Χ. Σ. ν. Π. Γ. Λ. κ.α., Αρ. Αγωγής: 4279/08, 10/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4279/08 Μεταξύ: Χ. Σ., από το Λονδίνο Ενάγων και 1.Π. Γ. Λ., από την Λεμεσό 2.Γ. Σ., από το Λονδίνο Εναγόμενοι ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21.1.19 Μεταξύ: Χ. Σ., από Λονδίνο Ενάγων και 1.Π. Γ. Λ., από την Λεμεσό 2.Γ. Σ., από το Λονδίνο 3.Α. Κω. Τ., ανήλικος μέσω των γονέων και/ή κηδεμόνων αυτού και/ή των προσώπων που ασκούν την γονική μέριμνα αυτού Γ. Σ. και του Α. Τ. 4.Γ. Κ. Τ., ανήλικη μέσω των γονέων και/ή κηδεμόνων αυτής και/ή των προσώπων που ασκούν την γονική μέριμνα αυτής Γ. Σ. και του Α. Τ. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 10.9.24 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κα Α. Ευσταθίου για κκ Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1-4/Καθ' ων η αίτηση: κ. Άγ. Χαραλάμπους για κκ Michael Kyprianou & Co LLC -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα/Αιτητή στις 21.12.23 με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης έφεσης κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.11.23 για περίοδο 3 (τριών) ημερών από την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.35, θ.2, Δ.48, θ.2, Δ.57, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο ΧΧΧΧ & Σία που είναι το γραφείο επίδοσης του δικηγορικού γραφείου που ενεργεί για τον Αιτητή, από τώρα και στο εξής «η ασκούμενη δικηγόρος». Η ασκούμενη δικηγόρος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και όπου αναφέρεται σε γεγονότα και νομικούς ισχυρισμούς αντλεί πληροφόρηση από τους δικηγόρους του Αιτητή και τον φάκελο της υπόθεσης. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόμενων 1-4/Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους προβάλλονται εννέα λόγοι ένστασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, από τώρα και στο εξής «ο δικηγόρος». Ο λόγος που προέβη στην ένορκο δήλωση ο δικηγόρος είναι γιατί οι Καθ' ων η αίτηση βρίσκονται στο εξωτερικό. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Στις 8.11.23 εκδόθηκε απόφαση στην παρούσα αγωγή η οποία αφορά στην εγκυρότητα της διαθήκης της μητέρας του Αιτητή. Ο Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος Λονδίνου. Μετά την έκδοση της απόφασης αποφασίστηκε μεταξύ του Αιτητή και των δικηγόρων του η μελέτη της απόφασης προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο καταχώρισης έφεσης. Η συνεννόηση μεταξύ του Αιτητή και των δικηγόρων του γινόταν τηλεφωνικώς ή με ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εν τέλει αποφασίστηκε η καταχώρηση έφεσης. Το εφετήριο επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Οι λόγοι έφεσης αφορούν τόσο την ουσία της υπόθεσης όσο κυρίως τον τύπο της διαθήκης και την εγκυρότητα της. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι μια διαθήκη αποτελεί διάταξη τελευταίας βούλησης απαιτείται η αυστηρή τήρηση του τύπου και των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος για την εγκυρότητα της. Από την ανάγνωση των λόγων έφεσης και της αιτιολογίας αυτών προκύπτει ότι η έφεση είναι σοβαρή και με στέρεα βάση. Οι δε λόγοι έφεσης συνάδουν με την Νομοθεσία και Νομολογία και αφορούν σε ουσιώδη σημεία της απόφασης. Η έφεση έχει πολύ σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι ενοχλητική ούτε και γίνεται για παρέλκυση της διαδικασίας εκτέλεσης ή διαχείρισης της περιουσίας. Στις παραγράφους 6 και 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται αυτολεξεί τα ακόλουθα αναφορικά με τον λόγο της μη έγκυρης καταχώρησης της έφεσης:
- Λόγω της ιδιάζουσας σχέσεως πελάτη και δικηγόρων, δηλαδή την εξ αποστάσεως συνεννόηση και επικοινωνία, δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη καταχώριση της έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, την 20 Δεκεμβρίου 2023 που ήταν η τελευταία ημερομηνία καταχώρισης, παρά το γεγονός ότι η Έφεση είχε ετοιμασθεί εγκαίρως, δακτυλογραφηθεί, υπογραφεί και παρέμεινε μόνο η έγκαιρη κατάθεση της στο Δικαστήριο Λεμεσού μέσω φυσικής παρουσίας και κατάθεσης της. Στην πραγματικότητα η καθυστέρηση οφείλεται σε καθαρά τεχνικούς λόγους εξαιτίας του γεγονός ότι θα έπρεπε η έφεση να καταχωριστεί στο Επαρ. Δικαστήριο Λεμεσού, εκτός δηλαδή Λευκωσίας όπου και το γραφείο των δικηγόρων του εφεσείοντα και για τον λόγο ότι η τελική ανάγνωση και συνεννόηση μεταξύ πελάτη και δικηγόρων καθυστέρησε λόγω της ιδιαιτερότητας της απόστασης.
- Ουδεμία αδιαφορία ή σκοπιμότητα επεδείχθη για τη μη έγκαιρη καταχώριση της έφεσης, η οποία οφείλεται σε λόγους καθαρά τεχνικούς. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είναι δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η υπό κρίση αίτηση εγκριθεί. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι ως ακολούθως:
- Δεν υπάρχει επαρκής και/ή ικανοποιητική δικαιολογία και/ή καλός λόγος για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Έφεσης ο αιτητής καμία αναφορά δεν κάνει στην ένορκό δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για τις ενέργειες που έκανε, αν έκανε, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και γιατί άφησε να παρέλθει ολόκληρη η προθεσμία για καταχώρηση της έφεσης.
- Η καθυστέρηση του αιτητή να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την Έφεση του οφείλεται στην παράλειψη και/ή αμέλεια του ίδιου του Αιτητή και/ή του δικηγόρου του.
- Η καθυστέρηση του αιτητή να υποβάλει Έφεση μέσα στα θεσμικά χρονικά πλαίσια οφειλόταν σε αδιαφορία ή σε καταφρόνηση των θεσμών και του Δικαστηρίου από μέρους του και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, θα παραβιαστούν οι αρχές που αφορούν την ανάγκη για ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και της τελεσιδικίας και θα υποσκαφθούν τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης.
- Ο Αιτητής γνώριζε ότι η προθεσμία των 42 ημερών για καταχώρηση έφεσης έληγε στις 20/12/2023 καθότι η Απόφαση δόθηκε στις 8/11/
- Ωστόσο, επέλεξε να μην καταχωρήσει την έφεσή του εγκαίρως.
- Δεν δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία για να δοθεί παράταση για την καταχώρηση έφεσης. Η καθυστέρηση που επικαλείται ο αιτητής εξαιτίας τεχνικών λόγων δεν δικαιολογείται εν έτι
- Η διαδικασία καταχώρησης έφεσης μπορούσε να γίνει μέσω ορθής επικοινωνίας και συνεννόησης μεταξύ των δικηγόρων και/ή των δικηγόρων και του πελάτη μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
- Το ότι το γραφείο των Δικηγόρων του αιτητή βρίσκεται σε διαφορετική επαρχία και/ή σε απόσταση από τον χώρο καταχώρησης της Έφεσης δεν μπορεί να αποτελεί σοβαρό λόγο για την καθυστέρηση.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν αφού στο σώμα της Αίτησης γίνεται αναφορά στη λήψη όρκου από διαφορετικό άτομο.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή το συμφέρον της δικαιοσύνης συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας αίτησης, αφού παράταση προθεσμίας των θεσμών γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ο δικηγόρος υιοθετεί τους λόγους ένστασης και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Οι λόγοι που επικαλείται η ασκούμενη δικηγόρος στην ένορκη δήλωση της δεν είναι επαρκείς, πειστικοί και ικανοποιητικοί για να δικαιολογήσουν την παράλειψη των δικηγόρων του Αιτητή να καταχωρήσουν την έφεση εντός των χρονικών πλαισίων που προνοούν οι θεσμοί. Επίσης ο Αιτητής αρκέστηκε στην προβολή ισχυρισμών οι οποίοι δεν επιβεβαιώνονται από οποιοδήποτε στοιχείο ή τεκμήριο. Η μη καταχώρηση της έφεσης εμπρόθεσμα από τον Αιτητή οφείλεται σε παράλειψη και/ή αμέλεια του, προδήλως, εννοείται των δικηγόρων του, καθώς αυτοί γνώριζαν ότι η προθεσμία για καταχώριση έφεσης ήταν 42 μέρες, πράγμα το οποίο προκύπτει με ενάργεια από την ένορκο δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου. Ενώ, λοιπόν, γνώριζαν ότι η προθεσμία έληγε στις 20.12.23 καθότι η απόφαση εκδόθηκε στις 8.11.23 επέλεξαν να μην καταχωρήσουν την έφεση εντός της προθεσμίας και επαναπαύθηκαν με την βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο θα εγκρίνει την αιτούμενη παράταση. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Η απόσταση μεταξύ Λευκωσίας και Λεμεσού καθώς και η καθυστέρηση στην συνεννόηση μεταξύ πελάτη και δικηγόρων λόγω της ιδιαιτερότητας της απόστασης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν σοβαροί και εξαιρετικοί λόγοι εν έτει
- Όσον αφορά στην απόσταση μεταξύ Λευκωσίας και Λεμεσού υποδεικνύεται ότι το δικηγορικό γραφείο της Λεμεσού, ως γραφείο επίδοσης του δικηγορικού γραφείου της Λευκωσίας, και το δικηγορικό γραφείο Λευκωσίας, ως γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση του Αιτητή, όφειλαν να συνεννοηθούν έγκαιρα μεταξύ τους για την καταχώρηση της έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Εναλλακτικά, θα μπορούσε και το ίδιο το δικηγορικό γραφείο Λευκωσίας να φρόντιζε για την καταχώρηση έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αναφορικά με την συνεννόηση μεταξύ πελάτη και δικηγόρου υποδεικνύεται ότι η χρήση σήμερα της τεχνολογίας μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μπορεί να μετριάσει την οποιαδήποτε απόσταση. Η ασκούμενη δικηγόρος στην ένορκή της δήλωση αναφέρει ότι η συνεννόηση μεταξύ δικηγόρων και πελάτη γινόταν τηλεφωνικώς ή με ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Επίσης δεν ανέφερε ότι παρουσιάστηκε οποτεδήποτε οποιοδήποτε πρόβλημα στην μεταξύ τους επικοινωνία. Το κυριότερο δε είναι ότι η ασκούμενη δικηγόρος δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της ένορκής της δήλωσης πότε αποφασίστηκε η καταχώρηση έφεσης, η οποία εκ των πραγμάτων φαίνεται να αποφασίστηκε μετά την λήξη της προθεσμίας. Τα όσα επικαλείται η ασκούμενη δικηγόρος είναι προφάσεις που υποδηλούν όχι μόνο αδιαφορία αλλά και καταφρόνηση των θεσμών και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Μια τέτοια παράλειψη του δικηγόρου δεν μπορεί να συνιστά ικανοποιητικό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει την υπό κρίση αίτηση είναι προφανές ότι τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση θα επηρεαστούν δυσμενώς. Το γεγονός ότι με την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης έχει επέλθει τελεσιδικία επιτρέπει στους Καθ' ων η αίτηση να απολαύσουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα όπως αυτά προκύπτουν από την απόφαση. Η τελεσιδικία δεν αποτελεί απλά συμφέρον του κερδισμένου μέρους, αλλά δημόσιο συμφέρον και γι' αυτό πρέπει να είναι σεβαστή. Επίσης τυχόν έκδοση διατάγματος παράτασης προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης είναι δυνατό να ισοδυναμεί και με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση για σύντομη και χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις δίκη καθώς και του δικαιώματος τους για διασφάλιση της ταχείας διεκπεραίωσης της υπόθεσής τους. Εξίσου επιβαρυντικός παράγοντας για τους Καθ' ων η αίτηση αποτελεί και το ποσό των δικηγορικών εξόδων που θα υποχρεωθούν να καταβάλουν καθόλη την διαδικασία για την διεκπεραίωση της υπόθεσης. Τυχόν έγκριση του αιτήματος στην βάση και μόνο τεχνικών λόγων θα αποτελούσε έναν ευλογοφανή τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διαδικασιών και θα επηρεάσει στον μέγιστο βαθμό τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης με συνεπακόλουθη την εκτροπή της αρχής της τελεσιδικίας. Πρόκειται για μια υπόθεση που καταχωρίστηκε το έτος 2008, κάτι το οποίο ο Αιτητής όφειλε να λάβει υπόψη του, ώστε να μην δημιουργεί αχρείαστες καθυστερήσεις με την επίδειξη τέτοιου βαθμού αδιαφορίας. Είναι ορθό και δίκαιο όπως η υπό κρίση αίτηση απορριφθεί με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Διάταξη 35, θεσμός 2 επί του βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «Subject and without prejudice to the power of the Court of Appeal under Order 57, rule 2, no appeal from any interlocutory order, or from an order, whether final or interlocutory, in any matter not being an action, shall be brought after the expiration of fourteen days, and no other appeal shall be brought after the expiration of six weeks, unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Υπό την επιφύλαξη και άνευ βλάβης της εξουσίας του Εφετείου δυνάμει της Διάταξης 57, θεσμός 2, καμία έφεση σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα ή διάταγμα, είτε τελικό είτε ενδιάμεσο, σε οποιοδήποτε ζήτημα που δεν είναι αγωγή, δεν θα καταχωρείται μετά την λήξη των 14 ημερών και καμία άλλη έφεση δεν θα καταχωρείται μετά την λήξη 6 εβδομάδων εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής κατά τον χρόνο που εκδίδει το διάταγμα ή καθ' οιονδήποτε χρόνο αργότερα ή το Εφετείο παρατείνει τον χρόνο ...». Η Διάταξη 35, θεσμός 19 προνοεί τα ακόλουθα: «Whenever under these rules an application may be made either to the Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποτεδήποτε αίτηση δύναται σύμφωνα με τους Θεσμούς αυτούς να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο είτε στο Εφετείο ή σε Δικαστή είτε του ενός είτε του άλλου Δικαστηρίου πρέπει πρώτα να γίνει στο κατώτερο Δικαστήριο ή σε Δικαστή του κατώτερου Δικαστηρίου». Η Διάταξη 57, θεσμός 2 επί του οποίου, επίσης, βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής κέκτηται εξουσίας να επεκτείνει ή να μειώσει τον χρόνο που καθορίζεται από τους θεσμούς αυτούς ή που ορίζεται από οποιοδήποτε διάταγμα που επεκτείνει τον χρόνο για να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια ή για να ληφθεί οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα με τέτοιους όρους ή χωρίς ως το δίκαιο της περίπτωσης απαιτεί και οποιαδήποτε τέτοια επέκταση χρόνου δύναται να διαταχθεί παρά το ότι η αίτηση για τον σκοπό αυτό δεν υποβάλλεται παρά μόνο μετά την εκπνοή του καθοριζόμενου ή επιτρεπόμενου χρόνου .». Το ζήτημα της παράτασης προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης πραγματεύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων του. Ακολουθεί επισκόπηση της Νομολογίας. Στην υπόθεση Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another
(1963)2 ΑΑΔ 405 η αίτηση για παράταση της προθεσμίας βασιζόταν στο γεγονός ότι η έφεση δεν είχε καταχωρηθεί εμπρόθεσμα λόγω παράλειψης ή αμέλειας του δικηγόρου των αιτητών καθώς και στον πρόσθετο ισχυρισμό ότι υπήρχε μεγάλης σπουδαιότητας νομικό σημείο για συζήτηση στην έφεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το ζήτημα εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Λέχθηκε υπό μορφή γενικής δήλωσης (general statement) ότι η παράλειψη του δικηγόρου ή του διαδίκου να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα την έφεσή τους δεν αποτελεί λόγο παράτασης της προθεσμίας. Ο χαρακτηρισμός δε της συμπεριφοράς που οδηγεί στην ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης για παράταση της προθεσμίας είτε ως παράλειψη, είτε ως αμέλεια, είτε ως αποτυχία είναι άνευ σημασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού πρόσθετα δεν καταδείχθηκαν γεγονότα που να δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ των αιτητών. Στην υπόθεση Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis
(1968)1 CLR 291 η αίτηση βασιζόταν στο γεγονός ότι ο δικηγόρος που είχε χειρισθεί την υπόθεση πρωτόδικα άλλαξε και ο εναγόμενος/αιτητής μετά την λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης διόρισε άλλο δικηγόρο ο οποίος χρειαζόταν χρόνο να μελετήσει την απόφαση και τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another, που πιο πάνω μνημονεύεται, αλλά και στην Αγγλική υπόθεση Edwards v. Edwards
(1968)1 WLR 149 όπου τονίσθηκε ότι είναι επιθυμητό οι διαφορές να τελειώνουν όσο πιο σύντομα όσο είναι εύλογα πρακτικό (reasonably practical) και να μην αφήνονται να συνεχίζουν για ακαθόριστο χρόνο απέρριψε την αίτηση. Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο δεν καταδείχθηκε ικανοποιητικός λόγος για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση του οποίου τα δικαιώματα στην απόφαση είχαν πλέον μετά την λήξη της προθεσμίας για άσκηση έφεσης καταστεί τελεσίδικα (final). Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσμέτρησε σοβαρά το γεγονός ότι ο αιτητής αποτάθηκε στον νέο του δικηγόρο, στον οποίο και έδωσε εντολή για καταχώρηση έφεσης, μετά την λήξη της προθεσμίας για έφεση. Η αρχή που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another
(1963)2 ΑΑΔ 405 έτυχε εφαρμογής πολύ αργότερα στην υπόθεση Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «Φαραώ Έλενα 24» ν. Βαλεντίνας Καρασάββα
(2012)1 ΑΑΔ 399. Στην πιο πάνω υπόθεση μετά την απόρριψη της αίτησης για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης από το Επαρχιακό Δικαστήριο οι εναγόμενοι καταχώρησαν εκ νέου αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων ισχυρίσθηκε ότι λόγω λανθασμένου υπολογισμού σημείωσε τόσο στο φάκελο όσο και στο ημερολόγιό του ως τελευταία ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης την 25.2.11 αντί την 22.2.11, γεγονός που οδήγησε στην εκπνοή της σχετικής προθεσμίας χωρίς να καταχωρηθεί έφεση. Οι εναγόμενοι βασικά υποστήριξαν ότι επρόκειτο για απλό λάθος του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση, ενώ επισημάνθηκε και η άμεση αντίδρασή του μόλις αντιλήφθηκε το λάθος. Συγκεκριμένα δυο μέρες μετά την λήξη του χρονικού πλαισίου ο δικηγόρος των εναγόμενων αντιλήφθηκε το λάθος του και ετοίμασε πάραυτα αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Υποστήριξαν, περαιτέρω, ότι τα συμφέροντα της άλλης πλευράς δεν παραβλάπτονταν και ότι η Νομολογία συνηγορούσε υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας λεπτομερή αναφορά στην Νομολογία έκρινε ότι η αίτηση δεν δικαιολογείτο. Αναγνωρίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι μόλις διαπιστώθηκε το λάθος οι εκπρόσωποι των εναγόμενων έσπευσαν να το διορθώσουν και ότι με τον τρόπο αυτό επέδειξαν σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων τους. Δεν μπορούσε, όμως, σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο, να παραγνωριστεί η Νομολογία σύμφωνα με την οποία η παράλειψη του δικηγόρου από μόνη της δεν συνιστά ικανοποιητικό λόγο για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή, αλλά, κυρίως, το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος είχε επανειλημμένα προειδοποιηθεί από τους αντιδίκους του για την προθεσμία καταχώρησης έφεσης. Επισημάνθηκε ότι αν και ανορθόδοξο εν δυνάμει εφεσίβλητοι να προειδοποιούν τους αντίδικούς τους για την ανάγκη έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης στην παρούσα υπόθεση δεν μπορούσε να αγνοηθεί ότι οι δικηγόροι των εναγόμενων παρέλειψαν να ανταποκριθούν έγκαιρα παρά τις προειδοποιήσεις. Στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 ΑΑΔ 698 τονίσθηκε ότι ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα να προβάλει το λάθος ή την αμέλεια ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να πετύχει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Fame Transports Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 561 λέχθηκε ότι πέρα από το λάθος του δικηγόρου δεν υπήρχαν άλλα συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης αντικειµενικών δυσκολιών για την εµπρόθεσµη υποβολή της έφεσης. Τονίσθηκε, επίσης, ότι το Εφετείο δεν είχε υπόψη του ούτε και είχε παρουσιασθεί ενώπιόν του από τον αιτητή οποιαδήποτε αυθεντία στην οποία το λάθος ή η αµέλεια του δικηγόρου ή του διαδίκου να καταχωρήσει εµπρόθεσµα την έφεσή του να έχει θεωρηθεί από µόνη της ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσµίας. Στην υπόθεση Σολιάτης και Συνεργάται ν. Ανδρέα Χριστοδουλίδη
(1990)1 ΑΑΔ 1162 ο μοναδικός λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης για παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης ήταν ότι η δικηγόρος του αιτητή είχε την εντύπωση ότι ο χρόνος των θερινών διακοπών δεν λαμβάνονταν υπόψη στον υπολογισμό της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Στην ένορκό της δήλωση η δικηγόρος ανέφερε ότι ανακάλυψε το λάθος την μέρα που επιχείρησε να την καταθέσει την έφεση οπότε η καταχώρηση προσέκρουσε στην άρνηση του Πρωτοκολλητείου. Η εν λόγω δικηγόρος τελούσε υπό την εντύπωση ότι η ημέρα εκείνη ήταν η τελευταία ημέρα άσκησης της έφεσης. Την επόμενη ημέρα καταχώρησε αίτηση παράτασης της προθεσμίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο και όταν αυτή απορρίφθηκε καταχώρησε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή πρόβαλε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου το επιχείρημα ότι η ανελαστική προσέγγιση του θέματος όπως αυτή καθορίσθηκε στις υποθέσεις Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis και Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another, που πιο πάνω μνημονεύονται, εγκαταλείφθηκε και ότι σε μεταγενέστερες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε την αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του αιτητή ως λόγο ικανό να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης του χρόνου υποβολής της έφεσης. Υποστήριξε δε την θέση του με αναφορά σε δύο αποφάσεις που το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εκδώσει στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Η πρώτη, η οποία εκδόθηκε 2½ μόνο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis και, που είναι απόφαση της Ολομέλειας με πλειοψηφία 3 προς 2, εκδόθηκε στην υπόθεση Niki Chr. Georghiou v. The Republic Of Cyprus
(1968)1 ΑΑΔ 411 η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Erini Costa Hji Michael v. Maria Karamichael And Two Others
(1967)1 CLR
- Η δεύτερη ήταν Δικαστηρίου Μονομελούς σύνθεσης και εκδόθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1989 στην Προσφυγή Αρ. 230/84 Ι. και Α. Φιλίππου v. Δημοκρατίας η οποία μέχρι τότε δεν είχε δημοσιευθεί. Και στις δύο αυτές υποθέσεις το Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.35, θ.2 και της Δ.57, θ.
- υπέρ της αιτούμενης παράτασης παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με ορισμένες γνώμες που εκφράσθηκαν πιο δύσκολα επιτρέπεται παράταση όταν η έφεση στρέφεται εναντίον της νομιμότητας διοικητικής πράξης παρά σε υποθέσεις αστικής φύσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι απεριόριστη, ότι η άσκηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και ότι η απροσεξία, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή είναι δυνατό να αποτελέσει σε κάποιες περιπτώσεις ικανοποιητικό λόγο για την παράταση της προθεσμίας. Αναγνώρισε, επίσης, ότι οι αρχές που εκτέθηκαν στις δύο πιο πάνω υποθέσεις καθορίζουν μια πιο επιεική προσέγγιση σε περιπτώσεις που παρατηρείται λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή, προσέγγιση την οποία υιοθέτησε αφού αυτή έχει τις ρίζες της σε προγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στηρίζεται στην ερμηνεία που έδωσαν τα Αγγλικά Δικαστήρια στους αντίστοιχους θεσμούς που είναι όμοιοι με τους δικούς μας, σύμφωνα με την οποία λόγος που αναφέρεται σε λάθος ή παρεξήγηση του εφεσείοντα ή του δικηγόρου του είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως ικανοποιητικός λόγος για παράταση της προθεσμίας σε ορισμένες περιπτώσεις αναλόγως των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι υποθέσεις Niki Chr. Georghiou v. The Republic Of Cyprus
(1968)1 ΑΑΔ 411 και Ι. και Α. Φιλίππου v. Δημοκρατίας κ.α.
(1989)3 ΑΑΔ 2385 αποτελούσαν περιπτώσεις υιοθέτησης της προαναφερθείσας προσέγγισης και εφαρμογής επί των ιδιαίτερων περιστατικών της καθεμιάς των αρχών που η πιο πάνω προσέγγιση καθορίζει. Τα ιδιαίτερα περιστατικά τους εν τέλει έγειραν την πλάστιγγα υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. Αυτά, όμως, διέφεραν ουσιαστικά από τα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης. Σε αντίθεση με τα γεγονότα των δύο πιο πάνω υποθέσεων στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπήρχαν αλλά ούτε και ο αιτητής επικαλέστηκε άλλα συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης κάποιας μορφής αντικειμενικών δυσκολιών για την εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσής του όπως υπήρχαν στις δυο πιο πάνω αποφάσεις. Συν τοις άλλοις, καμία υπόθεση δεν υποδείχθηκε στην οποία η παράλειψη ή η αμέλεια του δικηγόρου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του είχε θεωρηθεί από μόνη της ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. Στην υπόθεση Niki Chr. Georghiou v. The Republic Of Cyprus
(1968)1 CLR 411 η αλλοδαπή αιτήτρια είχε απελαθεί αμέσως μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή της εναντίον της απέλασής της. Ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν είχε τις αναγκαίες διευκολύνσεις για να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο της μετά την έκδοση της απόφασης και πριν απελαθεί, ότι είχε επικοινωνήσει από το εξωτερικό με τον δικηγόρο της με αλληλογραφία και ότι ένεκα της παράλειψης ή αμέλειας του δικηγόρου της η αίτηση για παράταση του χρόνου υποβλήθηκε τρεις μόνο μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας για υποβολή της έφεσής της. Η αίτηση της για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης έγινε δεκτή. Λέχθηκε ότι ακόµα και λάθος ή παρεξήγηση του διαδίκου ή του δικηγόρου του είναι δυνατό να γίνει δεκτό σε ορισµένες περιπτώσεις ως ικανοποιητικός λόγος για παράταση της προθεσµίας. Αυτό εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τα γεγονότα στην υπόθεση Ι. και Α. Φιλίππου v. Δημοκρατίας κ.α.
(1989)3 ΑΑΔ 2385, που πιο πάνω μνημονεύεται, ήταν ότι ο Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειριζόταν την υπόθεση είχε αρρωστήσει μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και χρειάσθηκε να εισαχθεί στο νοσοκομείο και να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Λόγω αυτών των γεγονότων η έφεση επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί μια μόνο μέρα μετά την λήξη της καθορισμένης προθεσμίας. Το Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση αφού έλαβε σοβαρά υπόψη τα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης χωρίς να θεωρήσει ότι η ασθένεια του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση ανεξάρτητα από το χρόνο και τις ειδικές συνθήκες αποτελεί αφ' εαυτής λόγο παράτασης της προθεσμίας υποβολής της έφεσης. Στην υπόθεση Ελένη Γεωργίου Βούρια ν. Ευδοκίας Χριστοφόρου Δασκάλου
(1993)1 ΑΑΔ 808 αμέσως μετά την έκδοση, στις 19.3.93, απόφασης εναντίον της σε κτηματική υπόθεση η αιτήτρια αποτάθηκε στο δικηγόρο της με οδηγίες να υποβάλει έφεση. Η εντολή δεν έγινε δεκτή οπότε η αιτήτρια αποτάθηκε χωρίς χρονοτριβή σε άλλο δικηγόρο με οδηγίες να υποβάλει έφεση. Ο δικηγόρος αν και αρχικά αποδέχθηκε την εντολή εν τέλει δεν προχώρησε στην καταχώρηση της έφεσης, ούτε απάντησε στην αιτήτρια κατά πόσο οριστικά δεχόταν να αναλάβει την υπόθεση παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Χωρίς να πάρει απάντηση από τον δεύτερο δικηγόρο η αιτήτρια στις 10.5.93 αποτάθηκε σε τρίτο δικηγόρο ο οποίος ανέλαβε την υπόθεση αλλά διαπίστωσε ότι η προθεσμία για την καταχώρηση της έφεσης είχε παρέλθει. Μετά από μελέτη της υπόθεσης ο νέος δικηγόρος υπέβαλε στις 3.7.93 αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης δυνάμει της Δ.35, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση απορρίφθηκε και προβλήθηκε εκ νέου ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 810-811 ανέφερε τα ακόλουθα: «Η εφεσίβλητη δεν αμφισβητεί τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αίτηση ή τις προεκτάσεις τους. Η ένστασή της επικεντρώνεται στις αντικειμενικές επιπτώσεις από την ανατροπή της τελεσιδικίας που θα επιφέρει η παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης. Εκτός από την παράταση της αβεβαιότητας ως προς τα δικαιώματα της εφεσίβλητης που θα επιφέρει η έγκριση του αιτήματος, δεν υπάρχει ισχυρισμός για άλλες δυσμενείς επιπτώσεις· συγκεκριμένα δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός, ότι μετά την εκπνοή του χρόνου για την άσκηση έφεσης, η εφεσίβλητη προέβη με έρεισμα την τελεσιδικία σε οποιεσδήποτε ενέργειες που δεν μπορεί να αναστραφούν. Και οι δυο πλευρές αναγνωρίζουν ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης δεν υπόκειται σε περιορισμούς. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως επαναβεβαιώνεται στην πρόσφατη απόφαση στη Χόππης ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140. Όπως εξηγείται, τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Εκείνος ο οποίος επιδιώκει το δίκαιο δεν μπορεί να επιδείξει αδιαφορία για τα δικαιώματά του ή εκείνα του αντιδίκου του ή καταφρόνηση για τα θεσμικά πλαίσια άσκησης των δικαιωμάτων του. Εκεί όμως που επιδεικνύει σπουδή για την άσκηση των δικαιωμάτων του και εκτρέπεται λόγω σφάλματος ή αδιαφορίας του δικηγόρου, μπορεί να τύχει συγχώρησης νοουμένου ότι δε διαπιστώνεται άλλος ανατρεπτικός παράγοντας για την απονομή της δικαιοσύνης. Η αποκάλυψη των λόγων της έφεσης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση της αιτήτριας να υποβάλει έφεση μέσα στα θεσμικά χρονικά πλαίσια, δεν οφειλόταν σε αδιαφορία ή καταφρόνηση των θεσμών. Θα ήταν ασφαλώς καλύτερο αν υποβαλλόταν αίτηση για παράταση μόλις είχε διαπιστωθεί ότι εξέπνευσε ο χρόνος για την υποβολή έφεσης. Ο χρόνος όμως ο οποίος διέρρευσε για τη μελέτη της υπόθεσης, δε μετέβαλε ουσιωδώς τα κρίσιμα γεγονότα για την άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας». Υπό το φως όλων των πιο πάνω το Εφετείο έκρινε ότι δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της αιτήτριας και ενέκρινε την αίτηση. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Ρολάνδου Ευαγόρου
(2005)1 ΑΑΔ 1505 το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε αίτηση των εναγόμενων για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην εναντίον τους. Στην συνέχεια οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση η οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη επειδή δεν είχε καταχωρηθεί εντός 14 ημερών όπως προνοούν οι θεσμοί προκειμένου περί ενδιάμεσων αποφάσεων. Και αυτό γιατί ο δικηγόρος των εναγόμενων είχε εκλάβει την απόφαση ως τελική. Οκτώ σχεδόν μήνες αργότερα, αφού διαπίστωσε το σφάλμα του, ο δικηγόρος των εναγόμενων καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αίτηση για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης, ενώ 13 μέρες αργότερα απέσυρε την έφεση. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Μετά από 22 μέρες οι εναγόμενοι καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο παρόμοια αίτηση. Οι ενάγοντες ενέστησαν στην αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκρινε ότι ο συνήγορος των αιτητών επέδειξε ασύγγνωστη ολιγωρία. Κρίθηκε ότι απλά τελούσε υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης ήταν 42 αντί 14 μέρες με αποτέλεσμα να καταχωρήσει την έφεση εκπρόθεσμα. Τελούσε δε υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι είχε εφεσιβάλει εμπρόθεσμα την απόφαση για 9 σχεδόν μήνες. Όταν του παραδόθηκε το περίγραμμα αγόρευσης της δικηγόρου του ενάγοντα και διαπίστωσε το σφάλμα του καταχώρησε μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι εντός 12 ημερών, αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για παράταση της προθεσμίας. Όταν αυτή απορρίφθηκε υπέβαλε εντός 22 ημερών παρόμοια αίτηση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω διαπιστώσεων το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής του εξουσίας υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Δεν διέφυγε της προσοχής του Εφετείου ότι από της απόρριψης της αίτησης από το Επαρχιακό Δικαστήριο και της καταχώρησης νέας παρόμοιας αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο είχαν παρέλθει 22 μέρες. Επρόκειτο, όμως, για περίοδο δικαστικών διακοπών. Συν τοις άλλοις η παράταση της προθεσμίας δεν κρίθηκε να επηρεάζει το δικαίωμα του ενάγοντα για διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρόνου. Στην σελίδα 1509 της απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη Νομολογία το σφάλμα του δικηγόρου δε συνιστά, κατά κανόνα, λόγο παράτασης των προθεσμιών. Μπορεί, όμως, κατ' εξαίρεση, το σφάλμα να συγχωρεθεί, εφόσον δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά· όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα οφείλεται όχι σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. (Βλ., μεταξύ άλλων, Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 ΑΑΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.ά. ν. Rutman (Αρ.1)
(1998)1 ΑΑΔ 92)». Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation PLC v. Ιωάννη Φετοκάκη κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 2008 η έφεση επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί εκπρόθεσμα λόγω σφάλματος της δικηγόρου. Το σφάλμα συνίστατο στον λανθασμένο υπολογισμό των 42 ημερών το οποίο και διαπιστώθηκε κατά την ημέρα που η έφεση επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί. Την ίδια μέρα διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η προθεσμία είχε λήξει την αμέσως προηγούμενη ημέρα. Η δικηγόρος καταχώρησε αυθημερόν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο η οποία απορρίφθηκε χωρίς εξέτασή της επί της ουσίας καθότι δεν είχε «εξαντληθεί η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου». Χωρίς χρονοτριβή η δικηγόρος καταχώρησε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο η οποία προσέκρουσε στην ένσταση της εναγόμενης 3 και εν τέλει απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Με αναφορά στις υποθέσεις Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140 και Evand Promotions Ltd κ.ά. ν. Rutman (Αρ.2)
(1998)1 ΑΑΔ 2123 το Ανώτατο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου επαναλήφθηκε η αίτηση ενέκρινε την αίτηση παρά την ένσταση της εναγόμενης 3/καθ' ης η αίτηση. Έκρινε ότι η καθ' ης η αίτηση δεν πρόβαλε κανένα βάσιμο λόγο για δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων της. Σημείωσε δε ότι η κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο επίκληση ενός τέτοιου λόγου δεν συνιστά σοβαρή αντιμετώπιση του θέματος και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Στην υπόθεση Evand Promotions κ.α. v. Rutman (Αρ. 2)
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2123 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμούμενο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης, αποτελεί τη συνισταμένη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή έφεσης. Η τήρηση των πρακτικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως εξηγήσαμε στη Χόππη (ανωτέρω) και πιο πρόσφατα στην Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. v. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634· δεν είναι όμως αφ' εαυτού καθοριστικός, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, εκτός όπου επιδεικνύεται αδιαφορία για τα θέσμια, σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Καθυστέρηση οφειλόμενη σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτητή μπορεί να συγχωρηθεί εφόσον δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά· όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα οφείλεται όχι σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Ο κυριαρχικός ρόλος που διαδραμάτιζαν τα γεγονότα της υπόθεσης στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο, υπογραμμίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Stabilad v. Stephens & Carter [1998] 4 All E.R. 129.» Στην υπόθεση Θεόδωρος Χόππης v. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Είχε προηγηθεί παρόμοια αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο η οποία απορρίφθηκε. Η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι ο αιτητής είχε αφήσει τον χρόνο να περάσει άπρακτος από τις 29.5.92, χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, μέχρι την 7.7.92, όταν έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του για καταχώρηση έφεσης, και συμπληρώθηκε από το σφάλμα του δικηγόρου στον υπολογισμό του χρόνου εκπνοής της προθεσμίας. Το σφάλμα αποκαλύφθηκε όταν ο δικηγόρος αποπειράθηκε να καταχωρήσει την έφεση στις 14.7.92 και του υποδείχθηκε ότι η προθεσμία είχε εκπνεύσει στις 10.7.92. Αμέσως την επομένη κίνησε τον μηχανισμό για παράταση του χρόνου με την υποβολή της αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού συνεκτίμησε όλα τα γεγονότα και αφού αντιστάθμισε την αναστάτωση στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας και την συνακόλουθη εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας, αφενός, με το μικρό χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της εκπνοής του χρόνου και της υποβολής αίτησης για παράταση σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που δόθηκαν για την καθυστέρηση, αφετέρου, έκρινε το αίτημα δικαιολογημένο. Στις σελίδες 142 - 143 της απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτημα αυτής της φύσης (παράταση χρόνου) είναι πρωτογενής· επομένως συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έγινε εκτενής αναφορά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ' αυτό τον τομέα δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι και σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. [Βλ. The Turkish Co Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lutfi Kiamil & Another,
(1973)1 C.L.R. 1, Erini Costa HadjiMichael v. Maria Karamichael and two Others
(1967)1 C.L.R. 61, Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ. ν. Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, Σολιάτης & Συνεργάται ν. Α. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162 και Πεύκιος Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, (Προσφ. Αρ. 547/90, ημερ. 30/4/92]. Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35 Θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος». Τέλος, στην υπόθεση Γιαννάκης Ιωάννου v. Χρ. Κράνου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 7 όπου η καθυστέρηση στην υποβολή αντέφεσης οφειλόταν σε σφάλμα του δικηγόρου των εφεσίβλητων η αίτηση εγκρίθηκε παρά την έλευση 16 μηνών μεταξύ της καταχώρησης της έφεσης και της υποβολής της. Κρίθηκε στην βάση της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Θεόδωρος Χόππης v. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140, που πιο πάνω μνημονεύεται, ότι αυτό επέβαλλαν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που είναι και ο αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης, σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθά τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή». Όπως εξηγείται:- (σελ. 143) «Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη µε το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης». Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προσμέτρησαν τα ακόλουθα: (α) το αίτημα είχε υποβληθεί πριν την ακρόαση της έφεσης, (β) η αντέφεση στρεφόταν κατά της ίδιας απόφασης που αποτελούσε το αντικείμενο της έφεσης, (γ) κανένας λόγος άλλος από το σφάλμα του δικηγόρου δεν επενέργησε στην εμπρόθεσμη καταχώρηση της έφεσης και (δ) δεν υπήρχε αδιαφορία είτε εκ μέρους των ίδιων των εφεσίβλητων, είτε του εκπροσώπου τους στην υποβολή της αντέφεσης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω το Εφετείο έκρινε ότι το σφάλμα που είχε να κάνει με την γνώση δεν έπρεπε να αφεθεί να ανακόψει το δικαίωμα άσκησης αντέφεσης. Συγκεκριμένα ο δικηγόρος των εφεσίβλητων είχε παραγνωρίσει ότι το χρονικό πλαίσιο υποβολής αντέφεσης είχε τροποποιηθεί με αποτέλεσμα να επιχειρήσει να καταχωρήσει την αντέφεση εκτός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Το απαύγασμα της Νομολογίας έχει ως εξής. Η παράλειψη ή η αμέλεια ή το σφάλμα του δικηγόρου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την έφεση δεν δύναται να θεωρηθεί από μόνη της ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. Ωστόσο η παράλειψη ή η αμέλεια ή το σφάλμα του δικηγόρου δύναται να συγχωρεθεί στην κατάλληλη περίπτωση αναλόγως των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Ιδιαίτερες περιπτώσεις είναι, μεταξύ άλλων, εκείνες στις οποίες συντρέχουν αντικειμενικές δυσκολίες για την εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσης. Ωστόσο η Νομολογία κατέδειξε ότι ακόμα και αν δεν συντρέχουν αντικειμενικές δυσκολίες στην εμπρόθεσμη καταχώρηση της έφεσης το σφάλμα ή η αδιαφορία ή η παράλειψη του δικηγόρου μπορεί να τύχει συγχώρησης νοουμένου ότι δεν διαπιστώνεται άλλος παράγοντας ανατρεπτικός για την απονομή της δικαιοσύνης ή νοουμένου ότι δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά. Όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα του δικηγόρου οφείλεται όχι σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Επίσης ο αιτητής θα πρέπει να επιδείξει σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων του. Ωστόσο η Νομολογία κατέδειξε ότι ακόμα και αν τέτοια σπουδή δεν έχει επιδειχθεί αίτηση για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης δύναται να εγκριθεί νοουμένου ότι η περίπτωση είναι στην βάση των δικών της περιστατικών εξαιρετική (Βλ. Erini Costa Hji Michael v. Maria Karamichael And Two Others
(1967)1 ΑΑΔ 61 ανωτέρω) ή τα συμφέροντα της δικαιοσύνης επιβάλλουν την παράταση της προθεσμίας (Βλ. Θεόδωρος Χόππης v. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140). Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Ωστόσο το Δικαστήριο δεν θα διστάσει να παρατείνει τον χρόνο καταχώρησης της έφεσης ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης υποβάλλεται με καθυστέρηση αν κρίνει ότι αυτό επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (Βλ. Ελένη Γεωργίου Βούρια ν. Ευδοκίας Χριστοφόρου Δασκάλου
(1993)1 ΑΑΔ 808, Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Ρολάνδου Ευαγόρου
(2005)1 ΑΑΔ 1505 και Γιαννάκης Ιωάννου v. Χρ. Κράνου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 7). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι απεριόριστη και η άσκηση της δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Κατά τον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια και τα επακόλουθά τους στα δικαιώματα του αντιδίκου, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Αντιλαμβάνεται κανείς αν και με δυσκολία, θα πρέπει να λεχθεί, από την κακώς διατυπωμένη 6η παράγραφο της ένορκης δήλωσης της ασκούμενης δικηγόρου που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ότι ο Αιτητής δεν διάβασε το τελικό draft της έφεσης που ετοιμάσθηκε από τους δικηγόρους του στην Κύπρο έγκαιρα και εν πάση περιπτώσει πριν την λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης, ώστε να γίνουν και οι κατάλληλες διευθετήσεις όπως η έφεση καταχωρηθεί έγκαιρα μιας και τις πόλεις της Λευκωσίας και της Λεμεσού τις χωρίζει απόσταση. Επίσης η απόσταση μεταξύ Αγγλίας και Κύπρου και η διαφορά στην ώρα δυσκόλευε την συνεννόηση και τον προγραμματισμό. Το ότι ο Αιτητής δεν διάβασε το τελικό draft της έφεσης έγκαιρα στην απουσία αποχρώντος λόγου ή καλής δικαιολογίας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για την μη έγκαιρη καταχώρηση της έφεσης. Ούτε και η απόσταση μεταξύ των δυο χωρών αποτελεί καλό λόγο για την μη έγκαιρη καταχώρηση της έφεσης. Είναι φαιδρό να επικαλείται κανείς την εν λόγω απόσταση ως δικαιολογία για την έλλειψη συνεννόησης και μάλιστα εν έτει 2024. Με την τόσο μεγάλη πρόοδο που σημείωσε η τεχνολογία στις μέρες μας και τα διάφορα μέσα επικοινωνίας που διατίθενται στο κοινό τα οποία είναι και άκρως αποτελεσματικά, όπως τηλέφωνο, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, βιντεοκλήσεις και άλλα, και τα οποία ουσιαστικά εκμηδένισαν τις αποστάσεις ένας τέτοιος λόγος μόνο ως φαιδρός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Σημαντικό, επίσης, είναι ότι εκτός από την διαφορά στην ώρα που δεν είναι καθόλου μεγάλη - δυο ώρες μόνο - και η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να κριθεί ικανοποιητικός λόγος για την δήθεν δυσκολία στην συνεννόηση και τον προγραμματισμό κανένα άλλο πρόβλημα δεν αναφέρθηκε ως αίτιο για την δήθεν εν λόγω δυσκολία. Σημειώνεται και το εξής. Αφ' ης στιγμής η έφεση δεν ήταν έτοιμη για καταχώρηση προς τι η επίκληση του δεύτερου λόγου ο οποίος αναφέρεται στην απόσταση μεταξύ Λευκωσίας - Λεμεσού; Θα μπορούσε να συντρέχει ο δεύτερος λόγος όταν ο Αιτητής ουσιαστικά δεν είχε δώσει την έγκρισή του για την καταχώρηση της έφεσης; Φρονώ πως όχι. Αλλά και αν ακόμα συνέτρεχε αυτός ο λόγος φρονώ πως θα συνιστούσε μεγάλη αδιαφορία η έφεση να είναι έτοιμη και υπογραμμένη - ο ισχυρισμός περί υπογραφής της έφεσης προκαλεί εντύπωση αφ' ης στιγμής η έφεση δεν ήταν έτοιμη για καταχώρηση αφού εκκρεμούσε η «τελική ανάγνωση» από τον Αιτητή και η «συνεννόηση» - και να μην καταχωρείται έγκαιρα γιατί το Δικαστήριο στο οποίο θα πρέπει να καταχωρηθεί βρίσκεται σε επαρχία άλλη από την επαρχία στην οποία βρίσκεται το γραφείο των δικηγόρων που ενεργεί για τον διάδικο που επιθυμεί να εφεσιβάλει. Τις δυο πόλεις χωρίζει απόσταση μικρότερη της μιας ώρας με το αυτοκίνητο. Επίσης η έφεση θα μπορούσε να αποσταλεί για καταχώρηση μέσω του γραφείου επίδοσης στην Λεμεσό. Διερωτάται, όμως, κανείς πόσο μπορεί να ευσταθεί ο υπό συζήτηση ισχυρισμός την στιγμή που η απόσταση μεταξύ των δύο πόλεων δεν διαδραμάτισε καθόλου ρόλο στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης την αμέσως επόμενη μέρα της λήξης της προθεσμίας. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε είναι πάγια νομολογημένο ότι η παράλειψη, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου ή του διαδίκου από μόνη της δεν συνιστά ικανοποιητικό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ του αιτητή. Οι διαφορές πρέπει να τελειώνουν όσο πιο σύντομα όσο είναι εύλογα πρακτικό και να μην αφήνονται να συνεχίζουν για ακαθόριστο χρόνο. Οι προθεσμίες που τάσσουν οι θεσμοί για την λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από την Δ.35, θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με την δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης και τα οποία με την λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης έχουν καταστεί τελεσίδικα. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Αιτητής κινήθηκε με σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων του αφού η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την επόμενη μέρα της λήξης της προθεσμίας. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι ως έχει νομολογηθεί όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση του χρόνου ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Τέλος δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση με την ένσταση της επικεντρώθηκε στις αντικειμενικές μόνο επιπτώσεις από την ανατροπή της τελεσιδικίας που θα επιφέρει η παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης. Συναφώς δεν υπάρχει ισχυρισμός από τον δικηγόρο για άλλες δυσμενείς επιπτώσεις. Όπως, για παράδειγμα, ότι μετά την εκπνοή του χρόνου για την άσκηση έφεσης η Καθ' ης η αίτηση προέβη με έρεισμα την τελεσιδικία σε ενέργειες που δεν μπορούν να αναστραφούν. Στην υπόθεση Evand Promotions κ.α. v. Rutman (Αρ. 2)
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2123 υποδείχθηκε ότι η τήρηση των πρακτικών μέτρων δεν είναι αφ' εαυτού καθοριστικός παράγοντας εκτός όπου επιδεικνύεται αδιαφορία για τα θέσμια σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η έφεση δεν καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας εξαιτίας της ολιγωρίας και της έλλειψης σπουδής από μέρους του Αιτητή του ίδιου. Πέρα από την ολιγωρία του Αιτητή δεν αναφέρθηκε να συντρέχουν περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης αντικειμενικών δυσκολιών για την εν λόγω επιδειχθείσα στάση. Επίσης η απόσταση μεταξύ των δυο χωρών δεν κρίθηκε από μόνη της λόγος ικανοποιητικός για την μη έγκαιρη καταχώρηση της έφεσης. Εκείνος ο οποίος επιδιώκει το δίκαιο δεν μπορεί να επιδεικνύει αδιαφορία για τα δικαιώματα του ή εκείνα του αντιδίκου του ή καταφρόνηση για τα θεσμικά πλαίσια άσκησης των δικαιωμάτων του. Στην προκειμένη περίπτωση η συμπεριφορά του Αιτητή αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας για τα θέσμια σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Το ίδιο θα ίσχυε και για τον ισχυρισμό περί απόστασης μεταξύ των δυο πόλεων. Από μέρους των δικηγόρων του Αιτητή θα συνιστούσε συμπεριφορά που, επίσης, αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας για τα θέσμια σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου να είναι η έφεση έτοιμη για καταχώρηση και να μην καταχωρείται γιατί οι δικηγόροι λόγω της απόστασης μεταξύ Λεμεσού και Λευκωσίας δεν μεταβαίνουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για να την καταχωρήσουν. Σημειωτέον ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την επομένη της λήξης της προθεσμίας και σε αυτό δεν αποτέλεσε καθόλου πρόβλημα η απόσταση. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμούμενο πάντα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης αποτελεί την συνισταμένη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών και τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπόθεση De Luxe Terrazzo Tiles & Marbles Ltd v. Εργοληπτική Εταιρεία «ΝΕΜΕΣΙΣ»
(1989)1 ΑΑΔ 658 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική εξουσία που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πιο πάνω Διατάξεις δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο περιορισμό και η άσκηση της υπέρ ή κατά του αιτητή εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστασιακά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης: Χατζημιχαήλ v. Καράμιχαηλ κ.ά. ν
(1967)1 Α.Α.Δ. 61, και The Turkish Co-Operative Carob Marketing Society Ltd. v. Lutfi Kiamil a.o.
(1973)Α.Α.Δ. 7. Παρά ταύτα, την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην άσκηση της υπό εξέταση εξουσίας του χαρακτηρίζει πάντοτε η συμμόρφωση με ορισμένες αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατέχει η αρχή του σεβασμού των χρονικών προθεσμιών που καθόρισε ο Νομοθέτης για την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως και ότι με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να παρατείνονται. Και τούτο γιατί οποτεδήποτε οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται επηρεάζονται το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα που οι διάδικοι έχουν στον τερματισμό των δικαστικών διαδικασιών και στο τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων μέσα στις καθορισμένες για όλους προθεσμίες. Λαμβανομένων αυτών υπόψη επιβάλλεται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται υπέρ του αιτητή μόνο στις περιπτώσεις που ο τελευταίος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη παράταση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παράταση της προθεσμίας χωρίς αποχρώντα λόγο αποτελεί αυθαίρετη παραβίαση των σχετικών Κανόνων που καθορίζουν τις προθεσμίες και είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση από τα Δικαστήρια της σχετικής διακριτικής τους εξουσίας κατά τρόπο δικαστικό. Οι πιο πάνω αρχές έχουν καθιερωθεί σε σειρά αποφάσεων συμπεριλαμβανομένων των: Λοΐζου ν. Κοντεάτη
(1968)1 Α.Α.Δ. 291, 2) Πολιτική Έφεση Αρ. 7742, και 3) Αίτηση στην Πολιτική Έφεση 7026 . ». Οι λόγοι τους οποίους επικαλέσθηκε η πλευρά του Αιτητή για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης δεν μπορούν να θεωρηθούν «εξαιρετικές περιστάσεις και καλοί λόγοι για την παράταση του χρόνου υποβολής της έφεσης» ως ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή υποδεικνύει στην γραπτή του αγόρευση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και ισοζυγίζοντας τις παραμέτρους εκείνες που ευνοούν τον Αιτητή έναντι εκείνων που αντιστρατεύονται της έγκρισης της αίτησης και που ανωτέρω αναφέρθηκαν με προεξάρχουσα την ασύγγνωστη ολιγωρία και αδιαφορία εκ μέρους του Αιτητή η οποία παρέμεινε εντελώς αδικαιολόγητη κρίνω ότι οι παράμετροι εκείνες που ευνοούν τον Αιτητή δεν θα πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η πλάστιγγα, επομένως, γέρνει εναντίον της έγκρισης της αίτησης. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 3, 4, 6, 7 και 9 ευσταθούν. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν θα μπορούσε παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1-4/Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο