← Κύπρος

Lametus Holdings Limited κ.α. ν. Αναφορικά με την εταιρεία Primetel PLC, Aίτηση Αρ. 92/2024, 17/9/2024

Lametus Holdings Limited κ.α. ν. Αναφορικά με την εταιρεία Primetel PLC, Aίτηση Αρ. 92/2024, 17/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Aίτηση Αρ. 92/2024 iJustice Αναφορικά με την εταιρεία Primetel PLC HE 139104 -και- Αναφορικά με τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 23.4.2024 υπό των

(1)Lametus Holdings Limited,
(2)Teledey East Limited,
(3)Ayios Andronicos Development Company Limited και
(4)HSS Limited 17 Σεπτεμβρίου 2024 Για Αιτητές: κ. Λ. Κολατσής για Λ. Π. Κολατσής ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση Primetel PLC: κα Μ. Τριανταφυλλίδη με κ. Δ. Αντωνιάδη, κ. Μ. Χατζηγαβριήλ και κ. Κ. Κωνσταντινίδη για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά την 22.3.2024 εκδόθηκε διάταγμα στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εταιρικής αίτησης για τη σύγκληση συνέλευσης των Μελών Σχεδίου της εταιρείας Primetel Plc (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εταιρεία), καθώς και για τη σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών σχεδίου της Εταιρείας, εντός 30 ημερών από της σύνταξης του διατάγματος. Με το ίδιο διάταγμα δόθηκαν οδηγίες όπως το προταθέν σχέδιο τεθεί προς ψήφιση στις προτεινόμενες συνελεύσεις των μελών σχεδίου και των πιστωτών σχεδίου της Εταιρείας. Κατά την 23.4.2024 οι εταιρείες Lametus Holdings Limited, Teledey East Limited, Ayios Andronicos Development Company Limited και HSS Limited (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Αιτητές) εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα με το οποίο αναστέλλονται και ή αναβάλλονται οι συνελεύσεις των πιστωτών και των μετόχων της Εταιρείας μέχρι την εκδίκαση του αιτήματος τους για ακύρωση ή και παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 22.3.2024 με το οποίο δόθηκε άδεια για τη σύγκληση συνελεύσεων των πιστωτών και μετόχων της Εταιρείας ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Έλληνα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Από την αρχή της λειτουργίας της Εταιρείας και μέχρι τον Ιούλιο του 2023 ήταν ένας εκ των διευθυντών της και υπεύθυνος για τα χρηματοοικονομικά της θέματα. Η Εταιρεία είναι μια από τους μεγαλύτερους πάροχους υπηρεσιών σταθερής και κινητής τηλεπικοινωνίας, πρόσβασης στο διαδίκτυο (internet) και τηλεόρασης στην Κύπρο. Έχει 1553 μετόχους περίπου, με το μεγαλύτερο μερίδιο του μετοχικού της κεφαλαίου (περίπου 82,4%) να κατέχεται από την εταιρεία Primetel Intermediary Holdings Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η PIHL). Από τις 18.7.2023 τόσο η Εταιρεία όσο και η PIHL βρίσκονται υπό καθεστώς διαχείρισης, συγκεκριμένα βρίσκονται υπό τον έλεγχο του διαχειριστή, ο οποίος ενεργεί προς όφελος και σύμφωνα με τις οδηγίες του πιστωτή που τον έχει διορίσει, ήτοι της εταιρείας Signal Credit Opportunities (Lux) Ivestco IV S.a.r.l από το Λουξεμβούργο (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Signal). Δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 16.3.2018, η Εταιρεία έλαβε δάνειο ύψους €50.100.601 από την εταιρεία Signal, εκ των οποίων μόνο €47.000.000 εκταμιεύθηκαν (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Συμφωνία Διευκόλυνσης). Στη βάση της Συμφωνίας Διευκόλυνσης, η εταιρεία Kroll Trustee Services Limited ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εξασφαλίσεων (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Security Agent). Προς εξασφάλιση του ως άνω δανείου, είχε δοθεί αριθμός εξασφαλίσεων μεταξύ των οποίων (α) ομόλογα από την εταιρεία και την PIHL και (β) ενέχυρο επί των μετοχών που κατέχει η PIHL στην Εταιρεία. Επίσης υπεγράφη συμφωνία υπαγωγής χρέους, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε ότι τα δάνεια που είχαν δοθεί στην εταιρεία από, μεταξύ άλλων, τους Αιτητές 2 - 4, είχαν δευτερεύουσα προτεραιότητα εξόφλησης έναντι του δανείου που παραχωρήθηκε από την Εταιρεία Signal. Στις 18.7.2023 η εταιρεία Signal προχώρησε στην εκτέλεση των εξασφαλίσεων, με το διορισμό του διαχειριστή επί της Εταιρείας και της PIHL, καθώς και στην εκτέλεση του ενεχύρου επί των μετοχών της Εταιρείας, μεταφέροντας τις στην εταιρεία Jowik Limited. Τότε όλοι οι διευθυντές της Εταιρείας περιλαμβανομένου και του ιδίου παραιτήθηκαν, ενώ στη συνέχεια ο διαχειριστής, ενεργώντας εκ μέρους της PIHL διόρισε νέους διευθυντές. Από της ίδρυσης της μέχρι και πριν το διορισμό του διαχειριστή, η Εταιρεία προσπαθούσε να ολοκληρώσει το ιδιόκτητο δίκτυο υποδομών της, το οποίο θα της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τις δικές της υποδομές για την παροχή υπηρεσιών. Μέχρι την ολοκλήρωση του δικτύου, η εταιρεία λαμβάνει υπηρεσίες από την ΑΤΗΚ σε ψηλό κόστος, με αποτέλεσμα να μην είναι κερδοφόρα. Το δάνειο που λήφθηκε από την εταιρεία Signal, καθώς και ο προηγούμενος δανεισμός της Εταιρείας που αποπληρώθηκε μέσω του δανείου της Signal, έγιναν κατά κύριο λόγο με σκοπό την ολοκλήρωση του εν λόγω δικτύου. Δυστυχώς, λόγω καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση της κατασκευής του, καθώς και των επιπτώσεων της πανδημίας covid-19, το δίκτυο δεν ολοκληρώθηκε εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος και προϋπολογισμού. Ως εκ τούτου η Εταιρεία δεν κατέστη κερδοφόρα, ενώ χρειάζεται περαιτέρω χρηματοδότηση για αναβάθμιση των υποδομών της και για να καλύψει ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης. Χωρίς να αντληθεί περαιτέρω χρηματοδότηση η εταιρεία αναμένεται ότι θα συνεχίσει να έχει ζημιές και εν τέλει θα καταρρεύσει. Πριν το διορισμό του διαχειριστή, η προηγούμενη διοίκηση και ιδιοκτήτες της Εταιρείας, προέβηκαν σε αριθμό προτάσεων προς την εταιρεία Signal με σκοπό την άντληση της απαραίτητης χρηματοδότησης, την αναδιάρθρωση του δανείου, την αύξηση της αξίας της εταιρείας και εν τέλει την πώληση της, ώστε να εξοφληθεί το δάνειο. Η Εταιρεία Signal δεν αποδέχθηκε τις ως άνω προτάσεις και αντ' αυτού προχώρησε στο διορισμό του διαχειριστή ο οποίος ήταν καταστροφικός για την Εταιρεία. Πιο συγκεκριμένα μετά το διορισμό του εξανεμίστηκε η πιθανότητα άντλησης της απαραίτητης χρηματοδότησης από τρίτους, αφού κανένας επενδυτής θα συναλλαχθεί με εταιρεία που βρίσκεται υπό διαχείριση. Παράλληλα η ανακοίνωση και μόνο του διορισμού του και οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε, έθεσαν την Εταιρεία σε δυσμενέστερη οικονομική θέση, κάτι το οποίο είναι παραδεκτό και από τον ίδιο το διαχειριστή, ο οποίος προσπαθεί να πουλήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Πέραν των πιο πάνω, μεγάλο μέρος των υποδομών της Εταιρείας, περιλαμβανομένων και των απαραίτητων υποδομών δικτύου, είναι εγκατεστημένες σε κτιριακές εγκαταστάσεις που ανήκουν σε πρώην ιδιοκτήτες της Εταιρείας. Οι χειρισμοί της εταιρείας Signal αλλά και του διαχειριστή, πέρα του ότι έχουν καταστήσει την Εταιρεία μη βιώσιμη, δημιούργησαν ρήξη με τους πρώην ιδιοκτήτες της, οι οποίοι δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να συνεχίσουν να παραχωρούν τα κτίρια τους στην εταιρεία και αρκετές από τις συμβάσεις παραχώρησης κτιριακών χώρων έχουν ήδη τερματιστεί. Η εταιρεία βρίσκεται σε άσχημη οικονομική κατάσταση και για να μπορεί να επιβιώσει ή να πωληθεί θα πρέπει (α) να εξασφαλιστεί περαιτέρω χρηματοδότηση για την αναβάθμιση των υποδομών της και τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης και (β) να βρεθεί συμβιβαστική λύση με του πρώην ιδιοκτήτες της σε σχέση με τη χρήση των κτιρίων τους για τις υποδομές της εταιρείας, ή να εξασφαλιστεί περαιτέρω χρηματοδότηση για την εγκατάσταση των υποδομών σε νέα κτίρια. Στο σενάριο πώλησης της εταιρείας οι μέτοχοι μειοψηφίας της, περιλαμβανομένων των Αιτητών, θα είχαν την ευκαιρία (και την υποχρέωση) να πωλήσουν και τις δικές τους μετοχές στον αγοραστή, γεγονός που θα τους απέφερε κάποιο όφελος. Επίσης, σε περίπτωση πώλησης της εταιρείας, με βάση τη σχετική συμφωνία που υπεγράφη στα πλαίσια της χρηματοδότησης από την εταιρεία Signal, το δευτερεύον χρέος θα παρέμενε οφειλόμενο, γεγονός που θα δημιουργούσε προοπτικές είσπραξης του. Δηλαδή, με βάση τις εξασφαλίσεις που έλαβε η εταιρεία Signal, η αναμενόμενη πορεία, σε περίπτωση εκτέλεσης των εξασφαλίσεων, θα ήταν να πωληθεί η Εταιρεία, με το αντίτιμο της πώλησης να χρησιμοποιείται για την εξόφληση του δανείου της εταιρείας Signal. Ακόμα και στην περίπτωση που το τίμημα πώλησης δεν κάλυπτε το υπόλοιπο του ως άνω δανείου, εντούτοις ως μέρος της πώλησης το ως άνω δάνειο θα έπρεπε να εξοφληθεί, αφού ο αγοραστής δεν θα αποδεχόταν να αγοράσει μια χρεωμένη εταιρεία, ενώ και η εταιρεία Signal, ως επενδυτικό ταμείο, δεν θα επιθυμούσε να διατηρήσει την συγκεκριμένη επένδυση ζωντανή. Για τους ίδιους λόγους και το δευτερεύον χρέος θα έπρεπε να εξοφληθεί ή να συμβιβαστεί, γεγονός που δημιουργούσε προοπτικές είσπραξης του, ή τουλάχιστον είσπραξης μέρους του. Δηλαδή οι Αιτητές καθώς και άλλοι μέτοχοι μειοψηφίας και πιστωτές της εταιρείας, ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα μπορούσαν να πωλήσουν τις μετοχές τους και να εισπράξουν το χρέος τους ή μέρος αυτού. Αντίθετα, με το προτεινόμενο σχέδιο διακανονισμού, η εταιρεία Signal θα λάβει όλη την αξία της εταιρείας, η οποία, με βάση τους υπολογισμούς που προσκομίζει η ίδια η εταιρεία Signal στο Δικαστήριο θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το υπόλοιπο του δανείου και θα εκμηδενιστεί η πιθανότητα οι μέτοχοι μειοψηφίας της Εταιρείας να λάβουν οποιοδήποτε ποσό από τις μετοχές τους, όπως επίσης και η πιθανότητα να εξοφληθεί το δευτερεύον χρέος ή έστω μέρος αυτού. Πέραν των πιο πάνω, η εταιρεία Signal έχει προβεί σε λανθασμένη ταξινόμηση των πιστωτών και μετόχων, ώστε να διασφαλίσει την υπερψήφιση του σχεδίου διακανονισμού από την PIHL, η οποία είναι υπό τον έλεγχο του διαχειριστή, χωρίς να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου σε τούτο. Κατ' αυτό τον τρόπο, το προτεινόμενο σχέδιο διακανονισμού δεν αποσκοπεί στο να καταστήσει την Εταιρεία βιώσιμη, αλλά στο να αδικήσει τους μετόχους μειοψηφίας και τους κατόχους του δευτερεύοντος χρέους, με το να επιτρέψει στην Signal να καρπωθεί όλη την αξία της εταιρείας. Με το προτεινόμενο σχέδιο διακανονισμού η εταιρεία Signal αποσκοπεί να επιβάλει, μέσω του Δικαστηρίου, ότι όλες οι μετοχές της εταιρείας θα της δοθούν έναντι διαγραφής ποσού €39.315.919,67 από το υπόλοιπο του δανείου, το οποίο, με βάση τον υπολογισμό από την ίδια την εταιρεία Signal, ύψους €67.630.000 θα παραμείνει οφειλόμενο από την εταιρεία. Το δευτερεύον χρέος, ήτοι ό,τι έχει να εισπράξει ολόκληρη η τάξη των πιστωτών για τους οποίους συγκαλείται η συνέλευση περιλαμβανομένων και των Αιτητών, θα διαγραφεί. Οι μέτοχοι μειοψηφίας, περιλαμβανομένων και των Αιτητών, θα δικαιούνται σε πληρωμή αναλογική των μετοχών τους, μόνο εάν η εταιρεία πωληθεί εντός τριών ετών για ποσό πέραν τον €105.000.000, κάτι το οποίο είναι τουλάχιστο ουτοπικό, αλλά ακόμη και αν ήθελε επισυμβεί αυτό, το ανώτατο ποσό που θα διανεμηθεί στους μετόχους μειοψηφίας συλλογικά θα είναι μόνο €1.000.
  1. Η δε κάτοχοι του δευτερεύοντος χρέους θα δικαιούνται σε αναλογική πληρωμή, εάν η εταιρεία πωληθεί εντός τριών ετών για ποσό πέραν των €95.000.000, κάτι το οποίο είναι επίσης ουτοπικό, όμως ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση το ανώτατο ποσό που θα διανεμηθεί συλλογικά στους μετόχους μειοψηφίας θα είναι μόνο €1.000.
  2. Είναι ξεκάθαρο ότι το σχέδιο διακανονισμού δεν θα καταστήσει την εταιρεία φερέγγυα ή βιώσιμη. Αποσκοπεί στο να αποδώσει στην εταιρεία Signal όλη την αξία της Εταιρείας εις βάρος των συμφερόντων των μετόχων μειοψηφίας και των κατόχων του δευτερεύοντος χρέους, παρακάμπτοντας τις σχετικές συμφωνίες με αυτούς. Περαιτέρω, έχει συνταχθεί με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι αποδίδει στην εταιρεία Signal όφελος κατά πολύ μεγαλύτερο του υπόλοιπου του δανείου, με βάση τους υπολογισμούς της ίδιας της εταιρείας Signal, κάτι το οποίο στην πραγματικότητα είναι πλασματικό, αφού η εταιρεία θα παραμείνει αφερέγγυα. Απώτερος σκοπός της εταιρείας Signal είναι να σημειώσει αυτό το όφελος στα βιβλία της, ώστε να μην αποκαλύψει άμεσα στους επενδυτές της ότι με τους χειρισμούς της η αξία της εταιρείας έχει εξανεμιστεί, αλλά να την παρουσιάσει ως μια επιτυχημένη επένδυση. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, η εταιρεία Signal προωθεί το σχέδιο διακανονισμού κατά παράβαση του Νόμου, αφού με τον τρόπο κατηγοριοποίησης των μετόχων και των πιστωτών για σκοπούς των συνελεύσεων έγκρισης του Σχεδίου Διακανονισμού, δεν θα δοθεί πραγματική ευκαιρία στους μετόχους και στους πιστωτές να το απορρίψουν ή να το εγκρίνουν, αφού αυτό θα εγκριθεί μόνο από την εταιρεία Signal. Στο βαθμό που η εταιρεία Signal έχει πρόθεση να προωθήσει το σχέδιο διακανονισμού, τότε θα πρέπει να επανέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου με σωστή κατηγοριοποίηση των πιστωτών και μετόχων, με τρόπο που οι πιστωτές που τα συμφέροντα τους ευθυγραμμίζονται με αυτή ή άλλως πως ελέγχονται από αυτή, να ψηφίσουν ως διαφορετική κατηγορία, αφού μόνο η εταιρεία Signal θα έχει όφελος από το σχέδιο. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η Εταιρεία εναντιώθηκε στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Με την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης την οποία καταχώρισε, προβάλλει σειρά λόγων ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι:
  3. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή και δεν ήταν αρμόδιο να εκδώσει το επίδικο διάταγμα αναστολής σε μονομερή βάση.
  4. Οι Αιτητές δεν ήταν διάδικοι στην αίτηση για σύγκληση ημερομηνίας 7.3.2024 ή και δεν υπέβαλαν σε οποιοδήποτε στάδιο αίτηση παρέμβασης ή και δεν έχουν το δικαίωμα να εμφανιστούν ή και να ακουστούν ή και να καταθέσουν αιτήσεις ή και να λάβουν οποιεσδήποτε οδηγίες σχετικά με το διάταγμα σύγκλησης ή και δεν έχουν locus standi.
  5. Κατά τη στιγμή που οι Αιτητές κατέθεσαν την αίτηση παραμερισμού, η διά κλήσεως αίτηση για σύγκληση ημερομηνίας 7.3.2024 είχε ήδη διεκπεραιωθεί ή και αποπερατωθεί, έτσι ώστε δεν υπήρχε εκκρεμής υπόθεση ή και θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο του διατάγματος αναστολής.
  6. Το επίδικο διάταγμα αναστολής είναι πρόωρο, δεδομένου ότι τα δικαιώματα των Αιτητών δεν έχουν ακόμη επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο εφόσον οι οποιεσδήποτε αποφάσεις, θα λάμβαναν χώρα σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο ή και δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για την υποβολή οποιωνδήποτε ενστάσεων επί του σχεδίου διακανονισμού ή και οι Αιτητές μπορούν να προβάλουν τέτοιες ενστάσεις κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων που θα λάβουν χώρα για την έγκριση του σχεδίου.
  7. Οι Αιτητές παρέβηκαν το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ή και παραπλάνησαν το Δικαστήριο ή και δεν παρουσίασαν πλήρη και δίκαιη όψη του σχετικού δικαίου ή και των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται να επωφεληθούν από το δίκαιο της επιείκειας.
  8. Οι Αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ή και δεν προσκόμισαν ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
  9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του επίδικου διατάγματος αναστολής.
  10. Η Αίτηση παραμερισμού ή και το επίδικο διάταγμα αναστολής αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υποβλήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό να καθυστερήσουν ή και να εμποδίσουν την εταιρεία ή και τους πιστωτές της από το να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους.
  11. Η εγγύηση ύψους €200.000 που υπογράφηκε για λογαριασμό ή εκ μέρους των Αιτητών είναι ανεπαρκής ή και οι ζημιές και τα έξοδα που προκαλεί το επίδικο διάταγμα αναστολής υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό αυτό.
  12. Οι Αιτητές μέσω της μαρτυρίας τους παραπλάνησαν το Δικαστήριο εφόσον την προώθησαν με τρόπο κατά τον οποίο να διαφαίνεται ότι αυτή προωθείτο εκ μέρους της Εταιρείας ή και περιείχε εντελώς αντινομικές και χωρίς εξουσιοδότηση πληροφορίες της εταιρείας εσωτερικής φύσεως ή και εμπιστευτικές που ο ενόρκως δηλών γνώριζε ένεκα της θέσης την οποία κατείχε στην εταιρεία. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Καλλία, διαχειριστή/παραλήπτη της εταιρείας. Σ' αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά την 16.3.2018 η Εταιρεία, στη βάση συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων, έλαβε δάνειο από την εταιρεία Signal για το ποσό των €50.100.
  13. Το δάνειο παραχωρήθηκε στην εταιρεία με σκοπό (α) να αναδιοργανώσει τις υφιστάμενες πιστωτικές της υποχρεώσεις. (β) να χρηματοδοτήσει την εξαγορά κτιριακών εγκαταστάσεων και τις γενικές κεφαλαιουχικές της ανάγκες και (γ) να παρέχει εξασφαλίσεις σε μετρητά (cash collaterals). H διευκόλυνση ήταν διαρκείας πέντε ετών και προέβλεπε τελική ημερομηνία αποπληρωμής την 29.3.
  14. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της έναντι των δανειστών της και του αντιπροσώπου εξασφάλισης, η εταιρεία και άλλες οντότητες του Ομίλου Primetel παρείχαν εξασφαλίσεις συμπεριλαμβανομένων, ενδοομιλικών εταιρικών εγγυήσεων, ομολόγων σταθερής και κυμαινόμενης επιβάρυνσης (fixed and floating charge debentures) καθώς και ενέχυρα επί των μετοχών της Εταιρείας και της Primetel Media Ltd. Οι στόχοι της Εταιρείας δεν επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της πενταετούς διευκόλυνσης, αυτή δραστηριοποιείτο με ζημιά και αθέτησε τις συμβατικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις της έναντι των δανειστών της. Παρά τις αθετήσεις της, οι δανειστές παρείχαν στην Εταιρεία το πλήρες χρονοδιάγραμμα που προέβλεπε η συμφωνία διευκόλυνσης, ωστόσο στις 29.3.2023, όταν το οφειλόμενο στους δανειστές ποσό κατέστη πληρωτέο, η Εταιρεία δεν ήταν σε θέση και απέτυχε να το αποπληρώσει. Παρά την εκτέλεση των ομολόγων και το διορισμό του ως παραλήπτη/διαχειριστή στην Εταιρεία, το οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους δανειστές ανήλθε την 4.3.2024 σε €106.945.909,
  15. Μεταξύ 29.3.2023 - 18.7.2023, έλαβαν χώρα διάφορες συζητήσεις μεταξύ των δανειστών και της Εταιρείας, σε μια προσπάθεια εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης αναδιάρθρωσης της οφειλής της προς τους δανειστές. Όμως οι συζητήσεις δεν κατάφεραν να αποκαταστήσουν την μη αποπληρωμή του δανείου. Στις 18.7.2023 οι δανειστές, εξασκώντας τα δικαιώματα τους στη βάση των αντίστοιχων ομολόγων, έδωσαν οδηγίες στον αντιπρόσωπος εξασφάλισης να τον διορίσει ως παραλήπτη/διαχειριστή επί των περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου Primetel. Ολόκληρο το πρώην διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας παραιτήθηκε κατά την 18.7.2023 και αντικαταστάθηκε με το νυν διοικητικό συμβούλιο μετά από έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας που πραγματοποιήθηκε στις 27.2.
  16. Παρά τις προσπάθειες του, η Εταιρεία συνέχισε να λειτουργεί με ζημιές και η οικονομική της κατάσταση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα το απόθεμα της ταμιακής ροής και ρευστότητας της να εξαντλείται και η Εταιρεία να έχει άμεση ανάγκη για εισφορά μετρητών. Ενόψει των επιτακτικών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε και, παρά το γεγονός ότι η Εταιρεία όφειλε χρέος πέραν των €100.000.000, για σκοπούς διασφάλισης της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας της επιχείρησης της Εταιρείας, οι δανειστές της συνέχισαν να παρέχουν σ' αυτήν οικονομική στήριξη για να μπορεί να αντεπεξέλθει στις καθημερινές της ανάγκες, επιτρέποντας και δίνοντας τη συγκατάθεση τους σε αρκετές περιπτώσεις για τη χρήση των εσόδων από τις διαθέσεις περιουσιακών της στοιχείων, στις οποίες προέβαινε, για τη βελτίωση της ρευστότητας της Εταιρείας. Μέχρι σήμερα η συνεισφορά αυτή ανέρχεται στο κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο ποσό των €626.200, πέραν του χρέους προς τους δανειστές, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί ή εξυπηρετηθεί. Διασφαλίστηκε, κατ' αυτό τον τρόπο, ότι η Εταιρεία θα συνέχιζε να λειτουργεί και να παρέχει υπηρεσίες υψηλής ποιότητας στους πελάτες της, ως επίσης οι εργαζόμενοι και οι βασικοί προμηθευτές της θα πληρώνονταν στην ώρα τους, όμως δεν κατέστη δυνατή η αποπληρωμή του χρέους. Παρά τις προσπάθειες του, οι υποχρεώσεις της Εταιρείας εξακολουθούν να είναι μη βιώσιμες και αυτή θεωρείται με τα σημερινά δεδομένα ως αφερέγγυα, έχοντας αρνητικό ενεργητικό ύψους €59.969,
  17. Στη βάση των πιο πάνω, καταρτίστηκε το Σχέδιο Διακανονισμού, το οποίο θα επιτρέψει στην Εταιρεία να προχωρήσει σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης που θα είναι προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων μερών, καθώς είναι η μόνη επιλογή που απομένει σ' αυτό το στάδιο, το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να βελτιώσει τη δομικά αφερέγγυα οικονομική της θέση. Το Σχέδιο Διακανονισμού είναι πραγματικά η μόνη βιώσιμη επιλογή και είναι το αποτέλεσμα συζητήσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, με κοινό στόχο την όσο το δυνατό δικαιότερη μεταχείριση όλων των ενδιαφερομένων μερών, λαμβάνοντας υπόψη τα αντίστοιχα νόμιμα δικαιώματα τους σε σχέση με τις προτεραιότητες που τίθενται, με δεδομένη την αφερεγγυότητα της εταιρείας, τους περιορισμένους όρους και τις ρεαλιστικές επιλογές της. Σε περίπτωση που το Σχέδιο Διακανονισμού δεν εφαρμοστεί, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η Εταιρεία να οδηγηθεί σε εκκαθάριση λόγω αδυναμίας της να ανταποκριθεί στα χρέη της, μάλιστα δε σύμφωνα με την έκθεση των οικονομικών της συμβούλων, αυτή είναι η πιο πιθανή εναλλακτική λύση σε περίπτωση που το Σχέδιο Διακανονισμού δεν εφαρμοστεί. Η έκθεση των οικονομικών της συμβούλων υποδεικνύει ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης η εκτιμώμενη συνολική ανάκτηση για τους πιστωτές σχεδίου ως και για τα μέλη σχεδίου θα είναι μηδαμινή. Αντίθετα, η έκδοση των ομολόγων μελών Σχεδίου και πιστωτών Σχεδίου φέρει σαφώς βελτιωμένες προοπτικές ανάκτησης, με ενδεχόμενη απόδοση στους πιστωτές Σχεδίου 5% και στα μέλη σχεδίου πέραν του 10% επί της ονομαστικής αξίας των μετοχών. Ο κύριος στόχος του Σχεδίου Διακανονισμού είναι να διασφαλιστεί ότι η εταιρεία θα μπορεί να λειτουργεί ως ζώσα επιχείρηση (going concern). Ειδικότερα, θα έχει ως αποτέλεσμα τα οικονομικά της Εταιρείας να αποκατασταθούν και να έρθουν σε υγιή χρηματοοικονομική βάση, με σκοπό τη δραστηριοποίηση της ως ζώσας επιχείρησης και τον επακόλουθο τερματισμό της διαχείρισης. Με τον τρόπο αυτό θα επανέλθει η σταθερότητα στην Εταιρεία, θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις συναλλαγές της και θα διαφυλαχθεί η φήμη της, όπως και αυτή του Ομίλου Primetel. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 29, 31, 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 198 - 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1 θ.2, Δ.9, Δ.16 θ.θ. 1 - 11, Δ.27 θ.θ. 1 - 3, Δ.39 θ.θ. 1 - 21, Δ.40, Δ.48, θ.θ. 1 - 9 και 11-13, Δ.57 θ.θ. 1 - 4 και Δ.64 θ.θ. 1 - 2 και στους περί Εταιρειών Κανονισμούς Κ.2 και Κ.92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών. Όπως είναι νομολογημένο, το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία, οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Όπως διαφαίνεται από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, η Εταιρεία με αίτηση της ημερομηνίας 6.3.2024 αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος για τη σύγκληση συνελεύσεων των μετόχων και πιστωτών της προς το σκοπό της ψήφισης του σχεδίου διακανονισμού της ίδιας ημερομηνίας, το οποίο ετοίμασαν οι οικονομικοί της σύμβουλοι κ.κ. Grant Thorton. Η Αίτηση επιδόθηκε μόνο στον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος επέλεξε να μην λάβει μέρος στη διαδικασία. Κατά την 22.3.2024 εκδόθηκε το διάταγμα σύγκλησης των συνελεύσεων, το οποίο περιγράφεται στο προοίμιο της απόφασης μου. Είναι αυτού του διατάγματος του οποίου την ακύρωση ή παραμερισμό αξιώνουν οι Αιτητές με την Aίτηση τους ημερομηνίας 23.4.2024. Στο πλαίσιο δε της υπό αναφορά Αίτησης εκδόθηκε μονομερώς, κατά την ιδία ημερομηνία, το επίδικο διάταγμα αναστολής. Η Εταιρεία στους λόγους ένστασης της εγείρει ότι η Αίτηση Παραμερισμού δεν δύναται να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως δια κλήσεως αλλά και ως μονομερής αίτηση. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Εταιρείας, η ορθή διαδικασία θα ήταν να καταχωριστεί ξεχωριστή δια κλήσεως αίτηση με την οποία να επιζητείται ο παραμερισμός του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος σύγκλησης και στο πλαίσιο εκείνης της αίτησης να καταχωριστεί μονομερής με την οποία να επιζητείται η έκδοση του διατάγματος αναστολής. Αντ' αυτού οι Αιτητές με μια μόνο αίτηση επιδιώκουν τον παραμερισμό του διατάγματος σύγκλησης σε δια κλήσεως βάση και παράλληλα έχουν εξασφαλίσει το διάταγμα αναστολής στο πλαίσιο του αιτητικού τους για παραμερισμό, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Είναι γεγονός ότι οι Αιτητές με την ίδια Αίτηση τους, αλλά με ξεχωριστά αιτητικά, επιδίωξαν τον παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης ημερομηνίας 22.3.2024 καθώς και την αναστολή εκτέλεσης του ιδίου διατάγματος ως ενδιάμεση θεραπεία, μέχρι την εκδίκαση του αιτήματος για τον παραμερισμό. Με βρίσκει σύμφωνο η άποψη των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εταιρείας ότι θα ήταν ορθότερο, όπως καταχωρούνταν δύο ξεχωριστές αιτήσεις, κατά τρόπο ώστε η αίτηση παραμερισμού να αποτελεί την κύρια θεραπεία. Το γεγονός όμως ότι οι δύο θεραπείες επιδιώχθηκαν με την ίδια αίτηση δεν αποτελεί μοιραίο σφάλμα, το οποίο θα μπορούσε να επιφέρει την ακυρότητα της όλης διαδικασίας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι μονομερώς εκδόθηκε μόνο το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων, ενώ καθόσον αφορά το αίτημα για τον παραμερισμό ή και ακύρωση του ζητήθηκε όπως επιδοθεί στην άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα η αίτηση να καταστεί δια κλήσεως, παρά το ότι στον τίτλο της περιγράφεται ως «μονομερής αίτηση». Θα πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι συμφώνως της Δ.64 Θ. 3, το Δικαστήριο δεν θα παραμερίζει οποιαδήποτε διαδικασία ή το κλητήριο ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας (Μetroinvest Ansalt κ.α. v Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513). Έχω την ταπεινή άποψη ότι η υπό αναφορά Διαταγή εφαρμόζεται αναλογικά και στην υπό εξέταση υπόθεση. Υποστηρίζεται περαιτέρω από τους ευπαίδευτους συνηγόρους ότι η ύπαρξη μόνο μιας αίτησης έχει προκαλέσει αμηχανία στην Εταιρεία, λόγω του ότι με την ένσταση της αναγκάζεται να τοποθετηθεί σε σχέση με το τι θα έπρεπε να είναι δύο ξεχωριστές διαδικασίες. Τα ανωτέρω προβαλλόμενα δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η Εταιρεία με την ίδια ένσταση της απάντησε και στα δύο αιτητικά της Αίτησης δεν είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει αμηχανία σ' αυτήν, ή να την επηρεάσει δυσμενώς. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω, θα προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32, καθότι ένας εκ των βασικών λόγων ένστασης της Εταιρείας είναι ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν ικανοποιητική μαρτυρία ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Στην προκείμενη περίπτωση αναμφισβήτητα θέση κλητηρίου εντάλματος υπέχει η υπό εξέταση Αίτηση, με την οποία αξιώνεται ο παραμερισμός του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων μελών και πιστωτών της Εταιρείας. Η Δ.48, θ.8
(4)των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο επηρεαζόμενο από οποιοδήποτε διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, να αποταθεί διά κλήσεως στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό ή την τροποποίηση του. Είναι κατάλληλο το στάδιο αυτό για να γίνει αναφορά στον λόγο ένστασης της Εταιρείας ότι η Αίτηση παραμερισμού στερείται οποιασδήποτε νομικής βάσης η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία ή και δικαιοδοσία να αναστείλει το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης για το λόγο ότι αυτό εκδόθηκε στη βάση δια κλήσεως αίτησης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναθεωρηθεί ή και ακυρωθεί από το ίδιο το Δικαστήριο που το εξέδωσε, πόσο μάλλον στη βάση μονομερούς αιτήσεως. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία η οποία αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εταιρείας, η Δ.48 θ.8
(4)δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση για το λόγο ότι το διάταγμα σύγκλησης δεν εκδόθηκε μονομερώς καθότι η αίτηση με την οποία αξιώνεται η έκδοση του έχει επιδοθεί στον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος επέλεξε να μην εμφανιστεί στη διαδικασία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους, παραπέμπουν στην υπόθεση Νικολαΐδου ν. Αττίπα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η Δ.48
(8)
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατό να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για τη χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνουμε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο τη χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48
(8)
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίησή του.» (η υπογράμμιση είναι δική μου) Είναι γεγονός ότι η αίτηση για σύγκληση των συνελεύσεων των μελών και πιστωτών της Εταιρείας περιγράφεται στον τίτλο της ως «αίτηση διά κλήσεως». Όμως, κατά την ταπεινή μου άποψη, ούτε η περιγραφή της ως δια κλήσεως, αλλά ούτε και η επίδοση της στον Έφορο Εταιρειών την έχουν καταστήσει ως δια κλήσεως αίτηση έναντι των Αιτητών, οι οποίοι αναμφισβήτητα δεν κλητεύθηκαν για να λάβουν μέρος στη διαδικασία. Αφ' ης στιγμής οι Αιτητές δεν κλητεύθηκαν, το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης, εκδόθηκε έναντι τους μονομερώς, με αποτέλεσμα να δικαιούνται να αποταθούν στο Δικαστήριο με δια κλήσεως αίτηση για παραμερισμό του, κάτι το οποίο και έπραξαν. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι είναι το διάταγμα αναστολής του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης που αξιώθηκε μονομερώς και όχι το διάταγμα για τον παραμερισμό του. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι η έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης λήφθηκε στη βάση των άρθρων 198 - 200 του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και του περί Εταιρειών Διαδικαστικού Κανονισμού 396/1944, όπως επιμαρτυρεί η νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 6.3.2024, στη βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε. Θα πρέπει όμως να αναφερθεί ότι το άρθρο 3 του ρηθέντος Κανονισμού[1] ρητά παραπέμπει στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι εφαρμόζονται, όπου είναι πρακτικά δυνατό επί όλων των αιτήσεων, οι οποίες σχετίζονται με τον ρηθέντα Κανονισμό. Εγείρεται επίσης από την Εταιρεία στους λόγους ένστασης της ότι κατά τη στιγμή που οι Αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση Παραμερισμού του επίμαχου διατάγματος, η διά κλήσεως αίτηση για σύγκληση των συνελεύσεων των μετόχων και πιστωτών της είχε πλήρως αποπερατωθεί και δεν εκκρεμούσε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο του διατάγματος αναστολής ή και της Αίτησης Παραμερισμού. Ως έχει ήδη αναφερθεί, αντικείμενο της Αίτησης παραμερισμού και, κατ΄ επέκταση, του διατάγματος αναστολής, είναι το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης των συνελεύσεων των μετόχων και πιστωτών της Εταιρείας. Η Αίτηση Παραμερισμού θα καθίστατο άνευ αντικειμένου μόνο στην περίπτωση που το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης των συνελεύσεων δεν εκδιδόταν τελικά από το Δικαστήριο, αφού στην ουσία δεν θα υπήρχε επίδικο θέμα προς εκδίκαση. Κάτω από τα δεδομένα τα οποία έχω παραθέσει πιο πάνω ο υπό αναφορά λόγος ένστασης κρίνεται ως παντελώς ανεδαφικός. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι η υπό εξέταση Αίτηση εμπεριέχει μια αναγνωρισμένη από τους Κανονισμούς αξίωση, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση. (Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015, ημερ. 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A102) Προχωρώ τώρα στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Πρωτίστως θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι Αιτητές είναι εκ των πιστωτών της Εταιρείας και τουλάχιστον οι Αιτητές 2-4 υπέγραψαν συμφωνία υπαγωγής χρέους (subordination agreement), δυνάμει της οποία συμφωνήθηκε ότι τα δάνεια που είχαν παραχωρήσει στην Εταιρεία, είχαν δευτερεύουσα προτεραιότητα εξόφλησης έναντι του δανείου της εταιρείας Signal. Οι Αιτητές ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Έλληνα, ότι το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού δεν αποσκοπεί στο να καταστήσει την Εταιρεία βιώσιμη αλλά στο να αδικήσει τους μετόχους μειοψηφίας καθώς και τους πιστωτές του δευτερεύοντος χρέους με το να επιτρέψει στην εταιρεία Signal να καρπωθεί όλη την αξία της Εταιρείας, η οποία με βάση τους υπολογισμούς της ίδιας της Signal ξεπερνά κατά πολύ το χρεωστικό υπόλοιπο της παραχωρηθείσας από αυτήν στην Εταιρεία πιστωτικής διευκόλυνσης. Όπως ακόμα ισχυρίζονται, με το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού, πέραν του ότι η εταιρεία Signal θα λάβει όλη την αξία της Εταιρείας, θα εκμηδενιστεί η πιθανότητα να εξοφληθεί το δευτερεύον χρέος, ή έστω μέρος αυτού, όπως επίσης και η πιθανότητα οι μέτοχοι μειοψηφίας της Εταιρείας να λάβουν οποιοδήποτε ποσό από τις μετοχές τους. Είμαι της άποψης ότι οι λεπτομέρειες τις οποίες παραθέτουν οι Αιτητές, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του κ. Έλληνα, είναι επαρκείς σε βαθμό που καταδεικνύουν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας του ισχυρισμού τους ότι το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού δεν θα καταστήσει την Εταιρεία βιώσιμη (Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Όπως ειδικότερα αναφέρεται από τον κ. Έλληνα, ο οποίος υπενθυμίζω ότι ήταν ένας εκ των διευθυντών και ο υπεύθυνος για τα χρηματοοικονομικά θέματα της Εταιρείας, το προτεινόμενο Σχέδιο (α) δεν περιέχει πρόνοιες για την άντληση χρηματοδότησης της Εταιρείας, κάτι το οποίο είναι προϋπόθεση για να καταστεί κερδοφόρα, (β) δεν περιέχει πρόνοιες για να διευθετηθεί το θέμα που προκύπτει με τη χρήση των κτιριακών εγκαταστάσεων των πρώην ιδιοκτητών της Εταιρείας καθώς και της διαφοράς που έχει προκύψει και (γ) δεν επεξηγεί ότι οι ταμειακές ροές της Εταιρείας για τις εργασίες της είναι αρνητικές, ούτε και περιέχει πρόνοιες άντλησης χρηματοδότησης για την κάλυψη των ταμειακών ροών. Φυσικά δεν διαφεύγουν της προσοχής μου τα όσα προβάλλονται από τον διαχειριστή της εταιρείας, κ. Καλλία, στην ένορκη του δήλωση αναφορικά με το προτεινόμενο Σχέδιο. Ειδικότερα όπως ισχυρίζεται, το Σχέδιο, το οποίο ετοιμάστηκε από τους οικονομικούς συμβούλους της Εταιρείας, θα έχει ως αποτέλεσμα τα οικονομικά της Εταιρείας να αποκατασταθούν και να τεθούν σε υγιή χρηματοοικονομική βάση, με σκοπό την δραστηριοποίηση της Εταιρείας ως ζώσα επιχείρηση (going concern) και τον επακόλουθο τερματισμό της διαχείρισης. Κατ΄ αυτό δε τον τρόπο θα επανέλθει η σταθερότητα στην Εταιρεία, θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στις συναλλαγές της και θα διαφυλαχθεί η φήμη της καθώς και αυτή του ομίλου Primetel. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν διιστάμενων θέσεων ώστε να επιλέξει τη μια εξ αυτών. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί στο πλαίσιο της εξέτασης του αιτήματος για τον Παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης (Κούππα ν Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α.
(2014)1 Α.Α.Δ. 1665). Το βασικό όμως παράπονο των Αιτητών εναντίον του επίμαχου διατάγματος εστιάζεται στο ότι η εταιρεία Signal έχει προβεί σε λανθασμένη ταξινόμηση των πιστωτών και μετόχων μειοψηφίας ώστε να διασφαλίσει την υπερψήφιση του προτεινόμενου Σχεδίου Διακανονισμού από την PIHL η οποία είναι υπό τον έλεγχο του διαχειριστή, είναι η μέτοχος της συντριπτικής πλειοψηφίας της Εταιρείας και συγχρόνως πιστωτής της πλειοψηφίας του δευτερεύοντος χρέους. Όπως συγκεκριμένα προβάλλεται, η PIHL συμπεριλήφθηκε στην ίδια κατηγορία με τους Αιτητές ως πιστωτής και ως μέτοχος ώστε να διασφαλιστεί ότι το Σχέδιο Διακανονισμού θα μπορούσε να εγκριθεί μόνο με τη ψήφο της, κάτι το οποίο δεν επεξηγήθηκε στο Δικαστήριο κατά το στάδιο της αίτησης για έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων. Δηλαδή με το να συμπεριληφθεί η PIHL, η οποία τελεί υπό τον έλεγχο του διαχειριστή, στην ίδια κατηγορία με τους άλλους επηρεαζόμενους πιστωτές και μετόχους, στην ουσία η ψήφος των άλλων επηρεαζομένων δεν θα έχει σημασία, αφού η PIHL ελέγχει από μόνη της και τις δύο κατηγορίες. Εν κατακλείδι οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η Εταιρεία όφειλε να τους ειδοποιήσει για την ακρόαση της αίτησης σύγκλησης των συνελεύσεων, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου θέματα κατηγοριοποίησης. Από πλευράς της η Εταιρεία υποστηρίζει, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του διαχειριστή της, ότι οι Αιτητές δεν έχουν locus standi ή και το δικαίωμα να ακούσουν ή να υποβάλουν οποιεσδήποτε αιτήσεις σχετικά με το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης και αυτό γιατί, ακόμα και αν είχαν πραγματοποιηθεί οι συνελεύσεις, το Σχέδιο Διακανονισμού θα έπρεπε πρώτα να εγκριθεί από την πλειοψηφία των ψηφιζόντων μελών και πιστωτών στις αντίστοιχες συνελεύσεις και στη συνέχεια θα έπρεπε να καταχωριστεί από την Εταιρεία η αίτηση για επικύρωση του από το Δικαστήριο. Κατά τον κ. Καλλία, το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για την υποβολή ενστάσεων ή παραπόνων, αφού οι Αιτητές μπορούν να προβάλουν τέτοιες ενστάσεις ή παράπονα κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων που θα συγκληθούν ή και στο πλαίσιο της αίτησης για επικύρωση του Σχεδίου. Εν κατακλείδι υποστηρίζει ότι η Αίτηση Παραμερισμού είναι πρόωρη και, κατ΄ επέκταση, καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού τα δικαιώματα των Αιτητών δεν έχουν ακόμη επηρεαστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εταιρείας υποστηρίζεται ότι η αίτηση για σύγκληση της συνέλευσης των μελών ή πιστωτών, όπως προκύπτει από τους κ.κ. 6(m) και 7 του Περί Εταιρειών Διαδικαστικού Κανονισμού, ουσιαστικά θεωρείται ως «κλήση για οδηγίες» (summons for directions), συγκεκριμένα κλήση για να δοθούν οδηγίες σύγκλησης συνελεύσεων, η οποία εκδίδεται χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε δικαστικής κρίσης. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, αποτελεί οιονεί διοικητικής, διαδικαστικής και τυπικής φύσης διαδικασία χωρίς να εξετάζονται ζητήματα ουσίας, όπως η ορθότητα της συγκρότησης των συνελεύσεων ή των τάξεων, γι΄ αυτό και δεν τίθεται ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται αφενός από το γεγονός ότι καταχωρείται με εναρκτήρια κλήση και αφετέρου από το ότι στην Αγγλία η αίτηση που καταχωρείτο στη βάση του άρθρου 206
(1)του Companies Act 1948, το οποίο αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 198
(1)του Κεφ. 113, απευθύνετο στον Πρωτοκολλητή (Registrar) του Εταιρικού Δικαστηρίου και όχι σε δικαστή. Προς επίρρωση δε των ως άνω θέσεων τους παραπέμπουν στο ακόλουθο απόσπασμα του συγγράμματος Pennington's Company Law, 4th edition 1979 σελ. 475: "The meetings of creditors and members held to approve a scheme proposed by a company, must be called under the directions of the court. The first step, therefore, is for the company, its liquidator (if it is being wound up) or any interested member or creditor of the company to apply to the registrar of the Companies Court by originating summons for an order giving such directions." Υποστηρίζεται ακόμα από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Εταιρείας ότι είναι στο πλαίσιο της αίτησης για επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού, εφόσον αυτό τύχει της έγκρισης των συνελεύσεων των μετόχων και πιστωτών, που δικαιούνται να εμφανιστούν τα ενδιαφερόμενα ή και επηρεαζόμενα πρόσωπα και να εγείρουν οποιεσδήποτε ενστάσεις κατά της επικύρωσης του Σχεδίου. Γίνεται δε παραπομπή στην υπόθεση In re Hellenic & General Trust, Re
(1976)1 W.L.R 123 (η οποία μνημονεύεται και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών) όπως επίσης και στην απόφαση του τότε Προέδρου του Ε.Δ. Λάρνακας Γ. Ν. Γιασεμή (όπως ήταν τότε) Αναφορικά με την Εταιρεία Ορφανίδη Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης 12/2013 ημερ. 27.2.2013. Στην τελευταία αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση το Δικαστήριο δεν επέτρεψε σε πιστωτές της αιτήτριας εταιρείας όπως εμφανιστούν και ακουστούν στο πλαίσιο της αίτησης για έκδοση διατάγματος σύγκλησης της συνέλευσης των πιστωτών της η οποία καταχωρίστηκε στη βάση του άρθρου 198
(1)του Κεφ. 113. Από πλευράς του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών στη δική του αγόρευση δεν αμφισβητεί ότι η ανωτέρω περιγραφόμενη πρακτική ήταν αυτή η οποία ακολουθείτο στην Αγγλία μέχρι που κατακρίθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση In The Matter of the Hawk Insurance Company Limited
(2001)E.W.C.A Civ. 241, στην οποία αποφασίστηκε ότι με το να αφήσει το Δικαστήριο το προτεινόμενο σχέδιο διακανονισμού να προχωρήσει σε ψήφιση χωρίς να αποφασιστούν θέματα κατηγοριοποίησης, προκαλείται μεγάλη σπατάλη χρόνου και εξόδων. Με την εφαρμογή δε του Companies Act 1985, το άρθρο 425
(1), το οποίο αντιστοιχεί στο δικό μας άρθρο 198
(1)του Κεφ. 113, ερμηνεύθηκε από τα Αγγλικά Δικαστήρια και συνοψίστηκε στη Δήλωση Πρακτικής του 2002 (Practice Statement (Companies: Schemes of Arrangement)
(2002)1 W.L.R 1345) υπό την αρχή του ότι πρόσωπο το οποίο προωθεί σχέδιο διακανονισμού έχει υποχρέωση να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου σε θέματα που μπορεί να προκύψουν από την συγκρότηση των τάξεων και να ειδοποιεί σχετικά όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Γίνεται δε παραπομπή στις παραγράφους 4-6 της ανωτέρω Δήλωσης Πρακτικής οι οποίες έχουν ως ακολούθως: "
  1. It is the responsibility of the applicant by evidence in support of the application or otherwise to draw to the attention of the court as soon as possible any issues which may arise as to the constitution of meetings of creditors or which otherwise affect the conduct of those meetings ("creditor issues"). For this purpose unless there are good reasons for not doing so the applicant should take all steps reasonably open to it to notify any person affected by the scheme that it is being promoted, the purpose which the scheme is designed to achieve, the meetings of creditors which the applicant considers will be required and their composition.
  2. In considering whether or not to order meetings of creditors ("a meetings order") the court will consider whether more than one meetings of creditors is required and if so what is the appropriate composition of those meetings.
  3. Where a creditor issue has been drawn to the attention of the court it will also consider whether to give directions for the resolution of that issue including if necessary directions for the postponement of meetings of creditors unitl that resolution has been achieved." Eξέτασα με προσοχή τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις των διαδίκων. Πρωτίστως θα ήθελα να αναφέρω, με κάθε σεβασμό προς τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Εταιρείας, ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση τους ότι η αίτηση για έκδοση διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων αποτελεί τυπικής φύσης διαδικασία η οποία δεν απαιτεί την άσκηση δικαστικής κρίσης. Το γεγονός ότι αυτή καταχωρείται ως πρωτογενής άλλως ως εναρκτήρια αίτηση, στη βάση του Κ. 6(m) του Περί Εταιρειών Διαδικαστικού Κανονισμού δεν την καθιστά υποδεέστερη άλλως «τυπικής μορφής» διαδικασία, όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Εταιρείας. Το Δικαστήριο στο πλαίσιο της ρηθείσας αίτησης έχει την εξουσία αλλά και υποχρέωση να εξετάσει και συγχρόνως να διασφαλίσει ότι οι τάξεις των πιστωτών ή και μετόχων έχουν συγκροτηθεί ορθά. Αυτό εξυπακούει ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να απορρίψει μια αίτηση για έκδοση διατάγματος σύγκλησης συνελεύσεων εάν δεν ικανοποιηθεί ότι οι τάξεις έχουν συγκροτηθεί ορθά. Όπως δε αποφασίστηκε στην Sovereign Life Assurance Co v. Dodd (1891-1894) All E.R. Rep. 246 η τάξη πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφεύγεται η αδικία σε μειοψηφία μετόχων και επομένως να μην περιλαμβάνονται στην ίδια τάξη πρόσωπα με διαφορετικά συμφέροντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εταιρείας στη γραπτή τους αγόρευση ενώ αποδέχονται ότι με βάση την Αγγλική Δήλωση Πρακτικής του 2002, το Δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα της συγκρότησης των τάξεων κατά τη διαδικασία της αίτησης για την έκδοση διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων, εντούτοις, όπως υποστηρίζουν, στην Κύπρο η πρακτική που έχει πλέον καθιερωθεί και εδραιωθεί συνεχίζει να κινείται κατά μήκος των γραμμών που καθιέρωσε το Αγγλικό Practice Note του 1934 χωρίς να επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο από την αλλαγή του καθεστώτος που επήλθε στην Αγγλία. Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι στην Κύπρο δεν έχει θεσπιστεί αντίστοιχη ρύθμιση με αυτή της Αγγλικής Δήλωσης Πρακτικής, όπως ορθά παρατηρούν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από το να αντλήσει καθοδήγηση από την Αγγλική Δήλωση Πρακτικής του 2002 και να δώσει ανάλογες οδηγίες κατά την εξέταση της αίτησης για την έκδοση διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων ώστε να δοθεί η ευκαιρία σε όλα τα τυχόν επηρεαζόμενα πρόσωπα να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ακουστούν επί του τόσο ουσιώδους ζητήματος της συγκρότησης των τάξεων. Με γνώμονα τα όσα έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω όπως επίσης και το ότι αναμφισβήτητα η ορθή κατηγοριοποίηση και συγκρότηση των τάξεων αποτελεί ουσιώδες ζήτημα αφού είναι καθοριστική για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, δεν βλέπω το λόγο για τον οποίο τα τυχόν επηρεαζόμενα από αυτήν πρόσωπα να μην έχουν δικαίωμα (locus standi) να λάβουν μέρος στη διαδικασία και θέσουν τις απόψεις τους αλλά θα πρέπει να περιμένουν να εγείρουν οποιεσδήποτε ενστάσεις τους κατά τη διαδικασία της αίτησης για επικύρωση του σχεδίου διακανονισμού το οποίο θα έχει ήδη εγκριθεί από τις συνελεύσεις των πιστωτών ή και μετόχων. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησης για επικύρωση του σχεδίου, μετά που θα ακούσει τις ενστάσεις των επηρεαζόμενων προσώπων, αποφάνθει ότι δεν υπήρξε ορθή συγκρότηση των τάξεων, αναμφισβήτητα δεν θα επικυρώσει το σχέδιο διακανονισμού, με αποτέλεσμα να απαιτείται η επανάληψη της όλης διαδικασίας εξ αρχής με την υποβολή αίτησης για σύγκληση εκ νέου συνελεύσεων των πιστωτών ή και μετόχων, βασιζόμενη σε ορθή συγκρότηση των τάξεων. Αυτό όμως συνεπάγεται σπατάλη χρόνου αλλά και εξόδων. Υπό αυτές τις συνθήκες με βρίσκει σύμφωνο η επικρατήσασα στην Αγγλία σύγχρονη αντίληψη, βασισμένη στη Δήλωση Πρακτικής του 2002, ότι θέματα κατηγοριοποίησης θα πρέπει να εγείρονται και να αποφασίζονται στο στάδιο της αίτησης για έκδοση διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων πιστωτών ή και μετόχων και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως έχει ήδη αναφερθεί, το βασικό παράπονο των Αιτητών είναι ότι συμπεριλήφθηκαν στην ίδια κατηγορία πιστωτών και μετόχων με την εταιρεία PIHL η οποία είναι η μέτοχος της συντριπτικής πλειοψηφίας της Εταιρείας και συγχρόνως πιστωτής της πλειοψηφίας του δευτερεύοντος χρέους με αποτέλεσμα η ψήφος τους κατά τη συνέλευση να μην έχει σημασία αφού η PIHL, η οποία ελέγχεται από το διαχειριστή, από μόνη της ελέγχει και τις δύο κατηγορίες. Προβάλλεται ακόμα από τους Αιτητές ότι ο διαχειριστής της PIHL ενεργεί προς όφελος της εταιρείας Signal με αποτέλεσμα η PIHL να μη ψηφίζει με γνώμονα το κοινό συμφέρον των προσώπων στην κατηγορία της, αλλά το συμφέρον της εταιρείας Signal. Υπό το φως των όσων εγείρονται αμέσως πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Αιτητές, ως επηρεαζόμενα πρόσωπα, είχαν το δικαίωμα να λάβουν μέρος στη διαδικασία έκδοσης του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων και να ακουστούν επί του ζητήματος της ορθότητας της γενόμενης κατηγοριοποίησης. Κατ΄ αυτό τον τρόπο, οι λόγοι ένστασης της Εταιρείας ότι οι Αιτητές δεν έχουν locus standi και ότι η Αίτηση Παραμερισμού είναι πρόωρη δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί. H κατάληξη μου ότι οι Αιτητές είχαν δικαίωμα να λάβουν μέρος στη διαδικασία έκδοσης του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης με οδηγεί στην απόρριψη και του λόγου ένστασης ότι οι Αιτητές δεν είχαν δικαίωμα να εμφανιστούν ή και λάβουν οποιεσδήποτε οδηγίες σχετικά με το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης, επειδή δεν ήταν διάδικοι στην αίτηση για την έκδοση του επίμαχου διατάγματος ή και δεν υπέβαλαν σε οποιοδήποτε στάδιο αίτηση παρέμβασης. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο κος Καλλίας στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την υπό εξέταση Αίτηση διατείνεται ότι η κατηγοριοποίηση του είναι ορθή και ακριβής και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο με την έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης συμφώνησε ότι δεν απαιτείτο η ειδοποίηση ή σύγκληση οποιασδήποτε άλλης ομάδας ενδιαφερόμενων μερών. Κατά τον κ. Καλλία, εάν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι θα έπρεπε να κληθούν άλλες κατηγορίες ή υποκατηγορίες μελών ή πιστωτών, θα είχε δώσει τις κατάλληλες προς το σκοπό αυτό οδηγίες. Κατά πρώτο θα ήθελα να επισημάνω ότι το κατά πόσο η κατηγοριοποίηση του κ. Καλλία είναι ορθή και ακριβής δεν είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο αλλά θα πρέπει να αφεθεί προς απόφανση κατά το στάδιο της εξέτασης του αιτήματος για Παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων. Κατά δεύτερο, το Δικαστήριο προέβηκε στην έκδοση του ανωτέρω επίμαχου διατάγματος βασιζόμενο στο μαρτυρικό υλικό που είχε παρουσιάσει ενώπιον του η πλευρά της Εταιρείας μόνο. Πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 78 της ένορκης δήλωσης του η οποία υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του επίμαχου διατάγματος, ο κος Καλλίας διατείνεται ότι θα πρέπει να συγκληθούν ξεχωριστές συνελεύσεις για τα Μέλη Σχεδίου και τους Πιστωτές Σχεδίου, ήτοι μια συνέλευση των Μελών Σχεδίου και μια συνέλευση των Πιστωτών Σχεδίου. Με αυτό δε τον τρόπο διασφαλίζεται η παρουσία όλων των ενδιαφερόμενων και επηρεαζόμενων από το Σχέδιο προσώπων στις αντίστοιχες συνελεύσεις καθώς και ότι αυτοί θα έχουν το δικαίωμα να θέσουν τη ψήφο τους και αυτή να ληφθεί υπόψη υπέρ ή κατά της έγκρισης του Σχεδίου. Ασφαλώς και δεν υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Αίτησης για έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης οι παρατηρήσεις των Αιτητών αναφορικά με την κατηγοριοποίηση η οποία έγινε από το διαχειριστή, με αποτέλεσμα να μη ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την απόφανση του να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο αποφάσισε την έκδοση τους στη βάση του μαρτυρικού υλικού που παρουσίασε η πλευρά της Εταιρείας μόνο. Υπό το φως των όσων έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ το συλλογισμό της ενόρκου δηλώσεων του κ. Καλλία ότι από τη στιγμή που το Δικαστήριο δεν είχε δώσει άλλες οδηγίες, αλλά εξέδωσε το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης, θεωρείται ότι οι προτεινόμενες τάξεις Μελών και Πιστωτών Σχεδίου συγκροτήθηκαν ορθά. Eίναι κατάλληλο το σημείο αυτό για να εξεταστεί και ο λόγος ένστασης της Εταιρείας ότι οι Αιτητές παρέβηκαν το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ή και ότι δεν παρουσίασαν πλήρη και δίκαιη όψη των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Ειδικότερα η Εταιρεία διατείνεται ότι: (α) Οι Αιτητές παρέλειψαν να διευκρινίσουν στο Δικαστήριο ότι η έκδοση του διατάγματος αναστολής θα καθιστούσε στην πράξη άνευ αντικειμένου το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης των συνελεύσεων, παρόλο που υποτίθεται ότι θα ανέστελλε προσωρινά μόνο τη διεξαγωγή των συνελεύσεων. (β) Οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο σε σχέση με το θέμα της οικονομικής κατάστασης της Εταιρείας, η οποία βρίσκεται στα όρια οικονομικής κατάρρευσης ή και εκκαθάρισης. (γ) Οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο σε σχέση με τις περιστάσεις που οδήγησαν στην ανάγκη αναδιάρθρωσης της Εταιρείας ή και παρέλειψαν να εξηγήσουν στο Δικαστήριο την ευθύνη του κ. Έλληνα για την τρέχουσα οικονομική της κατάσταση. (δ) Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι θα είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τις ενστάσεις τους στις συνελεύσεις για έγκριση του προτεινόμενου σχεδίου ή και κατά την ακρόαση της Αίτησης για επικύρωση και (ε) Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι η εταιρεία Signal είναι ο μόνος πιστωτής, εκτός από τους προνομιούχους, ο οποίος σε περίπτωση εκκαθάρισης θα λάμβανε τα χρήματα του, περαιτέρω δε παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι επιδιώκοντας το διάταγμα αναστολής, βρίσκονται σε αθέτηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων βάσει του όρου 8 της δευτερεύουσας συμφωνίας. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Καθ΄ όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εταιρείας ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι η έκδοση του επίδικου διατάγματος αναστολής θα καθιστούσε στην πράξη άνευ αντικειμένου το επίμαχο διάταγμα σύγκλησης των συνελεύσεων, έχω την ταπεινή άποψη ότι πρόκειται για ζήτημα κοινής λογικής, γι΄ αυτό και δεν απαιτείτο να γίνει ειδική αναφορά στο ζήτημα αυτό από τους Αιτητές. Καθ΄ όσον αφορά τον υπό παράγραφο (β) ισχυρισμό της Εταιρείας ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της Εταιρείας, ουδέν αναληθέστερο. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Έλληνα περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια η άσχημη οικονομική κατάσταση της Εταιρείας η οποία, όπως αναφέρεται, για να μπορεί να επιβιώσει θα πρέπει να ληφθούν όλα τα μέτρα τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς από τον κ. Έλληνα. Εν σχέση με τον υπό (γ) ισχυρισμό ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν τις περιστάσεις που οδήγησαν στην ανάγκη αναδιάρθρωσης αλλά ούτε και την ευθύνη του κ. Έλληνα για την τρέχουσα οικονομικής της κατάσταση, έχω να αναφέρω ότι πρόκειται για ισχυρισμό της ίδιας της Εταιρείας περί ευθύνης του κ. Έλληνα, ο οποίος όμως δεν στηρίζεται σε κοινώς αποδεκτά και από τις δύο πλευρές ή με αντικειμενικό έρεισμα ουσιώδη γεγονότα (Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α, Πολ. Έφεση Αρ. Ε. 64/2015, ημερ. 20.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:A
  1. Κατά συνέπεια δεν θεωρώ ότι ήταν γεγονός το οποίο όφειλαν να αποκαλύψουν οι Αιτητές. Οι ίδιες παρατηρήσεις μου θα πρέπει να λεχθούν και σε σχέση με τον ισχυρισμό της Εταιρείας ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι επιδιώκοντας το διάταγμα αναστολής βρίσκονται σε αθέτηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Καθ΄ όσον αφορά τον υπό (δ) ισχυρισμό της Εταιρείας ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι θα είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τις ενστάσεις τους κατά του προτεινόμενου Σχεδίου Διακανονισμού στις συνελεύσεις για έγκριση του ή και κατά την ακρόαση της αίτησης για την επικύρωση του, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι το κατάλληλο στάδιο για να ακούγονταν οι Αιτητές επί της γενόμενης υπό του διαχειριστή κατηγοριοποίησης των συνελεύσεων των Πιστωτών ή και Μετόχων της Εταιρείας, ήταν το στάδιο της αίτησης για την έκδοση του επίμαχου Διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο λόγος ένστασης της Εταιρείας ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Ένας άλλος λόγος ένστασης είναι ότι οι Αιτητές χρησιμοποίησαν πληροφορίες της Εταιρείας, εσωτερικής φύσεως, εναντίον της, τις οποίες ο ενόρκως δηλών γνώριζε ένεκα της θέσης του πρώην διευθυντή της, χωρίς την εξουσιοδότηση της Εταιρείας, γι΄αυτό και η σχετική μαρτυρία δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για το λόγο ότι λήφθηκε παράνομα. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι δεν εξειδικεύεται ούτε συγκεκριμενοποιείται στην ένορκη δήλωση του διαχειριστή της Εταιρείας ποιο ήταν το μαρτυρικό υλικό το οποίο λήφθηκε και χρησιμοποιήθηκε παράνομα από τους Αιτητές, χωρίς τη συγκατάθεση της Εταιρείας. Η γενική και αόριστη αναφορά σε πληροφορίες που λήφθηκαν χωρίς τη συγκατάθεση της Εταιρείας, κάθε άλλο παρά καθιστά δυνατή την εξέταση από το Δικαστήριο του ισχυρισμού για παράνομα ληφθέν μαρτυρικό υλικό. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν αναφερθεί λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι οι Αιτητές πέτυχαν να ικανοποιήσουν και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης. Στη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A360 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». H Eταιρεία στους λόγους ένστασης της διατείνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αν δεν εκδιδόταν το επίδικο διάταγμα αναστολής, θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένου του ότι οι Αιτητές θα είναι σε θέση να προβάλουν τις ενστάσεις τους κατά τις συνελεύσεις των πιστωτών και μετόχων που θα συγκληθούν ή και κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αίτησης για την επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού, εφόσον οι συνελεύσεις των πιστωτών ή και μετόχων το εγκρίνουν. Το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι οι Αιτητές είχαν δικαίωμα (locus standi) να εμφανιστούν στο πλαίσιο της Αίτησης για την έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης και να ακουστούν επί του ζητήματος της συγκρότησης των τάξεων, η οποία, όπως διατείνονται έγινε κατά τρόπο άδικο προς τα συμφέροντα τους. Υπενθυμίζω ότι όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Έλληνα, με τον τρόπο που έγινε η κατηγοριοποίηση των Μετόχων και Πιστωτών, δεν θα δοθεί η πραγματική ευκαιρία στους Αιτητές να απορρίψουν ή να εγκρίνουν το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού αφού αυτό θα υπερψηφιστεί από την PIHL, η οποία είναι η μέτοχος της συντριπτικής πλειοψηφίας της Εταιρείας και συγχρόνως πιστωτής της πλειοψηφίας του δευτερεύοντος χρέους. Είναι δε φανερό ότι σε περίπτωση που δεν εκδιδόταν το επίδικο διάταγμα αναστολής, η Εταιρεία θα προχωρούσε στη σύγκλιση των συνελεύσεων των Μελών και Πιστωτών της με βάση της πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος και τελικώς θα επιτυγχάνετο η έγκριση του προτεινόμενου σχεδίου με την υπερψήφιση του μόνο από την PIHL. Kατ΄ αυτό τον τρόπο θα παραβιαζόταν το δικαίωμα των Αιτητών να ακουστούν επί της γενομένης υπό του διαχειριστή κατηγοριοποίησης, κάτι το οποίο θα προξενούσε ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς. Ακόμα και το γεγονός ότι οι Αιτητές θα μπορούσαν να εμφανιστούν και ακουστούν επί της κατηγοριοποίησης που είχε γίνει από τον διαχειριστή στο πλαίσιο της αίτησης για επικύρωση του Σχεδίου Διακανονισμού, δεν θα μπορούσε, κατά την ταπεινή μου άποψη, να θεραπεύσει την παραβίαση του δικαιώματος τους να λάβουν μέρος στη διαδικασία για έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης, παραβίαση η οποία αφορά το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι Αιτητές πέτυχαν να ικανοποιήσουν και την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Η Εταιρεία στους λόγους ένστασης της διατείνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της ακύρωσης του επίδικου διατάγματος αναστολής ένεκα των ακόλουθων λόγων: (α) το επίδικο διάταγμα αναστολής στην πραγματικότητα δεν διατηρεί το status quo καθώς οι συνελεύσεις του Σχεδίου δεν θα έχουν άμεσο ή ουσιαστικό αντίκτυπο στους Αιτητές, (β) οι Αιτητές είναι ένοχοι σοβαρής παραβίασης του καθήκοντος τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, κάτι το οποίο θα καθιστούσε άδικο και ανεπιεικές για αυτούς να επωφεληθούν από θεραπεία της επιείκειας, (γ) οι Αιτητές ενήργησαν κακόπιστα, καθώς χρησιμοποίησαν πληροφορίες της Εταιρείας χωρίς την άδεια της, (δ) η υλοποίηση του Σχεδίου είναι η λιγότερο επιβλαβής λύση για την Εταιρεία, τους εργαζόμενους, τους πελάτες και τους άλλους πιστωτές που δεν επηρεάζονται από το Σχέδιο και η τελευταία εναπομείνασα λύση για τη διάσωση της επιχείρησης της Εταιρείας και τη διατήρηση της συνέχισης της εξυπηρέτησης των πελατών και της απασχόλησης των εργαζομένων της, αφού όλες οι άλλες επιλογές έχουν διερευνηθεί πλήρως και δεν απέβηκαν αποτελεσματικές, (ε) η συνέχιση της ισχύος του επίδικου διατάγματος αναστολής επηρέασε τη δυνατότητα του διαχειριστή να εφαρμόσει την τελευταία εναπομείνασα λύση για την εταιρεία πριν την παύση της εμπορικής της δραστηριότητας και την εκκαθάριση της, (στ) οι δανειστές είναι οι μόνοι πιστωτές, εκτός από τους προνομιούχους, που ενδέχεται να αποκομίσουν κάποιο όφελος από τη μόνη διαθέσιμη εναλλακτική λύση που είναι η εκκαθάριση της Εταιρείας, (ζ) η εφαρμογή της αναδιάρθρωσής που προτείνει το σχέδιο είναι επείγουσα, καθώς υπάρχουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας σε μηνιαία βάση και ανάγκη προσεκτικού σχεδιασμού και διαπραγμάτευσης με τη στήριξη βασικών προμηθευτών προκειμένου να καλυφθούν οι μηνιαίες πληρωμές, (η) οι Αιτητές, ως υποβαθμισμένοι πιστωτές και ή μέτοχοι, δεν δικαιούνται και ή δεν θα επωφεληθούν από την αιτούμενη θεραπεία, (θ) σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές θα έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν τις αντιρρήσεις τους στις συνελεύσεις του Σχεδίου ή και στα πλαίσια της αίτησης επικύρωσης, (ι) οι Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, οι περισσότεροι από τους ανωτέρω ισχυρισμούς έχουν ήδη σχολιαστεί και απαντηθεί από το Δικαστήριο. Καθ΄ όσον αφορά όμως τον ισχυρισμό ότι η υλοποίηση του προτεινόμενου Σχεδίου Διακανονισμού είναι η λιγότερο επιβλαβής αλλά και η τελευταία εναπομείνασα λύση για τη διάσωση της Εταιρείας, θα ήθελα να αναφέρω ότι αναμφίβολα το ζήτημα αυτό όπως και το κατά πόσο το προτεινόμενο Σχέδιο Διακανονισμού θα καταστήσει τελικά την Εταιρεία βιώσιμη ή μη, δεν θα μπορούσαν να αποφασιστούν στο στάδιο της παρούσας διαδικασίας, για το λόγο ότι απαιτούν την αξιολόγηση των εκατέρωθεν προβληθεισών εκδοχών επί του προτεινόμενου Σχεδίου. Συνεπώς θα πρέπει να αφεθούν για απόφανση στο πλαίσιο της ακρόασης του αιτήματος για Παραμερισμό του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης. Με γνώμονα τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την πλευρά των Αιτητών. Έχω την ταπεινή άποψη ότι η αδικία η οποία ήθελε προκληθεί στους Αιτητές από την τυχόν ακύρωση του επίδικου διατάγματος αναστολής, θα είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε αδικία η οποία ήθελε προκληθεί στην Εταιρεία από την οριστικοποίηση του. H Εταιρεία προβάλλει επίσης στους λόγους ένστασης της ότι οι Αιτητές κατέθεσαν την Αίτηση Παραμερισμού στις 23.4.2024 με σκοπό να παρουσιάσουν εντελώς πλασματικά το θέμα ως κατεπείγον και να λάβουν το επίδικο διάταγμα μονομερώς, παρά το ότι αναγνώρισαν ότι στις 2.4.2024 έλαβαν ειδοποιήσεις για τη σύγκληση των συνελεύσεων της 26.4.2024 και ή παρά το γεγονός ότι αναγνώρισαν ότι χρειάστηκαν μόνο δέκα μέρες για να λάβουν τα σχετικά έγγραφα από το Δικαστήριο. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited,
(2015)1 A.A.Δ. 86, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Ο κ. Έλληνας στην ένορκη δήλωση του επεξηγεί λεπτομερώς τις ενέργειες οι οποίες έγιναν εκ μέρους των Αιτητών από τις 2.4.2024 που έλαβαν την ειδοποίηση για τη σύγκληση των συνελεύσεων της Εταιρείας. Όπως ειδικότερα αναφέρεται, οι Αιτητές μελέτησαν το πολυσέλιδο Σχέδιο Διακανονισμού και, έχοντας λάβει νομική συμβουλή, διαπίστωσαν τα σοβαρότατα προβλήματα που περιείχε, όμως δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στην καταχώριση της Αίτησης Παραμερισμού, αφού δεν είχαν τα στοιχεία της αίτησης για την έκδοση του επίμαχου διατάγματος σύγκλησης των συνελεύσεων. Χρειάστηκε να καταχωρήσουν γραπτό αίτημα προς το Δικαστήριο στις 12.4.2024 για να λάβουν τα στοιχεία και αντίγραφα της ως άνω διαδικασίας, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε στις 16.4.2024 και τους δόθηκε αυθημερόν πρόσβαση στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης στις 23.4.2024, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε και το επίδικο διάταγμα αναστολής. Έχω την ταπεινή άποψη ότι ο χρόνος των επτά περίπου ημερών που μεσολάβησε από της ημερομηνίας που τους δόθηκε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό φάκελο του Δικαστηρίου, μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης Παραμερισμού, κάθε άλλο παρά μεγάλος υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να κριθεί ώστε να ματαιώσει τη συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος. Είναι φανερό ότι οι Αιτητές έδρασαν με ιδιαίτερη σπουδή χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος τους για εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος αναστολής. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι υπό σχολιασμό λόγος ένστασης της Εταιρείας δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι το υπό παράγραφο Α εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Καθ΄ όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου, που στην προκείμενη περίπτωση είναι οι Αιτητές. Το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23.4.2024 οριστικοποιείται. Τα έξοδα της διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Εταιρείας, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης του αιτητικού της παραγράφου Β της υπό εξέταση Αίτησης. Το αιτητικό της παραγράφου Β (αίτημα για Παραμερισμό) ορίζεται για Οδηγίες την 24.9.2024 και ώρα 09:00. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ/ΓΚ [1] 3. The Rules of Court for the time being in force relating to civil actions, and the general practice and procedure of the Courts in the Colony (or, in default of local provision, the practice and procedure observed by the Courts in England), shall apply as regards all proceedings in relation to applications to which these rules relate so far as may be practicable, except if and so far as the Law or these rules otherwise provide. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.