CROSS LINE INVESTMENTS LTD ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού Διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 5423/13, 2409/14, 818/16 και 820/16, 11/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 5423/13, 2409/14, 818/16 και 820/16 Αρ. Αγωγής: 5423/13 Μεταξύ: TYNIANS VALERY, από τη Ρωσία Ενάγοντα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, από τη Λεμεσό
- Άντρης Αντωνιάδου από τη Λευκωσία, φ/δι Κεντρικά γραφεία Εναγόμενης 1, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 30/10/2015 Αρ. Αγωγής: 5423/13 Μεταξύ: TYNIANS VALERY, από τη Ρωσία Ενάγοντα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού διαχειριστή της κου Κρις Παύλου, από τη Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 12/09/2017 Αρ. Αγωγής: 5423/13 Μεταξύ: TYNIANS VALERY, από τη Ρωσία Ενάγοντα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου, από τη Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 2409/14 Μεταξύ: LEBEDEVA SVETLANA, από τη Λεμεσό και τώρα στη Ρωσία Ενάγουσα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά της διαχειρίστριας της κας. Άντρης Αντωνιάδου από τη Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 07/12/2017 Αρ. Αγωγής: 2409/14 Μεταξύ: LEBEDEVA SVETLANA, από τη Λεμεσό και τώρα στη Ρωσία Ενάγουσα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου, από τη Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 818/16 Μεταξύ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού Διαχειριστή της κου Κρις Παύλου, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΣΗΣ ΗΜΕΡ. 14/09/2017 Αρ. Αγωγής: 818/16 Μεταξύ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού Διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου, από τη Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------- Αρ. Αγωγής: 820/16 Μεταξύ: CROSS LINE INVESTMENTS LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI) Ενάγουσα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού Διαχειριστή της κου Κρις Παύλου, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 15/09/2017 Αρ. Αγωγής: 820/16 Μεταξύ: CROSS LINE INVESTMENTS LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI) Ενάγουσα ν.
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, διά του ειδικού Διαχειριστή της κου Κλεόβουλου Αλεξάνδρου, Λευκωσία
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από τη Λευκωσία
- Κυπριακή Δημοκρατία, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Λευκωσία Εναγομένων Συνενωθείσες δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 19.10.2023 11 Απριλίου, 2024 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Α. Θεοφίλου με κα Α. Παύλου για A. Chr. Theophilou LLC Για την Εναγόμενη 2: κα Ραφτοπούλου με κα Φράγκου για Αλέκο Ευαγγέλου και Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3: κ. Α. Παναγή με κα Ε. Φλουρέντζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα πρωτόγνωρα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον Μάρτιο του 2013 και είχαν, μεταξύ άλλων, ως αποτέλεσμα τη λήψη του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (στο εξής «Λαϊκή») και την απώλεια καταθέσεων των καταθετών της, αποτέλεσαν την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο Ενάγων, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, διατηρούσε καταθέσεις σε υποκαταστήματα της Λαϊκής οι οποίες, στις 26.03.2013, παρουσίαζαν συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο €1.776.520,
- Η ψήφιση και εφαρμογή του περί της Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/2013, και των εκδοθέντων δυνάμει αυτού Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων, είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο Ενάγων ποσό ύψους €1.735.768,11 το οποίο και αξιώνει από τις Εναγόμενες 2 και
- Η Εναγόμενη 2, ως η εποπτική αρχή των τραπεζικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία, ευθύνεται λόγω αμελούς ελέγχου και/ή παράβασης θεσμικών καθηκόντων της και/ή έλλειψης συνεργασίας με κυβερνητικά στελέχη και/ή τον Προέδρο της Δημοκρατίας (στο εξής «ΠτΔ») αναφορικά, μεταξύ άλλων, με την αγορά ομολόγων του ελληνικού δημοσίου (στο εξής «ΟΕΔ») από τη Λαϊκή, τη μετατροπή της θυγατρικής της Λαϊκής στην Ελλάδα σε υποκατάστημα, την παράβλεψη των παραβάσεων της Λαϊκής σε σχέση με την ελάχιστη κεφαλαιακή επάρκεια που όφειλε να διατηρεί και την παροχή έκτακτης οικονομικής ρευστότητας (στο εξής «ELA») στη Λαϊκή, ακόμη και όταν η τελευταία κατέστη αφερέγγυα. Η ευθύνη της Εναγόμενης 3 εντοπίζεται, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στην ύπαρξη χρόνιων διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας, τα οποία διογκώθηκαν από το 2008 και έπειτα με τη σημαντική επέκταση της ανισορροπίας μεταξύ παραγωγικότητας και δημόσιων δαπανών. Περαιτέρω, από το 2009, η Εναγόμενη 3 αγνοώντας τις προειδοποιήσεις για την λήψη διορθωτικών μέτρων στην οικονομία, παρέλειψε να προχωρήσει έγκαιρα σε διορθωτικές κινήσεις, με αποτέλεσμα να επέλθουν συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας και να αποκλειστεί τον Μάιο του 2011 από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Επιπροσθέτως, αποδίδεται, μεταξύ άλλων, ευθύνη στην Εναγόμενη 3 λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των θεσμικών καθηκόντων της, σε σχέση με την απόφαση της να συγκατατεθεί στην απομείωση των ΟΕΔ χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ανταλλάγματα, καθώς και σε σχέση με την καθυστέρηση που επέδειξε στο να αποταθεί στους διεθνείς δανειστές για την υπογραφή μνημονίου και την εξασφάλιση χρηματοδότησης. Επίσης, η Εναγόμενη 3, αμελώς και χωρίς οποιαδήποτε μελέτη, παραχώρησε κρατική στήριξη ύψους €1,8 δις στη Λαϊκή. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται, λόγω αμελών και/ή ψευδών και/ή παραπλανητικών δηλώσεων και/ή παραστάσεων ανώτατων αξιωματούχων τους, οι οποίοι παρουσίαζαν προς το κοινό την κατάσταση της οικονομίας ως διαχειρίσιμη και τη Λαϊκή ως φερέγγυα, αποκλείοντας οποιαδήποτε πιθανότητα απομείωσης καταθέσεων. Ο Ενάγων, βασιζόμενος καλόπιστα στις πιο πάνω δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις, διατήρησε τις καταθέσεις του στη Λαϊκή, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά για την οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέχουν ευθύνη αποζημίωσης. Καταληκτικά, ο Ενάγων ισχυρίζεται, ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενήργησαν με βαριά αμέλεια και με πλήρη αδιαφορία για τις συνέπειες που θα επέφεραν οι πράξεις τους στους καταθέτες της Λαϊκής και/ή για την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας και της περιουσίας. H Εναγόμενη 2 στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται, ότι η λήψη των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής δεν έθεσε τον Ενάγοντα σε δυσμενέστερη οικονομική θέση από αυτή στην οποία θα βρισκόταν αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν και/ή αν η Λαϊκή τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση. Όλες οι ενέργειες της Εναγόμενης 2, ως εποπτικής αρχής, έγιναν καλόπιστα και/ή με επιμέλεια και/ή σύμφωνα με τη νομοθεσία και προς τον σκοπό της προστασίας της Λαϊκής και ευρύτερα του τραπεζικού συστήματος και της οικονομίας της Δημοκρατίας. Η Εναγόμενη 2 αρνείται, ότι παραβίασε τα θεσμικά της καθήκοντα και/ή ότι επέδειξε αμέλεια και/ή ότι προκάλεσε την ισχυριζόμενη ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά ή απώλεια στον Ενάγοντα. Αντιθέτως, ισχυρίζεται, ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια, καλή πίστη και δεξιότητα για την προστασία και/ή ορθή διαχείριση της οικονομίας και/ή την ορθή λειτουργία των κυπριακών τραπεζών. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται, ότι η ζημιά και/ή απώλεια που επικαλείται ο Ενάγων είναι απομακρυσμένη και/ή έμμεση και/ή δεν προέκυψε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η Εναγόμενη 3 στη δική της Υπεράσπιση ισχυρίζεται, ότι ουδεμία εξουσία ελέγχου και/ή εποπτείας διατηρεί επί των τραπεζικών εργασιών των τραπεζικών ιδρυμάτων περιλαμβανομένης της Λαϊκής. Η δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε το κράτος, λόγω του αποκλεισμού του από τις διεθνείς χρηματαγορές οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην έκθεση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, τόσο σε κρατικά ομόλογα, όσο και σε δανειακό χαρτοφυλάκιο. Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Eurogroup στις 25.03.2013 ήταν αναγκαία, αφού σε διαφορετική περίπτωση υπήρχε άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης του τραπεζικού τομέα και χρεοκοπίας του κράτους. Μέσω της πιο πάνω συμφωνίας και των επίδικων μέτρων εξυγίανσης επιτεύχθηκε η διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των κρίσιμων και βασικών τραπεζικών εργασιών, η προστασία των ασφαλισμένων καταθέσεων, η διατήρηση χιλιάδων θέσεων εργασίας υπαλλήλων της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου, καθώς και η αποφυγή της κατάρρευσης του κράτους. Η Εναγόμενη 3 αρνείται, ότι υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης του Ενάγοντα για την ισχυριζόμενη ζημιά και/ή αρνείται ότι υπήρξε εκ μέρους της και/ή εκ μέρους οποιουδήποτε αντιπροσώπου της παραβίαση οποιουδήποτε συνταγματικού ή άλλου δικαιώματος του Ενάγοντα. Περαιτέρω, αρνείται ότι υπήρξε από κυβερνητικούς αξιωματούχους οποιαδήποτε αναληθής δήλωση και ισχυρίζεται ότι οι οποιεσδήποτε δηλώσεις έγιναν καλόπιστα και/ή στη βάση των πληροφοριών που κατείχαν οι αξιωματούχοι χωρίς πρόθεση παραπλάνησης. Στις 19.10.2023 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα συνένωσης των αγωγών που καταγράφονται στον τίτλο της παρούσας απόφασης. Παρενθετικά σημειώνω, ότι το αρχικό διάταγμα περιλάμβανε 6 αγωγές. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας διατάχθηκε εκ συμφώνου η αποσυνένωση 2 αγωγών, με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε συνεκδίκαση οι παρούσες. Σύμφωνα με το διάταγμα συνένωσης, οι αγωγές θα συνεκδικαστούν για το σύνολο των επιδίκων θεμάτων τους. Συνεπώς, κατά την ακροαματική διαδικασία προσφέρθηκε μαρτυρία από όλους τους διαδίκους των συνενωμένων αγωγών και επί όλων των επίδικων θεμάτων. Στο σημείο αυτό δράττομαι της ευκαιρίας για να εκφράσω προς τους συνηγόρους των διαδίκων τις ευχαριστίες μου για την εποικοδομητική στάση που τήρησαν, τόσο κατά την προετοιμασία των αγωγών για ακρόαση, όσο και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Η συμβολή τους υπήρξε σημαντική στην ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας και στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Εξίσου βοηθητικές ήταν και οι εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων μέσω των οποίων ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Οι τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους. Ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Ε.1 είναι ο Ενάγων στην αγωγή με αρ.5423/
- Υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (δέσμη Εγγράφου Β). Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το συνολικό ποσό απομείωσης των καταθέσεων που διατηρούσε στη Λαϊκή ανέρχεται σε €1.707.252,16 (Τεκμήρια 87 και 88). Αποτελούσε «όρο της κατάθεσης» των χρημάτων του, ότι η Λαϊκή θα του επέστρεφε όλα ή μέρος των ποσών που κατέθεσε οποτεδήποτε το ζητούσε. Στις 13.02.2013 ενημερώθηκε από συνεργάτη του για δημοσίευμα των Financial Times (στο εξής «FT») στο οποίο γινόταν αναφορά σε επιβολή «κουρέματος» καταθέσεων στην Κύπρο λόγω προβλημάτων των τραπεζών. Μέχρι τότε δεν είχε αντιληφθεί, ότι το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο διέτρεχε κινδύνους. Επικοινώνησε άμεσα με τον διευθυντή του καταστήματος της Λαϊκής στο οποίο διατηρούσε τις καταθέσεις του. Ο τελευταίος τον καθησύχασε διαβάζοντας του επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερ.11.02.2013 (Τεκμήριο 11) λέγοντας του ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί. Το ίδιο πρόσωπο επικοινώνησε μαζί του μετά την εκλογή του νέου ΠτΔ ενημερώνοντας τον, ότι ο νεοεκλεγείς ΠτΔ δήλωσε στη Βουλή, ότι δεν θα γινόταν «κούρεμα» καταθέσεων. Στις 19.03.2013 επιχείρησε να στείλει χρήματα από τους επίδικους λογαριασμούς στην Ιταλία για την αγορά οικίας. Δεν μπόρεσε να το πράξει και επιχείρησε να μιλήσει με το υποκατάστημα στο οποίο διατηρούσε τις καταθέσεις του. Ούτε αυτό κατέστη δυνατόν, διότι δεν υπήρξε απάντηση στα τηλεφωνήματα που διενήργησε. Αποτάθηκε στο υποκατάστημα της Λαϊκής στη Μόσχα και εκεί πληροφορήθηκε, ότι οι τράπεζες στην Κύπρο παρέμειναν κλειστές λόγω διαταγής της κυβέρνησης. Ολόκληρη την εβδομάδα που ακολούθησε δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με τη Λαϊκή στη Λεμεσό, παρά τις προσπάθειές του. Πολύ αργότερα, ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του, ότι παρά τη βεβαίωση της Εναγόμενης 2 ημερ.11.02.2013 (Τεκμήριο 11), οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν ήδη ετοιμάσει νoμοθεσία για την απομείωση των καταθέσεων. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 2 δήλωσε, ότι κατά το άνοιγμα λογαριασμού στη Λαϊκή υπέγραψε συμβόλαιο. Δεν θυμόταν τους όρους του συμβολαίου, όμως, σύμφωνα με την κοινή λογική, από τη στιγμή που καταθέτει χρήματα στην τράπεζα, τότε θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να λάβει πίσω τα χρήματα που κατέθεσε. Δεν του λέχθηκε από κανένα υπάλληλο της Λαϊκής, ότι υπήρχε η πιθανότητα να μην παραλάβει τα χρήματα που κατέθεσε. Μετά το δημοσίευμα των FT, καθησυχάστηκε από όσα του ανέφερε ο διευθυντής του υποκαταστήματος, καθώς ήταν πρόσωπο προς το οποίο έτρεφε εμπιστοσύνη. Κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 3 δήλωσε, ότι δεν θυμόταν το όνομα του διευθυντή του υποκαταστήματος της Λαϊκής ο οποίος τον καθησύχασε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας για τις καταθέσεις του. Συμφώνησε με τον κ. Παναγή, ότι ήταν δική του η απόφαση να διατηρήσει τις καταθέσεις του με τη Λαϊκή. Αυτή η απόφασή του, όμως, βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις που έλαβε από τη Λαϊκή, οι οποίες τον έπεισαν ότι δεν διέτρεχε οποιοδήποτε κίνδυνο η τράπεζα. Η Μ.Ε.2 είναι η Ενάγουσα στην αγωγή με αρ.2409/
- Υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης - Έγγραφο Γ. Το συνολικό ποσό απομείωσης των καταθέσεων της ανήλθε σε €202.317,72 (Τεκμήρια 90 και 91). Άνοιξε λογαριασμό στη Λαϊκή το 1999 και έκτοτε επικοινωνούσε κατά διαστήματα με τη διευθύντρια του υποκαταστήματος στο οποίο διατηρούσε τις καταθέσεις της. Η διευθύντρια ονομαζόταν Χριστίνα και η ενημέρωση που λάμβανε από αυτήν ήταν ότι όλα κυλούσαν ομαλά. Περί τις 12.02.2013 επικοινώνησε μαζί της ο οικονομικός σύμβουλος της οικογένειας της, ο οποίος την πληροφόρησε για δημοσίευμα των FT, σύμφωνα με το οποίο θα επιβαλλόταν «κούρεμα» καταθέσεων στην Κύπρο. Μετά την εν λόγω πληροφόρηση επικοινώνησε άμεσα με τη Χριστίνα, η οποία την ενημέρωσε για επιστολή της Εναγόμενης 2 δια της οποίας διαψευδόταν το προαναφερόμενο δημοσίευμα. Ακολούθως, στις 04.03.2013, η Χριστίνα της τηλεφώνησε και την πληροφόρησε σε σχέση με τη δήλωση του νέου ΠτΔ, ότι δεν θα επέτρεπε την απομείωση των καταθέσεων. Στις 16.03.2013, η Χριστίνα της τηλεφώνησε και πάλι, αυτήν την φορά για να την πληροφορήσει, ότι ο Διοικητής της Εναγόμενης 2 απαγόρευσε τη μεταφορά χρημάτων από τις τράπεζες. Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι κατά το άνοιγμα του λογαριασμού στη Λαϊκή υπογράφηκε ένα τυπικό συμβόλαιο. Δεν ήταν βέβαιη ως προς το κατά πόσο στο τυπικό αυτό συμβόλαιο περιλαμβανόταν όρος, ότι η Λαϊκή ήταν υπόχρεη να της επιστρέψει όλα ή μέρος των χρημάτων που θα κατέθετε. Ήταν, όμως, σίγουρη ότι υπήρχε τέτοιος όρος. Δεν διάβασε η ίδια την επιστολή της Εναγόμενης 2, αλλά πληροφορήθηκε για το περιεχόμενό της από τη Χριστίνα. Έδειξε πίστη στα όσα της ανέφερε η Χριστίνα, διότι την εμπιστευόταν. Διευκρίνισε, ότι στις 16.03.2013, κατά το τηλεφώνημα που έλαβε από τη Χριστίνα, δεν ήταν βέβαιη κατά πόσο η τελευταία αναφέρθηκε συγκεκριμένα στον Διοικητή της Εναγόμενης 2 ή γενικά στην Εναγόμενη
- Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο της Εναγόμενης 3 δήλωσε, ότι εμπιστευόταν τη Χριστίνα, η οποία ήταν η διευθύντρια του υποκαταστήματος στο οποίο διατηρούσε τις καταθέσεις της καθώς την γνώριζε για μεγάλο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από το έτος
- Ο λόγος που διατήρησε τις καταθέσεις της στη Λαϊκή, ήταν διότι διέμενε στην Κύπρο και είχε εμπιστοσύνη τόσο προς τη Λαϊκή, όσο και προς την κυβέρνηση. Η Μ.Ε.3 είναι η Ενάγουσα στην αγωγή με αριθμό 818/
- Υιοθέτησε ως την κυρίως εξέτασή της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ‑ Έγγραφο Δ. Οι καταθέσεις που διατηρούσε στη Λαϊκή τον Μάρτιο του 2013 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €291.110,32 και οι απώλειες της λόγω της απομείωσης ανήλθαν στο ποσό των €191.110,32 (Τεκμήρια 92 και 93). Αποτελούσε «όρο της κατάθεσης» των χρημάτων της στη Λαϊκή, ότι η τελευταία θα επέστρεφε όλες ή μέρος των καταθέσεων οποτεδήποτε το ζητούσε. Η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε τα προβλήματα της κυπριακής οικονομίας ήταν στις 28.02.2013 όταν άκουσε τον νεοεκλεγέντα ΠτΔ κατά την τελετή εγκατάστασής του στη Βουλή να δηλώνει ότι δεν θα επιτρέψει «κούρεμα» καταθέσεων. Αργότερα, μετά την Καθαρά Δευτέρα του 2013, πληροφορήθηκε στην εργασία της ότι έκλεισαν οι τράπεζες και ότι μάλλον θα γινόταν «κούρεμα» καταθέσεων. Αμέσως προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον προσωπικό τραπεζίτη της, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό. Όταν κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί του, της επιβεβαίωσε ότι δεν γίνονταν οποιεσδήποτε συναλλαγές και δεν μπορούσε να λάβει τις καταθέσεις της. Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2 δήλωσε, ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο όρος περί ανάληψης των καταθέσεών της οποτεδήποτε το ζητούσε ήταν γραπτός. Ήταν, ωστόσο, σίγουρη ότι ο τραπεζίτης της τής ανέφερε ότι θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να λαμβάνει χρήματα από τις καταθέσεις της. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο της Εναγόμενης 3 ανέφερε, ότι εξέλαβε τη δήλωση του νεοεκλεγέντα ΠτΔ ενώπιον της Βουλής ως βεβαίωση ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος ανησυχίας. Η Μ.Ε.4 είναι δικηγορική υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα εταιρεία (στο εξής η «εταιρεία») στην αγωγή 820/
- Υιοθέτησε ως την κυρίως εξέτασή της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ‑ Έγγραφο Ε. Το καλοκαίρι του 2012 ορίστηκε ως μία εκ των δύο υπεύθυνων χειρισμού των λογαριασμών που διατηρούσε η εταιρεία στη Λαϊκή. Μετά την απομείωση των καταθέσεων, η εταιρεία υπέστη απώλεια ανερχόμενη στο ποσό των €914.503,32 (Τεκμήρια 96 και 97). Αποτελούσε «όρο της κατάθεσης» των χρημάτων στη Λαϊκή, ότι η τελευταία θα επέστρεφε στην εταιρεία όλα ή μέρος των κατατεθειμένων ποσών οποτεδήποτε το ζητούσε. Κατά την περίοδο Ιουνίου 2012 ‑ Μαρτίου 2013 ήταν μία εκ των υπεύθυνων για να ενημερώνει την εταιρεία σε σχέση με τα τεκταινόμενα στις συνομιλίες που διεξάγονταν μεταξύ της Δημοκρατίας και των διεθνών δανειστών. Η πληροφόρηση που λάμβανε και μετέφερνε στην εταιρεία ήταν μέσω των δηλώσεων αξιωματούχων των Εναγομένων 2 και 3, μεταξύ των οποίων, οι δηλώσεις του τότε Υπουργού Οικονομικών σε σχέση με το προκαταρκτικό μνημόνιο (Τεκμήριο 29), καθώς και η επιστολή η οποία στάλθηκε από το γραφείο του Διοικητή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 11.02.2013 (Τεκμήριο 11). Επιστέγασμα των πιο πάνω δηλώσεων και διαβεβαιώσεων αποτέλεσε η αναφορά του νεοεκλεγέντα ΠτΔ στις 28.02.2013 ενώπιον της Βουλής, ότι δεν θα δεχόταν «κούρεμα» καταθέσεων. Παρά τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις και δηλώσεις, δυστυχώς, δεν αποφεύχθηκε η απομείωση. Ως ενημερώθηκε αργότερα από τον συνήγορο της εταιρείας, η Εναγόμενη 2 όταν απέστελλε την επιστολή ‑ Τεκμήριο 11, γνώριζε πως ήδη από την 01.02.2013 είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το σχέδιο νόμου που προέβλεπε απομείωση καταθέσεων και το οποίο συντάχθηκε από κοινού από τις Εναγόμενες 2 και 3 τον Νοέμβριο του
- Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2 ανέφερε, ότι δεν ήταν η ίδια που προχώρησε στο άνοιγμα των λογαριασμών της εταιρείας στη Λαϊκή. Ο συνήγορος της εταιρείας ήταν αυτός που την πληροφόρησε, ότι αποτελούσε «όρο της κατάθεσης» ότι τα χρήματα θα επιστρέφονταν οποτεδήποτε το ζητούσε η εταιρεία. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι η εταιρεία ουδέποτε ανέφερε ότι επιθυμούσε να μεταφέρει τα κατατεθειμένα χρήματά της στο εξωτερικό. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 3 υιοθέτησε πλήρως την αντεξέταση της Μ.Ε.4 από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2 και δεν υπέβαλε οποιεσδήποτε περαιτέρω ερωτήσεις. Ο Μ.Ε.5 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Η κυρίως εξέτασή του περιέχεται στη γραπτή του δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο ΣΤ και αποτελείται από 83 σελίδες. Θα επιχειρήσω να συνοψίσω πιο κάτω τη μακροσκελή μαρτυρία του. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία έπληξε το 2009 και την Κύπρο, δεν έτυχε ορθολογιστικής αντιμετώπισης από την τότε κυβέρνηση. Η πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση κατά την περίοδο 2008 ‑ 2013 οδήγησε το κράτος σε υπερβολικά ελλείμματα τα οποία δεν επέτρεψαν σε αυτό να ανταποκριθεί στην ανάγκη στήριξης του τραπεζικού τομέα, ο οποίος, με τη σειρά του, παρουσίασε σημαντικά προβλήματα λόγω της βαριάς αμέλειας της Εναγόμενης 2 κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της. Οι αμελείς χειρισμοί των Εναγομένων 2 και 3 οδήγησαν μοιραία στην ψήφιση και εφαρμογή του Ν.17(Ι)/2013 και την επιβολή του μέτρου απομείωσης των καταθέσεων των καταθετών της Λαϊκής, περιλαμβανομένων των Εναγόντων. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 3 αγνόησε τις συστάσεις ειδικών και παρέλειψε να εφαρμόσει μέτρα τα οποία θα αντιμετώπιζαν την επιδεινούμενη οικονομική κρίση και θα διασφάλιζαν τα δημόσια οικονομικά. Πιο συγκεκριμένα, δεν λήφθηκαν μέτρα προς αντιμετώπιση του τεράστιου κόστους της δημόσιας υπηρεσίας και ειδικότερα του κρατικού μισθολογίου. Αντί της λήψης οποιωνδήποτε μέτρων εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών, πράγμα το οποίο επιβαλλόταν να γίνει τουλάχιστον από τις αρχές του 2011, οι δαπάνες του κράτους συνέχισαν να ακολουθούν ανοδική πορεία μέχρι και τις αρχές του
- Η τότε κυβέρνηση της Εναγόμενης 3 επέλεξε, φοβούμενη το πολιτικό κόστος, να υποβαθμίσει τις προειδοποιήσεις που λάμβανε τόσο από τεχνοκράτες του Υπουργείου Οικονομικών, όσο και από ειδικούς εμπειρογνώμονες, αλλά και θεσμούς όπως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ειδικότερα, τον Ιούνιο του 2011, ο πρώην ΠτΔ κ. Βασιλείου, δημοσίευσε μελέτη στην οποία περιλάμβανε διάφορες εισηγήσεις για λήψη μέτρων προς τον σκοπό αναχαίτισης του κόστους λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Λίγο αργότερα, το φθινόπωρο του 2011, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέστησε στην Εναγόμενη 3 τη λήψη διορθωτικών μέτρων, ενημερώνοντάς την παράλληλα ότι θα ήταν διατεθειμένη να της εξασφαλίσει ευνοϊκούς όρους συμφωνίας στήριξης της κυπριακής οικονομίας. Περαιτέρω, τον Οκτώβριο του 2011 αντιπροσωπεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου επισκέφθηκε την Κύπρο προς αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης, ενόψει της ταχείας επιδείνωσης που παρατηρούνταν. Με το πέρας της αξιολόγησης, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εισηγήθηκε τη λήψη αποφασιστικών μέτρων για την αναστροφή της δημοσιονομικής διολίσθησης και την επαναφορά του δημόσιου χρέους σε πτωτική πορεία (Τεκμήριο 18). Επιπροσθέτως, η Εναγόμενη 3 απέτυχε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς αντιμετώπιση της ολοένα μεγαλύτερης επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας, η οποία άρχισε να παρατηρείται από το 2008, με αποτέλεσμα το 2012 να φτάσει σε ύφεση. Ταυτόχρονα, η παράλειψη λήψης μέτρων αντιμετώπισης των δημοσιονομικών προβλημάτων οδηγούσε σε συνεχή αύξηση του δημοσίου χρέους, το οποίο το 2011 έφτασε το 71,6% του ετήσιου Α.Ε.Π αντί του επιτρεπτού, με βάση το Σύμφωνο Οικονομικής Σταθερότητας, μέγιστου ορίου του 60%. Παράλληλα, η τότε κυβέρνηση απέτυχε να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις που επήλθαν στην οικονομία από την έκρηξη που επεσυνέβη στις 11.07.2011 στη Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί. Σύμφωνα με υπολογισμούς, η οικονομία υπέστη, ένεκα της έκρηξης, πλήγμα περί τα €2,3 δις. Σημαντικός σταθμός στη μετέπειτα δυσμενή εξέλιξη των πραγμάτων υπήρξε η απόφαση για απομείωση των ΟΕΔ. Ο τότε ΠτΔ, όπως διαφάνηκε και από δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων, μετέβηκε στη Σύνοδο ημερομηνίας 26 και 27.10.2011 χωρίς επαρκή διαβούλευση, είτε με το Υπουργείο Οικονομικών, είτε με την Εναγόμενη 2, με αποτέλεσμα να μην ζητήσει και να μην λάβει οποιαδήποτε «ανταλλάγματα» για την απομείωση των ΟΕΔ. Αυτή η απόφαση επέφερε τεράστιες απώλειες στο αντίστοιχο τμήμα του επενδυτικού χαρτοφυλακίου, τόσο της Λαϊκής, όσο και της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες απώλεσαν περίπου το 75% της αξίας του εν λόγω χαρτοφυλακίου τους. Η Εναγόμενη 3 μπορούσε και όφειλε να ζητήσει βοήθεια για στήριξη του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, το οποίο ήταν έντονα εκτεθειμένο στα ΟΕΔ. Η κακή οικονομική κατάσταση της Δημοκρατίας έφερε ως επακόλουθο τις συνεχείς υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Αυτές οι συνεχείς υποβαθμίσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές τον Ιούνιο του
- Η κυβέρνηση όφειλε από τότε να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (στο εξής «ΕΤΧΣ») για να λάβει στήριξη προς αντιμετώπιση των επιτακτικών αναγκών της οικονομίας. Δυστυχώς, δεν επιλέγηκε αυτή η οδός, λόγω των μέτρων που θα έπρεπε ταυτόχρονα να ληφθούν και τα οποία η κυβέρνηση δεν ήταν διατεθειμένη να λάβει. Η Δημοκρατία επέλεξε το δάνειο των €2,5 δις που έλαβε τον Νοέμβριο του 2011 από την Ρωσική Ομοσπονδία, με χειρότερους, όμως, οικονομικούς όρους. Η καθυστέρηση προσφυγής στο ΕΤΧΣ, η οποία εντέλει έγινε μερικούς μήνες αργότερα, ήτοι τον Ιούνιο του 2012, διόγκωσε τα προβλήματα της οικονομίας και των τραπεζών και προκάλεσε την εξαίρεση των τραπεζών από τη δανειακή σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (στο εξής «Τρόικα») και της Εναγόμενης
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενες 2 και 3, λανθασμένα αποφάσισαν να διατηρήσουν στον «αναπνευστήρα» τη Λαϊκή, ενώ αυτή από το τέλος του 2011 είχε ουσιαστικά καταστεί μη δρώσα οικονομική οντότητα και θα έπρεπε άμεσα να οδηγηθεί σε πτώχευση. Αντί να προχωρήσουν στη λήψη του πιο πάνω μέτρου, η Εναγόμενη 3 έκδωσε στις 18.05.2012 κρατικό ομόλογο ύψους €1,8 δις προς όφελος της Λαϊκής και κατέστη έτσι ο μεγαλύτερος μέτοχός της. Το εν λόγω, ωστόσο, ομόλογο απλώς αύξησε λογιστικά το μετοχικό κεφάλαιο και τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής χωρίς να ενισχυθεί η ρευστότητα της τράπεζας. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η Εναγόμενη 3, όπως και η Εναγόμενη 2, επέδειξαν βαρύτατη αμέλεια κατά το στάδιο αποξένωσης των παραρτημάτων της Λαϊκής, όπως και των υπόλοιπων κυπριακών τραπεζών, στην Ελλάδα. Οι καταθέτες της Λαϊκής δεν έτυχαν οποιασδήποτε προστασίας από τις Εναγόμενες 2 και 3, αφού, στην πραγματικότητα, αφαιρέθηκε από τη Λαϊκή πλούτος, χωρίς καμία ίση ή ισότιμη αμοιβή προς τους καταθέτες της Λαϊκής Κύπρου. Η Εναγόμενη 2, ως εποπτική αρχή, φέρει το δικό της μερίδιο ευθύνης για την απομείωση των καταθέσεων των Εναγόντων. Η εποπτεία που άσκησε υπήρξε ελλιπής, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την αλόγιστη επέκταση του τραπεζικού τομέα, αλλά και την ριψοκίνδυνη απόκτηση εκ μέρους των τραπεζών ΟΕΔ από τη δευτερογενή, μάλιστα, αγορά. Η Εναγόμενη 2, όφειλε να επέμβει και να αποτρέψει τις τράπεζες από την απερίσκεπτη αγορά των ΟΕΔ. Η Εναγόμενη 2, κατά παράβαση των καθηκόντων της, όπως και η Εναγόμενη 3, επέτρεψαν τη συνέχιση παροχής ELA προς τη Λαϊκή, παρά το ότι η τελευταία έπαψε να είναι φερέγγυα από το τέλος του
- Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2, όφειλε να εισηγηθεί στην Εναγόμενη 3 τη λήψη μέτρων εκκαθάρισης της Λαϊκής, αν όχι από το τέλος του 2011, τουλάχιστον από την έκδοση των ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων του Ομίλου της Λαϊκής για το εξάμηνο που έληξε στις 30.06.2012 (Τεκμήριο 74). Ακόμα, όμως, και κατά τις 16.03.2013 ή και στις 22.03.2013 η εφαρμογή του μέτρου εκκαθάρισης ή άλλων μέτρων αντί της εξυγίανσης θα ήταν επωφελέστερη για τους καταθέτες της Λαϊκής σε σύγκριση με την κατάσταση στην οποία περιήλθαν μέσω των επίμαχων μέτρων εξυγίανσης. Συγκεκριμένα, η εκκαθάριση θα διασφάλιζε καλύτερα τα συμφέροντα των καταθετών, αφού, σε αντίθεση με την εξυγίανση, οι καταθέτες θα μπορούσαν να λάβουν το σύνολο των καταθέσεών τους ή στη χειρότερη περίπτωση η απομείωση των καταθέσεών τους θα μειωνόταν κατά 70,69%. Πέραν των πιο πάνω αμελών πράξεων και παραλείψεων, οι Εναγόμενες 2 και 3, μέσω εσφαλμένων και παραπλανητικών δηλώσεων, δημιούργησαν στους καταθέτες των κυπριακών τραπεζών, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, την πεπλανημένη αντίληψη ότι οι τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα και οι καταθέσεις τους δεν διατρέχουν κίνδυνο. Σημαίνοντα ρόλο στη δημιουργία εντυπώσεων περί απουσίας οποιουδήποτε κινδύνου απομείωσης των καταθέσεων, διαδραμάτισε η επιστολή ‑ Τεκμήριο 11 εκ μέρους του Διοικητή της Εναγόμενης 2, αλλά και οι δηλώσεις του ΠτΔ κατά την τελετή εγκατάστασής του στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 28.02.2013, ότι δεν θα επέτρεπε «κούρεμα» των καταθέσεων. Οι Εναγόμενες 2 και 3 όφειλαν να γνωρίζουν, ότι μέσα από όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες αμελείς ενέργειές τους θα κατέληγαν εξ ανάγκης στην ψήφιση του Ν.17(Ι)/2013 και στην εφαρμογή του μέτρου της απομείωσης των καταθέσεων. Περαιτέρω, η απόφαση του Eurogroup, ότι το δάνειο που θα παραχωρούνταν στην Εναγόμενη 3 θα έπρεπε να συμβαδίζει με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την παροχή βοήθειας στα κράτη‑μέλη και ότι, επομένως, αυτό δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €10 δις (Τεκμήριο 44), καθιστούσε σαφές ότι οι τράπεζες θα παρέμεναν εκτός του πακέτου οικονομικής στήριξης παραπέμποντας στη διάσωσή τους με ίδια μέσα. Η γνώση των Εναγομένων 2 και 3 για το ενδεχόμενο επιβολής του μέτρου απομείωσης των καταθέσεων επιβεβαιώνεται και από την προώθηση προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα νομοσχεδίου στο οποίο περιλαμβανόταν το μέτρο της απομείωσης των καταθέσεων. Το εν λόγω νομοσχέδιο, το οποίο ετοιμάστηκε από τον Νοέμβριο του 2012, διαβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για εκφορά γνώμης τον Ιανουάριο του 2013 (Τεκμήριο 37). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.5 ανέφερε, ότι η Δημοκρατία αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές όταν αξιολογήθηκε σε μη επενδυτική βαθμίδα. Παρά ταύτα, η Δημοκρατία όφειλε νωρίτερα, από τα μέσα του 2011, να αποταθεί στο ΕΤΧΣ. Διαφώνησε με τη θέση της κας Ραφτοπούλου, ότι ο τραπεζικός τομέας κατά το έτος 2011 δεν αντιμετώπιζε προβλήματα. Όσα επισημάνθηκαν από τους ελεγκτές της Λαϊκής το 2012 (Τεκμήριο 73), αφορούσαν τις οικονομικές καταστάσεις του
- Συγκεκριμένα, υπήρχαν από τότε προβλήματα που αφορούσαν το δανειακό χαρτοφυλάκιο της Λαϊκής και την απομείωση των ΟΕΔ. Σε σχέση με το δανειακό χαρτοφυλάκιο, υπήρξε ελλιπής εποπτεία από την Εναγόμενη 2 όσον αφορά την παροχή δανείων χωρίς την ενδεδειγμένη αξιολόγηση της δυνατότητας αποπληρωμής των δανείων από τους δανειολήπτες. Η απαίτηση της Εναγόμενης 2 για διατήρηση από την Λαϊκή αυξημένου κεφαλαιακού δείκτη δεν αποτελούσε ικανοποιητικό μέτρο. Αναφορικά με τα ΟΕΔ, η Εναγόμενη 2 όφειλε να παρέμβει και να υποδείξει στη Λαϊκή τον κίνδυνο από τη συγκέντρωση μεγάλου ποσοστού των επενδύσεών της στα ΟΕΔ. Συμφώνησε, ότι στάλθηκαν σχετικές επιστολές από την Εναγόμενη 2 προς τη Λαϊκή (Τεκμήρια 84 και 85), καθώς κα ότι ζητήθηκε από τη Λαϊκή η διατήρηση αυξημένων κεφαλαίων για προστασία από την επένδυση σε ΟΕΔ. Τα εν λόγω μέτρα, ωστόσο, δεν ήταν επαρκή. Θα έπρεπε η Εναγόμενη 2 να προχωρήσει σε δραστικότερα μέτρα για να διασφαλίσει τη διασπορά του επενδυτικού χαρτοφυλακίου της Λαϊκής. Περαιτέρω, θα έπρεπε η Εναγόμενη 2 να προβεί σε υπολογισμούς για τη ζημιά που θα επερχόταν στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου από την έκθεση των εγχώριων τραπεζών στα ΟΕΔ, έτσι ώστε να συμβουλεύσει κατάλληλα τον ΠτΔ, προκειμένου ο τελευταίος να ζητήσει στήριξη του τραπεζικού τομέα. Στη σύνοδο κορυφής της 26ης και 27ης Οκτωβρίου 2011, οι κυπριακές τράπεζας δεν μπορούσαν να γνωρίζουν επακριβώς το ύψος της ζημιάς από την απομείωση των ΟΕΔ. Υπήρχαν, ωστόσο, σοβαρές ενδείξεις για τις ζημιές που θα προκαλούνταν. Διαφώνησε με την κα Ραφτοπούλου, ως προς το ότι κατά τη Σύνοδο Κορυφής ο ΠτΔ δεν θα μπορούσε να θέσει ζήτημα στήριξης των κυπριακών τραπεζών. Συμφώνησε με την κα Ραφτοπούλου, ότι τα ομόλογα των κρατών - μελών της Ευρωζώνης δεν ενέχουν οποιοδήποτε κίνδυνο για σκοπούς υπολογισμού του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών που επενδύουν σε αυτά, υπό την έννοια ότι δεν οφείλουν να διατηρούν ως ασφάλεια κεφάλαια για την επένδυσή τους σε τέτοιας φύσης ομόλογα. Επίσης, ο Μ.Ε.5, συμφώνησε, ότι κατά το έτος 2011 δεν αγοράστηκαν ΟΕΔ από τη Λαϊκή. Αναφορικά με την παραχώρηση ELA, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το νομοθετικό πλαίσιο ή τους κανόνες που ίσχυαν την εν λόγω περίοδο και ρύθμιζαν την παροχή του σε τραπεζικά ιδρύματα. Επέμεινε στη θέση του, ότι η Εναγόμενη 2 δεν διενήργησε εμπεριστατωμένη μελέτη ως προς τα αποτελέσματα που θα είχε η εφαρμογή του μέτρου της εκκαθάρισης αντί της εξυγίανσης της Λαϊκής. Το Τεκμήριο 41 είναι γενικά διατυπωμένο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοιου είδους μελέτη. Στη βάση της δικής του μελέτης, η εφαρμογή του μέτρου της εκκαθάρισης θα είχε ευνοϊκότερα αποτελέσματα για τους καταθέτες της Λαϊκής. Αυτό, διότι στην εκκαθάριση οι πιστωτές θα προηγούνταν σε σειρά προτεραιότητας της Εναγόμενης 2, παρά το ότι η τελευταία διέθετε εξασφαλίσεις ενόψει της παραχώρησης ELA. Το δε ποσό του ELA δεν θα μεταφερόταν στην Τράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω, θα υπήρχε μεγαλύτερη ευχέρεια διαπραγμάτευσης με τους διεθνείς δανειστές, εφόσον θα υπήρχε στο τραπέζι μόνο το ζήτημα προστασίας της Τράπεζας Κύπρου. Από την άλλη, δεν θα επηρεάζονταν οι υποχρεώσεις που τέθηκαν στην Εναγόμενη 3 με το Τεκμήριο 45 για την παραχώρηση του δανείου των €10 δις. Συγκεκριμένα, οι όροι 1 - 3 που τέθηκαν επί του Τεκμηρίου 45 θα μπορούσαν και με το σενάριο της εκκαθάρισης να ικανοποιηθούν, αφού τα ποσά που σχετίζονται με αυτούς τους όρους θα αποτελούσαν μέρος των υπολογισμών της εκκαθάρισης. Διαφώνησε με τη θέση της κας Ραφτοπούλου, ότι με τη διαδικασία της εκκαθάρισης θα ήταν αδύνατη η διασφάλιση του ποσού των €100.000 για τους εξασφαλισμένους καταθέτες της Λαϊκής και των άλλων τραπεζικών ιδρυμάτων. Επιπροσθέτως, διαφώνησε με τη θέση, ότι δεν υπήρχε ευχέρεια άλλης διαπραγμάτευσης με τους διεθνείς δανειστές, λέγοντας ότι δεν υποβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 3 οποιαδήποτε άλλη πρόταση. Όσον αφορά την εξαγορά των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα από την Τράπεζα Πειραιώς ο Μ.Ε.5, συμφώνησε, ότι κατά τα έτη 2014 και 2015 η Τράπεζα Πειραιώς πραγματοποίησε ζημιές. Ανέφερε ωστόσο, ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των αποτελεσμάτων των ετών 2011 - 2018, καθώς λόγω των εξαγορών και συγχωνεύσεων που έγιναν από την Τράπεζα Πειραιώς τις εν λόγω περιόδους, ο Όμιλος κάθε χρόνο ήταν διαφορετικός. Τέλος, ο Μ.Ε.5 διαφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 3, ότι, υπό τις περιστάσεις, η τιμή πώλησης των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα ήταν η καλύτερη δυνατή. Υπέδειξε, ότι το ελάχιστο που θα μπορούσε να γίνει θα ήταν η συμπερίληψη πρόνοιας στη συμφωνία πώλησης, όπως σε κατοπινό στάδιο γίνει αποτίμηση της δίκαιης αξίας πώλησης των εργασιών των κυπριακών τραπεζών Ο Μ.Υ.1
(2)εργάζεται ως Διευθυντής στην Εναγόμενη 2 και επί του παρόντος προΐσταται του Τμήματος Εξυγίανσης. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε και κατατέθηκε ως Έγγραφο Ζ. Στη σύνοδο των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων (Τεκμήριο 17) συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι τράπεζες θα πρέπει να διατηρούν δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% και δόθηκε χρονικό περιθώριο μέχρι τις 30.06.2012 για να επιτευχθεί ο πιο πάνω δείκτης από όσες τράπεζες δεν τον τηρούσαν. Επίσης, η συμφωνία καθόριζε τα βήματα που θα λαμβάνονταν για επίτευξη του ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%. Ως πρώτο βήμα προνοούνταν η αύξηση των κεφαλαίων μέσω ιδιωτικών πόρων. Σε περίπτωση μη επίτευξης του στόχου μέσω των ιδιωτικών πόρων, ως δεύτερο βήμα, οι εθνικές κυβερνήσεις θα παρείχαν οικονομική στήριξη στις τράπεζες. Εάν μία εθνική κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να παράσχει κρατική στήριξη, τότε, ως τρίτο βήμα, θα χορηγείτο στις εθνικές κυβερνήσεις δάνειο από το ΕΤΧΣ για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας εκδόθηκε σύσταση από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (Τεκμήριο 99). Στη σύσταση καταγράφονταν οι τράπεζες που αφορούσε και σε αυτές περιλαμβανόταν και η Λαϊκή. Η απομείωση των ΟΕΔ και οι αυξημένες προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις ως αποτέλεσμα της επιδείνωσης της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου της Λαϊκής σε Ελλάδα και Κύπρο, επέφεραν σημαντικές ζημιές στην τελευταία οι οποίες οδήγησαν σε έλλειμμα κεφαλαίων και αδυναμία εκπλήρωσης του ελάχιστου δείκτη του 9%. Ως εκ των πιο πάνω, σύμφωνα με το Τεκμήριο 99, η Λαϊκή κλήθηκε από την Εναγόμενη 2 να υποβάλει και υπέβαλε σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης (Τεκμήρια 50 και 51). Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από τη Λαϊκή δεν κατέστη δυνατή η άντληση κεφαλαίων από ιδιωτικούς πόρους. Κατέφυγε, επομένως, στο δεύτερο βήμα, δηλαδή στην κρατική στήριξη. Στις 18.05.2012, η Βουλή ενέκρινε την παροχή κρατικής στήριξης ύψους €1,8 δις. Στο μεταξύ, λόγω εκροών καταθέσεων, υποβαθμίσεων των ομολόγων, αλλά και της απόφασης του Δ.Σ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για αναστολή πρόσβασης της Λαϊκής στα πιστοδοτικά μέσα άσκησης νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος, η Λαϊκή από τον Σεπτέμβριο του 2011 αιτήθηκε και λάμβανε από την Εναγόμενη 2, χωρίς ένσταση από το Δ.Σ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ELA. Για την λήψη ELA, η Λαϊκή παραχώρησε στην Εναγόμενη 2 επαρκείς εξασφαλίσεις χρησιμοποιώντας τα περιουσιακά της στοιχεία. Η κρατική στήριξη προς τη Λαϊκή δεν ήταν αρκετή για επίτευξη του στόχου του ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% μέχρι τις 30.06.2012, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 3 να αποταθεί στις 25.06.2012 στο ΕΤΧΣ για σύναψη δανείου με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χρηματοδότηση των αναγκών του χρηματοπιστωτικού τομέα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2012 συζητήσεις με την Τρόικα και αποφασίστηκε ο διορισμός της εταιρείας PIMCO για τη διενέργεια ανεξάρτητου διαγνωστικού ελέγχου για υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Στις 23.11.2012 συμφωνήθηκε το προκαταρκτικό Μνημόνιο (Τεκμήριο 30) στο οποίο περιλαμβανόταν πρόνοια για χρηματοδότηση των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών, περιλαμβανομένης της Λαϊκής, μέχρι €10 δις. Ο διαγνωστικός έλεγχος της PIMCO ολοκληρώθηκε την 01.02.2013 και σύμφωνα με αυτόν τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεών της. Στις 16.03.2013 επήλθε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία (Τεκμήριο 44) η οποία περιλάμβανε την παροχή χρηματοδότησης και τη λήψη μέτρων από την Εναγόμενη 3 για άντληση πόρων από εσωτερικές πηγές, περιλαμβανομένου ενός «one off stability levy» επί όλων των καταθέσεων σε όλες τις τράπεζες με σκοπό τη συγκέντρωση των απαιτούμενων κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Σχετικό νομοσχέδιο που προωθήθηκε από την κυβέρνηση απορρίφθηκε στις 19.03.2013 από τη Βουλή. Στις 21.03.2013, το Δ.Σ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε ότι θα επέτρεπε τη συνέχιση παροχής ELA μέχρι τις 25.03.2013 και η περαιτέρω παροχή ELA θα εξεταζόταν μόνο υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής προγράμματος οικονομικής προσαρμογής με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Μετά την εν λόγω απόφαση κατέστη ορατός ο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου, αλλά και της πλήρους αποσταθεροποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος, με καταστροφικές συνέπειες στην οικονομία και τη χώρα. Υπό το φως των πιο πάνω δυσμενών εξελίξεων ψηφίστηκε ο Ν.17(Ι)/2013 στις 22.03.2013 και στις 25.03.2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup νέα πολιτική συμφωνία (Τεκμήριο 45). Η νέα πολιτική συμφωνία προνοούσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η Λαϊκή θα τίθετο άμεσα σε εξυγίανση με πλήρη συνεισφορά των μετόχων, ομολογιούχων και ανασφάλιστων καταθετών της. Επίσης, σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 30, απαγορευόταν η χρήση των €10 δις για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Στις 24.03.2013 η Μονάδα Εξυγίανσης ετοίμασε έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την οποία ικανοποιούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 6 του Ν.17(Ι)/2013 για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή (Τεκμήριο 41). Η λήψη μέτρων εξυγίανσης αντί της εκκαθάρισης, που ήταν η μοναδική αναμενόμενη υπό τις περιστάσεις εξέλιξη, κρίθηκε ότι ήταν αναγκαία για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση εκκαθάρισης θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με συνολικό κόστος περί τα €7,5 δις (Τεκμήριο 107), πράγμα το οποίο ήταν αδύνατο. Περαιτέρω, θα καθίστατο άμεσα οφειλόμενο το ποσό που έλαβε η Λαϊκή ως ELA και η Εναγόμενη 2 για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα χρησιμοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής που είχαν δοθεί ως εξασφάλιση. Άμεση συνέπεια τούτου θα ήταν, ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία δεν θα βρίσκονταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών. Επίσης, εκατοντάδες χιλιάδες πελατών της Λαϊκής θα έχαναν την πρόσβαση στα χρήματά τους και σε τραπεζικές υπηρεσίες. Επιπλέον, χιλιάδες εργαζόμενοι της Λαϊκής θα βρίσκονταν στην ανεργία και η Δημοκρατία θα περιερχόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών και το κοινωνικό σύνολο. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, με την εξυγίανση η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου, έγινε στη βάση της εύλογης αξίας τους σύμφωνα με την έκθεση αποτίμησης από τον ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο KPMG LLP UK (Τεκμήριο 106). Εάν η Λαϊκή οδηγούνταν σε εκκαθάριση, τα περιουσιακά της στοιχεία θα πωλούνταν στη βάση της ρευστοποιήσιμης αξίας η οποία, υπό τις πιεστικές συνθήκες εκκαθάρισης, είναι αβέβαιη και η τιμή πολύ χαμηλότερη της εύλογης αξίας. Οι καταστροφικές συνέπειες που θα επέρχονταν σε περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής διαφαίνονται και στο σχέδιο αναδιάρθρωσης που ετοιμάστηκε για λογαριασμό της Λαϊκής από ανεξάρτητο ελεγκτικό οίκο. Το εν λόγω σχέδιο υποβλήθηκε στην τελική του μορφή στην Εναγόμενη 2, η οποία με τη σειρά της το προώθησε στο Υπουργείο Οικονομικών για να υποβληθεί στις αρμόδιες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δέσμη Τεκμηρίου 108). Στο προαναφερόμενο σχέδιο εξετάζονται διάφορα εναλλακτικά σενάρια αναδιάρθρωσης, περιλαμβανομένου και του σεναρίου της εκκαθάρισης, το οποίο ήταν το χειρότερο από όλα τα υπόλοιπα σενάρια. Σημαντικό, επίσης, πλεονέκτημα των μέτρων εξυγίανσης, ήταν ότι με αυτά οι πιστωτικές διευκολύνσεις συνέχισαν να παρέχονται και τα φυσικά και νομικά πρόσωπα είχαν πρόσβαση στις καταθέσεις τους. Αντιθέτως, στην περίπτωση της εκκαθάρισης δεν θα υπήρχαν οι πιο πάνω δυνατότητες. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι το σχέδιο Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξυγίανση των τραπεζών εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2012 και στηρίχθηκε στις αρχές που τέθηκαν από τον διεθνή οργανισμό «Financial Stability Board», στον οποίο μετέχουν οι Κεντρικές Τράπεζες των 20 μεγαλύτερων χωρών και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αρχικό προσχέδιο νόμου ετοιμάστηκε από την Εναγόμενη 2 τον Ιούνιο του 2012 και στηριζόταν στα διεθνή πρότυπα που αναπτύχθηκαν από το «Financial Stability Board». Σε εκείνο το νομοσχέδιο δεν υπήρχε πρόνοια για συνεισφορά των ανεξασφάλιστων καταθετών στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η σχετική πρόνοια περιλήφθηκε στη συνέχεια, λόγω απαίτησης της Τρόικα, η οποία ζήτησε όπως το νομοσχέδιο βασίζεται στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη θέσπιση Οδηγίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και η οποία περιλάμβανε το μέτρο της διάσωσης με ίδια μέσα. Το νέο σχέδιο νόμου άρχισε να ετοιμάζεται τον Ιούλιο του 2012 με την τεχνική υποστήριξη της Τρόικα και ολοκληρώθηκε αρχές Ιανουαρίου του 2013, οπότε και στάλθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Το προκαταρκτικό μνημόνιο - Τεκμήριο 30, δεν κατέστη τελική συμφωνία, διότι μετά την έκθεση της PIMCO, οι διεθνείς δανειστές άλλαξαν στάση. Συγκεκριμένα κατά το Eurogroup της 16.03.2013, οι κυπριακές αρχές ενημερώθηκαν για πρώτη φορά ότι το δάνειο δεν θα υπερέβαινε τα €10 δις και ότι τα υπόλοιπα χρήματα που χρειάζονταν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα έπρεπε να εξευρεθούν με άλλους τρόπους. Ακόμα και τότε, όμως, δεν έγινε αναφορά σε «κούρεμα» καταθέσεων. Ο Μ.Υ.1
(2)διαφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων, ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε από την ημερομηνία κατάρτισης του Τεκμηρίου 30, ότι το δάνειο που θα παραχωρούνταν δεν θα ξεπερνούσε τα €10 δις. Οι εκθέσεις του οίκου Moody's (Τεκμήριο 48) δημοσιεύονταν στα ΜΜΕ και ήταν σε γνώση της Εναγόμενης 2. Στις εκθέσεις των Moody's δεν γίνεται λόγος για «κούρεμα» καταθέσεων. Ακόμα και στην ανακοίνωση με την οποία σχολιάζεται το επίμαχο δημοσίευμα των FT, οι Moody's θεωρούν ότι ήταν απομακρυσμένη ή ότι δεν υπήρχε πιθανότητα εφαρμογής του μέτρου της συνεισφοράς των πιστωτών στην ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Η επιλογή της εκκαθάρισης αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης στο σχέδιο αναδιάρθρωσης που παρουσίασε η Λαϊκή κατ' εφαρμογή των προνοιών της Κ.Δ.Π. 182/2012 (Τεκμήριο 100). Συγκεκριμένα, η KPMG που ετοίμασε τη σχετική έρευνα εξέτασε το ενδεχόμενο εκκαθάρισης, τόσο στη συνοπτική έκθεση του Ιουλίου 2012 (Τεκμήριο 109), όσο και στο τελικό σχέδιο του Μαρτίου του 2013 (Τεκμήριο 108). Αποτελούσε τη χειρότερη επιλογή, αφού τον Ιούλιο του 2012 η επίπτωση στα κεφάλαια της τράπεζας θα ήταν €15 δις, ενώ τον Μάρτιο του 2013 αυξήθηκε σε €18 δις. Όσο μεγαλύτερη είναι η επίπτωση στα κεφάλαια, τόσο δυσμενέστερο είναι το σενάριο για τα συμφέροντα των πιστωτών. Στα Τεκμήρια 41 - 43, περιλαμβάνεται εκτίμηση της Εναγόμενης 2 για τη θέση στην οποία θα βρίσκονταν οι καταθέτες σε περίπτωση που επιλεγόταν η εκκαθάριση αντί της εξυγίανσης. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά στην αδυναμία του κράτους να παρέχει στήριξη στη Λαϊκή χωρίς τη συμφωνία με την Τρόικα, καθώς και για το ύψος των ασφαλισμένων καταθέσεων που θα καλείτο το κράτος να αποζημιώσει, χωρίς να υπάρχει τη δεδομένη στιγμή τέτοια δυνατότητα εκ μέρους του. Η εκκαθάριση μίας τράπεζας του μεγέθους της Λαϊκής αποτελεί εφιαλτικό σενάριο. Οι εργασίες της τράπεζας θα σταματούσαν, οι λογαριασμοί και τα περιουσιακά στοιχεία θα παρέμεναν αδρανή. Αυτό θα είχε άμεση επίδραση στους καταθέτες, καθώς δεν θα είχαν πρόσβαση στα χρήματά τους. Ο δε εκκαθαριστής, όταν θα διοριζόταν, θα προχωρούσε στην εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων ένα προς ένα. Αντιθέτως, με το μέτρο εξυγίανσης που εφαρμόστηκε στη Λαϊκή, ήτοι την πώληση των εργασιών της στην Τράπεζα Κύπρου, η Λαϊκή πωλήθηκε ως δρώσα οικονομική μονάδα και το 98% των καταθετών της δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε επίπτωση. Κατά τις διαπραγματεύσεις με την Τρόικα, πριν τη σύναψη του προκαταρκτικού μνημονίου, ουδέποτε τέθηκε θέμα από τους δανειστές ότι η δανειακή σύμβαση θα εξαρτάτο από το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, όπως αυτό θα προέκυπτε από την έκθεση της PIMCO. Η έκθεση της PIMCO, η οποία κάλυπτε την τριετία 01.07.2012 - 30.06.2015, σκοπό είχε να διαγνώσει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών, ώστε να καθοριστεί επακριβώς το ποσό που θα χρειαζόταν η κάθε τράπεζα. Η έκθεση κατέδειξε, ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών ήταν περί τα €9 δις με βάση το δυσμενές σενάριο. Ο Μ.Υ.2
(2)υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Θ. Συνοψίζοντας την 26 σελίδων γραπτή δήλωση του αναφέρει ότι εργάζεται στη Διεύθυνση Ρύθμισης και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων και από το 2020 ασκεί καθήκοντα βοηθού Διευθυντή και είναι επικεφαλής του Τμήματος Σημαντικών και Λιγότερο Σημαντικών Ιδρυμάτων το οποίο έχει την ευθύνη για την εποπτεία όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Κύπρο. Η Εναγόμενη 2 στα πλαίσια των εποπτικών της αρμοδιοτήτων θέτει το ρυθμιστικό και νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου θα πρέπει να λειτουργούν τα πιστωτικά ιδρύματα και ελέγχει κατά πόσο αυτά συμμορφώνονται με το προαναφερόμενο ρυθμιστικό και νομοθετικό πλαίσιο. Την περίοδο 2008 ‑ 2012 η Εναγόμενη 2, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων προχώρησε σε διάφορες ενέργειες σε σχέση με τη Λαϊκή. Συγκεκριμένα, στις 19.02.2008 η Εναγόμενη 2 με επιστολή της στη Λαϊκή (Τεκμήριο 57) επισήμανε στην τελευταία ότι εκ πρώτης όψεως παρέλειψε να εφαρμόσει πρόνοιες της Οδηγίας για τον Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων. Ακολούθως, στις 25.07.2008, ενημέρωσε τη Λαϊκή ότι κατά την περίοδο 13 ‑ 17.10.2008 θα πραγματοποιούσε επιτόπιο έλεγχο στην Marfin Egnatia Bank S.A (στο εξής «ΜΕΒ») η οποία ήταν θυγατρική της Λαϊκής στην Ελλάδα. Οι λειτουργοί της Εναγόμενης 2 οι οποίοι μετέβηκαν στην Ελλάδα για τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου δεν έτυχαν ορθής αντιμετώπισης, καθώς η διεύθυνση της ΜΕΒ αρνήθηκε να τους επιτρέψει πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία της Τράπεζας ισχυριζόμενη ότι την ευθύνη για την εποπτεία της σε ατομική βάση είχε η Τράπεζα της Ελλάδος. Τον Μάρτη του 2009 προγραμματίστηκε νέος επιτόπιος έλεγχος από κοινού με την Τράπεζα της Ελλάδος, έτσι ώστε να αποφευχθούν οποιαδήποτε προσκόμματα εκ μέρους της ΜΕΒ. Μετά τη διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου ετοιμάστηκε από κοινού με την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικό πόρισμα ημερομηνίας 06.07.2009 (δέσμη Τεκμηρίου 112). Επιτόπιος έλεγχος διεξήχθη και τον Ιούνιο του 2011 στη ΜΕΒ, τα αποτελέσματα του οποίου καταγράφηκαν σε νέο πόρισμα ημερομηνίας 24.08.2011 (δέσμη Τεκμηρίου 113). Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2, μέσα στο πλαίσιο άσκησης των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, διενεργούσε ετησίως την εποπτική αξιολόγηση γνωστή ως «SREP» (Supervisory Review and Evaluation Process). Η αξιολόγηση SREP περιλάμβανε και άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test). Κατά την αξιολόγηση που διενεργήθηκε για το έτος 2009 και αφού λήφθηκαν υπόψη τα αποτελέσματά της, η Εναγόμενη 2 απαίτησε από τη Λαϊκή να διατηρεί ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας ύψους 11%. Αυτό παρά το ότι, σύμφωνα με την Οδηγία για τον Υπολογισμό των Κεφαλαιακών Απαιτήσεων, το ελάχιστο ποσοστό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας που όφειλαν να τηρούν οι τράπεζες ήταν 8%. Ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας σε ενοποιημένη βάση αυξήθηκε σε 11,35%, μετά την αξιολόγηση SREP για το έτος
- Για τον πιο πάνω υπολογισμό η Εναγόμενη 2 έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την κεφαλαιακή ανάγκη σε σχέση με την επένδυση της Λαϊκής σε ΟΕΔ. Αξιολόγηση SREP διενεργήθηκε και για το έτος
- Ως αποτέλεσμα των προβλημάτων που εντοπίστηκαν κατά τους επιτόπιους ελέγχους που διενήργησε η Εναγόμενη 2 στη ΜΕΒ και στη Λαϊκή Κύπρου, η Εναγόμενη 2 επέβαλε στη Λαϊκή την τήρηση ελάχιστου δείκτη πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της τάξης του 15,86%. Σε αυτό το ποσοστό περιλαμβανόταν, επίσης, η ανάγκη διατήρησης κεφαλαίων για συμμόρφωση της Λαϊκής με την απαίτηση του Τεκμηρίου 99 για τήρηση δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%. Η Εναγόμενη 2 δεν είχε εξουσία να σταματήσει τη Λαϊκή από την αγορά ΟΕΔ ή ομολόγων οποιασδήποτε άλλης χώρας. Εν πάση περιπτώσει, κατά τον χρόνο αγοράς των ΟΕΔ από τη Λαϊκή, τα πλείστα εκ των οποίων αγοράστηκαν τον Μάρτη του 2009 από την ΜΕΒ, αυτά δεν θεωρούνταν αυξημένου κινδύνου. Κατά τον χρόνο αγοράς των ΟΕΔ, η Ελλάδα κατατασσόταν από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης σε επενδυτικές βαθμίδες. Κατά τον χρόνο αγοράς των ΟΕΔ από τη Λαϊκή δεν μπορούσε να προβλεφθεί «κούρεμά» τους, αφού κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ προηγουμένως σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη 2 κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων σε σχέση με την επένδυση της Λαϊκής σε ΟΕΔ και ειδικότερα κατά τον επιτόπιο έλεγχο της στη ΜΕΒ τον Μάρτιο του 2009 διαπίστωσε αριθμό σημαντικών παραλείψεων και κενών στις διαδικασίες που ακολουθούσε η ΜΕΒ και οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην τελευταία με το πόρισμα ‑ δέσμη Τεκμηρίου
- Επιπροσθέτως, με τα Τεκμήρια 83 και 84 ζήτησε, αφενός, απ' όλες τις τράπεζες όπως της παρέχουν ανάλυση του χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων που διατηρούσαν και, αφετέρου, όπως την ενημερώσουν για τη στρατηγική που ακολουθούν σε σχέση με τα ΟΕΔ, καθώς και για τα συγκεκριμένα μέτρα που λάμβαναν για αντιμετώπιση των κινδύνων από τις τοποθετήσεις τους σε ομόλογα. Το τελικό ποσό της ζημιάς που υπέστη η Λαϊκή από την απομείωση των ΟΕΔ ήταν κατά πολύ ψηλότερο από αυτό που αναμενόταν με βάση τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενεργήθηκε το 2011 από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η απομείωση των ΟΕΔ που υπέστη η Λαϊκή έφτασε το 76%, δηλαδή €2,3 δις. Η Εναγόμενη 2 παρακολουθούσε και τους δείκτες ρευστότητας του Ομίλου της Λαϊκής λαμβάνοντας ιδιαίτερα αυστηρά και πρωτοφανή μέτρα τόσο σε τοπικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 2 επέβαλε στη Λαϊκή την υποχρέωση να υποβάλλει τη θέση ρευστότητάς της, αρχικώς, κάθε δύο εβδομάδες και στη συνέχεια καθημερινά. Επίσης, η Λαϊκή όφειλε να υποβάλλει εβδομαδιαίο προϋπολογισμό ρευστότητας, καθώς και να ετοιμάσει σχέδιο χρηματοδότησης ρευστότητας. Μετά την παραχώρηση ELA και αφότου αυτή ανήλθε κατά το τέλος Οκτωβρίου 2011 στο ποσό των €2,5 δις, η Εναγόμενη 2 με επιστολή της προς τη Λαϊκή (Τεκμήριο 64) προειδοποίησε την τελευταία για τη λήψη μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.66(Ι)/
- Η Εναγόμενη 2 με την επιστολή της ‑ Τεκμήριο 66 επέβαλε πολύ αυστηρά περιοριστικά μέτρα στη Λαϊκή τα οποία, μεταξύ άλλων, περιλάμβαναν την απαγόρευση παραχώρησης νέων δανείων, την απαγόρευση απελευθέρωσης εξασφαλίσεων και την απαγόρευση διενέργειας επενδύσεων χωρίς την εκ των προτέρων έγκριση της Εναγόμενης
- Λόγω της επιδείνωσης της ρευστότητας του Ομίλου της Λαϊκής, η Εναγόμενη 2 προειδοποίησε εκ νέου τη Λαϊκή με επιπρόσθετα μέτρα δυνάμει και πάλι του άρθρου 30 του N.66(I)/
- Τέτοια μέτρα λήφθηκαν με την επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερ. 29.11.2011 (Τεκμήριο 70) με την οποία απαιτήθηκε η άμεση απομάκρυνση του τότε Διευθύνοντα Συμβούλου της Λαϊκής, αφού κρίθηκε ότι η διεύθυνση της Λαϊκής δεν λάμβανε τα μέτρα που όφειλε να λάβει. Δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας που να επιβάλλει όπως το μέγεθος του τραπεζικού τομέα μιας χώρας τελεί σε συνάρτηση με το ΑΕΠ της συγκεκριμένης χώρας. Το μέγεθος μιας τράπεζας θα πρέπει να εξετάζεται με αναφορά στους κινδύνους που αναλαμβάνει η τράπεζα και τα κεφάλαια που διαθέτει για αντιμετώπισή τους, ανεξαρτήτως του μεγέθους του ΑΕΠ. Στη δια ζώσης μαρτυρία του επεξήγησε το Τεκμήριο 82 λέγοντας, ότι οι τιμές των ΟΕΔ κατά τον Μάρτιο του 2009, όταν και αγοράστηκε το μεγαλύτερο ποσοστό τους από την Λαϊκή, αλλά και κατά τον Φεβρουάριο του 2010 όταν αγοράστηκε το υπόλοιπο μικρότερο ποσοστό, ήταν πολύ κοντά στην αρχική τιμή έκδοσής τους, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι κατά τον χρόνο αγοράς τους ήταν χαμηλού κινδύνου. Οι τιμές των ΟΕΔ μειώθηκαν και οι αποδόσεις τους αυξήθηκαν μετά το δεύτερο εξάμηνο του 2010, οπότε και κατέστησαν αυξημένου κινδύνου. Η συμμετοχή στην απομείωση των ΟΕΔ δεν κατέστη υποχρεωτική με την συμφωνία των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων στις 26.10.2011, αλλά αργότερα. Συγκεκριμένα, στις 23.02.2012, όταν η ελληνική κυβέρνηση, λόγω του ότι η διαπραγμάτευση με τους ιδιώτες επενδυτές ήταν ατέρμονη, με νομοθετική πράξη εισήγαγε πρόνοια σύμφωνα με την οποία εάν το 50% των πιστωτών συμφωνούσαν για την μετατροπή των ομολόγων, τότε αυτή θα καθίστατο υποχρεωτική στο σύνολο των ομολόγων. Aντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι ευθύνη των εποπτικών αρχών είναι να παρακολουθούν κατά πόσο τα πιστωτικά ιδρύματα ενεργούν εντός του σχετικού νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου και στις περιπτώσεις που υπάρχει παράβαση να επέμβουν. Το σημαντικότερο εποπτικό εργαλείο που διαθέτει η Εναγόμενη 2 για την υλοποίηση της αποστολής της είναι τα κεφάλαια και συγκεκριμένα η διατήρηση αυξημένων δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας. Διαφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, ότι η Εναγόμενη 2 περιορίστηκε μόνο στην αποστολή επιστολών προς τη Λαϊκή μέσω των οποίων κατέγραψε προβλήματα χωρίς, όμως, να παρακολουθεί στη συνέχεια κατά πόσο λαμβάνονταν από την τελευταία μέτρα προς επίλυση και αντιμετώπιση των προβλημάτων που παρατηρούνταν. Η Εναγόμενη 2, πέραν των επιστολών και εγκυκλίων, διενήργησε επιτόπιους ελέγχους και εξέδωσε πορίσματα καλώντας τη Λαϊκή να λάβει διορθωτικά μέτρα προς τον σκοπό βελτίωσης των διαδικασιών που ακολουθούσε. Περαιτέρω, επέβαλε στη Λαϊκή τη λήψη αυξημένων προβλέψεων σε σχέση με το δανειακό χαρτοφυλάκιο της και την τήρηση αυξημένων δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας. Επιπροσθέτως, ζήτησε την παρουσίαση σχεδίου ανακεφαλαιοποίησης και ακολούθως, ως κλιμάκωση των ενεργειών της, χρησιμοποίησε τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 30 του Ν.66(Ι)/97 το οποίο εφαρμόζεται σπάνια και σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις. Παρά τους πολύ αυστηρούς ελέγχους που διενεργήθηκαν από την Εναγόμενη 2 στη Λαϊκή, η τελευταία οδηγήθηκε τελικά στη λήψη μέτρων εξυγίανσης λόγω του απρόβλεπτου γεγονότος του «κουρέματος» των ΟΕΔ. Αν δεν επιβαλλόταν «κούρεμα» των ΟΕΔ, τότε η Λαϊκή δεν θα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα, καθώς τα κεφάλαια που ήταν υποχρεωμένη από την Εναγόμενη 2 να τηρεί και όντως τηρούσε ήταν επαρκή για τους κινδύνους που αντιμετώπιζε. Μετά την κρίση χρέους στην Ελλάδα και την ένταξή της σε μνημόνιο το δεύτερο εξάμηνο του 2010, η Εναγόμενη 2 έλαβε μέτρα σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους που μπορούσε να αντιμετωπίσει η Λαϊκή. Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις για τήρηση αυξημένης κεφαλαιακής επάρκειας επιβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, και λόγω της επένδυσης της Λαϊκής σε ΟΕΔ. Διαφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, ότι μετά τη διαπίστωση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και την έναρξη συζητήσεων για την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των ΟΕΔ, η Εναγόμενη 2 όφειλε να επέμβει και να ζητήσει από τη Λαϊκή να προχωρήσει στην πώλησή τους. Όταν ξεκίνησε η συζήτηση για την άμβλυνση του ελληνικού χρέους τον Ιούλιο του 2011, γινόταν λόγος για ένα ποσοστό της τάξης του 21%. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 82, η τιμή του δεκαετούς ΟΕΔ την ίδια περίοδο ήταν 54,
- Επομένως, σε περίπτωση πώλησης η ζημία θα ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με το 21% το οποίο συζητείτο την εν λόγω περίοδο. Αργότερα, τον Οκτώβριο του 2011, δεν μπορούσαν να πωληθούν γιατί, ουσιαστικά, δεν υπήρχε αγορά. Επίσης, ουδείς μπορούσε να υπολογίσει ότι η απομείωση των ΟΕΔ θα έφθανε τελικά το 76% της αξίας τους. Το stress test που διενεργήθηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2011 και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του εκδόθηκε στις 11.07.
- Η εν λόγω άσκηση αφορούσε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης και τα ομόλογα των χωρών της Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, δεν υπήρχε κίνδυνος «κουρέματος» ομολόγων οποιασδήποτε χώρας. Η δε Λαϊκή πέρασε με επιτυχία την εν λόγω άσκηση. Ο Μ.Υ.2
(2)διαφώνησε με τη θέση του κ. Θεοφίλου, ότι η Εναγόμενη 2 γνωρίζοντας τα δημοσιονομικά προβλήματα της Δημοκρατίας θα έπρεπε από τον Μάρτιο του 2012 να συμβουλεύσει την τελευταία αντί για παροχή κρατικής στήριξης προς τη Λαϊκή, την οποία δεν ήταν σε θέση να παράσχει, να προσφύγει στο ΕΤΧΣ. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τον Μάρτιο του 2012 υπήρχε ακόμη ενδιαφέρον από επενδυτές σε σχέση με την Λαϊκή. Ο Μ.Υ.3
(2)υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης - Έγγραφο Ι ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτό, εργάζεται στην Εναγόμενη 2 από το 2005 και συγκεκριμένα στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ενεργητικού. Από το 2011, λόγω της εξειδίκευσης της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ενεργητικού, εμπλεκόταν στον χειρισμό των θεμάτων παροχής ELA σε σχέση κυρίως με την αποτίμηση εξασφαλίσεων υπό μορφή ομολόγων. Η παροχή ELA προς ένα πιστωτικό ίδρυμα δίδεται κάτω από έκτακτες συνθήκες και συγκεκριμένα όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν διαθέτει και δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή ρευστότητα από άλλες χρηματοδοτικές πήγες για να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του. Η παροχή ELA δεν σχετίζεται και δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα κεφάλαια του πιστωτικού ιδρύματος και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας του. Περαιτέρω, η παροχή ELA έχει προσωρινό χαρακτήρα, χωρίς, ωστόσο, να τίθεται συγκεκριμένος χρονικός περιορισμός. Αυτό, διότι αποτελεί κύριο εργαλείο στη διάθεση των Κεντρικών Τραπεζών προς διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η αρμοδιότητα και εξουσία της Εναγόμενης 2 για παροχή δανεισμού προς τα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένου του ELA, προνοείται στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο, N.138(I)/
- Επίσης, τον Ιανουάριο του 2011, το Δ.Σ. της Εναγόμενης 2 ενέκρινε το Πλαίσιο Πολιτικής της Εναγόμενης 2 για την παροχή ELA (Τεκμήριο 122). Επιπροσθέτως, η παροχή ELA από την Εναγόμενη 2 υπόκειται στις διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών του Ευρωσυστήματος και σε άλλες σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στη βάση των προαναφερόμενων διαδικασιών, για την παροχή ELA στα κυπριακά πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης της Λαϊκής, υποβάλλονταν αιτήματα του Διοικητή της Εναγόμενης 2 για εξασφάλιση μη ένστασης από το Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η απόφαση της Εναγόμενης 2 για παροχή ELA στη Λαϊκή προϋπόθετε την αξιολόγηση της τελευταίας ως υψηλής συστημικής σημασίας, ως φερέγγυας και ως κατόχου επαρκών εξασφαλίσεων οι οποίες θα παραχωρούνταν προς την Εναγόμενη 2 έναντι της παροχής ELA. Επιπροσθέτως, ο Διοικητής της Εναγόμενης 2 θα έπρεπε να εξασφαλίζει τη μη ένσταση του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την παροχή ELA στη Λαϊκή. Η Λαϊκή ζήτησε για πρώτη φορά ELA στις 27.09.2011, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης απώλειας καταθέσεων, κυρίως στην Ελλάδα και σε μικρότερο βαθμό στην Κύπρο, σε συνδυασμό με τη μείωση της ρευστότητας που αντλούσε μέσω των πιστοδοτικών πράξεων νομισματικής πολιτικής. Η παροχή ELA αντικαθιστά άλλες πηγές χρηματοδότησης από τις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα λάμβανε προηγουμένως ρευστότητα. Επομένως, δεν χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση νέων δραστηριοτήτων και ως εκ τούτου δεν οδηγεί σε αύξηση του ισολογισμού των πιστωτικών ιδρυμάτων. Η φερεγγυότητα της Λαϊκής τύγχανε θετικής αξιολόγησης από το Τμήμα Εποπτείας της Εναγόμενης 2 και από το Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αφού σε 39 αιτήματα του Διοικητή της Εναγόμενης 2 για παροχή ELA δόθηκε η απαιτούμενη μη ένσταση. Η θέση του Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας άλλαξε στις 21.03.2013 (Τεκμήριο 54). Η Εναγόμενη 2, ως εξασφαλίσεις για την παροχή ELA στη Λαϊκή, αποδέχτηκε τρεις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής, ήτοι ομόλογα, δάνεια και ακίνητη περιουσία. Οι εξασφαλίσεις που χρησιμοποιήθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια της παροχής ELA ήταν συγκεκριμένες, σταθερές και επαρκείς και η διαδικασία εκχώρησης τους προς όφελος της Εναγόμενης 2 προϋπόθετε την υπογραφή των κατάλληλων νομικών εγγράφων. Στην Κύπρο κυριάρχησε μια έντονα λανθασμένη εντύπωση ως προς τον σκοπό παροχής ELA. Συγκεκριμένα, η έλλειψη ρευστότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος λανθασμένα θεωρούνταν ως ένδειξη αφερεγγυότητας και αντιστρόφως. Η παροχή ELA βοηθούσε στην ομαλή αναδιάρθρωση και απομόχλευση του ισολογισμού της Λαϊκής με στόχο την επαναφορά της σε συνθήκες ομαλότητας το συντομότερο δυνατό. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι η εμπλοκή του κατά τα έτη 2011‑ 2013 στην παραχώρηση ELA αφορούσε την αξιολόγηση των εξασφαλίσεων και ειδικότερα την αξιολόγηση των ομολόγων. Στα περιουσιακά στοιχεία που παραχωρούσε η Λαϊκή ως εξασφάλιση για την παραχώρηση ELA εφαρμόζονταν συντηρητικές τιμές. Για παράδειγμα, η ονομαστική αξία των περιουσιακών στοιχείων που είχαν παραχωρηθεί μέχρι τις 16.03.2013 ως εξασφάλιση ήταν περί τα €17,5 δις και η αποδιδόμενη αξία από την Εναγόμενη 2 ήταν περί τα €9,5 δις. Η φερεγγυότητα ενός τραπεζικού ιδρύματος για παροχή ELA έχει δύο πτυχές. Η μία πτυχή είναι η στατική και αφορά τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας τη δεδομένη χρονική στιγμή που υποβάλλεται αίτημα για παροχή ELA. Η δεύτερη πτυχή αφορά την προοπτική επίτευξης κεφαλαιακής επάρκειας και εξετάζεται στις περιπτώσεις που οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας βρίσκονται κάτω από το επιτρεπτό όριο. Στην περίπτωση της Λαϊκής από τον Σεπτέμβρη του 2011, χρόνο κατά τον οποίο αιτήθηκε για πρώτη φορά την παροχή ELA, μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2012 οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας ήταν ικανοποιητικοί για την παροχή ELA. Από τον Φεβρουάριο του 2012, χρόνος κατά τον οποίο οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής βρίσκονταν κάτω του επιτρεπτού ορίου, γινόταν αξιολόγηση της προοπτικής επίτευξης της απαιτούμενης κεφαλαιακής επάρκειας. Η αξιολόγηση ήταν θετική, τόσο από την Εναγόμενη 2, όσο και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παραχώρησε έγκριση για την παροχή ELA στη Λαϊκή μέχρι τις 21.03.2013, διότι μεσολάβησε η απόρριψη από τη Βουλή της πολιτικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε στο Eurogroup στις 16.03.
- Συνεπώς, δεν υπήρχε πλέον προοπτική επίλυσης των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν η Λαϊκή και η Τράπεζα Κύπρου. Εν κατακλείδι, ο Μ.Υ.3
(2)επισήμανε, ότι αυτό το οποίο εξεταζόταν δεν ήταν κατά πόσο υπήρχε βεβαιότητα, αλλά κατά πόσο υπήρχε αξιόπιστη προοπτική ανακεφαλαιοποίησης. Ο Μ.Υ.1
(3)είναι ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών. Υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του, το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης - Έγγραφο ΙΑ. Θα επιχειρήσω, στις επόμενες παραγράφους, να συνοψίσω το Έγγραφο ΙΑ. Το Συμβούλιο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης αποφάσισε στις 21.07.2011, κατόπιν των έντονων θέσεων της Γερμανίας και άλλων χωρών, όπως εμπλακεί ο ιδιωτικός τομέας στο σχέδιο διάσωσης της ελληνικής οικονομίας. Οι ιδιώτες επενδυτές, των οποίων η συμμετοχή θα ήταν εθελοντική, με τη συνεισφορά τους θα υπόκειντο αρχικά σε απομείωση της αξίας των ομολόγων τους σε ποσοστό περίπου 21%. Μετά από αυτή την εξέλιξη το Υπουργείο Οικονομικών συγκάλεσε αριθμό συσκέψεων με τις εμπλεκόμενες τράπεζες, ελεγκτικούς οίκους και τον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου για ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος. Επιπροσθέτως, το Υπουργείο ετοίμασε σημειώματα στα οποία γινόταν αναφορά ως προς το πόσο κρίσιμες θα μπορούσε να ήταν οι επιπτώσεις στις δύο μεγάλες κυπριακές τράπεζες. Οι τράπεζες ήταν σε απευθείας διαβουλεύσεις με το Διεθνές Ινστιτούτο Χρηματοοικονομικής και το ελληνικό Υπουργείο Οικονομικών για τη συζήτηση των όρων εμπλοκής τους. Η επικρατούσα άποψη ήταν ότι ενδεχόμενη αποτυχία της εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα και πτώχευση της Ελλάδος θα είχε δυσμενέστερες επιπτώσεις στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα. Η απόφαση για την απομείωση των ΟΕΔ, η οποία καταγράφηκε σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής τον Οκτώβριο του 2011 και συγκεκριμενοποιήθηκε περαιτέρω σε επίπεδο Eurogroup τον Φεβρουάριο του 2012 τροχοδρόμησε καθοριστικές εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα της Κύπρου. Ειδικότερα, η Λαϊκή υπέστη ζημιά περί τα €2,4 δις και η Τράπεζα Κύπρου περί τα €1,9 δις. Ταυτόχρονα, το κράτος αντιμετώπιζε δημοσιονομικά προβλήματα. Μάλιστα, αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές από τα μέσα του 2011 ενόψει των συνεχών υποβαθμίσεων της πιστοληπτικής του ικανότητας από τους οίκους αξιολόγησης λόγω της έκθεσης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος στην Ελλάδα, τόσο σε κρατικά ομόλογα, όσο και σε δανειακό χαρτοφυλάκιο. Στη βάση αυτών των δεδομένων, η Δημοκρατία απευθύνθηκε τον Ιούνιο του 2012 στην Τρόικα για οικονομική βοήθεια προς αντιμετώπιση των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και χρηματοδότησης των δημόσιων οικονομικών. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στο προκαταρκτικό μνημόνιο συναντίληψης - Τεκμήριο
- Κατά τις διαπραγματεύσεις οι εκπρόσωποι της Τρόικα κατέστησαν σαφές, ότι οι τελικοί όροι του προγράμματος δεν θα οριστικοποιούνταν μέχρι την ολοκλήρωση της έκθεσης του οίκου PIMCO, η οποία αποσκοπούσε στον προσδιορισμό των κεφαλαιακών αναγκών ανά τράπεζα προκειμένου να καταδειχθεί κατά πόσο οι τράπεζες ήταν βιώσιμες και επιλέξιμες για κρατική ενίσχυση μέσω εισφοράς κεφαλαίου ή όχι. Επίσης, οι εκπρόσωποι της Τρόικα τόνισαν, ότι οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις θα έπρεπε να ισχύσουν για οποιαδήποτε οικονομική στήριξη προς τις τράπεζες. Επομένως, ήταν κατανοητό, ότι οποιαδήποτε τράπεζα λάμβανε δημόσια βοήθεια, οι μέτοχοι και κάτοχοι ομολόγων της θα έπρεπε να αναλάβουν τις ζημιές από τη συμμετοχή τους στα ίδια κεφάλαια και ομόλογα. Μετά τη δημοσιοποίηση των ευρημάτων της PIMCO και τη διενέργεια των εκλογών στην Κύπρο, πραγματοποιήθηκε στις 04.03.2013 συνάντηση του Eurogroup στην οποία συμμετείχε η νέα κυβέρνηση της Δημοκρατίας. Σε αυτή τη συνάντηση, η Τρόικα, ενόψει της πολύ μεγάλης έλλειψης κεφαλαίων της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου, αποφάσισε ότι δεν ήταν πρόθυμη να παράσχει στην Κύπρο χρηματοδότηση στο απαιτούμενο επίπεδο για να καλύψει το κεφαλαιακό έλλειμμα. Ο τότε Υπουργός Οικονομικών ενημέρωσε, ότι θα έπρεπε να συζητήσει το όλο θέμα με τον ΠτΔ. Με την επιστροφή της κυπριακής αποστολής στην Κύπρο, άρχισε η επεξεργασία πιθανών εναλλακτικών σεναρίων. Ο ΠτΔ συναντήθηκε, εν τω μεταξύ, με την Καγκελάριο της Γερμανίας σε μία προσπάθεια να αλλάξει τη θέση της Γερμανίας και της Τρόικα σε σχέση με τη χρηματοδότηση για τη διάσωση των τραπεζών. Η προσπάθεια δεν στέφθηκε με επιτυχία. Οι εναλλακτικές λύσεις, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες βιώσιμες πηγές εξωτερικής χρηματοδότησης, επικεντρώθηκαν στη συγκέντρωση κεφαλαίων από εγχώριες πηγές. Ετοιμάστηκαν εκθέσεις προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με διάφορες πιθανές επιλογές, προκειμένου να καταδειχθεί, ότι η Κύπρος μπορούσε να εξυπηρετήσει ψηλότερο επίπεδο δημόσιου χρέους. Ανάμεσα στα σενάρια που εξετάστηκαν ήταν και η επιβολή τέλους επί των καταθέσεων, παρά την ανησυχία του Υπουργείου Οικονομικών ότι με την επιβολή τέλους επί των καταθέσεων θα μπορούσαν να προκληθούν μαζικές αναλήψεις καταθέσεων. Το Υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε, εντέλει, να προτείνει την επιβολή τέλους επί των τόκων στο σύνολο των καταθέσεων των κυπριακών τραπεζών. Στις 15.03.2013 πραγματοποιήθηκε η συνάντηση του Eurogroup για να συζητηθεί το πρόγραμμα προσαρμογής για την Κύπρο. Η Τρόικα θεώρησε ότι η επιβολή τέλους επί των τόκων δεν θα συγκέντρωνε επαρκή κεφάλαια και ανέφερε ότι θα έπρεπε να απαιτηθεί εισφορά επί της αξίας των καταθέσεων. Παρά την ανησυχία της κυβέρνησης, η τελευταία κατέληξε σε πολιτική συμφωνία λόγω του κινδύνου άτακτης κατάρρευσης των τραπεζών. Ετοιμάστηκε προσχέδιο νομοσχεδίου το οποίο εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή. Στις 19.03.2013, η Βουλή απέρριψε το προαναφερόμενο νομοσχέδιο. Μετά την απόρριψη, η κυβέρνηση συνέχισε τις συζητήσεις με την Τρόικα για τους όρους του προγράμματος προσαρμογής. Στις 21.03.2013, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε, ότι η παροχή ELA θα συνέχιζε μόνο εάν ένα αποδεκτό πρόγραμμα στήριξης εφαρμοζόταν μέχρι τις 25.03.
- Οι διαπραγματεύσεις με την Τρόικα συνεχίστηκαν και κορυφώθηκαν στη συνάντηση του Eurogroup στις 25.03.
- Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να αποκτήσει ένα πρόγραμμα που θα είχε ήπιο αντίκτυπο στους πιστωτές των τραπεζών και να αυξηθεί το ανώτατο όριο χρέους της Δημοκρατίας, δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Η αποδοχή των όρων της Τρόικα, με δεδομένο ότι δεν θα παρεχόταν ELA μετά τις 25.03.2013, ήταν αναπόφευκτη. Ως εκ των ανωτέρω, η κυβέρνηση αποδέχθηκε τους όρους της Τρόικα και κατέληξε σε νέα πολιτική συμφωνία. Σε διαφορετική περίπτωση ο τραπεζικός τομέας θα καταστρεφόταν ολοκληρωτικά, αφού τυχόν άτακτη κατάρρευση της Λαϊκής, λόγω της συστημικότητάς της, θα συμπαρέσυρε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση χρεωκοπία του κράτους. Η συμφωνία προέβλεπε, επίσης, την πώληση των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. Το γενικό πλαίσιο και οι οικονομικοί όροι της πώλησης ετοιμάστηκαν και τέθηκαν από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η επιλογή του αγοραστή έγινε από την Τράπεζα της Ελλάδος και δεν υπήρχε κανένα όφελος ή ζημιά στην κυπριακή πλευρά από την επιλογή του αγοραστή, αφού οι όροι της πώλησης είχαν συμφωνηθεί στο Eurogroup. Με την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επιτεύχθηκε η διατήρηση και συνέχιση προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών και προστατεύθηκαν πλήρως οι καταθέτες που θα αποζημιώνονταν από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων σε περίπτωση ενεργοποίησής του. Παράλληλα, αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο χιλιάδες υπάλληλοι της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου να βρεθούν στην ανεργία. Επιπρόσθετα, κατόπιν συνεννόησης του Υπουργείου Οικονομικών, της Εναγόμενης 2 και της Τρόικα, αποφασίστηκε όπως συγκεκριμένες κατηγορίες καταθετών εξαιρεθούν από τα μέτρα εξυγίανσης προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Στη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι υποβλήθηκε από μέρους της Δημοκρατίας ολοκληρωμένη πρόταση με πλειάδα μέτρων προς τον σκοπό αποφυγής της απομείωσης των καταθέσεων. Δυστυχώς, η εν λόγω πρόταση δεν έγινε αποδεκτή. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι το κόστος της εκκαθάρισης σε σύγκριση με τα μέτρα εξυγίανσης θα ήταν μεγαλύτερο κυρίως σε ό,τι αφορά τους καταθέτες της Λαϊκής. Αυτό, διότι θα εγκλωβίζονταν στη διαδικασία της εκκαθάρισης και δεν θα είχαν πρόσβαση στις καταθέσεις τους. Αντιθέτως, με τα μέτρα εξυγίανσης όλοι οι καταθέτες, είτε εξασφαλισμένοι είτε όχι, είχαν από την πρώτη στιγμή πρόσβαση στις καταθέσεις τους μέχρι του ποσού των €100.
- Επιπροσθέτως, το κόστος της εκκαθάρισης θα ήταν μεγαλύτερο και για την ευρύτερη οικονομία, αφού θα προκαλούνταν αλυσιδωτές επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Συμφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων, ότι το 2010 τέθηκαν ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου εισηγήσεις για λήψη μέτρων προς διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών. Τα εν λόγω μέτρα υποβλήθηκαν τον Φεβρουάριο του 2010 και δεν έτυχαν της έγκρισης της κυβέρνησης. Στη συνέχεια, όμως, τον Αύγουστο του 2011 εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και ψηφίστηκε από τη Βουλή σειρά μέτρων που αποσκοπούσαν στη διόρθωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών. Η λήψη αυτών των μέτρων αναγνωρίστηκε και από τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές και είχε ως αποτέλεσμα την αναστολή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος εναντίον της Δημοκρατίας. Μέχρι το 2013, η Δημοκρατία εξακολουθούσε να παρουσιάζει υπερβολικό έλλειμμα το οποίο διορθώθηκε το
- Συμφώνησε με τον κ. Θεοφίλου, ότι τα μέτρα που συμπεριλήφθηκαν στο μνημονιακό δάνειο συνέβαλαν στη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος και τη δημιουργία δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Διαφώνησε, ωστόσο, με τη θέση ότι τα μέτρα που η Δημοκρατία έλαβε το 2011 ουδόλως βοήθησαν στη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος. Τον Ιούλιο του 2011 ο τότε Διευθυντής του Γραφείου Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους υπέβαλε υπόμνημα προς τον τότε Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών και τον Υπουργό Οικονομικών με το οποίο εισηγούνταν την προσφυγή της Δημοκρατίας στο ΕΤΧΣ για άντληση χρηματοδότησης προς τον σκοπό κάλυψης των αναγκών του κράτους. Αντί της υιοθέτησης της πιο πάνω εισήγησης, η Δημοκρατία κατέφυγε σε διμερή δανεισμό από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Στις συσκέψεις που συγκλήθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών, μετά την απόφαση απομείωσης των ΟΕΔ, δεν ήταν ακόμη γνωστή η ζημιά που θα προκαλούνταν στα κυπριακά τραπεζικά ιδρύματα από την απομείωση των ΟΕΔ. Αυτό το οποίο έγινε κατά τις συσκέψεις, ήταν η ενημέρωση των τραπεζών έτσι ώστε να έχουν πλήρη εικόνα του πλαισίου συζητήσεων που διεξαγόταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να προχωρήσουν οι ίδιες οι τράπεζες στις ενέργειες που θεωρούσαν αναγκαίες προς αντιμετώπιση των επικείμενων προκλήσεων. Η Σύνοδος της 26.10.2011 είχε ως επίκεντρο τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία ήδη βρισκόταν σε μακροοικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής. Δεν υπήρχε περιθώριο συζήτησης για παροχή στήριξης του κυπριακού χρηματοπιστωτικού τομέα, αφ' ης στιγμής η Κύπρος κατά τον εν λόγω χρόνο δεν ήταν σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής. Στις αρχές του 2012 οι κεφαλαιακές ανάγκες της Λαϊκής καθορίστηκαν στο ποσό των €1,971 δις από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών. Η κρατική στήριξη προς τη Λαϊκή ύψους €1,8 δις αποφασίστηκε με βάση τα δεδομένα του Μαΐου 2012, κατόπιν εκτίμησης από τους εξωτερικούς ελεγκτές της τράπεζας και την Εναγόμενη
- Η έκδοση του κρατικού ομολόγου των €1,8 δις προς όφελος της Λαϊκής, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Δημοκρατία αδυνατούσε να στηρίξει τον τραπεζικό τομέα. Άλλωστε, αμέσως μετά, η Δημοκρατία υπέβαλε το αίτημα για χρηματοοικονομική στήριξη. Η απόφαση για στήριξη της Λαϊκής, η οποία έτυχε της έγκρισης της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λήφθηκε λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης. Η Λαϊκή ήταν συστημικό ίδρυμα και το κράτος όφειλε να ενεργήσει άμεσα παρέχοντας τη σχετική εγγύηση για να διαφυλάξει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της οικονομίας ευρύτερα. Τα αποτελέσματα της έκθεσης της PIMCO έδειξαν ότι η Λαϊκή δεν ήταν βιώσιμη. Διαφώνησε με τον κ. Θεοφίλου, ότι αυτό το γεγονός καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη 3 δεν μπορούσε να αναμένει την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής μέσω του μνημονιακού δανείου. Υπέδειξε, ότι ακόμη και μετά την απόφαση του Eurogroup ημερομηνίας 16.03.2013 προβλεπόταν η ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου με ίδιους πόρους, χωρίς, ωστόσο, να αποκλείεται η χρηματοδότηση τους με μέρος του ποσού των €10 δις. Αυτή η δυνατότητα αποκλείστηκε, μόνο με την απόφαση του Eurogroup ημερομηνίας 25.03.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες κατά τη ζωντανή παρουσία τους στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, η δυνατότητα που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης η λογικότητα και η συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και η σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Α Α.Α.Δ 839). Είναι καλά γνωστό, ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.ά.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Η μαρτυρία των Εναγόντων στις αγωγές με αρ.5423/2013, 2409/2014 και 818/2016 και την αντιπρόσωπο της Ενάγουσας στην αγωγή με αρ.820/2016, περιστράφηκε σε δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 - 4 αφορούσε το ύψος των καταθέσεων που διατηρούσαν οι Ενάγοντες στη Λαϊκή, το ποσό της επαλήθευσης χρέους που υποβλήθηκε στον εκκαθαριστή της Λαϊκής, καθώς και την έγκριση από τον τελευταίο των επαληθεύσεων χρέους. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας τους κρίνεται ως αποδεκτό και αξιόπιστο. Σημειώνω, ότι η μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 87, 88, 90 - 93 και 96 - 97 και, σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και
- Ο δεύτερος άξονας αφορούσε την απόφασή τους να διατηρήσουν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή. Συγκεκριμένα, οι Μ.Ε.1 - 4 ισχυρίστηκαν, ότι ένας εκ των βασικών λόγων για την απόφασή τους να διατηρήσουν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή ήταν οι δηλώσεις του ΠτΔ κατά την τελετή εγκατάστασής του στη Βουλή στις 28.02.
- Επίσης, με εξαίρεση την Μ.Ε.3, οι υπόλοιποι μάρτυρες δήλωσαν ότι, εξίσου σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασής τους διαδραμάτισε το περιεχόμενο της επιστολής ημερ.11.02.2013 ‑ Τεκμήριο
- Θεωρώ, ότι δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς των Μ.Ε.1 - 4 για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω. Ξεκινώ με τους Μ.Ε.1 και 2 οι οποίοι δήλωσαν, ότι, μετά την πληροφόρηση που έλαβαν σε σχέση με το δημοσίευμα των FT, επικοινώνησαν με τους διευθυντές των υποκαταστημάτων της Λαϊκής στα οποία διατηρούσαν τις καταθέσεις τους. Κατά την εν λόγω επικοινωνία πληροφορήθηκαν από τα προαναφερόμενα πρόσωπα για το περιεχόμενο της επιστολής - Τεκμήριο 11 με την οποία η Εναγόμενη 2 απέρριψε την οποιανδήποτε πιθανότητα «κουρέματος» καταθέσεων. Μάλιστα, αμφότεροι δήλωσαν, ότι έδωσαν πίστη στα όσα τους αναφέρθηκαν λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφαν στα συγκεκριμένα πρόσωπα που τους μετέφεραν την εν λόγω πληροφόρηση. Μέσα από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 αναδείχθηκε το γεγονός, ότι οι ίδιοι δεν έλαβαν αντίγραφο της επιστολής - Τεκμήριο 11, αλλά περιορίστηκαν στα όσα τους μετέφεραν οι διευθυντές των υποκαταστημάτων, ενόψει της σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους. Μάλιστα, οι εν λόγω διευθυντές, λόγω προφανώς της καλής σχέσης που διατηρούσαν με τους Μ.Ε.1 και 2, με δική τους πρωτοβουλία επικοινώνησαν μαζί τους για να τους μεταφέρουν δηλώσεις που έγιναν από τον νέο ΠτΔ. Θεωρώ, ότι ενόψει της ισχυριζόμενης ανησυχίας των Μ.Ε.1 και 2 για ένα σοβαρό ζήτημα που αφορούσε την τύχη των καταθέσεών τους, το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να ζητήσουν να τους κοινοποιηθεί η επιστολή - Τεκμήριο 11, εφόσον η ύπαρξή της περιήλθε στη γνώση τους, έτσι ώστε να λάβουν ιδία γνώση του περιεχομένου της και όχι να περιοριστούν στις δηλώσεις των διευθυντών των υποκαταστημάτων, όσο καλή κι αν ήταν η μεταξύ τους σχέση. Περαιτέρω, θα αναμενόταν οι Μ.Ε.1 και 2, ενόψει της ανησυχίας που τους προκάλεσε το δημοσίευμα των FT, να παρακολουθούν πλέον οι ίδιοι τις εξελίξεις στο εν λόγω ζήτημα. Από τη μαρτυρία, ωστόσο, προέκυψε ότι δεν έπραξαν κάτι τέτοιο, αφού, ως οι ίδιοι δήλωσαν, ενημερώθηκαν από τους διευθυντές των υποκαταστημάτων για τις δηλώσεις ημερ.28.02.2013 του ΠτΔ. Τα πιο πάνω προκαλούν, κατά την κρίση μου, ρήγμα στη θέση των Μ.Ε.1 και 2 περί ανησυχίας τους ως προς την τύχη των καταθέσεων τους και πρόθεσης μεταφοράς των χρημάτων τους, η οποία άλλαξε εξαιτίας της πληροφόρησης που έλαβαν από τους διευθυντές των υποκαταστημάτων της Λαϊκής. Δεν παραβλέπω τον ισχυρισμό των Μ.Ε.1 και 2, ότι εμπιστεύονταν τους διευθυντές των υποκαταστημάτων της Λαϊκής. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι ο μεν Μ.Ε.1 δεν θυμόταν καν το όνομα του διευθυντή του υποκαταστήματος που του μετέφερε τις σχετικές πληροφορίες. Η δε Μ.Ε.2 θυμόταν μόνο το μικρό όνομα της διευθύντριας του υποκαταστήματος στο οποίο διατηρούσε τις καταθέσεις της. Εάν υπήρχε τέτοια σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα τους θα ήταν αναμενόμενο, έστω κι αν παρήλθαν 10 έτη από τα επίδικα ζητήματα, να θυμούνται το ονοματεπώνυμο των προσώπων προς τα οποία έδειξαν πλήρη εμπιστοσύνη και στηριζόμενοι στις πληροφορίες που τους μετέφεραν καθησυχάστηκαν για το ενδεχόμενο απώλειας των καταθέσεών τους. Η Μ.Ε.4, από την πλευρά της, ισχυρίστηκε, επίσης, ότι το Τεκμήριο 11 αποτέλεσε στοιχείο το οποίο επηρέασε την απόφαση της εταιρείας να διατηρήσει τις καταθέσεις της στη Λαϊκή. Μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Ε.4 διαφάνηκε, ότι η τελευταία δεν είχε προσωπική γνώση ως προς το κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε ανησυχία εκ μέρους της εταιρείας για τις καταθέσεις της και κατά πόσο άσκησαν οποιαδήποτε επίδραση στη βούλησή της, είτε το Τεκμήριο 11, είτε οι δηλώσεις του ΠτΔ. Η μαρτυρία της επί των προαναφερόμενων ζητημάτων ήταν εξ ακοής. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κεφ.9, μια εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι είναι εξ ακοής. Στο άρθρο 27 του Κεφ.9 καταγράφονται διάφοροι παράμετροι που θα πρέπει να προσμετρηθούν για να αποφασιστεί κατά πόσο θα προσδοθεί βαρύτητα σε μια εξ ακοής μαρτυρία. Εν προκειμένω, η Μ.Ε.4 δεν ανέφερε την πηγή πληροφόρησής της ως προς τον ισχυρισμό της ότι η εταιρεία πείστηκε να διατηρήσει τις καταθέσεις της στη Λαϊκή. Ειδικότερα, δεν ανέφερε στη μαρτυρία της ποιοι είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι της εταιρείας ή ποια είναι τα πρόσωπα που λάμβαναν αποφάσεις για λογαριασμό της σε σχέση με τις καταθέσεις που διατηρούσε στη Λαϊκή. Δεν μου διαφεύγει, ότι κατονομάζει στη μαρτυρία της τον διευθυντή της εταιρείας. Αυτό το γεγονός δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Επισημαίνω, ότι, σύμφωνα με τη Μ.Ε.4, η εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ο διευθυντής της είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Theoservices Secretarial Ltd, η οποία παρείχε εταιρικές υπηρεσίες. Δεν μπορεί, επομένως, να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ήταν το πρόσωπο που λάμβανε αποφάσεις εκ μέρους της εταιρείας στην απουσία μαρτυρίας που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Οι προαναφερόμενες ελλείψεις της μαρτυρίας της Μ.Ε.4 καθιστούν αδύνατη την αξιολόγηση των παραμέτρων που παρατίθενται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ.
- Ως εκ τούτου δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Ε.
- Περαιτέρω, μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Ε.4 συνάγεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία για λογαριασμό της εταιρείας με τη Λαϊκή στο πλαίσιο της οποίας να κοινοποιήθηκε το περιεχόμενο της επιστολής ‑ Τεκμήριο
- Επισημαίνω, ότι η Μ.Ε.4 στη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Ε) περιορίστηκε απλώς να αναφέρει, ότι το Τεκμήριο 11 περιήλθε στη γνώση της εταιρείας, χωρίς να διευκρινίζει κάτω από ποιες περιστάσεις αυτό έγινε και κυρίως πότε έγινε. Τα ίδια ισχύουν και για τις δηλώσεις ημερ. 28.02.2013 του ΠτΔ. Δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας ως προς το πότε και σε ποιους κοινοποιήθηκαν οι εν λόγω δηλώσεις. Αντιθέτως, αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι η εταιρεία ουδέποτε εκδήλωσε επιθυμία μεταφοράς των χρημάτων της στο εξωτερικό. Ως εκ των ανωτέρω οι υπό αναφορά ισχυρισμοί των Μ.Ε.1, 2 και 4 είναι, κατά την άποψή μου, προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων στην προσπάθεια των τελευταίων να πείσουν ότι διατήρησαν τις καταθέσεις τους στη Λαϊκή ενόψει του περιεχομένου της επιστολής - Τεκμήριο 11 και των δηλώσεων ημερ.28.02.2013 του ΠτΔ. Προχωρώ στη μαρτυρία της Μ.Ε.
- Αυτό το οποίο προκύπτει μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της είναι, ότι κατά τον χρόνο των επίμαχων δηλώσεων του ΠτΔ (28.02.2013) δεν είχε πρόθεση μετακίνησης των χρημάτων της. Η Μ.Ε.3 δήλωσε με ειλικρίνεια, ότι δεν γνώριζε ότι αντιμετώπιζαν προβλήματα οι κυπριακές τράπεζες και δη η Λαϊκή. Όπως ρητά δήλωσε στο Έγγραφο Δ, ήταν μεταγενέστερα που συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν σοβαρά προβλήματα και συγκεκριμένα όταν πλέον είχε απαγορευθεί το άνοιγμα των τραπεζών μετά την Καθαρά Δευτέρα του 2013 (δηλαδή μετά τις 19.03.2013). Αναφορικά, τώρα, με τους ισχυρισμούς των Μ.Ε.1 - 4, σε σχέση με τους όρους των συμβάσεων που διατηρούσαν με τη Λαϊκή παρατηρώ, ότι αυτοί εκφεύγουν των επίδικων ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης. Αυτό, διότι άπτονται της συμβατικής σχέσης των διαδίκων με τη Λαϊκή η οποία δεν αποτελεί, πλέον, διάδικο μέρος. Με εξαίρεση, επομένως, τα σημεία που έχουν προσδιοριστεί πιο πάνω, η μαρτυρία των Μ.Ε.1 - 4 κρίνεται ως αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Ο Μ.Ε.5, αλλά και όλοι οι μάρτυρες εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσαν υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων και ο τρόπος προσέγγισης της μαρτυρίας τους απασχόλησε σε αρκετές περιπτώσεις τη νομολογία. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά.,
(2015)2Α Α.Α.Δ 140, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020].» Προέχει, φυσικά, η εξέταση του κατά πόσο ο μάρτυράς είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει (Halil κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 271/18, ημερ.15.03.2024). Η δυνατότητα του Μ.Ε.5 να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας αμφισβητήθηκε ακροθιγώς. Είναι γεγονός, ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές του Μ.Ε.5 δεν συσχετίζονται άμεσα με ζητήματα εκκαθάρισης και εξυγίανσης τραπεζικών ιδρυμάτων ή παροχής ELA. Τα εν λόγω, ωστόσο, ζητήματα, για τα οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι αποτελούν ειδικό αντικείμενο πανεπιστημιακών σπουδών, έχουν συνάφεια με τον ευρύτερο τομέα των οικονομικών επιστημών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Μ.Ε.5, ο οποίος σπούδασε Οικονομικά, Οικονομετρία, Χρηματοοικονομικά και Λογιστική και διδάσκει τα πιο πάνω αντικείμενα, πλήν της Οικονομετρίας, σε Πανεπιστήμιο, μπορεί να προσφέρει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Το αντικείμενο, επομένως, των σπουδών του και η ακαδημαϊκή του εμπειρία τού επιτρέπει, κατά την άποψή μου, να εκφέρει επιστημονική άποψη επί των πιο πάνω ζητημάτων. Για ευκολότερη κατανόηση της αξιολόγησης της επιστημονικής μαρτυρίας θα αντιπαραβάλω τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 με αυτή των Μ.Υ1 - 3
(2)και Μ.Υ.1
(3). Σημειώνεται, ότι οι πιο πάνω μάρτυρες πρόσφεραν μαρτυρία και επί πραγματικών γεγονότων. Η εν λόγω μαρτυρία θα τύχει, επίσης, αξιολόγησης κατωτέρω. Οι βασικοί πυλώνες επί των οποίων στήριξε τη γνώμη του ο Μ.Ε.5 για να στοιχειοθετήσει ευθύνη των Εναγομένων 2 και 3 είναι οι ακόλουθοι: Αντιμετώπιση παγκόσμιας οικονομικής κρίσης - δημοσιονομικών προβλημάτων. Απόκτηση ΟΕΔ και χειρισμός της απομείωσης της αξίας τους. Έκδοση κρατικού ομολόγου ύψους €1,8 δις προς όφελος της Λαϊκής. Εξακολούθηση παροχής ELA, παρά το ότι η Λαϊκή κατέστη αφερέγγυα. Αποξένωση παραρτημάτων της Λαϊκής στην Ελλάδα. Εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης, αντί της εκκαθάρισης της Λαϊκής. Παραπλανητικές δηλώσεις εκ μέρους αξιωματούχων με τις οποίες διαβεβαίωναν ότι δεν θα επιβληθεί το μέτρο του «κουρέματος» των καταθέσεων. Ακολουθώντας την πιο πάνω αρίθμηση θα εξετάσω σε ξεχωριστή υποενότητα τα ζητήματα που τέθηκαν από τον Μ.Ε.
- Σημειώνω, ότι δεν αφορούν όλα τα ζητήματα τους Εναγόμενους 2 και 3 από κοινού. Συγκεκριμένα, το ζήτημα υπ' αρ. 1 αφορά αποκλειστικά την Εναγόμενη 3 και το ζήτημα υπ' αρ. 4 την Εναγόμενη
- Αντιμετώπιση παγκόσμιας οικονομικής κρίσης - δημοσιονομικών προβλημάτων Οι αναφορές του Μ.Ε.5 ως προς τα δημοσιονομικά του κράτους, την κατάταξη της Δημοκρατίας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης σε μη επενδυτική βαθμίδα και τον αποκλεισμό της από τις διεθνείς αγορές, αποτελούν κοινό έδαφος. Ο Μ.Ε.5 διατύπωσε τη γνώμη, ότι η παράλειψη της Εναγόμενης 3 να λάβει μέτρα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών προβλημάτων, καθώς και η κωλυσιεργία που επέδειξε για να αιτηθεί στήριξης από το ΕΤΧΣ αφαίρεσε από το κράτος τη δυνατότητα να σταθεί αρωγός στις τράπεζες και ειδικότερα στη Λαϊκή. Η διατήρηση ισχυρής οικονομίας ή η εξασφάλιση δανείου νωρίτερα, θα επέτρεπαν στο κράτος να παράσχει στήριξη στη Λαϊκή και την Τράπεζα Κύπρου και να αποφευχθεί έτσι το «κούρεμα» των καταθέσεων. Προτού ασχοληθώ με την ουσία της υπό αναφορά άποψης του Μ.Ε.5, θεωρώ ότι στο παρόν στάδιο θα πρέπει να λεχθούν τα εξής σε σχέση με τη γενικότερη προσέγγιση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου από τους Μ.Ε.5, Μ.Υ.1 - 3
(2)και Μ.Υ.1
(3). Η εξέταση των επίμαχων πράξεων ή παραλείψεων των Εναγομένων 2 και 3 θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνει υπό το φως των δεδομένων που ίσχυαν κατά τον εκάστοτε ουσιώδη χρόνο. Νοείται, ότι σε αυτήν τη διεργασία δεν αποκλείονται γεγονότα τα οποία μπορεί να περιήλθαν σε γνώση των διαδίκων μεταγενέστερα, αλλά ανάγονται στον ουσιώδη χρόνο των επίμαχων πράξεων ή παραλείψεων. Με την πιο πάνω επισήμανση προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της θέσης του Μ.Ε.5. Δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης 3 η ύπαρξη εισηγήσεων από τεχνοκράτες του Υπουργείου Οικονομικών ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ή τον πρώην ΠτΔ κ. Βασιλείου, οι οποίες αφορούσαν τη λήψη μέτρων προς διασφάλιση των δημόσιων οικονομικών και αναχαίτισης του κόστους λειτουργίας του δημόσιου τομέα. Σημειώνω, άλλωστε, ότι και ο Μ.Υ.1
(3)δήλωσε στην αντεξέτασή του ότι σχετικές εισηγήσεις που υποβλήθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών το 2010 για λήψη μέτρων απορρίφθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ταυτόχρονα, όμως, δήλωσε, ότι, λήφθηκαν εντός του 2011 μέτρα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, περικοπές στο κρατικό μισθολόγιο και αύξηση φόρων. Τα εν λόγω μέτρα θεωρήθηκαν μεν ικανοποιητικά για να εξαιρεθεί η Κύπρος από την έναρξη εναντίον της διαδικασίας υπερβολικού ελλείματος, τα αποτελέσματά τους, ωστόσο, δεν εξάλειψαν το υπερβολικό έλλειμμα το οποίο εξακολουθούσε να υφίσταται μέχρι τον Μάιο του
- Η σταδιακή επιδείνωση που παρουσίαζαν τα δημόσια οικονομικά από το 2009 και εντεύθεν είναι, επίσης, γεγονός αδιαμφισβήτητο. Τρανή απόδειξη των εν λόγω προβλημάτων αποτελεί ο αποκλεισμός της Κύπρου από τις διεθνείς αγορές, αλλά και το ίδιο το αίτημα που υποβλήθηκε στις 25.06.2012 για παροχή δανείου προς αντιμετώπιση και των δημοσιονομικών αναγκών. Αυτά, ωστόσο, τα δεδομένα δεν οδηγούν και σε συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των προτεινόμενων από τους διάφορους φορείς μέτρων κατά το 2010 και 2011 ή η προσφυγή της Κύπρου στο ΕΤΧΣ νωρίτερα, θα απέτρεπαν τις εξελίξεις που επακολούθησαν τον Μάρτιο του 2013 με την ψήφιση του Ν.17(Ι)/
- Θεωρώ, ότι το ουσιαστικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί συνίσταται στο κατά πόσο η λήψη των προτεινόμενων μέτρων προς αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων κατά τα έτη 2010 ή 2011, θα επέτρεπε στη Δημοκρατία να παράσχει κρατική στήριξη στη Λαϊκή και την Τράπεζα Κύπρου καθιστώντας έτσι αχρείαστη την ψήφιση και εφαρμογή του Ν.17(Ι)/
- Υπό το φως των πιο πάνω αποκτά βαρύνουσα σημασία το πότε εμφανίστηκαν τα προβλήματα ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου. Υπάρχει ομογνωμία μεταξύ όλων των εμπειρογνωμόνων, περιλαμβανομένου του Μ.Ε.5, ως προς το ότι η απομείωση των ΟΕΔ υπήρξε καθοριστική στη μετέπειτα δυσμενή εξέλιξη των γεγονότων. Η ολική αποτίμηση της μαρτυρίας δεικνύει, ότι το πρόβλημα της ανακεφαλαιοποίησης των δύο τραπεζών προέκυψε ως αποτέλεσμα της απομείωσης των ΟΕΔ, αφού αν δεν μεσολαβούσε το γεγονός της απομείωσης των ΟΕΔ δεν θα υπήρχε ανάγκη για παροχή κρατικής στήριξης. Είναι χαρακτηριστικές οι μη αμφισβητηθείσες δηλώσεις των Μ.Υ.1 και 2
(2), ότι το πρόβλημα του δανειακού χαρτοφυλακίου ήταν διαχειρίσιμο, καθώς η Λαϊκή διατηρούσε επαρκή κεφάλαια για την αντιμετώπισή του. Περαιτέρω, η μαρτυρία κατέδειξε ότι το ζήτημα της απομείωσης των ΟΕΔ τέθηκε επισήμως τον Ιούλιο του
- Ειδικότερη αναφορά στο προβλεπτό της απομείωσης θα γίνει στην επόμενη υποενότητα που αφορά αποκλειστικά τα ΟΕΔ. Περιορίζομαι σε αυτό το στάδιο να σημειώσω, ότι η οριστική αποτίμηση της ζημιάς που υπέστηκαν οι κυπριακές τράπεζες ένεκα της απομείωσης διακριβώθηκε τον Φεβρουάριο του 2012 (βλ. Τεκμήριο 73, σελ.34). Επιπροσθέτως, ο Μ.Ε.5, εκτός της επισήμανσης της παράλειψης της Εναγόμενης 3 να λάβει μέτρα προς αναχαίτιση των δημοσιονομικών προβλημάτων, δεν παρέθεσε στοιχεία ως προς τα αποτελέσματα και ειδικότερα την ενδεχόμενη βελτίωση που θα επέφεραν στα δημόσια οικονομικά η υιοθέτηση των εν λόγω μέτρων. Ούτε και παρατέθηκε εκτίμηση ως προς τον χρονικό ορίζοντα επέλευσης των όποιων βελτιώσεων στα δημόσια οικονομικά, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί κατά πόσο η υιοθέτηση των προαναφερόμενων εισηγήσεων εντός του 2010 θα βελτίωνε σε τέτοιο βαθμό τα δημόσια οικονομικά που θα επέτρεπε στο κράτος να στηρίξει τις τράπεζες. Εν ολίγοις, στη μαρτυρία δεν παρατίθεται το υπόβαθρο που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να εξετάσει και ακολούθως να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα ως προς το κατά πόσο η λήψη συγκεκριμένων δημοσιονομικών μέτρων κατά το 2010 θα επέτρεπε στο κράτος να παράσχει την αναγκαία στήριξη προς τις τράπεζες προς αποφυγή των μέτρων που λήφθηκαν τον Μάρτιο του 2013 κατ' εφαρμογή του Ν.17(Ι)/
- Τα προαναφερόμενα απαντούν και στη θέση του Μ.Ε.5 περί καθυστέρησης υποβολής αιτήματος για λήψη δανείου από το ΕΤΧΣ. Εφόσον, η ακριβής ζημιά που υπέστησαν οι τράπεζες από την απομείωση των ΟΕΔ δεν είχε προσδιοριστεί παρά μόνο τον Φεβρουάριο του 2012, προκύπτει το εύλογο ερώτημα ποιο ποσό θα έπρεπε η Δημοκρατία να ζητήσει ως δάνειο από τους διεθνείς δανειστές κατά το 2011 για να είναι σε θέση να παράσχει μελλοντικά κρατική στήριξη στις τράπεζες; Εν πάση περιπτώσει, το αίτημα της Δημοκρατίας για στήριξη των δημόσιων οικονομικών και του τραπεζικού τομέα υποβλήθηκε τον Ιούνιο του
- Δεν θεωρώ, ότι οι τέσσερις μήνες που μεσολάβησαν από την οριστικοποίηση της ζημιάς ένεκα της απομείωσης των ΟΕΔ (Φεβρουάριος 2012 - Ιούνιος 2012) υπήρξαν καθοριστικοί στη μετέπειτα εξέλιξη των γεγονότων. Ούτε και παρατέθηκαν στοιχεία που να υποστηρίζουν το αντίθετο. Συνεπώς, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να προβάλλεται βάσιμα η θέση ότι η λανθασμένη αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με την παράλειψη λήψης δημοσιονομικών μέτρων το 2010 ή προσφυγής στο ΕΤΧΣ το 2011, δεν επέτρεψε στο κράτος να παράσχει στήριξη στις τράπεζες τον Φεβρουάριο του
- Υπογραμμίζω, ότι το 2010 δεν ήταν αναμενόμενη η απομείωση των ΟΕΔ, αλλά και το 2011, όταν πλέον ήταν αναμενόμενη η απομείωση των ΟΕΔ, δεν ήταν εύλογα προβλεπτή η έκταση της ζημιάς που εντέλει επήλθε. Επομένως, δεν υπήρχαν κατά τα έτη 2010 και 2011, τέτοια δεδομένα που να καθιστούν εύλογα προβλεπτό τον κίνδυνο λήψης μέτρων εξυγίανσης των τραπεζών, αν δεν λαμβάνονταν αποτελεσματικά μέτρα αντιμετώπισης των δημοσιονομικών αναγκών. Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί υπόψη στο όλο σκηνικό και το Τεκμήριο
- Στη συλλογιστική που ανέπτυξε ο Μ.Ε.5 δεν έλαβε υπόψη τη δήλωση - συμφωνία των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων ημερ. 27.10.2011 (Τεκμήριο 17) και ειδικότερα την πρόνοια, ότι σε περίπτωση που ο τραπεζικός τομέας κρατών μελών της ευρωζώνης αντιμετώπιζε πρόβλημα ανακεφαλαιοποίησης που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τις ίδιες τις τράπεζες σε πρώτο στάδιο και από το κράτος σε δεύτερο στάδιο, τότε, θα παραχωρούνταν δάνειο προς τον σκοπό αυτό. Συνεπώς, στη βάση των δεδομένων που ίσχυαν από τις 27.10.2011 και έπειτα, εάν η Εναγόμενη 3 δεν μπορούσε για οποιονδήποτε λόγο να παράσχει κρατική στήριξη στη Λαϊκή, τότε, το πρόβλημα θα αντιμετωπιζόταν με την παραχώρηση δανείου στη βάση του Τεκμηρίου
- Δεν παραβλέπω, τη θέση του Μ.Ε.5, ότι οι ρυθμίσεις του Τεκμηρίου 17 αφορούσαν μόνο φερέγγυες τράπεζες και η Λαϊκή δεν εντασσόταν σε αυτές. Η σχετική δήλωση του Μ.Ε.5 αντικρούεται, όμως, από το Τεκμήριο 99, το οποίο αποτελεί σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών και αφορά την εφαρμογή των προνοιών του Τεκμηρίου 17 (βλ. προοίμιο Τεκμηρίου 99, σελ.4, παράγραφοι
(3)-
(5)). Υποδεικνύεται, ότι στο Τεκμήριο 99 (σελ.15) περιλαμβάνεται κατάλογος των τραπεζών επί των οποίων θα εφαρμόζονταν οι πρόνοιες του Τεκμηρίου
- Σε αυτόν τον κατάλογο περιλαμβάνεται και η Λαϊκή. Επομένως, καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, η Λαϊκή ήταν φερέγγυα. Πρόβλημα βιωσιμότητας της Λαϊκής τέθηκε για πρώτη φορά από τους διεθνείς δανειστές μετά την έκθεση της PIMCO. Ακόμη όμως και μέχρι το Eurogroup της 16.03.2013 θεωρούνταν δυνατή η ανακεφαλαιοποίηση της. Συνεπώς, η Λαϊκή, αλλά και οι Εναγόμενοι 2 και 3, όφειλαν να ακολουθήσουν τον οδικό χάρτη του Τεκμηρίου 17 για την ανακεφαλαιοποίηση και εύλογα να αναμένουν ότι τυχόν προβλήματα στην επίτευξη του στόχου ανακεφαλαιοποίησης που δεν θα επιλύονταν από την ίδια την τράπεζα και το κράτος, θα αντιμετωπίζονταν μέσω της παραχώρησης δανείου. Απόκτηση ΟΕΔ και χειρισμός της απομείωσης της αξίας τους Ερχόμενος στο κεφάλαιο της επένδυσης σε ΟΕΔ, θεωρώ, ότι είναι το κατάλληλο σημείο για να γίνει αναφορά στο εύρος του εποπτικού ρόλου της Εναγόμενης
- Όπως ανέφερε ο Μ.Υ.2
(2), η Εναγόμενη 2 θέτει το ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου οφείλουν να δραστηριοποιούνται οι τράπεζες και παρακολουθεί τη συμμόρφωση των τραπεζών με αυτό, επεμβαίνοντας όταν διαπιστώνονται παραβάσεις. Το ουσιαστικό παράπονο των Εναγόντων έγκειται στην αποτελεσματικότητα των επεμβάσεων που επέλεξε να διενεργήσει η Εναγόμενη 2 στη Λαϊκή. Επανέρχομαι στα ΟΕΔ. Δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων, ότι η αγορά κρατικών ομολόγων αποτελεί συνήθη πρακτική των τραπεζών. Ο Μ.Ε.5 υποστήριξε, ωστόσο, ότι οι τράπεζες ενήργησαν κερδοσκοπικά κατά την αγορά ΟΕΔ από τη δευτερογενή αγορά, καθώς τα τελευταία είχαν καταστεί υψηλού κινδύνου. Καταρχάς, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι η τελευταία αγορά ΟΕΔ από τη Λαϊκή έγινε εντός του 2010. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.2
(2)υπέδειξε, χωρίς να αμφισβητηθεί επ' αυτού, ότι το μεγαλύτερο μέρος των ΟΕΔ αγοράστηκαν από τη ΜΕΒ κατά το έτος 2009 και το υπόλοιπο μικρότερο μέρος αγοράστηκε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 80, η ελληνική οικονομία κατατασσόταν από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης σε επενδυτικές βαθμίδες κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα. Συγκεκριμένα για όλο το έτος 2009 η κατάταξη της Ελλάδας κυμαινόταν μεταξύ Α και ΒΒΒ+, ενώ μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2010 κατατασσόταν σε επενδυτική βαθμίδα (κατάταξη από οίκο Fitch σε ΒΒΒ-). Μάλιστα, κατά τον Φεβρουάριο του 2010 η Ελλάδα κατατασσόταν στη βαθμίδα A2 με αρνητικό ορίζοντα, δηλαδή ήταν 5 επενδυτικές βαθμίδες πάνω από την κατηγορία «μη επενδυτική βαθμίδα/σκουπίδια». Ταυτόχρονα, οι τιμές αγοράς των ΟΕΔ δεκαετούς διάρκειας, τα οποία κατά την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Υ.2
(2)αποτελούν τη συνηθέστερη μορφή κρατικών ομολόγων, ήταν, κατά τον χρόνο απόκτησής τους από τη Λαϊκή, πολύ κοντά στις αρχικές τιμές έκδοσής τους. Η πιο πάνω διαπίστωση εξάγεται από το Τεκμήριο 82 στο οποίο καταγράφονται οι «Τιμές και Αποδόσεις Τίτλων Αναφοράς του Ελληνικού Δημοσίου». Στο όλο σκηνικό θα πρέπει να προστεθούν και τα ακόλουθα γεγονότα. Πρώτον, ότι τα ομόλογα των κρατών - μελών της Ευρωζώνης είναι μηδενικού κινδύνου για σκοπούς υπολογισμού του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Δεύτερον, ότι η απομείωση ομολόγων χώρας - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Συνεπώς, η επίσημη συζήτηση που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2011 για απομείωση των ΟΕΔ δεν ήταν κάτι που μπορούσε εύλογα να προβλεφθεί κατά τον χρόνο απόκτησής τους, πόσω μάλλον το τελικό ποσοστό της απομείωσης. Όλα τα προαναφερόμενα καταρρίπτουν, κατά την άποψή μου, τις θέσεις του Μ.Ε.5 περί κερδοσκοπικής τακτικής των τραπεζών κατά τον χρόνο αγοράς των ΟΕΔ, καθώς και ότι τα τελευταία ήταν υψηλού κινδύνου. Δεν παραβλέπω την παρατήρηση του Μ.Ε.5, ότι το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο της Λαϊκής παρουσίαζε συγκέντρωση σε ΟΕΔ, ενώ θα ήταν ορθότερο να υπάρχει διασπορά των επενδύσεων. Αυτό το δεδομένο δεν πέρασε απαρατήρητο από την Εναγόμενη 2, η οποία το επεσήμανε στη Λαϊκή (Τεκμήρια 84 και 112) και απαίτησε από την τελευταία τη διατήρηση αυξημένης κεφαλαιακής επάρκειας. Η απαίτηση της Εναγόμενης 2 για τήρηση αυξημένου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας ύψους 11,35% ήταν βαρύνουσας σημασίας, κάτι, άλλωστε, που παραδέχθηκε και ο Μ.Ε.5, ενόψει του μηδενικού κινδύνου των κρατικών ομολόγων για τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Εισηγήθηκε, επίσης, ο Μ.Ε.5 ότι η Εναγόμενη 2 θα έπρεπε να συμβουλεύσει τη Λαϊκή να πωλήσει τα ΟΕΔ από τον χρόνο κατά τον οποίο τέθηκε στο τραπέζι το ζήτημα της απομείωσης τους. Παρατηρώ, ότι, η εν λόγω θέση δεν βρίσκει έρεισμα στα δεδομένα του επίδικου χρόνου. Υποδεικνύω, ότι τον Ιούλιο του 2011, όταν τέθηκε για πρώτη φορά ζήτημα απομείωσης των ΟΕΔ, έγινε λόγος για απομείωση της τάξης του 21%. Την ίδια περίοδο, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 82, η ονομαστική αξία των δεκαετών ομολόγων στην αγορά κυμαινόταν σε 54,92, δηλαδή ήταν χαμηλότερη του 21%. Επομένως, η πώληση, με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης περιόδου, θα ήταν ζημιογόνα σε σύγκριση με τη συζητούμενη απομείωση. Ούτε, όμως, και σε μεταγενέστερο χρόνο η πώληση τους ήταν εφικτή, καθώς, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Υ.2
(2), δεν υπήρχε πλέον «αγορά» για την πώληση των ΟΕΔ. Ένα άλλο ζήτημα που έθιξε ο Μ.Ε.5 ήταν ότι κατά τη σύνοδο των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, ο ΠτΔ όφειλε να ζητήσει τη στήριξη των κυπριακών τραπεζών λόγω της μεγάλης έκθεσής τους σε ΟΕΔ. Η εν λόγω θέση καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1
(3). Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του τελευταίου, η Κύπρος δεν ήταν σε θέση να ζητήσει αντισταθμιστικά μέτρα ή ανταλλάγματα, αφ' ης στιγμής κατά τον δεδομένο χρόνο δεν βρισκόταν σε πρόγραμμα μακροοικονομικής προσαρμογής - μνημόνιο. Ακόμη, όμως, κι αν υπήρχε η εν λόγω δυνατότητα, τίθεται, κατά την άποψή μου, το εξής εύλογο ερώτημα. Ποιο θα ήταν το ύψος της χρηματικής βοήθειας που θα ζητούσε η Κύπρος, αφού κατά τον επίδικο χρόνο ήταν άγνωστο το ποσοστό απομείωσης των ΟΕΔ; Υπενθυμίζω, ότι κατά την αρχική συζήτηση τον Ιούλιο του 2011 έγινε λόγος για απομείωση της τάξης του 21%, ενώ το τελικό ποσοστό απομείωσης σχεδόν τετραπλασιάστηκε φθάνοντας το 76,4% της ονομαστικής αξίας των ΟΕΔ. Παράλληλα, επισημαίνω, ότι σύμφωνα και με την παραδοχή του Μ.Ε.5, μετά την απόφαση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων για την απομείωση των ΟΕΔ υπήρξε συζήτηση μεταξύ των ομολογιούχων και της ελληνικής κυβέρνησης για τον καθορισμό της απομείωσης, η οποία διήρκησε για κάποιους μήνες με το τελικό ποσοστό να προσδιορίζεται τον Φεβρουάριο του 2012. Όσον αφορά, τώρα, τη θέση του Μ.Ε.5 περί ελλιπούς προετοιμασίας και διαβούλευσης του ΠτΔ με το Υπουργείο Οικονομικών ή την Εναγόμενη 2 για τη συμμετοχή του πρώτου στη Σύνοδο της 26ης και 27ης Οκτωβρίου του 2011, σημειώνω τα ακόλουθα. Εν πρώτοις, η υπό αναφορά δήλωση του Μ.Ε.5 καταρρίφθηκε από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1
(3), ο οποίος δήλωσε ρητά, ότι υπήρξαν σημειώματα του Υπουργείου Οικονομικών με τα οποία τονίζονταν οι δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέρχονταν στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα σε ενδεχόμενη απομείωση των ΟΕΔ. Επομένως, ο ΠτΔ ήταν ενήμερος των κινδύνων που βρίσκονταν προ των πυλών για τις κυπριακές τράπεζες. Όπως, όμως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν υπήρχε ευχέρεια υποβολής αίτησης για λήψη αντισταθμιστικών μέτρων. Από την άλλη, η διάσωση της ελληνικής οικονομίας μέσω και της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα δια της απομείωσης των ΟΕΔ, ήταν προς όφελος και της κυπριακής οικονομίας, αφού ενδεχόμενη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα επέφερε δυσμενείς συνέπειες στην Κύπρο ενόψει της στενής διασύνδεσης των δύο οικονομιών. Κατά δεύτερο λόγο, τα συμπεράσματα που εξέφρασε ο Μ.Ε.5 βασίζονται σε δηλώσεις πρώην Υπουργών Οικονομικών. Επομένως, τα συμπεράσματά του δεν αποτελούν προϊόν των ειδικών γνώσεων του, αλλά απόψεις στηριζόμενες σε εξ ακοής μαρτυρία. Ως εμπειρογνώμονας μπορεί μεν να εκφέρει τη γνώμη του, σε σχέση, όμως, με το πεδίο της εμπειρογνωμοσύνης του. Δεν δίδεται «λευκή επιταγή» στον εμπειρογνώμονα με την οποία δύναται να εκφέρει τη γνώμη του επί παντός επιστητού. Η ερμηνεία των δηλώσεων των πρώην Υπουργών Οικονομικών και άλλων αξιωματούχων δεν εμπίπτει, ασφαλώς, στο πεδίο εμπειρογνωμοσύνης του Μ.Ε.
- Οι παράμετροι αξιολόγησης μιας εξ ακοής μαρτυρίας καταγράφονται στο άρθρο 27 του Κεφ.
- Εν προκειμένω, οι περιστάσεις είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν την απόδοση βαρύτητας στην εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Ε.
- Συγκεκριμένα, οι ισχυριζόμενες δηλώσεις των πρώην Υπουργών Οικονομικών και άλλων αξιωματούχων παρουσιάστηκαν στο Έγγραφο ΣΤ αποσπασματικά, χωρίς καν να παρατίθεται η ερώτηση ή το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η ισχυριζόμενη δήλωση. Αυτή η αποσπασματική παράθεση δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα. Έκδοση κρατικού ομολόγου ύψους €1,8 δις προς όφελος της Λαϊκής Ο Μ.Ε.5 υποστήριξε, ότι λανθασμένα το κράτος προχώρησε στην αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της Λαϊκής μέσω της έκδοσης κρατικού ομολόγου ύψους €1,8 δις. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.5, τον Μάιο του 2012, οπότε και εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα - Τεκμήριο 100, η Λαϊκή είχε καταστεί αφερέγγυα και θα έπρεπε να οδηγηθεί σε εκκαθάριση αντί να διατηρηθεί στον «αναπνευστήρα» με το προαναφερόμενο ομόλογο. Περαιτέρω, ο σκοπός της έκδοσης του ομολόγου, που δεν ήταν άλλος από την ανακεφαλαιοποίηση, δεν επιτεύχθηκε, αφού με το ομόλογο απλώς αυξήθηκε λογιστικά το μετοχικό κεφάλαιο της Λαϊκής, χωρίς να ενισχυθεί η ρευστότητά της. Ξεκινώντας από το ζήτημα της ρευστότητας, θεωρώ ότι λανθασμένα ο Μ.Ε.5 συνέδεσε την επιτυχία της ανακεφαλαιοποίησης με τη ρευστότητα για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν επιτεύχθηκε η ανακεφαλαιοποίηση. Οι μάρτυρες της Εναγόμενης 2 επεσήμαναν, ότι η κεφαλαιακή επάρκεια δεν ταυτίζεται με τη ρευστότητα. Αποδέχομαι τη θέση τους, η οποία επιβεβαιώνεται τόσο από το Τεκμήριο 100, όσο και από το Τεκμήριο
- Στο άρθρο 3 του Τεκμηρίου 100 καταγράφεται ρητά, ότι αυτό αποσκοπεί στην ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Λαϊκής. Στο δε Τεκμήριο 28, το οποίο αποτελεί τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με την υπό αναφορά ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής, αναγνωρίζεται ότι το υπουργικό διάταγμα - Τεκμήριο 100 θεσπίζει πλαίσιο για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής. Σε κάθε περίπτωση, η ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής μέσω του κρατικού ομολόγου τεκμηριώνεται από το ότι το κράτος με την αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης κατέστη ο μεγαλύτερος μέτοχός της. Επομένως, ο στόχος της ανακεφαλαιοποίησης επιτεύχθηκε, ανεξαρτήτως των προβλημάτων ρευστότητας. Κλείνοντας το ζήτημα της ανακεφαλαιοποίησης, σημειώνω ότι και ο ίδιος ο Μ.Ε.5 αποδέχθηκε επί της ουσίας ότι υπήρξε μέσω του κρατικού ομολόγου ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής. Επισημαίνω, ότι στο σενάριο εκκαθάρισης της Λαϊκής που ο ίδιος παρουσίασε, χρησιμοποίησε ως μέρος των περιουσιακών της στοιχείων την υποχρέωση του κράτους να καταβάλει το ποσό των €1,8 δις. Αν δεν μεσολαβούσε η ανακεφαλαιοποίηση και το κράτος δεν καθίστατο μέτοχος της Λαϊκής, τότε, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να κάνει λόγο ο Μ.Ε.5 για πληρωμή από το κράτος του ποσού των €1,8 δις. Αναφορικά, τώρα, με την αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της Λαϊκής από την Εναγόμενη 3, θεωρώ ότι τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο συνηγορούν ως προς την ορθότητα της εν λόγω απόφασης. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, στις 27.10.2011, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωζώνης κατέληξαν σε συμφωνία (Τεκμήριο 17) στην οποία γινόταν, ανάμεσα σε άλλα, αναφορά στα μέτρα που θα έπρεπε να λαμβάνονταν προς ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της διατήρησης κύριων πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9%. Προς τούτο εκδόθηκε και σχετική σύσταση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (Τεκμήριο 99). Επομένως, η αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της Λαϊκής, συνιστούσε υλοποίηση της υποχρέωσης της Δημοκρατίας δυνάμει των προνοιών των Τεκμηρίων 17 και
- Τούτο επιβεβαιώνεται και από την παράγραφο 2 του Τεκμηρίου
- Υπό το φως των πιο πάνω ήταν, κατά την κρίση μου, δικαιολογημένη η εισήγηση της Εναγόμενης 2 και η έκδοση του διατάγματος - Τεκμηρίου 100 από την Εναγόμενη
- Άλλωστε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχαν ακόμη προοπτικές αναδιάρθρωσης της Λαϊκής, αφού οι ανάγκες της συμπεριλήφθηκαν στο αίτημα για δάνειο που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 3, έναν περίπου μήνα αργότερα. Επί της ουσίας, με την αναδοχή των δικαιωμάτων προτίμησης της Λαϊκής, η Εναγόμενη 3 με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγόμενης 2, προσπάθησαν να συνδράμουν στη διάσωσή της προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και κατ' επέκταση των δικαιωμάτων των πιστωτών και καταθετών της Λαϊκής (βλ. άρθρα 3 και 10 του Τεκμηρίου 100). Το ότι η πεποίθηση των Εναγομένων 2 και 3 για διάσωση της Λαϊκής ήταν εύλογη, τεκμηριώνεται από τη συμπερίληψη στο Τεκμήριο 30 και των αναγκών χρηματοδότησης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η εκ των υστέρων μη ευόδωση της εν λόγω προσπάθειας δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να προσμετρήσει εις βάρος των Εναγομένων 2 και
- Εξακολούθηση παροχής ELA, παρά το ότι η Λαϊκή κατέστη αφερέγγυα Διιστάμενες απόψεις εκφράστηκαν από τον Μ.Ε.5 και τους μάρτυρες της Εναγόμενης 2 σε σχέση με την παραχώρηση ELA στη Λαϊκή. Το βασικό επιχείρημα του Μ.Ε.5 συνίστατο στο ότι η Εναγόμενη 2 όφειλε να διακόψει την παροχή ELA τον Μάρτιο του 2012, όταν οι ελεγκτές της Λαϊκής συμπεριέλαβαν στις οικονομικές καταστάσεις του 2011 έμφαση θέματος ως προς τη δυνατότητα της Λαϊκής να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα χωρίς την παροχή κρατικής στήριξης. Ο Μ.Ε.5 βάσισε την άποψή του στο ότι με την πιο πάνω έμφαση θέματος οι ελεγκτές εξέφρασαν ουσιαστικά τη γνώμη, ότι η Λαϊκή κατέστη αφερέγγυα. Καταρχάς, είναι γεγονός, ότι στο Τεκμήριο 73, σελ. 59, συμπεριλήφθηκε από τους ελεγκτές της Λαϊκής έμφαση θέματος. Η προαναφερόμενη, ωστόσο, εκφρασθείσα κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.5 άποψη ως προς τη σημασία της συμπερίληψης έμφασης θέματος, αντικρούεται από όσα ο ίδιος δήλωσε στην κυρίως εξέτασή του - Έγγραφο ΣΤ. Συγκεκριμένα, δήλωσε, ότι η έμφαση θέματος δεν αποτελεί γνώμη με επιφύλαξη και επεξήγησε, ότι οι ελεγκτές με αυτήν ήθελαν να επισύρουν την προσοχή των μετόχων της Λαϊκής σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Επομένως, η συμπερίληψη έμφασης θέματος στις οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 73), ουδόλως σήμαινε, ότι η τράπεζα δεν μπορούσε να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα ή ότι κατέστη αφερέγγυα. Άλλωστε, η υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων της Λαϊκής στις 30.04.2012 επιβεβαιώνει, ότι η τελευταία μπορούσε να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα. Τονίζει, απλώς, τις αβεβαιότητες που προέκυψαν, αφενός από την απομείωση των ΟΕΔ και αφετέρου από την επιδείνωση του δανειακού της χαρτοφυλακίου. Πέραν της σημασίας της έμφασης θέματος, θεωρώ ότι και τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον Μάρτιο του 2012 και εντεύθεν μέχρι και τις 21.03.2013, δεν δικαιολογούν την άποψη του Μ.Ε.
- Υπενθυμίζω, ότι τον Μάρτιο του 2012 βρισκόταν σε εξέλιξη η προσπάθεια ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής και επίτευξης του στόχου τήρησης του ελάχιστου δείκτη κύριων βασικών πρωτοβάθμιων κεφαλαίων ύψους 9% στη βάση των προνοιών του Τεκμηρίου
- Όπως αναφέρεται στις σελ.67 - 68 του Τεκμηρίου 73, η Λαϊκή προς επίτευξη του πιο πάνω στόχου είχε καταθέσει στην Εναγόμενη 2 ολοκληρωμένο πλάνο κεφαλαιακής ενίσχυσης η επίτευξη του οποίου θα επανέφερε τον όμιλο της Λαϊκής σε υγιείς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Ταυτόχρονα, υπήρχε η δέσμευση της Δημοκρατίας για παροχή κρατικής στήριξης, εάν αυτό απαιτείτο, σύμφωνα με τον οδικό χάρτη του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, στη βάση του Τεκμηρίου 17, υπήρχε, ως έσχατη λύση, η ασφαλιστική δικλείδα της εξασφάλισης δανείου από το ΕΤΧΣ. Στη βάση, επομένως, των δεδομένων του Μαρτίου και Απριλίου 2012, η Λαϊκή ήταν και συνέχισε να είναι δρώσα οικονομική μονάδα με προοπτικές αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της. Συνεπώς, η παροχή ELA ήταν, κατά την άποψή μου, αιτιολογημένη. Κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.3
(2), απασχόλησε έντονα το ζήτημα της φερεγγυότητας της Λαϊκής. Ο Μ.Υ.3
(2), κατέθεσε ως Τεκμήριο 122 το πλαίσιο πολιτικής παροχής ELA λέγοντας, ότι η παροχή ELA προϋπόθετε τη συστημικότητα της τράπεζας, τη φερεγγυότητα της και την ύπαρξη επαρκών εξασφαλίσεων. Η μαρτυρία του, πέραν του ότι επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη, ήταν και κατατοπιστική. Σύμφωνα με αυτή, η φερεγγυότητα αξιολογείται, είτε στη βάση στατικών δεδομένων, δηλαδή στη βάση των δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας, είτε, όταν οι τελευταίοι δεν ικανοποιούν τα ελάχιστα όρια, στη βάση της προοπτικής αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας. Σημειώνεται, ότι όταν ρωτήθηκε ο Μ.Ε.5 για το πώς κρίνεται ως φερέγγυα μία τράπεζα για σκοπούς παροχής ELA και γενικότερα για τους κανόνες ή τις προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παροχή ELA, απάντησε, ότι δεν θυμόταν. Επομένως, και υπό αυτή την οπτική γωνία, η άποψη του Μ.Ε.5, ότι δεν δικαιολογούνταν η παροχή ELA από τον Μάρτιο του 2012 και εντεύθεν, παρέμεινε μετέωρη. Ως προς το ζήτημα της προοπτικής της αποκατάστασης της κεφαλαιακής επάρκειας της Λαϊκής, η οποία για σκοπούς παροχής ELA άρχισε να εξετάζεται από τον Μάρτιο του 2012, θεωρώ, ότι στη βάση των δεδομένων που περιγράφονται στο Τεκμήριο 73 και στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, αλλά και των προνοιών του Τεκμηρίου 17, ορθώς αξιολογήθηκε θετικά. Αυτό για τους εξής λόγους. Στις 18.05.2012 η Δημοκρατία, εφαρμόζοντας τον οδικό χάρτη του Τεκμηρίου 17, εξέδωσε το διάταγμα - Τεκμήριο 100 και αναδέχθηκε στις 29.06.2012, μέσω της έκδοσης κρατικού ομολόγου ύψους €1,8 δις, τα δικαιώματα προτίμησης της Λαϊκής. Παράλληλα, στις 25.06.2012, υπέβαλε αίτημα στην Τρόικα για την εξασφάλιση δανείου προς αντιμετώπιση των αναγκών του δημόσιου και του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η προοπτική ανακεφαλαιοποίησης της Λαϊκής επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια και με το προκαταρκτικό μνημόνιο - Τεκμήριο
- Τέλος, ακόμη και στην πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Eurogroup της 16.03.2013 υπήρχε πρόνοια για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής μέσω της επιβολής τέλους επί των καταθέσεων. Η πιο πάνω αναφορά στο Τεκμήριο 30, μας οδηγεί στην εισήγηση του Μ.Ε.5, ότι δεν προνοούνταν σε αυτό η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η εν λόγω εισήγηση δεν βρίσκει, κατά την κρίση μου, έρεισμα στις πρόνοιες του Τεκμηρίου
- Παραθέτω τους όρους 1.4, 1.5 και 1.10 επί των οποίων στηρίχθηκε η επιχειρηματολογία των Εναγόντων: «1.
- The Cypriot authorities are conducting an accounting and economic value assessment (due diligence review) of the credit portfolios of Bank of Cyprus, Cyprus Popular Bank, Hellenic Bank and a sample representing about 63% of the cooperative credit institution's assets as well as Alpha Bank Cyprus, and Eurobank Cyprus in order to inform their home authority. The assessment, which is overseen by a Steering Committee including representatives of the Cypriot authorities, the EC, the ECB, the ESM (as members) and the IMF (as observer), formally started on 4 October 2012, with the selection of the external consultant. This due diligence includes both an accounting review, and an assessment of the economic value of bank's assets. It also forms the basis for the bank-by-bank stress tests. Details about the expected deliverables of the due diligence exercise have been provided in the Terms of Reference (attached to this Memorandum of Understanding), approved by the Steering Committee and subscribed to by the external consultant. The due diligence preliminary results will be [were] submitted to the Steering Committee by [on] [7 December 2012], with the final report made available by [mid-January 2013]. 1.5 The due diligence review will form the basis for a bank-by-bank stress test, using a baseline and adverse macroeconomic scenario, with the elements agreed by the Steering Committee at the beginning of November
- The stress tests will be carried out by the Central Bank of Cyprus with the assistance of the external consultant and in consultation with EC, ECB and IMF. This stress test will build on the top-down exercise used to determine the overall size of the capital back-stop facility along with capital needs of each participating institution (banks and cooperative credit institutions). The Central Bank of Cyprus in consultation with the EC, the IMF and the EBA, and in liaison with the ECB, will establish the specific capital needs of each participating bank by [31 January 2013] with a view to recapitalisation or resolution, if necessary. 1.10 Noting that the European Banking Authority (EBA) deadline of 30 June 2012 has been missed by two banks and that public capital support has already been provided to one bank, while the State itself is under financial stress, a bank support facility of up to EUR [10] billion is foreseen under the programme, which will also cover potential future capital needs, determined on the basis of a top-down capital exercise, as well as potential resolution costs. The exact amount per bank will be determined in the due diligence exercise. The resources of this facility will be deposited with a dedicated account held at the Central Bank of Cyprus or any relevant securities depository based on the timeline for resolution and recapitalisation. The provision of capital from the facility will be in line with EU state-aid rules and will be disbursed in consultation with the EC, the ECB and the IMF.» Θεωρώ, ότι από το κείμενο των προαναφερόμενων προνοιών συνάγεται ξεκάθαρα, ότι το προκαταρκτικό μνημόνιο προνοούσε για την παροχή στήριξης στον τραπεζικό τομέα μέχρι ποσού ύψους €10 δις. Από αυτή την πρόνοια δεν εξαιρούνταν η Λαϊκή. Το γεγονός, ότι θα έπρεπε να προηγηθεί η έκθεση της PIMCO για τον επακριβή καθορισμό των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών δεν διαφοροποιούσε την προοπτική της ανακεφαλαιοποίησης τους μέσω του μνημονιακού δανείου. Επισημαίνω, ότι ο Μ.Ε.5 κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε με τη συνήγορο της Εναγόμενης 2, ότι οι όροι εντολής της PIMCO αφορούσαν τη διακρίβωση των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών και δεν σχετίζονταν με τη βιωσιμότητα του δανείου. Ταυτόχρονα, υποδεικνύω, ότι η έκθεση της PIMCO δεν ανέτρεψε τους υπολογισμούς του Τεκμηρίου
- Δεν κατέδειξε, δηλαδή, ότι οι ανάγκες