ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΚΑΡΑΣΙΑΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5928/2015, 16/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5928/2015 ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Ενάγοντας -και-
- ΚΑΡΑΣΙΑΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
- ΦΩΤΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Θ. Αγγελίδης Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα. Δ. Κωνσταντίνου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή[1], ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), το ποσό των €42.090 στη βάση δόλου και/ή απάτης και/ή παράνομης οικειοποίησης εκ μέρους των τελευταίων, πλέον €20.000 ως διαφυγόντα κέρδη. Επίσης, επιζητεί, εναντίον τους, γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σημειώνω, στο παρόν στάδιο, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, ότι, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων (στο εξής «η αίτηση για προσωρινά διατάγματα»), τα οποία, αν και εκδόθηκαν, αρχικά, μονομερώς, ακολούθως, κατά την ακρόαση της εν λόγω αίτησης, τούτα ακυρώθηκαν[2]. Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527), ως επίσης και των σχετικών τοποθετήσεων των συνηγόρων των διαδίκων, τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Ο Ενάγοντας ήταν συγχωριανός με τους Εναγόμενους 1 και 2, ενώ ήταν και προσωπικός κουρέας του Εναγόμενου
- Οι Εναγόμενοι, οι οποίοι έχουν τη διαμονή τους στη Κύπρο, και συγκεκριμένα στην Επαρχία Λευκωσίας[3], ήταν και συνεχίζουν να είναι διευθυντές της εταιρείας P.A.P Ltd (στο εξής «η P.A.P»), η οποία είναι εγγεγραμμένη στη Βουλγαρία και η οποία, κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, ασχολείτο με την πώληση ακινήτων στη Βουλγαρία. Στις 23.9.2008, ο Ενάγοντας συνομολόγησε γραπτή συμφωνία[4] με την εταιρεία P.A.P, δυνάμει της οποίας, τα μέρη συμφώνησαν όπως η P.A.P πωλήσει στον Ενάγοντα και ο τελευταίος αγοράσει από αυτήν, ένα διαμέρισμα, σε πολυκατοικία, στην συνοικία «[ ]», στην οδό [ ] 11 (στο εξής «η Πολυκατοικία»), στην πόλη Βέλικο, Τύρνοβο, της Βουλγαρίας, έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης των €35.000 (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία»). Το εν λόγω διαμέρισμα βρισκόταν στο 2ο όροφο της Πολυκατοικίας, «στον τομέα «Α», με κοινό οικοδομικό εμβαδόν 51.66τ.μ., το οποίο συνίστατο από τραπεζαρία με κουζίνα, υπνοδωμάτιο μπάνιο με τουαλέτα, διάδρομο και μπαλκόνι, με σύνορα: βορράς - διαμέρισμα Νο. 4Α και διάδρομο, ανατολή - διάδρομο και διαμέρισμα Νο 5b, δύση - καλκάνι, νότος - χώρο μεταξύ των πολυκατοικιών/ εσωτερική αυλή» (βλ. Τεκμήριο 1) (στο εξής «το Διαμέρισμα»). Ακολούθως, ο Ενάγοντας κατέβαλε το πιο πάνω ποσό των €35.000, για την αγορά του Διαμερίσματος, σε κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι Εναγόμενοι 1 και 2, μαζί με κάποιο άλλο πρόσωπο, και δη κάποιο Πέτρο Μιχαήλ[5], στην Κύπρο, όλοι εκ των οποίων ήταν διευθυντές της P.A.P. Η P.A.P δεν τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην Κύπρο, εξού και, για σκοπούς ευκολίας, όλες οι πληρωμές σε σχέση με την αγοραπωλησία των διαμερισμάτων στην Πολυκατοικία, από όλους τους αγοραστές, γίνονταν στον ως άνω αναφερόμενο λογαριασμό των διευθυντών της P.A.P, οι οποίοι αναλάμβαναν τη μεταφορά των εν λόγω πληρωμών, στον τραπεζικό λογαριασμό της Ρ.Α.Ρ, στη Βουλγαρία. Το Διαμέρισμα ήταν ένα εκ των 8 διαμερισμάτων, στην Πολυκατοικία, που είχε αγοράσει η P.A.P από την εταιρεία AGROPROGRESS - VELIKO TARNOVO (στο εξής «η Agroprogress»), η οποία είναι, επίσης, εγγεγραμμένη στη Βουλγαρία, και η οποία ήταν η εταιρεία που ανέλαβε την οικοδόμηση της Πολυκατοικίας και των διαμερισμάτων που αγόρασε από αυτήν η P.A.P (συμπεριλαμβανομένου και αυτού του Ενάγοντα). Η P.A.P και η Agroprogress συνομολόγησαν γραπτή συμφωνία μεταξύ τους, για την πώληση και οικοδόμηση του επίδικου Διαμερίσματος (βλ. Τεκμήριο 7). Επίσης, στις 23.9.2008, υπογράφηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της P.A.P, συμφωνία ενοικίασης (στο εξής «η Συμφωνία Ενοικίασης») (βλ. Τεκμήριο 3), με την οποία η τελευταία υποχρεώνετο να καταβάλει στον πρώτο, το ποσό των €100 μηνιαίως, νοουμένου ότι η P.A.P θα ενοικίαζε το Διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο. Αμέσως μετά τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, η P.A.P παρέδωσε τα κλειδιά του Διαμερίσματος στον Ενάγοντα, ο οποίος έκτοτε έλαβε την κατοχή αυτού, την οποία έχει μέχρι και σήμερα. Κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2013, ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των €2.500, για σκοπούς επιδιόρθωσης και/ή εξοπλισμού του Διαμερίσματος, ούτως ώστε να προβεί στην ενοικίαση του. Το δε Διαμέρισμα ενοικιάζετο[6] σε τρίτο πρόσωπο, για περίοδο περίπου ενός έτους (από το Νοέμβριο του 2013 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014), με το ποσό του ενοικίου να καταβάλλεται, από κάποιο πρόσωπο επ' ονόματι Marinna Emilova Tsonevakrakov, κατευθείαν σε λογαριασμό που τηρούσε ο Ενάγοντας με τη σύζυγο του (βλ. Τεκμήριο 4). Προτού ο Ενάγοντας προχωρήσει στη σύναψη της επίδικης Συμφωνίας, είχε μεταβεί, μαζί με τον Εναγόμενο 1, στη Βουλγαρία, με σκοπό να επιθεωρήσει το Διαμέρισμα, εφόσον η κατασκευή του ήταν ήδη ολοκληρωμένη. Αφού έπραξε τούτο, ο Ενάγοντας αποφάσισε να προχωρήσει[7] στην αγορά του Διαμερίσματος, εξού και συνομολόγησε την ανωτέρω επίδικη Συμφωνία. Η P.A.P, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, δεν είχε ξεχωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας στο όνομα της για τα 8 διαμερίσματα που αγόρασε από την Agroprogress, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου Διαμερίσματος. Κατά το έτος 2011, η Agroprogress τέθηκε, στη Βουλγαρία, υπό καθεστώς πτώχευσης, ενώ είχε υποθηκεύσει όλα τα διαμερίσματα, στην Πολυκατοικία, που είχαν αγοραστεί από την P.A.P, προς όφελος Βουλγοαμερικανικής τράπεζας, στη Βουλγαρία, ως εξασφάλιση για δάνειο που είχε λάβει από αυτήν (βλ. Τεκμήριο 11). Συνεπεία των ανωτέρω, ουδέποτε μεταβιβάστηκε από την Agroprogress στη P.A.P, ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για τα διαμερίσματα στην Πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου Διαμερίσματος, ενώ ούτε η P.A.P μπορούσε να προβεί στη μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στους αγοραστές των διαμερισμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος, μέχρι και σήμερα, να μην κατέχει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για αυτό. Ο Ενάγοντας, μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε, στις 5.11.2014, επιστολή προς τον Εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 5), με την οποία τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία και καλούσε τον τελευταίο να του επιστρέψει το αξιούμενο, με την παρούσα αγωγή, ποσό. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα, προβαίνω, από αυτό το στάδιο, σε ανάλογα ευρήματα. Οι δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των διαδίκων στη βάση των δικογραφημένων θέσεων τους. Η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι, κατά το Σεπτέμβριο του 2008, οι Εναγόμενοι του παρουσιάστηκαν ως αντιπρόσωποι και/ή δικαιούχοι εταιρείας που πωλούσε ακίνητα στη Βουλγαρία και του πρότειναν να αγοράσει διαμέρισμα στην εν λόγω χώρα, το οποίο βρισκόταν σε καινούρια, υπό ανέγερση, πολυκατοικία και του παρείχαν, προς τούτο, σχετικές πληροφορίες. Αποτελεί ισχυρισμό του ότι, κατά το 2008, ο ίδιος, συμφώνησε να αγοράσει, από τους Εναγόμενους, συγκεκριμένο διαμέρισμα (το Διαμέρισμα), στη Βουλγαρία, και, ακολούθως, προχώρησε στην καταβολή του ποσού των €42.090 για την αγορά του. Πάντα, κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, είχε συμφωνηθεί μεταξύ του και των Εναγόμενων ότι, πριν το έτος 2009, το Διαμέρισμα θα ήταν έτοιμο προς παράδοση και θα μεταβιβάζετο, στο όνομα του, ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Είναι, επίσης, η θέση του ότι οι Εναγόμενοι απέσπασαν από αυτόν το πιο πάνω ποσό, κατόπιν δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και δικογραφεί προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι, ως υποτιθέμενοι αντιπρόσωποι εταιρείας που πωλούσε ακίνητα στη Βουλγαρία, του παρουσίασαν, πριν τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, γραπτώς και/ή προφορικώς και/ή του άφησαν να εννοηθεί σιωπηρά ότι η Πολυκατοικία ήταν υπό ανέγερση, ότι όλες οι σχετικές άδειες είχαν εξασφαλιστεί και ότι η Πολυκατοικία και το Διαμέρισμα θα ολοκληρωνόταν πριν το έτος
- Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι του άφηναν να εννοηθεί και/ή του ανέφεραν γραπτώς και/ή προφορικά ότι η Πολυκατοικία και/ή το έργο προχωρούσε σύμφωνα με την επίδικη Συμφωνία, ενώ όταν πλέον δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη από αυτούς σε σχέση με την ολοκλήρωση και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το Διαμέρισμα στο όνομα του, ο ίδιος προσπάθησε, επανειλημμένα, να επικοινωνήσει μαζί τους για να πληροφορηθεί ως προς το τι συνέβαινε με το Διαμέρισμα. Είναι δε η θέση του ότι, όταν, εν τέλει, κατόπιν των επανειλημμένων προσπαθειών του, κατάφερε να επικοινωνήσει με τους Εναγόμενους, αυτοί τον πληροφόρησαν ότι η εταιρεία, στην οποία του παρουσιάστηκαν ως αντιπρόσωποι και/ή δικαιούχοι (ήτοι η P.A.P), πτώχευσε, και τα διαμερίσματα στην Πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου, τέθηκαν υπό τη διαχείριση της τράπεζας και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στην έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και στη μεταβίβαση του Διαμερίσματος σε αυτόν. Επίσης, είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι παρουσιάσθηκαν ψευδώς και/ή δόλια και/ή με σκοπό να τον εξαπατήσουν, ως αντιπρόσωποι και/ή δικαιούχοι υποτιθέμενης εταιρείας που πωλούσε ακίνητα στη Βουλγαρία, τα οποία ήταν ελεύθερα οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους, με σκοπό να του αποσπάσουν παράνομα και/ή με δόλο και/ή απάτη και/ή κατά παράβαση σύμβασης τα ποσά που τους κατέβαλε. Τέλος, είναι η θέση του ότι το ποσό που κατέβαλε στους Εναγόμενους, ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση του Διαμερίσματος και/ή για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, αλλά οι Εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν αυτό δόλια και/ή με απάτη. Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι, με την Υπεράσπιση τους, ήγειραν 3 προδικαστικές ενστάσεις, τις οποίες δεν προτίθεμαι να επαναλάβω, καθότι, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η συνήγορος τους περιόρισε τούτες στις εξής δύο:
(1)ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και
(2)ότι η παρούσα αγωγή προωθείται εναντίον λανθασμένων διαδίκων, αφού η επίδικη Συμφωνία καταρτίστηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της P.A.P και όχι μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων. Επί της ουσίας της Υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι ουδέποτε τον προσέγγισαν και/ή εξαπάτησαν, ενώ είναι η, επίσης, συναφής τους θέση, ότι ο τελευταίος πληροφορήθηκε, από τον περίγυρο του, ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν διευθυντής της P.A.P και επέδειξε από μόνος του ενδιαφέρον για να αγοράσει το Διαμέρισμα και να επενδύσει σε ακίνητη ιδιοκτησία στη Βουλγαρία. Μάλιστα, είναι η θέση τους ότι, κατά το έτος 2007, ο Ενάγοντας, κατόπιν δικής του παράκλησης προς τον Εναγόμενο 1, ταξίδεψε με τον τελευταίο στη Βουλγαρία, με σκοπό να εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς διαμερίσματος στην ήδη ολοκληρωμένη Πολυκατοικία και όχι σε κάποια υπό ανέγερση πολυκατοικία. Αποτελεί, επίσης, δικογραφημένο ισχυρισμό τους ότι ο Ενάγοντας, κατά την εν λόγω διαμονή του στη Βουλγαρία, ενημέρωσε τον Εναγόμενο 1 ότι θα προέβαινε στην αγορά του Διαμερίσματος, το οποίο ήταν της αρεσκείας του και, ακολούθως, συμφωνήθηκε, μεταξύ της P.A.P και του Ενάγοντα, η αγορά του Διαμερίσματος, με την επίδικη Συμφωνία, να καταρτίζεται, στη Βουλγαρία. Επίσης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ του αξιούμενου ποσού και του ποσού των €35.000 (το τίμημα πώλησης του Διαμερίσματος), αφορούσε την προκαταβολή που έδωσε ο Ενάγοντας για την αγορά δεύτερου διαμερίσματος σε άλλη περιοχή, στην ίδια πόλη, στη Βουλγαρία (εκ ποσού €4.490), ως επίσης και το ποσό των €2.600 για την επίπλωση του Διαμερίσματος, με εξοπλισμό της προτίμησης του Ενάγοντα. Είναι δε ο ισχυρισμός τους ότι ο Ενάγοντας ενοικιάζει το επίδικο Διαμέρισμα και προσπορίζεται κέρδη από την εν λόγω ενοικίαση, μέχρι και σήμερα. Είναι η, περαιτέρω, θέση τους ότι με την ολοκλήρωση της Πολυκατοικίας, πρώτιστη προτεραιότητα της P.A.P ήταν να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση όλων των τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων από την Agroprogress προς αυτήν και, ακολούθως, από την P.A.P προς τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, συμπεριλαμβανομένου του Ενάγοντα, στη βάση των «προκαταβολικών συμβολαίων». Εντούτοις, ως ισχυρίζονται, κατά το έτος 2011, η P.A.P, προς έκπληξη της, ενημερώθηκε ότι η Agroprogress βρισκόταν σε διαδικασία πτώχευσης και ότι όλα τα διαμερίσματα στην Πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένου και αυτό του Ενάγοντα, ήταν υποθηκευμένα ως εξασφάλιση σε δάνειο, της τελευταίας, προς όφελος Βουλγοαμερικανικής τράπεζας. Ισχυρίζονται δε ότι μόλις η P.A.P ενημερώθηκε για αυτή την εξέλιξη, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της, στη Βουλγαρία, για να προβούν στην καταχώρηση σχετικών αγωγών και έσπευσε να ενημερώσει όλους τους επηρεαζόμενους αγοραστές των διαμερισμάτων στην Πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένου του Ενάγοντα, ο οποίος ήταν ενήμερος, εξ αρχής, για όλα τα ανωτέρω. Τέλος, οι Εναγόμενοι αρνούνται όλες τις λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή παράνομης οικειοποίησης οποιουδήποτε ποσού από τον Ενάγοντα. Το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση Με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε ποσά έλαβε ως ενοίκια για το Διαμέρισμα, αυτά παρουσιάστηκαν και/ή κατατέθηκαν από τους Εναγόμενους και/ή μέσω της εταιρείας τους και/ή τρίτων προσώπων ελεγχόμενων από αυτούς, με σκοπό να τον καθησυχάσουν σε σχέση με την αξίωση του για επιστροφή του ποσού που κατέβαλε για την αγορά του Διαμερίσματος, εφόσον αυτοί δεν ήταν σε θέση να του μεταβιβάσουν αυτό, στο όνομα του, λόγω του ότι του απέκρυψαν ότι υπήρχαν εμπράγματα βάρη επ' αυτού και αντικειμενικά εμπόδια για τη μεταβίβαση του. Επίσης, αρνείται ότι ενημερώθηκε για οποιαδήποτε διαδικασία η οποία παρεμπόδιζε την ολοκλήρωση και/ή μεταβίβαση και/ή τιτλοποίηση του Διαμερίσματος, ενώ είναι η θέση του ότι οποιαδήποτε επίσκεψη έγινε στη Βουλγαρία, για σκοπούς αγοράς του Διαμερίσματος, έγινε κατόπιν παρότρυνσης του από τους Εναγόμενους. Αμφισβητούμενα ζητήματα Έχοντας κατά νου τα ανωτέρω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, επί των οποίων έγιναν ήδη σχετικά ευρήματα, και τις πιο πάνω δικογραφημένες εκδοχές των διαδίκων, εκείνα που παραμένουν, υπό αμφισβήτηση, επί γεγονότων, ζητήματα, είναι τα ακόλουθα:
(1)Ποιος ήταν ο τόπος σύναψης και/ή συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας;
(2)Κατά πόσο οι Εναγόμενοι, ενεργώντας ως αντιπρόσωποι της P.A.P προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις και/ή παραστάσεις προς τον Ενάγοντα ότι το Διαμέρισμα ήταν ιδιοκτησίας της P.A.P και/ή των ίδιων, καθώς και ότι τούτο θα του μεταβιβάζετο ελεύθερο βαρών κατά το έτος 2009;
(3)Αν η απάντηση στο ανωτέρω
(2)ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο οι Εναγόμενοι, ενώ γνώριζαν για το αναληθές των εν λόγω δηλώσεων και/ή παραστάσεων τους, εντούτοις, σκόπιμα το απέκρυψαν από τον Ενάγοντα;
(4)Αν η απάντηση στο ανωτέρω
(3)ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο ο Ενάγοντας βασίστηκε στις δηλώσεις και/ή παραστάσεις αυτές, προκειμένου να συνάψει την επίδικη Συμφωνία και να καταβάλει στους Εναγόμενους και/ή τη P.A.P το τίμημα πώλησης του Διαμερίσματος;
(5)Αν η απάντηση στο ανωτέρω
(4)ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο ο Ενάγοντας, συνεπεία των ανωτέρω, έχει υποστεί ζημία; Σημειώνω στο παρόν στάδιο ότι η προδικαστική ένσταση των Εναγομένων αναφορικά με την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν τη παρούσα διαφορά, δεν προωθήθηκε ως προδικαστικό ζήτημα και, επομένως, θα εξεταστεί κατωτέρω στην παρούσα απόφαση. Μαρτυρία Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Ʃταθιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση των όσων ζητημάτων παρέμειναν υπό αμφισβήτηση. Ενάγοντας Ο Ενάγοντας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Α. Στην ουσία, με τη μαρτυρία του προώθησε ισχυρισμούς ως η πιο πάνω δικογραφημένη εκδοχή του. Ισχυρίστηκε ότι η κύρια αιτία που τον ώθησε να προβεί στην αγορά του Διαμερίσματος ήταν οι ψευδείς αναφορές των Εναγόμενων προς τον ίδιο, οι οποίοι γνώριζαν ότι τούτες ήταν ψευδείς και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, εφόσον πρωταρχικός τους στόχος ήταν η απόσπαση χρημάτων από αυτόν. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι του είχαν ψευδώς αναφέρει ότι, όντας οι κύριοι μέτοχοι της P.A.P, ήταν και οι κύριοι ιδιοκτήτες του Διαμερίσματος, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αληθές αφού δεν είχαν τίτλο ιδιοκτησίας του Διαμερίσματος όταν προχωρούσαν στην πώληση του προς αυτόν και στην κατάρτιση της επίδικης Συμφωνίας και ενώ γνώριζαν ότι πιθανόν να μην εξασφάλιζαν ποτέ τέτοιο ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για τούτο[8]. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι η επίδικη Συμφωνία υπογράφηκε στο σπίτι του, στη Κύπρο. Κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι, ο ίδιος αντιλήφθηκε αργότερα, και δη κατά το στάδιο της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα, όταν και περιήλθαν εις γνώση του τα όσα προβάλλοντο από τους Εναγόμενους, στην Ένσταση τους, ότι βάσει της συμφωνίας μεταξύ της P.A.P και της Agroprogress, η Πολυκατοικία έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις 31.12.2007 και ότι η μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων (συμπεριλαμβανομένου του επίδικου) στη P.A.P, έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις 30.6.
- Στη βάση δε τούτου, ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι, κατά το Σεπτέμβριο του 2008, όταν συνήφθη η επίδικη Συμφωνία, δεν του αποκάλυψαν τα πιο πάνω και δη ότι το Διαμέρισμα έπρεπε να ήταν ήδη ολοκληρωμένο κατά τον εν λόγω χρόνο, ως επίσης και ότι η κυριότητα του έπρεπε να ήταν ήδη μεταβιβασμένη στην P.A.P, αλλά του ανέφεραν ότι η P.A.P ήταν ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος, ότι τούτο ήταν υπό ανέγερση και ότι θα ολοκληρωνόταν πριν το
- Ήταν δε, επίσης, η θέση του ότι η P.A.P και/ή οι Εναγόμενοι ουδέποτε του παρουσίασαν οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας για το Διαμέρισμα, ενώ ερωτηθείς αν οι Εναγόμενοι του ανέφεραν ότι είναι κατασκευαστές διαμερισμάτων στη Βουλγαρία, ο ίδιος ανέφερε «Ναι ήρθαν και μου είπαν ότι έχουμε διαμερίσματα στη Βουλγαρία και εάν θέλεις να σου πωλήσουμε και εσένα και προχωρήσαμε. Ας πούμε εντάξει εγώ ήμουν ότι εν δικά τους, ότι έκτιζαν δικά τους διαμερίσματα, δεν ήξερα ότι ήταν άλλοι και άλλοι και ξέρω γω». Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι είναι η Agroprogress που πτώχευσε και όχι η P.A.P, όταν πλέον καταχωρήθηκε η Ένσταση των Εναγομένων, στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, εφόσον, ουδέποτε προηγουμένως, και δη κατά τη σύναψη της επίδικης Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι του ανέφεραν το ο,τιδήποτε για την ύπαρξη της συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ της P.A.P και της Agroprogress και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος ήταν η τελευταία. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι ο ίδιος δεν θα προχωρούσε στην σύναψη της επίδικης Συμφωνίας και στην εξόφληση του τιμήματος αγοράς του Διαμερίσματος, αν γνώριζε ότι οι Εναγόμενοι και/ή η P.A.P δεν είχαν τίτλο ιδιοκτησίας για τούτο και, ότι, είναι στη βάση των παραστάσεων τους, και δη ότι η P.A.P ήταν ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος, που προχώρησε στα πιο πάνω. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι, προχώρησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας Ενοικίασης, με σκοπό να τον παραπλανήσουν, ενώ ήταν η συναφής του θέση ότι η δόλια και παράνομη συμπεριφορά των Εναγομένων διαφαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι, περί τον Δεκέμβριο του 2013, του είχαν βρει ενοικιαστή για το Διαμέρισμα, του κατέθεταν τα χρήματα του ενοικίου, ύψους €100 μηνιαίως, στον τραπεζικό του λογαριασμό, για περίπου ένα χρόνο, και μετά εξαφανίστηκαν[9]. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι μόλις οι Εναγόμενοι του ανέφεραν ότι υπήρχαν ακόμη ελπίδες ότι η επίδικη Συμφωνία θα προχωρούσε κανονικά, με μόνη εξαίρεση την καθυστέρηση στη μεταβίβαση του Διαμερίσματος στο όνομα του, ο ίδιος μετέβη στη Βουλγαρία και κατέβαλε το ποσό των €2.500 για σκοπούς επιδιόρθωσης του, ούτως ώστε τούτο να μπορεί να κατοικηθεί και να ενοικιαστεί. Εντούτοις, ως ισχυρίστηκε, διαφάνηκε, εκ των υστέρων, ότι κατά τον εν λόγω χρόνο, η συμφωνία μεταξύ της P.A.P και της Agroprogress είχε ήδη κηρυχθεί «λήξασα», στη βάση δικαστικής απόφασης, ημερ. 22.3.2013[10], στη Βουλγαρία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η ενοικίαση του Διαμερίσματος, αποτελούσε γεγονός που τον καθησύχαζε και του έδιδε ελπίδες αναφορικά με την υλοποίηση της επίδικης Συμφωνίας και, κυρίως, της μεταβίβασης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του. Ήταν η, συναφής, του θέση ότι όταν σταμάτησε η ενοικίαση του Διαμερίσματος και δεν υπήρχε οποιαδήποτε εξέλιξη αναφορικά με τη μεταβίβαση αυτού στο όνομα του, τότε άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι εξαπατήθηκε, ένεκα των ψευδών παραστάσεων των Εναγόμενων, και αποτάθηκε σε δικηγόρο, ο οποίος έστειλε την επιστολή -Τεκμήριο
- Ανέφερε, επίσης, ότι ο ίδιος, μέχρι και το 2014, είχε ελπίδες ότι το Διαμέρισμα θα ενοικιαζόταν και θα προχωρούσε η μεταβίβαση του στο όνομα του, έστω και καθυστερημένα, εφόσον δεν γνώριζε τι επακριβώς συνέβαινε μέχρι και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού του κατέθεσε το Τεκμήριο 6, το οποίο αποτελεί «Γραπτή Αναφορά» σε σχέση με την Πολυκατοικία και το Διαμέρισμα, της δικηγόρου Σνεζάνα Ένστεβα, από τη Βουλγαρία. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι υπήρχε εκ μέρους τους παράβαση των ουσιωδών όρων της συμφωνίας μεταξύ της P.A.P και της Agroprogress, εφόσον, στη βάση αυτής, τα διαμερίσματα θα έπρεπε να μεταβιβαστούν στη P.A.P μέχρι τις 30.6.2008 και, συνεπώς, γνώριζαν ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο ότι τούτη δεν θα καθίστατο ποτέ ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος. Επομένως, ήταν η θέση του ότι, κατά τη σύναψη της επίδικης Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι του παρουσίασαν ψευδώς ότι η P.A.P ήταν ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος, ενώ γνώριζαν ότι τούτη δεν ήταν, όπως, επίσης γνώριζαν και ότι είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία κατά την οποία θα έπρεπε να της μεταβιβαστεί, από την Agroprogress, ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για τούτο. Ως εκ τούτου, ήταν η συναφής του θέση ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποίησαν την P.A.P, ως μέσο, για να τον παραπλανήσουν και να του αποσπάσουν, παράνομα, το ποσό το οποίο αξιώνει. Εναγόμενος 1 Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε το Έγγραφο Β ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επί της ουσίας, με τη μαρτυρία του, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων. Ανέφερε ότι ένεκα του ότι ο Ενάγοντας ήταν για χρόνια κουρέας του, διατηρούσαν αρκετά καλές, έως, σχεδόν, φιλικές σχέσεις. Ήταν η θέση του ότι όταν ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε ότι ο ίδιος και ο Εναγόμενος 2 ήταν διευθυντές της Ρ.Α.Ρ, επέδειξε από μόνος του ενδιαφέρον να επενδύσει σε ακίνητη ιδιοκτησία στη Βουλγαρία και συγκεκριμένα να αγοράσει ένα από τα διαμερίσματα στη Πολυκατοικία. Περαιτέρω, ήταν η συναφής του θέση ότι ουδέποτε, είτε ο ίδιος είτε ο Εναγόμενος 2, προσέγγισαν ή πίεσαν τον Ενάγοντα για να προβεί στην αγορά διαμερίσματος στη Βουλγαρία, αλλά ούτε του ανέφεραν ποτέ ότι είναι εργολάβοι ή ότι έχουν εργοληπτική εταιρεία στη Βουλγαρία, αφού ουδείς, εκ των τριών διευθυντών της P.A.P, ασκεί ή ασκούσε το εν λόγω επάγγελμα, πράγμα που ο Ενάγοντας, ένεκα της πολυετούς γνωριμίας τους, γνώριζε, όπως, επίσης, γνώριζε ότι η P.A.P ήταν η αγοράστρια εταιρεία των διαμερισμάτων στη Πολυκατοικία και όχι η κατασκευάστρια εταιρεία αυτών. Ανέφερε, επίσης, ότι αφότου ο Ενάγοντας επέδειξε ενδιαφέρον για να αγοράσει διαμέρισμα στη Βουλγαρία, μετέβη μαζί του στην εν λόγω χώρα, με σκοπό να εξετάσει το ενδεχόμενο αγοράς διαμερίσματος στην Πολυκατοικία. Ισχυρίστηκε ότι, κατά την εκεί διαμονή τους, ο Ενάγοντας του ανέφερε ότι αποφάσισε να αγοράσει το Διαμέρισμα και προχώρησαν στη σύναψη και υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας, στη Βουλγαρία. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας ήταν έκτοτε ενήμερος ότι η P.A.P δεν είχε τίτλους ιδιοκτησίας για το Διαμέρισμα και ότι αυτή ανέμενε, από την Agroprogress, την μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων στην Πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου Διαμερίσματος, ούτως ώστε, ακολούθως, να προβεί στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας στο όνομα του κάθε αγοραστή. Ανέφερε, επίσης, ότι αμέσως μετά την συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, ο Ενάγοντας αποφάσισε να ενοικιάσει το Διαμέρισμα, εξού και κατάρτισαν τη Συμφωνία Ενοικίασης. Εντούτοις, ως ισχυρίστηκε, επειδή ο Ενάγοντας επιθυμούσε να λαμβάνει το ποσό του ενοικίου, απευθείας, στον προσωπικό του λογαριασμό, από τον εκάστοτε ενοικιαστή του, πολύ σύντομα, ακύρωσε την εν λόγω Συμφωνία Ενοικίασης. Προς απόδειξη δε του εν λόγω ισχυρισμού του, ο μάρτυρας παρέπεμψε στο Τεκμήριο 4 και τα εκεί εμβάσματα ενοικίων που γίνονταν κατευθείαν στο λογαριασμό που τηρούσε ο Ενάγοντας με τη σύζυγο του, από τρίτο πρόσωπο και όχι από την P.A.P. Ήταν δε η συναφής του θέση ότι ο Ενάγοντας όχι μόνο είχε και έχει στη κατοχή του το Διαμέρισμα, αλλά προσποριζόταν και προσπορίζεται μέχρι και σήμερα εισοδήματα από την ενοικίαση αυτού. Ισχυρίστηκε ότι με την ολοκλήρωση της ανέγερσης της Πολυκατοικίας, κατά το έτος 2008, προτεραιότητα της P.A.P ήταν να της μεταβιβαστούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων, από την Agroprogress και, ακολούθως, η ίδια (η P.A.P) να προχωρούσε στη μεταβίβαση των εν λόγω τίτλων ιδιοκτησίας σε όλους τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Εντούτοις, ως ανέφερε, προς έκπληξη τους, ενημερώθηκαν κατά το 2011, ότι η Agroprogress βρισκόταν σε διαδικασία πτώχευσης και ότι τα διαμερίσματα στην Πολυκατοικία ήταν υποθηκευμένα προς εξασφάλιση δανείου που έλαβε η τελευταία από συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα, στη Βουλγαρία. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι οι σχέσεις τόσο του ίδιου, όσο και του Εναγόμενου 2, με τον Ενάγοντα, εξακολουθούσαν να είναι καλές μέχρι και το 2015, ενώ, ένεκα του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας ήταν ο προσωπικός του κουρέας, είχαν συχνή επικοινωνία και, επομένως, παρά τα όσα αντίθετα ανέφερε ο Ενάγοντας, ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος πολύ εύκολα μπορούσε να εντοπίσει τόσο αυτόν, όσο και τον Εναγόμενο
- Ο μάρτυρας αυτός, ανέφερε επίσης ότι κατόπιν της πληροφόρησης που έλαβαν για τη διαδικασία πτώχευσης της Agroprogress, η P.A.P έσπευσε να ενημερώσει όλους τους επηρεαζόμενους αγοραστές των διαμερισμάτων στην Πολυκατοικία, συμπεριλαμβανομένου του Ενάγοντα, και να κινηθεί με δικαστικές διαδικασίες εναντίον της Agroprogress. Λόγω δε τούτης της άμεσης ανταπόκρισης τους, ως ισχυρίστηκε, ένα εκ των διαμερισμάτων μεταβιβάστηκε στο δικαιούχο του - ήτοι τον ΜΥ
- Ήταν η συναφής του θέση ότι ουδείς εκ των υπόλοιπων αγοραστών στράφηκε είτε εναντίον τους είτε εναντίον της P.A.P, καθότι αντιλαμβάνονται ότι ούτε οι ίδιοι αλλά ούτε η P.A.P φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για τη πτώχευση της Agroprogress, ενώ ισχυρίστηκε ότι μέχρι και σήμερα, η P.A.P πληρώνει δικηγόρους στη Βουλγαρία, οι οποίοι εργάζονται και προς όφελος του Ενάγοντα. Προς απόδειξη τούτου, παρουσίασε το Τεκμήριο 12, το οποίο αποτελεί αντίγραφο της αγωγής που καταχωρήθηκε από την P.A.P εναντίον της Agroprogress, στη Βουλγαρία, αναφορικά με την Πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται το Διαμέρισμα. ΜΥ 2 Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Γ. Είναι ένας εκ των αγοραστών ενός διαμερίσματος στην Πολυκατοικία. Ανέφερε πως γνωρίζει προσωπικά τους Εναγόμενους, ως επίσης και τον Ενάγοντα, αφού όλοι κατοικούν στο ίδιο χωριό και ότι ήταν ενήμερος για την αγορά διαμερισμάτων που είχε πραγματοποιήσει η P.A.P στη Βουλγαρία. Επίσης, ανέφερε ότι κατά το έτος 2007 ενδιαφέρθηκε και ο ίδιος να προβεί σε επένδυση στη Βουλγαρία, μέσω δικής του εταιρείας, αγοράζοντας ένα από τα διαμερίσματα που είχε αγοράσει η P.A.P, από την Agroprogress, στην Πολυκατοικία. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του ότι του είχε εξ αρχής επεξηγηθεί από την P.A.P ότι για να αποκτήσει τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα που ο ίδιος αγόρασε, θα έπρεπε πρώτα η Agroprogress να μεταβιβάσει τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων στην P.A.P και, ακολούθως, η τελευταία να τα μεταβιβάσει στο όνομα των αγοραστών. Ανέφερε ακόμη ότι, κατά το έτος 2011, ενημερώθηκε από τους διευθυντές της P.A.P ότι η Agroprogress βρισκόταν σε διαδικασία πτώχευσης και για αυτό δεν θα προχωρούσε η μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων, της Πολυκατοικίας, στην P.A.P. Ήταν, επίσης, η θέση του ότι, οι διευθυντές της P.A.P τον ενημέρωναν αμέσως για οποιαδήποτε εξέλιξη υπήρχε στη Βουλγαρία, ενώ μόλις ενημερώθηκε για την επικείμενη πτώχευση της Agroprogress, ο ίδιος, αμέσως, προσφέρθηκε να συνεισφέρει με όποιο τρόπο μπορούσε στις εκκρεμούσες νομικές διαδικασίες στην Βουλγαρία, με αποτέλεσμα, ο ίδιος, να πετύχει, κατά το έτος 2015, την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του για το διαμέρισμα του. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας, στη Βουλγαρία, γίνονται με συμβολαιογραφική πράξη, μεταξύ του ιδιοκτήτη και του αγοραστή, η οποία επιβεβαιώνεται από δικηγόρο. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο του δικού του τίτλου ιδιοκτησίας, μεταφρασμένο από τα Βουλγάρικα στα Ελληνικά. Τέλος, ανέφερε ότι μόλις ενημερώθηκε για την παρούσα δικαστική διαδικασία εναντίον των Εναγόμενων, θέλησε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αναφέρει τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα γνωρίζει και τα έζησε και δη ότι η Πολυκατοικία έχει κτιστεί από το έτος 2008 και τα διαμερίσματα παραδόθηκαν από την P.A.P στους αγοραστές τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχει, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων κατά τη μαρτυρία του, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων του, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο (βλ. μεταξύ άλλων C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», 2η έκδοση, των Ηλιάδη και Σάντη (σελ.135): «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δυο πλευρές (Σκορδέλλη και Άλλων v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.616, Φώτσιου v Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172), με αναφορά και στη δικογραφία (S Pavlou & Sons Constructions Ltd και Άλλου v. Θεοδώρου, ΠΕ 199/10, ημ. 6.7.15). [.] Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία [.].». Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή ελαχίστου σημασίας ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 329), αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητά της, είτε μέρος αυτής (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προφορική και έγγραφη, ενώπιον μου, την οποία αντιπαρέβαλα και εξέτασα ως σύνολο, σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ενάγοντας Η μαρτυρία του Ενάγοντα, στο βαθμό που τούτη δεν συνάδει με την κοινώς αποδεκτή και έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς, η θέση του που θέλει την επίδικη Συμφωνία να έχει συναφθεί και/ή υπογραφεί στην Κύπρο, δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία. Στη βάση του Τεκμηρίου 1, το οποίο ο ίδιος κατέθεσε ως το έγγραφο που αποτελεί την επίδικη Συμφωνία, καταγράφεται ότι τούτη καταρτίστηκε στη Βουλγαρία. Όταν δε τούτο υποδείχθηκε στον Ενάγοντα, κατά την αντεξέταση του, η απάντηση που ο ίδιος έδωσε δεν ήταν καθόλου πειστική, ενώ διέπετο από αοριστία και γενικότητα - «Ναι είναι πολλά πράγματα που υπογράφαμε, δεν ξέραμε τι υπογράφαμε, όπως κατάλαβες». Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι ο Ενάγοντας, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι εμποδίστηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να διαβάσει το περιεχόμενο της επίδικης Συμφωνίας. Το ότι ο ίδιος δεν διάβασε και κατ' επέκταση δεν γνώριζε τι ακριβώς υπέγραφε, δεν αναιρεί το γεγονός ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, είναι ξεκάθαρο ότι η επίδικη Συμφωνία καταρτίστηκε στη Βουλγαρία. Ούτε βεβαίως μπορεί, εν προκειμένω, ο Ενάγοντας να επικαλεστεί την αρχή του non est factum, εφόσον τούτη επενεργεί προς όφελος προσώπων που είτε μόνιμα είτε προσωρινά, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν το σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο υπογράφουν (βλ. Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961), κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Στρέφομαι τώρα στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί του ότι οι Εναγόμενοι ψευδώς του παρέστησαν ότι η P.A.P ήταν η ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος και/ή ότι κατείχε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα της και ότι στη βάση τούτης της παράστασης, ο ίδιος προχώρησε στη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας. Παρατηρώ, εν προκειμένω, τα εξής. Ως ήδη καταγράφεται ανωτέρω, ο Ενάγοντας, κατά την μαρτυρία του, ερωτηθείς αν οι Εναγόμενοι του είχαν παρουσιαστεί ως κατασκευαστές των διαμερισμάτων, εκείνο που ανέφερε ήταν ότι «Ναι ήρθαν και μου είπαν ότι έχουμε διαμερίσματα στη Βουλγαρία και εάν θέλεις να σου πωλήσουμε και εσένα και προχωρήσαμε. Ας πούμε εντάξει εγώ ήμουν ότι εν δικά τους, ότι έκτιζαν δικά τους διαμερίσματα, δεν ήξερα ότι ήταν άλλοι και άλλοι και ξέρω γω», ενώ, ερωτηθείς αν του παρουσίασαν ποτέ οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας του Διαμερίσματος, ο ίδιος απάντησε αρνητικά και ανέφερε ότι του υπέδειξαν ότι το Διαμέρισμα είναι δικό του. Δηλαδή, ουσιαστικά, ο Ενάγοντας, μετέβαλε την αρχική του εκδοχή ότι οι Εναγόμενοι του παρέστησαν ότι η P.A.P είναι ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος, αναφέροντας ότι είναι ο ίδιος που συμπέρανε ότι το Διαμέρισμα ήταν των Εναγομένων και/ή της P.A.P, χωρίς οι ίδιοι να προβούν σε οποιαδήποτε τέτοια παράσταση προς αυτόν. Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, δεν προκύπτει ούτε από το Τεκμήριο 1 ότι η P.A.P ήταν, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, η ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος και/ή ότι κατείχε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα της. Τουναντίον, ως είναι εμφανές από το Τεκμήριο 1, η P.A.P προσδιορίζεται σε αυτό ως «ο πωλητής» και ο Ενάγοντας ως «ο αγοραστής». Στο δε κείμενο του Τεκμηρίου 1, υπάρχει και ο όρος «οικοδόμος», χωρίς να προσδιορίζεται ποιο είναι το πρόσωπο αυτό, το οποίο όμως, εν πάση περιπτώσει, δεν καταγράφεται ότι είναι οποιοδήποτε από τα εκεί συμβαλλόμενα μέρη. Επίσης, υπό τον τίτλο «VIIΙ. ΤΙΜΕΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ», του Τεκμηρίου 1, καταγράφεται στο σημείο αρ. 22/4, το εξής: «Εάν ο οικοδόμος δεν μεταβιβάσει το άνω αναφερόμενο έργο, με συμβολαιογραφική πράξη σε προθεσμία έως τις 30.10.2008, ο αναθέτων έχει το δικαίωμα να πάρει συμβολαιογραφική πράξη σύμφωνα με το αρ. 19 του ΝΥΣ». Στη βάση των πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, ήταν γνωστό και/ή, εν πάση περιπτώσει, με εύλογη επιμέλεια, αν ο Ενάγοντας διάβαζε τους όρους αυτής, θα ήταν εις γνώση του ότι το Διαμέρισμα δεν είχε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας και/ή ότι τούτος δεν είχε μεταβιβαστεί ακόμη στη P.A.P και/ή ότι η P.A.P δεν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του. Επίσης, στη βάση του Τεκμηρίου 1, η προθεσμία για την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας στη P.A.P, από τον οικοδόμο, ήταν η 30.10.2008 και όχι η 30.6.2008, ως ανέφερε ο Ενάγοντας. Δεν μου διαφεύγει σε καμία περίπτωση ότι το Τεκμήριο 7 αναγράφει ως ημερομηνία μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας στη P.A.P, τις 30.6.
- Εντούτοις, συμβαλλόμενα μέρη στο Τεκμήριο 7 δεν ήταν ο Ενάγοντας και η P.A.P, αλλά η τελευταία και η Agroprogress και, επομένως, ό,τι αφορούσε τον Ενάγοντα κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας ήταν τα όσα καταγράφονταν στο κείμενο αυτής (ήτοι στο Τεκμήριο 1). Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι το Τεκμήριο 1 δεν είναι υπογεγραμμένο. Εντούτοις, αφ' ης στιγμής και οι δύο πλευρές βασίστηκαν σε αυτό ως το έγγραφο που αποτελεί την επίδικη Συμφωνία, το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να δεκτεί ότι το περιεχόμενο του αντικατοπτρίζει πλήρως το περιεχόμενο της επίδικης Συμφωνίας που συνομολογήθηκε από τα μέρη. Πέραν όμως των ανωτέρω, δεν προκύπτει ακόμη από το Τεκμήριο 1 να είχε συμφωνηθεί οποιοσδήποτε όρος μεταξύ των εκεί συμβαλλομένων μερών (P.A.P και Ενάγοντα) ότι θα μεταβιβάζετο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντα πριν το
- Επομένως, ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός του μπορεί να γίνει αποδεκτός. Σε ότι δε αφορά τη θέση του ότι οι Εναγόμενοι, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης Συμφωνίας, γνώριζαν ότι πιθανόν να μην μεταβιβάζετο ποτέ στη P.A.P τίτλος ιδιοκτησίας για το Διαμέρισμα, ούτε τούτη μπορεί να γίνει δεκτή, εφόσον κατά την αντεξέταση του, ερωτηθείς από που προκύπτει το συμπέρασμα του αυτό, δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει και να υποστηρίξει τούτη, με την απάντηση που έδωσε να ήταν «Που ξέρω εγώ»[11] και ότι «εγώ τη στιγμή που τα έκανα στα ελληνικά, είπε μου, έγραφε μου το αναλυτικά ότι δεν έχει τίτλο το διαμέρισμα που έπιασες, είναι σε πτώχευση;»[12] Λησμονεί, βεβαίως, η τελευταία τοποθέτηση του Ενάγοντα ότι όλοι οι όροι της επίδικης Συμφωνίας ήταν καταγεγραμμένοι σε αυτήν, σε πλήρως αντιληπτή σε αυτόν γλώσσα και, επομένως, αν κατέβαλε εύλογη επιμέλεια και τους διάβαζε, προτού καταρτίσει αυτήν, θα παρατηρούσε ότι πουθενά στην επίδικη Συμφωνία αναφέρετο ότι η P.A.P ήταν η ιδιοκτήτρια του Διαμερίσματος και/ή ότι είχε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα της. Περαιτέρω, δεν μπορώ να δεκτώ τη θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν με δόλο και/ή απάτη και/ή ότι του έδειχναν με τη συμπεριφορά τους ότι η εκτέλεση του έργου προχωρούσε ως είχαν συμφωνήσει. Και τούτο διότι κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι όταν ο Ενάγοντας μετέβη στη Βουλγαρία με τον Εναγόμενο 1, με σκοπό να επιθεωρήσει το Διαμέρισμα, τούτο ήταν ήδη ολοκληρωμένο, ως επίσης και το ότι, αμέσως μετά τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, ο Ενάγοντας έλαβε τη κατοχή του επίδικου Διαμερίσματος. Επίσης, ούτε ο ισχυρισμός του Ενάγοντα που θέλει τους Εναγόμενους να ενεργούν δόλια και/ή με απάτη καταρτίζοντας τη Συμφωνία Ενοικίασης, μπορεί να γίνει αποδεκτός, εφόσον τούτος συγκρούεται με την κοινή λογική αλλά και με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Στη βάση της εν λόγω Συμφωνίας Ενοικίασης, το πρόσωπο που θα είχε όφελος από αυτήν δεν ήταν άλλος από τον Ενάγοντα, ο οποίος, στην περίπτωση που η P.A.P ανεύρισκε ενοικιαστή για το Διαμέρισμα, θα λάμβανε συγκεκριμένο ποσό (€100), μηνιαίως, ως ενοίκιο. Στη βάση δε των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, το Διαμέρισμα ενοικιάζετο για περίοδο σχεδόν ενός έτους, με τον Ενάγοντα να αποκομίζει όφελος από την εν λόγω ενοικίαση. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω εδώ ότι ο συναφής ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι, ακολούθως, του βρήκαν ενοικιαστή και το Διαμέρισμα ενοικιάζετο (κατά την περίοδο Νοεμβρίου 2013 - Σεπτέμβριο 2014) στη βάση της εν λόγω Συμφωνίας Ενοικίασης, με τους Εναγόμενους και/ή τη P.A.P να καταβάλλουν το ποσό των €100 μηνιαίως στο λογαριασμό του Ενάγοντα, με σκοπό να τον καθησυχάσουν ως προς την υλοποίηση της επίδικης Συμφωνίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτός, εφόσον, στη βάση της ενώπιον μου κοινώς αποδεκτής και έγγραφης μαρτυρίας, τα εμβάσματα στα οποία ο Ενάγοντας αναφέρεται ότι αποτελούν τα ενοίκια τα οποία του κατέθεταν οι Εναγόμενοι και/ή η P.A.P για το Διαμέρισμα, κατά την εν λόγω περίοδο, αφορούν ποσά, άλλες φορές μεγαλύτερα και άλλες μικρότερα του ποσού των €100 (που είχε συμφωνηθεί με τη Συμφωνία Ενοικίασης), ενώ φαίνονται να γίνονται από κάποιο τρίτο πρόσωπο επ' ονόματι Marinna Emilova Tsonevakrakov και όχι από τους Εναγόμενους ή τη P.A.P. Στη βάση όλων των ανωτέρω, τη μαρτυρία του Ενάγοντα, σε ότι αφορά τα υπό αμφισβήτηση γεγονότα, δεν μπορώ να την αποδεκτώ και, ως εκ τούτου, την απορρίπτω. Εναγόμενος 1 Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε με σκοπό να πει την αλήθεια και τα περιστατικά ως τούτα επεσυνέβησαν κατά τον επίδικο χρόνο. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε αντιφάσεις, σε βαθμό που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Η δε μαρτυρία του, σε γενικές γραμμές, συνάδει και με την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη και κοινώς αποδεκτή μαρτυρία. Η όποια αντεξέταση του Εναγόμενου 1 ως προς το κατά πόσο το Τεκμήριο 7 ήταν το συμβόλαιο που κατήρτισε η P.A.P με την Agroprogress αναφορικά με το Διαμέρισμα, ένεκα του ότι στο Τεκμήριο 7, το διαμέρισμα που αναγράφεται έχει αριθμό 4b και όχι 4C (ως το Τεκμήριο 1), δεν έχει τη δυναμική που θέλει να του προσδώσει η πλευρά του Ενάγοντα και δη ότι τα χρήματα που κατέβαλε η πλευρά του στη P.A.P για την αγορά του Διαμερίσματος, η τελευταία ουδέποτε τα κατέβαλε στην Agroprogress για να αποκτήσει την ιδιοκτησία του Διαμερίσματος. Είναι εμφανές από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 ότι η περιγραφή του εκεί διαμερίσματος και των χαρακτηριστικών αυτού[13], είναι ακριβώς η ίδια με αυτή του Διαμερίσματος στο Τεκμήριο
- Επομένως, δεν προκύπτει ότι η P.A.P δεν κατέβαλε ποτέ στην Agroprogress το τίμημα αγοράς του Διαμερίσματος και ότι τούτο δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι στην ιδιοκτησία της P.A.P για να μπορεί να το μεταβιβάσει στον Ενάγοντα, ειδικότερα δε εφόσον ο Ενάγοντας, στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, έλαβε τη κατοχή του Διαμερίσματος που αγόρασε, αμέσως μετά τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας. Σημειώνω εδώ ότι το μόνο μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 το οποίο δεν μπορώ να αποδεκτώ, είναι τον ισχυρισμό του που θέλει τον Ενάγοντα να ενοικιάζει το Διαμέρισμα σε τρίτους μέχρι και σήμερα, και τούτο διότι δεν έχει τεθεί τίποτα ενώπιον μου που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό. Συνεπώς, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, τη λοιπή μαρτυρία του Εναγόμενου 1 την αποδέχομαι και, στη βάση αυτής, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. ΜΥ 2 Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν ήταν ιδιαίτερα υποβοηθητική για το Δικαστήριο, ούτε μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Τα όσα ο ίδιος ανέφερε, αφορούν τα περιστατικά που περιβάλλουν την αγορά διαμερίσματος στην Πολυκατοικία από τον ίδιο και τις διαδικασίες τις οποίες ο ίδιος πραγματοποίησε για σκοπούς απόκτησης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το δικό του διαμέρισμα, στη Βουλγαρία, παρά την πτώχευση της Agroprogress. Η όποια δε ενημέρωση και/ή πληροφόρηση έλαβε ο ίδιος από τους Εναγόμενους και/ή τη P.A.P για τη διαδικασία πτώχευσης της Agroprogress, στη Βουλγαρία, ή ακόμη ότι ο ίδιος είχε ενημερωθεί για το γεγονός ότι η Agroprogress ήταν η κατασκευάστρια εταιρεία των διαμερισμάτων, αποτελούν πληροφορίες και/ή ενημέρωση που ο ίδιος έλαβε και δεν μπορεί το δίχως άλλο να θεωρηθεί ότι έλαβε και ο Ενάγοντας την ίδια πληροφόρηση για τούτο. Βοηθητική είναι η μαρτυρία του μόνο αναφορικά με το γεγονός ότι η Πολυκατοικία ήταν ήδη ολοκληρωμένη από το έτος 2008, όταν και αυτός έλαβε κατοχή του δικού του διαμερίσματος, γεγονός που και ο ίδιος ο Ενάγοντας τελικώς αποδέκτηκε, εξού και συμπεριλήφθηκε σχετική κρίση στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα ανωτέρω. Επιπρόσθετα, μολονότι αποδέχομαι ότι, στη περίπτωση του ΜΥ 2, η επ' αυτόν μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος του επιτεύχθηκε με συμβολαιογραφική πράξη, εντούτοις, εν απουσία οποιουδήποτε σχετικού αναγκαίου υποβάθρου που θα του επέτρεπε να εκφέρει σχετική γνώμη, επί της εν προκειμένω μαρτυρίας, δεν μπορώ να καταλήξω σε σχετική κρίση ότι η μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας στη Βουλγαρία γίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, μεταξύ του ιδιοκτήτη και του αγοραστή, η οποία επιβεβαιώνεται από δικηγόρο. Τέλος, σημειώνω ότι, σε γενικές γραμμές, ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε με σκοπό να αναφέρει τα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο. Η δε μαρτυρία του, παρουσιάζει συνοχή και δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε αντιφάσεις που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Στη βάση όλων των ανωτέρω, πλην το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ 2 που έκρινα ότι είναι βοηθητικό για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων, τη λοιπή μαρτυρία του ΜΥ 2 δεν μπορώ να την λάβω υπόψη για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης, για τους λόγους που επεξήγησα ήδη ανωτέρω. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω και στα επιπρόσθετα εξής ευρήματα:
(1)Η επίδικη Συμφωνία καταρτίστηκε και/ή συνομολογήθηκε στη Βουλγαρία.
(2)Οι Εναγόμενοι και/ή η P.A.P ουδέποτε προχώρησαν στην ενοικίαση του Διαμερίσματος στη βάση της Συμφωνίας Ενοικίασης, εφόσον τούτη, μεταγενέστερα, ακυρώθηκε από τον Ενάγοντα, εξού και τα ενοίκια που αυτός λάμβανε από την ενοικίαση του Διαμερίσματος, για την περίοδο από Νοέμβριο του 2013 έως το Σεπτέμβριο, του 2014, του καταβάλλοντο από τρίτο πρόσωπο και όχι από τους Εναγόμενους και/ή τη P.A.P.
(3)Οι Εναγόμενοι σε ουδεμία παράσταση προέβηκαν στον Ενάγοντα ότι είτε οι ίδιοι είτε η P.A.P ήταν ιδιοκτήτες του Διαμερίσματος και/ή ότι κατείχαν, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για τούτο και/ή ότι θα του μεταβίβαζαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας πριν το 2009.
(4)Πουθενά στους όρους της επίδικης Συμφωνίας, αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι η P.A.P. θα μεταβίβαζε στον Ενάγοντα ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας πριν το 2009.
(5)Οι Εναγόμενοι και/ή η P.A.P δεν γνώριζαν ότι δεν θα τους μεταβιβάζετο ο τίτλος ιδιοκτησίας του Διαμερίσματος από την Agroprogress, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας. Προδικαστική Ένσταση - Δικαιοδοσία Κυπριακών Δικαστηρίων Ως προανέφερα ανωτέρω στη παρούσα απόφαση, οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τη θέση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά, καθότι η επίδικη Συμφωνία για απόκτηση του Διαμερίσματος (ακίνητης ιδιοκτησίας) καταρτίστηκε στη Βουλγαρία, ως επίσης και στη βάση του ότι το Διαμέρισμα βρίσκεται στη Βουλγαρία, ήτοι εκτός της εδαφικής επικράτειας της Κύπρου και, επομένως, δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση έχουν τα Δικαστήρια της Βουλγαρίας. Εν προκειμένω, το ζήτημα της ανάληψης ή μη διεθνούς δικαιοδοσίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του Κανονισμού 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις (στο εξής «ο Κανονισμός 1215/2012»). Στη βάση του άρθρου 4
(1)του Κανονισμού 1215/2012, η γενική αρχή είναι ότι τα Δικαστήρια του κράτους μέλους της κατοικίας του Εναγομένου, έχουν διεθνή αρμοδιότητα. Το άρθρο 4
(1)του Κανονισμού 1215/2012 έχει ως εξής: «Άρθρο 4 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.». Τα άρθρα 7
(1)και 7
(2)του Κανονισμού 1215/2012, ως επίσης και το άρθρο 8
(1)και
(4)αυτού, παρέχουν παρέκκλιση στην πιο πάνω γενική αρχή, καθιερώνοντας «ειδικές δωσιδικίες». Παραθέτω κατωτέρω, τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων: «Άρθρο 7 Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:
(1)(α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· (β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι꞉ - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος τους κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· (γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)·
(2)ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός· Άρθρο 8 Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί:
(1)εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους·
(4)ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, εάν η αγωγή μπορεί να συνδυασθεί με αγωγή κατά του ιδίου εναγομένου σε διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.» [14] Απλή ανάγνωση των πιο πάνω, καθιστά προφανές ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν προσδίδουν υποχρεωτική δικαιοδοσία, αλλά συντρέχουσα δικαιοδοσία στα δικαστήρια κρατών μελών άλλων από εκείνο στο οποίο οι Εναγόμενοι έχουν τη κατοικία τους (βλ. Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1 ΑΑΔ 2182 και Αναφορικά με την Αίτηση της Dunnes Stores, Πολ. Αίτηση 84/2014, απόφαση ημερ. 29.5.2014). Τουναντίον, αποκλειστική δικαιοδοσία απονέμεται στα δικαστήρια ενός κράτους μέλους, στη βάση των όσων καθορίζονται στο άρθρο 24 του Κανονισμού 1215/2012, ως επίσης και στη βάση του άρθρου 25 αυτού, τα οποία έχουν ως εξής꞉ «Άρθρο 24 Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων:
(1)Σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εφόσον ο μισθωτής είναι φυσικό πρόσωπο και ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής έχουν την κατοικία τους στο ίδιο κράτος μέλος· [2) ... έως 5)...]». Άρθρο 25 Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ της βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. [...]» Στην παρούσα περίπτωση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι Εναγόμενοι, καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, είχαν την κατοικία τους στη Κύπρο, και συγκεκριμένα στην Επαρχία Λευκωσίας και άρα εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω εδώ ότι η παρούσα αγωγή δεν στρέφεται εναντίον της P.A.P. Επομένως, στη βάση του άρθρου 4
(1)του Κανονισμού 1215/2012, αλλά και του άρθρου 21
(1)(β)[15] του Ν. 14/60, το παρόν Δικαστήριο έχει τόσο διεθνή, όσο και κατά τόπο δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος για να τύχουν εφαρμογής οποιεσδήποτε από τις εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που θεσπίζει το άρθρο 4
(1)του Κανονισμού 1215/2012, είτε λόγω αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων άλλου κράτους, είτε λόγω παρέκτασης της δικαιοδοσίας σε δικαστήρια άλλου κράτους μέλους λόγω της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των μερών[16]. Εν προκειμένω, με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη τα όσα η Έντιμη Δικαστής, Α. Πανταζή (Ε.Δ) (ως ήταν τότε), ανέφερε στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα[17], τα οποία υιοθετώ και παραθέτω κατωτέρω αυτούσια: «
- Εξετάζω, πρώτα, κατά πόσον χωρεί εφαρμογής η περίπτωση του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012, η οποία δύναται να αποφασιστεί ανεξάρτητα από τη βάση της αγωγής. Εκείνο που εξετάζω είναι, αν, στην όψη των ενώπιον μου ενόρκων δηλώσεων και των συνημμένων σε αυτές τεκμηρίων, αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων μερών, όπως οι όποιες μεταξύ τους διαφορές εκδικαστούν από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους από εκείνο της κατοικίας τους. Επισημαίνω ότι, βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 5 του Κανονισμού, «συμφωνία καθορισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας που αποτελεί στοιχείο σύμβασης λογίζεται ως συμφωνία ανεξάρτητη από τους λοιπούς όρους της σύμβασης».
- Στην παρούσα υπόθεση, η μόνη συμφωνία που ο Ενάγων ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησης ότι σύναψε με τους Εναγόμενους, για την οποία έδωσε μαρτυρία, είναι εκείνη που περιέχεται στο Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του ημερ. 28.1.
- Χωρίς να εξετάζω σε αυτό το στάδιο αν θεμελιώνεται συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων προσωπικά στη βάση του Τεκμηρίου 1, σημειώνω ότι δεν εντοπίζω να υπάρχει σε εκείνο το έγγραφο συμφωνίας οποιαδήποτε ρήτρα παρέκτασης της αποκλειστικής δικαιοδοσίας σε Βουλγαρικά δικαστήρια. Το ότι στην εν λόγω συμφωνία υπάρχει ρήτρα επιλογής του Βουλγαρικού δικαίου ερμηνείας της σύμβασης (βλ. σχετικά το άρθρο 30 της σύμβασης) δεν είναι καθοριστικός παράγοντας προσδιορισμού της δωσιδικίας στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012, αφού δεν εξυπακούει ούτε οδηγεί στο αυτόματο συμπέρασμα ότι συμφωνείται μεταξύ των μερών η ανάθεση της δικαιοδοσίας για οποιοδήποτε πρόβλημα αναφύεται από τη σύμβαση πώλησης αποκλειστικά σε Βουλγάρικο δικαστήριο. Μόνο με ρητή ρήτρα περιέχουσα συμφωνία των μερών περί τέτοιας αποκλειστικής δικαιοδοσίας, θα μπορούσε να ισχύσει κάτι τέτοιο. Παραπέμπω συναφώς στην απόφαση του (Αγγλικού) Court of Appeal, ημερ. 26.2.2015, στην υπόθεση AMT Futures Ltd v Marzillier, Dr. Meier & Dr. Gunter Rechtanswaltsgesellschaft mbH [2015] EWCA Civ 143, [2015] Q.B. 699, όπου εξετάστηκε η εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 και λέχθηκε per curiam ότι꞉ "However, the governing law of the relationship between the former clients and the claimant (which did not have to be of England and Wales) is not a determining factor in the allocation of jurisdiction under the Regulation".
- Καταλήγω ότι, στην παρούσα υπόθεση, με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, δεν στοιχειοθετείται αποκλειστική αρμοδιότητα των Βουλγαρικών δικαστηρίων ως προβλέπεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/
- Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω αν τυγχάνει εφαρμογής η περίπτωση αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων κράτους άλλου από εκείνο στο οποίο έχουν την κατοικία τους οι Εναγόμενοι ως εκ της βάσης της αγωγής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/
- Από το εν λόγω άρθρο, η μόνη περίπτωση που χρήζει μελέτης υπό τα γεγονότα ως δικογραφούνται στην παρούσα υπόθεση είναι εκείνη της παραγράφου 1, την οποία και έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω. Δηλαδή είναι η περίπτωση που η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά σε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων ή μισθώσεων ακινήτων, στην οποία περίπωση η αποκλειστική αρμοδιότητα ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
- Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω, με παραπομπή στην απόφαση C-518/99, Richard Gaillard κατά Alaya Chekili, η αποκλειστική δικαιοδοτική βάση με αναφορά στην τοποθεσία του ακινήτου καλύπτει μόνον τις αγωγές με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της υφής, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων επ' αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους (βλ. συναφώς και την εισήγηση με τίτλο «Ασφαλιστικά Μέτρα κατά τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001», Ιωάννης Στ. Δεληκωστόπουλος, Επιθεώρηση Πολιτικής Δικονομίας 1/2011, σε. 6 επ., που δημοσιεύθηκε ως κεφάλαιο υπό τη Μονογραφία με τίτλο «Ζητήματα από την εφαρμογή του κανονισμού 44/2001, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων», Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2011).
- Στην παρούσα υπόθεση, έχω ήδη κρίνει ότι, όσον αφορά το παρακλητικό «Α», αυτό κινείται στη σφαίρα του δικαίου των αστικών αδικημάτων και ότι όσον αφορά το παρακλητικό «Β» αυτό κινείται στη σφαίρα του δικαίου των συμβάσεων. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω κρίνω ότι ο Ενάγων δεν διεκδικεί να του αναγνωρισθεί ή να του προστατευθεί οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα μέσω των συγκεκριμένων παρακλητικών. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι꞉ 90.
- Εδώ, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, στην όψη των ενόρκων δηλώσεών τους, ότι ουδέποτε μεταβιβάστηκε τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου στον Ενάγοντα. Έπεται ότι αυτός δεν έχει μέχρι στιγμής αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα επί του εν λόγω ακινήτου. 90.
- Ούτε όμως διεκδικεί ένα τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα μέσω των συγκεκριμένων αξιώσεων. Δεν επιζητείται δηλωτική απόφαση ότι ο Ενάγων δικαιούται να του μεταβιβαστεί η κυριότητα του επίδικου ακινήτου (διαμερίσματος) ή διάταγμα εγγραφής του επίδικου διαμερίσματος επ' ονόματί του ή διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης. Είναι ορθή περί τούτου η επισήμανση του συνηγόρου του Ενάγοντος στη γραπτή του αγόρευση ότι αυτός περιορίζεται σε χρηματική αξίωση έναντι των Εναγομένων. [.]
- Επομένως, καταλήγω να κρίνω ότι στο σύνολό τους τα παρακλητικά της αγωγής, εδραζόμενα επί ισχυριζόμενων αστικών δικαιωμάτων ή ενοχικών δεσμών, δεν εμπίπτουν στην περίπτωση αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων του τόπου όπου ευρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία, διότι το δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί αναφορικά με εμπράγματα δικαιώματα ή μίσθωση αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία ευρισκόμενη στη Βουλγαρία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012». Τα πιο πάνω φυσικά αναφέρθηκαν σε μια εκ πρώτης όψεως θεώρηση, λόγω του ότι αποτελούσαν κρίση επί ενδιάμεσης αίτησης (στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα). Ωστόσο, έχοντας κατά νου τα δικόγραφα των διαδίκων, αλλά και του τρόπου που έκαστη πλευρά προώθησε την υπόθεση της, τα ανωτέρω ισχύουν και σε αυτό το στάδιο, αφού
(1)οι Εναγόμενοι διαμένουν στη Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λευκωσία,
(2)τα χρήματα που καταβλήθηκαν από τον Ενάγοντα για την αγορά του Διαμερίσματος, τα οποία και αξιώνει, μέσω της παρούσας αγωγής, ως αποζημίωση, στη βάση του αστικού αδικήματος του δόλου και/ή απάτης, καταβλήθηκαν σε λογαριασμό των Εναγομένων στη Κύπρο, και τούτο ανεξάρτητα του κατά πόσο αυτά, ακολούθως, μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό της P.A.P (η οποία τονίζω εκ νέου ότι δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή), στη Βουλγαρία,
(3)τουλάχιστον μέρος των κατ' ισχυρισμόν δόλιων και/ή απατηλών πράξεων επεσυνέβησαν στη Κύπρο, και τέλος,
(4)με τη παρούσα αγωγή δεν επιζητείται η ειδική εκτέλεση της επίδικης Συμφωνίας ή η απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας (και δη του Διαμερίσματος), παρά μόνο επιζητούνται, εναντίον των Εναγομένων, αποζημιώσεις για τα χρήματα που κατέβαλε ο Ενάγοντας για την αγορά του επίδικου Διαμερίσματος. Προκύπτει, συνεπώς, με σαφήνεια ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν, τουλάχιστον, συντρέχουσα δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά. Επομένως, κρίνω ότι η πιο πάνω προδικαστική ένσταση που προωθείται εκ μέρους των Εναγομένων, για έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα διαφορά, δεν μπορεί να επιτύχει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Προκύπτει μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων του Ενάγοντα, ότι η παρούσα αγωγή προωθείται στη βάση του αστικού αδικήματος του δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και όχι στη βάση των ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επηρεασμού στη βάση του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τον Ενάγοντα και, επομένως, τα αποδιδόμενα, σε αυτούς, αδικήματα του δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων δεν δύνανται να έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτά στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, αλλά αυτήν που αποδίδεται στις εν λόγω έννοιες στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 και τη σχετική επί τούτου νομολογία. Είναι επομένως επί αυτής της βάσης που θα εξεταστεί η παρούσα αγωγή. Τούτο θεωρώ απαντά και στην προδικαστική ένσταση που εγείρεται εκ μέρους των Εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένων διαδίκων, στη βάση του ότι η επίδικη Συμφωνία καταρτίστηκε με την P.A.P και όχι με τους Εναγόμενους. Κάτι τέτοιο θα είχε τη σημασία του, αν η αγωγή προωθείτο επί της βάσης ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου και/ή απάτης στη βάση του περί Συμβάσεων Νόμου. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Ενάγοντας αξιώνοντας το ποσό που κατέβαλε για την αγορά του Διαμερίσματος, ουσιαστικά επιζητεί την απόδοση της θεραπείας του restitutio in integrum, ήτοι την επαναφορά των μερών στη θέση που θα ήταν αν η επίδικη Συμφωνία δεν καταρτίζετο. Εντούτοις, μία τέτοια θεραπεία θα μπορούσε να αποδοθεί μόνο αν η P.A.P αποτελούσε διάδικο στην παρούσα αγωγή, εφόσον η όποια συμβατική σχέση του Ενάγοντα ήταν με αυτήν και όχι με τους Εναγόμενους προσωπικά. Επομένως, αφ' ης στιγμής ο Ενάγοντας επέλεξε να προωθήσει τη παρούσα αγωγή του, στη βάση μόνο του αστικού αδικήματος του δόλου και/ή απάτης και όχι στη βάση του περί Συμβάσεων Νόμου, η πιο πάνω προδικαστική ένσταση των Εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Σημειώνω, επίσης, στο παρόν στάδιο, ότι η όποια θεραπεία επιζητείται από τον Ενάγοντα για αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη από τη χρήση του Διαμερίσματος, τούτη δεν μπορεί να του αποδοθεί. Και εξηγώ. Τέτοιου είδους αποζημίωση, θεωρώ ότι σχετίζεται με αγώγιμο δικαίωμα το οποίο πηγάζει από παράβαση σύμβασης και όχι στη βάση του αστικού αδικήματος της απάτης και/ή δόλου και/ή παράνομης οικειοποίησης χρηματικού ποσού. Εν προκειμένω, αποτελεί κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι η επίδικη Συμφωνία είχε συνομολογηθεί με την P.A.P και όχι με τους Εναγόμενους και, επομένως, οποιαδήποτε αξίωση στη βάση διαφυγόντος κέρδους και άρα παράβασης σύμβασης δεν μπορεί να επιτύχει εναντίον των Εναγομένων, εφόσον η P.A.P δεν αποτελεί διάδικο στην παρούσα. Πέραν όμως τούτου, αποτελεί, επίσης, κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας έλαβε κατοχή του Διαμερίσματος από τη μέρα συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, κατοχή την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα, ενώ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ενοικίαζε το Διαμέρισμα και λάμβανε όφελος/ κέρδος από την εν λόγω ενοικίαση. Επομένως, ακόμη κι αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο Ενάγοντας μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων, αξιώνοντας διαφυγόντα κέρδη, στη βάση της ενώπιον μου προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν στοιχειοθετείται ότι η επίδικη Συμφωνία, στο μέρος που θέλει τον Ενάγοντα να λαμβάνει κατοχή του Διαμερίσματος, δεν έχει εκπληρωθεί. Ούτε βεβαίως, ο Ενάγοντας προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι θα πωλούσε ή θα ενοικίαζε το Διαμέρισμα και ότι κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατόν, ένεκα του γεγονότος ότι δεν του μεταβιβάστηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για τούτο. Τουναντίον, από την ενώπιον μου μαρτυρία, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας, παρά το ότι δεν του είχε μεταβιβαστεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, είχε τη δυνατότητα να ενοικιάσει το Διαμέρισμα σε τρίτους, κάτι το οποίο και έπραξε, αποκομίζοντας όφελος. Συνεπώς, η απαίτηση του Ενάγοντα, στο μέρος που αξιώνει διαφυγόντα κέρδη, εναντίον των Εναγομένων, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Στρέφομαι τώρα στη νομική πτυχή που περιβάλλει την παρούσα υπόθεση, και δη το Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο σε σχέση με το αδίκημα της απάτης, προνοεί τα εξής: «Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι το άρθρο 36 του Κεφ. 148, ουσιαστικά αναπαράγει το κοινοδίκαιο (βλ. Pyrgas v. Stavridou
(1969)1 C.L.R. 332). Προκύπτει δε από τη γραμματική ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου 36 του Κεφ. 148, ότι για να θεμελιωθεί αγωγή στη βάση του αστικού αδικήματος της απάτης, θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής συστατικά στοιχεία:
- να υπάρχει ή να έχει γίνει κάποια παράσταση γεγονότος,
- ο εναγόμενος να γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή τουλάχιστον να γίνεται χωρίς να υπάρχει γνήσια πεποίθηση ότι αυτή ήταν αληθής. Όταν ο Εναγόμενος αδιαφορεί για την αλήθειας μιας παράστασης γεγονότος, αλλά προχωρεί και προβαίνει σε αυτήν, τότε έχει προβεί στην απαιτούμενη παράσταση γεγονότος που ενεργοποιεί το αστικό αδίκημα της απάτης, νοουμένου βεβαίως ότι η συγκεκριμένη παράσταση είναι ψευδής ή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
- η παράσταση έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγοντας στη βάση αυτής,
- ο Ενάγοντας ενήργησε στη βάση της εν λόγω ψευδούς παράστασης, και
- ο Ενάγοντας υπέστη ζημιά, ενεργώντας στη βάση της ψευδούς αυτής παράστασης[18]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 31, αναφέρεται, στην παράγραφο 703, ότι η παράσταση γεγονότος μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή, αλλά μπορεί και να συμπεραίνεται από λέξεις ή συμπεριφορά. Για σκοπούς απόδειξης του αστικού αδικήματος της απάτης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι, συνεπεία της ψευδούς παράστασης, ο Ενάγοντας όχι μόνο άλλαξε γνώμη σε σχέση με κάποιο θέμα, αλλά άλλαξε τη θέση του σε σχέση με τα ουσιώδη συμφέροντα του ή τις καταστάσεις γενικά (βλ. Halsbury's Laws of England, τόμος 31, παράγραφος 765). Σε ότι αφορά την έννοια του δόλου, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, απόσπασμα της οποία παραθέτω κατωτέρω: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο[19]». Η ουσία, επομένως, της αγωγής για απάτη, είναι η ανεντιμότητα. Τέτοια αγωγή επιτυγχάνει όπου ο Εναγόμενος, με σκοπό να προκαλέσει τον Ενάγοντα να ενεργήσει με βάση την παράσταση του, δόλια ή απερίσκεπτα, αδιαφορώντας κατά πόσο αυτή είναι αληθής ή ψευδής, παριστάνει κάτι ως αληθές, ενώ είναι αναληθές. Εάν ο Ενάγοντας έχει ενεργήσει με βάση την παράσταση του Εναγόμενου, η οποία ήταν αναληθής, είτε εν γνώσει του, είτε στο πλαίσιο πλήρους απερισκεψίας εκ μέρους του και αν, περαιτέρω, έχει υποστεί ζημία, τότε έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή για απάτη εναντίον του Εναγόμενου. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, απαίτηση η οποία στηρίζεται σε δόλο και/ή απάτη, θα πρέπει να περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες. Ως η Δ.19, θ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθορίζει, απαίτηση η οποία στηρίζεται σε απάτη, θα πρέπει να περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμών απατηλών πράξεων και θα πρέπει να αναφέρει ότι οι πράξεις αυτές έγιναν με απάτη. Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα «Odgers on Pleading and Practice», των Stevens and Sons, 1971, 20th edition, σελ. 206, εάν η αιτία αγωγής βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό δόλο, απάτη ή ψευδείς παραστάσεις, τότε το δικόγραφο του Ενάγοντα, θα πρέπει να περιέχει συγκεκριμένα γεγονότα και να διατυπώνει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος προέβη σε ψευδή δήλωση κάποιου γεγονότος, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να εξαπατηθεί, ενεργώντας προς ζημιά του. Επίσης, ως λέχθηκε στην Jonesco v. Beard
(1930)AC 298, ένεκα του ότι ο δόλος είναι σοβαρή κατηγορία, η οποία εμπεριέχει και ποινικό χαρακτήρα, η μαρτυρία προς απόδειξη του πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και, επομένως, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί. Αυτός δε που επικαλείται δόλο και/ή απάτη, έχει το βάρος να αποδείξει αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου και/ή απάτης, χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες, αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμόν λεπτομέρειες του δόλου (βλ. Τσιάρτας κ.α. ν Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523 και Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547). Στο σύγγραμμα των Clerk & Lindsell on Torts, 15th edition, Chapter 17, αναφέρονται στην σελ. 843, υπό τον τίτλο "Standard of proof", τα εξής: "For proof of fraud, although the standard of proof for a criminal charge is not required, a high degree of probability will be required to satisfy the civil standard. "The more serious the allegation the higher the degree of probability that is required."[i] "Charges of fraud should not be lightly made or considered." Εν προκειμένω, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος του δόλου και/ή απάτης. Και τούτο διότι, ως προκύπτει από τα ανωτέρω ευρήματα μου, οι Εναγόμενοι δεν παρέστησαν στον Ενάγοντα, με οποιοδήποτε τρόπο, ότι οι ίδιοι ή η P.A.P ήταν οι κατασκευαστές του Διαμερίσματος ή ότι ήταν οι ιδιοκτήτες αυτού και/ή ότι κατείχαν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για τούτο, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας. Τουναντίον, είναι ξεκάθαρο από το κείμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο ο ίδιος ο Ενάγοντας παρουσίασε ως την επίδικη Συμφωνία που συνομολόγησε, ότι ουδέν όρος αυτής παρουσίαζε είτε τους Εναγόμενους είτε την P.A.P ως ιδιοκτήτες του Διαμερίσματος ή ότι, οποιοσδήποτε εξ αυτών κατείχε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το Διαμέρισμα ή ακόμη ότι θα μεταβιβάζετο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, για τούτο, στον Ενάγοντα, πριν το έτος 2009. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι Εναγόμενοι είχαν προβεί σε κάποια ψευδή δήλωση και/ή παράσταση περί τούτου, πριν τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, είναι προφανές ότι, κατά το χρόνο κατάρτισης της, οι όροι της ήταν πλήρως καταγεγραμμένοι και κατανοητοί στον Ενάγοντα, ο οποίος, με εύλογη επιμέλεια και προσοχή, θα μπορούσε να λάβει γνώση αυτών, οπόταν και θα παρατηρούσε ότι δεν συμπεριλαμβάνονταν στην επίδικη Συμφωνία τα όσα, κατ' ισχυρισμόν του, του παρέστησαν οι Εναγόμενοι. Επομένως, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, η οποία πλέον περιείχε ρητούς και σαφώς καταγεγραμμένους όρους, οι οποίοι ήταν εις γνώση του Ενάγοντα και/ή εν πάση περιπτώσει θα μπορούσαν να ήταν εις γνώση αυτού, αν επεδείκνυε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, δεν υπήρχε πλέον οποιαδήποτε παράσταση, εκ μέρους των Εναγομένων, η οποία εν γνώση τους ήταν αναληθής, στη βάση της οποίας ο Ενάγοντας ενήργησε προς ζημία του. Τονίζω δε ότι, ως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ο ίδιος δεν ήξερε τι υπέγραφε, όχι γιατί του αποστερήθηκε το όποιο δικαίωμα του, να αναγνώσει τους όρους αυτής, από τους Εναγόμενους, αλλά από δική του επιλογή και/ή αμέλεια. Αποτελεί γενικό κανόνα ότι η υπογραφή κάποιου τον δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, και τούτο προς διασφάλιση της αναγκαίας εμπιστοσύνης και ασφάλειας που πρέπει να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές και τις γραπτές συμφωνίες. Εκείνος, επομένως, που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που επιφέρει η υπογραφή του, θα πρέπει να καταδείξει, ότι τυγχάνει η εφαρμογή της αρχής του non est factum, δηλαδή ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας (π.χ τυφλότητα ή αναλφαβητισμός (βλ. Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704)) ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και την προσοχή που επέδειξε (βλ. Εργατίδη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση 293/12, ημερ. 7.2.2018 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, ως επίσης την υπόθεση Χ''Στυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 ΑΑΔ 989 και Ιωάννου ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεων Τράπεζας Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1522). Στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961, αναγνωρίστηκε ότι η αρχή του non est factum, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και να επενεργήσει προς όφελος προσώπων που είτε μόνιμα είτε προσωρινά, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν το σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου το οποίο υπογράφουν. Τονίστηκε, εντούτοις, ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση πρέπει να περιοριστεί σε πολύ στενά πλαίσια για αποφυγή ενδεχόμενου κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινού στις συνήθεις συναλλαγές, αλλά και στην εγκυρότητα των γραπτών συμβάσεων, ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιπτώσεις που ελλείπει οποιοσδήποτε δόλος ή οποιοσδήποτε άλλος καλός λόγος που να επιβάλλει την ακυρότητα κάποιου εγγράφου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο» (Π. Γ. Πολυβίου), στην υπόθεση Saunders (ανωτέρω), η Βουλή των Λόρδων, έθεσε τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει αυτός που επικαλείται, προς υπεράσπιση του, την αρχή του non est factum. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το πιο πάνω σύγγραμμα (βλ. σελ. 414 - 416):
(1)«Πρώτον, για να μπορέσει κάποιο πρόσωπο να επικαλεστεί την υπεράσπιση non est factum θα πρέπει να εμπίπτει εντός μιας προστατευόμενης κατηγορίας, δηλαδή είτε πρόσωπα που είναι τυφλά ή δεν μπορούν να διαβάσουν ή που έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα που τους εμποδίζει να κατανοήσουν τι υπογράφουν, είτε πρόσωπα που έχουν τύχει παραπλάνησης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και έχουν υπογράψει κάποιο έγγραφο τελούντα υπό πλάνη σε σχέση με το χαρακτήρα του εγγράφου. Είναι πολύ σπάνια που την υπεράσπιση θα μπορούν να επικαλεστούν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε κάποια εξειδικευμένη κατηγορία που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας.
(2)Δεύτερον, η οποιαδήποτε πλάνη θα πρέπει να αφορά όχι στο περιεχόμενο αλλά στο χαρακτήρα του εγγράφου. Θα πρέπει το πρόσωπο που υπογράφει να πιστεύει ότι υπογράφει κάτι ολότελα διαφορετικό, υπό την έννοια ότι το έγγραφο που νομίζει ότι υπογράφει και το έγγραφο που υπογράφει να ανήκουν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Reid στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society, «There must I think be a radical difference between what he signed and what he thought he was signing - or one could use the words 'fundamental' or 'serious' or 'very substantial'.' But what amounts to a radical difference will depend on all the circumstances».
(3)Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση της υπεράσπισης non est factum δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο. Κάθε πρόσωπο, πριν υπογράψει κάποιο έγγραφο, έχει την υποχρέωση να πληροφορηθεί για τη φύση του εγγράφου που υπογράφει. Εάν κάποιος είναι έτοιμος να υπογράψει κάποιο έγγραφο απλώς και μόνο διότι το έγγραφο τέθηκε ενώπιον του, χωρίς να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ή τουλάχιστον χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου και εξακρίβωσης του τι υπέγραφε, τότε ο νόμος δεν του επιτρέπει να επικαλείται την υπεράσπιση non est factum. Ο Δικαστής Reid έθεσε το θέμα επιγραμματικά στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society: «The plea cannot be available to anyone who was content to sign without taking the trouble to try to find out at least the general effect of the document». Όπως η πιο πάνω αρχή διατυπώθηκε πιο εκτενώς από το Δικαστή Wilberforce στην ίδια υπόθεση: «A person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests on him, i.e. to prove that he acted carefully and not on the third party to prove the contrary». Συμπερασματικά, η υπεράσπιση του non est factum, στο σύγχρονο δίκαιο, είναι ιδιαίτερα περιορισμένης εμβέλειας. Το βάρος απόδειξης ότι εφαρμόζεται βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που την επικαλείται και για να επιτύχει τούτο θα πρέπει να αποδείξει πρώτον ότι πίστευε ότι αυτό που υπέγραψε ήταν ολότελα διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά υπέγραψε και δεύτερον ότι είχε επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια πριν υπογράψει το επίδικο έγγραφο» . Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση Saunders, ο Lord Wilberforce ανέφερε τα εξής: «In other words it is the lack of consent that matters not the means by which this result was brought about. Fraud by itself may do no more than make the Contract Voidable». Και τούτο για να υποδείξει ότι, δεν αποτελεί προϋπόθεση, για να μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος του non est factum, να αποδοθεί δόλια συμπεριφορά στον άλλο συμβαλλόμενο. Διευκρινίστηκε ωστόσο, εκ νέου, ότι, δεν είναι δυνατή η επίκληση του δόγματος από οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Επίσης, πλην όμως συναφώς, στην υπόθεση Μακρή ν Χ''Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι εκείνο που «έχει σημασία είναι, αν στην ουσία ο ισχυριζόμενος δόλος δικαιολογούσε την άγνοια του περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο υπέγραψε». To βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αποφύγει τις συνέπειες των εγγράφων που υπέγραψε. Στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγοντας σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν επικαλέστηκε ότι ο κατ' ισχυρισμόν δόλος και/ή απάτη εκ μέρους των Εναγομένων συνίστατο στο να τον εμποδίσουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να μελετήσει και/ή να λάβει γνώση του περιεχομένου της επίδικης Συμφωνίας που υπέγραψε. Η όποια αναφορά του ότι «είναι πολλά πράγματα που υπογράφαμε, δεν ξέραμε τι υπογράφαμε, όπως κατάλαβες», δεικνύει μόνο ότι ο ίδιος δεν επέδειξε τη δέουσα προσοχή και επιμέλεια για να λάβει γνώση του περιεχομένου της επίδικης Συμφωνίας και των όρων αυτής, προτού την υπογράψει. Τα όσα δε επικαλείται ο Ενάγοντας περί δόλου και/ή απάτης στη βάση του ότι οι Εναγόμενοι, μετά τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας, του παρουσίαζαν ότι το έργο προχωρούσε κανονικά, ενώ δεν θα μπορούσαν να του εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας, κρίνω ότι είναι εντελώς γενικά και αόριστα και, εν πάση περιπτώσει, είναι ανεπαρκή για να στηρίξουν αγωγή που βασίζεται στο δόλο και/ή απάτη. Και τούτο διότι, δικογραφικά, δεν έχει παρατεθεί ολοκληρωμένα, με συγκεκριμένα γεγονότα και λεπτομέρειες, ως προς το πως, ακόμη κι αν ήθελε αποδειχθεί ότι τούτο όντως έγινε, επηρέασε τον Ενάγοντα στο να πράξει κάτι το οποίο, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα έπραττε, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία. Τουναντίον, στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, το Διαμέρισμα, κατά τη συνομολόγηση της επίδικης Συμφωνίας ήταν ήδη ολοκληρωμένο, ενώ στη βάση των όσων ο ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε κατά τη μαρτυρία του (τα οποία αποτελούν, επίσης, κοινώς αποδεκτά γεγονότα), το Διαμέρισμα, τουλάχιστον για περίπου ένα χρόνο, ενοικιάστηκε σε τρίτο πρόσωπο και ο ίδιος εισέπραττε ενοίκια (και συνεπώς οικονομικό όφελος) από την εν λόγω ενοικίαση. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η Agroprogress, κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, τελούσε ήδη σε διαδικασία πτώχευσης. Τίποτα δεν αναφέρει ο Ενάγοντας ως προς το πως τον επηρέασε τούτο και/ή τη ζημία που υπέστη και ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε περί τούτου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποσείσει το βάρος που ο ίδιος έφερε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της απάτης εκ μέρους των Εναγομένων, με αποτέλεσμα η αγωγή του να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, θα είναι ένα σετ εξόδων. (Υπογρ.)............. Ν. Πετρίδου, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 28.1.2016. [2] Βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 19.8.2017. [3] Βλ. το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο. [4] Ως προς τον τόπο συνομολόγησης της επίδικης Συμφωνίας, τούτο παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο. [5] Βλ. σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2023. [6] Ως προς το κατά πόσο τούτο ενοικιάζετο κατόπιν μεσολάβησης της P.A.P ή άλλου προσώπου και/ή κατευθείαν από τον Ενάγοντα, παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο. [7] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2023. [8] Βλ. παραγράφους 8 και 9 του Εγγράφου Α. [9] «Μας έβαλλαν λεφτά στην τράπεζα, €100 το μήνα, μας είπαν να το ενοικιάσουμε, μας έδωσαν περίπου για ένα χρόνο τα ενοίκια, τα δύο πρώτα τα πήρε εκείνος που μας το ενοικίασε, τα άλλα δέκα τα πήραμε εμείς, €1000 περίπου και μετά εξαφανίστηκαν, δεν είχε τίποτε» - βλ. πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2023, σελ. 6. [10] Βλ. Τεκμήριο 10 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση των Εναγομένων στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. [11] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2023, σελ. 11. [12] Βλ. πρακτικά Δικαστηρίου ημερ. 2.3.2023, σελ. 11. [13] Στο Τεκμήριο 7, το διαμέρισμα που καταγράφεται ως έχον αριθμό 4b, έχει την ίδια περιγραφή με το διαμέρισμα 4C στο Τεκμήριο 1, και δη περιγράφεται (στο Τεκμήριο 7) ότι το διαμέρισμα 4b «βρίσκεται στο δεύτερο όροφο στο τμήμα Α, με συνολικό εμβαδόν καλυμμένου χώρου 51.66 (πενήντα ένα κόμμα εξήντα έξι) τετραγωνικά μέτρα, το οποίο αποτελείται από καθιστικό και κουζίνα, υπνοδωμάτιο, μπάνιο με τουαλέτα, διάδρομο και βεράντα, με σύνορα: βόρεια - διαμέρισμα Νο. 4Α και διάδρομο, ανατολικά: διάδρομο και διαμέρισμα Νο. 5b (Μπ), δυτικά - καλκάνι, νότια - χώρος μεταξύ πολυκατοικιών (εσωτερική αυλή)». [14] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όσες ακολουθούν. [15] Το οποίο προνοεί τα εξής: «21.-
(1)Τo Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη αρμοδιότητα ίvα ακoύη και απoφασίζη oιαvδήπoτε αγωγήv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις-(β) o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv, κατά τov χρόvov της εγέρσεως της αγωγής, διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός της επαρχίας δι' ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη». [16] Βλ. άρθρα 24 και 25 του Κανονισμού 1215/2012 ανωτέρω. [17] Βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 19.8.2017. [18] βλ. Σύγγραμμα «Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελ. 120) και Σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, «Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο», τόμος Β. [19] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο