G.A.C. ACCIDENT CLAIMS ADVISORS LTD ν. ΧΡΙΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, Αγωγή αρ. 237/2020, 8/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 237/2020 G.A.C. ACCIDENT CLAIMS ADVISORS LTD Ενάγουσα -και- ΧΡΙΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγόμενος Ημερομηνία έκδοσης Απόφασης: 08/10/2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κύριος Τσαγκάρης Ρ. Για Εναγόμενο: κύριος Χατζηλοϊζου Χ. για ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Η Απόφαση του Δικαστηρίου κοινοποιήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δυνάμει του Κανονισμού 6 του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2021 (16/2021). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερομηνίας 09/02/2023 για αντεξέταση της κυρίας Ανθούλας Γεωργίου) I. Εισαγωγή
- Επίδικη είναι η Αίτηση που καταχώρισαν οι Δικηγόροι του Εναγόμενου, ημερομηνίας 09/02/
- Με την εν λόγω Αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο η έκδοση Διατάγματος δια του οποίου να διατάσσει την παρουσία της κυρίας Ανθούλας Γεωργίου, διευθύντριας της Ενάγουσας, όπως παρευρεθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για να «αντεξετασθεί επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών που αφορούν τις παραγράφους 3, 6, 7, 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης».
- Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία ή έστω να εξετάζει τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς των μερών, η παρούσα Αγωγή έχει ως αντικείμενο κατ' ισχυρισμό οφειλή του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα Εταιρεία για το ποσό των €1.250,00 ως συμφωνηθείσα αμοιβή και/ή αμοιβή για εργασίες που παρασχέθηκαν από την Ενάγουσα Εταιρεία προς τον Εναγόμενο και/ή στη βάση Μίσθωσης Σύμβασης Υπηρεσιών ημερομηνίας 29/01/2018 ως λεπτομερώς αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ο Εναγόμενος δια μέσου της Έκθεσης Υπεράσπισης του ημερομηνίας 08/02/2021 αρνείται ότι οφείλει το εν λόγω ποσό προβάλλοντας τη δική του εκδοχή.
- Δεδομένου ότι πρόκειται για χρηματική διαφορά, το ύψος της οποίας δεν υπερβαίνει τις €3.000,00 η διαδικασία προχώρησε ως «ταχείας εκδίκασης» δυνάμει της Δ.30 θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει τούτου και αφού μεσολάβησαν άλλα δικονομικά διαβήματα τα οποία δεν είναι σχετικά με την παρούσα διαδικασία, οι διάδικοι καταχώρησαν εγγράφως την μαρτυρία τους σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες του Δικαστηρίου.
- Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, τόσο οι Συνήγοροι της Ενάγουσας, όσο και οι Συνήγοροι του Εναγόμενου καταχώρισαν εκατέρωθεν αιτήσεις αντεξέτασης. Οι Συνήγοροι της Ενάγουσας Εταιρείας καταχώρισαν αίτηση αντεξέτασης του Εναγόμενου στις 22/12/2022 και οι Συνήγοροι του Εναγόμενου καταχώρισαν την επίδικη Αίτηση στις 09/02/
- Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η παρούσα Αίτηση, εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα αντεξέτασης του Εναγόμενου ως η Αίτηση ημερομηνίας 22/12/
- Συνεπώς παρέμεινε προς εξέταση η υπό κρίση Αίτηση ημερομηνίας 09/02/
- Νομική βάση της επίδικης Αίτησης είναι η Δ.30 θ.5 (i - viii) 6 και 7 (α-ε), Δ.38 θ. 1, Δ.39, Δ.48 θ. 1,2
(1)
(2)
(3), 3, 4, 5, 6, 7 και 9 και η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 33 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) το άρθρο 30 παρ. 3 του Συντάγματος, η πρακτική και οι Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η κείμενη νομολογία και οι αρχές τις επιείκειας. Στην επίδικη Αίτηση, η Ενάγουσα αντέδρασε δικονομικά καταχωρώντας την Ένσταση της, στις 30/08/2023 και η νομική της βάση είναι αντίστοιχη με αυτή στην οποία εδράζεται η επίδικη Αίτηση.
- Με το δικόγραφο της Ένστασης προβάλλονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης. Μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι η επίδικη Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, στερείται πραγματικού και νομικού υποβάθρου, περιέχονται γενικόλογοι ισχυρισμοί και δεν παρέχουν ικανοποιητικούς λόγους για την έκδοση του απαιτούμενου διατάγματος, δεν καθορίζεται ο σκοπός ή η αναγκαιότητα της αντεξέτασης, επιδιώκεται η καθυστέρηση της διαδικασίας, η έκδοση του διατάγματος θα περιπλέξει την ήδη δοθείσα μαρτυρία, δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τέλος, προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι ζητείται επί της ουσίας η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης «δικογραφημένων ή/και διαζευκτικών ισχυρισμών που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και όχι επί του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης που κατατέθηκε ως μαρτυρία από την διευθύντρια της Ενάγουσας».
- Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη στην πλήρη του έκταση τα όσα καταγράφονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις των μερών, τις αγορεύσεις των μερών και το σύνολο του δικαστικού φακέλου, χωρίς να περιορίζεται στα όσα καταγράφονται στα πλαίσια της Απόφασης αυτής. II. Νομική Πτυχή
- Η εκδίκαση των υποθέσεων που σημειώνονται ως «ταχείας εκδίκασης» σύμφωνα με την Δ.30 θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (οι ΘΠΔ): «[.] γίνεται στη βάση των αντίστοιχων μαρτυριών όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και εκτός αν το Δικαστήριο επιτρέψει ως κατωτέρω στην παράγραφο 7 αναφέρεται την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας, η υπόθεση ορίζεται για αγορεύσεις, προφορικές ή γραπτές κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφού ακούσει προς τούτο προηγουμένως τους διαδίκους.»
- Η Δ.30 θ. 7 των ΘΠΔ επιτρέπει κατ' εξαίρεση της πιο πάνω Διαταγής, την παρουσίαση μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως την μαρτυρία του ή ακόμα και την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως την μαρτυρία του στις περιπτώσεις που προβλέπει η Δ.30 θ. 7 (α) - (ε) των ΘΠΔ. Μάλιστα όπως αναφέρεται στην Δ.30 θ. 7: «Στο αίτημα καθορίζεται απαραιτήτως το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου η προφορική παρουσίαση απαιτείται, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης, καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση.» (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
- Ο κανόνας δηλαδή είναι ότι η παρουσίαση της μαρτυρίας γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατίθενται στο Δικαστήριο και υπάρχει η δυνατότητα αντεξέτασης των μαρτύρων που κατέθεσαν ήδη στο Δικαστήριο επί της μαρτυρίας τους, κατόπιν υποβολής σχετικής Αίτησης ή ενεργοποίησης του μηχανισμού προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας.
- Την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα προβλέπει και η Δ.39 θ. 1 των ΘΠΔ, σύμφωνα με την οποία: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατόπιν αίτησης μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση».
- Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1660 αναφέρθηκε ότι: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου».[1]
- Περαιτέρω στη νομική βάση της επίδικης Αίτησης παρατίθεται και η Δ.38 θ. 1 η οποία προβλέπει τα εξής: «
- Each witness, when his examination in chief is closed, is liable to be cross-examined by the opposite party and to be re-examined by the party calling him, and after re-examination may be questioned by the Court, and shall not be recalled or further questioned save through and by leave of the Court. The Court may direct in what form any question shall be put to a witness, and, except in regard to matters which are introductory or undisputed, may refuse to allow any question to a witness upon his examination in chief or re-examination to be put in a form calculated to suggest the answer to it.»
- Από τη συνδυαστική ανάγνωση της Δ.30 θ. 7 και της Δ.39 θ.1 των ΘΠΔ αλλά και από τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ 280 και Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660) καθίσταται ευδιάκριτο ότι το Δικαστήριο διαθέτει διακριτική ευχέρεια η οποία ασκείται δικαστικά και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, την φύση της σχετικής Αίτησης, τις ανάγκες της υπόθεσης και τα επίδικα σε αυτήν ζητήματα. Πρέπει να υπάρχουν ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα προς αντεξέταση σημεία, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της Νομολογίας.
- Ό,τι προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι η αντεξέταση είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα. Μάλιστα η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από τυχόν συναίνεση των διαδίκων.
- Η αίτηση αντεξέτασης κατατίθεται σε σχέση με ένορκη δήλωση ενώ η παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας στις υποθέσεις που κατατάσσονται ως «ταχείας εκδίκασης» είναι επιτρεπτή μόνο κατ' εξαίρεση και μόνο σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η πρώτη από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του και η δεύτερη για να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία από διάδικο που δεν έχει καταθέσει ήδη ενόρκως. Η αίτηση αντεξέταση υποβάλλεται σε σχέση με την έγγραφη μαρτυρία που έχει ήδη κατατεθεί.
- Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. III. Η υπό κρίση Αίτηση
- Όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, ο Αιτητής αιτείται την έκδοση Διατάγματος που να επιτρέπει την αντεξέταση της Διευθύντριας της Ενάγουσας επί σημείων της Έκθεσης Απαίτησης, εξειδικεύοντας μάλιστα και τις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, τις οποίες επιθυμεί να αντεξετάσει. Δηλαδή ο τρόπος που είναι διατυπωμένο το αιτητικό της επίδικης Αίτησης καθίσταται σαφές ότι επιδιώκεται η απευθείας αντεξέταση επί δικογράφου και συγκεκριμένα της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν επιδιώκει ο Αιτητής/Εναγόμενος την αντεξέταση επί αναφορών της Ένορκης Δήλωσης που είτε υιοθετούν την Έκθεση Απαίτησης είτε παραπέμπουν ρητά σε αυτή.
- Υποστηρίζοντας την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ο Αιτητής στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: «Τέτοια αναγκαιότητα προκύπτει στην περίπτωση όπου ένας διάδικος χρειάζεται απαραίτητα διευκρίνιση σε μια ασαφή θέση ή σ' ένα κατ' ισχυρισμό ασαφές γεγονός και εγείρεται μέσα από το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης του αντιδίκου και αποτελεί επίδικο θέμα της υπόθεσης [..] και εξ' όσων καλύτερα πιστεύω η πιο πάνω Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας εγείρει ισχυρισμούς και θέματα τα οποία είναι αναληθή, αβάσιμα και ασαφή και χρήζουν διευκρίνισης από μέρους της, ενώ δεν αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων και των πληροφοριών της σε σχέση με τα όσα αναφέρει και κατά πόσο οι ισχυρισμοί οι οποίοι έχουν τεθεί από μέρους της επί των αναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων ήταν στο πεδίο της προσωπικής της γνώσης και αντίληψης.»
- Σε άλλο σημείο της Ένορκης Δήλωσης, ήτοι την παράγραφο 9 του ο Αιτητής σημειώνει ότι η αντεξέταση επί των σημείων που εξειδικεύονται στην επίδικη Αίτηση είναι: «ουσιώδης σημασίας για την έκβαση της ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγής ενώ δια μέσω της προφορικής εξέτασης της διευθύντριας της Ενάγουσας το Δικαστήριο θα έχει την δυνατότητα να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές των μερών, την αξιοπιστία και αλήθεια των ισχυρισμών της Διευθύντριας της Ενάγουσας ως και να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα.».
- Από την άλλη αποτελεί ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση/Ενάγουσας ότι η επίδικη Αίτηση δεν πρέπει να επιτύχει καθότι ο Εναγόμενος αιτείται την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης επί δικογραφημένων και/ή διαζευκτικών ισχυρισμών που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και όχι επί του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης που κατατέθηκε ως μαρτυρία από την Διευθύντρια της Ενάγουσας (9ος λόγος ένστασης). Επιπλέον, αναφέρει στο σώμα της Ένστασης της η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση ότι τα όσα ζητεί ο Εναγόμενος/Αιτητής να διασαφηνιστούν, έχουν διευκρινισθεί και/ή απαντηθεί πλήρως με την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 21/10/2022 της Διευθύντριας της Ενάγουσας η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου (13ος λόγος Ένστασης).
- Πράγματι, είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο εκείνο μέσα στο οποίο κάθε διάδικος καθορίζει τα επίδικα ζητήματα. Ακολούθως, στη βάση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων, οι διάδικοι παρουσιάζουν την μαρτυρία τους και το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του και η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα (ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΡΙΚΚΟΣ v. ΜΥΡΟΦΟΡΑΣ Κ. ΣΑΒΒΑ, ΑΛΛΩΝ
(1991)1 ΑΑΔ 507, Πολιτική Έφεση Αρ. 7061, ημερομηνίας 5 Ιουνίου 1991, Όμηρος Κούρτης & άλλοι ν. Πάνου Ιασωνίδη
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης & άλλοι ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη & άλλου (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Χριστάκης Λουκαΐδης v. C.D. Hay & Sons Ltd
(1971)1 Α.Α.Δ. 134, Νίκος Έλληνας ν. Αθανασίας Γιαννή & άλλων
(1958)23 Α.Α.Δ. 22, και A.D. Hotel & Catering Ltd ν. Τάκη Πηλαβά
(1982)1 Α.Α.Δ. 81). 24. Ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφο του διαζευκτικούς ισχυρισμούς αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ ν. Χίνη
(2008)1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Οι Ένορκες Δηλώσεις δεν είναι δικόγραφα και δεν νοείται η ύπαρξη διαζευκτικών ισχυρισμών σε σχέση με τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτές (βλ. El Fath Co. v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255). 25. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο σκοπός της αντεξέτασης παραμένει είτε να ξεκαθαρίσει αμφισβητούμενα γεγονότα, είτε να σπείρει αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητα της παρουσιασθείσας μαρτυρίας (Cross on Evidence, 10η Έκδοση, Κεφάλαιο 9 - Course of Evidence, Section 3 -Cross - examination and Re - examination, [17430] Purposes, limitations and examples (LexisNexis Butterworths, Australia 2015) σελ. 604). Ενδεικτικό του συσχετισμού μεταξύ της μαρτυρίας που κατατίθεται και της δικογράφησης αποτελεί το γεγονός ότι η έλλειψη αντεξέτασης επί συγκεκριμένου σημείου το οποίο καίτοι δικογραφείται δεν κατέθεσε ο μάρτυρας επί αυτού δεν ισοδυναμεί με παραδοχή. Όπως αναφέρεται στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ -v- Ε.Τ. AUTOSPARES ENTERPRISES LTD κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 843: «Ούτε μπορούμε να συμφωνήσουμε πως προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση των εφεσειόντων η μή αντεξέταση του μάρτυρά τους. Πολύ λιγότερο δεν υπονοούσε παραδοχή πως υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι το έγγραφο. Όχι γιατί δεν είναι δυνατό, όπως αναγνωρίστηκε και στη νομολογία που επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες, να προκύψει τέτοιο αποτέλεσμα από την παράλειψη αντεξέτασης. Αλλά γιατί δεν υπήρχε μαρτυρία ουσίας, δηλαδή πάνω στο επίδικο θέμα, σε σχέση με το οποίο θα ήταν νοητό να αντεξεταστεί ο μάρτυρας. Και ακριβώς στην υπόθεση Aloupou and Another (ανωτέρω) εξηγήθηκε πως η μή αντεξέταση δεν ισοδυναμεί με παραδοχή σε σχέση με θέματα για τα οποία δεν κατέθεσε ο μάρτυρας αλλά απλώς προβάλλονται στις γραπτές προτάσεις. Εδώ μάλιστα και οι ίδιοι οι εφεσείοντες, μετά από επί τούτου ένσταση των εφεσιβλήτων, αποσύνδεσαν τη μαρτυρία του μάρτυρά τους από την επίδικη διαφορά.»
- Το γεγονός ότι οι υποθέσεις χαρακτηρίζονται ως «ταχείας διαδικασίας» δεν συνεπάγεται κάτι διαφορετικό πέραν του ότι η ακρόαση τους κατά κανόνα διεξάγεται επί της έγγραφης μαρτυρίας, με τις εξαιρέσεις που έχουν ήδη σημειωθεί. Για να τύχει εφαρμογής όμως μια από αυτές τις εξαιρέσεις και συγκεκριμένα αυτή που επικαλείται ο Εναγόμενος/Αιτητής απαιτείται να σχετίζεται το αίτημα με γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και δια μέσου της αντεξέτασης του είτε να ξεκαθαριστούν αμφισβητούμενα γεγονότα, είτε να δημιουργηθούν αμφιβολίες ως προς την εγκυρότητα της μαρτυρίας που κατατέθηκε. Δεν ήταν αυτό το αίτημα του Εναγόμενου/Αιτητή.
- Δεδομένων των πιο πάνω, η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι ο Εναγόμενος/Αιτητής δεν μπορεί να επιδιώκει την αντεξέταση μάρτυρα των Εναγόντων σε σχέση με το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ενώ οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας και η υπόθεση της έχει οριοθετηθεί μέσα από την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και η οποία θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας και σε συσχετισμό πάντα με την δικογράφηση. Εξάλλου όπως ήδη σημειώθηκε το δικονομικό πλαίσιο παρέχει δυνατότητα αντεξέτασης επί της «έγγραφης μαρτυρίας».
- Το δικονομικό και νομολογιακό πλαίσιο όπως αναλύθηκε πιο πάνω δεν παρέχει δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης απευθείας επί των αναφορών του Δικογράφου και όχι επί έγγραφης μαρτυρίας και συνεπώς δεν μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια είτε υπέρ του αιτήματος είτε όχι και συνεπώς δεν θα εξεταστεί η αναγκαιότητα της έκδοσης ή όχι του επίδικου διατάγματος. Για το λόγο αυτό δεν θα εξεταστούν και οι λοιποί λόγοι ένστασης που προβάλλει η πλευρά της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση και οι οποίοι αφορούν την ουσία της υπό κρίση Αίτησης.
- Διαφορετική θα ήταν ενδεχομένως η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αν αυτό που επιδιωκόταν με την παρούσα Αίτηση ήταν η αντεξέταση της κυρίας Γεωργίου επί συγκεκριμένων παραγράφων της έγγραφης μαρτυρίας της που μπορεί κατά την άποψη του Εναγόμενου/Αιτητή να βρίσκονταν σε αντίθεση με την δικογραφία που κατέθεσε η Ενάγουσα με σκοπό να καταδείξει τυχόν αντιφάσεις. IV. Κατάληξη
- Υπό το φως των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η Αίτηση ημερομηνίας 09/02/2023 δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της επίδικης Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση/Ενάγουσας και εναντίον του Αιτητή/Εναγόμενου και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η ημερομηνία 15/11/2024 ακυρώνεται και η υπόθεση ορίζεται στις 18/10/2024 και ώρα 09:00 π.μ. για Οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της αντεξέτασης του Εναγόμενου από τους Δικηγόρους της Ενάγουσας. (Υπ.).................. Χ. Στρόππος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δεν παραβλέπεται ότι η σχετική υπόθεση και τα οι αυθεντίες που εκεί αναφέρονται σχετίζονται με την φύση της διαδικασίας Habeas Corpus. Η υπόθεση εφαρμόζεται κατ' αναλογία. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο