Oleg Fyodorovich ν. Sincerity Estates Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2295/15, 10/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2295/15 Μεταξύ: Oleg Fyodorovich, Vdovin, από την Ρωσία Ενάγοντα και 1.Sincerity Estates Limited, από την Λεμεσό 2.Shuvalov Yuriyevich Vladimir Εναγόμενων Ημερομηνία: 10.4.24 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κ. Μ. Β. Ιωάννου Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κκ Χρ. Ιωάννου ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια με την οποία εξαιτείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της στις 9.12.22 μέχρις ότου εκδικασθεί η έφεση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της στις 16.1.23 με την οποία προσβάλλεται η εν λόγω απόφαση. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.35, θθ.18-19, Δ.48, θθ.1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της διευθύντριας της Αιτήτριας, από τώρα και στο εξής «η διευθύντρια». Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση η οποία είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «η δικηγόρος». Ο Καθ' ου η Αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας και του ήταν αδύνατο να μεταβεί στην Κύπρο για να ορκισθεί την ένορκο δήλωση. Στο σώμα της Ειδοποίησης παρατίθενται οι λόγοι στους οποίους αυτή εδράζεται σύμφωνα με την Διάταξη 48, θεσμό 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 9.12.22 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας για το ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ πλέον τόκους και έξοδα, από τώρα και στο εξής «η απόφαση». Εναντίον της απόφασης η Αιτήτρια στις 16.1.23 καταχώρησε έφεση. Μετά την έκδοση της απόφασης ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρηση memo επί συγκεκριμένου τεμαχίου που βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού για το ποσό της απόφασης και συνεχίζει να έχει καταχωρημένο το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσης αγωγής. Σύμφωνα με εκτίμηση η σημερινή αγοραία αξία του πιο πάνω ακινήτου ανέρχεται σε Ευρώ 5.566.000,00 σεντ. Το ακίνητο δεν επιβαρύνεται με υποθήκη ή με άλλο εμπράγματο βάρος και η Αιτήτρια δεσμεύεται να μην το επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αν ο Καθ' ου η αίτηση δεν καταχωρούσε το memo πρόθεση της Αιτήτριας ήταν να πωλήσει το ακίνητο και να καταθέσει το ποσό της απόφασης στο Δικαστήριο ως εγγύηση του Καθ' ου η αίτηση μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Κάτι το οποίο η Αιτήτρια αδυνατεί να πράξει ένεκα της ύπαρξης του memo. Όπως προκύπτει από το εφετήριο η Αιτήτρια έχει πολύ καλούς λόγους έφεσης και πολύ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας στην έφεσή της. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι ενδεχόμενο ο Καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης και σε τέτοια περίπτωση η Αιτήτρια θα επηρεασθεί δυσμενώς αφού θα της στερηθεί το δικαίωμα να ακουσθεί η έφεσή της. Από την άλλη σε περίπτωση έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος ο Καθ' ου η αίτηση ουδεμία ζημιά θα υποστεί αφού θα είναι πλήρως εξασφαλισμένος ότι μετά την εκδίκαση της έφεσης θα λάβει το ποσό της απόφασης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Υπό το φως των πιο πάνω είναι κατά την διευθύντρια ορθό και δίκαιο να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται πιο κάτω αυτολεξεί: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.35, Θ.18 και/ή οι προϋποθέσεις των αρχών της νομολογίας και/ή οποιουδήποτε άλλου εκ των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος Τα αιτητικά της αίτησης δεν είναι ξεκάθαρα και/ή η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη Η νομική βάση επί της οποίας ερείδεται η αίτηση είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής και/ή παράτυπη Η έφεση που καταχώρησε η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια δεν έχει προοπτικές επιτυχίας και/ή προοπτική επιτυχίας στο βαθμό που απαιτείται και/ή δεν προωθείται καλόπιστα. Περαιτέρω και/ή άνευ βλάβης, η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν εξειδικεύει τους λόγους που θεωρεί ότι η έφεση της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας έχει προοπτικές επιτυχίας. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει τεράστια αδικία στον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση είναι απόλυτα φερέγγυος και δύναται στην πολύ απομακρυσμένη περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό είναι αναγκαίο προς την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια. Κατ' επέκταση και ανεξάρτητα του πιο πάνω λόγου ένστασης, σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας δεν θα εξανεμιστεί η αξία της έφεσης και/ή δεν υπάρχει ρίσκο μη διασφάλισης της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια δεν προσφέρει οποιαδήποτε ή επαρκή μαρτυρία για την κατ' ισχυρισμό φερεγγυότητά της και/ή η Αιτήτρια δεν είναι φερέγγυα. Η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια δεν θεμελιώνει τον κατ' ισχυρισμό κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται γενική επίκληση του κατ' ισχυρισμό κινδύνου. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει από τον Ενάγοντα ως επιτυχών διάδικο τους καρπούς της επιτυχίας του. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης επηρεάζει δυσμενώς τον καθ' ου η αίτηση και/ή τα συνταγματικά του δικαιώματα ως το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Η αίτηση των Αιτητών παραβιάζει τα Συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντα και συγκεκριμένα το άρθρο 23 του Συντάγματος εφόσον η δικαστική απόφαση και/ή το εμπράγματο βάρος ΜΕΜΟ που προκύπτει από την εγγραφή της απόφασης, αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν δικαιολογείται να αποστερηθεί ο Ενάγοντας στην προκειμένη περίπτωση Η προώθηση της παρούσας αίτησης γίνεται για αλλότριους σκοπούς. Σε συνάρτηση με τους ανωτέρω λόγους ένστασης αλλά και ανεξάρτητα αυτών, η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή έχει ως σκοπό να ευκολυνθεί η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια να πωλήσει το επίδικο ακίνητο παρά την επιτυχία της αγωγής του Ενάγοντα και παρά το ότι μέχρι σήμερα η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια δεν έχει καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους Τυχόν έγκριση του αιτήματος της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας, θα οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος του καθ' ου η αίτηση σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη Ουδεμία δικαιολογία τίθεται για να αιτιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος Η Αιτήτρια ουσιαστικά με την αίτησή της επιζητά άρση ήδη καταχωρηθέντος ΜΕΜΟ ήτοι εγγραφή δικαστικής απόφασης επί ακίνητης περιουσίας της, πράγμα δικονομικά ανεπίτρεπτο και/ή ακόμα και να εγκριθεί η αναστολή εκτέλεσης, το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να διατάξει διαγραφή του ήδη καταχωρηθέν ΜΕΜΟ Η αίτηση δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε και εξυπηρετεί την ορθή απονομή της Η αίτηση είναι απαράδεκτη και/ή παράτυπη και/ή παντελώς ανεδαφική, και νόμω και ουσία αβάσιμη και χωρίς έρεισμα στο Νόμο και τη Νομολογία και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί Η Αιτήτρια δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια και παραπλανεί το Δικαστήριο Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή εκβιαστική και έχει ως σκοπό την μη εξυπηρέτηση του σκοπού της δικαιοσύνης Δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εγκριθεί η αίτηση της Αιτήτριας και/ή το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση αρνείται τα αιτητικά Α και Β της αίτησης και τις παραγράφους 1 έως 18 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της Αιτήτριας, και αιτείται απόρριψη της αίτησης μετ' εξόδων. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Αναφορικά με την παραμονή στα αρχεία του Κτηματολογίου του ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής ως επιβάρυνση η δικηγόρος σημειώνει ότι όταν κατατέθηκε η απόφαση για σκοπούς εγγραφής του memo - η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δέχεται ότι το memo καταχωρήθηκε υπό του Καθ' ου η αίτηση - ενημερώθηκε το Κτηματολόγιο Λεμεσού ότι ενόψει της έκδοσης της απόφασης το συντηρητικό διάταγμα στην πραγματικότητα είχε πάψει να ισχύει. Η δικηγόρος δεν γνωρίζει τους λόγους που εξακολουθεί να φαίνεται η εν λόγω επιβάρυνση επί του ακινήτου. Η ύπαρξή του, όμως, δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αίτησης και ούτε οποιοσδήποτε συσχετισμός γίνεται από την διευθύντρια. Η διευθύντρια απλά προβαίνει σε σχετική αναφορά χωρίς να υποδεικνύει πώς αυτό επηρεάζει την έκβαση της αίτησης ή τα συμφέροντα της Αιτήτριας. Στην ένορκό της δήλωση η δικηγόρος εξηγεί επιγραμματικά, σύμφωνα με την ίδια, γιατί η Αιτήτρια δεν έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεσή της. Κατακρίνει δε το ότι η διευθύντρια δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η έφεση της Αιτήτριας έχει προοπτικές επιτυχίας. Η Αιτήτρια δεν προσέφερε την οποιαδήποτε ή επαρκή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Παραμένει δε το θέμα της αφερεγγυότητας της Αιτήτριας με την Αιτήτρια να μην έχει προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας επί τούτου. Τουναντίον ό,τι αναφέρει είναι ότι για να μπορεί να καταβάλει το οποιοδήποτε ποσό πρέπει να πωλήσει το ακίνητο. Και ότι αν ο Καθ' ου η αίτηση δεν καταχωρούσε το memo θα προέβαινε σε πώληση του ακινήτου. Η φερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση είναι ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη, λαμβανομένου υπόψη ότι στις 28.1.12 υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία - γεγονός παραδεκτό - και μέχρι την 9.7.12, ήτοι εντός 5 περίπου μηνών, ο Καθ' ου η αίτηση κατέβαλε το ποσό των Ευρώ 1.371.000,00 σεντ σε πλήρη συμμόρφωση με τον όρο 5.1 της επίδικης συμφωνίας. Η πλευρά της Αιτήτριας δεν κατέδειξε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να περιοριστεί το δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση στους καρπούς της επιτυχίας του. Τουναντίον σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης ο Καθ' ου η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και για όσο χρειασθεί να εκδικασθεί η έφεση δεν θα μπορεί να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του. Η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Διάταξη 35, θεσμός 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «Η έφεση δεν λειτουργεί ως αναστολή εκτέλεσης ή των διαδικασιών που γίνονται δυνάμει της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβάλλεται ή από το Εφετείο ή από Δικαστή είτε του ενός είτε του άλλου Δικαστηρίου. Και καμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία δεν θα ακυρώνεται εκτός στην έκταση που το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβάλλεται δύναται να διατάξει. Προτού εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης το πρόσωπο που εξασφαλίζει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εξασφάλιση όπως αυτή δύναται να καθορισθεί (αν έχει καθορισθεί). Αν η εξασφάλιση πρόκειται να δοθεί υπό μορφή γραμματίου, το γραμμάτιο θα πρέπει να γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση». Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος παρατίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Elpida Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co
(1985)1 CLR 737, Iacovos Aristidou v. Niki Aristidou
(1985)1 CLR 649, Βερεγγάρια Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 513 και Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 101). Στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978 οι πιο πάνω αρχές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 597-598: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Την διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπόν της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση Ε.Υ.R.I.K. and others v. Kotsonis*. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Σύμφωνα με την διευθύντρια η Αιτήτρια έχει μεγάλες πιθανότητες να πετύχει στην έφεσή της και η πρωτόδικη απόφαση να ακυρωθεί. Την θέση αυτή δεν συμμερίζεται η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Για λόγους που εξηγούνται από την δικηγόρο η Αιτήτρια δεν έχει καμία πιθανότητα να επιτύχει στην έφεσή της. Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 διασαφηνίσθηκε ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτο, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και, δεύτερο, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει την σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρισμα (Βλ. Πραξιτέλης Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 591). Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1150-1151: «Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από την Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Ο ισχυρισμός της διευθύντριας επί του προκειμένου είναι εντελώς γενικόλογος. Από την άλλη και από τις αναφορές της δικηγόρου στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν μπορεί να γίνει πρόγνωση και, μάλιστα, με βεβαιότητα και «χωρίς περαιτέρω συζήτηση» ως προς την αποτυχία της έφεσης. Συνεπώς τα όσα επί του προκειμένου τόσο η διευθύντρια όσο και η δικηγόρος ισχυρίζονται δεν μπορούν να προσμετρήσουν σοβαρά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Elpida Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co
(1985)1 CLR 737 η εναγόμενη/αιτήτρια διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να πληρώσει στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση το ποσό των Λ.Κ.857,36 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την καταχώρηση έφεσης η αιτήτρια καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και μονομερώς και διά κλήσεως. Το Δικαστήριο διέταξε αναστολή στην βάση της μονομερούς αίτησης πλην όμως κατά την εκδίκαση της διά κλήσεως αίτησης αρνήθηκε να παραχωρήσει αναστολή εκτέλεσης μέχρι εκδίκασης της έφεσης, μεταξύ άλλων, γιατί η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι η έφεσή της θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν το εξ' αποφάσεως χρέος ομού μετά των εξόδων πληρωνόταν. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τον πρωτόδικο Δικαστή δεν υπήρχε ο παραμικρός ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση, ούτε και η αποκάλυψη οποιουδήποτε λόγου από μέρους της αιτήριας που να κατεδείκνυε έστω και στον ελάχιστο βαθμό ότι σε περίπτωση που το εξ' αποφάσεως χρέος και τα έξοδα πληρώνονταν από αυτήν στους καθ' ων η αίτηση η έφεσή της θα καθίστατο άνευ αντικειμένου. Στην απόφασή του ο πρωτόδικος Δικαστής έκανε, επίσης, αναφορά στην ένορκο δήλωση ενός εκ των συνεταίρων των καθ' ων η αίτηση που συνόδευε την ειδοποίηση ένστασης τους στην οποία προβάλλετο ο ισχυρισμός ότι τόσο και οι δύο συνέταιροι όσο και ο συνεταιρισμός είχαν περιουσία και ήταν φερέγγυοι και σε θέση να πληρώσουν πίσω στην αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό αν αυτή πετύχαινε με την έφεσή της. Επισημάνθηκε, επίσης, από τον πρωτόδικο Δικαστή ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν είχε αμφισβητηθεί από την αιτήτρια, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του πιο πάνω ενόρκως δηλούντα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο η αιτήτρια κατέφυγε με νέα αίτηση καθοδηγούμενο από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Gruno v. Ship «Algazera»
(1980)1 CLR 595 αρνήθηκε να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της αιτήτριας πρωτίστως γιατί δεν ικανοποιήθηκε ότι αν το εξ' αποφάσεως χρέος και τα έξοδα πληρώνονταν από την αιτήτρια δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ότι αυτά θα μπορούσαν να πληρωθούν πίσω στην αιτήτρια αν αυτή πετύχαινε με την έφεσή της. Στην ένορκο δήλωση της διευθύντριας που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι αν η Αιτήτρια καταβάλει στον Καθ' ου η αίτηση το εξ' αποφάσεως χρέος αυτός δεν θα δύναται ή θα αδυνατεί να της το επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσής της. Κανένας ισχυρισμός δεν υπάρχει έστω και στο ελάχιστο προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Δεν αποτελεί, δηλαδή, θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι αφερέγγυος και, επομένως, ότι αν η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης δεν ανασταλεί η έφεσή της θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η ίδια θα μείνει με άδεια χέρια. Ό,τι ισχυρίζεται είναι ότι αν δεν διαταχθεί αναστολή ενδέχεται ο Καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης οπότε σε τέτοια περίπτωση η Αιτήτρια θα επηρεασθεί δυσμενώς αφού θα της στερηθεί το δικαίωμα να ακουσθεί η έφεσή της. Υποδεικνύεται με κάθε σεβασμό προς την Αιτήτρια ότι το ενδεχόμενο πώλησης του ακινήτου διά της εκτέλεσης της απόφασης και ουσιαστικά η με αυτόν τον τρόπο εξανέμισή του ή οι οικονομικές συνέπειες στην Αιτήτρια από μη έγκριση της αίτησης δεν είναι παράγοντας που σύμφωνα με την Νομολογία θα πρέπει να διαδραματίσει ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή. Αυτό που έχει σημασία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι αν ο Καθ' ου η αίτηση θα είναι σε θέση να επιστρέψει στην Αιτήτρια το ποσό που θα εισπράξει μέσω εκτέλεσης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης της Αιτήτριας. Όπως και πιο πάνω επισημάνθηκε δεν αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να το επιστρέψει. Χώρια που δεν εξηγείται πώς θα στερηθεί η Αιτήτρια του δικαιώματος να ακουσθεί η έφεση της σε περίπτωση ενδεχόμενης πώλησης του ακινήτου. Ο ισχυρισμός είναι πρωτίστως ασαφής. Είναι και παράδοξος και από άποψης βαρύτητας εκπίπτει κατά πολύ του ζητούμενου που είναι να καταδειχθεί ότι αν δεν διαταχθεί αναστολή η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η ύπαρξη του memo δεν σχετίζεται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτέλεσης. Ενδεικτική είναι η υπόθεση Τίμιννης κ.α. ν. Σιαθά, Έφεση αρ. 4/17, ημερομηνίας 28.2.19 στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας και στην οποία λέχθηκε ότι η ύπαρξη αποτελεσματικών επιβαρύνσεων επί περιουσιακών στοιχείων του εξ' αποφάσεως οφειλέτη ναι μεν δεν παραγνωρίζεται, λαμβάνεται δε υπόψη μόνο αφότου το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας παραχωρήσει αναστολή εκτέλεσης απόφασης για χρηματικό ποσό υπό όρους εγγύησης. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ενόψει του μη διαψευσθέντος από την πλευρά της εφεσίβλητης ισχυρισμού του εφεσείοντα ότι αυτή ήταν αφερέγγυα χωρούσε αναστολή. Κατόπιν έλαβε υπόψη ότι η εφεσίβλητη είχε δεσμεύσει την ακίνητη περιουσία του εφεσείοντα με memo και διέταξε την αναστολή υπό τον όρο ο εφεσείων να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο προς όφελος της εφεσίβλητης τραπεζική εγγύηση για συγκεκριμένο ποσό αφού έλαβε υπόψη το ύψος του εξ' αποφάσεως χρέους και την αξία της δεσμευμένης περιουσίας η οποία ήταν μικρότερη του εξ' αποφάσεως χρέους. Σχετική είναι και η υπόθεση Μάριος Τσιάτταλος κ.α. ν. Αλεξάνδρας Μαρκαντώνη, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε151/17 και Ε152/17, ημερομηνίας 29.1.18, ECLI:CY:AD:2018:A47. Η θέση της πλευράς της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι εξασφαλισμένος θα είχε, λοιπόν, σημασία αν ο Καθ' ου η αίτηση ήταν αφερέγγυος. Στην ένορκή της δήλωση, όμως, η διευθύντρια δεν κάνει την παραμικρή αναφορά στην φερεγγυότητα ή αφερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση. Εν κατακλείδι η μη επίκληση της αφερεγγυότητας του Καθ' ου η αίτηση από την διευθύντρια είναι καταλυτική για την τύχη της αίτησης και προδιαγράφει την τύχη της. Ο πρώτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Ακολουθεί ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση/Ενάγοντα και εναντίον της Αιτήτριας/Εναγόμενης 1 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο