← Κύπρος

FU-TIEN HSEIH ν. Ayers Alliance Financial Group Limited, Αρ. Αγωγής: 1373/23, 10/9/2024

FU-TIEN HSEIH ν. Ayers Alliance Financial Group Limited, Αρ. Αγωγής: 1373/23, 10/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1373/23 Μεταξύ: FU-TIEN HSEIH, από 9F, [ ]., Banqiao, Dist., New Taipei, Taiwan και Ayers Alliance Financial Group Limited, από την Λεμεσό Ημερομηνία: 10.9.24 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κκ Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη εταιρεία/Καθ' ης η αίτηση: κ. Καμπανέλλας για κκ Νίκος Χρ. Αναστασιάδη & Συνέταιροι ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 28.11.23 o Ενάγων/Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 26.7.23, από τώρα και στο εξής «η αίτηση ημερομηνίας 26.7.23». Σημειώνεται ότι στην βάση της εν λόγω αίτησης εκδόθηκε στις 31.7.23 μονομερώς προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος Α. Τα υπόλοιπα αιτητικά, τα οποία αφορούν σε επικουρικά διατάγματα, ορίσθηκαν από το Δικαστήριο για επίδοση την ίδια ημέρα. Στις 10.8.23 και πριν την επίδοσή του το Δικαστήριο ενέκρινε τροποποίηση του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31.7.23, όπως αυτό τροποποιήθηκε στις 10.8.23, από τώρα και στο εξής θα καλείται «το προσωρινό διάταγμα». Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ο εν λόγω δικηγόρος είναι ο δικηγόρος που υπέγραψε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 26.7.23. Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση δεύτερης ένορκής του δήλωσης προς υποστήριξη της ίδιας αίτησης ημερομηνίας 26.7.23. Η πλευρά της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος. Προς τούτο καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.48, θ.4

(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Παρέχεται, επομένως, με τον πιο πάνω θεσμό η δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για να τύχει, όμως, διάδικος του ευεργετήματος τούτου θα πρέπει να δείξει «καλό λόγο». Το αν θα επιτραπεί ή όχι σε διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση επαφίεται συναφώς στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510). Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η έννοια του καλού λόγου προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι στους ώµους του αιτητή. Ο αιτητής οφείλει να καταδείξει την σχετικότητα των ισχυρισµών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικό λόγο γιατί οι ισχυρισµοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν από την αρχή στην αρχική του ένορκη δήλωση. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής επιδιώκει την καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να παραθέσει γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση του μετά την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 26.7.23 με απώτερο σκοπό να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την σωστή εικόνα των πραγμάτων. Αν δεν επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης «ο Αιτητής θα αποστερηθεί του δικαιώματος να πληροφορήσει το Δικαστήριο περί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και το Δικαστήριο θα οδηγηθεί σε απόφαση στη βάση αναληθών γεγονότων καθότι δε θα έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής και πλήρους απονομής δικαιοσύνης». Αποκλειστικός σκοπός της υπό κρίση αίτησης είναι «η πληρέστερη παράθεση των γεγονότων για το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523 η έφεση στόχευε στην ανατροπή της ενδιάμεσης απόφασης ως προς την οριστικοποίηση του μέρους του διατάγματος που αφορούσε σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εφεσείουσας. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τους επτά εγειρόμενους λόγους έφεσης προσβάλλεται, ουσιαστικά, η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για συνδρομή των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το συμπέρασμα του ότι δεν υπήρχε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από τον εφεσίβλητο και η απόφαση του να επιτρέψει στον εφεσίβλητο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το τελευταίο από τα παραπάνω παράπονα της εφεσείουσας αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης. Υποστηρίζει συναφώς πως ο εφεσίβλητος δεν απέδειξε καλό λόγο ώστε να του επιτραπεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ενώ επιτρέποντας την καταχώρηση της, αλλοιώθηκε η αρχική εικόνα που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Σκοπός της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον εφεσίβλητο ήταν για να απαντήσει σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας οι οποίοι περιέχονται σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της που υποστήριζαν την ένσταση της στην αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Εγκρίνοντας το αίτημα του εφεσίβλητου, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχαν καταδειχθεί «καλοί λόγοι», όπως απαιτείται από τη Δ.48,Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με το σκεπτικό, «Αν δεν απαντηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, το Δικαστήριο δεν θα έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και θα μπορεί να εκληφθεί ότι ο αιτητής αποδέχεται τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση». Θεώρησε ακόμη το πρωτόδικο Δικαστήριο πως αποτελούσε συνταγματικό δικαίωμα του εφεσίβλητου να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να τεθεί η θέση του σε ισχυρισμούς της εφεσείουσας «που περιλαμβάνονται σε είκοσι έξι παραγράφους στην αρχική ένορκη δήλωσή της και άλλες έξι παραγράφους στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, σε δεκατρία τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αρχική ένορκη δήλωση και σε τέσσερα τεκμήρια που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.» Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό,τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί, αναπόφευκτα, σε επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης και τον παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.9.2014 με την οποία παραχωρήθηκε άδεια στον εφεσίβλητο για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης .». Στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1665 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου Δικαστή λανθασμένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισμός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκμηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων. Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Υπό το φως των πιο πάνω και δη των επισημάνσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Κούππα και Κόκκινου, πιο πάνω, ότι, πρώτο, στις διαδικασίες όπως η παρούσα το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης ή την εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων, παρά μόνο περιορίζεται σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και, δεύτερο, ότι για τον πιο πάνω λόγο η ανάγκη και μόνο για αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς κατά κανόνα δεν τεκμηριώνει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης το Δικαστήριο θα ανέμενε από την πλευρά του Αιτητή να δώσει μια ιδιαίτερα καλή εξήγηση για τον λόγο που επιθυμεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η θέση ότι με την αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα δοθεί στο Δικαστήριο «η σωστή» ή «η ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων» απέχει από τον ζητούμενο καλό λόγο. Στην υπόθεση Κόκκινου, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση ότι η ανάγκη να δοθεί στο Δικαστήριο μια σφαιρική εικόνα των γεγονότων συνιστούσε καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς όφελος του ενάγοντα μετά την μονομερή έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η θέση δε του Αιτητή ότι με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση θα τεθούν νέα στοιχεία και γεγονότα πρόσθετα από αυτά που ήδη προβάλλονται με την αρχική ένορκο δήλωση είναι με όλο τον σεβασμό αδόκιμη. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και με την γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή. Στην παράγραφο 18 της γραπτής αγόρευσης αναφέρεται ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται για να ενημερωθεί πλήρως το Δικαστήριο αναφορικά με εξελίξεις που επηρεάζουν την παρούσα διαδικασία ώστε το Δικαστήριο να είναι πλήρως και επαρκώς ενημερωμένο όταν θα αποφασίσει επί της οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος. Στην παράγραφο 20 αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρονται σε «μεταγενέστερα γεγονότα ή και γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση του Αιτητή μετά την καταχώρηση» της αίτησης ημερομηνίας 26.7.23 και ότι η ανάγκη για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προέκυψε μετά την καταχώρηση της ένστασης στην αίτηση ημερομηνίας 26.7.23. Υποδεικνύεται ότι με την μονομερή έκδοση διατάγματος η μαρτυρία «κλειδώνει» οπότε είναι στην βάση της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε από τον αιτητή στο μονομερές στάδιο και μόνο που θα κριθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης αν το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Άλλη μαρτυρία δεν επιτρέπεται να εισαχθεί αφού ό,τι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης είναι αν το διάταγμα ορθά εκδόθηκε στην βάση της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε ενώπιον του στο μονομερές στάδιο. Όπως λέχθηκε στην Κούππα, που πιο πάνω μνημονεύεται, η εικόνα που μεταδίδεται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα. Η ίδια αρχή ισχύει και σε άλλες περιπτώσεις που διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited και Άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 597 κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα επιλήφθηκε της αίτησης για παραμερισμό μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίσθηκε ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για την χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό (Βλ. Sait Electronic S.Α. από Βρυξέλλες ν. The Ship «Dominique» and 2 Others
(1989)1(E) ΑΑΔ 365). Δεν μου διαφεύγει ότι όπως λέχθηκε και στην Κόκκινου ανωτέρω άκαμπτος κανόνας δεν υπάρχει. Όμως σε περιπτώσεις όπως η παρούσα σπάνια χορηγείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην απουσία, λοιπόν, καλού λόγου και, μάλιστα, τόσο καλού ώστε η υπό εξέταση περίπτωση να θεωρείται ότι κατατάσσεται στις σπάνιες αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι έκθετο σε απόρριψη. Ο καλός λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω τέτοια ανάγκη δεν καταδείχθηκε. Αναφορικά με το τελευταίο υποδεικνύονται τα εξής. Είναι επιλήψιμο κατά την κρίση μου το ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής δεν συναρτά την ανάγκη για καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η αίτηση ημερομηνίας 26.7.
  1. Στην πραγματικότητα καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται στο εν λόγω άρθρο. Το αίτημα δεν φαίνεται, επομένως, να υποβάλλεται σε συνάρτηση με την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίδικα. Τουναντίον ό,τι με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση φαίνεται πως επιδιώκεται είναι η φανέρωση της αλήθειας με αποτέλεσμα η εν λόγω δήλωση να επεκτείνεται πέραν του εύρους που καλύπτει το προαναφερόμενο άρθρο
  2. Οι πιο κάτω δηλώσεις του Αιτητή από την ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι κατά την κρίση μου ενδεικτικές της πιο πάνω διαπίστωσης. Συγκεκριμένα ο Αιτητής αναφέρει ότι με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση θα παρουσιασθούν τα αληθή γεγονότα καθώς και η σωστή και ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων για σκοπούς ορθής και πλήρους απονομής δικαιοσύνης. Στην παράγραφο 23 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή αναφέρεται ότι αν με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκονταν μόνο η αντιπαραβολή δύο αντίθετων θέσεων, τότε, η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό. Ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα στην ορθή τους διάσταση, κάτι το οποίο επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 22 της γραπτής αγόρευσης. Ενδεικτικός της πιο πάνω διαπίστωσης, φρονώ, πως είναι και ο όγκος της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτή αποτελείται από 16 σελίδες με 31 παραγράφους - αρκετές από αυτές με υποπαραγράφους - και μέσω της επιχειρείται η παρουσίαση 12 τεκμηρίων! Και αυτό γιατί η πλευρά του Αιτητή θεωρεί σκόπιμο να απαντήσει ένα προς ένα τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση. Σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρει η ανακάλυψη της αλήθειας. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο όπως ανωτέρω επισημάνθηκε δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπό του αιτητή προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788) και American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.), παρά μόνο σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»). Για να αποφασίσει δε αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 το Δικαστήριο ενεργεί στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και μόνο (Βλ. Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523 και Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1665). Λαμβάνει υπόψη την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση μόνο στην έκταση και βαθμό που η μαρτυρία που παρουσιάζεται μέσω αυτής κλονίζει την αποδεικτική δύναμη ή ισχύ των ισχυρισμών του αιτητή. Δεν ενεργεί στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αν μέσω αυτής μεταδίδεται απλά μια διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα η οποία, βεβαίως προσφέρεται για αξιολόγηση μόνο στα πλαίσια της δίκης και όχι της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει την αίτηση σε συνάρτηση με ό,τι είναι αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των θεμάτων που είναι επίδικα στην αίτηση αφού πρωτίστως δεν προωθείται με αυτή θέση προς την κατεύθυνση ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της ένστασης στην αίτηση ημερομηνίας 26.7.23 και στους οποίους ο Αιτητής επιθυμεί να απαντήσει κλονίζουν την αποδεικτική ισχύ των ισχυρισμών του Αιτητή οπότε και αναδύεται ως αδήριτη πλέον η ανάγκη για απάντηση. Καθότι ανάγκη για απάντηση ανακύπτει μόνο όταν κλονίζεται το ενδεχόμενο στοιχειοθέτησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32. Στην κρινόμενη περίπτωση δεν επιδιώκεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς αποκατάσταση της ισχύος των ισχυρισμών του Αιτητή, αλλά για να τεθούν όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' ομολογία του δικηγόρου που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή ως από την αγόρευση τους προκύπτει ως εάν το Δικαστήριο είχε να αποφασίσει την υπόθεση στο τελικό στάδιο. Το πιο πάνω σκεπτικό από μόνο του μολύνει την υπό κρίση αίτηση. Ήταν υποχρέωση της πλευράς του Αιτητή να επισημάνει τα σημεία εκείνα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση των οποίων η αποδεικτική ισχύ ενδεχομένως να έχει κλονισθεί από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ήταν, επίσης, υποχρέωση της πλευράς του Αιτητή να εξηγήσει γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν κλονισθεί. Η πλευρά του Αιτητή δεν έπραξε τίποτα από τα πιο πάνω. Η Διαταγή 48, θεσμός 4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επιβάλλει στον αιτητή το βάρος να καταδείξει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής για όλους τους λόγους που πιο πάνω υποδείχθηκαν δεν κατάφερε να καταδείξει καλό λόγο γιατί να επιτραπεί η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ένα μόνο σημείο προσφέρεται εξόφθαλμα προς εξέταση οπότε και είμαι διατεθειμένος να το εξετάσω. Αφορά στους ισχυρισμούς του προσώπου που ορκίζεται την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 27.6.23 οι οποίοι προβάλλονται στις παραγράφους 78-80 της εν λόγω ένορκης δήλωσης. Στις εν λόγω παραγράφους γίνεται αναφορά σε Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών (Investor Compensation Fund). Καταλογίζεται στον Αιτητή ότι δεν αιτήθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ) με σκοπό να λάβει χρήματα από το ειδικό ταμείο ασφάλισης που παρέχεται στους επενδυτές σε εταιρείες που είναι αδειοδοτημένες από την ΕΕΚ όπως και η Καθ' ης η αίτηση. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι αφ' ης στιγμής υπάρχει η επιλογή της αποκατάστασης του Αιτητή μέσω του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ο Αιτητής δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Με την παράγραφο 29 της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ο Αιτητής επιθυμεί να απαντήσει. Αφ' ης στιγμής οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 με τους πιο πάνω ισχυρισμούς από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση αμφισβητούνται και κλονίζονται κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στον Αιτητή η δυνατότητα να τους αντικρούσει με σκοπό να επιτύχει την αποκατάσταση της ισχύος των δικών του επί του προκειμένου ισχυρισμών. Γι' αυτό και θα επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία θα περιλαμβάνει την παράγραφο 29 του προσχεδίου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς και τις εναρκτήριες παραγράφους 1-4 και 6 αυτής καθώς και την τελευταία παράγραφο με αριθμό
  1. Οι αριθμοί των παραγράφων στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση που θα καταχωρηθεί θα πρέπει να διαμορφωθούν ανάλογα όπως και ο αριθμός του τεκμηρίου. Δηλαδή οι αριθμοί 1-4 θα παραμείνουν ως έχουν, ο αριθμός 6 θα γίνει 5, ο αριθμός 29 θα γίνει 6 και ο αριθμός 31 θα γίνει
  2. Ο αριθμός του τεκμηρίου από 12 θα γίνει
  3. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 6, 7 και 12 ευσταθούν εκτός αναφορικά μόνο με την παράγραφο 29 του προσχεδίου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης παρέλκει. Ένεκα του ότι η μερική επιτυχία της υπό κρίση αίτησης ήταν πολύ μικρή και η επιτυχία οφείλεται σε λόγους άλλους από τους εισηγηθέντες κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω τα έξοδα της αίτησης προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση καθ' ολοκληρίαν. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον XXXX XXXX η οποία θα αποτελείται από τις παραγράφους 1-4, 6, 29 και 31 του προσχεδίου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης - Παράρτημα Α. Θα ισχύει η ανωτέρω υποδειχθείσα αναρίθμηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί μέχρι τις 16.9.
  4. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.