ULRICH ZUERCHER ν. HOCH CAPITAL LTD κ.α., Αριθμός αγωγής: 1747/2023, 22/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, A.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1747/2023 (i-justice) Μεταξύ: ULRICH ZUERCHER Ενάγοντα και
- HOCH CAPITAL LTD
- RODION RAHNAYEV
- ΕΛΕΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΚΙΤΤΗ ΣΑΒΒΑ Εναγόμενων -------------------- Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ημερομηνίας 11/8/2023 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/10/2024 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα - αιτητή: AMG MYLONAS & ASSOCIATES, LLC Για εναγόμενους 1 και 3 - καθ' ων η αίτηση: ΑΘΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι 1, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης γραμμένη στην Κύπρο, στον ουσιώδη χρόνο κατείχαν άδεια παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ οι εναγόμενη 2 μέχρι 5 ήταν διευθυντές τους. Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγόμενων - μεταξύ άλλων - αναγνωριστική απόφαση ότι οι εναγόμενοι 1 μέχρι 5, με δόλο και/ή απάτη και/ή καταχρηστικά και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή αμελώς και/ή παρανόμως και/ή συνεπεία πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων και/ή κατά παράβαση της συμφωνίας τους με τον ίδιο κ.ο.κ καταχράστηκαν και/ή οικειοποιήθηκαν παρανόμως καταθέσεις και/ή χρηματικό ποσό, ύψους €452.581 το οποίο κατατέθηκε και/ή πιστώθηκε σταδιακά από την 1/4/2020 μέχρι τις 30/4/2020 σε συγκεκριμένο λογαριασμό που διατηρούσε ο ίδιος με αυτούς, με απώτερο σκοπό να τον καταδολιεύσουν και/ή εξαπατήσουν και/ή να καταχραστούν και/ή οικειοποιηθούν παράνομα το ποσό αυτό κ.ο.κ. Ζητά ακόμη απόφαση για το ίδιο ποσό, γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και επαυξημένες αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις κ.ο.κ., νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή του με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 11/8/
- Την ίδια μέρα καταχώρησε την υπό κρίση μονομερή αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Προσωρινό συντηρητικό και/ή απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ενεργώντας μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου τους και/ή των διευθυντών τους και/ή γραμματέα τους και/ή αξιωματούχων τους και/ή αντιπροσώπων τους και/ή πληρεξουσίων αντιπροσώπων τους και/ή υπαλλήλων τους και/ή εντολοδόχων τους και/ή άλλως πως μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου από του πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή να αποσύρουν και/ή άλλως πως διαθέσουν οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία συμπεριλαμβανομένων τραπεζικών λογαριασμών που κατέχουν στην Κύπρο και/ή το εξωτερικό μέχρι ποσού €452.581,00 ή ισόποσου σε οποιοδήποτε νόμισμα, είτε αυτή η περιουσία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Β. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίων των Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως προσωρινό συντηρητικό και/ή απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση 2, 3, 4 και 5 πως μέχρι πλήρους εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και έκδοσης τελικής απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου από του πωλήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή εκχωρήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή να αποσύρουν και/ή άλλως πως διαθέσουν οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία συμπεριλαμβανομένων τραπεζικών λογαριασμών που κατέχουν στην Κύπρο και/ή το εξωτερικό μέχρι ποσού €452.581,00 ή ισόποσου σε οποιοδήποτε νόμισμα, είτε αυτή η περιουσία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Νοείται ότι για σκοπούς των πιο πάνω παραγράφων (Α) και (Β), οι τραπεζικοί λογαριασμοί περιλαμβάνουν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση, είτε αυτοί είναι επ ονόματι τους, είτε κατέχονται από κοινού με άλλους (joint), είτε αφορούν λογαριασμούς πελατών (clients' accounts), είτε οι Καθ΄ ων η Αίτηση διατείνονται ότι έχουν ωφέλιμο συμφέρον (beneficial interest) επί αυτών, είτε έχουν δικαίωμα να υπογράφουν από μόνοι τους είτε από κοινού με άλλους σε σχέση με αυτούς και περιλαμβάνει θυρίδες ασφαλούς φύλαξης (safe deposit boxes).» Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τής δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, Νικολέττας Δημητρίου. Το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρόν - διέταξε την επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους. Επιδόθηκε μόνο στους εναγόμενους 1 και 3 οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτήν ένσταση. Αποτελείται από 13 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η εναγόμενη 3, κατόπιν εξουσιοδότησης και των εναγόμενων
- Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Υπεισέρχομαι στην εξέταση της αίτησης, η οποία ασφαλώς θα ιδωθεί σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Επειδή μερικοί από αυτούς είναι δικαιοδοτικής φύσεως, θα τους επιληφθώ κατά προτεραιότητα. Με αριθμό λόγων ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Ειδικά με τον 8ο λόγο υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική, γιατί δύναται να επιβαρύνει και/ή να βλάψει και/ή να αποστερήσει θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα από άτομα και/ή μέρη τα οποία σε καμιά περίπτωση δεν ήταν μέρη και/ή διάδικοι στην αγωγή και τα οποία ουδέν ποσό οφείλουν στον ενάγοντα. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων, στη γραπτή αγόρευσή τους, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής: Είναι η θέση τους ότι η αίτηση είναι πλέον καταχρηστική και δεν εξυπηρετεί το σκοπό της καθώς έχει περάσει αρκετός χρόνος, χωρίς να εκδικαστεί. Ούτε έκθεση απαίτησης έχει καταχωρηθεί από τον ενάγοντα για να προωθήσει την υπόθεσή του και αυτό καταδεικνύει έτι περαιτέρω και τους σκοπούς του, που δεν είναι η προώθηση της υπόθεσής του με σκοπό τη δικαίωσή του, αλλά η άσκηση πίεσης προς τους εναγόμενους 1 και 3, μέσω της αίτησης για απαγορευτικά διατάγματα, για να του επιστραφούν ενδεχομένως κάποια χρήματα τα οποία ο ίδιος έχασε εξ υπαιτιότητάς του. Συνεπώς είναι η θέση τους ότι θα ήταν άδικο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Στην υπόθεση Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης (1992 1(Β) Α.Α.Δ. 1453), το γεγονός ότι οι εφεσείοντες, ενώ επέμεναν στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, εντούτοις παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, θεωρήθηκε απαράδεκτη πρακτική. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Ακολούθως, στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, η αγωγή είχε καταχωρηθεί με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 13/8/1997. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Με οδηγίες του Δικαστηρίου διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε στις 26/2/1998, μετά από ακρόαση. Η σχετική απόφαση εφεσιβλήθηκε και μέχρι τότε δεν είχε γίνει οτιδήποτε για σκοπούς προώθησης της αγωγής. Το θέμα τέθηκε στο Εφετείο και εκκρεμούσης της έφεσης και συγκεκριμένα, στις 30/6/1998 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Ενόψει αυτών των χειρισμών των εφεσειόντων, οι εφεσίβλητοι εισηγήθηκαν την απόρριψη της έφεσης, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Εφετείο, με αναφορά στο απόσπασμα από τη Vuitton (ανωτέρω) καθώς και σε κάποιο άλλο απόσπασμα από την υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Co. Ltd
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 149, στη βάση των παραπάνω γεγονότων, βασικά, υιοθετώντας την εισήγηση των εφεσίβλητων απέρριψε την έφεση, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της. Το σκεπτικό του Εφετείου περικλείεται στο απόσπασμα που ακολουθεί: «Η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσειόντων ήταν ειλικρινής στην τοποθέτησή της. Το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 25.8.97 και άρχισε από τότε η προθεσμία των 10 ημερών για την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Όμως, όπως εξήγησε, στις πλείστες περιπτώσεις, με την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος λύεται και η διαφορά στην ουσία της. Έχουμε και εν προκειμένω εκτροπή και χρήση του μηχανισμού για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει. Ας σημειωθεί πως οι εφεσείοντες ζήτησαν και η έφεση εκδικάστηκε κατά προτεραιότητα ως επείγουσα. Ενώ, όπως φάνηκε, κάθε άλλο παρά ενδιαφέρτηκαν να προωθήσουν την αγωγή. Η αγωγή αφέθη στάσιμη με την προσδοκία της ικανοποίησης του ουσιαστικού αιτήματός της, με παρεμπίπτον διάταγμα.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στη μεταγενέστερη υπόθεση Κίτσιος κ.ά. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.ά.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262. Περαιτέρω, στην υπόθεση Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.ά. ν. K.O.T.
(2002)1(B) A.A.Δ. 1274, στις 20/12/2000 είχε καταχωρηθεί από τον εφεσίβλητο ποινική υπόθεση εναντίον των εφεσειόντων για λειτουργία κέντρου αναψυχής, χωρίς άδεια λειτουργίας. Ταυτόχρονα καταχωρήθηκε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής λειτουργίας του κέντρου, το οποίο δόθηκε στις 22/3/2001, μετά από ακρόαση. Κατά την ακρόαση της καταχωρηθείσας έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης, στις 21/6/2002, το Εφετείο διερωτήθηκε για την τύχη της κυρίως υπόθεσης, η οποία εκκρεμούσε. Ο εφεσίβλητος Κ.Ο.Τ., δεν την είχε προωθήσει με τη δικαιολογία ότι ο φάκελός της ήταν στο Εφετείο, λόγω της έφεσης και έτσι η υπόθεση παρέμεινε εκκρεμής, εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Στη βάση των γεγονότων αυτών, το Εφετείο, με αναφορά και πάλι στη Vuitton (ανωτέρω) αποφάσισε ως ακολούθως: «Δεν προτιθέμεθα να ασχοληθούμε με την ουσία της έφεσης. Προτιθέμεθα να τερματίσουμε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχισή του θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, υπεδείχθη η ορθή διάσταση ενδιάμεσης θεραπείας σε συνάρτηση με το πλαίσιο της όλης υπόθεσης.» Όπως αναφέρεται καταληκτικά: «Μόνη αρμόζουσα ενέργεια υπό τις συνθήκες είναι ο άμεσος τερματισμός της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο έπαυσε από πολλού να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εξεδόθη και συνιστά πλέον κατάχρηση της διαδικασίας, εκφράζοντας την άκρα απαρέσκεια και απογοήτευση μας για την πορεία της υπόθεσης, αποκαλυπτική ελλείψεως στοιχειώδους ενδιαφέροντος για την τήρηση θεμελιακών αρχών του δικαίου.» Τέλος, στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 επισημαίνονται τα εξής: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφεαυτής. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Ο ενάγοντας, καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχώρησε την αγωγή του με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, στις 11/8/
- Την ίδια μέρα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Η εναγόμενη 3 καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή, στις 24/8/2023 και οι εναγόμενοι 1, στις 23/11/
- Η υπό κρίση αίτηση, στις 4/6/2024 ορίστηκε για ακρόαση, στις 17/9/2024 με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων. Και τα δυο μέρη υπόβαλαν τη γραπτή αγόρευσή τους την ημέρα αυτή και οι εναγόμενοι 1 και 3 με τη δική τους και τις παραπάνω αναφορές τους, ουσιαστικά εγείρουν θέμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Που και να μην εγειρόταν, ως δικαιοδοτικής φύσεως θέμα, εάν το εντόπιζα είχα το δικαίωμα και, κυρίως - καθηκόντως - την υποχρέωση να αναδείξω αυτεπάγγελτα και να αντιμετωπίσω κατάλληλα. Και ενώ μετά την καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 3, ο ενάγοντας, για σκοπούς προώθησης της αγωγής του, συμμορφούμενος με τη Δ.20 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, θα πρεπε εντός 10 ημερών, να είχε καταχωρήσει έκθεση απαίτησης, εντούτοις, 14 και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής του, 14 μήνες από την ημέρα που η εναγόμενη 3 καταχώρησε εμφάνιση, 11 μήνες από την ημέρα που οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν τη δική τους εμφάνιση και ένα και πλέον μήνα μετά που οι δυο τελευταίοι εγείρουν το θέμα, ουδέν μέτρο έχει λάβει προς την κατεύθυνση προώθησης της αγωγής του σε σχέση με τους δυο αυτούς εναγόμενους, καθώς δεν έχει καταχωρήσει ακόμη έκθεση απαίτησης. Και τούτο, τη στιγμή που οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του, με τη γραπτή αγόρευσή τους προκειμένου να με πείσουν να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα αναφέρουν υπό - μορφή ερωτήματος - τα εξής: «.. αλήθεια, εάν σήμερα η δέσμευση του ποσού ΕΥΡΩ 452.581,00, θα επηρεάσει σε βαθμό όπου είναι ορατός ο κίνδυνος πρόκλησης σοβαρής ζημιάς στη ρευστότητα της Καθ' ης η αίτηση 1, τότε τι μέλλει γενέσθαι σε 4-5 χρόνια όπου πολύ πιθανόν ο Ενάγοντας θα εξασφαλίσει απόφαση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής εναντίον των Καθ' ων η αίτηση;» Εάν ο ενάγοντας είχε γνήσιο ενδιαφέρον για σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης, προκειμένου να διασφαλιστεί αυτή η προοπτική όφειλε να συνεργήσει και όχι 14 και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής του, να μην έχει καταχωρήσει ακόμη έκθεση απαίτησης. Και, με δεδομένο ότι, παρά την ανάδειξη του θέματος από τους εναγόμενους 1 και 3, ο ίδιος δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για την επί του προκειμένου παράλειψη, αδράνεια και απραξία του μα ούτε και φαίνεται να τον απασχολεί το θέμα, έχω τη γνώμη, ότι όλες οι παραπάνω θέσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων 1 και 3, έχουν έρεισμα. Όλα αυτά σε συνδυασμό βέβαια και με την έκταση της καθυστέρησης θεωρώ ότι αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Εάν ο ενάγοντας είχε υπόψη του οποιοδήποτε άλλο παράγοντα, ο οποίος θα μπορούσε να με οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα όφειλε να τον αναδείξει (βλ. την T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd - ανωτέρω -). Θα μπορούσε ακόμη, έστω αργοπορημένα, να καταχωρούσε την έκθεση απαίτησης, οποτεδήποτε μετά τις 17/9/2024 που οι εναγόμενοι ανέδειξαν την επί του προκειμένου παράλειψή του, ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Δυστυχώς, ούτε και αυτό έκανε. Δεδομένου ότι για όλους τους παραπάνω λόγους, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, χρησιμοποιώντας το λεκτικό του Εφετείου στη Loukos (ανωτέρω), στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία, με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Μολονότι η αίτηση, ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και κυρίως, για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου κριθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω, εξετάζοντας κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση των επίμαχων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων - έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E64/2015, ημερ. 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:A342: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης ..... Πρόκειται για αρχή η οποία πρέπει να τηρείται με ευλάβεια κατά το ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Το Δικαστήριο «όχι μόνο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει στα προαναφερθέντα συμπεράσματα αλλά και να μην αφήνει να αιωρείται η σκιά ότι έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης ή κάποια ουσιώδη πτυχή της», (Milton Investment Co Ltd κ. ά v Dryden Group Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 731).» Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και όσα ακολουθούν από την ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. E52/21, ημερ. 10/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:A79: «Η δεύτερη προϋπόθεση, εξυπακούει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, όρος που, κατά την Odysseos, έχει την έννοια ότι ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσιάζει («evidential strength of the case of the plaintiff»). Η αξιολόγηση γίνεται χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία και πολύ περισσότερο να καταλήγει σε ευρήματα επί της ουσίας. Σε αυτό το στάδιο αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία, σε συνάρτηση με τυχόν αντίθετη εκδοχή, για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας ..» Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δεν μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, σ' όλες τις παραπάνω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Έχοντας υπόψη ότι ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει εναντίον των εναγόμενων - μεταξύ άλλων - αναγνωριστική απόφαση ότι αυτοί με δόλο και/ή απάτη και/ή καταχρηστικά και/ή με ψευδείς παραστάσεις και/ή αμελώς και/ή παρανόμως και/ή συνεπεία πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων και/ή κατά παράβαση της συμφωνίας τους με τον ίδιο καταχράστηκαν και/ή οικειοποιήθηκαν παρανόμως καταθέσεις και/ή χρηματικό ποσό, ύψους €452.581 το οποίο κατατέθηκε και/ή πιστώθηκε από τον ίδιο σε συγκεκριμένο λογαριασμό που διατηρούσε με τους εναγόμενους 1 με απώτερο σκοπό να τον καταδολιεύσουν και/ή εξαπατήσουν και/ή να καταχραστούν και/ή οικειοποιηθούν παράνομα το ποσό αυτό, η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση (σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση) για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχει αποδειχθεί. Αναφορικά με τους εναγόμενους 1, το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση (ορατή πιθανότητα επιτυχίας). Σ' αυτό συνηγορούν τα ακόλουθα - μεταξύ άλλων - κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα, γεγονότα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση (παράγραφοι 8 μέχρι 18) τα οποία σε σημαντικό βαθμό υποστηρίζονται και από διάφορα έγγραφα/τεκμήρια. Το σχετικό μέρος ακολουθεί αυτούσιο: «Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2020, μετά από διαφήμιση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του Ενάγοντα, ο Ενάγοντας αποφάσισε να κάνει εγγραφή στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση 1, ήτοι https://www.itrader.com/, όπου απεικόνιζε τις συναλλαγές ως μηνιαίο εισόδημα για τον επενδυτή μόνο με καθημερινή χρήση, χωρίς όμως αναφορά σε χρηματοοικονομικό κίνδυνο και διαφήμιζαν τις υπηρεσίες τους και/ή την εταιρεία τους επ ονόματι Hoch Capital Ltd ως επενδυτική εταιρεία και/ή Τράπεζα και/ή οργανισμός εξειδικευμένος σε επενδύσεις κεφαλαίων. Περαιτέρω, χρησιμοποιήθηκε ως διαφημιστικό πρόσωπο ο διάσημος τενίστας Φέντερερ. Ο Ενάγοντας βλέποντας την εν λόγω διαφήμιση, θεώρησε ότι μέσω της ιστοσελίδας των Καθ' ων η Αίτηση 1 θα μπορούσε να επενδύσει με χαμηλό ρίσκο ώστε να βγάζει χρήματα σε καθημερινή χρήση. Στην συνέχεια, αφού συμπλήρωσε την σχετική ηλεκτρονική φόρμα, για άνοιγμα του λογαριασμού συναλλαγών (trading account) και αφού αναγκαστικά αποδέχτηκε τους όρους και προϋποθέσεις (terms and conditions) καθώς επίσης και διάφορες πολιτικές (policies) των Καθ' ων η Αίτηση 1, προχώρησε στο άνοιγμα λογαριασμού (trading account) υπ' αριθμό
- Επισυνάπτω και σημειώνω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 την κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού του Ενάγοντα (account statement), κατά την εν λόγω χρονική περίοδο, στον οποίο φαίνονται οι μεταφορές χρημάτων προς την Καθ' ης η Αίτηση 1, όπως επίσης και η δραστηριότητα συναλλαγών λογαριασμού (trading account activity) ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Θα ήθελα να αναφέρω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι για να μπορέσει κάποιος να δημιουργήσει λογαριασμό στην ιστοσελίδα των Καθ' ων η Αίτηση 1, έπρεπε αναγκαστικά να αποδεχθεί όλους τους όρους και προϋποθέσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1, κάνοντας κλικ σε ένα συγκεκριμένο κουτί της ιστοσελίδας με το οποίο στην ουσία αποδεχόσουν ένα κείμενο το οποίο ξεπερνά τις 15.000 λέξεις, το οποίο αποτελείται από δυσνόητους οικονομικούς όρους και είναι εξαιρετικό παράδειγμα συμφωνίας αποτελούμενη από καταχρηστικές ρήτρες, η οποία δημιουργεί μια άκρως ετεροβαρή ισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων. Περαιτέρω, οι επενδυτικές υπηρεσίες με βάση την αγορά του ξένου συναλλάγματος (FOReign EXchange) και άλλων περίπλοκων χρηματο-οικονομικών προϊόντων όπως είναι τα παράγωγα σε ξένο συνάλλαγμα και/ή άλλως πως τις οποίες προσφέρει η Εναγόμενη 1 είναι εξαιρετικά περίπλοκες χρηματοοικονομικές και/ή χρηματοπιστωτικές επιλογές και επενδύσεις και/ή επενδυτικά προϊόντα τα οποία χρήζουν εξειδικευμένη γνώση από τους επενδυτές, την οποία δεν είχε ο Ενάγοντας αφού είναι εντελώς άπειρος στον χρηματοοικονομικό τομέα. Κατά ή περί τα αρχές Απριλίου 2020, ο Ενάγοντας, αφού είχε ανοίξει τον αναφερόμενο λογαριασμό στην ηλεκτρονική πλατφόρμα των Καθ' ων η Αίτηση 1, και αφού επηρεάστηκε από προτροπές του αντιπροσώπου και/ή αξιωματούχου και/ή υπαλλήλου και/ή εντολοδόχου με τον οποίο μιλούσε τηλεφωνικώς, ο οποίος τον ανάγκασε και/ή επηρέασε να καταθέσει αρχικά ένα μικρό ποσό στον λογαριασμό του στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των ΕΥΡΩ 500,00 (βλ. Τεκμήριο 4), πείθοντάς τον ότι με αυτόν τον τρόπο θα ήταν ευκολότερο να του εξηγήσει τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος, κατά ή περί την 03/04/2020 το έπραξε. Μετέπειτα, η Καθ'ης η Αίτηση 1 και/ή αντιπροσώποι και/ή υπαλλήλοι της, τον ανάγκαζαν και/ή επηρέαζαν να καταθέτει όλο και μεγαλύτερα ποσά στον λογαριασμό του στην Καθ' ης η Αίτηση 1 εταιρεία και να προβαίνει σε διάφορες νομισματικές συναλλαγές και ανοίγματα συμβολαίων, αφού με τεχνάσματα έπειθαν τον Ενάγοντα ότι θα του κερδίσουν περισσότερα χρήματα. Ο Ενάγοντας, μετά την εγγραφή του στην ιστοσελίδα της Καθ'ης η Αίτηση 1, δεχόταν μεγάλη πίεση από αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους της εν λόγω εταιρείας, εφόσον δεχόταν από αυτούς πολλά τηλεφωνήματα καθημερινά, βρίσκοντας διάφορες προφάσεις. Αρχικά του εξηγούσαν πως λειτουργεί το σύστημα και στη συνέχεια του έδιναν συμβουλές ώστε να ξεκινήσει να συναλλάσεται. Ο ίδιος ο Ενάγοντας έμαθε πώς να χρησιμοποιεί το σύστημα και γρήγορα ξεκίνησε να κάνει και αρκετές συναλλαγές από μόνος του, εφόσον δεχόταν και πιέσεις από τους αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή εντολοδόχους της Καθ'ης η Αίτηση 1, ώστε να μεταφέρει συνεχώς χρήματα στον λογαριασμό του στην εταιρεία τους, χωρίς όμως να έχει οποιαδήποτε γνώση ως προς τις συναλλαγές αυτές και τα ρίσκα που έπαιρνε. Περαιτέρω η Καθ'ης η Αίτηση 1 και/ή ο αντιπρόσωπος της έπειθε με δόλιο τέχνασμα τον Ενάγοντα να μεταφέρει στο λογαριασμό του στην εν λόγω εταιρεία περισσότερα χρήματα, παρόλες τις ενστάσεις του Ενάγοντα. Ο ίδιος είχε ενημερώσει από την πρώτη κιόλας στιγμή τον αντιπρόσωπο και/ή αξιωματούχο και/ή υπάλληλο και/ή εντολοδόχο της Καθ' ης η Αίτηση 1 τον λόγο για τον οποίο ενεπλάκει από την αρχή με την εν λόγω εταιρεία και για το που προορίζονταν τα χρήματα, και δεν επιθυμούσε να προχωρήσει και/ή να χρησιμοποιήσει και/ή να συναλλαχθεί και/ή επενδύσει τα χρήματά του σε υψηλού ρίσκου επενδύσεις, ενώ ο ίδιος δεν είχε ή έχει καμία προγενέστερη εμπειρία ή γνώση σε παρομοίου είδους επενδύσεις ή συναλλαγές. Για περίοδο περίπου ενός μήνα από την ημέρα που απάντησε ο Ενάγοντας το τηλέφωνό του για πρώτη φορά στους Καθ'ων η Αίτηση, ο διαχειριστής του λογαριασμού του (account manager), και υπάλληλος των Καθ'ων η Αίτηση 1, εκμεταλλευόμενος της θέσης του και/ή των γνώσεων του, με μια αντιεπαγγελματική και στοχευμένη, όπως φάνηκε στην πορεία, συμπεριφορά, προσπαθούσε με κάθε παραπλανητικό και/ή δόλιο και/ή απατηλό τρόπο και/ή μέσο και/ή επιδέξιο χειρισμό (manipulation) να πείθει και να καθοδηγεί τον Ενάγοντα στο να καταθέτει περισσότερα χρήματα στον αναφερόμενο λογαριασμό με αποτέλεσμα να χάνει τα χρήματα και/ή την επένδυση του, λόγω των κακών επενδύσεων των Καθ' ων η Αίτηση. Συγκεκριμένα τον διαβεβαίωνε ότι μπορεί να έχει την υποστήριξη των καλύτερων επενδυτικών συμβούλων των Καθ' ων η Αίτηση και ότι οι επενδύσεις τύπου FOREX δεν περικλείουν ιδιαίτερους κινδύνους όταν γίνονται με την καθοδήγηση επενδυτικού σύμβουλου ως παρουσίαζαν τον εαυτό τους αλλά και γενικότερα τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση
- Περαιτέρω, ο αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος των Καθ' ων η Αίτηση 1 επανειλημμένα προσπαθούσε να πείθει τον Ενάγοντα να προχωρεί σε συγκεκριμένες επενδύσεις και/ή καταθέσεις και/ή μεταφορές χρημάτων από τον προσωπικό του λογαριασμό στο λογαριασμό των Εναγόμενων 1 με το πρόσχημα ότι είναι ασφαλές και/ή σίγουρη και/ή καλή και/ή λογική επένδυση και θα καταφέρει μέσω αυτών να κερδίσει περισσότερα χρήματα. Συγκεκριμένα για περίοδο ενός μήνα του εν λόγω έτους με τις παροτρύνσεις και/ή υποκινήσεις και/ή τις ψευδείς παραστάσεις περί εξαιρετικών ευκαιριών των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων των Καθ' ων η Αίτηση 1, ο Ενάγοντας κατέθεσε και/ή μετέφερε στον λογαριασμό και/ή στην ηλεκτρονική πλατφόρμα των Καθ' ων η Αίτηση 1 το συνολικό ποσό των €452.581,00 (ως φαίνεται από το Τεκμήριο 4), έτσι ώστε, ως του υπόσχονταν, να ανακτήσει, μέσω των εξαιρετικών επενδύσεων, τα χρήματα που έχανε μέχρι τότε και επιπρόσθετα να επωφεληθεί από τις αναφερόμενες επενδύσεις με κέρδος. Συγκεκριμένα αναφέρω στο σεβαστό Δικαστήριο ότι ανά τακτά χρονικά διαστήματα o διαχειριστής του λογαριασμού του Ενάγοντα, ως του παρουσιαζόταν, επικοινωνούσε μαζί του τηλεφωνικώς, εκπροσωπώντας τους Καθ' ων η Αίτηση 1, και του ανέφερε ότι υπάρχει μια εξαιρετική επενδυτική ευκαιρία και ότι πρέπει να επενδύσει χρήματα άμεσα. Με αυτόν τον τρόπο οι Καθ' ων η Αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοι τους κατάφερναν και/ή προσδοκούσαν και/ή τον έπειθαν στο να μεταφέρει όσο περισσότερα χρήματα στον αναφερόμενο λογαριασμό που διατηρούσε με τους Καθ' ων η Αίτηση
- Περαιτέρω, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι ο ίδιος ο αντιπρόσωπος και/ή εντολοδόχος και/ή υπάλληλός των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα παραδέχτηκε ότι παίρνει ποσοστά κέρδους με βάση το μέγεθος των συναλλαγών που γίνονται από τους πελάτες τους στην εταιρεία. Επομένως, παρότρυνε τον Ενάγοντα, με δόλια μέσα και/ή ψευδής παραστάσεις, να εξανοίγεται όλο και περισσότερο με τις επενδύσεις του ώστε να επωφεληθεί και ο ίδιος με τυχόν αποτυχίες του. Ο Ενάγοντας, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ρωτούσε τον αντιπρόσωπο και/ή αξιωματούχο και/ή υπάλληλο και/ή εντολοδόχο της Καθ' ης η Αίτηση 1 πως θα μπορούσε να αποσύρει χρήματα από τον λογαριασμό του στην εταιρεία τους, αλλά ποτέ δεν έλαβε συγκεκριμένη απάντηση. Ενώ τόνιζε στον αντιπρόσωπό της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι τα χρήματα τα οποία είχε επενδύσει, προέρχονταν από κοινό λογαριασμό και από την εταιρεία την οποία ήταν διευθύνων σύμβουλος και θα ήθελε να τα μεταφέρει ξανά πίσω στον τραπεζικό λογαριασμό. Η μόνη απάντηση που λάμβανε συνεχώς είναι ότι αυτά τα χρήματα έχουν ήδη συναλλαχθεί και δεν μπορεί πλέον να του επιστραφούν. Κατά ή περί την 15/04/2020, και αφού προηγήθηκαν έντονες συζητήσεις και αποστολή πολλαπλών μηνυμάτων από πλευράς του Ενάγοντα για απόσυρση των χρημάτων του από τον λογαριασμό του στην εταιρεία σας, το σύστημα "μπλόκαρε" και ξαφνικά έχασε σχεδόν όλα του τα χρήματα, αφού ο Ενάγοντας δεν είχε πλέον τον έλεγχο του λογαριασμού του και των χρημάτων του.» Μερικοί από τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Όπως για παράδειγμα, ο ισχυρισμός του ότι κατάθεσε σε λογαριασμό που διατηρούσαν οι εναγόμενοι 1 το ποσό που αξιώνει εναντίον τους με την αγωγή του. Αυτό δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εναγόμενη 3, στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση ισχυρίζεται γενικά ότι τα κεφάλαια που κατέθεταν πελάτες της εταιρείας (δηλαδή των εναγόμενων 1) φυλάσσονταν σε ξεχωριστούς τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών, ως επίσης, ότι αυτά τα κεφάλαια ήταν διαχωρισμένα από τα κεφάλαια της εταιρείας. Απ' εκεί και πέρα, αρκετοί από τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα, θα έλεγα ότι δεν αμφισβητούνται από τους εναγόμενους, ενώ στο βαθμό που αμφισβητούνται είναι σαφές, ότι οι εναγόμενοι παραβλέπουν την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή σύμφωνα με την οποία - για να επαναλάβω - το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. τις Κύριλλου, Γρηγορίου, ZONDRVAN GROUP LTD v. BONALBO FIDUCIARIES LTD κ.ά. και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD - NEMESIS κ.ά., ανωτέρω). Αναφορικά με την εναγόμενη 3, η αγωγή δεν έχει καθόλου πιθανότητες επιτυχίας. Το γεγονός ότι αυτή τυγχάνει μια εκ των 4 διευθυντών των εναγόμενων 1, δεν την καθιστά άνευ άλλου υπεύθυνη για οτιδήποτε ο ενάγοντας καταλογίζει στους τελευταίους. Απ' εκεί και πέρα, η με διαζευκτικό τρόπο, γενικά και αόριστα, απόδοση ευθυνών, συλλήβδην και στους αξιωματούχους των εναγόμενων 1, εκτός από τους ίδιους, πράξεων ή παραλείψεων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής του ενάγοντα, χωρίς ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει ειδικά την εναγόμενη 3 που μας ενδιαφέρει, με ρητό, σαφή και συγκεκριμένο τρόπο με οποιεσδήποτε από αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις, σε καμιά περίπτωση την καθιστά είτε υπεύθυνη είτε συνυπεύθυνη με τους εναγόμενους 1 για όσα ο ενάγοντας καταλογίζει στους τελευταίους. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Ονησιφόρου
(1989)1E Α.Α.Δ. 504): «Είναι θεμελιακή αρχή δικαίου ότι η εταιρεία περιορρισμένης ευθύνης έχει νομική προσωπικότητα εντελώς χωριστή και ανεξάρτητη από τα φυσικά πρόσωπά που την αποτελούν. H χωριστή της οντότητα διατηρείται οσοσδήποτε είναι ο έλεγχος που ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα αυτά ασκούν στην εταιρεία. Salomon v. Salomon & Co. [1897] A.C. 22. Ωστόσο σε περιπτώσεις που η σύσταση εταιρειών χρησιμοποιήθηκε σαν μέσο παρανομίας ή καταδολίευσης - που δεν είναι η περίπτωση εδώ - τα δικαστήρια ανέπτυξαν και εφαρμόζουν τη σχετικά νέα θεωρία της άρσης του πέπλου της εταιρικής ιδιότητας. H ακόμη σε ορισμένα θέματα που άπτονται της φορολογικής νομοθεσίας, στη σχέση μητρικών και θυγατρικών εταιρειών υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σε άλλες περιπτώσεις που πραγματεύονται λεπτομερειακά νομικά συγγράμματα όπως του PALMER, ανωτέρω. Και τούτο για να αποκαλυφθεί η πραγματικότητα και ο νομικά επιλήψιμος ρόλος των φυσικών προσώπων που ελέγχουν μια ή περισσότερες εταιρείες.» Βλέπε και την Kαλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867, Pashkovskiy ν. Pashkovskayia
(2011)1 Α.Α.Δ. 657, Αποστόλου και άλλη ν. Ιωάννου και άλλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 604 κ.ο.κ. Από τα παραπάνω είναι σαφές, πως δεν τυγχάνει εφαρμογής η θεωρία της άρσης του πέπλου της εταιρικής ιδιότητας. Η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν έχει αποδειχθεί. Συναφώς με αυτή, το πρώτο που παρατηρώ - το οποίο αφορά και το ισοζύγιο της ευχέρειας - είναι το εξής: Το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 με τίτλο «Συντηρητικό διάταγμα που περιορίζει τη συναλλαγή σχετικά με γη» προνοεί ότι: «
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.» Ο ενάγοντας, με την υπό κρίση αίτηση επιζητεί διάταγμα που ν' απαγορεύει την αποξένωση και του συνόλου της ακίνητης ιδιοκτησίας των εναγόμενων, ανά το παγκόσμιο και γενικά οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με αυτή. Παρόλα αυτά, καμιά εξήγηση ή δικαιολογία δίδει και κανένα στοιχείο μαρτυρίας έχει θέσει ενώπιόν μου για να διαφανεί κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 3 διαθέτουν ακίνητη περιουσία, οπουδήποτε, είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό και σε περίπτωση που διαθέτουν, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες, έτσι ώστε, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, να είμαι σε θέση να εφαρμόσω το εδάφιο 3 του παραπάνω άρθρου. Κι' όμως, τουλάχιστον σ' ό,τι αφορά τυχόν ακίνητη ιδιοκτησία που οι εναγόμενοι διαθέτουν στην Κύπρο, με μια απλή έρευνα στο Κτηματολόγιο, θα μπορούσε να θέσει τέτοια στοιχεία ενώπιόν μου. Απ' εκεί και πέρα, τα ακόλουθα - μεταξύ άλλων - που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα στην υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωσή της, θεωρώ πώς δεν αρκούν προκειμένου να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται η υπό εξέταση ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων: Ο άμεσος ελλοχεύον κίνδυνος ότι μια πιθανή δικαστική απόφαση υπέρ του ενάγοντα, δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί μετά το πέρας της αγωγής εμφαίνεται και από τα ακόλουθα: Όπως πληροφορείται από δημοσιεύματα στον ξένο τύπο, οι εναγόμενοι 1 οφείλουν τεράστια χρηματικά ποσά και σε λοιπούς επενδυτές, οι οποίοι επενδύουν και/ή συναλλάσσονται μέσω της ηλεκτρονικής τους πλατφόρμας, τα οποία οφείλονται για τους ίδιους και/ή πανομοιότυπους λόγους που οφείλονται στον ενάγοντα (παρ. 50). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που δείχνει ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων είναι υπαρκτός και υπάρχει και πιθανότητα μη ικανοποίησης μιας απόφασης που τυχόν να πετύχει στο τέλος ο ενάγοντας. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το περίπλοκο των γεγονότων, υπό το φως του καταλογιζόμενου περίτεχνου δόλου εις βάρος του ενάγοντα με τον οποίον εξαπατήθηκε (παρ. 53). Η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, δυνατόν να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, εν αντιθέσει με τους εναγόμενους 1 και 3 που δεν θα υποστούν σε καμία περίπτωση οποιαδήποτε ζημία (παρ. 58). Σύμφωνα με την Αποστόλου (ανωτέρω): «Όπως δε αναφέρθηκε και στην απόφαση στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας από τον αιτητή για πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.» Ωστόσο, στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD και ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ κ.ά. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014, ημερ. 13/9/2023 επισημαίνονται τα εξής: «Εν πρώτοις, όταν προβάλλεται ο κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και μάλιστα στην απουσία της άλλης πλευράς, αναμένεται η παράθεση στέρεης και συγκεκριμένης μαρτυρίας («solid evidence») που να τον θεμελιώνει. Δεν αρκούν αόριστοι ισχυρισμοί (βλ. Resola (πιο πάνω)). Διατάγματα που απαγορεύουν σε διάδικο να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία ανά το παγκόσμιο, έχουν χαρακτηριστεί από τη νομολογία ως «δρακόντεια μέτρα» ή «ως πυρηνικά όπλα».» Μολονότι και οι δυο εφετειακές αυτές αποφάσεις αφορούσαν σε αίτηση η οποία οδήγησε στην έκδοση διαταγμάτων μονομερώς και όχι σε αίτηση για έκδοση διατάγματος απαγόρευσης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων φρονώ ότι η νομική αρχή που καθιερώνουν οι εν λόγω αποφάσεις και ειδικά η δεύτερη τυγχάνουν εφαρμογής και στις δυο περιπτώσεις. Και στην προκειμένη περίπτωση, για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό από τη ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ (ανωτέρω), όχι μόνο δεν έχουν τεθεί ενώπιον τέτοια σαφή στοιχεία και συγκεκριμένα γεγονότα που να θεμελιώνουν τους πιο πάνω φόβους του ενάγοντα, αλλά, ούτε καν ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 διαθέτουν οπουδήποτε ανά το παγκόσμιο ακίνητη ιδιοκτησία ισχυρίζεται ο ενάγοντας και ειδικά για την εναγόμενη 3, και κινητή περιουσία. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεών μου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αυτοτελώς και γι' αυτούς τους λόγους. Και για τους δυο εναγόμενους, επειδή δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ενώ για την εναγόμενη 3 και η δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση. Γεγονός το οποίο καθιστά αχρείαστη την ενασχόλησή μου με το ισοζύγιο της ευχέρειας, παρότι σε κάποιο βαθμό το έχω κάνει (βλ. τη Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.ΔΔ. 1980). Η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 3 και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) .............. Κ. Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο