ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιορδάνη Ιορδάνους ν. Πόλας Ιορδάνους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1792/2023, 25/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1792/2023 Μεταξύ: ΒΡΑΧΙΜΗΣ Ι. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ, Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιορδάνη Ιορδάνους και Εκτελεστής της Διαθήκης του (Αρ. Διαχ. 242/2017) Ενάγοντας -και-
- Πόλας Ιορδάνους (ΑΔΤ [ ]) εκ Λευκωσίας
- ΚΕΔΙΠΕΣ ΛΤΔ (πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, και πρώην ΣΟΤΑΔΥΚ Λτδ) εκ Γρηγόρη Αυξεντίου 8 Λευκωσία Εναγόμενοι Ενδιάμεση Απόφαση (σε σχέση με τα έξοδα των ενδιάμεσων αιτήσεων ημερ. 11.11.2023 και ημερ. 17.11.2023) Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/ Αιτητή (στην αίτηση ημερ. 11.11.2023) και Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση ημερ. 17.11.2023: κ. Β. Χατζηχάννας Για την Εναγόμενη 1/ Καθ' ης η Αίτηση (στην αίτηση ημερ. 11.11.2023) και Αιτήτρια στην αίτηση ημερ. 17.11.2023: κα Ε. Μιχαήλ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η διαφωνία των μερών αναφορικά με την επιδίκαση των εξόδων που προκύπτουν από την απόσυρση των ενδιάμεσων αιτήσεων ημερ. 11.11.2023 και 17.11.
- Σημειώνω εδώ, για σκοπούς εύκολης κατανόησης της παρούσας απόφασης ότι η μεν αίτηση ημερ. 11.11.2023 αφορούσε αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα για απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 1, λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης (στο εξής «η αίτηση για απόφαση»), ενώ η αίτηση ημερ. 17.11.2023, αφορούσε αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 1, για παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (στο εξής «η αίτηση παραμερισμού»), λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 1(ε), εφόσον παρέλειψε και/ή δεν κατέβαλε σε αυτήν τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ της και εναντίον του στην Αγωγή αρ. 3568/
- Σημειώνω επίσης, ότι αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ των διαδίκων, ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ως νέα αγωγή, και δη στη βάση των ίδιων επίδικων θεμάτων και γεγονότων με αυτά της Αγωγής αρ. 3568/2021, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 3.2.2023, συνεπεία των προνοιών της Δ.30 θ. 1, καθότι ο Ενάγοντας δεν καταχώρησε (στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 3568/2021), εντός της προθεσμίας που προβλέπει η Δ.30, την προνοούμενη Κλήση για Οδηγίες. Κρίνω, περαιτέρω, σκόπιμο, στο παρόν στάδιο, όπως συνοπτικά, καταγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση των εν λόγω δύο επίδικων αιτήσεων, ως επίσης και στην απόσυρση αυτών, όπως τούτα προκύπτουν από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, καθώς επίσης και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει, την αίτηση ημερ. 17.11.2023 και την ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, αντίστοιχα. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.7.2023, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Με αυτήν, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €115.092,64 ως αποζημιώσεις για παράνομη ιδιοποίηση και/ή παραβίαση εμπιστοσύνης και/ή απάτης και/ή συνομωσίας, ποσό το οποίο αργότερα, και δη στις 3.6.2024, περιόρισε στο ποσό των €100.000 και δη εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Η Εναγόμενη 1, στις 23.10.2023, καταχώρησε εμφάνιση υπό όρους (conditional appearance). Ακολούθως, ο Ενάγοντας καταχώρησε, εναντίον της, την αίτηση για απόφαση. Στη συνέχεια, η Εναγόμενη 1, προτού λάβει οποιοδήποτε άλλο διάβημα στην παρούσα αγωγή, καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού. Ακολούθως, και δη στις 3.6.2024, κατόπιν δήλωσης εκ μέρους της συνηγόρου της Εναγόμενης 1 ότι ο Ενάγοντας της είχε καταβάλει τα έξοδα που αφορούσαν την Αγωγή αρ. 3568/2021, ως αυτά είχαν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο και ότι η ίδια είχε καταχωρήσει την Υπεράσπιση της (στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής), ζητήθηκε από τα μέρη όπως τόσο η αίτηση παραμερισμού όσο και η αίτηση για απόφαση, αποσυρθούν. Σημειώνω δε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση από οποιαδήποτε πλευρά αναφορικά με την απόσυρση των επίδικων αιτήσεων, εξού και τούτες, κατά την εν λόγω ημερομηνία, αποσύρθηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων που έγιναν εκ μέρους των διαδίκων. Εντούτοις, οι συνήγοροι των διαδίκων διαφώνησαν ως προς το ποιος δικαιούται τα έξοδα της κάθε επίδικης αίτησης, με την μεν πλευρά της Εναγόμενης 1 να ισχυρίζεται ότι αυτή δικαιούται τόσο τα έξοδα της αίτησης παραμερισμού όσο και αυτά της αίτησης για απόφαση και τον δε Ενάγοντα να ισχυρίζεται ότι είναι αυτός που τα δικαιούται και στις δύο εν λόγω αιτήσεις. Συνεπεία τούτου, δόθηκαν οδηγίες προς τους συνήγορους των διαδίκων όπως αγορεύσουν ενώπιον του Δικαστηρίου για το εν λόγω ζήτημα σε μεταγενέστερη ημερομηνία, πράγμα το οποίο και έπραξαν. Στο σημείο αυτό, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι, ως τούτο προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου, η πλευρά της Εναγόμενης 1, εν τέλει, καταχώρησε την Υπεράσπιση της στις 25.9.2024 και όχι πριν ή κατά τις 3.6.2024, ως είχε δηλώσει η συνήγορος της κατά την εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου στις 3.6.
- Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα Κρίνω σκόπιμο, όπως, στο παρόν στάδιο, καταγράψω, εν συντομία, ότι τα πιο κάτω γεγονότα, ως τούτα προκύπτουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αφενός την αίτηση παραμερισμού και αφετέρου την ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, ως επίσης, και στη βάση των δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, αποτελούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Μετά την απόρριψη της Αγωγής 3568/2021, και δη μεταξύ 13.6.2023 και 5.7.2023[1], έγινε προσπάθεια μεταξύ των μερών για να βρεθεί ένα κοινώς αποδεκτό ποσό εξόδων (σε σχέση με την εν λόγω αγωγή), ούτως ώστε να μην χρειαστεί να καταχωρηθεί σχετικός κατάλογος εξόδων στο Δικαστήριο, από την Εναγόμενη 1, για υπολογισμό και έγκριση. Εντούτοις, τα μέρη δεν κατέληξαν σε ένα τέτοιο κοινώς αποδεκτό ποσό εξόδων, εξού και η πλευρά της Εναγόμενης 1 προχώρησε, στις 5.7.2023, στην καταχώρηση (στο Δικαστήριο) του σχετικού καταλόγου εξόδων για υπολογισμό (βλ. Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση). Ο εν λόγω κατάλογος εξόδων, υπολογίστηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 29.2.2024, και δη 7 μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με τον Ενάγοντα, ακολούθως, να καταβάλλει τα εν λόγω έξοδα, στις 29.5.2024, δηλαδή λίγες μέρες πριν την απόσυρση της αίτησης παραμερισμού. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, τέθηκαν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία των επίδικων αιτήσεων, μέσω των συνηγόρων των διαδίκων. Σημειώνω εδώ ότι τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι των διαδίκων, στις γραπτές τους αγορεύσεις, ως προς τους λόγους που δεν καταβλήθηκαν τα εν λόγω έξοδα μεταξύ των ημερομηνιών 29.2.2024 και 29.5.2024, αλλά και η όλη αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ τους για το εν λόγω ζήτημα (η οποία επίσης επισυνάπτεται στις γραπτές τους αγορεύσεις), ουδόλως θα ληφθούν υπόψη, εφόσον τούτα τίθενται, για πρώτη φορά, μέσω των αγορεύσεων τους και όχι μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει είτε την αίτηση παραμερισμού είτε την ένσταση που καταχωρήθηκε προς αναχαίτιση αυτής. Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η αγόρευση ενός δικηγόρου ή διαδίκου, δεν είναι το ορθό μέσο παρουσίασης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Investylia Public Company Ltd ν. Κώστα Παπαδόπουλου
(2013)1 ΑΑΔ 2505). Η επιχειρηματολογία των διαδίκων στη βάση των αγορεύσεων που παρέδωσαν στο Δικαστήριο Εκ μέρους της Εναγόμενης 1, ουσιαστικά, υποστηρίζεται η θέση ότι αυτή δικαιούται τα έξοδα αμφοτέρων των επίδικων αιτήσεων, εφόσον τούτη αναγκάστηκε να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού καθότι ο Ενάγοντας, κατά παράβαση της Δ.30 θ. 1(ε), δεν της κατέβαλε τα έξοδα της Αγωγής αρ. 3568/2021 προτού καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Με δεδομένο δε ότι η απόσυρση της αίτησης παραμερισμού έγινε αφότου ο Ενάγοντας κατέβαλε στην Εναγόμενη 1 τα έξοδα που υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, αναφορικά με την Αγωγή αρ. 3568/2021, τότε, ως ισχυρίζεται, τούτη είναι ο επιτυχών διάδικος της εν λόγω αίτησης και, ως εκ τούτου, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της, εφόσον δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Στη βάση δε αυτής της θεώρησης της, στην ουσία, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν θα έπρεπε να προχωρήσει στην καταχώρηση της αίτησης για απόφαση, εφόσον η αγωγή του καταχωρήθηκε παράτυπα και πριν της καταβληθούν τα έξοδα απόρριψης της Αγωγής αρ. 3568/2021. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του Ενάγοντα, ο οποίος, ουσιαστικά, ισχυρίζεται ότι αφ' ης στιγμής τα έξοδα της Αγωγής αρ. 3568/2021 δεν είχαν υπολογιστεί και εγκριθεί μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δεν θα μπορούσε ο ίδιος να αναμένει τον υπολογισμό τούτων, εφόσον, ως προκύπτει από, τουλάχιστον, το Τεκμήριο 1 (που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση του στην αίτηση παραμερισμού) θα προέκυπτε ζήτημα παραγραφής της παρούσας αγωγής. Ισχυρίζεται δε ότι τέτοια ερμηνεία της Δ.30 θ. 1 (ε) θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα η εν λόγω Διαταγή να ενεργεί εναντίον του δικαιώματος κάποιου προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο, κάτι που καταστρατηγεί την αρχή της αναλογικότητας ως επίσης και την αρχή της δίκαιης δίκης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι σε ότι αφορά την αίτηση για απόφαση, και πάλι δικαιούται τα έξοδα απόσυρσης αυτής, εφόσον η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε την Υπεράσπιση της εντός της καθορισμένης, από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, προθεσμίας, με αποτέλεσμα αυτός να αναγκαστεί να καταχωρήσει την εν λόγω αίτηση, ενώ απέσυρε τούτη, στη βάση της αναληθούς δήλωσης της συνηγόρου της Εναγόμενης 1 ότι είχε καταχωρήσει την Υπεράσπιση της (βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 3.6.2024). Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα σε πολιτική διαδικασία, πηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, καθώς επίσης και από την Δ.59 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 43 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι: «Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» Ενώ η Δ.59 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει ως εξής: «Subject to the provisions of any law or rules, the costs of an incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge...» Σε µετάφραση: «Τηρουµένων των προνοιών οιουδήποτε Νόµου ή Κανονισµού τα έξοδα ενός συµβάντος σε οιανδήποτε διαδικασία θα είναι στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ή Δικαστή ...». Συνδυασμός των πιο πάνω προνοιών, δεικνύει ξεκάθαρα ότι το ζήτημα των εξόδων επαφίεται, ουσιαστικά, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία βεβαίως, όπως αναδύεται μέσα από τη σχετική νομολογία, θα πρέπει να ασκείται δικαστικά. Σχετικές είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 341/2010, απόφαση ημερ. 15.10.2015, Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας P.E. Lithos Stone IT (Natural Stone and Marbles) Ltd v. Δημήτρη Δημητρίου
(2011)1 ΑΑΔ 1985, Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12 και Χαψή κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1403). Στην υπόθεση Χαψή (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην υπόθεση της Θρασυβούλου (ανωτέρω) και σημειώνεται ότι απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους. H νομολογία έχει καταδείξει ότι οι λόγοι που δυνατόν να αποστερήσουν ένα διάδικο από τα έξοδα που κανονικά θα δικαιούτο, είναι μεταξύ άλλων, περιπτώσεις όπου ο ίδιος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της δίκης (βλ. Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968) ή όταν δεν επιτυγχάνει πλήρως στην αγωγή του (βλ. Παπακόκκινου ν. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634). Εκεί δε που μια διαδικασία περατώνεται δια της απόσυρσης της, ουσιαστικής σημασίας για την επιδίκαση των εξόδων υπέχει και η αιτία απόσυρσης, όπως στην περίπτωση που τούτη αφορά σε γεγονός που μεσολαβεί, το οποίο δεν αφορά στον Ενάγοντα/Αιτητή, το οποίο κατέστησε τη διαδικασία άνευ αντικειμένου. Σε μια τέτοια περίπτωση, παρά την απόσυρση της διαδικασίας, το Δικαστήριο για σκοπούς απόφανσης ως προς τα έξοδα θα πρέπει να εξετάσει την ουσία της διαφοράς και να καταλήξει ως προς το ποιος θα ήταν σε περίπτωση που τούτη εκδικαζόταν ο επιτυχών διάδικος (βλ. Χρυσοστόμου (ανωτέρω)). Παραθέτω, επίσης, κατωτέρω, τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 1, επί της οποίας εδράζεται η αίτηση παραμερισμού, οι οποίες έχουν ως εξής: «1. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται, επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης, είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο, είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής: Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα. Νοείται ότι, η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο. (ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση, θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ. .................................. που απορρίφθηκε την .................................. συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ 1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.» Σύμφωνα, επομένως, με τις πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής, η απόρριψη της Αγωγής αρ. 3568/2021 λόγω του ότι ο Ενάγοντας παρέλειψε να καταχωρήσει εντός της προνοούμενης προθεσμίας την Κλήση για Οδηγίες, δεν αποτελεί κώλυμα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Εντούτοις, η Δ.30 θ. 1(ε) επιβάλλει σε ένα τέτοιο Ενάγοντα όπως, προ της καταχώρησης της νέας αγωγής, καταβάλει τα έξοδα της απορριφθείσας (βάσει της Δ.30) αγωγής, καθορίζοντας την υποχρέωση του αυτή ως προαπαιτούμενο για την καταχώρηση της νέας. Σημειώνω, επίσης, ότι, ως προνοείται στην Δ.30 θ. 1(ε), αλλά και στη βάση της σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου κατά την απόρριψη της Αγωγής 3568/2021, τα έξοδα τα οποία θα έπρεπε να καταβληθούν, θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο και μετά θα ακολουθούσε η πληρωμή τους, έτσι ώστε να μπορεί ο Ενάγοντας να καταχωρήσει νέα αγωγή. Από τα όσα έχω παραθέσει ανωτέρω, ως τούτα προκύπτουν από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, αλλά και τα όσα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών, είναι εμφανές ότι τα έξοδα της Αγωγής 3568/2021, αν και είχαν καταχωρηθεί για υπολογισμό και έγκριση πριν την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν μετά την καταχώρηση αυτής. Κατ' επέκταση, κατά την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε να καταβάλει τούτα, εφόσον εκείνο το οποίο επιβάλλει ως υποχρέωση η Δ.30 θ. 1 (ε) είναι την καταβολή των υπολογισθέντων και εγκριθέντων εξόδων. Η ενέργεια, επομένως, του Ενάγοντα, να προχωρήσει και να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, στη βάση του ότι θα προέκυπτε ζήτημα παραγραφής (το οποίο σημειώνω ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης 1), αλλά και με δεδομένο ότι ήταν πρόθυμος να καταβάλει τα έξοδα της Αγωγής αρ. 3568/2021 (ως τούτο προκύπτει από το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση στην αίτηση παραμερισμού), δεν θεωρώ ότι ήταν, στη βάση των συγκεκριμένων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, λανθασμένη. Με το ζήτημα αυτό ασχολήθηκε, σχετικώς, πρόσφατα, ο Έντιμος κ. Τσαγγαρίδης (Πρόεδρος Οικογενειακού Δικαστηρίου (ως ήταν τότε)) στην Αίτηση 556/2021, Α. G. A. v. Ν. Λ., απόφαση ημερ. 7.4.2021, όπου ανέφερε ότι «η Δ.30.1(ε), δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπον που να απολήγει σε ματαίωση ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση του δικαιώματος του κάθε πολίτη για προσφυγή στο Δικαστήριο [.]. Η τελεολογική ερμηνεία αυτό επιβάλλει», κρίση με την οποία συμφωνώ. Βεβαίως, επαναλαμβάνω ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται στη βάση των δικών της περιστάσεων. Κρίνω δε ότι ορθώς, ακολούθως, ο Ενάγοντας, στις 11.11.2023, καταχώρησε την αίτηση του για απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1, εφόσον η τελευταία, μέχρι εκείνη την ημερομηνία, δεν είχε καταχωρήσει την Υπεράσπιση της, εντός της καθορισμένης, από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, προθεσμίας. Σημειώνω εδώ, σημαντικά, και το εξής και δη ότι μέχρι τις 11.11.2023, που καταχωρήθηκε η αίτηση για απόφαση, η Εναγόμενη 1 δεν είχε ακόμη προβεί στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Στη βάση της Δ.30 θ. 1(ε), κρίνω, όμως, επίσης, ορθή και την ενέργεια της Εναγόμενης 1 να προχωρήσει και να καταχωρήσει, στις 17.11.2023, την αίτηση παραμερισμού, εφόσον η πληρωμή των εξόδων της Αγωγής αρ. 3568/2021 αποτελούσε προαπαιτούμενο για την καταχώρηση νέας αγωγής (και δη της παρούσας αγωγής). Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, αλλά και βάσει των μετέπειτα δικονομικών και άλλων διαβημάτων των συνήγορων των διαδίκων, και, ειδικότερα, αφενός, της ενέργειας του Ενάγοντα να καταβάλει τα έξοδα της Αγωγής αρ. 3568/2021, όταν και εφόσον τούτα εγκρίθηκαν, και, αφετέρου, της ενέργειας της συνηγόρου της Εναγόμενης 1, κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης για απόφαση[2], να ζητήσει χρόνο για την καταχώρηση της Υπεράσπισης της, αλλά και γενικότερα της ενέργειας αμφότερων των διαδίκων να ζητήσουν όπως αποσυρθούν οι επίδικες αιτήσεις και να παραμείνει εν ζωή η παρούσα αγωγή, κρίνω ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, τα εν προκειμένω έξοδα των επίδικων αιτήσεων θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Στην ουσία, και παρά τις όποιες προθέσεις των διαδίκων, ως αυτές εκφράζονται μέσω των όσων προβάλλονται στις επίδικες ενδιάμεσες αιτήσεις, και οι δύο πλευρές ενήργησαν εις τρόπο να διασωθεί η παρούσα αγωγή και οι διαφωνίες των μερών να επιλυθούν μέσω της, με αποτέλεσμα να κρίνω ότι και η εν προκειμένω διαφορά τους ως προς το ζήτημα των εξόδων ορθώς θα ήταν να επιλυθεί στη βάση του αποτελέσματος της. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα αμφότερων των επίδικων αιτήσεων ημερ. 11.11.2023 και 17.11.2023, θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Πετρίδου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε ο κατάλογος εξόδων αναφορικά με την εν λόγω αγωγή, στο Δικαστήριο, για υπολογισμό και έγκριση [2] Βλ. πρακτικό ημερ. 18.12.2023 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο