήτημα του κατά πόσο ένας μάρτυρας αποτελεί εμπειρογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο, με γνώμονα το κατά πόσο ο εν λόγω μάρτυρας έχει αποκτήσει, είτε κατόπιν σπουδών, είτε λόγω εμπειρίας, επαρκή γνώση του αντικειμένου για το οποίο δίδει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269, ως επίσης και την υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984 και την Κωνσταντίνα Σιακόλα (ανωτέρω)). Εν προκειμένω, ο Μ.Υ. 1 ανέφερε, κατά τη μαρτυρία του, ότι έχει πέραν των 30 ετών εμπειρία ως αστυνομικός και ερευνητής τροχαίων συγκρούσεων, αλλά και ότι υπήρξε για 8 χρόνια μέλος της τροχαίας της Αστυνομίας των Βάσεων, έχοντας συνολική εμπειρία ως ερευνητής τροχαίων συγκρούσεων πέραν των 33 ετών. Η εν λόγω δε εργασιακή του υπηρεσία και πείρα, στον τομέα της εξειδίκευσης του, δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο εκ μέρους του Ενάγοντα, με βάση τα νομολογημένα κριτήρια (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ (ανωτέρω)). Επομένως, έχοντας κατά νου τα όσα ο Μ.Υ. 1 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, σε συνάρτηση με την επί του ζητήματος νομολογία, κρίνω ότι ο Μ.Υ. 1 έχει την απαραίτητη εμπειρία, ούτως ώστε να προσδίδονται σε αυτόν τα εχέγγυα να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας ερευνητής τροχαίων συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να απορρίπτω τους όποιους αντίθετους ισχυρισμούς έχουν προβληθεί εκ μέρους του Ενάγοντα. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού. Ο Μ.Υ. 1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ως προς τη δυνατότητα και ικανότητα του να προβαίνει σε μετρήσεις και να ετοιμάζει σχέδια της σκηνής ενός ατυχήματος, καθώς επίσης και η εμπειρία του σε σχέση με τη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων δεν αμφισβητήθηκαν, πειστικά, και, επομένως, το Σχέδιο που αυτός ετοίμασε αποτελεί πραγματική μαρτυρία, με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων, καθώς επίσης, και ελέγχει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, το Σχέδιο αποτελεί θεμέλιο για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α ΑΑΔ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ ΑΑΔ 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1388). Επομένως, αποδέχομαι το Σχέδιο και τα όσα σε αυτό καταγράφονται, ως επίσης και τις μετρήσεις στις οποίες ο Μ.Υ. 1 προέβη στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος και κατέγραψε σε αυτό, εφόσον, όταν ο μάρτυρας αυτός ερωτήθηκε επί συγκεκριμένων τέτοιων μετρήσεων, αναφέρθηκε σε αυτές, με πλήρη λεπτομέρεια, δίδοντας επαρκείς και σαφείς εξηγήσεις για τούτες. Το δε Σχέδιο καταρτίστηκε την αμέσως επόμενη μέρα του ατυχήματος, όπου στη σκηνή βρίσκονταν όλα τα δεδομένα που αφορούσαν αυτό, όπως τα ίχνη τροχοπέδησης και ίχνη τριβής, χωρίς να έχει αλλοιωθεί η εν λόγω σκηνή, με αποτέλεσμα ο Μ.Υ. 1 να είναι σε θέση να μετρήσει αυτά και να καταλήξει ως προς την απόσταση από την οποία ο Εναγόμενος έγινε αντιληπτός στον Ενάγοντα, αλλά και ως προς το σημείο που κατέληξε η μοτοσικλέτα. Κατά συνέπεια, το Σχέδιο, αποτελεί ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία στη βάση της οποίας μπορώ να κρίνω και να εξετάσω την αξιοπιστία των μαρτύρων. Ως προς την αναφορά του Μ.Υ. 1 για το χρόνο που χρειάζεται ένας οδηγός για να αντιδράσει στον επερχόμενο κίνδυνο (reaction time), μολονότι, επί τούτου, η αναφορά του ήταν γενική, χωρίς να παραθέσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το πως τούτο υπολογίζεται ή κάποιου τύπου βιβλιογραφία, εντούτοις, η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Ενάγοντα καθ' οιονδήποτε τρόπο, αλλά τουναντίον αποτέλεσε και θέση της πλευράς του Ενάγοντα ότι τούτος ο χρόνος καθορίζεται περί το 1 - 1,5 δευτερόλεπτο. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι ότι ο χρόνος αντίδρασης ενός οδηγού στον επερχόμενο κίνδυνο είναι περί το 1-1,5 δευτερόλεπτο από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται αυτόν. Σημειώνω εδώ ότι από τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1 δεν δέχομαι ότι το σημείο ακινητοποίησης του οχήματος του Ενάγοντα ήταν περί τα 70 εκατοστά εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου (από την άκρη αυτής), και τούτο διότι, και ο ίδιος αποδέχθηκε, κατά τη μαρτυρία του, ότι δεν αποκλείει να είναι 1 μέτρο που αναγράφεται στο Σχεδιάγραμμα[20]. Σημειώνω, επίσης, επί του προκειμένου, ότι για τη θέση του αυτή περί 70 εκατοστών, δεν σημειώθηκε οτιδήποτε σχετικό επί του Σχεδίου που ετοίμασε, ενώ, ήδη, ως ανέφερα ανωτέρω, σε μεταγενέστερη τοποθέτηση του, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι ένα μέτρο. Επίσης, δεν μπορώ να αποδεκτώ το μέρος της μαρτυρίας του που θέλει τον Ενάγοντα να οδηγεί στο Δρόμο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπτού ορίου. Κατ' αρχάς, πουθενά, κατά τη μαρτυρία του, δεν ανέφερε ποια ήταν αυτή η ταχύτητα, με την όποια αναφορά του περί μεγάλης ταχύτητας, να παραμένει εντελώς γενική και αόριστη, όπως παρέμεινε και η θέση του περί του ότι η μεγάλη απόσταση που διένυσε η μοτοσικλέτα για να ακινητοποιηθεί, δεικνύει ότι η ταχύτητα της ήταν μεγάλη, ως επίσης και ότι αν ο Ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα 45-50km/h, θα μπορούσε να σταματήσει τη μοτοσικλέτα ή να ελαττώσει και να μην χάσει τον έλεγχο αυτής και να περάσει μεταξύ του σημείου ακινητοποίησης του οχήματος και της δεξιάς πλευράς του Δρόμου. Και τούτο διότι ο μάρτυρας αυτός, δεν συσχέτισε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ταχύτητα της μοτοσικλέτας με την απόσταση που τούτη διένυσε μέχρι το σημείο που ακινητοποιήθηκε, για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα σχετικά συμπεράσματα επί τούτου. Δεν έχει δηλαδή εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και εχέγγυα για να μπορώ να καταλήξω ότι ο Ενάγοντας οδηγούσε με ταχύτητα πέραν του ορίου, με τις πιο πάνω θέσεις του να παραμένουν στη σφαίρα της θεωρίας. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να προβεί από μόνο του σε έρευνα ή να προβεί σε χρήση κάποιας φόρμουλας που δεν τέθηκε, ενώπιον του, με σχετική μαρτυρία, για να αναζητήσει κατά πόσο η απόσταση που διένυσε η μοτοσικλέτα, από την ώρα που τέθηκαν τα φρένα της σε εφαρμογή και, ακολούθως, αφού είχε τριβή στο Δρόμο μέχρι και που ακινητοποιήθηκε, είναι προσδιοριστική της ταχύτητας που τηρούσε πριν την εφαρμογή των φρένων. Αυτό αναμένεται να είναι το αποτέλεσμα μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία να αποτελεί όχι απλά την τελική θέση του μάρτυρα, αλλά η οποία να αναφέρει τη μέθοδο με την οποία ο μάρτυρας αυτός κατέληξε στη σχετική γνώμη του, δίδοντας στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εχέγγυα για να μπορεί να εξετάσει την ορθότητα της, αλλά και να σχηματίσει δική του ανεξάρτητη γνώμη. Εν προκειμένω, ελλείπει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξάλλου, ως εξήγησα ανωτέρω, ούτε τη σχετική μαρτυρία του Ενάγοντα, αναφορικά με την ταχύτητα που οδηγούσε, μπορώ να δεκτώ, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. Τέλος, όσον αφορά στη θέση του Μ.Υ. 1 ότι ο Εναγόμενος είχε εισέλθει στο Δρόμο και μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τον Ενάγοντα, στο βαθμό που με αυτήν εννοούσε ότι έγινε αντιληπτός από τον Ενάγοντα, στα 40 μέτρα μακριά, όπως φαίνεται να έγινε και αποτελεί κοινό τόπο, τότε, επί τούτης, δεν βρίσκω οποιοδήποτε ζήτημα. Αν όμως με τη θέση του αυτή, ήθελε να αναφέρει ότι ο Εναγόμενος μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τον Ενάγοντα σε προηγούμενο στάδιο ή άλλως πως, σημειώνω ότι, η, επί τούτου, μαρτυρία του Μ.Υ. 1 είναι γενική, αφού δεν συνοδεύτηκε με οποιαδήποτε θέση ως προς την απόσταση που είχε ο Ενάγοντας από το σημείο εξόδου του οχήματος του Εναγόμενου, τη στιγμή που του τελευταίο, ξεπρόβαλε πίσω από την άγρια βλάστηση και κατέστη, επομένως, ορατό. Επίσης, ελλείπει, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, μαρτυρία προσδιοριστική του μήκους της ορατότητας που έκαστος οδηγός είχε από το σημείο εξόδου του οχήματος του Εναγόμενου προς την πορεία που τηρούσε ο Ενάγοντας και αντίθετα. Τέλος, ο ίδιος ο μάρτυρας, κατά τις σχετικές αναφορές του αποδέχθηκε ότι αν ο Δρόμος ήταν ευθύς, η ορατότητα του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα (και προφανώς και αντιστρόφως), θα ήταν μεγαλύτερη. Κατά συνέπεια, εκλαμβάνω ότι αυτό που ο Μ.Υ. 1 εννοούσε με την πιο πάνω αναφορά του, ήταν, απλώς, ότι ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος στο Δρόμο όταν βρισκόταν 40 μέτρα μακριά από αυτό. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να θέλει τον Εναγόμενο να γίνεται αντιληπτός ή να μπορούσε να ήταν αντιληπτός, στον Ενάγοντα, σε απόσταση πέραν των 40 μέτρων. Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, τη λοιπή μαρτυρία του Μ.Υ 1 την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και στα, επιπρόσθετα, των αρχικών, εξής ευρήματα: Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Ενάγοντας οδηγούσε τη μοτοσικλέτα στο Δρόμο με άγνωστη ταχύτητα. Σε κάποια στιγμή, ο Εναγόμενος εισήλθε εντός της αριστερής πορείας κυκλοφορίας του Δρόμου, εντός της πορείας του Ενάγοντα, όπου και ακινητοποιήθηκε στο σημείο «Χ» (βλ. Τεκμήριο 1), το οποίο ήταν περίπου 1 μέτρο εντός της εν λόγω λωρίδας κυκλοφορίας (μετρώντας από την άκρη του Δρόμου). Η ορατότητα του Εναγόμενου, από το χωματόδρομο, προς την δυτική πλευρά του Δρόμου, ήταν πολύ περιορισμένη και σχεδόν μηδαμινή, ένεκα της καμπυλότητας του Δρόμου, αλλά και λόγω της άγριας βλάστησης που υπήρχε στην άκρη Δρόμου, μπροστά από το ελαιόδεντρο, η οποία εκτείνετο και κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του κορμού του. Επίσης, λόγω της ιδιαιτερότητας (καμπυλότητας) του Δρόμου, ως επίσης και της ανωφέρειας αυτού (από πλευράς του Ενάγοντα), περιορισμένη ορατότητα είχε και ο Ενάγοντας προς την κατεύθυνση του Εναγόμενου, με τον τελευταίο να έγινε για πρώτη φορά αντιληπτός, στον πρώτο, όταν πλέον εισήλθε στο Δρόμο και σε απόσταση 40 μέτρων από αυτόν. Ο Εναγόμενος εισήλθε αιφνίδια και χωρίς καμία προειδοποίηση στο Δρόμο, εφόσον δεν σταμάτησε στη συμβολή του χωματόδρομου με αυτόν και, ακολούθως, να οδηγήσει αργά έως ότου δυνηθεί να ελέγξει την εκ δεξιών του τροχαία κίνηση, αλλά και χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ένδειξη περί του ότι είχε την πρόθεση να εισέλθει στο Δρόμο. Ο Ενάγοντας, αφότου αντιλήφθηκε τον Εναγόμενο περί τα 40 μέτρα μακριά, αποφάσισε να θέσει τα φρένα του σε εφαρμογή και διένυσε περί τα 10 μέτρα (σε περίπου 1 - 1,5 δευτερόλεπτο που ήταν και ο μέσος χρόνος αντίδρασης (reaction time) στον επερχόμενο κίνδυνο) και, ακολούθως, έπραξε τούτο, διανύοντας με αυτά (τα φρένα), σε εφαρμογή πλέον, άλλα περίπου 9,5 μέτρα, αφήνοντας σχετικά ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια, ο Ενάγοντας, αφού αντιλήφθηκε ότι με την εφαρμογή των φρένων και μόνο, δεν απέφευγε τη σύγκρουση, προσπάθησε να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα δεξιότερα, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο της και να διανύσει μια απόσταση περίπου 21 μέτρων με διάφορα μέρη της μοτοσικλέτας να έρχονται, κατά διαστήματα, σε επαφή με το οδόστρωμα, αφήνοντας σχετικά ίχνη τριβής στο Δρόμο, ενώ, ακολούθως, ο Ενάγοντας, κοντά στο σημείο ακινητοποίησης του οχήματος στο Δρόμο (σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 1) αποσυνδέθηκε από τη μοτοσικλέτα, έπεσε από αυτήν και σύρθηκε στο έδαφος για κάποια απόσταση, ενώ η μοτοσικλέτα σύρθηκε ακυβέρνητη στην άσφαλτο για άλλα περίπου 15 μέτρα και σταμάτησε στο σημείο «Δ» (Τεκμήριο 18). Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα μου ότι η απόσταση μεταξύ του σημείου ακινητοποίησης του οχήματος στο Δρόμο και της δεξιάς άκρης τούτου (στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας αυτού), ήταν περί τα 3,5 μέτρα. Ο Ενάγοντας, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, υπέστη τις ανωτέρω, στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ζημίες και τραυματισμούς, ενώ, περαιτέρω, ένεκα της επέμβασης που πραγματοποίησε στον αριστερό του ώμο και της τοποθέτησης νάρθηκα σε αυτόν, ήταν αναγκασμένος για 5 εβδομάδες να έχει το αριστερό του χέρι ακινητοποιημένο και να αποφεύγει κάθε κίνηση αυτού, με αποτέλεσμα να έχει μεγάλη δυσκολία στην εκτέλεση των καθημερινών του αναγκών, ενώ, ταυτόχρονα, κατά το διάστημα αυτό, υπέφερε από αρκετό πόνο. Καθ' όλη δε αυτή τη διάρκεια, τον φρόντιζε η σύζυγος του. Νομική πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης σε αυτήν Το θέμα της ευθύνης πρόκλησης του ατυχήματος Αναφορικά με το θέμα της ευθύνης, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται βάσει των συνθηκών και των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 CLR 215). Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει αν έχει αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε, θα πρέπει να εξετάσει εάν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια, και σε μια τέτοια περίπτωση, ακολούθως, να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, αλλά και την πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 110/2016, Αντώνης Ιγνατίου v. Γιώργου Ποιμενίδη, απόφαση ημερ. 25.9.2024, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε αξιολόγηση μόνο των θέσεων του Ενάγοντα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, βρίσκοντας αυτόν αμελή, παραλείποντας να εξετάσει ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας του Εναγόμενου). Αποτελεί θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή ότι, η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος, ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Όπως, μάλιστα, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφαση, ημερομηνίας 16.12.2019, στην Πολιτική Έφεση αρ. 38/2015, Χαραλάμπους ν. McGill, το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Με αναφορά στην υπόθεση Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση αρ. 246/2012, απόφαση ημερομηνίας 27.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A310, υπογραμμίστηκε ότι η αμέλεια, ως νομική έννοια, εξαντλείται, στην πράξη, στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός, έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας, έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματός του, όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό. Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια, δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας (βλ. Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Mohammad Al Sharif
(2012)1 ΑΑΔ 28). Προχωρώντας τώρα να εξετάσω, εν προκειμένω, το ζήτημα της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, κρίνω ορθό να επισημάνω τα εξής. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος, από το χωματόδρομο είχε πολύ περιορισμένη ορατότητα προς την κατεύθυνση από την οποία οδηγούσε ο Ενάγοντας τη μοτοσικλέτα. Λόγω δε της περιορισμένης τούτης ορατότητας, ο Εναγόμενος όφειλε να εισέλθει σιγά σιγά εντός του Δρόμου, ελέγχοντας σπιθαμή προς σπιθαμή (inching out) αυτόν, για να ελέγξει κατά πόσο υπήρχαν σε τούτον οποιαδήποτε διερχόμενα οχήματα. Ως προς τη σημασία του τρόπου εξόδου (inching out) από σημείο όπου η ορατότητα είναι περιορισμένη, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ιωαννίδης v. Χαραλαμπίδης, Πολιτική Έφεση αρ. 336/2012, απόφαση ημερ. 10.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:A352, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στην Clarke v. Winchurch and Others
(1969)1 All ER 279, χωρίς όμως, ως εκεί ανέφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, η υπόθεση Clarke να διαμορφώνει κανόνα δικαίου ότι υπό παρόμοιες περιστάσεις δεν μπορεί να υπάρξει αμέλεια, εφόσον η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το πλέγμα των συνθηκών και περιστατικών της (βλ. Μίσιης ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 421). Σημειώνω εδώ ότι, ενώπιον μου, ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να θέλει τον Εναγόμενο να εισέρχεται εντός του Δρόμου κατά τον πιο πάνω τρόπο. Τουναντίον, από τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος εισήλθε, ένα περίπου μέτρο, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου, αιφνιδίως, απότομα και χωρίς να σταματήσει στη συμβολή του χωματόδρομου με το Δρόμο ούτως ώστε να ελέγξει σπιθαμή προς σπιθαμή αυτόν και να εισέλθει σιγά σιγά εντός αυτού, με αποτέλεσμα να αποφράξει το Δρόμο και να ανακόψει την πορεία της μοτοσικλέτας, η οποία κατευθύνετο προς τα ανατολικά, οδηγώντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του Δρόμου. Το γεγονός και μόνο ότι η ορατότητα του Εναγόμενου από το χωματόδρομο προς την κατεύθυνση του Ενάγοντα ήταν πολύ περιορισμένη, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος δεν ήταν αμελής οδηγώντας το όχημα εντός του Δρόμου κατά τον τρόπο με τον οποίο έπραξε. Τουναντίον, το καθήκον του να ελέγξει το Δρόμο και να λάβει επιπρόσθετες προφυλάξεις ήταν, εν προκειμένω, αυξημένο με δεδομένο ότι είχε περιορισμένη ορατότητα προς την κατεύθυνση του Ενάγοντα, λόγω τόσο της άγριας βλάστησης που κάλυπτε τον κορμό του ελαιόδεντρου μέχρι και την άκρη της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου, ως επίσης και της καμπυλότητας του Δρόμου. Ακόμη δε και να έπραττε τούτο, δεν υπάρχει αρχή που να καθορίζει ότι ένας οδηγός δικαιούται να εισέλθει στα τυφλά, έστω και πάρα πολύ σιγά (by "inching out"), από πάροδο σε κύριο δρόμο, πέραν της ακτίνας ορατότητας του, ούτε υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο οδηγός αυτός προχωρήσει μέσα στον κύριο δρόμο σιγά και προσεκτικά, ικανοποιείται το καθήκον που έχει έναντι εκείνων που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο. Στην υπόθεση Worsfold v. Howe [1980] 1 All. ER. 1025, αναφέρθηκαν σημαντικά τα εξής: «There was no principle of law that a driver was entitled to emerge blind from a minor road onto a major road by inching forward beyond his line of vision and that if he did so very slowly he was under no liability to other traffic on the main road». Στην παρούσα περίπτωση όμως, γεγονός παραμένει ότι ο Εναγόμενος, εισήλθε εντός του Δρόμου, κατά τον πιο πάνω τρόπο (αιφνίδια και απότομα, χωρίς να σταματήσει στη συμβολή του χωματόδρομου με αυτόν) και δεν έλαβε κανένα μέτρο για να επιβεβαιώσει ότι ήταν ασφαλής η έξοδος του αυτή, όπως να κινηθεί σιγά - σιγά και ελέγχοντας σπιθαμή προς σπιθαμή την κίνηση του (inching out), πράγμα που συνιστά παράβαση του καθήκοντος του για επιμέλεια. Σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδοθεί αμέλεια ή αστική ευθύνη στον οδηγό που προκάλεσε την απόφραξη, θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί αιτιώδης συνάφεια των ενεργειών του με τις ενέργειες του επερχόμενου οδηγού, ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα. Αν τέτοια αιτιώδης συνάφεια δεν στοιχειοθετηθεί, τότε η απόφραξη του δρόμου, όσο αλόγιστη και αν είναι, δεν προσδίδει ευθύνη στον πρώτο οδηγό για το επακόλουθο ατύχημα. Σε τέτοια περίπτωση, δημιουργείται κενό στην αλυσίδα αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αρχικής αμέλειας του πρώτου οδηγού που προκάλεσε την απόφραξη και της μεταγενέστερης αμέλειας του άλλου οδηγού που προκάλεσε το δυστύχημα (Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, Σιαλαμπή ν. Παναγή
(2008)1 Α.Α.Δ. 75 και Rouse v. Squires and others
(1973)2 All E.R. 903, Τσολάκης ν. Ανδρέου
(2007)1 ΑΑΔ 129). Είναι η θέση του συνηγόρων των Εναγομένων ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της αμέλειας του Εναγόμενου να εισέλθει εντός του Δρόμου και να αποφράξει αυτόν, «έσπασε» από την αμέλεια του Ενάγοντα, ο οποίος, αφού αντιλήφθηκε τον Εναγόμενο στα 40 μέτρα, αν οδηγούσε με ταχύτητα εντός του ορίου ταχύτητας του Δρόμου, μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, ελαττώνοντας την ταχύτητα της μοτοσικλέτας και να σταματήσει ή να ελαττώσει ταχύτητα και να οδηγήσει τη μοτοσικλέτα μεταξύ του οχήματος και της άκρης του Δρόμου (εντός των 3,5 μέτρων). Ο συνήγορος των Εναγομένων, παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Κυριάκου v. Κανάρη (ανωτέρω), ως επίσης και στην απόφαση Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ v. Αντωνίου κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 99/2013, απόφαση ημερ. 4.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:A282. Εντούτοις, σημειώνω ότι τα γεγονότα των πιο πάνω υποθέσεων διαφέρουν κατά πολύ από τα γεγονότα της παρούσας, εφόσον, μεταξύ άλλων, στην μεν υπόθεση Κυριάκου (ανωτέρω), η ορατότητα του Ενάγοντα προς την κατεύθυνση του Εναγόμενου εκτεινόταν στα 100 μέτρα, ενώ στην υπόθεση Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ (ανωτέρω), η ορατότητα εκτεινόταν στα 300 μέτρα. Εν προκειμένω, το όχημα του Εναγόμενου έγινε αντιληπτό από τον Ενάγοντα μόλις στα 40 μέτρα και δη σε απόσταση κατά πολύ μικρότερη. Πέραν των ανωτέρω, αποτελεί, επίσης, καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η ταχύτητα από μόνη της δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε συμπέρασμα για αμέλεια (βλ. Demou v. Constantinou and Another
(1979)1 C.L.R. 21, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175, Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5, Βρυωνίδη v. Σωφρονίου
(1997)1 ΑΑΔ 1181). Στην δε παρούσα περίπτωση, η ταχύτητα που είχε η μοτοσικλέτα κατά τον επίδικο χρόνο παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο. Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον μου που να υποδεικνύει ότι η ταχύτητα του Ενάγοντα έχει αιτιώδη συνάφεια με το συμβάν. Επομένως, δεδομένης της απόστασης μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου όταν ο τελευταίος απόφραξε το Δρόμο και του τρόπου που τούτος διενήργησε την απόφραξη, αποτελεί κρίση μου ότι τούτη (η απόφραξη) αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία του επίδικου ατυχήματος, με αποτέλεσμα να έχει αποδειχθεί και η αιτιώδης συνάφεια της αμελούς πράξης του Εναγόμενου με το επίδικο ατύχημα. Έχοντας καταλήξει, ως ανωτέρω, στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο Ενάγοντας είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Δόθηκε, εν προκειμένω, μεγάλη σημασία από πλευράς των Εναγομένων στην ταχύτητα του Ενάγοντα. Επαναλαμβάνω, ότι με βάση τα τελικά μου ευρήματα, η ταχύτητα της μοτοσικλέτας, κατά τον επίδικο χρόνο, παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο. Πρέπει, ωστόσο να σημειώσω ότι, ανεξαρτήτως της όποιας ταχύτητας του Ενάγοντα, η όποια τυχόν συντρέχουσα αμέλεια του, εξετάζεται από την ώρα που επήλθε ο κίνδυνος και δη που ξεπρόβαλε το όχημα πίσω από την άγρια βλάστηση και εισήλθε στο Δρόμο και όχι σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Και τούτο γιατί, το καθήκον για επιμελή οδήγηση, δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορεί να επωμιστεί, στον Ενάγοντα, ευθύνη, να οδηγεί εντός ενός κάποιου συγκεκριμένου ορίου ταχύτητας, όταν στη βάση της ενώπιον μου αποδεκτής μαρτυρίας, δεν ήταν προβλεπτό το ενδεχόμενο να εξέλθει το όχημα από το χωματόδρομο, σε σημείο μετά από στροφή στο Δρόμο, και τούτο, αιφνιδίως για να του αποφράξει περίπου το ήμισυ της λωρίδας κυκλοφορίας του. Πρόκειται για κίνδυνο στον οποίον ο Ενάγοντας δεν αναμενόταν να στρέψει την προσοχή του, ούτως ώστε να είχε ευθύνη να οδηγήσει εντός συγκεκριμένου ορίου ταχύτητας. Στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τίποτε δεν προδίκαζε την αιφνίδια είσοδο του Εναγόμενου στο Δρόμο, κατά τον τρόπο που αυτός έπραξε και μάλιστα κοντά στη στροφή του Δρόμου και, ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στον Ενάγοντα ευθύνη για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που προηγείται χρονικά της επέλευσης του κινδύνου. Αντίθετα, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης και με βάση ακόμα και τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1, την οποία αποδέκτηκα επί τούτου, ο Ενάγοντας, ενεργώντας κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης, στα 40 μέτρα, όταν και επήλθε ο κίνδυνος, έλαβε μέτρα για να αποφύγει αυτόν, ως ανωτέρω στα τελικά ευρήματα μου κατέγραψα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο Ενάγοντας ακολούθησε μία λογική πορεία στη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα που και, εν τέλει, κατάφερε και δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια σε αυτόν. Το ότι δεν πέρασε τη μοτοσικλέτα μεταξύ του οχήματος και της άκρης της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του Δρόμου, κάτι που, ενδεχομένως, να ήταν δυνατόν, δεν απολήγει στο ότι υπέχει συντρέχουσας αμέλειας, αφού ως υποδείχθηκε, στη σχετική, με το ζήτημα, νομολογία, ένας οδηγός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν στην αγωνία της στιγμής δεν λάβει την καλύτερη αποτρεπτική ενέργεια ή λάβει ένα εσφαλμένο μέτρο. Στην υπόθεση Κασιέρη κ.ά. v. Κυριάκου
(1997)1 ΑΑΔ 1246, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: «Πρέπει δε να τονιστεί ότι οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. Όπως έχει πάγια νομολογηθεί ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν αποτελεί κατ' ανάγκη μέτρο αμέλειας. Επομένως έστω και αν υποθέσουμε ότι ο οδηγός του φορτηγού έχει λάβει ένα εσφαλμένο μέτρο δεν μπορεί και πάλιν να κριθεί ένοχος για αμέλεια εφόσον, λόγω της εγγύτητας του άλλου οχήματος, δεν είχε τον χρόνο ή την ευκαιρία να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση (Βλ. Ioannou and Another v. Michaelides
(1966)1 C.L.R. 235, Adamis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, 750, 751, Georgiades v. HadjiSavva
(1984)1 C.L.R. 597, Roussou v. Aristodemou
(1989)1 C.L.R. 12, Δημητρίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6295/20.6.97, Κωνσταντίνου v. Φιλίππου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1110, Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1 Α.Α.Δ. 642 και Παπαχριστοδούλου v. Χ"Νεοφύτου
(1991)1 Α.Α.Δ. 426)»[21]. Επίσης, ως λέχθηκε στην υπόθεση Κώστας Ξυπτέρα v. Χριστόδουλου Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696 ένας οδηγός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν στην αγωνία της στιγμής δεν παίρνει την καλύτερη αποτρεπτική ενέργεια, νοουμένου ότι ακολουθεί μια λογική πορεία. Στην πιο πάνω υπόθεση, ο εφεσείων βρισκόταν κάθετα μέσα στο δρόμο και ο εφεσίβλητος αντιλήφθηκε την απόφραξη του δρόμου από απόσταση 20-30 μέτρα λόγω κάποιας στροφής που δεν του παρείχε προηγουμένως πεδίο ορατότητας. Ένας από τους λόγους για τους οποίους εφεσιβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση ήταν ότι οι συνήγοροι του εφεσείοντα υποστήριζαν ότι το δυστύχημα οφειλόταν στην υπερβολική ταχύτητα του εφεσίβλητου και/ή επειδή ο τελευταίος δεν οδήγησε το όχημα του στο «παγκέτο» της αριστερής πλευράς του δρόμου για να αποφύγει τη σύγκρουση. Το Εφετείο, ανέφερε ότι ήταν εύλογα προβλεπτό ότι η απόφραξη του δρόμου σε σημείο πολύ κοντά στη στροφή θα προκαλούσε δυστύχημα και αποφάσισε ότι η μοναδική αιτία της σύγκρουσης ήταν ο επικίνδυνος ελιγμός του εφεσείοντα. Ανέφερε επίσης ότι η μικρή απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα όταν ο εφεσείων παρεμβλήθηκε στην πορεία του εφεσίβλητου ήταν τέτοια που εκμηδένιζε τις δυνατότητες του τελευταίου να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσίβλητος είχε ενεργήσει κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης και τον απάλλαξε από οποιαδήποτε ευθύνη για αυτήν. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα φέρει ο Εναγόμενος, με τον Ενάγοντα να μην μπορεί να κριθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ένοχος συντρέχουσας αμέλειας. Αποζημιώσεις Γενικές Αποζημιώσεις Σε ότι αφορά τις γενικές αποζημιώσεις, οι αρχές είναι πολύ καλά γνωστές και δεν χρειάζεται εκτενής αναφορά σε αυτές. Αρκεί να λεχθεί ότι ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων που επιδικάζονται προς όφελος θύματος αστικού αδικήματος είναι η, κατά το δυνατόν, αποκατάσταση του στη θέση που θα βρισκόταν πριν διαπραχθεί το εν λόγω αστικό αδίκημα και να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του, χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 CLR 789). H νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση του ανθρώπου (βλ. Μαυροπετρή ν. Γεωργίου
(1995)1 ΑΑΔ 66, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Παναγή κ.ά. ν. Κακόψιτου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Είναι δεκτό, επίσης, πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος (βλ. Ιακώβου v. Ι. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 2079, Τζιβανίδης v. Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218 και Karkallis v. Galatariotis & Sons
(1980)1 CLR 265). Αποτελεί επίσης σταθερή αρχή πως οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση δεν έχει σκοπό την τιμωρία, αλλά την αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματιζόταν (βλ. Μιχαήλ v. Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1049 και Μαυροπετρή (ανωτέρω)). Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι το ποσό των €30.000 είναι λογικό ως γενικές αποζημιώσεις για τους τραυματισμούς του Ενάγοντα, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων εισηγήθηκε ότι επί πλήρους ευθύνης το ποσό των €15.000 είναι λογικό. Μελέτησα με προσοχή τα στοιχεία αριθμού υποθέσεων στις οποίες καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς και τα σύγκρινα με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Άντλησα καθοδήγηση από αριθμό αποφάσεων στις οποίες υπάρχει αναλογία με τη συγκεκριμένη υπόθεση, στο είδος των τραυμάτων και στα επακόλουθα, προβαίνοντας, βέβαια, στις αναγκαίες προσαρμογές και λαμβάνοντας υπόψη ότι η κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και ότι είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξουν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς γεγονότα και στοιχεία. Στην υπόθεση Πέτρου v. Γαλάνη
(2009)1 Α.Α.Δ. 84, το ποσό £7.000 που επιδικάστηκε ως γενικές αποζημιώσεις, σε άτομο που υπέστηκε συντριπτικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου που του έγινε ανάταξη του κατάγματος και ακινητοποίηση με νάρθηκα, υπό γενική αναισθησία, που είχε για 7 εβδομάδες, με εντατική φυσιοθεραπευτική και κινησιοθεραπευτική αγωγή για 3 μήνες, με το κάταγμα να είχε πωρωθεί, με αδυναμία εκτέλεσης χειρωνακτικής εργασίας και μεταφορά φορτίων άνω των 5 κιλών, με πόνο μετά από εντατική εργασία, ανύψωση βάρους και απότομες καιρικές αλλαγές, αυξήθηκε κατ' έφεση σε £10.000. Στην υπόθεση Κωμιάτη v. Πολίτσου και άλλου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 226, το ποσό των £15.000 που επιδικάστηκε ως γενικές αποζημιώσεις, σε άτομο που υπέστηκε συντριπτικό και μετατοπισμένο κάταγμα του άνω ήμισυ του δεξιού βραχιωνίου οστού, μετατοπισμένο κάταγμα του σώματος της δεξιάς ωμοπλάτης, πολλαπλά θλαστικά τραύματα, εκδορές και εκχυμώσεις στο θώρακα και στο αριστερό γόνατο και πόδι, ελαφρά εγκεφαλική διάσειση χωρίς νευρολογικές διαταραχές με μόνιμα κατάλοιπα μικρού βαθμού μυϊκή ατροφία των μυών του δεξιού βραχίονα και μικρού βαθμού ελάττωση της απαγωγής του δεξιού ώμου και με ψυχικά τραύματα λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του παιδιού του, αυξήθηκε κατ' έφεση σε £30.000. Σημειώνω εδώ ότι τα δεδομένα της πιο πάνω υπόθεσης είναι σοβαρότερης μορφής από την υπό κρίση περίπτωση. Στην υπόθεση Κυριάκου v. Σβανά
(2012)1 Α.Α.Δ. 1810, το ποσό των €25.000 που επιδικάστηκε ως γενικές αποζημιώσεις, σε άτομο που υπέστηκε κάταγμα του έσω σφυρού της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης και, υπό γενική αναισθησία, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση όπου έγινε ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος, με βίδες, και τρία χρόνια μετά το δυστύχημα περπατούσε χωρίς βοήθεια, αλλά εξακολουθούσε να παρουσιάζει περιορισμό της έκτασης της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης κατά 15°, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται στο βαθύ κάθισμα και στο ανεβοκατέβασμα σκαλών, με την κατάστασή του αυτή να είναι μόνιμη, αυξήθηκε κατ' έφεση σε €35.000. Τα δεδομένα της εν λόγω υπόθεσης είναι, επίσης, κατά πολύ σοβαρότερα της παρούσας περίπτωσης. Η συνήγορος του Ενάγοντα με παρέπεμψε στην υπόθεση Συκοπετρίτης Ευρυπίδης Λτδ v. Λάμπρου Αθηνάκη
(2005)1 ΑΑΔ 844, στη βάση της οποίας εισηγείται ως λογικό ποσό αποζημιώσεων το ποσό των €30.000. Στην εν λόγω υπόθεση, επιδικάστηκε το ποσό των ΛΚ 15.000, το οποίο επικυρώθηκε κατ' έφεση, όπου ο Ενάγοντας υπέστη συντριπτικό κάταγμα μεσότητας δεξιάς κλείδας, αιμάτωμα και διάστρεμμα αριστερού ώμου. Το κάταγμα μεσότητας δεξιάς κλείδας, εκτός του ότι ήταν πολύ επώδυνο, υπήρχε κίνδυνος οι οστικές δοκίδες να διαπεράσουν το δέρμα. Προέβη άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας χρησιμοποιήθηκε πλάκα και βίδες και οστικό μόσχευμα από τη λεκάνη. Ο Ενάγοντας παρέμεινε στην κλινική για μια εβδομάδα και ακολούθως παρακολουθείτο σαν εξωτερικός ασθενής. Το κάταγμα της δεξιάς κλείδας επουλώθηκε μετά πάροδο 4 περίπου μηνών, όμως ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να έχει έντονα ενοχλήματα στον αριστερό ώμο, όπως νυκτερινό πόνο, αδυναμία και πόνο κατά τις κινήσεις αυτού. Για το λόγο αυτό του συνεστήθη όπως υποστεί αποσυμπίεση του αριστερού ώμου, η οποία και έγινε και πάλι υπό γενική νάρκωση. Κατά την επέμβαση, διαπιστώθηκε τραυματική ρήξη του υπερακάνθιου τένοντα, ο οποίος και συρράφηκε. Επίσης, έγινε και μερική αφαίρεση του ακρωμίου που σκοπό είχε την αποσυμπίεση του αριστερού ώμου. Η μετεγχειρητική πορεία του ήταν καλή και στις δυο εγχειρήσεις. Ως εκ των πιο πάνω τραυμάτων, ο Ενάγοντας υπέφερε και θα συνέχιζε να υποφέρει, περιοδικά, από πόνο στην περιοχή τόσο του δεξιού όσο και του αριστερού ώμου, ο οποίος επιτείνετο με διάφορες κινήσεις ή μετά από χειρωνακτική εργασία, καθώς επίσης και στις αλλαγές του καιρού. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι τα ενοχλήματα αυτά παρόλο που είχαν βελτιωθεί, θα παρέμειναν μόνιμα και δεν θα επέτρεπαν στον Ενάγοντα να ασχοληθεί με βαριά χειρωνακτική εργασία. Όπως γίνεται αντιληπτό οι πιο πάνω υποθέσεις, αφορούν τραυματισμούς που, σε κάποιο βαθμό, ομοιάζουν με την παρούσα περίπτωση, χωρίς να μου διαφεύγει ότι σε κάποιες εξ' αυτών προκλήθηκαν και σωματικές βλάβες που δεν παρατηρούνται στην παρούσα περίπτωση και/ή ότι σε κάποιες εξ αυτών οι σωματικές βλάβες ήταν πολύ πιο σοβαρές από την παρούσα υπόθεση. Δεν μου διαφεύγει, βέβαια, σε καμία περίπτωση ότι αφενός οι πιο πάνω αποφάσεις εξεδόθησαν τα έτη 2001-2012 (σε εφετειακό επίπεδο, με τις πρωτόδικες κρίσεις να ανάγονται, προφανώς, σε προγενέστερο χρόνο) και, αφετέρου, ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μια τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικαζόταν στο παρελθόν. Οι παράγοντες, κατ' εμένα, που υπέχουν σημασίας για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων, είναι ο πόνος και ταλαιπωρία την οποία υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, τα όποια τυχόν κατάλοιπα έχουν μείνει ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων τραυματισμών, το κατά πόσο πρόκειται για μόνιμες βλάβες, ενώ, στα πλαίσια της ταλαιπωρίας, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η οποιαδήποτε επίδραση των επίδικων τραυμάτων στην καθημερινότητα του Ενάγοντα. Στα πιο πάνω, συνυπολογίζεται και η οποιαδήποτε, από πλευράς του Ενάγοντα, τυχόν αδράνεια ή παράλειψη να μειώσει την οποιαδήποτε ζημία του. Έχει νομολογηθεί ότι ο ενάγων οφείλει να μετριάσει τις ζημιές του, ακολουθώντας τις κατάλληλες θεραπευτικές μεθόδους που του εισηγούνται οι γιατροί που τον παρακολουθούν (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastic Industry Ltd)
(2005)1 Α.Α.Δ. 556, Ταμπούρας ν. Κολάνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 384). Έχω υπόψη τα όσα καταγράφηκαν στα ευρήματα μου ανωτέρω, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω και ότι ο Ενάγοντας έχει υποστεί τις σωματικές ζημιές και τραυματισμούς που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι οποίες, όμως έχουν πλήρως επουλωθεί, με την κινητικότητα-λειτουργικότητα του αριστερού του ώμου να έχει αποκατασταθεί στα προ του ατυχήματος φυσιολογικά επίπεδα, ενώ δεν υφίσταται οποιαδήποτε μορφή λειτουργικού κατάλοιπου σε αυτόν. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη μου ότι ο Ενάγοντας, είχε έντονους πόνους στον αριστερό ώμο, μετά το επίδικο ατύχημα, και ότι η διάρκεια της αγωγής του διήρκησε για 2 μήνες, περίοδο κατά την οποία συνέχιζε να τοποθετεί και ειδικά επιθέματα στα εγκαύματα τριβής που είχε σε ολόκληρο το σώμα. Έχω, επίσης, υπόψη ότι, ο Ενάγοντας, μετά την ολοκλήρωση των 15 φυσιοθεραπειών που ακολούθησε, δεν χρειάστηκε να αναζητήσει ξανά βοήθεια επαγγελματία φυσιοθεραπευτή. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη ότι ένεκα του ατυχήματος, ο Ενάγοντας συνεχίζει να παρουσιάζει τις επιφανειακές ουλές που αναφέρονται, στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ανωτέρω, η μία εκ των οποίων είναι μεγέθους 17 εκατοστών. Τέλος, λαμβάνω υπόψη ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να θέλει τον Ενάγοντα να έχει επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο στην εργασία του και/ή στην καθημερινότητα του από τους εν λόγω τραυματισμούς του. Έχοντας κατά νου όλη την προαναφερθείσα νομολογία, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα, το ποσό των €20.000 για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο Ενάγοντας συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Ειδικές Αποζημιώσεις Οι ειδικές αποζημιώσεις που διεκδικεί ο Ενάγοντας έχουν συμφωνηθεί ότι, επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €4.262,50. Τόκος Παραμένει τέλος, το θέμα του τόκου. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το θέμα του τόκου. Σχετικό είναι το άρθρο 58 (Α) του Κεφ. 148 και το άρθρο 33 του Ν. 14/60. Υπάρχει δε επί του θέματος πλούσια νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475) και Θεοφάνους v. Κουρουκλά
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη στις 31.1.2015 και ο Ενάγοντας καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 8.9.
- Με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας χρειάστηκε 2 μήνες από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος για να αναρρώσει από τους τραυματισμούς του, με τις όποιες εκθέσεις της Αστυνομίας να ετοιμάζονται σε χρόνο μεταγενέστερο τούτου, κρίνω ότι στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων, ο Ενάγοντας δικαιούται τόκο από την ημερομηνία του εν λόγω ατυχήματος. Σε ότι δε αφορά τα ποσά των ειδικών αποζημιώσεων, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δικαιούται τόκο, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής του (8.9.2015), όταν ήταν ήδη αποκρυσταλλωμένες τούτες οι ζημιές, αφού ο Ενάγοντας είχε ήδη καταβάλει τα σχετικά ποσά (βλ. Fysco -ν- Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014). Κατάληξη Στη βάση των όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος φέρει ο Εναγόμενος. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €20.000 ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από τις 31.1.2015 μέχρι εξόφλησης. Επιπρόσθετα, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €4.262,50 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από τις 8.9.2015 μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανέναν λόγο για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............ Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 5.5.
- [2] Βλ. Τεκμήρια 6 και
- [3] Κατά τη δικάσιμο ημερ. 3.4.
- [4] Βλ. Τεκμήριο
- [5] Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι το σημείο εξόδου του οχήματος από το χωματόδρομο ήταν μετά το ελαιόδεντρο, ως η πορεία του Ενάγοντα. [6] Βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 8.3.2023, σελ.
- [7] Πρόκειται για φωτογραφίες που, στη βάση της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δεν αμφισβητήθηκε, λήφθηκαν από τον ίδιο τον Ενάγοντα 2 μήνες μετά το επίδικο ατύχημα. [8] Βλ πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 10.3.2023, σελ. 21, γραμμές 1-
- [9] Οι όποιες αναφορές του Ενάγοντα ως προς το εάν φορούσε κράνος ή όχι, σε αντιδιαστολή με σχετική θέση που προβάλλεται από τον Εναγόμενο στο Τεκμήριο 3, δεν καθίσταται αναγκαίο να καταγραφούν στο παρόν στάδιο, αφενός γιατί το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε τριβή, εν τέλει, κατά τη δίκη, και αφετέρου καθότι τα όποια τραύματα του Ενάγοντα δεν σχετίζονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τη κεφαλή ή αν φορούσε ή όχι κράνος. [10] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 4.4.2023, σελ. 21, γραμμές 24-32 και σελ. 22, γραμμές 1-6 [11] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 4.4.2023, σελ. 5, γραμμές 6-10, βλ. επίσης και σελ. 7, γραμμές 11-20, όπου αναφέρει ότι συμφωνεί με την βλάστηση που υποδεικνύεται στο Τεκμήριο 8.
- [12] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 5.5.2023, σελ. 12, γραμμές 15-
- [13] Βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 5.5.2023, σελ 14, γραμμές 20-
- [14] Βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 5.5.2023, σελ 14, γραμμές 14-
- [15]βλ. σημείωση με πράσινο κύκλο. [16] Η υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. [17] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 10.3.2023, σελ. 17-18, ειδικότερα σελ. 18, γραμμές 20-
- [18] Ως ανέφερε ο Ενάγοντας κατά τη δική του μαρτυρία. [19] Βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 5.5.2023, σελ 14, γραμμές 20-
- [20] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 5.5.2023, σελ. 6-
- [21] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο