SHIPTRANS SHIPPING & TRADING AGENCY LIMITED κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α., Συνενωμένες Αγωγές Αρ. 1479/2015, 1474/2015, 1475/2015, 1476/2015, 1477/2015 και 1478/2015, 20/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές Αρ. 1479/2015, 1474/2015, 1475/2015, 1476/2015, 1477/2015 και 1478/2015 Αγωγή Αρ. 1479/2015 Μεταξύ: SHIPTRANS SHIPPING & TRADING AGENCY LIMITED Εναγόντων ΚΑΙ
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ------------------------------ Αρ. Αγωγής 1474/2015 Μεταξύ: A.C.K. NAVIGATION CO LTD Εναγόντων Και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------- Αρ. Αγωγής 1475/2015 Μεταξύ: SHIPTRANS SHIPPING AGENCY LIMITED Εναγόντων Και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------- Αρ. Αγωγής 1476/2015 Μεταξύ: MEDITERRANEAN SHIPPING COMPANY (CYPRUS) LTD Εναγόντων ΚΑΙ
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------- Αρ. Αγωγής 1477/2015 Μεταξύ: SHIPTRANS LOGISTICS LIMITED Εναγόντων ΚΑΙ
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------- Αρ. Αγωγής 1478/2015 Μεταξύ: A.C.K. LOGISTICS LIMITED Εναγόντων ΚΑΙ
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Κυπριακή Δημοκρατία, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ---------------------------- 20 Φεβρουαρίου 2024 Για Ενάγοντες: κ. Α. Θεοφίλου με κα Α. Παύλου για Andreas Theophilou LLC Για Εναγόμενη 1: κα Κ. Πολυβίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 3: κα Ζ. Ερωτοκρίτου με κ. Α. Παναγή Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, οι Ενάγουσες Εταιρείες στις υπό εκδίκαση συνενωμένες αγωγές (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Ενάγουσες) κατά πάντα ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν πιστωτικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 1). Συνεπεία των μέτρων εξυγίανσης που επιβλήθηκαν στην Εναγόμενη 1 από την Εναγόμενη 2, η οποία είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δυνάμει σειράς διαταγμάτων τα οποία εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητα της ως Αρχή Εξυγίανσης, απομειώθηκαν διάφορα ποσά από τους λογαριασμούς των Εναγουσών, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Τα ποσά αυτά είναι μεταξύ των θεραπειών που διεκδικούνται από τις Ενάγουσες με τις υπό εκδίκαση αγωγές τους. Λεπτομερής αναφορά στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγουσών και τα αγώγιμα δικαιώματα τους θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης. Οι Εναγόμενες στα ξεχωριστά δικόγραφα της Υπεράσπισης τους, πέραν από ισχυρισμούς γεγονότων, εγείρουν σειρά νομικών ισχυρισμών, όπως το ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον τους. Αναφορά σ' αυτούς θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο της απόφασης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά των Εναγουσών παρουσιάστηκε ο διευθυντής τους κ. Κλεοβούλου (Μ.Ε.1) και ο οικονομολόγος κ. Χρίστου (Μ.Ε.2). Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι υπεύθυνος του χειρισμού των λογαριασμών όλων των Εναγουσών ήταν ο πατέρας του, ο οποίος απεβίωσε την 17.12.
- Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από συνομιλίες που είχε με τον πατέρα του, ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Από τα τέλη του 2011 συζητούσε με τον πατέρα του διάφορες πληροφορίες που κυκλοφορούσαν σε μέσα μαζικής ενημέρωσης για προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου. Ο πατέρας του ανησυχούσε για την κατάσταση και σκεφτόταν να στείλει όλες τις καταθέσεις των Εναγουσών στο εξωτερικό, όμως διάφορα δημοσιεύματα και ανακοινώσεις ή συνεντεύξεις υπουργών και άλλων κυβερνητικών αξιωματούχων όπως και αξιωματούχων της Εναγόμενης 2 που ο πατέρας του διάβαζε ή άκουγε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ή τον πληροφορούσαν οι δικηγόροι του, τον έπεισαν να κρατήσει όλες τις καταθέσεις των Εναγουσών στην Κύπρου. Τέτοιες δηλώσεις, συνεντεύξεις και παρουσιάσεις υπουργών και άλλων αξιωματούχων που ο πατέρας του πίστευε ως ειλικρινείς και αληθείς και συζητούσε μαζί του συνεχώς από τα του 2011 ήταν: α) η συνέντευξη του τότε Υπουργού Οικονομικών κ. Καζαμία ημερομηνίας 08/01/2012 στην εφημερίδα «ΧΑΡΑΥΓΗ», που διαβεβαίωνε ότι λαμβάνονταν όλα τα μέτρα για διόρθωση της κατάστασης και αντιστροφή των δημόσιων οικονομικών (Τεκμήριο 9), β) η επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερ. 11.2.2013, (Τεκμήριο 8), γ) συνεχείς δηλώσεις αξιωματούχων της Εναγομένης 3 του τύπου «η οικονομία δεν διατρέχει κίνδυνο» ότι «οι Τράπεζες είναι υγιείς» και ότι «οι καταθέτες ... δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε και τους καλούμε να κωφεύσουν σε όλες τις κακόβουλες διαδώσεις», ή ότι «έχουμε συμφωνήσει με την Τρόικα και η πρώτη δόση του δανείου θα έλθει το Δεκέμβριο» ή ότι «η Τρόικα χρειάζεται χρόνο για να μελετήσει τα στοιχεία», που είχε παρακολουθήσει ο πατέρας του και συζητούσαν κάθε φορά. Ιδιαίτερα όμως όταν άκουσαν από την τηλεόραση, τον πρώην Πρόεδρο Αναστασιάδη την 28/02/2013 να δηλώνει ενώπιον της Βουλής, κατά την τελετή εγκατάστασης του ότι «δεν θα δεχόταν κούρεμα καταθέσεων» η πίστη τους πως δεν υπήρχε κίνδυνος κουρέματος των καταθέσεων έγινε απόλυτη και ο πατέρας του αποφάσισε τελεσίδικα και άφησε τις καταθέσεις των Εναγουσών στην Κύπρο και στην Εναγόμενη 1, παρά τις ανησυχίες του. Υπήρξε επίσης απόκρυψη από τις Εναγόμενες 2 και 3 σημαντικών πληροφοριών που έμαθαν μετά το κούρεμα, όπως: α) η οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 3 και η αδυναμία της να καλύψει τα προβλήματα των τραπεζών ή ακόμα και τις εγγυημένες καταθέσεις σε περίπτωση ανάγκης και η απροθυμία της λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα που της εισηγήθηκαν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, (ακόμα και ο πρώην Πρόεδρος Βασιλείου) και να ζητήσει βοήθεια από τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. β) Ότι οι εγγυημένες καταθέσεις περιορίζονταν σε €100.000 ανά φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αφήνοντας τις Τράπεζες να διαφημίζουν ότι όλες οι καταθέσεις δεν διέτρεχαν κίνδυνο. γ) Ότι η Εναγόμενη 3 εν γνώσει και με τη βοήθεια της Εναγομένης 2 προετοίμαζαν σε συνεργασία με την Τρόϊκα σχέδια Νόμων για το ενδεχόμενο εξυγίανσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με ίδια μέσα, από τον Δεκέμβρη 2012 τουλάχιστο, αν όχι νωρίτερα, που στέρησε από τις Ενάγουσες ουσιώδη πληροφόρηση με βάση την οποία θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν και να αξιολογήσουν τον κίνδυνο. δ) Η διαταγή του Διοικητή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 16/03/2013, την οποία αντί να δημοσιοποιήσει, ζήτησε από τους Τραπεζίτες «αυστηρή τήρηση του απορρήτου της» ώστε να εξασφαλιστεί πλήρως η απόκρυψη και να είναι αδύνατη η πληροφόρηση των καταθετών και των Εναγουσών (Τεκμήριο 7). Αυτή η απόκρυψη, σε συνδυασμό με όλες τις πιο πάνω δηλώσεις των Υπουργών Οικονομικών της περιόδου Μαρτίου 2011 - Φεβρουάριου 2013 που διαβεβαίωναν τόσο για το υγιές του τραπεζικού συστήματος όσο - και πολύ περισσότερο - για την ασφάλεια των καταθετών και τελικά οι δηλώσεις του νεοεκλεγέντος Προέδρου κ. Αναστασιάδη, έκαναν τον πατέρα του να πιστεύει ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, γι' αυτό άφησε τα χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς με αποτέλεσμα την απώλεια των καταθέσεων των Εναγουσών. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι τα γεγονότα για τα οποία έχει προσωπική γνώση, πέραν αυτών τα οποία περιήλθαν εις γνώση του από συνομιλίες που είχε με τον πατέρα του, είναι η συνέντευξη του τότε Υπουργού Οικονομικών κου Καζαμία στην εφημερίδα «Χαραυγή» - Τεκμήριο 9, η επιστολή του επικεφαλής του Γραφείου του Διοικητή της Εναγομένης 2 ημερομηνίας 11.2.2013 - Τεκμήριο 8, καθώς και δηλώσεις διαφόρων αξιωματούχων των Εναγομένων 2 και
- Καθ' όσον αφορά το τεκμήριο 8, διευκρίνισε ότι είχε δοθεί στον πατέρα του από τον διευθυντή του καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας όπου ο πατέρας του διατηρούσε τις καταθέσεις του, πριν από το «κούρεμα» των καταθέσεων. Κατά την ίδια περίοδο ο πατέρας του το έδωσε στους δικηγόρους τους. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η συγκεκριμένη επιστολή ήταν «σήμα κατατεθέν» για τους ιδίους επειδή με αυτή βεβαιώθηκαν ότι οι καταθέσεις τους δεν κινδύνευαν και ότι ήταν ασφαλείς. Διαφώνησε με υποβολή ότι ο πατέρας του είχε λάβει την υπό αναφορά επιστολή μετά το «κούρεμα» των καταθέσεων τους. Καθ' όσον αφορά την επιστολή του Διοικητή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 16.3.2013 - Τεκμήριο 7, η θέση του ήταν ότι επρόκειτο για την επιστολή με την οποία απαγορεύθηκε η μετακίνηση των καταθέσεων τους από τις τράπεζες. Διαφώνησε με υποβολή ότι δεν είναι με τη συγκεκριμένη επιστολή που απαγορεύτηκε η μετακίνηση των καταθέσεων τους, αλλά με διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η Εναγόμενη 2 απέκρυψε την επιστολή αυτή από τους καταθέτες για να μην μπορέσουν να αποσύρουν τα χρήματα τους από τις τράπεζες, όπως επίσης απέκρυψε και το γεγονός ότι οι ασφαλισμένες καταθέσεις ήταν μόνο μέχρι το ποσό των €100.000, κάτι το οποίο πληροφορήθηκαν μετά το «κούρεμα» των καταθέσεων. Κατά τη θέση του, η επιστολή αυτή - τεκμήριο 9 - δείχνει ξεκάθαρα ότι συγκεκριμένες τράπεζες ήταν υπό κατάρρευση, κάτι το οποίο απέκρυψε η Εναγόμενη
- Σε υποβολή ότι ήταν «τοις πάσι» γνωστό ότι η Κυπριακή οικονομία και το τραπεζικό σύστημα είχε πρόβλημα, απάντησε ότι ουδεμία εκ των Εναγομένων ενημέρωσε τους πολίτες για κάτι τέτοιο, παρά το ότι είχαν υποχρέωση, αντίθετα αυτό που έλεγαν ήταν ότι η κυπριακή οικονομία ήταν καλή, όπως επίσης και το τραπεζικό σύστημα. Ο Μ.Ε.2 παρουσιάστηκε ως ειδικός εμπειρογνώμονας. Οι απόψεις και οι θέσεις του εμπεριέχονται στην από σαράντα σελίδες Γραπτή Δήλωση του - Έγγραφο Β. Λεπτομερής αναφορά αλλά και σχολιασμός των θέσεων του θα γίνει στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Για την Εναγόμενη 1 παρουσιάστηκε η κα Λειβαδιώτου, εκτελεστική Διευθύντρια Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης (Μ.Υ.1), για την Εναγόμενη 2 ο προϊστάμενος του τμήματος εξυγίανσης κ. Στυλιανού (Μ.Υ.2) και για την Εναγόμενη 3 ο Λειτουργός στο Υπουργείο Οικονομικών κ. Διονυσίου (Μ.Υ.3). Η Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι το 2005 διορίστηκε προϊστάμενη οικονομικής διεύθυνσης και φορολογικού σχεδιασμού της Εναγόμενης 1 και το 2012 ανέλαβε επιπρόσθετα και το Τμήμα Στρατηγικής και Corporate Finance. Τον Δεκέμβριο του 2013 διορίστηκε οικονομική διευθύντρια συγκροτήματος και τον Απρίλιο του 2016 Διευθύντρια Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης. Οι επενδύσεις σε ομόλογα είναι σύνηθης πρακτική των τραπεζών διεθνώς, στα πλαίσια διαχείρισης της ρευστότητας τους. Κατά την περίοδο 2010 - 2011 τα ρευστά της τράπεζας ήταν της τάξης των €13 δις και ποσό περίπου €5 δις ήταν επενδυμένο σε ομόλογα κυβερνήσεων Κύπρου, Ελλάδας και άλλων χωρών. Τα κυβερνητικά ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης θεωρούνταν την εποχή εκείνη ως μηδενικού κινδύνου από τις εποπτικές αρχές και δεν απαιτείτο η διατήρηση κεφαλαίων γι' αυτά. Στην ουσία, για σκοπούς υπολογισμού των κεφαλαιακών αναγκών, τα ομόλογα των κρατών της ευρωζώνης τύγχαναν του ίδιου χειρισμού όπως τα μετρητά, δηλαδή δεν υπήρχε απαίτηση να διατηρείται κεφαλαιακό απόθεμα για να καλύψει τυχόν ζημιές. Αναφορικά με την απομείωση των ομολόγων ελληνικού δημοσίου, τον Ιούλιο του 2011 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συμφωνία της Ελλάδας με το Eurogroup για εθελοντική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (κούρεμα) με απομείωση ομολόγων της τάξης του 21% (PSI 1), μετά από διαβουλεύσεις με την Τρόϊκα, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Ελλάδα. Αυτή η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε και οι διαβουλεύσεις της Ελλάδας με την Τρόικα συνεχίστηκαν. Στις αρχές του 2012 έγινε πρόσκληση στους κατόχους ομολόγων ελληνικού δημοσίου να λάβουν μέρος στην ανταλλαγή των παλιών ομολόγων και την αντικατάσταση τους με άλλες αξίες, με απομείωση της τάξης του 80% σχεδόν (PSI 2). Τόσο οι θεσμοί όσο και η ελληνική κυβέρνηση τόνιζαν ότι εάν δεν γινόταν το κούρεμα των ομολόγων, η Ελλάδα θα χρεωκοπούσε. Εφόσον, το 1/3 περίπου του ισολογισμού της Εναγόμενης 1 ήταν στην Ελλάδα, οι επιπτώσεις στην τελευταία θα ήταν πολλαπλές αφού μια χρεοκοπία θα επηρέαζε δυσμενέστατα το δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας ύψους €10 δις. Στην περίπτωση που τα εν λόγω ομόλογα πωλούνταν στην δευτερογενή αγορά κατά την περίοδο πριν από τις συμφωνίες με το Eurogroup, θα δημιουργείτο μεγαλύτερη ζημιά από αυτή που είχε δημιουργηθεί με τη συμμετοχή στην απομείωση τους. Τον Ιούλιο του 2011 οι τιμές των ομολόγων ήταν ήδη σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με το PSI
- Η απομείωση τους στο PSI 1 ήταν της τάξης του 21% ενώ οι τιμές τους στην δευτερογενή αγορά μεταφράζονταν σε ζημιά πέραν του 40%. Οι τιμές των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2011 συνέχισαν την καθοδική τους πορεία και ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τα εκάστοτε PSI. Οποιαδήποτε πώληση τους στη δευτερογενή αγορά θα αντιστοιχούσε σε σημαντικά μεγαλύτερη ζημιά από τη ζημιά του PSI. H απομείωση των ομολόγων προκάλεσε στην Εναγόμενη 1 κεφαλαιακό έλλειμμα ύψους €500 εκατομμύρια, όπως είχε καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Το έλλειμμα αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί μέσω κρατικής ενίσχυσης την οποία είχε αιτηθεί η Εναγόμενη 1 την περίοδο εκείνη, όπως έγινε με τράπεζες άλλων κρατών μελών της Ευρωζώνης. Η απομείωση καταθέσεων τον Μάρτιο του 2013 ήταν ύψους περίπου €4 δις και είχε υπολογιστεί από την Pimco και την Τρόικα στα πλαίσια άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test). Αυτή η άσκηση βασίστηκε σε ακραίες αρνητικές παραμέτρους, όπως τη μείωση του AEΠ κατά 7.3% και τη μείωση των τιμών των κατοικιών κατά 23,8%. Αυτά τα ακραία οικονομικά σενάρια κατέληξαν σε υπολογιζόμενες ζημιές από προβλέψεις μη εξυπηρετούμενων δανείων με αποτέλεσμα αυξημένο κεφαλαιακό έλλειμμα. Η απομείωση των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου ήταν μια από τις αιτίες ζημιών της Εναγόμενης 1 μέχρι τον Μάρτη του
- Την περίοδο εκείνη οι οικονομικές συνθήκες τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Ελλάδα ήταν δύσκολες. Επιπρόσθετα η έκθεση της Pimco βασίστηκε σε ακόμη πιο ακραίες παραδοχές αναφορικά με την πορεία της οικονομίας και τις τιμές των ακινήτων. Το κεφαλαιακό έλλειμμα στο οποίο κατέληξε η Pimco προήλθε από τις ζημιές στο δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας, λόγω των ακραίων παραδοχών για την οικονομία που χρησιμοποιήθηκαν. Αναφορικά με τα διατάγματα που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 1 ως αρχή εξυγίανσης, ειδικότερα δε το διάταγμα ΚΔΠ 103/2013, το οποίο επέβαλε την απομείωση των λογαριασμών των καταθετών, η Εναγόμενη 1 ουδεμία σχέση είχε με την έκδοση τους. Ήταν όμως υποχρεωμένη να τα εφαρμόσει στην ολότητα τους, εφόσον αποτελούσαν εκδοθείσα νομοθεσία. Εάν η Εναγόμενη 1 δεν τίθετο σε εξυγίανση, θα έπρεπε να εκκαθαριστεί, με πολύ οδυνηρές και χρονοβόρες συνέπειες, οι οποίες ενδεχομένως να κατέληγαν και σε άτακτη χρεοκοπία του κράτους. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι το Μάρτιο του 2013 μεταφέρθηκε στην Μονάδα Εξυγίανσης, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Τμήμα Εξυγίανσης, του οποίου είναι προϊστάμενος. Στα μέσα του 2011 η Κυπριακή Δημοκρατία, μετά τις συνεχιζόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές. Ως εκ τούτου, από τα μέσα του 2011 οι χρηματοδοτικές της ανάγκες καλύπτονταν από περιορισμένο αριθμό εγχώριων επενδυτών. Η εξασφάλιση από την Κυπριακή Δημοκρατία διακρατικού δανείου ύψους €2,5 δις από την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το οποίο συνομολογήθηκε στο τέλος του 2011, έδωσε, προσωρινά, διέξοδο στο πρόβλημα αποκλεισμού από τις διεθνείς αγορές. Στις 26/10/2011 επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των Αρχηγών Κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για λήψη έκτακτων πρόσθετων μέτρων προς αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την παγκόσμια οικονομική κρίση, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και στην ευρωζώνη, καθώς και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον Ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα που είχε κλονιστεί (Τεκμήριο 18). Τα μέτρα που προνοούνταν στο Παράρτημα 2 (Annex 2) της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών για τον τραπεζικό τομέα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, τη βελτίωση της ποιότητας και ποσότητας της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αντέξουν δονήσεις από απρόσμενα γεγονότα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο συμφωνήθηκε να απαιτηθεί από τις τράπεζες η επίτευξη δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%, μετά την αφαίρεση των λογιστικών ζημιών που προέκυπταν από την αποτίμηση σε αγοραία αξία των επενδύσεων τους σε κυβερνητικά ομόλογα χωρών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου κατά τις 30/09/2011, περιλαμβανομένων των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως «τα ΟΕΔ»). Επίσης, συμφωνήθηκε όπως, για τις τράπεζες των οποίων ο δείκτης κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων υστερούσε του πιο πάνω στόχου του 9%, ο εν λόγω δείκτης επιτευχθεί μέχρι τις 30/06/2012 στη βάση σχεδίων ανακεφαλαιοποίησης (capital plans) των τραπεζών που θα ετοιμάζονταν από τις ίδιες τις τράπεζες και τα οποία θα συμφωνούνταν με τις εθνικές εποπτικές αρχές υπό την αιγίδα και το συντονισμό της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως «η ΕΑΤ»). Περαιτέρω, η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών προνοούσε ότι η αύξηση κεφαλαίων για επίτευξη του ελάχιστου δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων 9% θα χρηματοδοτείτο μέσω ιδιωτικών πόρων, περιλαμβανομένης, εάν κρινόταν αναγκαίο, της αναδιάρθρωσης και μετατροπής υφιστάμενου δανειακού κεφαλαίου (χρεογράφων και αξιογράφων) των τραπεζών σε μετοχές. Επιπλέον, η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών προνοούσε ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν οικονομική στήριξη στις τράπεζες σε περίπτωση που αυτές δεν πετύχαιναν ανακεφαλαιοποίηση μέσω ιδιωτικών πόρων. Σε περίπτωση δε που ένα κράτος δεν διέθετε τους αναγκαίους πόρους, η κρατική στήριξη για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα χρηματοδοτείτο, για τις χώρες της Ευρωζώνης, μέσω δανείου προς τις εθνικές κυβερνήσεις που θα χορηγείτο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας («European Financial Stability Fund») το οποίο συστάθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιούνιο του 2010, με σκοπό την παροχή οικονομικής στήριξης σε κράτη μέλη της ΕΕ που αντιμετώπιζαν κρίση χρέους και σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα. Η κεφαλαιακή θέση της Εναγόμενης 1 επιδεινώθηκε αμέσως μετά τον Οκτώβριο του 2011, όταν επιτεύχθηκε η Συμφωνία Αρχηγών Κρατών για απομείωση των ΟΕΔ, καθώς και λόγω της χειροτέρευσης της ποιότητας του δανειακού της χαρτοφυλακίου, ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης σε Κύπρο και Ελλάδα. Η απομείωση των ΟΕΔ και η σταδιακή αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία οδήγησαν σε αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς χορηγήσεις, επηρέασε αρνητικά την κερδοφορία της Εναγόμενης 1 και, συνεπώς, την κεφαλαιακή της θέση. Στις 8/12/2011 η ΕΑΤ, ενεργώντας βάσει της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών, εξέδωσε Σύσταση (Recommendation), ζητώντας από τις εθνικές αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση με τη δημιουργία αποθέματος κεφαλαίων, ούτως ώστε ο δείκτης των κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων τους να φτάσει το 9% μέχρι τις 30/06/2012 και, επιπρόσθετα να δημιουργήσουν προσωρινό απόθεμα κεφαλαίου, το οποίο να καλύπτει ζημιές από την αποτίμηση σε αγοραία αξία κυβερνητικών ομολόγων που βρίσκονταν στην κατοχή τους, περιλαμβανομένων των ΟΕΔ. Με βάση τους υπολογισμούς που έγιναν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Σύστασης της ΕΑΤ, η Εναγόμενη 1 παρουσίαζε έλλειμμα κεφαλαίου €1.56 δις., για το οποίο θα έπρεπε να λάβει μέτρα για να το καλύψει μέχρι τέλος Ιουνίου του
- Με επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 27/12/2011 η Εναγόμενη 1 κλήθηκε να υποβάλει, αφού πρώτα τύγχανε έγκρισης από το Διοικητικό της Συμβούλιο, αναλυτικό και λεπτομερές σχέδιο για ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης και εκμηδένιση του ελλείμματος κεφαλαίου. Στις 20/01/2012 η Εναγόμενη 1 με επιστολή της προς την Εναγόμενη 2 υπέβαλε σχέδιο ενίσχυσης της κεφαλαιακής της θέσης, το οποίο περιλάμβανε διάφορα μέτρα και ενέργειες, ούτως ώστε μέχρι τον Ιούνιο του 2012 να καλύψει το υπό αναφορά έλλειμμα κεφαλαίου. Ακολούθησε απάντηση της Εναγόμενης 2 με επιστολή της προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 9/03/2012, με την οποία την πληροφορούσε ότι, παρόλο που είχε κάποιες επιφυλάξεις για το βαθμό επιτυχούς κατάληξης των μέτρων και ενεργειών για κεφαλαιακή ενίσχυση, το σχέδιο γίνεται αποδεκτό. Στις 20/06/2012 η Εναγόμενη 1 με επιστολή της, η οποία κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Οικονομικών, ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 ότι, παρά τις προσπάθειες της, δεν κατάφερε να καλύψει πλήρως το κεφαλαιακό της έλλειμμα και να συμμορφωθεί με την πιο πάνω Σύσταση της ΕΑΤ ημερομηνίας 8/12/
- Ως εκ τούτου, αιτήθηκε παράταση 6 μηνών για να συμμορφωθεί με τη Σύσταση της ΕΑΤ. Ο Διοικητής της Εναγόμενης 2 με επιστολή του προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 26/06/2012, την ενημέρωσε ότι δεν τίθετο θέμα παράτασης από την ΕΑΤ και επομένως θα έπρεπε να αποταθεί άμεσα στη Κυβέρνηση με αίτημα για κρατική ενίσχυση. Στις 29/06/2012 η Εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην Εναγόμενη 3 ζητώντας κρατική στήριξη ύψους €500 εκατομμυρίων, με σκοπό την κάλυψη του κεφαλαιακού ελλείμματος που παρουσίαζε σε σχέση με την Σύσταση της ΕΑΤ για επίτευξη δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%. Λόγω της αδυναμίας της Εναγόμενης 3 να αντλήσει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές για την κεφαλαιακή στήριξη της Εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, και ενεργώντας στη βάση των προνοιών της Συμφωνίας των Αρχηγών Κρατών για χρηματοδότηση της οικονομικής στήριξης από τις εθνικές κυβερνήσεις προς τις τράπεζες που δεν πετύχαιναν ανακεφαλαιοποίηση μέσω δανείου που θα χορηγείτο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας («European Financial Stability Fund»), στις 25/06/2012 η Εναγόμενη 3 αποτάθηκε στον υπό αναφορά μηχανισμό καθώς και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για σύναψη δανείου και οικονομική στήριξη με σκοπό, μεταξύ άλλων, την χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Στις 2/07/2012, εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου («η Τρόϊκα») έφτασαν στην Κύπρο για έναρξη συνομιλιών με τις Κυπριακές αρχές για την συνομολόγηση προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα που περιλάμβανε την παροχή οικονομικής στήριξης στη Δημοκρατία και τη λήψη μέτρων για την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα. Κατά τις συζητήσεις με την Τρόϊκα που έγιναν με τις Κυπριακές αρχές τον Ιούλιο του 2012 συμφωνήθηκε ο διορισμός ανεξάρτητου εξωτερικού συμβούλου για εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών του τραπεζικού τομέα. Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών μέσω ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου τέθηκε ως προϋπόθεση από τους διεθνείς δανειστές για τη χορήγηση δανείου και τη σύναψη συμφωνίας προγράμματος οικονομικής στήριξης. Η Συντονιστική Επιτροπή, στην οποία ο ίδιος συμμετείχε μαζί με άλλους υπαλλήλους της Εναγομένης 2, επέλεξε κατόπιν προσφορών, την εταιρεία Pacific Investment Management Company LLC, γνωστή ως Pimco, για τη διενέργεια του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου για υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Στις 20/07/2012 η Εναγόμενη 2, ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 1 δεν τηρούσε τις ελάχιστες εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις, ούτε συμμορφωνόταν με τους ελάχιστους εποπτικούς δείκτες ρευστότητας, απαγόρευσε την εκποίηση στοιχείων ενεργητικού της και τη μεταφορά κεφαλαίου ή/και ρευστότητας σε οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της (Κεντρικής Τράπεζας). Κατά την 7/11/2012 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποφάσισε, με ισχύ από τις 14/11/2012, την αναστολή πρόσβασης της Εναγόμενης 1 και των υποκαταστημάτων της σε πράξεις άντλησης ρευστότητας από την ΕΚΤ, η οποία αποτελούσε μία από τις πηγές χρηματοδότησης των εργασιών της τράπεζας, λόγω μη τήρησης των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εξέλιξης, στις 14/11/2012 η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε από την Εναγόμενη 2 και της παραχωρήθηκε έκτακτη ρευστότητα (Emergency Liquidity Assistance - ELA) €2 δις, η οποία χρησιμοποιήθηκε μαζί με άλλα ρευστά διαθέσιμα της για την αποπληρωμή χρηματοδότησης €3,85 δις την οποία είχε λάβει μέχρι τότε από την ΕΚΤ. Ο ELA χορηγείται από την Εναγόμενη 2, ως ύστατος μηχανισμός παροχής ρευστότητας, σε περίπτωση που κάτω από έκτακτες συνθήκες κάποιο πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει και δεν μπορεί να εξασφαλίσει από άλλες χρηματοδοτικές πηγές επαρκή ρευστότητα για να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Έναντι της παροχής ELA, οι τράπεζες παρέχουν στην Εναγόμενη 2 επαρκείς εξασφαλίσεις από τα περιουσιακά τους στοιχεία. Μέχρι την 30/11/2012 η Εναγόμενη 1 αποπλήρωσε το ποσό των €2 δις με τη χρήση διαθέσιμων από διατραπεζικές καταθέσεις και ρευστοποίηση ομολόγων. Με βάση τα προκαταρτικά αποτελέσματα για το έτος 2012 και τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακών απαιτήσεων όπως απαιτούνταν από την Οδηγία προς τις τράπεζες για Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και των Μεγάλων Χρηματοδοτικών Ανοιγμάτων του 2006 (Κ.Δ.Π. 463/2006), η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 παρουσίαζε έλλειμμα Κύριων Βασικών Πρωτοβάθμιων Κεφαλαίων €1,463 δις και έλλειμμα Συνολικών Κεφαλαίων €1,628 δις. Στις 23 Νοεμβρίου του 2012 συμφωνήθηκε προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Τρόϊκα. Στο προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης περιλαμβανόταν πρόνοια για παροχή χρηματοδότησης μέχρι €10δις για κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Η ρευστότητα της Εναγόμενης 1 επιδεινώθηκε σημαντικά κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2013 λόγω των αυξημένων εκροών καταθέσεων. Ως αποτέλεσμα των αυξημένων εκροών καταθέσεων η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε στις 19/02/2013 την παροχή έκτακτης ρευστότητας ELA από την Εναγόμενη 2 ύψους €1δις. Επιπλέον, στις 19/03/2013 αιτήθηκε και της παραχωρήθηκε από την Εναγόμενη 2 επιπλέον έκτακτη ρευστότητα ELA ύψους €900 εκ.. Την 1/02/2013 υποβλήθηκε στη Συντονιστική Επιτροπή η Έκθεση που εκπονήθηκε από τον οίκο Pimco. Από τα αποτελέσματα του ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου που διενέργησε η Pimco προέκυπτε ότι η Εναγόμενη 1 υπολειπόταν σημαντικά του ελάχιστου δείκτη βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων με βάση τα σενάρια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενήργησε η PIMCO. Στις 16/03/2013 επιτεύχθηκε στο Εurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εφαρμογή ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου, μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, αντλώντας εσωτερικά πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της χρηματοδότησης από την Τρόϊκα. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς σταθεροποίησης (upfront one-off stability levy) που θα επιβαλλόταν στις καταθέσεις σε όλο το τραπεζικό σύστημα για χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Ωστόσο, το σχετικό νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 16/03/2013 από την Κυβέρνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων απορρίφθηκε στις 19/03/
- Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, στις 21/03/2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε ότι θα επέτρεπε τη συνέχιση παροχής έκτακτης ρευστότητας (ELA) από την Εναγόμενη 2 προς τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας, στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25/03/
- Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια Ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή ELA θα εξεταζόταν μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τίθετο σε εφαρμογή πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της ΕΕ/ΔΝΤ, το οποίο θα εξασφάλιζε τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. Αυτό ουσιαστικά σήμαινε ότι σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας με την Τρόϊκα για την εφαρμογή προγράμματος οικονομικής στήριξης μέχρι τις 25/03/2013, η παροχή του ELA δεν θα ανανεωνόταν και το ποσό που είχαν αντλήσει η Λαϊκή Τράπεζα και η Εναγόμενη 1 θα καθίστατο άμεσα απαιτητό. Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω ELA και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων που είχε η κάθε τράπεζα στις 22 Μαρτίου 2013, προέκυπτε ότι και οι δύο τράπεζες δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε το ELA και θα έπρεπε να κηρύξουν στάση πληρωμών. Αυτό θα οδηγούσε άμεσα τις δύο τράπεζες σε χρεοκοπία και το κράτος σε ολική κατάρρευση με απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες στο σύνολο του πληθυσμού. Μετά την πιο πάνω απόφαση της ΕΚΤ, κατέστη ορατός ο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης των δύο τραπεζών, ένα ενδεχόμενο το οποίο, στη βάση των μεριδίων αγοράς και του μεγέθους των δύο τραπεζών, θα οδηγούσε σε πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και εν τέλει στην κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα. Αυτά με τη σειρά τους θα είχαν αλυσιδωτές και καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία της χώρας, και την κοινωνία γενικότερα. Σε περίπτωση κατάρρευσης και επακόλουθης εκκαθάρισης της Εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας τη δεδομένη στιγμή, θα προέκυπταν άμεσα, μεταξύ άλλων, δυσμενείς επιπτώσεις σε όλους τους καταθέτες των τραπεζών, τόσο ανασφάλιστους όσο και ασφαλισμένους, αφού το κράτος όχι μόνο δεν διέθετε, αλλά ούτε μπορούσε, υπό τις περιστάσεις, να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα ποσά για αποζημίωση των ασφαλισμένων καταθετών, δυνάμει του σχετικού Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων (καταθέσεις μέχρι €100.000 ανά πελάτη). Υπό το φως των πιο πάνω δραματικών εξελίξεων, την επόμενη ημέρα, 22/03/2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νομοθεσιών στα πλαίσια διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, μεταξύ των οποίων, τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/
- Προς αποφυγή χρεοκοπίας των δύο πιο πάνω τραπεζών και, κατ' επέκταση, της Κυπριακής Δημοκρατίας και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα, στις 25/03/2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία με την κυπριακή κυβέρνηση για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Σύμφωνα με τη σχετική Ανακοίνωση του Eurogroup που εκδόθηκε στις 25/03/2013, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα τεθεί άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών στη βάση απόφασης της Εναγόμενης 2, με την χρήση του νέου νομοθετικού πλαισίου για την εξυγίανση τραπεζών. Περαιτέρω, η πολιτική συμφωνία στο Eurogroup προνοούσε το διαχωρισμό της Λαϊκής Τράπεζας σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, την απορρόφηση της «καλής» τράπεζας από την Εναγόμενη 1 και τη σταδιακή διάλυση της «κακής» τράπεζας (run down over time). Με την «καλή» τράπεζα θα μεταφέρονταν στην Εναγόμενη 1 €9 δις έκτακτης ρευστότητας (ELA) και οι ασφαλισμένες καταθέσεις μέχρι του ποσού των €100.
- Επίσης, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Προκαταρκτικού Μνημονίου Συναντίληψης που συμφωνήθηκε στις 23/11/2012 και της Συμφωνίας Αρχηγών Κρατών που έγινε στις 26/10/2011, η απόφαση του Eurogroup προνοούσε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιούνταν για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 και ότι η ανακεφαλαιοποίηση της Εναγόμενης 1 θα γινόταν με την μετατροπή καταθέσεων σε μετοχές και την πλήρη απομείωση των μετόχων και των κατόχων αξιογράφων/ομολόγων. Περαιτέρω, το Eurogroup απαιτούσε την άμεση εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδος για τα υποκαταστήματα των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα με σκοπό την προστασία της σταθερότητας των χρηματοπιστωτικών συστημάτων τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδος. Σύμφωνα με την πιο πάνω Ανακοίνωση, το Eurogroup απαιτούσε από τις κυπριακές αρχές και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να οριστικοποιήσουν ένα Μνημόνιο Συναντίληψης μέχρι τις αρχές Απριλίου
- Η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε στις 24/03/2013 Έκθεση Αξιολόγησης των προϋποθέσεων που έθετε το άρθρο 6 του Νόμου 17(Ι)/2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη
- Υπό το φως της απόφασης του Eurogroup ημερομηνίας 25/03/2013 που απέκλεισε την περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης της Εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΕ/ΔΝΤ, βάσει της Έκθεσης Αξιολόγησης που αναφέρεται πιο πάνω και ενόψει του άμεσου κινδύνου για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία της χώρας και την κοινωνία, στις 25/03/2013, στη βάση του Νόμου 17(Ι)/2013 λήφθηκε η από κοινού απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών για εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη
- Στη συνέχεια, η Εναγόμενη 2, ενεργώντας ως Αρχή Εξυγίανσης και ασκώντας τις εξουσίες που της είχαν παρασχεθεί δυνάμει του πιο πάνω Νόμου 17(Ι)/2013, και αφού έλαβε υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, την Έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1 και το Σχέδιο Εξυγίανσης που ετοιμάστηκε από την Μονάδα Εξυγίανσης και έχοντας διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6
(1)του πιο πάνω Νόμου και ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας ωφέλειας, εξέδωσε, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 του πιο πάνω Νόμου, Διατάγματα με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013 για εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα στην Εναγόμενη 1. Η λήψη του μέτρου εξυγίανσης με ίδια μέσα (bail in) στην Εναγόμενη 1 έγινε με σκοπό την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να συνεχίσει εργασίες ως δρώσα οικονομική μονάδα και, συνεπώς, να προστατευτούν πλήρως οι ασφαλισμένοι καταθέτες, οι κρίσιμες λειτουργίες της τράπεζας για την οικονομία και η χρηματοοικονομική σταθερότητα. Για επίτευξη αυτού του σκοπού, ακολουθήθηκε η σειρά απομείωσης που προβλέπεται από το άρθρο 12
(8)του Νόμου 17(Ι)/2013. Δηλαδή, απομειώθηκε πρώτα το μετοχικό κεφάλαιο και τα δικαιώματα απόκτησης μετοχών, στη συνέχεια απομειώθηκε η αξία των αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και έπειτα απομειώθηκαν οι χρεωστικοί τίτλοι και τα δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων. Δεδομένου ότι η συνολική μείωση των πιο πάνω στοιχείων δεν επαρκούσε για την απορρόφηση όλων των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας, και με βάση την Προκαταρκτική Αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 κατά το άρθρο 22
(1)του Νόμου 17(Ι)/2013 και την Έκθεση Τελικής Αποτίμησης του ανεξάρτητου οίκου KPMG UK LLP των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της τράπεζας, η Αρχή Εξυγίανσης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποφάσισε την μετατροπή 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχικό κεφάλαιο. Το Μάιο του 2013, η Εναγόμενη 2, ενεργώντας βάσει των προνοιών του Νόμου 17(Ι)/2013, διόρισε τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG UK LLP με σκοπό την αποτίμηση της «εύλογης αξίας» των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Στις 26/07/2013 ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στην Αρχή Εξυγίανσης, η Έκθεση Αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με την Έκθεση του ανεξάρτητου οίκου KPMG UK LLP, η εύλογη καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 ήταν κατά €1.721εκ. χαμηλότερη από την λογιστική τους αξία κατά τις 31/03/
- Με την εφαρμογή του μέτρου της διάσωσης με ίδια μέσα και για επίτευξη των σκοπών της εξυγίανσης, οι συσσωρευμένες ζημιές που είχε υποστεί η Εναγόμενη 1 διαγράφηκαν/εκμηδενίστηκαν με την απομείωση του μετοχικού κεφαλαίου και των αξιογράφων/ομολόγων της και ακολούθως ανακεφαλαιοποιήθηκε με τη μετατροπή 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές. Σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 τον Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση και με δεδομένο το ότι η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό συνθήκες πίεσης είναι αβέβαιη και η τιμή πολύ χαμηλότερη από την εύλογη αξία που αναφέρεται πιο πάνω, οι εισπράξεις από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα κατέληγαν σε μεγάλες ζημιές για τους ανασφάλιστους καταθέτες, καθώς επίσης σε πλήρη απώλεια του συνόλου της επένδυσης των κατόχων αξιογράφων και μετόχων. Περαιτέρω, λόγω του τεράστιου μεγέθους των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 (πέραν των €22δις σύμφωνα με την Έκθεση της KPMG UK LLP), καθώς και της επικρατούσας οικονομικής κατάστασης στην Κύπρο, η οποία θα παρουσίαζε κάθετη επιδείνωση με τυχόν απόφαση για να τεθεί η Εναγόμενη 1 και, συνεπώς, και η Λαϊκή Τράπεζα, σε καθεστώς εκκαθάρισης, θα ήταν αδύνατο αυτά να εκποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα και να αποπληρωθούν, έστω και μερικώς, μόνο οι καταθέτες. Η εκκαθάριση τράπεζας του μεγέθους της Εναγόμενης 1, η οποία θα γινόταν ταυτόχρονα με την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, δεύτερης μεγαλύτερης τράπεζας της χώρας, θα απαιτούσε πολύχρονη, επίπονη και δύσκολη διαδικασία και τεράστια έξοδα με τις ζημιές για τους πιστωτές να μεγαλώνουν με την πάροδο του χρόνου. Επίσης, σε περίπτωση εκκαθάρισης της Εναγόμενης 1 θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα, πριν από τους μετόχους, όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €12,2 δις περίπου, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31/12/
- Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων διέθετε κεφάλαια μόνο €126εκ. περίπου, τα οποία ήταν σε θέση να καλύψουν μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των ασφαλισμένων καταθετών της Εναγόμενης
- Συνεπώς, θα ήταν παντελώς αδύνατο να αποζημιωθούν έστω οι ασφαλισμένοι καταθέτες, θα δημιουργείτο κοινωνική αναταραχή, οικονομική αποσταθεροποίηση και χρηματοοικονομική αστάθεια, γεγονότα τα οποία θα οδηγούσαν σε πλήρη κατάρρευση της αγοράς και των τιμών και θα μείωνε σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα την αξία εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης
- Παράλληλα, η οφειλή της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα που της είχε παρασχεθεί από την Εναγόμενη 2 θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Εναγόμενη 2, για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση για την χορήγηση έκτακτης ρευστότητας. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών και των μετόχων. Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες πελάτες της Εναγόμενης 1 θα έχαναν την πρόσβαση στα χρήματά τους και σε τραπεζικές υπηρεσίες με αποτέλεσμα τον τερματισμό της επιχειρηματικής/οικονομικής δραστηριότητας και την πτώχευσή τους και δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων της τράπεζας και άλλων επιχειρήσεων θα βρίσκονταν αμέσως στην ανεργία. Σε κάθε περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική θέση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες, όπως οι Ενάγουσες, λοιπούς πιστωτές, κατόχους αξιογράφων, την οικονομία του τόπου, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή. Εάν η Εναγόμενη 1 τον Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση, οι καταθέτες της θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που βρέθηκαν με τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης. O M.Y.3 κατέθεσε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Αρχηγών της Ευρωζώνης στη συνάντηση του ημερομηνίας 21/7/2011, αποφάσισε, λαμβάνοντας υπόψη τις έντονες θέσεις της Γερμανίας και άλλων χωρών μελών της Ευρωζώνης, την εμπλοκή και του ιδιωτικού τομέα στο Σχέδιο διάσωσης της Ελληνικής οικονομίας (PSI). Αναφορικά με την εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα, προβλέπετο η εθελοντική εμπλοκή του με σειρά εναλλακτικών επιλογών. Οι ιδιώτες επενδυτές με τη συνεισφορά τους θα υπόκειντο αρχικά σε απομείωση της αξίας των ομολόγων τους ύψους περίπου 21%. Οι τρόποι εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα στο όλο Σχέδιο θα ετοιμάζονταν από το Ινστιτούτο Διεθνούς Χρηματοοικονομικής- Institute of International Finance (IIF) σε συνεργασία με την Ελληνική Κυβέρνηση. Το Υπουργείο Οικονομικών της Κύπρου είχε καλέσει αριθμό συσκέψεων με τις εμπλεκόμενες τράπεζες, ελεγκτικούς οίκους και τον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου όπου έγινε ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος. Το Υπουργείο Οικονομικών επεσήμανε τις επιπτώσεις της Συμφωνίας στην κερδοφορία, την κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων αλλά και στα δημόσια έσοδα. Σε σχετικά σημειώματα που ετοιμάστηκαν στις αρχές Αυγούστου του 2011 αναφερόταν το πόσο κρίσιμες θα μπορούσαν να ήταν οι επιπτώσεις για τις 2 μεγάλες κυπριακές τράπεζες (Τράπεζα Κύπρου και Λαϊκή Τράπεζα). Με βάση τα στοιχεία που προσκόμισαν οι εποπτικές αρχές, το συνολικό ύψος των Ελληνικών ομολόγων που κατείχαν τα Χρηματοοικονομικά ιδρύματα της Κύπρου κατά την 30/6/2011 ( για τα ομόλογα με ημερομηνία λήξης μεταξύ 30/06/2011 και 31/12/2020) ανέρχονταν στα €4.257.708.
- Από το εν λόγω ποσό είχε δηλωθεί η πρόθεση για συμμετοχή ποσού €4.242.988.285 ή 99,65%. Τα Κυπριακά χρηματοοικονομικά ιδρύματα ήταν σε απευθείας διαβουλεύσεις με το IIF και το Ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών για την συζήτηση των όρων της ανταλλαγής. Η απόφαση των Κυπριακών τραπεζικών ιδρυμάτων για τη συμμετοχή τους στο όλο Σχέδιο ήταν καθαρά δική τους και μόνο απόφαση. Οι κυπριακές τράπεζες δεν έδειξαν να διαφωνούν με τη συμφωνία και δεν τοποθετήθηκαν αρνητικά στην προοπτική συμμετοχής τους στην απομείωση των ελληνικών ομολόγων (PSI). Το τι παρουσιαζόταν από όλους ήταν «είτε αποδέχεστε μια απομείωση ή τα χάνετε όλα». Με βάση απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερομηνίας 26/10/2011, σύμφωνα με την οποία οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα έπρεπε να ενισχύσουν το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας υψίστης ποιότητας (CoreTier 1) στο 9% μέχρι τον Ιούνιο του 2012, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) λαμβάνοντας υπόψη μια σειρά από σενάρια, είχε καταδείξει ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες της Λαϊκής Τράπεζας ανέρχονταν σε €1,971 δις και της Εναγόμενης 1 σε €1,56 δις. Η απόφαση για την απομείωση των Ελληνικών κρατικών ομολόγων που καταγράφηκε σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής για το ευρώ τον Οκτώβριο του 2011 και συγκεκριμενοποιήθηκε περαιτέρω σε επίπεδο Eurogroup το Φεβρουάριο του 2012, τροχιοδρόμησε καθοριστικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα της Κύπρου, λόγω της μεγάλης έκθεσης των Κυπριακών τραπεζών στα Ελληνικά κρατικά ομόλογα. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι οι Κυπριακές τράπεζες είχαν υποστεί ζημιές που αντιστοιχούσαν περίπου σε €4,5 δις ή στο 25% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Κύπρου, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα η Λαϊκή Τράπεζα, υπέστη ζημιά της τάξης των €2,4 δις, ενώ η Εναγόμενη 1, υπέστη ζημιά της τάξης των €1,9 δις. Επιπρόσθετα, η Κυπριακή Δημοκρατία είχε ήδη αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές από τα μέσα του 2011, λόγω της καθυστέρησης στην λήψη δημοσιονομικών μέτρων και της έκθεσης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, τόσο σε κρατικά ομόλογα όσο και σε δανειακό χαρτοφυλάκιο, που οδήγησαν σε συνεχόμενες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από τους οίκους αξιολόγησης. Λόγω του μεγέθους του τραπεζικού τομέα της Κύπρου και της απώλειας πρόσβασης στις αγορές κεφαλαίων, το Κράτος αδυνατούσε να στηρίξει με οποιοδήποτε τρόπο τον τραπεζικό τομέα. Αποτέλεσμα του αποκλεισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις διεθνείς αγορές ήταν ο ουσιαστικός περιορισμός των δυνατοτήτων χρηματοδότησης των αναγκών του Κράτους, αφού η μόνη πλέον διαθέσιμη πηγή ήταν η χρηματοδότηση μέσω της εγχώριας αγοράς. Οι δημοσιονομικές ανισοσκέλειες και τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας που υπήρχαν ήταν μεν μεγάλα, αλλά βρίσκονταν σε διαχειρίσιμα επίπεδα σε σχέση με τις προκλήσεις που είχε να αντιμετωπίσει ο τραπεζικός τομέας. Το κράτος είχε χρηματοδοτικές ανάγκες που δεν μπορούσε να ικανοποιήσει με εξωτερικό δανεισμό και την στιγμή που δε θα ήταν πλέον δυνατή η ανανέωση του χρέους και η κάλυψη των πρόσθετων δημοσιονομικών αναγκών, το κράτος αναπόφευκτα θα χρεοκοπούσε. Όλοι αυτοί οι παράγοντες είχαν ως αποτέλεσμα, τον Ιούνιο του 2012 η Κυπριακή Δημοκρατία να απευθυνθεί για οικονομική βοήθεια στους Ευρωπαϊκούς Μηχανισμούς στήριξης, καθώς και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Τον Νοέμβριο του 2012, αποστολή εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου («η Τρόικα») συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις στην Κύπρο σχετικά με τους όρους του προγράμματος αναπροσαρμογής. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε Προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης στις 29 Νοεμβρίου
- Οι εκπρόσωποι της Τρόικα, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων, κατέστησαν σαφές ότι οι τελικοί όροι του προγράμματος αναπροσαρμογής δεν θα οριστικοποιηθούν μέχρι την ολοκλήρωση της ανεξάρτητης άσκησης δέουσας επιμέλειας του οίκου PIMCO στη βάση του διαγνωστικού ελέγχου που ο οίκος διενήργησε στο χρηματoπιστωτικό σύστημα της Κύπρου. Η μελέτη αυτή περιλάμβανε μία ανασκόπηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης και της ανθεκτικότητας των Κυπριακών τραπεζών για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών αναγκών ανά τράπεζα, η οποία καταδείκνυε κατά πόσο οι τράπεζες ήταν βιώσιμες και επιλέξιμες για κρατική ενίσχυση μέσω εισφοράς κεφαλαίου, ή στην περίπτωση που δεν ήταν βιώσιμες, οι τράπεζες θα υπάγονταν σε αναδιάρθρωση, συρρίκνωση ή εξυγίανση σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης τραπεζών που θα αναπτυσσόταν σύμφωνα με το σχέδιο πρότασης Οδηγίας το οποίο βρισκόταν από τον Ιούνιο του 2012 υπό συζήτηση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο εγκρίθηκε αργότερα ως Οδηγία για την Ανάκαμψη και την Εξυγίανση Πιστωτικών Ιδρυμάτων ("BRRD"). Οι εκπρόσωποι της Τρόικα τόνισαν επίσης ότι οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις θα έπρεπε να ισχύσουν για οποιαδήποτε οικονομική στήριξη, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και των συγκεκριμένων ειδικών διατάξεων σχετικά με την στήριξη σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που αντικατοπτρίζονται στις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ως εκ τούτου, εκείνη την περίοδο γνώριζαν ότι εάν οποιαδήποτε τράπεζα λάμβανε δημόσια βοήθεια, οι μέτοχοι και οι κάτοχοι ομολόγων της θα έπρεπε να αναλάβουν τις ζημιές από τη συμμετοχή τους στα ίδια κεφάλαια και ομόλογα, όπως ανέφερε το Προκαταρτικό Μνημόνιο Συναντίληψης. Μετά την ολοκλήρωση και τη δημοσίευση των ευρημάτων της άσκησης δέουσας επιμέλειας του οίκου PIMCO και των εκλογών που διεξήχθησαν στην Κύπρο τον Φεβρουάριο του 2013, πραγματοποιήθηκε συνάντηση της Ευρωομάδας στις Βρυξέλλες στις 4 Μαρτίου 2013 με εκπροσώπους της νεοεκλεγείσας Κυβέρνησης της Κύπρου. Στην συνάντηση, οι εκπρόσωποι της Τρόικα συζήτησαν τα ευρήματα της PIMCO σχετικά με την οικονομική επάρκεια των επηρεαζόμενων τραπεζών ήτοι, της Λαϊκής Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα τη διαπίστωση της πολύ μεγάλης έλλειψης κεφαλαίων των δύο αυτών τραπεζών. Υπό το φως των πορισμάτων της PIMCO, η Τρόικα αποφάσισε ότι ακόμα και αν οι υποχρεώσεις των τραπεζών έναντι των κατόχων ομολόγων είχαν εξαλειφθεί πλήρως, η ίδια δεν ήταν πρόθυμη να παράσχει στην Κύπρο χρηματοδότηση στο απαιτούμενο επίπεδο έτσι ώστε να καλύψει το εναπομείναν κεφαλαιακό έλλειμμα μέσω δημόσιας διάσωσης. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί το εναπομείναν κεφαλαιακό έλλειμμα των τραπεζών ελλείψει τέτοιας διάσωσης, η θέση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ("ΔΝΤ") και της Γερμανίας ήταν ότι δεν θα έπρεπε να παρασχεθεί κρατική στήριξη στις τράπεζες και ότι οποιαδήποτε ανακεφαλαιοποίηση θα έπρεπε να γίνει μέσω της απομείωσης των υποχρεώσεων των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των ανασφάλιστων καταθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ορισμένα από τα Κράτη Μέλη συμφώνησαν ότι απαιτείτο κάποιας μορφής συνεισφορά από τους ανασφάλιστους καταθέτες αλλά ήταν επίσης δεκτικοί και σε ορισμένες ανακεφαλαιοποιήσεις μέσω της δημόσιας διάσωσης για τη μείωση του κινδύνου δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Ο τότε Υπουργός Οικονομικών ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους ότι θα έπρεπε να συζητήσει το θέμα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αναγνωρίζοντας ότι μια μεγάλη απομείωση των υποχρεώσεων των τραπεζών από κατόχους μετοχών, κατόχους ομολόγων και καταθετών θα μπορούσε να έχει δυσμενείς συνέπειες στον χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία, αρχίσαν να εξετάζονται πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Στο μεσοδιάστημα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συναντήθηκε με τη Γερμανίδα Καγκελάριο σε μια προσπάθεια να την πείσει να αλλάξει τη θέση της Γερμανίας σχετικά με την πιθανότητα η Τρόικα να χρηματοδοτήσει τη διάσωση των τραπεζών, προσπάθεια που δεν ήταν επιτυχής. Δεδομένου του ότι δεν υπήρχαν άλλες διαθέσιμες βιώσιμες πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης, ξεκίνησαν να διερευνούν μέσα συγκέντρωσης κεφαλαίων από εγχώριες πηγές, τόσο για να καταδείξουν στο ΔΝΤ ότι η Κύπρος θα μπορούσε να εξυπηρετήσει υψηλότερο επίπεδο δημόσιου χρέους, όσο και για τον σκοπό της άμεσης συγκέντρωσης κεφαλαίων διάσωσης. Ετοίμασαν εκθέσεις για το ΔΝΤ οι οποίες εξέταζαν πιθανές επιλογές, όπως αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών για τις εταιρείες και τα φυσικά πρόσωπα καθώς και ΦΠΑ, εισφορές επί καταθέσεων, πιθανές πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 2, και επενδύσεις από Κυπριακούς φορείς κεφαλαίων σε Κυπριακά κρατικά ομόλογα. Προσπάθησαν επίσης να δείξουν ότι η ανάπτυξη των αποθεμάτων φυσικού αερίου της Κύπρου θα βελτίωνε την οικονομία και τη βιωσιμότητα του χρέους. Στις 15 Μαρτίου 2013, πραγματοποιήθηκε η συνάντηση της Ευρωομάδας στις Βρυξέλλες για να συζητηθεί το πρόγραμμα προσαρμογής για την Κύπρο. Δεν παρευρέθηκε σε αυτήν τη συνάντηση, αλλά ενημερώθηκε για το τι συνέβη και μελέτησε την επακόλουθη δήλωση της Ευρωομάδας για την Κύπρο (Τεκμήριο 37) που κυκλοφόρησε στις 16 Μαρτίου
- Περαιτέρω, και στη βάση της δήλωσης του Προέδρου της Ευρωομάδας ημερ. 18/03/2013, η οποία ακολούθησε τηλεδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε την ίδια μέρα με τα μέλη της Ευρωομάδας, η Τρόικα ήταν ανοιχτή στο ενδεχόμενο η Κύπρος να συγκεντρώσει κεφάλαια μέσω της επιβολής ενός ειδικού τέλους επί των καταθέσεων, αλλά ενημέρωσε ότι η επιβολή τόκων από μόνη της δεν θα ήταν ικανή να συγκεντρώσει επαρκή κεφάλαια, και ότι θα έπρεπε να απαιτηθεί εισφορά επί της αξίας των καταθέσεων. Αν και η κυβέρνηση συνέχισε να ανησυχεί για μια ενδεχόμενη επιβολή ειδικού τέλους επί των καταθέσεων, κατέληξε σε πολιτική συμφωνία που συνεπαγόταν την έγκριση τέτοιου τέλους, λόγω της ανησυχίας της για τις συνέπειες από μια άτακτη κατάρρευση των τραπεζών. Η επιβολή του ειδικού τέλους, εάν εγκρινόταν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα είχε επιβληθεί στο πιστωτικό υπόλοιπο των λογαριασμών καταθέσεων στις 15 Μαρτίου
- Με βάση τη Δήλωση της Ευρωομάδας, το Υπουργείο Οικονομικών ετοίμασε προσχέδιο νομοσχεδίου το οποίο εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων για εξέταση, προκειμένου να μπορέσει να επισημοποιηθεί η πολιτική συμφωνία με την Ευρωομάδα. Την Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013 ήταν αργία στην Κύπρο, οπότε η ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων είχε προγραμματιστεί για την Τρίτη 19 Μαρτίου
- Επειδή η Δήλωση της Ευρωομάδας (Eurogroup Statement) για την πρόταση του ειδικού τέλους (levy proposal) πιθανότατα να προκαλούσε υψηλά επίπεδα εκροών καταθέσεων, ο Υπουργός Οικονομικών σε συνεργασία με την Εναγόμενη 2 καθόρισαν την Τρίτη και την Τετάρτη, 19 έως 20 Μαρτίου 2013 ως τραπεζικές αργίες για να δώσει στη Βουλή των Αντιπροσώπων την ευκαιρία να μελετήσει και να συζητήσει το νομοσχέδιο και, εάν συμφωνήσει, να προνοήσει την εφαρμογή της πολιτικής συμφωνίας. Στις 19 Μαρτίου 2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων απέρριψε το προαναφερόμενο νομοσχέδιο επιβολής ειδικού τέλους. Μετά την απόρριψη του, ο Υπουργός Οικονομικών σε συνεργασία με Εναγόμενη 2 καθόρισαν την Πέμπτη και την Παρασκευή, 22-23 Μαρτίου 2013 ως τραπεζικές αργίες για να εξασφαλιστεί η σταθερότητα στο τραπεζικό σύστημα. Μετά την απόρριψη του νομοσχεδίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η Κυβέρνηση συνέχισε τις συζητήσεις με την Τρόικα για τους όρους του προγράμματος προσαρμογής. Χωρίς τα κεφάλαια διάσωσης που θα είχαν αντληθεί από την εφαρμογή του ειδικού τέλους που προνοείτο στο νομοσχέδιο, η προσδοκία ήταν ότι η Τρόικα θα απαιτούσε όρους που θα είχαν ως αποτέλεσμα, οι πιστωτές των τραπεζών να υποστούν σημαντικές απώλειες, συμπεριλαμβανομένων των ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών της Εναγόμενης
- Στις 21 Μαρτίου 2013, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι το Διοικητικό της Συμβούλιο είχε αποφασίσει ότι η Έκτακτη Παροχή Ρευστότητας των Τραπεζών (ELA) θα παρέμενε διαθέσιμη στις Κυπριακές τράπεζες μόνο εάν ένα αποδεκτό πρόγραμμα στήριξης θα τίθετο σε εφαρμογή έως τις 25 Μαρτίου
- Aυτή η απόφαση ήταν εξαιρετικά ανησυχητική, διότι εάν αποσύρετο η Έκτακτη Παροχή Ρευστότητας των Τραπεζών, τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Λαϊκή Τράπεζα, οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες στην Κύπρο, θα κατέρρεαν αμέσως καθώς εξαρτώνταν από την Έκτακτη Παροχή Ρευστότητας και δεν θα μπορούσαν να βρουν εναλλακτικές πηγές ρευστότητας στον απαιτούμενο χρόνο. Δεν θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους μετά τις 25 Μαρτίου 2013, θα έπαυαν να δραστηριοποιούνται, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα την άτακτη κατάρρευση των δύο τραπεζών. Κάτι τέτοιο θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις στους πιστωτές των τραπεζών και στον Κυπριακό χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία στο σύνολο της. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με την Τρόικα συνεχίζονταν, η κυβέρνηση προώθησε στη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθεσίες που θα ήταν απαραίτητες για την εφαρμογή των όρων της Τρόικα. Στις 22 Μαρτίου 2013, η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε μια σειρά νόμων, συμπεριλαμβανομένου του Νόμου περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν17(Ι)/
- Έγιναν διάφορες προσπάθειες από την Κυβέρνηση για να αποκτήσει ένα πρόγραμμα που θα είχε ήπιο αντίκτυπο στους πιστωτές των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας να πειστεί η Τρόικα να συμφωνήσει σε αύξηση του ανώτατου ορίου χρέους της Δημοκρατίας, ώστε να μπορεί να παρασχεθεί περισσότερη χρηματοδότηση διάσωσης, αλλά οι προσπάθειες ήταν ανεπιτυχείς. Κατέστη αναπόφευκτο και προφανές ότι η Κυβέρνηση θα έπρεπε να αποδεχτεί τους όρους της Τρόικα. Δεδομένου του ότι η Έκτακτη Παροχή Ρευστότητας (ELA- Emergency Liquidity Assistance) των τραπεζών θα αποσύρετο στις 25 Μαρτίου 2013, η Κυβέρνηση θα μπορούσε είτε να συνάψει συμφωνία με την Τρόικα πριν ανοίξουν οι τράπεζες το πρωί της 26ης Μαρτίου 2013 είτε να τις αφήσει να καταρρεύσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συμφώνησε με την πρόταση της Τρόικα και στις 25 Μαρτίου 2013, η κυβέρνηση κατέληξε σε μια νέα πολιτική συμφωνία με την Ευρωομάδα («Συμφωνία Ευρωομάδας») σχετικά με τα βασικά στοιχεία του προγράμματος προσαρμογής. Η Συμφωνία της Ευρωομάδας προέβλεπε ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα τίθετο υπό εξυγίανση για να χωριστεί σε μια «καλή τράπεζα» η οποία θα ενσωματωνόταν με την Εναγόμενη 1 μαζί με 9 δισεκατομμύρια ευρώ της Έκτακτης Παροχής Ρευστότητας (ELA) και σε μια «κακή τράπεζα» για να εκκαθαριστεί. Οι ασφαλισμένες καταθέσεις της Λαϊκής Τράπεζας θα προστατεύονταν, καθώς η Τρόικα έκρινε ότι κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο, αλλά οι μέτοχοι (equity shareholders) και οι κάτοχοι ομολόγων, ήταν βέβαιο ότι θα υφίσταντο πλήρεις απώλειες κατά την εκκαθάριση και η ανάκτηση των ανασφάλιστων καταθέσεων αναμενόταν να είναι πολύ χαμηλή δεδομένης της σοβαρότητας των οικονομικών της τράπεζας. Η Εναγόμενη 1, από την άλλη πλευρά, θα ανακεφαλαιοποιείτο μέσω των εργαλείων διάσωσης με ίδια μέσα, το οποίο στην πραγματικότητα θα περιελάβανε διάσωση, μέσω της ανταλλαγής χρεών με ίδια κεφάλαια, μερική διαγραφή των μη ασφαλισμένων καταθέσεων και πλήρη απομείωση των μετοχών και κατόχων ομολόγων. Η Συμφωνία της Ευρωομάδας προέβλεπε επίσης την πώληση των υποκαταστημάτων των τραπεζών στην Ελλάδα για σκοπούς χρηματοοικονομικής σταθερότητας τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Μετά τη Συμφωνία της Ευρωομάδας, και αφού έλαβε υπόψη τη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, η Εναγόμενη 2, ασκώντας τις εξουσίες της ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου Ν17(Ι)/2013, εξέδωσε μια σειρά διαταγμάτων και μεταγενέστερων τροποποιήσεων για την υιοθέτηση και την εφαρμογή του συμφωνηθέντος προγράμματος. Με τη λήψη των πιο πάνω μέτρων εξυγίανσης, έχει επιτευχθεί η διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος στην ολότητά του. Επιπλέον έχουν προστατευθεί πλήρως οι καταθέτες που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησής του, διασφαλίζοντας την άμεση πρόσβαση των καταθετών στις ασφαλισμένες καταθέσεις και δεν μετακυλίστηκε το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στους φορολογούμενους. Αποφεύχθηκε επίσης το ενδεχόμενο χιλιάδες εργαζομένων της Εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Τράπεζας να βρεθούν στην ανεργία αφού αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα της κατάρρευσης των τραπεζικών αυτών ιδρυμάτων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). O Μ.Ε.1 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο πατέρας του και γενικά η οικογένεια του, ως οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Εναγουσών, εξαπατήθηκαν από μια σειρά δηλώσεων, συνεντεύξεων και παραστάσεων υπουργών και άλλων κρατικών αξιωματούχων, οι οποίες τους έπεισαν να αφήσουν τις καταθέσεις των Εναγουσών στην Εναγόμενη 1, με αποτέλεσμα αυτές να υποστούν απομείωση. Η προσπάθεια του όμως, κάθε άλλο παρά επιτυχής ήταν, αφού οι δηλώσεις και παραστάσεις στις οποίες αναφέρθηκε, οι οποίες αναλύονται λεπτομερώς πιο κάτω, δεν θα μπορούσαν λογικά να τους οδηγήσουν στην απόφαση να αφήσουν τις καταθέσεις των Εναγουσών, τις οποίες διατηρούσαν με την Εναγόμενη
- Κατ' αρχή στη γραπτή του δήλωση - Έγγραφο Α - η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ως τέτοιο παράδειγμα την συνέντευξη του τότε υπουργού Οικονομικών κ. Καζαμία στην εφημερίδα Χαραυγή ημερομηνίας 8.1.2012 - Τεκμήριο 9 - η οποία διαβεβαίωνε, ως ισχυρίστηκε, ότι λαμβάνονταν όλα τα μέτρα για διόρθωση της κατάστασης και αντίστροφη των δημόσιων οικονομικών. Όπως επιμαρτυρεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, ο κ. Καζαμίας στην συνέντευξη του κάμνει ιδιαίτερη αναφορά στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα και στους καταθέτες των κυπριακών τραπεζών. Αυτό, κατά την άποψη μου, ήταν λογικά το πλέον ενδιαφέρον για τον ίδιο και την οικογένεια του, ως καταθέτες σε κυπριακές τράπεζες, μέρος της συνέντευξης του κ. Καζαμία, στο οποίο θα έπρεπε να βασιστούν και όχι στο ότι λαμβάνονταν όλα τα μέτρα από την κυβέρνηση για ασφάλεια των δημόσιων οικονομικών. Θεωρώ δε χρήσιμο να μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της συνέντευξης του, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Ε. Κυκλοφορούσαν φήμες που ήθελαν μια κυπριακή τράπεζα να καταρρέει και την Κυβέρνηση να σπεύδει σε κρατική στήριξη. Πώς επηρεάζουν την χώρα μας και την οικονομία τέτοιες κακόβουλες ειδήσεις; Α. Οι βάσεις του κυπριακού τραπεζικού συστήματος είναι κατά κανόνα υγιείς και οι τράπεζες μας, όπως εξάλλου και οι ίδιες έχουν δηλώσει, είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν την κατάσταση από μόνες τους. Τα αρμόδια κρατικά όργανα, βασικά η Κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα παρακολουθούν την κατάσταση και πήραν όλα τα αναγκαία μέτρα, κυρίως νομοθετικά, έτσι που αν προκύψει οποιαδήποτε ανάγκη διενέργειας καλυπτικής κίνησης, αυτό να γίνει με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο. Οι καταθέτες και οι συνεργάτες των κυπριακών τραπεζών και όλων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στην Κύπρο δεν έχουν να φοβηθούν τίποτε και τους καλούμε να κωφεύσουν σε όλες τις κακόβουλες διαδώσεις.» Όπως έχει διαφανεί, η ανωτέρω συνέντευξη παραχωρήθηκε δεκατέσσερις και πλέον μήνες πριν την απομείωση των καταθέσεων των Εναγουσών και γενικά των καταθέσεων των καταθετών της Εναγόμενης
- Πιο συγκεκριμένα, στην έκταση που σχετίζεται με την Εναγόμενη 1, παραχωρήθηκε λίγες μόνο μέρες μετά την επιστολή της Εναγόμενης 2 προς την Εναγόμενη 1 ημερομηνίας 27.12.2011 - Τεκμήριο 50 - με την οποία της ζητείτο να υποβάλει λεπτομερές σχέδιο για ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης, με βάση τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών ημερομηνίας 8.12.2011 - Τεκμήριο 49, προς τις Εθνικές Αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση με τη δημιουργία αποθεμάτων κεφαλαίου. Αναμφισβήτητα δε η ημερομηνία της υπό αναφορά συνέντευξης απέχει κατά πολύ από την ημερομηνία που η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε γραπτώς την Εναγόμενη 2 και τον υπουργό Οικονομικών ότι δεν κατάφερε να καλύψει πλήρως το κεφαλαιακό της έλλειμμα. Υπενθυμίζεται ότι η επιστολή της Εναγόμενης 1 φέρει ημερομηνία 20.6.2012 - Τεκμήριο
- Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής μου ότι η απόφαση για την απομείωση των ΟΕΔ τον Οκτώβριο του 2011, στα οποία είχε επενδύσει η Εναγόμενη 1, επέφερε σ' αυτήν σημαντικό πλήγμα και ήταν μια από τις αιτίες που διάβρωσαν την ποιότητα του δανειακού της χαρτοφυλακίου. Σε καμιά περίπτωση όμως η Εναγόμενη 1 ήταν αφερέγγυα ή αναξιόχρεη κατά το χρόνο που είχε παραχωρηθεί η επίμαχη συνέντευξη του κ. Καζαμία. Αξίζει ακόμα να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.2 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η Εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, τηρούσε τον ελάχιστο εποπτικό δείκτη που απαιτούσε η Εναγόμενη
- Είναι αργότερα που οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης 1 υστέρησαν σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων της Εναγόμενης 2, γι' αυτό και η τελευταία την 20.7.2012 απαγόρευσε την εκποίηση στοιχείων του ενεργητικού της Εναγόμενης 1 χωρίς την προηγούμενη έγκριση της (Εναγόμενης 2). Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι τα δεδομένα που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της παραχώρησης της ανωτέρω συνέντευξης ήταν εντελώς διαφορετικά από τα δεδομένα τα οποία διαμορφώθηκαν ένα περίπου χρόνο αργότερα. Η υπό αναφορά συνέντευξη του κ. Καζαμία, σε καμιά περίπτωση παραπλανούσε τους καταθέτες των Κυπριακών Τραπεζών, ειδικότερα τους καταθέτες της Εναγόμενης 1, κατά το χρόνο που αυτή είχε παραχωρηθεί. Ένα άλλο έγγραφο το οποίο έπεισε τον πατέρα του, κατά τον ισχυρισμό του, να κρατήσει τις καταθέσεις των Εναγουσών στην Εναγόμενη 1 ήταν η επιστολή της Εναγόμενης 2 - Τεκμήριο
- Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Τεκμήριο 8 φέρει ημερομηνία 11.2.2013 και υπογράφεται από κάποιο Δρ. Γ. Γεωργίου, προϊστάμενο του γραφείου του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Απευθύνεται δε σε κάποιο Τ. Φειδία ως εκτελών χρέη εκτελεστικού διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας. Η εν λόγω επιστολή, όπως προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της, φαίνεται ότι ακολούθησε τη δημοσίευση ενός άρθρου στους Financial Times με τον τίτλο «Radical rescue proposed for Cyprus» ημερ. 10.2.2013 - Τεκμήριο
- Η Κεντρική Τράπεζα τονίζει ότι οποιαδήποτε πράξη η οποία σκοπεύει να ελαττώσει, αποστερήσει ή περιορίσει το ιδιοκτησιακό δικαίωμα των καταθετών, είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που προστατεύουν το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και είναι ουσιώδεις για τη λειτουργία της ελεύθερης οικονομίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η συγκεκριμένη επιστολή ήταν «σήμα κατατεθέν» επειδή με αυτή βεβαιώθηκαν ότι οι καταθέσεις των Εναγουσών δεν κινδύνευαν να απομειωθούν. Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι δεν έχει επεξηγήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες η υπό αναφορά επιστολή περιήλθε στην κατοχή του πατέρα του. Ισχυρίστηκε ότι είχε δοθεί στον πατέρα του περί την 14.2.2013 από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στο οποίο (ο πατέρας του) διατηρούσε τις καταθέσεις του. Όπως όμως έχει αναφερθεί, αυτή δεν απευθύνεται ούτε προς τις Ενάγουσες ούτε στον πατέρα του, αλλά στον εκτελούντα χρέη εκτελεστικού διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας κ. Φειδία. Ούτε καν στο διευθυντή του καταστήματος στο οποίο διατηρούσε τις καταθέσεις του απευθύνεται. Επιπρόσθετα, από το περιεχόμενο της δεν διαφαίνεται ότι υπήρχε εντολή να κοινοποιηθεί σε οποιοδήποτε άλλο ή άλλα πρόσωπα, όπως τους διευθυντές των καταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας ή ακόμα σε όλους τους καταθέτες της, πέραν του προσώπου προς το οποίο απευθύνετο. Από τη στιγμή που απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο διερωτώμαι για ποιο λόγο δόθηκε αντίγραφο της στον πατέρα του. Θα ήθελα ακόμα να υπογραμμίσω ότι δεν διαβιβάστηκε στον πατέρα του από οποιοδήποτε εκπρόσωπο της Εναγόμενης 1, στην οποία διατηρούνταν οι επίδικες καταθέσεις. Πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στον ισχυρισμό του ότι η συγκεκριμένη επιστολή στάληκε από τον υπογράφοντα αυτήν στην Εναγόμενη 1 καθώς και στον Πρόεδρο του Κυπριακού Συνδέσμου Διεθνών Επιχειρήσεων. Αναμφισβήτητα συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, δεύτερου μάλιστα βαθμού, αφού πρόκειται για πληροφορία που προήλθε από τον πατέρα του, χωρίς να αποκαλυφθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες αυτή περιήλθε εις γνώση του πατέρα του. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι ο πατέρας του είχε παραδώσει την υπό αναφορά επιστολή στους δικηγόρους τους. Ερωτηθείς όμως ως προς το ποιες ήταν οι οδηγίες που είχε δώσει στους δικηγόρους τους, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει επειδή τις συγκεκριμένες υποθέσεις χειριζόταν εξ ολοκλήρου ο πατέρας του. Είναι πράγματι άξιο απορίας πώς είναι δυνατό από τη μια να γνωρίζει ότι ο πατέρας του είχε παραδώσει την υπό αναφορά επιστολή τους δικηγόρους τους, αλλά να μη γνωρίζει το λόγο για τον οποίο τους την είχε παραδώσει. Περισσότερο όμως άξιο απορίας, είναι το γιατί παραδόθηκε στους δικηγόρους τους, αφού σύμφωνα με την εκδοχή του, η επιστολή αυτή τους καθησύχασε ότι δεν επρόκειτο να γίνει «κούρεμα» καταθέσεων. Αναφέρθηκε επίσης σε δήλωση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Ν. Αναστασιάδη που έκαμε στη Βουλή των Αντιπροσώπων κατά την τελετή εγκατάστασης του ότι δεν θα δεχόταν «κούρεμα» καταθέσεων, δήλωση η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, έκαμε απόλυτη την πίστη τους ότι δεν θα γινόταν «κούρεμα» καταθέσεων. Πέρα του ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, λογικά θα ανέμενα ότι θα κατατίθετο ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του κ. Αναστασιάδη, ή τουλάχιστον το μέρος της εκείνο που αφορούσε τις τραπεζικές καταθέσεις και όχι να γίνεται επιλεκτική αναφορά στο συγκεκριμένο απόσπασμα από τη δήλωση του. Η παράλειψη παρουσίασης ολόκληρου του μέρους της δήλωσης του που αφορούσε τις τραπεζικές καταθέσεις στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εντάξει την συγκεκριμένη δήλωση στο όλο κείμενο, ώστε να καταλήξει με ασφάλεια ότι το νόημα που εξάγεται από αυτή είναι ότι σε καμιά περίπτωση και κάτω από καμιά περίσταση θα αποδεχόταν «κούρεμα» καταθέσεων. Όμως ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι το νόημα της όλης δήλωσης ήταν ότι πράγματι σε καμιά περίπτωση και κάτω από καμιά περίσταση θα αποδεχόταν κούρεμα καταθέσεων, θα ήθελα να αναφέρω ότι, όπως θα διαφανεί εναργέστερα και από τα όσα θα περιγράψω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, στην ουσία ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξαναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να αποδεχθεί τους όρους που επέβαλαν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurogroup) ώστε να αποφευχθεί η κατάρρευση ολόκληρης της οικονομίας και η χρεωκοπία του κράτους. Στη Γραπτή του Δήλωση αναφέρει ότι ο πατέρας του πριν το «κούρεμα» των καταθέσεων διάβαζε ή άκουε στα ΜΜΕ ή τον πληροφορούσαν οι δικηγόροι του για διάφορα δημοσιεύματα, ανακοινώσεις ή συνεντεύξεις υπουργών και άλλων κυβερνητικών αξιωματούχων, οι οποίες τον έπεισαν να κρατήσει τις καταθέσεις των Εναγουσών στην Κύπρο και στην Εναγόμενη
- Πέραν όμως των δηλώσεων που σχολιάστηκαν πιο πάνω, σε καμμιά άλλη συγκεκριμένη δήλωση, ανακοίνωση ή συνέντευξη αναφέρθηκε. Πέραν των πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να κάμω αποδεκτό ούτε τον ισχυρισμό του ότι είναι με την επιστολή ημερομηνίας 16.3.2013 - Τεκμήριο 7 - που απαγορεύτηκε η μετακίνηση χρημάτων από τις τράπεζες. Ο ισχυρισμός αυτός αντικρούεται από το ίδιο το περιεχόμενο της υπό αναφορά επιστολής. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται για επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου η οποία απευθύνεται προς όλες τις τράπεζες και υποκαταστήματα στην Κύπρο. Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της, με αυτή η Εναγόμενη 2 απαγόρευσε προσωρινά και μέχρι νεωτέρας την εισαγωγή από τα τραπεζικά ιδρύματα εντολών πληρωμής ή μεταφοράς κεφαλαίων σε οποιοδήποτε σύστημα πληρωμών, όπως και τον διακανονισμό εντολών που είχαν ήδη εισαχθεί προς εκτέλεση σε οποιοδήποτε σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή και διακανονισμό συναλλαγών. Η απόρριψη του ισχυρισμού του ότι είναι με αυτή την επιστολή που απαγορεύτηκε η μετακίνηση των χρημάτων των Εναγουσών με οδηγεί αναπόφευκτα και στην απόρριψη του ισχυρισμού του ότι υπήρχε υποχρέωση δημοσιοποίησης του περιεχομένου της. Ενόψει των όσων προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να κάμω αποδεκτή την εκδοχή του μάρτυρα ότι παραπλανήθηκε ο ίδιος και η οικογένεια του από τις διάφορες δηλώσεις αξιωματούχων του κράτους (και της Κεντρικής Τράπεζας) με αποτέλεσμα να μη μεταφέρουν τις επίδικες καταθέσεις των Εναγουσών και αυτές να υποστούν απομείωση. O M.E.2 παρουσιάστηκε ως ειδικός εμπειρογνώμονας επί οικονομικών ζητημάτων, ειδικότερα επί ζητημάτων που αφορούν την Κυπριακή οικονομία. Τα καθήκοντα των εμπειρογνώμων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd. κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, 823 αναφέρθηκε ότι ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Όπως είναι επίσης νομολογημένο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων διέπεται από τους ίδιους βασικά κανόνες που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε άλλου μάρτυρα (Cybarco Ltd ν. Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013). Παρά το αποδεκτό της κατοχής από αυτόν των ακαδημαϊκών προσόντων τα οποία περιέγραψε στη μαρτυρία του, εντούτοις δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι είναι ειδικός εμπειρογνώμονας επί των θεμάτων επί των οποίων κλήθηκε να εκφέρει την άποψη του. Η παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα αποσκοπούσε περισσότερο στο να εξυπηρετήσει την υπόθεση των Εναγουσών παρά να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, βασιζόμενο στη δική του ανεξάρτητη κρίση. Οι απόψεις του ήταν περισσότερο «θεωρητικού» χαρακτήρα, αφού βασίστηκαν, κατά το πλείστο, σε διάφορες δηλώσεις, προφορικές και γραπτές, κρατικών αξιωματούχων και άλλων πολιτικών προσώπων, που έγιναν κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς και σε δηλώσεις και μαρτυρίες που παρουσιάστηκαν ενώπιον της Επιτροπής Πική, η οποία είχε αναλάβει τη διερεύνηση των αιτίων που οδήγησαν στην οικονομική κρίση του Μαρτίου του 2013, και όχι στην εμπειρογνωμοσύνη την οποία απόκτησε από την τυχόν εμπλοκή ή ανάμειξη του στα γεγονότα που έλαβαν χώρα την επίμαχη περίοδο. Ενδεικτική των όσων αναφέρω πιο πάνω είναι η απάντηση που έδωσε κατά την αντεξέταση του στην ερώτηση κατά πόσο οι απόψεις του προέρχονται από τη μελέτη των όσων λέχθηκαν ενώπιον της Επιτροπής Πική καθώς και ενώπιον του Δικαστηρίου στις διάφορες ακροαματικές διαδικασίες οι οποίες είχαν ως αντικείμενο παρόμοιες υποθέσεις απομείωσης, άλλως «κουρέματος» τραπεζικών καταθέσεων. Η απάντηση του ήταν η ακόλουθη: «Κατ' αρχήν διδάσκω Money and Banking για πολλά χρόνια. Επίσης για πολλά χρόνια δίδασκα και ήμουν υπεύθυνος του προγράμματος για όσο καιρό λειτουργούσε το πρόγραμμα των εξετάσεων των φοιτητών ή τραπεζικών ως επί το πλείστον υπαλλήλων οι οποίοι έδιναν εξετάσεις για την απόκτηση του επαγγελματικού πτυχίου του τραπεζικού ινστιτούτου του Λονδίνου. Άρα αυτό μου δημιούργησε και οι σπουδές μου μαζί, μου δημιούργησαν ένα υπόβαθρο γνώσεων θεωρητικό, έτσι. Στη συνέχεια και όχι μόνο αυτής της κατάστασης αλλά βλέποντας διαχρονικά τα δεδομένα τα οποία υπάρχουν στην κυπριακή οικονομία και στο τραπεζικό σύστημα ναι, έχω αναπτύξει κάποια γνώση. Να σας πω ότι την περίοδο 1998 μέχρι το 2009 είχα τακτική μόνιμη στήλη, μεγάλη στήλη στην εφημερίδα ο Φιλελεύθερος των οικονομικών Φιλελεύθερος κάθε Κυριακή, δηλαδή έχω συγγράψει περισσότερα από 500 άρθρα συν ένα μικρότερο σχόλιο της τάξης των 300 λέξεων, το οποίο δημοσιεύεται στην εφημερίδα κάθε Πέμπτη και όλα αυτά είχαν να κάνουν με τα τρέχοντα ζητήματα της κυπριακής οικονομίας. Αντιλαμβάνεστε όλα αυτά κάποιες γνώσεις, εμπειρίες κτλ συν φυσικά και όσα αναφέρατε εσείς και όλα και πολλά αλλά τα οποία μου έχουν δώσει πιστεύω υπόβαθρο από το οποίο μπορώ να εκφέρω απόψεις και να συμβουλεύσω ακόμα και την Κεντρική Τράπεζα.» Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα από το οποίο φαίνεται η μη κατοχή από αυτόν των απαιτούμενων γνώσεων ή εμπειρίας είναι και το ότι, ενώ αρχικά, αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 1 συμφώνησε ότι αν η Εναγόμενη 1 αφήνετο να εκκαθαριστεί, οι καταθέτες της, περιλαμβανομένων των Εναγουσών, θα ήταν σε δυσμενέστερη θέση, από αυτήν στην οποία βρέθηκαν με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, σε κατοπινό στάδιο, αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 2 επί του ιδίου ζητήματος, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει, για να μπορέσει δε να απαντήσει θα έπρεπε να «βάλει κάτω» τους αριθμούς και δεδομένα, άσκηση την οποία έκαμε για τη Λαϊκή Τράπεζα, όχι όμως για την περίπτωση της Εναγόμενης
- Είναι άξιον απορίας, πώς ένας μάρτυρας που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας να μην είναι σε θέση να εκφέρει άποψη επί ενός τόσο ουσιώδους σημασίας για την κρινόμενη υπόθεση ζήτημα. Ένα ακόμα παράδειγμα ενδεικτικό του ότι στερείτο οποιωνδήποτε γνώσεων επί των μέτρων εξυγίανσης που εφαρμόστηκαν στην Εναγόμενη 1 ήταν και η θέση του ότι της επιβολής των ως άνω μέτρων δεν είχε προηγηθεί από την Εναγόμενη 2 η δική της μελέτη η οποία να βεβαιώνει ότι με τα μέτρα αυτά οι καταθέτες της Εναγόμενης 1 θα ήταν σε καλύτερη μοίρα από το αν αφήνετο η τράπεζα να εκκαθαριστεί και ότι η επέμβαση σε δικαιώματα των καταθετών δεν θα ξεπερνούσε τα όρια που επιτρέπει το Σύνταγμα. Διαφαίνεται ότι δεν είχε υπόψη του το κατατεθέν από τον Μ.Ε.1 έγγραφο - Τεκμήριο 34 - το οποίο περιγράφεται ως «Αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 6 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» ημερομηνίας 24.3.
- Όταν δε του υποδείχθηκε το έγγραφο αυτό από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 2 προέβαλε αρχικά τη θέση ότι είχε εκδοθεί εκ των υστέρων από την Εναγόμενη 2 και αμέσως μετά ανέφερε επί λέξει «. θεωρώ ότι . εντάξει, πρέπει να κάνω κι εγώ κάποια στοιχεία για να το μελετήσω». Ισχυρίστηκε ακόμα ότι το έγγραφο αυτό δίνει κάποιους αριθμούς χωρίς να υπάρχει λεπτομερής τεκμηρίωση του. Οι ανωτέρω προβληθείσες εκ μέρους του δικαιολογίες καταρρίπτονται από το αναντίλεκτο περιεχόμενο του ανωτέρω τεκμηρίου, το οποίο επεξηγεί λεπτομερώς τους λόγους οι οποίοι επέβαλαν τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη
- Ένα έγγραφο το οποίο, κατά τη θέση του, αποτελεί απόδειξη του ότι δεν έγινε η ανωτέρω μελέτη από την Εναγόμενη 2, είναι η επιστολή ημερομηνίας 24/3/2013 - Τεκμήριο 33 - με την οποία ο Διοικητής της Εναγόμενης 2 εισηγείτο την εγγύηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για κάλυψη περαιτέρω δανεισμού ύψους €3,8 δις προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Κατά το επιχείρημα του, η ως άνω εισήγηση αποδεικνύει ότι η Εναγόμενη 2 είχε προβεί σε αξιολόγηση που ουσιαστικά απέρριπτε τα μέτρα εξυγίανσης, που στη συνέχεια υιοθετήθηκαν μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε μελέτης ως προς το κατά πόσο η εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζα θα είχε καλύτερα ή χειρότερα οικονομικά αποτελέσματα απ' ότι η εξυγίανση με τις επιπτώσεις που επήλθαν στη συνέχεια στην Εναγόμενη
- Το ανωτέρω συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, είναι κατά την άποψη μου, παντελώς αυθαίρετο. Όπως επιμαρτυρεί το περιεχόμενο του ως άνω τεκμηρίου, η παραχώρηση της εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τη Λαϊκή Τράπεζα ήταν απαραίτητη για τη διευθέτηση του διαχωρισμού των εν Ελλάδι εργασιών της και της πώλησης τους, ώστε να αποδεσμεύονταν τα εκεί περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία ήταν δεσμευμένα προς όφελος της Εναγόμενης 2, και να καθίστατο δυνατή η πώληση τους, η οποία είχε τεθεί ως όρος από τους διεθνείς δανειστές για την υπογραφή του μνημονίου συναντίληψης. Όπως δε επεξήγησε πολύ παραστατικά ο Μ.Υ.2 αν δεν γινόταν ο διαχωρισμός των εν Ελλάδι εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, τα μέτρα εξυγίανσης που είχαν εφαρμοστεί επί της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο, θα έπρεπε να εφαρμόσουν και επί των καταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας που βρίσκονταν στην Ελλάδα, κάτι το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα και την απομείωση των καταθέσεων που διατηρούνταν σ' αυτά. Δεν ήταν όμως νομικά εφικτή η εφαρμογή των μέτρων αυτών στην Ελλάδα, οι δε Ελληνικές Αρχές είχαν προειδοποιήσει ότι αν γινόταν προσπάθεια εφαρμογής τους και στην Ελλάδα, θα προχωρούσαν σε κρατικοποίηση των εκεί καταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας. Πέραν των πιο πάνω, στη γραπτή του δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι οι εκπρόσωποι των Εναγομένων 2 και 3 με διάφορες δηλώσεις τους παραπλανούσαν τους καταθέτες της Εναγόμενης 1 ότι δεν ετίθετο ζήτημα απομείωσης των καταθέσεων τους. Ως παράδειγμα τέτοιων δηλώσεων αναφέρει την επιστολή του κ. Γεωργίου ημερομηνίας 11.2.2013 - Τεκμήριο 8 - η οποία σχολιάστηκε σε προγενέστερο στάδιο της απόφασης μου, όπως και τη δήλωση του νεοεκλεγέντος τότε Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Αναστασιάδη, ότι δεν θα επέτρεπε να γίνει «κούρεμα» καταθέσεων. Κατά τον ισχυρισμό του, οι ως άνω δηλώσεις έγιναν, παρά το ότι οι εκπρόσωποι των Εναγομένων 2 και 3 γνώριζαν, όταν προέβαιναν σ' αυτές, ότι δεν θα εγκρίνετο από την Τρόικα το ποσό που είχε ζητηθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και ότι αυτές θα ανακεφαλαιόνονταν με ίδια μέσα. Έχω την ταπεινή άποψη ότι το έργο του ως εμπειρογνώμονας δεν ήταν να αναφέρει κατά πόσο οι ως άνω δηλώσεις είχαν παραπλανήσει τους καταθέτες της Εναγόμενης 1, στην προκειμένη περίπτωση τις Ενάγουσες. Μόνο ο εκπρόσωπος των Εναγουσών θα μπορούσε να προβάλει τέτοιο ισχυρισμό. Η συγκεκριμένη μαρτυρία βρίσκεται εκτός του πεδίου των καθηκόντων του μάρτυρα ο οποίος θέλει να του προσδίδεται η ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Καθήκον του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο, με την επιστημονική του άποψη, να διαγνώσει τους λόγους οι οποίοι οδηγήσαν στην εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη 1 και την απομείωση των καταθέσεων. Με την προβολή των ως άνω ισχυρισμών του σκόπευε αποκλειστικά να εξυπηρετήσει την υπόθεση των Εναγουσών. Ένα άλλο επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα του ως άνω σκοπού του ήταν και η θέση της Γραπτής του Δήλωσης ότι «. η επιλεκτική επικοινωνιακή δημοσιοποίηση και ειδικότερα με τον τρόπο που έγινε από πλευράς των Κυπριακών Αρχών και η χρήση της Διακήρυξης των Αρχηγών Κρατών της ΕΕ (Τεκμήριο 18), παραπλανούσε τους καταθέτες, δημιουργώντας λανθασμένη εικόνα παραπέμποντας τους στο να πιστεύουν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα με τις κυπριακές τράπεζες και ειδικότερα με την κεφαλαιακή τους επάρκεια.» Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση του αν ο εκπρόσωπος των Εναγουσών (Μ.Ε.1) ήταν γνώστης του περιεχομένου του Τεκμηρίου 18 έδωσε την ακόλουθη απάντηση, την οποία μεταφέρω αυτούσια: «Μόλις, δεν μιλήσαμε για το συγκεκριμένο τεκμήριο κατά πόσο. ξέρω ότι υπήρχε η θέση των αρχηγών κρατών η οποία περιλάμβανε τα στοιχεία αυτά τα οποία υπήρχαν.» Φυσικά θα πρέπει να επισημάνω ότι ο Μ.Ε.1 ουδόλως αναφέρθηκε στο ως άνω τεκμήριο. Ένας εκ των παραγόντων που κατά τη θέση του οδήγησε στην ανάγκη εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης στην Εναγόμενη 1 ήταν η επένδυση της σε Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως ΟΕΔ) και η μετέπειτα απομείωση τους. Όπως συγκεκριμένα υποστήριξε, κατά την περίοδο 2009 - 2010 παρόλο που η Ελληνική οικονομία βρισκόταν κάτω από τεράστια πίεση και τα δημόσια οικονομικά της είχαν εξασθενήσει σε βαθμό μη αναστρέψιμο, η Εναγόμενη 1 και γενικά οι κυπριακές τράπεζες, ενεργώντας ριψοκίνδυνα, κερδοσκοπικά και σε πλήρη αντίθεση με τις βέλτιστες τραπεζικές πρακτικές τις οποίες θεσμικά και ηθικά όφειλαν να εφαρμόσουν, εξακολουθούσαν να αγοράζουν τα ΟΕΔ, με την Εναγόμενη 2 ως επόπτη να μην παρεμβαίνει, παρά μόνο να υποδεικνύει τον κίνδυνο. Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι η αναφορά του σε παράβαση θεσμικής υποχρέωσης της Εναγόμενης 1 με την αγορά των ΟΕΔ υπήρξε γενική κα αόριστη, αφού καμιά αναφορά έκαμε στο θεσμό ή στον κανόνα δικαίου ο οποίος απαγόρευε κατά τον ουσιώδη χρόνο τέτοιου είδους επένδυση. Το ίδιο γενική και αόριστη υπήρξε και η αναφορά του στις βέλτιστες τραπεζικές πρακτικές αφού παρέλειψε να επεξηγήσει στο Δικαστήριο κατά πόσο πρόκειται για κωδικοποιημένες πρακτικές ή ακόμα να καταθέσει το σχετικό κώδικα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι το απόσπασμα που ο ίδιος παρουσίασε από το σύγγραμμα «Lending and Securities» -Τεκμήριο 42 - αναφέρεται μεν σε βέλτιστη τραπεζική πρακτική, όμως εν σχέσει με την χορήγηση δανείων και διευκολύνσεων, όπως αναφέρει και ο ίδιος στη σελίδα 4 της Γραπτής του Δήλωσης. Καμιά αναφορά γίνεται σ' αυτό σε βέλτιστες τραπεζικές πρακτικές που εφαρμόζονται σε τραπεζικές επενδύσεις, ειδικότερα σε επενδύσεις ομολόγων. Στη Γραπτή του Δήλωση - Έγγραφο Β - αναφέρει ως ένα εκ των σοβαρών παραγόντων ο οποίος ώθησε τα εκτελεστικά στελέχη της Εναγόμενης 1 να προβούν στην τόσο μεγάλης κλίμακας επένδυση στα ΟΕΔ, τα ποσοστά υψηλών αμοιβών που είχαν από τη συγκεκριμένη επένδυση. Κάνει δε αναφορά σε «Πρωτόκολλο» που υπήρχε στην Εναγόμενη 1 για την παροχή αμοιβών στα στελέχη της. Κάνει επίσης αναφορά στην κατάθεση κάποιας κας Διογένους, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1, ενώπιον της Επιτροπής Πική, η οποία επεξήγησε ότι από το 2009 το ½ του φιλοδωρήματος των στελεχών της Εναγόμενης 1 παρεχόταν σε μετοχές της τράπεζας, τις οποίες θα έπρεπε να κρατήσουν για κάποιο χρονικό διάστημα πριν τις διαθέσουν. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι ούτε το ισχυριζόμενο Πρωτόκολλο αλλά ούτε και η κατάθεση που έδωσε η κα Διογένους ενώπιον της Επιτροπής Πική παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο η ορθότητα της θέσης του ως προς τις αμοιβές που λάμβαναν τα στελέχη της Εναγόμενης 1 και, κατ' επέκταση, ότι αυτές ήταν που τα ώθησαν να προβούν στη ρηθείσα επένδυση. Ούτε καν το πόρισμα της Επιτροπής Πική παρουσίαστηκε στο Δικαστήριο. Το γεγονός ότι ο ίδιος είχε παρακολουθήσει τις εργασίες της Επιτροπής Πική και άκουσε τα όσα κατέθεσε η κα Διογένους, δεν θα μπορούσε να μεταβάλει τα δεδομένα, τα οποία αναφέρθηκαν πιο πριν. Αναμφισβήτητα τα όσα ανωτέρω ανέφερε αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι κριτής της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ' ακοής μαρτυρία είναι το ίδιο το Δικαστήριο (Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ.2050 και Haji κ.ά. ν. Adonis Baths Mavrokolimbos Waterfalls Limited κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 192/14, ημερ. 10.5.2022), ECLI:CY:AD:2022:D181. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο στο ανωτέρω έργο του καθορίζονται στο άρθρο 27
(2)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9[1]. Στην προκειμένη περίπτωση, αφού στάθμισα όλα τα ανωτέρω κριτήρια, περαιτέρω δε αφού έλαβα σοβαρά υπόψη ότι ούτε το Πρωτόκολλο με τις σχετικές αμοιβές, ούτε και η κατάθεση που έδωσε η κα Διογένους ενώπιον της Επιτροπής Πική παρουσιάστηκαν, κατέληξα όπως μη προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο ως άνω μέρος της Γραπτής του Δήλωσης. Μια άλλη θέση της Γραπτής του Δήλωσης είναι ότι δεν επεδείχθη από τα στελέχη της Εναγόμενης 1 η αναμενόμενη επιμέλεια στην αναγνώριση και αξιολόγηση των κινδύνων και στη δημιουργία ασφαλιστικών δικλείδων στην επένδυση σε ΟΕΔ. Στη βάση δε της υπόθεσης ότι πρόκειται περί Ομολόγων χώρας μέλους της ΟΝΕ και ο κίνδυνος είναι μειωμένος, θεώρησαν ως ευκαιρία την επένδυση αυτή, η οποία ανέμεναν ότι θα τους απέφερε σημαντικό κέρδος. Από την αντίθετη πλευρά, η μάρτυρας της Εναγόμενης 1 (Μ.Υ.1) δεν αμφισβήτησε ότι η συγκεκριμένη επένδυση της Εναγόμενης 1 σε ΟΕΔ ήταν μια εμπορική πράξη η οποία απέβλεπε στην αποκόμιση κέρδους. Όπως όμως επεξήγησε, τα Ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης θεωρούνταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, ως μηδενικού ρίσκου και δεν απαιτείτο η διατήρηση κεφαλαίων γι' αυτά. Στην ουσία τύγχαναν του ιδίου χειρισμού όπως τα μετρητά, δηλαδή δεν υπήρχε απαίτηση από τις εποπτικές αρχές να διατηρείται κεφαλαιουχικό αποθεματικό για να καλύψει τυχόν ζημιές. Υποστήριξε ακόμα ότι αξιολογήθηκαν από την Εναγόμενη 1 όλοι οι κίνδυνοι, ιδιαίτερα το ότι η Ελληνική Δημοκρατία βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την υπογραφή μνημονίου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για δανειακή στήριξη στης. Όμως η απομείωση, άλλως η επέκταση του χρόνου αποπληρωμής των Ομολόγων της, δεν ήταν κάτι το οποίο θα μπορούσε να προβλεφθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού είχε προηγηθεί η υπογραφή μνημονίου για δανειακή στήριξη από άλλες χώρες της ευρωζώνης (Ιρλανδία, Πορτογαλλία, Ιταλία, Ισπανία), χωρίς να υπάρξει απομείωση των Ομολόγων τους. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η απομείωση των ΟΕΔ, ήταν κάτι το πρωτοφανές, αφού δεν υπήρχε, ούτε μέχρι σήμερα υπάρχει, άλλη χώρα στην ευρωζώνη που κατέληξε σε τέτοιο αποτέλεσμα. Αφού στάθμισα τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις, κατέληξα όπως αποδεχθώ, ως λογικότερη αυτή της Μ.Υ.
- Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη επένδυση δεν απέφερε το αναμενόμενο κέρδος, αλλά αντίθετα προκάλεσε μεγάλη ζημιά στην Εναγόμενη 1 την οποία επέφερε η απομείωση, άλλως η επέκταση της πληρωμής των ΟΕΔ, δεν υποδηλώνει, κατά την άποψη μου, ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά από τα στελέχη της Εναγόμενης 1 όλοι οι κίνδυνοι τέτοιας επένδυσης. Όπως ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 2, η επένδυση σε κρατικά Ομόλογα θεωρείται επένδυση χαμηλού ρίσκου, ανάλογα και με την οικονομία του κράτους έκδοσης τους. Δέχθηκε ακόμα ότι εκτός από την Ελλάδα, δεν υπήρξε άλλη χώρα μέλους της Ευρωζώνης της οποίας τα Ομόλογα να απομειώθηκαν ή να επιμηκύνθηκε ο χρόνος αποπληρωμής τους. Η αμέσως πιο πάνω παραδοχή του ενισχύει, κατά την άποψη μου, τη θέση της Μ.Υ.1 ότι δεν ήταν προβλεπτό κατά το χρόνο αγοράς των ΟΕΔ ότι θα μπορούσε να υπάρξει απομείωση άλλως επέκταση του χρόνου πληρωμής τους. Θεωρώ δε χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια την απάντηση που έδωσε στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι δεν ήταν προβλέψιμο ότι θα μπορούσε να γίνει απομείωση των ΟΕΔ. Η απάντηση του έχει ως ακολούθως: «Θεωρώ ότι το πρόβλημα ήταν εκεί, το χρέος της Ελλάδος ήταν εκεί και το πρόβλημα αντιμετώπισης της Ελλάδος ήταν επίσης εκεί. Οπόταν εάν λάβουμε υπόψη μας το τι εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες και τι εφαρμόζετο στην ευρωζώνη πριν τη δημιουργία της ευρωζώνης σε ευρωπαϊκές χώρες, οπότε θεωρώ ότι αυτό ήταν ενδεχομένως εκείνο το οποίο πίστευαν την εποχή εκείνη αυτοί οι, ιδιαίτερα αυτοί οι οποίοι επένδυσαν στα ομόλογα ήταν ότι αυτό δεν συνέβαινε γιατί η Ελλάδα ήταν μέρος της ευρωζώνης και δεν θα αφήνετο να γίνει αυτό το πράγμα. ...» Με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η θέση του ότι δεν επεδείχθη η αναμενόμενη επιμέλεια από τα στελέχη της Εναγόμενης 1 στην αξιολόγηση και αναγνώριση των κινδύνων και στη δημιουργία ασφαλιστικών δικλείδων στην επένδυση ΟΕΔ, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επιρρίπτει επίσης ευθύνη στην Εναγόμενη 1 επί τω ότι παρέλειψε να διαπραγματευθεί, να πωλήσει με άλλα λόγια, τα ΟΕΔ οποτεδήποτε πριν την απομείωση τους. Όπως συγκεκριμένα υποστήριξε, μια διαπραγμάτευση τους στο χρηματιστήριο οποτεδήποτε πριν την απομείωση τους θα άφηνε λιγότερη ζημιά στην Εναγόμενη 1 διότι θα πωλούνταν στην τρέχουσα χρηματιστηριακή τους αξία, η οποία θα λάμβανε υπόψη τα δεδομένα της συγκεκριμένης στιγμής και όχι αυτά που δημιουργήθηκαν με την απόφαση της απομείωσης. Η δε αξία στην οποία θα πωλούνταν θα ήταν πολύ πιο ψηλή από αυτή που κατέληξε να είναι τον Οκτώβρη του
- Αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι η άποψη του ότι η ζημιά της Εναγομένης 1 θα ήταν πολύ μικρότερη εάν τα ΟΕΔ πωλούνταν οποτεδήποτε πριν την απομείωση τους, δεν τεκμηριώθηκε από το απαιτούμενο υπόβαθρο μαρτυρίας, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο η ορθότητα της κρίσης του. Κανένας πίνακας ή άλλο στοιχείο με τις τιμές των ΟΕΔ που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσιάστηκε από αυτόν. Η αντίθετη θέση της Μ.Υ.1 ήταν ότι σε περίπτωση που τα ΟΕΔ πωλούνταν κατά την περίοδο πριν τον Οκτώβριο του 2011 που επήλθε συμφωνία με το Eurogroup, θα δημιουργείτο μεγαλύτερη ζημιά στην Εναγόμενη 1 από αυτή που είχε δημιουργηθεί με τη συμμετοχή της στην απομείωση τους, για το λόγο ότι τον Ιούλιο του 2011 οι τιμές τους ήταν ήδη σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με το ποσοστό απομείωσης των ΟΕΔ που προέβλεπε η πρώτη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Eurogroup κατά τον Ιούλιο του 2011 που ήταν της τάξης του 21% (ΡSI 1). Η συμφωνία όμως αυτή δεν ολοκληρώθηκε και οι διαβουλεύσεις της Ελλάδας με την Τρόϊκα συνεχίστηκαν. Οι τιμές τους κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2011 συνέχισαν την καθοδική τους πορεία και ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τα εκάστοτε PSI (Private Sector Involvment). Προς τεκμηρίωση δε της ως άνω θέσης της, η Μ.Υ.1 παρουσίασε πίνακα με τις τιμές τριών ενδεικτικά ομολόγων κατά την επίμαχη περίοδο - Τεκμήριο
- Αξίζει να επισημανθεί ότι η θέση της Μ.Υ.1 ότι το ποσοστό απομείωσης των ΟΕΔ κατά το ΡSI 1 του Ιουλίου 2012 ήταν 21%, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγουσών, όπως επίσης και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 47 παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Έχοντας σταθμίσει όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, κατέληξα όπως αποδεχθώ τη θέση της Μ.Υ.1 ότι σε περίπτωση που τα ΟΕΔ πωλούνταν σε οποιοδήποτε χρόνο πριν τον Οκτώβρη του 2011, η ζημιά που θα προκαλείτο στην Εναγόμενη 1 θα ήταν μεγαλύτερη από αυτή την οποία υπέστη τελικά από την απομείωση τους. Αναφορικά με τα ΟΕΔ επιρρίπτει ευθύνη και στην Εναγόμενη 2 επί τω ότι δεν παρενέβη, ως είχε καθήκον αλλά και δικαίωμα, και να απαιτήσει από την Εναγόμενη 1 περί το τέλος του 2010 ή αρχές του 2011 ή ακόμα τον Ιούλιο του 2011 που λάμβαναν χώρα οι ανεπίσημες προσπάθειες για επίτευξη συμφωνίας απομείωσης των ΟΕΔ, να τα πωλήσει, να της υποδείξει την ορθή τραπεζική πρακτική διασποράς του κινδύνου, ώστε να τον περιορίσει. Έχοντας όμως απορρίψει τη θέση του ότι η διαπραγμάτευση (πώληση) των ΟΕΔ οποτεδήποτε πριν την απομείωση τους θα άφηνε πολύ μικρότερη ζημιά στην Εναγόμενη 1 απ' ότι η απομείωση τους, θεωρώ ότι ορθά η Εναγόμενη 2 δεν παρενέβη και να απαιτήσει από την Εναγόμενη 1 να τα πωλήσει κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρθηκε πιο πάνω, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι η Εναγόμενη 2 είχε τέτοιο καθήκον ή δικαίωμα, δυνάμει της Νομοθεσίας η οποία βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Θεωρώ όμως ορθό να παραθέσω αυτούσια την απάντηση που έδωσε στην υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης 2 ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε εξουσία να απαιτήσει από την Εναγόμενη 1 να πωλήσει τα ΟΕΔ καθότι αυτό θα συνιστούσε παρέμβαση στις επενδυτικές αποφάσεις της διεύθυνσης της τράπεζας. Η απάντηση του ήταν η ακόλουθη: «Η θέση μου είναι ότι ένα από τα καθήκοντα της Κεντρικής Τράπεζας είναι να διασφαλίσει το χρηματοπιστωτικό της σύστημα και η παρέμβαση φυσικά προς την κατεύθυνση αυτήν. Εάν η Κεντρική Τράπεζα αναγνώριζε έγκαιρα την έκθεση η οποία υπήρχε στην επένδυση ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου τότε πιστεύω θα μπορούσε να επέμβει μόνο και μόνο, δεν είμαι νομικός αλλά από την ευχέρεια την οποία της παρέχει ή της παρείχε η τότε νομοθεσία για να σταθεροποιήσει η προστασία του χρήματος των καταθετών, η προστασία ακόμα και των ίδιων των επενδυτών των μετοχών αλλά και των ομολόγων της Τράπεζας. Η αμέσως πιο πάνω απάντηση του, ειδικά δε η παραδοχή του ότι δεν είναι νομικός, καθιστά εμφανές ότι η άποψη του σε εκ του νόμου καθήκον της Εναγόμενης 2 να επέμβει προς το σκοπό της προστασίας του «χρήματος των καταθετών», εκφεύγει του πεδίου της ειδικότητας του ως οικονομολόγου. Επιρρίπτει ακόμα ευθύνη στις Εναγόμενες 2 και 3 επί τω ότι παρέλειψαν να αξιολογήσουν και διαγνώσουν τις επιπτώσεις από την απομείωση των ΟΕΔ στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα, ως όφειλαν να διαγνώσουν, σε αντίθεση με την Ελληνική Κυβέρνηση η οποία κατάφερε να εξασφαλίσει στήριξη του τραπεζικού της συστήματος και ουσιαστική θωράκιση του, ύψος 48 δις. Χαρακτηριστικά αναφέρει στη γραπτή του δήλωση «.. δυστυχώς η Κυπριακή κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τους κινδύνους και τις συνέπειες της απόφασης αυτής για τις Κυπριακές συστημικές τράπεζες και τις αντίστοιχες επιπτώσεις στην Κυπριακή οικονομία και ως αποτέλεσμα δεν ζήτησε καμία απολύτως βοήθεια για τη στήριξη του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος, το οποίο ήταν έντονα εκτεθειμένο, ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό από Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα στα ΟΕΔ». Όπως επίσης ανέφερε κατά την αντεξέταση του, η Κύπρος θα έπρεπε να είχε ζητήσει την στήριξη των Κυπριακών Τραπεζών, όπως είχε ζητήσει η Ελλάδα. Στην αντίπερα όχθη, ο μάρτυρας της Εναγόμενης 3 (Μ.Υ.3) αντεξεταζόμενος επί του συγκεκριμένου ζητήματος, προέβαλε ως λόγο για τον οποίο δεν είχε ζητηθεί από πλευράς κυπριακής κυβέρνησης κατά τις διαπραγματεύσεις για την απομείωση των ΟΕΔ, η στήριξη των κυπριακών τραπεζών, σε αντίθεση με την ελληνική κυβέρνηση, το ότι δεν μπορούσε να ζητηθεί κάτι τέτοιο, επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία δεν βρισκόταν τότε σε μνημόνιο, ενώ αντίθετα η Ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη υπογράψει μνημόνιο, θέση η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγουσών. Από την άλλη, θα ήθελα να αναφέρω ότι η άποψη του μάρτυρα (Μ.Ε.2) ότι η κυπριακή κυβέρνηση όφειλε να ζητήσει βοήθεια για στήριξη των κυπριακών τραπεζών συνεπεία της ζημιάς που υπέστηκαν από την απομείωση των ΟΕΔ, φαίνεται να μη συμφωνεί με την άποψη του κ. Χαραλάμπους, οικονομολόγου, την οποία εξέφρασε ενώπιον της Επιτροπής Πική, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος θα έπρεπε να αποταθεί αμέσως μετά το «κούρεμα» των ΟΕΔ στο μηχανισμό στήριξης με τη βάσιμη προσδοκία ότι θα επιδεικνυόταν ελαστικότητα στην επιβολή όρων. Η ως άνω άποψη του κ. Χαραλάμπους, την οποία ο ίδιος ο μάρτυρας παραθέτει στη Γραπτή Δήλωση του (σελ. 29 - 30) καθιστά εμφανές, κατά την ταπεινή μου άποψη, το ότι δεν ήταν δυνατό να ζητηθεί οικονομική βοήθεια εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης για στήριξη των κυπριακών τραπεζών, έξω από τα πλαίσια μνημονίου συναντίληψης με τους διεθνείς δανειστές, στο οποίο βρισκόταν ήδη η ελληνική κυβέρνηση, γι' αυτό και της είχε παραχωρηθεί οικονομική βοήθεια για στήριξη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα όσα έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω, με οδηγούν αναπόφευκτα και στην απόρριψη του ισχυρισμού του ότι ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας μετέβηκε στη διαπραγμάτευση για επιμήκυνση του Ελληνικού δημοσίου χρέους (PSI) χωρίς την ελάχιστη τεχνοκρατική υποστήριξη και βοήθεια από την πλευρά της Εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα, μοιραία, να αποδεχθεί τη συμμετοχή των Κυπριακών Τραπεζών στη διαδικασία για την απομείωση του Ελληνικού χρέους και, κατ' επέκταση, των ΟΕΔ, χωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα στήριξης του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Υποστηρίζει επίσης στη Γραπτή του Δήλωση ότι αν η Εναγόμενη 1 πληρούσε τις οδηγίες της Εναγόμενης 2, δεν θα χρειαζόταν να εφαρμοστούν σ' αυτήν μέτρα εξυγίανσης. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει, το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 κατά την 31.12.2012 υστερούσε σημαντικά των εποπτικών απαιτήσεων, δηλαδή δεν πληρούσε τις οδηγίες της Εναγόμενης 2, αποτελεί απόδειξη της δικής της ευθύνης για την ανάγκη τελικά εξυγίανσης της. Τα όσα ανωτέρω υποστήριξε δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Όπως ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, η Εναγόμενη 1 για όλα τα έτη τηρούσε τον ελάχιστο εποπτικό δείκτη που η Εναγόμενη 2 απαιτούσε να τηρείται μετά την αξιολόγηση SREP (Supervisory Review and Evaluation Process) που, όπως επεξηγήθηκε, είναι η διαδικασία αξιολόγησης, με βάση την οποία καθορίζεται ο ελάχιστος εποπτικός δείκτης που απαιτείται να τηρεί μια τράπεζα κατά τον αμέσως επόμενο της αξιολόγησης χρόνο. Σύμφωνα δε όσα αδιαμφισβήτητα κατέθεσε ο Μ.Υ.2, οι προκαταρκτικοί δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης 1 κατά την 31.12.2012 παρουσίασαν σημαντική μείωση σε σχέση με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στις 30.9.2012 λόγω των αυξημένων προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που διενεργήθηκαν το τελευταίο τρίμηνο του
- Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι, όπως ο ίδιος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, η απομείωση των ΟΕΔ δεν ήταν η μοναδική ζημιά της Εναγόμενης 1 τη δεδομένη στιγμή. Άλλοι ζημιογόνοι παράγοντες ήταν η έκρηξη στο Μαρί καθώς και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε Ελλάδα και Κύπρο. Πέραν από την επένδυση στα ΟΕΔ, ψέγει επίσης την Εναγόμενη 1 για τις πρακτικές τις οποίες ακολουθούσε στη χορήγηση δανείων, χωρίς να δίνεται επαρκής σημασία στη ρευστότητα και την ικανότητα του χρεώστη να αποπληρώσει. Στις σελίδες 37 και 38 της Γραπτής του Δήλωσης καταγράφεται μια σειρά από μεγάλα δάνεια τα οποία είχαν χορηγηθεί σε εταιρείες, στα οποία, κατά τη θέση του, υπήρχαν «επισφάλειες». Όλα αυτά φυσικά, δεν ήταν το αποτέλεσμα δικής του έρευνας ή μελέτης αλλά συνιστούν μέρος των όσων κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Πική κάποιος κ. Ηρακλέους, τον οποίο περιγράφει ως υπεύθυνο της Υπηρεσίας Πιστωτικού Κινδύνου της Εναγομένης
- Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ούτε η κατάθεση του ως άνω προσώπου παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά ούτε και τα πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Πική. Από τη στιγμή που δεν αποτελούν το αντικείμενο δικής του έρευνας ή μελέτης, το λογικά αναμενόμενο ήταν ότι τουλάχιστον θα παρουσιάζονταν τα πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Πική. Η απλή μεταφορά στη Γραπτή του Δήλωση των όσων ο ίδιος παρακολούθησε και άκουσε στη συνεδρία της Επιτροπής Πική δεν διαφοροποιεί το χαρακτήρα των ως άνω δηλώσεων ως εξ ακοής μαρτυρίας. Ούτε και το γεγονός ότι η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 δεν αμφισβήτησε ότι όλα τα ανωτέρω κατατέθηκαν από το συγκεκριμένο πρόσωπο ενώπιον της Επιτροπής Πική, απλά του υποβλήθηκε ότι είναι άσχετα με το επίδικο ζήτημα, δεσμεύει το Δικαστήριο να αποδεχθεί την ορθότητα τους. Από τη στιγμή που ο ίδιος θεωρεί την παραχώρηση των ανωτέρω μεγάλων δανείων ως ένα από τους παράγοντες που διάβρωσαν την ποιότητα του χαρτοφυλακίου της Εναγόμενης 1 και οδήγησαν στην ανάγκη εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης σ' αυτήν, το λογικά αναμενόμενο ήταν ότι θα παρουσιαζόταν ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου το ανωτέρω αναφερόμενο πρόσωπο, ώστε να είχε την ευκαιρία η πλευρά της υπεράσπισης να το υποβάλει σε αντεξέταση και, κατ' αυτό τον τρόπο, να ελεγχθεί η ορθότητα των όσων θα κατέθετε. Αξίζει να αναφερθεί ότι καμιά δικαιολογία δόθηκε από πλευράς Εναγουσών για την παράλειψη τους να κλητεύσουν και παρουσιάσουν το ως άνω πρόσωπο στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπό το φως των όσων έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο αποφάσισε όπως μη προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο ανωτέρω μέρος της μαρτυρίας του. Για τους ίδιους βασικά λόγους δεν θα μπορούσε να δοθεί βαρύτητα ούτε και στις θέσεις του ότι οι τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, είχαν προχωρήσει σε μια τεράστια πιστωτική επέκταση χορηγώντας δάνεια με την παροχή εξασφάλισης ακινήτων μόνο, χωρίς να εξετάζεται αυστηρά η δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων από τους δανειολήπτες. Ούτε σ' αυτή την περίπτωση αποκάλυψε στο Δικαστήριο αν ήταν το αποτέλεσμα δικής του έρευνας ή μελέτης ή ακόμα τις πηγές από τις οποίες άντλησε τις ως άνω πληροφορίες. Το ότι αναφέρθηκε σε μια προσωπική του εμπειρία όπου ο τραπεζίτης του του έλεγε ότι υπήρχε έτοιμο δάνειο ύψους €30.000 για να του παραχωρηθεί , δεν ήταν, κατά την άποψη μου, αρκετό για να αποκαλύψει τις πηγές από τις οποίες άντλησε την όλη πληροφόρηση του. Επί του ζητήματος της προσφυγής της Κυπριακής Δημοκρατίας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, της επιρρίπτει ευθύνη επί τω ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος, ισχυριζόμενος ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα έπρεπε να αποταθεί το αργότερο από τα τέλη του 2011, οπωσδήποτε αρχές του
- Ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του ως προς κατά πόσο η Κυπριακή Δημοκρατία θα έπρεπε να παραβλέψει τα τρία στάδια τα οποία προνοούνται στη Συμφωνία των Αρχηγών Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τεκμήριο 18 - και να υποβληθεί απευθείας αίτημα για οικονομική στήριξη της ανακεφαλαιοποίησης της Εναγόμενης 1, πριν της δοθεί η δυνατότητα να ανακεφαλαιοποιηθεί με ίδια μέσα, απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας όμως ότι η Εναγόμενη 1 προσπάθησε αλλά δεν μπόρεσε να ανακεφαλαιοποιηθεί. Ερωτηθείς πότε είχε προσπαθήσει, απάντησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς την ημερομηνία, αυτό όμως δεν είχε σημασία επειδή το κράτος δεν μπορούσε να αντλήσει κεφάλαια για να στηρίξει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Τα όσα ανωτέρω προέβαλε για να στηρίξει την άποψη του ότι υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας να προσφύγει στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, καταρρίπτονται από το ενώπιον μου αδιαμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό. Όπως ειδικότερα διαφάνηκε, μόλις στις 26.6.2012 η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 ότι δεν κατάφερε να καλύψει πλήρως με ίδια μέσα το κεφαλαιακό της έλλειμμα, αφού πρώτα της δόθηκε η δυνατότητα να καλυφθεί από την ίδια, σε πλήρη συμμόρφωση με τα όσα προέβλεπε η Συμφωνία των Αρχηγών των Κρατών Μελών - Τεκμήριο 18 - πριν την υποβολή αιτήματος για ανακεφαλαιοποίηση της με κρατική στήριξη. Είναι λοιπόν φανερό ότι το αίτημα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης υποβλήθηκε στον κατάλληλο χρόνο. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι, όπως δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, μόλις το Μάρτιο του 2012 κατέστη δυνατό να διακριβωθεί η πραγματική ζημιά της Εναγόμενης 1 από την απομείωση των ΟΕΔ. Ερωτηθείς στη συνέχεια αν θεωρεί ότι υπήρξε καθυστέρηση από το Μάρτιο του 2012 μέχρι την υποβολή του αιτήματος στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, απάντησε ότι ακόμα κι αν θεωρήσει ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση, εντούτοις στη συνέχεια υπήρξε τεράστια ολιγωρία εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης η οποία δεν ανταποκρινόταν ουσιαστικά στις διαπραγματεύσεις, οι διαδικασίες κινούνταν πολύ αργά, η δε πολιτική της τότε κυβέρνησης, ήταν να το «πάρει παρακάτω», να μην υπογράψει η ίδια το μνημόνιο, αλλά η επόμενη κυβέρνηση που θα εκλεγόταν στις επικείμενες τότε εκλογές. Όταν ρωτήθηκε αν ο ίδιος έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις, απάντησε αρνητικά, ισχυριζόμενος όμως ότι αυτό το έχουν δηλώσει κρατικοί αξιωματούχοι, όπως για παράδειγμα ο τότε γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών. Τα όσα ανωτέρω ανέφερε, σε καμιά περίπτωση αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να στηρίξει την άποψη του ότι σκόπιμα η τότε κυπριακή κυβέρνηση δεν ανταποκρινόταν στις διαπραγματεύσεις ώστε να μην υπογράψει η ίδια το μνημόνιο. Είναι φανερό ότι οι ως άνω απόψεις του δεν βασίστηκαν σε δική του έρευνα ή μελέτη αλλά σε δηλώσεις τρίτων προσώπων, συγκεκριμένα των τότε κρατικών αξιωματούχων. Πέραν του ότι τα πρόσωπα στα οποία απέδωσε τις ως άνω δηλώσεις δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσουν, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη παρουσίαση τους, δεν έχουν καν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι ίδιες οι δηλώσεις, ώστε να μπορούσε να ελεγχθεί η ορθότητα των ισχυρισμών του. Ούτε και έχει διευκρινίσει πότε επακριβώς είχαν γίνει, ούτε αν επρόκειτο περί προφορικών ή γραπτών δηλώσεων. Ψέγει επίσης την Εναγόμενη 3 και της επιρρίπτει ευθύνη για την απομείωση των καταθέσεων των Εναγουσών επί τω ότι δεν είχε πάρει έγκαιρα μέτρα για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, περιορίζοντας τα έξοδα του δημόσιου τομέα, παρά το ότι είχε δεσμευτεί με την υπογραφή της Συνθήκης των Βρυξελών - Τεκμήριο 21 - κατά την 2.3.2012 να το μειώσει μέχρι το τέλος του 2012 στο 2,5% στη συνέχεια στο 0,5% το 2013 για να καταλήξει σε μηδενικό έλλειμμα το
- Κατά την άποψη του, ο στόχος αυτός ήταν εφικτός αν η κυβέρνηση (Εναγόμενη 3) υλοποιούσε μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση, κάτι το οποίο όμως δεν έκαμε. Όπως ειδικότερα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση: «Το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων της Κυβέρνησης αφορούσε το κρατικό μισθολόγιο, και γι' αυτό άρχισαν οι συζητήσεις με τις κύριες συντεχνίες, την ΠΑΣΥΔΥ, την ΠΕΟ και τη ΣΕΚ για περιορισμό της έκτασης των αυξήσεων και την λήψη μέτρων που σχεδίαζε η κυβέρνηση να επιβάλει σε περίπτωση ανάγκης. Οι συζητήσεις αυτές συνεχίστηκαν για περίοδο περίπου 10 μηνών χωρίς να υπάρξουν οποιαδήποτε ουσιαστικά αποτελέσματα, κάτι που είχε τραγικές συνέπειες στην κατοπινή προσπάθεια αποφυγής πτώχευσης του Κράτους.» Ούτε σ' αυτή την περίπτωση αποκαλύπτει το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζονται οι ως άνω θέσεις του, ειδικότερα κατά πόσο ήταν το αντικείμενο δικής του έρευνας ή μελέτης. Περαιτέρω, για να στηρίξει την ως άνω θέση του, παραπέμπει στο κατατεθέν από το Μ.Ε.1 - Τεκμήριο
- Το έγγραφο αυτό περιγράφεται ως «συνέντευξη τύπου του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια με θέμα την εσωτερική διακυβέρνηση», φέρεται δε να εκδόθηκε από την Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα. Κατά τον ίδιο, με την ως άνω συνέντευξη του, ο Πρόεδρος Χριστόφιας αναιρούσε τη δέσμευση που είχε αναλάβει με την υπογραφή της ως άνω συνθήκης για την υποχρέωση ισοσκελισμένων δημόσιων λογαριασμών. Η πρώτη μου παρατήρηση είναι ότι το ως άνω έγγραφο δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία, ούτε μπορεί να διακριβωθεί από το περιεχόμενο του η ημερομηνία κατά την οποία παραχωρήθηκε η ως άνω συνέντευξη. Ο ίδιος φυσικά στην Γραπτή του Δήλωση αναφέρει ότι δημοσιεύτηκε στο Αρχείο Δελτίου Τύπου ημερομηνίας 2.6.
- Δεν υπάρχει όμως μαρτυρία ότι η ημερομηνία κατά την οποία παραχωρήθηκε συμπίπτει με την ημερομηνία δημοσίευσης της στο Αρχείο Δελτίου Τύπου. Κατά δεύτερο, δεν θα μπορούσα να συμμεριστώ τη θέση του ότι με την ως άνω συνέντευξη του ο κ. Χριστόφιας αναιρούσε τη δέσμευση που είχε αναλάβει με την υπογραφή της συνθήκης των Βρυξελών για τη λήψη μέτρων προς το σκοπό της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος. Αξίζει να επισημανθεί ότι σε κάποιο σημείο των δηλώσεων του αναφέρει επί λέξη «Όταν ο Πρόεδρος . και του είπε ότι δεν θα λάβουμε ΑΛΛΑ μέτρα τα οποία θα πλήξουν τους εργαζόμενους ..» Στην ίδια παράγραφο διαβεβαιώνει ξανά ότι δεν θα ληφθούν ΑΛΛΑ μέτρα που θα κουτσουρεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων. Το λεκτικό νόημα το οποίο μεταδίδει η αναφορά του σε μη λήψη ΑΛΛΩΝ μέτρων είναι, κατά την άποψη μου, ότι είχαν ήδη ληφθεί μέτρα και δεν επρόκειτο να ληφθούν άλλα. Πέραν της αναφοράς του στο Τεκμήριο 24, για να στηρίξει τις ως άνω θέσεις του, κάνει επίσης αναφορά στα όσα κατέθεσε ο τότε Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών κ. Πατσαλίδης ενώπιον της Επιτροπής Πική, ο οποίος, όπως αναφέρει στη Γραπτή του Δήλωση, περιέγραψε την κατηφορική πορεία της Κυπριακής Οικονομίας και αναφέρθηκε σε κομβικά σημεία των αξιολογήσεων. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην ως άνω καταγραφόμενη στη Γραπτή του Δήλωση εξ ακοής μαρτυρία. Επισημαίνω ότι καμιά δικαιολογία ή επεξήγηση δόθηκε από πλευράς Εναγουσών ως προς το λόγο για τον οποίο το πρόσωπο στο οποίο αποδίδονται οι ως άνω δηλώσεις, δεν κλητεύθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου, ώστε να δινόταν η ευκαιρία στη υπεράσπιση να τον αντεξετάσει επί της ορθότητας των δηλώσεων του. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ούτε και το έγγραφο - Τεκμήριο 20 - το οποίο αποτελεί άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα Sigmalife ημερομηνίας 11.11.
- Το άρθρο αυτό κάνει αναφορά σε «τελεσίγραφο», όπως το αποκαλεί, της Κομισιόν προς την Κύπρο για επιβολή συγκεκριμένων μέτρων, ώστε να διασφαλιστεί η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω του 3% του ΑΕΠ μέχρι το
- Αναμφισβήτητα το συγκεκριμένο έγγραφο συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, μάλιστα όχι πρώτου βαθμού, αφού σχολιάζει ισχυριζόμενο μήνυμα, άλλως «τελεσίγραφο» της Κομισιόν προς την Κύπρο, χωρίς καν να παρουσιάζεται το ίδιο το μήνυμα, ώστε να καθίστατο εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο της ορθότητας των όσων αναφέρονται στο υπό αναφορά δημοσίευμα. Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του. Μια άλλη θέση την οποία προβάλλει στην γραπτή του δήλωση είναι ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 γνώριζαν από το χρόνο που διαπραγματεύονταν το προκαταρκτικό μνημόνιο με τους διεθνείς δανειστές ότι δεν θα εγκρίνετο το ποσό που απαιτούσε η Εναγόμενη 3 για την εξυγίανση των τραπεζών για τους λόγους που προέβαλαν η Γερμανία και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, γι' αυτό όφειλαν να σταματήσουν να ισχυρίζονται ότι οι Τράπεζες θα ανακεφαλαιώνονταν από το μνημονιακό δάνειο. Όταν όμως ετοίμασαν το Νομοσχέδιο για την εξυγίανση των τραπεζών γνώριζαν ότι η ανακεφαλαιοποίηση τους θα πραγματοποιείτο με ίδια μέσα. Με κάθε σεβασμό προς το μάρτυρα, η θέση του ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 γνώριζαν εκ των προτέρων ότι το ποσό για την εξυγίανση των τραπεζών δεν θα εγκρίνετο από τους διεθνείς δανειστές είναι παντελώς αυθαίρετη. Το γεγονός και μόνο ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 από το τέλος του 2012 επεξεργάζονταν το νομοσχέδιο για την εξυγίανση των τραπεζών, με βάση ρητή πρόνοια που προκαταρκτικού μνημονίου, δεν υποδηλώνει ότι ήταν ενήμερες ότι δεν θα παραχωρείτο το ποσό που είχε ζητηθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και ότι η ανακεφαλαιοποίηση τους, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, θα γινόταν με ίδια μέσα (bail in). Ούτε καν προσδιορίζεται στη γραπτή του δήλωση ο χρόνος κατά τον οποίο η Γερμανία και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προέβαλαν ενστάσεις στην παραχώρηση ολόκληρου του ποσού του δανείου που είχε αιτηθεί η Εναγόμενη
- Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία σχολιάζεται πιο κάτω, σύμφωνα με την οποία το προκαταρκτικό μνημόνιο μιλούσε ξεκάθαρα για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το δάνειο που θα εξασφάλιζε η Εναγόμενη 3 από τους διεθνείς δανειστές, ουδέποτε δε είχε τεθεί ζήτημα απομείωσης καταθέσεων για σκοπούς ανακεφαλαιοποίησης ή διάσωσης των τραπεζών. Παραπέμπω και στη μαρτυρία του Μ.Υ.3, η οποία επίσης σχολιάζεται πιο κάτω, σύμφωνα με την οποία ο λόγος για τον οποίο δεν παραχωρήθηκε τελικά το ποσό που είχε ζητηθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών ήταν η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην ευρωζώνη κατά τον Μάρτιο του
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να κάμω αποδεκτή τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων της υπεράσπισης. Η Μ.Υ.1 άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Κρίνεται ως αντικειμενική, αμερόληπτη και χωρίς προσωπικό συμφέρον την έκβαση της υπόθεσης. Απάντησε σε οτιδήποτε της ζητήθηκε με ευθύτητα, λιτότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια και πειστικότητα τους λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη 1 προέβηκε στην τόσο μεγάλης κλίμακας επένδυση σε ΟΕΔ, παρά το ότι η ελληνική κυβέρνηση βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την Τρόϊκα για την υπογραφή μνημονίου για δανειακή στήριξη της. Περαιτέρω, επεξήγησε με την ίδια πειστικότητα και τεκμηρίωσε τους λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη 1 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση (πώληση) των ΟΕΔ στο χρηματιστήριο στο χρόνο πριν από την απομείωση τους. Περαιτέρω το Δικαστήριο, ως έχει ήδη αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, έκαμε αποδεκτή και τη θέση της ότι η απομείωση των ΟΕΔ δεν ήταν κάτι το οποίο θα μπορούσε να προβλεφθεί κατά το χρόνο που λήφθηκε η απόφαση για την αγορά τους, αφού είχε ήδη προηγηθεί η υπογραφή μνημονίου για δανειακή στήριξη άλλων χωρών της Ευρωζώνης, χωρίς να υπάρξει απομείωση των ομολόγων τους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Την ίδια θετική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και ο Μ.Υ.
- Πρωτίστως αποδέχομαι ότι έχει τα προσόντα καθώς και την εμπειρογνωμοσύνη που τον καθιστούν ειδικό επί θεμάτων εξυγίανσης. Θα πρέπει να αναφέρω ότι ούτε τα προσόντα αλλά ούτε και η εμπειρογνωμοσύνη του αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγουσών. Επεξήγησε πλήρως και τεκμηρίωσε την άποψη του ότι σε περίπτωση που δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης στην Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και, αντ' αυτών, τίθετο σε εκκαθάριση, οι καταθέτες της, μεταξύ των οποίων και οι Ενάγουσες, θα βρισκόταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν στην οποία βρέθηκαν με τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης, άποψη την οποία αποδέχομαι ανεπιφύλακτα. Θα πρέπει να επισημάνω ότι επεξήγησε ένα προς ένα τους λόγους για τους οποίους οι καταθέτες της Εναγόμενης 1 θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση. Επεξήγησε ακόμα πολύ πειστικά τις συνθήκες υπό τις οποίες είχαν πωληθεί τα καταστήματα της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα. Όπως συγκεκριμένα ανέφερε, η πώληση τους είχε τεθεί ως προϋπόθεση από τους δανειστές της Κύπρου, για την έγκριση του προγράμματος οικονομικής στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε περίπτωση δε που η κυβέρνηση δεν συναινούσε στην πώληση, οι διαπραγματεύσεις με την Τρόικα για τον καταρτισμό του τελικού μνημονίου συναντίληψης θα διακόπτονταν με συνεπακόλουθο την άτακτη χρεοκοπία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επεξήγησε επίσης το λόγο ο οποίος επέβαλε τη διενέργεια, πριν την υπογραφή του τελικού μνημονίου, εξειδικευμένου ελέγχου, τον οποίο ανέλαβε η εταιρεία Pimco, που ήταν ο υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, οι οποίες δεν μπορούσαν να υπολογιστούν εκ των προτέρων, σε αντίθεση με τις ανάγκες του δημοσιονομικού τομέα, οι οποίες μπορούσαν να υπολογιστούν. Όπως δε επεξήγησε, ο ίδιος διαγνωστικός έλεγχος είχε διενεργηθεί και στις άλλες χώρες μέλη, οι οποίες είχαν ζητήσει δάνειο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας για στήριξη του χρηματοπιστωτικού τους τομέα, δηλαδή των τραπεζών, άποψη την οποία αποδέχομαι. Περαιτέρω αποδέχομαι ανεπιφύλακτα και τη θέση του ότι σκοπός του διαγνωστικού ελέγχου δεν ήταν η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του δανείου το οποίο είχε αιτηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στο οποίο περιλαμβανόταν και το ποσό για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, όπως του είχε υποβληθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγουσών. Επεξήγησε πολύ πειστικά ότι στο προκαταρκτικό μνημόνιο που είχε συμφωνηθεί με την Τρόϊκα - Τεκμήριο 26 - προβλέπετο ποσό €10 δις για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αυτός δε ήταν και ο λόγος για τον οποίο είχε υπογραφεί το προκαταρκτικό μνημόνιο, ώστε να διαπιστώνονταν οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών πριν την υπογραφή του τελικού μνημονίου. Κατά την αντεξέταση του, έγινε προσπάθεια από πλευράς ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγουσών να αντικρούσει την ως άνω θέση του, παραπέμποντας τον στην παρ.1.10 του προκαταρκτικού μνημονίου - Τεκμήριο 26, ειδικότερα στην πρόνοια «the provision of capital from the facility will be in line with EU state - aid rules and will be disbursed in consultation with the EC, the ECB and the INF». Όπως του υπεβλήθη από τον κ. Θεοφίλου, η φράση «in line with EU state - aid rules» σημαίνει ότι το δάνειο δεν θα παραχωρείτο αν δεν ήταν βιώσιμο. Ο μάρτυρας απέρριψε την ως άνω υποβολή, προσφερόμενος να επεξηγήσει τι είναι τα "state - aid rules", χωρίς όμως να του ζητηθεί κάτι τέτοιο από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγουσών. Το θέμα είχε λήξει εκεί. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι η θέση του ότι ο σκοπός του διαγνωστικού ελέγχου ήταν ο υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του προκαταρκτικού μνημονίου, ειδικότερά από την πρόνοια στην παρ.1.10 ότι «The exact amount per bank will be determined in the due diligence exercise». Αποδέχομαι ακόμα το λόγο τον οποίο προέβαλε για τον οποίο το ποσό που απαιτείτο για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν παραχωρήθηκε τελικά, που ήταν η αλλαγή γνώμης των διεθνών δανειστών εν σχέσει με τη βιωσιμότητα του δανείου που θα παραχωρείτο. Ακόμα επεξήγησε το λόγο για τον οποίο η Εναγόμενη 2 δεν μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε μέτρα από το 2011, πριν παρέλθει η προθεσμία που είχε ταχθεί στην Εναγόμενη 1 για ανακεφαλαιοποίηση με δικούς της πόρους, με βάση τη σύσταση (recommendation) της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών προς τις εθνικές αρχές να απαιτήσουν από τις τράπεζες να καλύψουν το κεφαλαιακό τους έλλειμμα μέχρι τον Ιούνιο του
- Πέραν των πιο πάνω, επεξήγησε με πολύ πειστικό τρόπο το λόγο για τον οποίο αποστάληκε εκ μέρους της Εναγόμενης 2 η επιστολή ημερομηνίας 11.2.2013 - Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του του υπεβλήθη ότι η Εναγόμενη 2 σκόπιμα απέστειλε την ως άνω επιστολή ώστε να παραπλανήσει τους καταθέτες να μη μετακινήσουν τις καταθέσεις τους από την Εναγόμενη
- Η θέση των Εναγουσών περί σκοπιμότητας αποστολής της, βασίστηκε στο ότι η Εναγόμενη 2 σε συνεργασία με την Εναγόμενη 3 επεξεργάζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο το νομοσχέδιο για την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων, το οποίο περιελάμβανε πρόνοια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με ίδια μέσα (bail in), το οποίο αργότερα, σε χρόνο προς την απομείωση των καταθέσεων, θεσπίστηκε ως νόμος. O μάρτυρας απέρριψε την ως άνω υποβολή επεξηγώντας ότι το προκαταρκτικό μνημόνιο - Τεκμήριο 26 - μιλούσε ξεκάθαρα για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με κρατική στήριξη, συγκεκριμένα από δάνειο που θα εξασφάλιζε η Εναγόμενη 3 από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ουδέποτε δε είχε τεθεί ζήτημα απομείωσης καταθέσεων για σκοπούς ανακεφαλαιοποίησης ή διάσωσης των τραπεζών, θέση την οποία αποδέχομαι ανεπιφύλακτα. Την ίδια θετική εντύπωση άφησε στο Δικαστήριο και ο Μ.Υ.
- Κρίνεται ως ειλικρινής, αντικειμενικός και αμερόληπτος. Έδωσε πειστικές εξηγήσεις, χωρίς να υπερβάλει ή να παραποιήσει τα γεγονότα στα οποία είχε εμπλοκή ως εκ της θέσεως του, ώστε να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση της Εναγόμενης
- Αποδέχομαι τη θέση του ότι ο σκοπός του διαγνωστικού ελέγχου της Pimco ήταν να καθοριστεί το ποσό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, γι' αυτό και το ποσό των €10 δις που προνοείται στην παρ. 1.10 του Τεκμηρίου 26 ήταν «σε αγκύλες» Η θέση αυτή συνάδει απόλυτα και με τη θέση του Μ.Υ.2 ως προς το σκοπό για τον οποίο είχε γίνει ο διαγνωστικός έλεγχος της Pimco. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην παράγραφο 10 της Γραπτής του Δήλωσης αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η μελέτη της Pimco περιλάμβανε μια ανασκόπηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης και της ανθεκτικότητας των κυπριακών τραπεζών για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών αναγκών ανά τράπεζα, η οποία θα καταδείκνυε κατά πόσο οι τράπεζες ήταν βιώσιμες και επιλέξιμες για κρατική ενίσχυση μέσω εισφοράς κεφαλαίου, ή στην περίπτωση που δεν ήταν βιώσιμες, οι τράπεζες θα υπάγονταν σε αναδιάρθρωση, συρρίκνωση ή εξυγίανση σύμφωνα με το εθνικό πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης τραπεζών που θα αναπτυσσόταν σύμφωνα με το σχέδιο πρότασης οδηγίας το οποίο από τον Ιούνιο του 2012 βρισκόταν υπό συζήτηση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο εγκρίθηκε αργότερα ως οδηγία για την ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων. Δεν θεωρώ όμως τα όσα ανωτέρω αναφέρει, βρίσκονται σε αντίθεση με τη θέση του ότι ο σκοπός του διαγνωστικού ελέγχου της Pimco ήταν να καθοριστεί το ποσό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ίδιο το προκαταρκτικό μνημόνιο που υπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία με την Τρόϊκα - Τεκμήριο 26 - ρητά προέβλεπε την παραχώρηση ποσού μέχρι €10 δις για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Επεξήγησε επίσης πολύ πειστικά το λόγο για τον οποίο δεν παραχωρήθηκε τελικά το ποσό των €10 δις από τους διεθνείς δανειστές, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, μέχρι το Μάρτιο του 2013 άλλαξαν οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ευρωζώνη και άρχισε να διαφαίνεται μια τάση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και κάποιες χώρες της Ευρωζώνης, πρωτοστατούσης της Γερμανίας, να μην παραχωρηθεί ολόκληρο το αιτούμενο ποσό του δανείου, επειδή το δημόσιο χρέος δεν θα ήταν βιώσιμο. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία είχε αποκλειστεί από τις διεθνείς χρηματαγορές, η προσφυγή σε μνημονιακό δάνειο, ήταν μια εκ των εναλλακτικών εισηγήσεων των τεχνοκρατών του Υπουργείου Οικονομικών προς την κυβέρνηση της Εναγόμενης
- Επεξήγησε δε πολύ πειστικά το λόγο που τελικά προτιμήθηκε από την κυβέρνηση ο δανεισμός από τη Ρωσία, αντί της υποβολής αιτήματος για εξασφάλιση δανείου από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης. Ο λόγος ήταν η έκρηξη στο Μαρί τον Ιούλιο του 2011 που επέφερε μεγάλο οικονομικό πλήγμα και κατέστησε αναγκ