← Κύπρος

Κωνσταντίνου Ξυρίχη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2910/2015, 19/12/2024

Κωνσταντίνου Ξυρίχη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2910/2015, 19/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2910/2015 Μεταξύ:

  1. Κωνσταντίνου Ξυρίχη
  2. Μαρίας Ξυρίχη Εναγόντων και Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Εναγόμενων Ημερομηνία: 19/12/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Μ. Σιαμμούτη Για Εναγόμενους 1: κα. Κ. Πολυβίου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της υπό εξέταση αγωγής είναι η αγορά των Εναγόντων από τους Εναγόμενους 1 Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου (ΜΑΚ) και η μετατροπή τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ). Με την αγωγή επιζητείται ουσιαστικά η ακύρωση της εν λόγω αγοράς και η επιστροφή του ποσού που οι Ενάγοντες κατέβαλαν. Η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον της Εναγόμενης
  3. Ως βάσεις αγωγής δικογραφούνται η απάτη, δόλος και ψευδείς παραστάσεις, η παραβίαση συγκεκριμένων νόμων και κανονισμών και η αμέλεια σε συνδυασμό με κακοπιστία και παραβίαση νόμιμων καθηκόντων. Στην Υπεράσπιση εγείρεται κώλυμα λόγω υπογραφής σε έγγραφα (estopped by deed), ότι οι Εναγόμενοι έδρασαν νομότυπα και εν πάση περιπτώσει ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2007 (Ν. 144(I)/2007).
  4. Παραδεκτά και επίδικα Μέσω του πλήθους παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων που κατατέθηκαν κατέστη δυνατόν να περιοριστούν στο ελάχιστο τα επίδικα ζητήματα. Συγκεκριμένα έχουν γίνει, μεταξύ άλλων, παραδεκτά τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα. Α. Την 29/7/08 οι Ενάγοντες απέκτησαν μετατρέψιμα χρεόγραφα αξίας €68.800 (Τεκμήριο 31), τα οποία κατά ή περί τις 5/6/09 τα μετέτρεψαν σε μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου (ΜΑΚ) (Τεκμήριο 32) και κατά ή περί την 16/5/11 σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) συνολικής αξίας €70,000 με την επιπλέον καταβολή €1.200 σε μετρητά (Τεκμήριο 33). Β. Ως Έγγραφο Β κατατέθηκε κοινή δήλωση γεγονότων από τα μέρη. Μέσω αυτή της δήλωσης καταγράφεται ότι για τις παραπάνω κινητές αξίες εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ως ο περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος του 2005 (Ν. 114(I)/2005) ορίζει. Αποτελούσαν διαπραγματεύσιμες αξίες στην κεφαλαιαγορά μέχρι το 2013, περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και μπορούσαν να μετατραπούν σε μετοχές. Οι επίδικες αξίες εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1, με δημόσια προσφορά στο ευρύ επενδυτικό κοινό. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εν λόγω κινητών αξιών αναλύονται στο Έγγραφο Β. Τα ως άνω ως παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως επίδικα, παραμένουν και αναδείχθηκαν τα ακόλουθα: Α. Αν οι Ενάγοντες κωλύονται να προωθούν τους ισχυρισμούς της Απαίτησης τους λόγω υπογραφής σε έγγραφο, Β. Αν εξαπατήθηκαν ή με ψευδείς παραστάσεις υπέγραψαν τα έγγραφα Τεκμήρια 31 έως
  5. Γ. Αν οι Εναγόμενοι προσέφεραν επενδυτικές υπηρεσίες στους Ενάγοντες και συνακόλουθα αν παραβίασαν τον σχετικό Νόμο ή, ως η θέση των Εναγομένων, ο Ν. 144(I)/2007 δεν έχει εφαρμογή και Δ. Αν και ποια θεραπεία δικαιούνται οι Ενάγοντες.
  6. Ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας Στο Δικαστήριο κατέθεσαν ο Ενάγων 1 και υπάλληλος των Εναγομένων
  7. Λόγω του περιορισμού των επίδικων ζητημάτων παρέλκει η λεπτομερής καταγραφή των όσων δικογραφήθηκαν. Κάθε πλευρά άλλωστε προώθησε μέσω της μαρτυρίας της τους ισχυρισμούς της και αυτοί θα αναλυθούν και αξιολογηθούν κατωτέρω. Δεν θα παρατεθούν με λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίστηκε ο κάθε μάρτυρας, αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και τα έχω υπόψη μου. Έχω ακόμα αναγνώσει τις γραπτές αγορεύσεις των διαδίκων και αναφορά σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Προχωρώ στην ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά, καθοριστικά για το αποτέλεσμα, γεγονότα[1]. Ως είναι νομολογιακά καθιερωμένο η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα[2]. Ο Ενάγων 1 (ΜΕ 1), κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), ως μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτήν αναφέρει ότι διατηρεί ταβέρνα στο Παλαιχώρι και έχει μόρφωση, ο ίδιος μέχρι τη δεύτερη τάξη και η σύζυγος του μέχρι την πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Είχε σχέση εμπιστοσύνης με τους Εναγόμενους
  8. Το 2008 επικοινώνησε μαζί τους η Μιράντα Αζά (ΜΥ 1), τον επίδικο χρόνο Διευθύντρια του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στο Παλαιχώρι. Τους πρότεινε καταθετικό σχέδιο διάρκειας 5 ετών που θα τους εξασφάλιζε τόκο 7.5% και στα 5 έτη ή τη λήξη του θα το εξαγόραζε η Τράπεζα, λαμβάνοντας πίσω τα χρήματα τους. Οι Εναγόμενοι γνώριζαν πόσα χρήματα είχαν στο λογαριασμό τους και εφόσον δεν τους φάνηκε επικίνδυνο, όπως τους παρουσιάστηκε συναίνεσαν και εκδόθηκαν τα Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 με σταθερό επιτόκιο 7.5%. Υπέγραψαν το έντυπο της αίτησης μετά από θετικές παραστάσεις της κ. Αζά και μετά από πίεση, υποστηρίζει ο ΜΕ 1, αγοράζοντας τις επίδικες κινητές αξίες, αξίας €68.
  9. Με συστάσεις και προτροπές της Τράπεζας τον Ιούνιο του 2009 μετέτρεψαν το σχέδιο για μετατρέψιμα χρεόγραφα της ίδιας αξίας, ενώ τον Μάιο του 2011, πάλι μετά από πίεση, υπόγραψαν έντυπο αίτησης, για εκ νέου μετατροπή του σχεδίου. Είχε καταβάλει μάλιστα ποσό €1.200, ώστε να συμπληρωθούν €70.
  10. Δεν είχαν καταλάβει, αναφέρει, ότι τούτο το ποσό θα δεσμευόταν για 5 έτη. Ο ΜΕ 1 υποστηρίζει ότι ουδέποτε του αναφέρθηκαν τα αρνητικά χαρακτηριστικά των σχεδίων, ούτε τους έδωσαν την παραμικρή εικόνα κινδύνων. Τον Ιούνιο του 2012 πληροφορήθηκαν μέσω του τύπου για την ακύρωση των τόκων. Ένιωσαν εξαπατημένοι, αφού είχαν λάβει διαβεβαιώσεις ότι λειτουργεί ως γραμμάτιο με περισσότερο τόκο. Δεν γνώριζαν και αν το γνώριζαν δεν θα ρίσκαρα τα χρήματα τους για να λάβουν έστω 1% περισσότερο τόκο. Κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι ναι μεν η υπογραφή είναι δική του στα Τεκμήρια 31 έως 33, αλλά η συμπλήρωση των εγγράφων δεν έγινε από τον ίδιο και φαίνεται από τον γραφικό χαρακτήρα. Του τηλεφώνησαν περί τις 10 φορές, είπε, για να προβεί στην επίδικη αγορά, γιατί θα έληγε το πρόγραμμα και θα τους απέφερε μικρό μεν, κέρδος δε. Ανέφερε ότι παλαιότερα είχε αγοράσει και μετοχές, κατόπιν συμβουλής του λογιστή του και έχασαν χρήματα, τα οποία δεν διεκδίκησαν. Αντεξεταζόμενος είπε ότι είχε επαγγελματικές σχέσεις με την Τράπεζα και γνωριζόταν με τους εκάστοτε υπαλλήλους της αφού διοργάνωναν και τα εταιρικά τους πάρτι στην ταβέρνα του. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ 1, υπέπεσε σε αντιφάσεις αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα. Συγκεκριμένα ενώ αρχικά ανέφερε ότι πριν υπογράψει κάτι το διαβάζει αν δεν είναι πολυσέλιδο, στη συνέχεια υποστήριξε ότι δεν διάβασε το Τεκμήριο 31, αποτελούμενο από μόλις 2 σελίδες. Για να δικαιολογήσει αυτή την προφανή αντίφαση στα λεγόμενα του, είπε ότι ήταν μικρά τα γράμματα. Από τις απαντήσεις του άλλωστε προκύπτει ότι του αποστελνόταν ολιγοσέλιδο σημείωμα εξηγώντας τα βασικά χαρακτηριστικά των σχεδίων. Αναλόγως αντιφατική ήταν και η στάση του σε σχέση με το πως πείστηκε να υπογράψει τα εν λόγω Τεκμήρια 31 έως
  11. Αρχικά ανέφερε ότι είχε εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους των Εναγόμενων 1, σε επίπεδο πνευματικού, ιερέα που εξομολογεί πιστούς. Στη συνέχεια, είπε ότι τον πίεζε η αρμόδια υπάλληλος για μια ώρα ώστε να υπογράψει. Με κάθε σεβασμό αλλά οι δύο ως άνω θέσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Πως γίνεται να χρειάστηκε να επιχειρηματολογούσε για ώρα ώστε να πείσει τον ΜΕ 1, κάποιος του οποίου ο τελευταίος έχει τυφλή εμπιστοσύνη. Ο ίδιος άλλωστε παρουσίασε το τι διημείφθη εντελώς διαφορετικά σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, αναφέροντας ότι «Είπε μου «υπόγραψε τζιαμέ», υπόγραψα τζιαμέ». Όταν δηλαδή επιχειρούσε να εξηγήσει το γιατί δεν ανέγνωσε το έγγραφο που θα υπέγραφε, παρουσίαζε τη συνάντηση με την τράπεζα για σκοπούς υπογραφής του Τεκμηρίου 31, ως σύντομη, αφού τους είχε εμπιστοσύνη και τυφλά υπάκουε τα όσα του έλεγαν. Όταν επιδίωκε να υποδείξει εξαπάτηση του, το αφήγημα του άλλαζε, η συνάντηση μετατρεπόταν σε χρονοβόρα διαδικασία, ώστε να πειστεί να πράξει κάτι αντίθετο στα συμφέροντα του. Τελικώς εξέφρασε τη θέση ότι του το παρουσίασαν ωσάν να μην είχε άλλη επιλογή από του να υπογράψει τα Τεκμήρια 31 έως
  12. Παρέμεινε ασαφές βέβαια το αν αναζήτησε την όποια εναλλακτική, αφού όπως ο ίδιος ανέφερε όσο λάμβανε τόκους από τις επίδικες αξίες, ήταν πολύ ευχαριστημένος. Γενικώς οι θέσεις του ΜΕ 1, αλλά και ειδικότερα ως προς τη διεργασία που έλαβε χώρα για να υπογραφούν τα Τεκμήρια 31 έως 33, ήταν αντιφατικές, σε σημείο που να μην μπορούν να αποτελέσουν στέρεο βάθρο στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για να προβεί σε ευρήματα. Η κ. Μιράντα Αζά (ΜΥ 1), ήρθε με τη μαρτυρία της να διαψεύσει τα όσα ανέφερε ο ΜΕ
  13. Κατά την κυρίως της εξέταση ανέφερε ότι το 2008 μέχρι τα μέσα του 2009 εργαζόταν ως Διευθύντρια στο κατάστημα των Εναγόμενων 1 στο Παλαιχώρι. Παραδέχτηκε ότι ο ΜΕ 1 ήταν πελάτης στο εν λόγω κατάστημα και ότι είχαν κάνει τηλεφωνήματα σε καταθέτες πελάτες τους, ώστε να τους ενημερώσουν για τα επίδικα σχέδια, αν και δεν θυμόταν αν κάλεσε ειδικώς τον ΜΕ
  14. Είπε πάντως ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον κάλεσε 10 φορές ως ο ίδιος υποστήριξε. Οι ίδιοι ανέφεραν βασικά χαρακτηριστικά του σχεδίου στους πελάτες του και αν τελικά υποβαλλόταν αίτηση, αυτή εξεταζόταν από το αρμόδιο τμήμα της τράπεζας. Σε καμία περίπτωση δεν συμβούλευαν τους πελάτες, τουναντίον αν ζητούσαν περαιτέρω πληροφορίες τους παρέπεμπαν σε εξειδικευμένο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ 1 απαντούσε με σαφήνεια, ειλικρινώς και πάντα στο πεδίο γνώσης της. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ότι η ημερομηνία υποβολής της επίδικης αίτησης από τους Ενάγοντες ήταν η τελευταία που επιτρεπόταν να κατατεθούν αιτήσεις. Παραδέχθηκε ότι η ίδια συμπλήρωσε την αίτηση και οι Ενάγοντες υπέγραψαν. Παραδέχθηκε, ακόμα, ότι γίνονταν εκστρατείες από την τράπεζα για προώθηση προγραμμάτων αξιογράφων και χρεογράφων. Από την άλλη εξήγησε ποια χαρακτηριστικά των σχεδίων ανέφεραν στους πελάτες, πάντα με την υποσημείωση ότι δουλειά της ίδιας δεν ήταν να τους συμβουλεύσει και αν χρειάζονταν τέτοιες συμβουλές τους παρέπεμπε στο αρμόδιο πρόσωπο. Υπήρχε αρμόδιο τμήμα που χειριζόταν τις εν λόγω αιτήσεις και η ίδια απλώς καλούσε για να αναφέρει στους πελάτες που συνεργάζονταν με το κατάστημα αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά του σχεδίου. Ως βασικά χαρακτηριστικά όρισε το αρχικό επιτόκιο, το οποίο μετά μετατρεπόταν σε κυμαινόμενο επιτόκιο και κάποιες ημερομηνίες τις οποίες μπορούσε να γίνει η εξαγορά ή η μετατροπή. Στο κατάστημα που διηύθυνε η ίδια δεν προέβησαν ποτέ σε πώληση μετοχής. Γενικά η μαρτυρία της ΜΥ 1 υπήρξε σαφής, αναφορικά με το τι ανέφερε στον ΜΕ
  15. Εξήγησε εναργώς τη διαδικασία που λάμβανε χώρα, χωρίς να πληγεί αυτή η θέση της επί της ουσίας. Σε θέματα που δεν ήταν του πεδίου γνώσης και αρμοδιότητας της ειλικρινώς απαντούσε ότι δεν γνώριζε, όπως παραδέχθηκε και συγκεκριμένες θέσεις που της υποβλήθηκαν. Κατά τα άλλα έδωσε την εικόνα μάρτυρα που ήρθε στο Δικαστήριο για να αποκαλύψει όσα γνώριζε και έλαβαν χώρα, έτσι η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Στη βάση των πιο πάνω εξάγεται ως εύρημα αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά, όπως τέθηκαν κατά την επ' ακροατηρίων διαδικασία ότι: Η ΜΥ 1 τον Ιούλιο του 2008 είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για τις επίδικες αξίες, όπως εκδόθηκαν από τους Εναγόμενους 1, με δημόσια προσφορά. Οι Ενάγοντες χωρίς πίεση ή προτροπή από τη ΜΥ 1 ή τους Εναγόμενους 1, υπέγραψαν την αίτηση Τεκμήριο 31, όπως υπόγραψαν και τις αιτήσεις Τεκμήρια 32 και 33, για μετατροπή των εν λόγω κινητών αξιών.
  16. Νομική Βάση Κατά προτεραιότητα, φρονώ, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα του κωλύματος λόγω υπογραφής των αιτήσεων από τους Ενάγοντες, όπως εγείρεται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης (estopped by deed). Προς τούτο στις αιτήσεις Τεκμήρια 31 έως 33, ρητώς οι Ενάγοντες αποδέχονταν ότι έχουν την ικανότητα να προβούν σε αξιολόγηση της επένδυσης τους, αποδέχονταν τους όρους έκδοσης των Ενημερωτικών Δελτίων και δήλωναν ότι καμία επενδυτική συμβουλή δεν έλαβαν από τους Εναγόμενους
  17. Στο Τεκμήριο 33, δε, αναφέρεται ότι αναγνωρίζουν και τους Παράγοντες Κινδύνου. Είναι μέσω τούτων των αιτήσεων που ζήτησαν από τους Εναγόμενους 1 να δεσμεύσουν τους λογαριασμούς τους και να τους χρεώσουν με το ποσό που δηλωνόταν για αγορά των κινητών αξιών. Στο σύγγραμμα των Ηλιάδη και Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης, Λευκωσία 2014, σελ. 937, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το κώλυμα εξ υπογραφής σε έγγραφο: «.όταν ο διάδικος αποδέχεται εγγράφως την ύπαρξη ορισμένων καταστάσεων δεν μπορεί αργότερα να αμφισβητεί την αποδοχή τους διότι ο νόμος δεν του επιτρέπει να παρεκκλίνει αδικαιολογήτως από την παράθεση γεγονότων τα οποία οδήγησαν τον άλλον διάδικο να δεχθεί ή να ασπαστεί γεγονότα που έχουν καταγραφεί και είναι στενά συνδεδεμένα με τις νομικές θέσεις και των δυο.» Ανάλογο ζήτημα εγέρθηκε στην Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 294/2019, 12/4/2024, για να καταγραφούν τα εξής από το Εφετείο: «Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δέχθηκε την εκδοχή του εφεσείοντα, ότι δηλαδή υπέγραψε τις σχετικές αιτήσεις κατόπιν προτροπών και συμβουλών της εφεσίβλητης 1 μέσω των υπαλλήλων της, τότε ήτο εύλογο να καταλήξει ότι ο κανόνας του κωλύματος λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by Deed) έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση». Αντίστοιχα και εν προκειμένω, δεν έχει γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΕ 1 ότι πιέστηκε ή έστω παρακινήθηκε στο να υπογράψει τις επίδικες αιτήσεις. Οι Ενάγοντες υπέγραψαν τα Τεκμήρια 31 έως 33, αποδεχόμενοι ότι δεν λάμβαναν νομική συμβουλή, είχαν γνώση της επένδυσης στην οποία προέβαιναν και των κινδύνων που αυτή ενείχε. Μέσω αυτής της υπογραφής τους οι Εναγόμενοι έδρασαν και τους πώλησαν τις επίδικες κινητές αξίες. Κωλύονται λοιπόν να επικαλούνται εξαπάτησης τους, δόλο, αμέλεια ή παράβαση νόμιμων καθηκόντων των Εναγόμενων 1, αφού οι ίδιοι βεβαιώνουν στα ως άνω Τεκμήρια τη γνώση τους σε σχέση με την επένδυση στην οποία προέβαιναν, αλλά και ότι δεν έλαβαν σχετική συμβουλή από τους Εναγόμενους
  18. Είναι οξύμωρο, δε, ο ΜΕ 1 να εισηγείται ότι πιέστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 31, ότι το έπραξε μετά από διαβεβαιώσεις της ΜΥ 1, ενώ αυτό αποτελεί ένα δισέλιδο έγγραφο που στο σώμα του ρητώς καταγράφει ότι οι Ενάγοντες δεν έλαβαν επενδυτική συμβουλή. Συνεπώς η υπεράσπιση του κωλύματος εξ υπογραφής σε έγγραφο επιτυγχάνει. Αν και η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει την τύχη της αγωγής, αξίζει να αναφερθεί ότι οι συνήγοροι των μερών ανέλυσαν διεξοδικά το ζήτημα του αν έχει εφαρμογή στην παρούσα ο Ν. 144(I)/2007 και αν οι Εναγόμενοι των παραβίασαν. Θα αρκεστώ να αναφέρω ότι η Θεοδότου, παραπάνω επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι από τη στιγμή που η τράπεζα ήταν εκδότης των αξιών στα πλαίσια δημόσιας πρότασης η οποία διέπεται από τον Ν.114(Ι)/2005, δεν ενεργούσε υπό την ιδιότητα του παροχέα υπηρεσιών στα πλαίσια του Ν.144(Ι)/
  19. Θέση των Εναγόντων είναι ότι η απόφαση του ΔΕΕ στην Agnieska Anisimoviene κ.ά. v. Bankas "Snoras" AB, en liquidation κ.ά., C‑688/15 και C‑109/16 . 22.03.18, ως αυξημένης τυπικής ισχύος δεσμεύει το Δικαστήριο. Πράγματι στην ως άνω απόφαση κατά την ανάλυση της στις παραγράφους 60 επόμενες και ιδιαίτερα στην 69, γίνονται αναφορές που υποστηρίζουν τα επιχειρήματα των Εναγόντων. Πλην όμως οι αναφορές αυτές γίνονται obiter, στο πλαίσιο της ανάλυσης των όσων τα μέρη εκεί έθεσαν και αφορούν τα εκεί ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ανάλυση στη Snoras, πιο πάνω, απώτερο σκοπό έχει να απαντηθούν άλλης φύσης ερωτήματα, όπως αν εμπίπτουν σε σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών χρήματα που πληρώθηκαν για κινητές αξίες οι οποίες τελικώς δεν εκδόθηκαν λόγω πτώχευσης. Στον αντίποδα η Θεοδότου, απαντά επί τους ακριβούς σημείου που καθίσταται επίδικο και στην υπό εξέταση αγωγή και συνεπώς δεσμεύει το Δικαστήριο. Περιττεύει λοιπόν η εκτενής ανάλυση των Νόμων, Ν.114(Ι)/2005 και Ν.144(Ι)/2007, των σχετικών Κανονισμών και η συσχέτιση τους.
  20. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητή [1] Barry Wyne v. David Costaki Mavronicola [2009] 1 ΑΑΔ 1138 [2] Χριστίνα Ρασποπουλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, 11/5/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.