← Κύπρος

Σούλας-Μαρί Περδή, ως ιδρυτής - Εμπιστευματοπάροχος (Settlor) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia Eleatis Trust» ν. Ναπολ

Σούλας-Μαρί Περδή, ως ιδρυτής - Εμπιστευματοπάροχος (Settlor) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia Eleatis Trust» ν. Ναπολέων Περδης, υπό την ιδιότητα του ως ιδρυτής - Εμπιστευματοπάροχος (Settlor) και προστάτης (Protector) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia Elatis Trust» κ.α., Αγωγή Αρ. 1421/2023, 14/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1421/2023 iJustice Μεταξύ: Σούλας-Μαρί Περδή, ως ιδρυτής - Εμπιστευματοπάροχος (Settlor) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia Eleatis Trust» Ενάγουσας -και- 1. Ναπολέων Περδης, υπό την ιδιότητα του ως ιδρυτής - Εμπιστευματοπάροχος (Settlor) και προστάτης (Protector) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia Elatis Trust» 2. Lsts Management Limited, υπό την ιδιότητα της ως Επίτροπος του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 3. Luis Carlos Zoccoler Dos Santos, υπό την ιδιότητα του ως προστάτης (Protector) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 4. Αναστάσιος Φακλαρης, υπό την ιδιότητα του ως προστάτης (Protector) του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 5. Λιαννα Περδης, υπό την ιδιότητα της ως τελική δικαιούχος του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 6. Αντζελιν Περδής, υπό την ιδιότητα της ως τελική δικαιούχος του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 7. Αθηνα Περδης, υπό την ιδιότητα της ως τελική δικαιούχος του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 8. Αλεξία Περδης, υπό την ιδιότητα της ως τελική δικαιούχος του κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος με την ονομασία «The Amalia ELeatis Trust» 9. Napoleon Perdis Cosmetics Holdings Limited 10. Waratah Cosmetics Marketing ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ 11. 8James Street Real Estate ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ IKE Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 31.7.2024 14 Οκτωβρίου 2024 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Μ. Πορνάρη για Giorgos Landas LLC Για Εναγόμενους 1, 9 -11 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ν. Λιασίδου για Νίκη Λιασίδου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση: κα Α. Αριστοδήμου, Α. Καριτζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 3 - 8 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης για Μιχάλης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H Ενάγουσα (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Αιτήτρια) με την υπό εξέταση Αίτηση της, την οποία καταχώρισε μονομερώς, εξαιτείται την έκδοση σειράς διαταγμάτων, όπως διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Κυπριακού Διεθνούς Εμπιστεύματος με την ονομασία The Amalia ELeatis Trust (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το Εμπίστευμα) καθώς και των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου 1 και των Εναγομένων Εταιρειών 9, 10 και 11, διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος και των Εναγομένων 1, 9, 10 και 11. Εξαιτείται επίσης διάταγμα προσωρινής αντικατάστασης της Εναγόμενης 2 Εταιρείας από τη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, όπως επίσης και των Εναγομένων 1, 3 και 4 από τη θέση των Προστατών του Εμπιστεύματος. Εξαιτείται ακόμα την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διορίζεται Προσωρινός Ενδιάμεσος Παραλήπτης και Διαχειριστής της Εναγόμενης 9 Εταιρείας. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο στην παράγραφο Β διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η Εναγόμενη 2 υπό την ιδιότητα της ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος όπως μη διαθέσει, πωλήσει, μεταβιβάσει ή επιβαρύνει τις μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της. Καθ' όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, δόθηκαν οδηγίες για επίδοση τους στους Εναγόμενους. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Με τον Εναγόμενο 1 υπήρξαν σύζυγοι. Ο γάμος τους έγινε στην Αυστραλία στις 5.10.1991 και λύθηκε στις 3.11.2021. Από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερις κόρες, ήτοι τις Εναγόμενες 5 - 8. Κατά το έτος 2001 ο Εναγόμενος 1 με την απόλυτη ψυχολογική και οικονομική της στήριξη, ίδρυσε στην Αυστραλία την εταιρεία Napoleon Perdis Cosmetics Pty Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Napoleon), η οποία ασχολείτο με την κατασκευή και πώληση καλλυντικών και ειδών μακιγιάζ. Ο οικογενειακός σύνδεσμος λειτούργησε ευεργετικά στην επιτυχία και εξάπλωση της εταιρείας Napoleon τόσο στην Αυστραλία, όσο και στην Αμερική. Ωστόσο, λόγω του υψηλού δανεισμού αλλά και της αλόγιστης σπατάλης χρημάτων από τον Εναγόμενο 1, άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Τελικά, παρά τις προσπάθειες που έγιναν για διάσωση της, εντούτοις η εταιρεία Napoleon δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τελικά τις οφειλές της και τέθηκε σε καθεστώς αφερεγγυότητας, διορίστηκε διαχειριστής και τελικά πωλήθηκε. Περί το 2014, λόγω των αρνητικών εξελίξεων στην εταιρεία Napoleon καθώς και λόγω του ότι η επιστροφή τους στην Ελλάδα αποτελούσε πάντοτε κοινό τους όνειρο, αποφάσισαν από κοινού με τον Εναγόμενο 1 να επιστρέψουν στην Ελλάδα. Με τα χρήματα τα οποία απέκτησαν από την εταιρεία Napoleon, προχώρησαν στην αγορά σειράς ακινήτων στην Ελλάδα με σκοπό, κατά κύριο λόγο, είτε να κατοικήσουν, είτε να τα εκμεταλλευτούν. Κατά την 13.1.2015, κατόπιν έντονων προτροπών του Εναγόμενου 1, προχώρησαν από κοινού στη σύσταση της κυπριακής εταιρείας με την επωνυμία Napoleon Perdis Cosmetics Holdings Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 9). Μέτοχοι της Εναγομένης 9 από τον Αύγουστο του 2020 μέχρι την σύσταση του Κυπριακού Διεθνούς Εμπιστεύματος ήταν ο Εναγόμενος 1 με ποσοστό 52% καθώς και η ίδια με ποσοστό 48%. Διευθυντής της, από την 27.8.2020 είχε διοριστεί η εταιρεία με την επωνυμία Delta Upsilon Asset Protection Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Delta Upsilon). Από την 1.7.2022, διευθυντής της Εναγόμενης 9 είναι αποκλειστικά ο Εναγόμενος 1, ο διορισμός του οποίου έγινε αυτόβουλα, χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση της. Κατά την 21.1.2015 προχώρησαν από κοινού με τον Εναγόμενο 1 στην ίδρυση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία Waratah Cosmetics Marketing Μονοπρόσωπη ΙΚΕ, με έδρα την Αθήνα (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 10), η οποία ιδρύθηκε με βάση συμβόλαιο σύστασης μονοπρόσωπης κεφαλαιουχικής εταιρείας. Μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 10 ήταν και εξακολουθεί να είναι η Εναγόμενη 9. Επιπρόσθετα, δυνάμει του άρθρου 9 του συμβολαίου σύστασης, η διαχείριση και εκπροσώπηση της Εναγόμενης 10 ανατέθηκε εξ αρχής στον Εναγόμενο 1. Περαιτέρω, κατά την 10.3.2015, κατόπιν προτροπών του Εναγόμενου 1 προχώρησαν από κοινού στην ίδρυση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία 8James Street Real Estate Μονοπρόσωπη IKE με έδρα την Αθήνα (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 11). Σκοπός της Εναγόμενης 11 ήταν η αγορά, εκμετάλλευση, επέκταση, ανάπτυξη, ανακαίνιση, επισκευή, πώληση ακινήτων και κάθε άλλης σχετικής δραστηριότητας. Μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 11 ήταν και εξακολουθεί να είναι η Εναγόμενη 9. Η διαχείριση της, ενώ αρχικά είχε ανατεθεί σε τρίτα πρόσωπα, κατά την 1.1.2017 ανατέθηκε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος στην προσπάθεια του να αποφύγει το ενδεχόμενο άσκησης ατομικών διώξεων εναντίον του, λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων της εταιρείας Napoleon, ενέγραψε στο όνομα της Εναγόμενης 11 σειρά ακινήτων, τα οποία απέκτησαν από κοινού κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, τα οποία τους ανήκαν εξ ημισείας. Κατά το έτος 2019, ο Εναγόμενος 1, με πρόφαση την περαιτέρω διασφάλιση της κοινής περιουσίας που απέκτησαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, αποφάσισε όπως προχωρήσουν με τη δημιουργία και εγκαθίδρυση ενός κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος, το οποίο θα είχε ως τελικούς δικαιούχους τις κόρες τους (Εναγόμενες 5 - 8). Ως εκ τούτου κατά την 7.1.2020 προχώρησαν στην υπογραφή της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, δυνάμει της οποίας ιδρύθηκε το κυπριακό διεθνές εμπίστευμα με την επωνυμία The Amalia ELeatis Trust. Περιουσία του εμπιστεύματος αποτέλεσε το ποσοστό των μετοχών τις οποίες κατείχαν στην Εναγόμενη 9. Προς τούτο, τόσο η ίδια όσο και ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασαν τις μετοχές που κατείχαν στην Εναγόμενη 9 στην εταιρεία Delta Upsilon). Ως επίτροπος του εμπιστεύματος διορίστηκε η εταιρεία Delta Upsilon. Καθοριστικό ρόλο στο να καμφθούν οι σοβαρές ανησυχίες και προβληματισμοί της στη σύσταση του εμπιστεύματος, διαδραμάτισε το γεγονός ότι, ως ισχυριζόταν ο Εναγόμενος 1, τελικοί δικαιούχοι θα ήταν τα τέσσερα παιδιά τους καθώς και το ότι με την πάροδο του χρόνου και νοουμένου ότι δεν θα υπήρχε κίνδυνος από τους πιστωτές του, θα μεταφέρονταν και πάλι οι μετοχές που κατείχαν στην Εναγόμενη 9 στα ονόματα τους. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενο 1 στην προσπάθεια του να την πείσει όπως αποδεχθεί τη σύσταση του εμπιστεύματος, πρότεινε το διορισμό συγκεκριμένων προσώπων ως προστατών του (protectors), τα οποία θα ήταν επιφορτισμένα με την επίβλεψη, έλεγχο και διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων καθώς και τον έλεγχο των ενεργειών του εκάστοτε επιτρόπου. Ουσιαστικά, καθήκον των προστατών ήταν να προστατεύουν τα συμφέροντα των Εναγομένων 5 - 8 από ενδεχόμενες επιβλαβείς ενέργειες του εκάστοτε επιτρόπου του εμπιστεύματος. Κατόπιν έντονων προτροπών και πιέσεων του Εναγόμενου 1 διορίστηκαν ως προστάτες του εμπιστεύματος η ίδια, ο Εναγόμενος 1, ο Εναγόμενος 3 με τον οποίο ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε για χρόνια κρυφό εξωσυζυγικό ερωτικό δεσμό και ο Εναγόμενος 4, ο οποίος είναι στενός συγγενής του Εναγόμενου 1. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 αποδέχτηκε όπως διοριστεί ως επιπλέον προστάτης η πολύ καλή της φίλη κα Δρόσου. Παρόλο που ως επίτροπος του εμπιστεύματος εμφανιζόταν η εταιρεία Delta Upsilon, εντούτοις ο Εναγόμενος 1 ήταν αυτός που ασκούσε και ασκεί τον ουσιαστικό και απόλυτο έλεγχο, την εποπτεία και διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων. Μετά τη λύση του γάμου τους, η εταιρεία Delta Upsilon εντελώς ξαφνικά και αδικαιολόγητα άρχισε να μην ανταποκρίνεται και να αποφεύγει να έλθει σε επικοινωνία μαζί της, όπως επίσης και να ζητά τη γραπτή συγκατάθεση της, ως απαιτείται από την Συμφωνία Εμπιστεύματος αναφορικά με τις εκάστοτε ενέργειες της. Συνεπεία των πιο πάνω, το δικηγορικό γραφείο το οποίο την εκπροσωπούσε τη δεδομένη χρονική περίοδο, κατόπιν οδηγιών της, απέστειλε στην εταιρεία Delta Upsilon ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23.6.2022, με το οποίο επιζητούσε την κοινοποίηση διαφόρων εγγράφων αναφορικά με τη δημιουργία του εμπιστεύματος, τα οποία δεν είχε στην κατοχή της. Μετά την ανωτέρω επιστολή, η οποία στάληκε ηλεκτρονικά, η εταιρεία Delta Upsilon γνωστοποίησε ξαφνικά την παραίτησης της με ειδοποίηση παραίτησης της της ίδιας ημερομηνίας. Με την ειδοποίηση παραίτησης της καλούσε την ίδια και τον Εναγόμενο 1, υπό την ιδιότητα τους ως ιδρυτές του εμπιστεύματος, όπως επίσης και τους υπόλοιπους προστάτες αυτού, να προχωρήσουν στο διορισμό νέου επιτρόπου. Η εταιρεία Delta Upsilon ουδέποτε ανταποκρίθηκε στα μηνύματα που της αποστάληκαν για να της παραδώσει τα αιτούμενα από αυτήν έγγραφα. Ως επακόλουθο της παραίτησης της εταιρείας Delta Upsilon, ο Εναγόμενος 1 με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 25.7.2022, η οποία στάληκε ηλεκτρονικά, καλούσε τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης η οποία θα λάμβανε χώρα κατά την 11.8.2022 με ηλεκτρονικά μέσα, με σκοπό το διορισμό νέου επιτρόπου του εμπιστεύματος. Μετά από προφορικό αίτημα το οποίο υπέβαλε μέσω του τότε δικηγόρου της, αναφορικά με την ημερομηνία και τον τρόπο σύγκλησης της γενικής συνέλευσης, αυτή επαναορίστηκε τελικά την 15.9.2022. Παρόλα αυτά, κατά την 13.9.2022 ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο γνωστοποιούσε την αναβολή της γενικής συνέλευσης της 15.9.2022. Κατά την 3.11.2022 ο Εναγόμενος 1 είχε αποστείλει νέα ειδοποίηση για τη σύγκληση γενικής συνέλευσης κατά την ίδια ημερομηνία προκειμένου να αποφασιστεί ο διορισμός νέου επιτρόπου. Η ανωτέρω ειδοποίηση στάληκε προς την ίδια αλλά και προς όλους τους προστάτες του εμπιστεύματος με σκόπιμη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ήτοι δύο ώρες πριν από τη σύγκληση της συνέλευσης. Συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 με την μη έγκαιρη γνωστοποίηση της σύγκλησης γενικής συνέλευσης, δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν, ούτε η ίδια, ούτε και η κα Δρόσου, λόγω του ότι είχαν δει το σχετικό μήνυμα πολύ αργότερα τη μέρα εκείνη. Όπως ενημερώθηκε εκ των υστέρων, οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 έδωσαν οδηγίες προς την εταιρεία Delta Upsilon όπως προχωρήσει με το διορισμό νέου επιτρόπου , η επιλογή και διορισμός του οποίου έγινε αποκλειστικά και μόνο από τον Εναγόμενο 1. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο πρακτικό της συνεδρίας ημερομηνίας 3.11.2022, ο νέος επίτροπος του εμπιστεύματος θα διοριζόταν γραπτώς από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος, ενεργώντας κατά παράβαση των ουσιαστικών όρων της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, προχώρησε κατά την 27.4.2023 αυτόβουλα στο διορισμό της Εναγόμενης 2 εταιρείας (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η Εναγόμενη 2) ως νέου επιτρόπου του εμπιστεύματος. Ο ως άνω διορισμός έγινε στην απουσία της γραπτής συγκατάθεσης της και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της ως απαιτείται από τη Συμφωνία Εμπιστεύματος. Προς τούτο, κατά την 28.4.2023 υπεγράφη μεταξύ Εναγόμενης 2 και της εταιρείας Delta Upsilon το έγγραφο μεταβίβασης μετοχών (instrument of transfer of shares) από την εταιρεία Delta Upsilon προς την Εναγόμενη 2. Από τη μέρα διορισμού της Εναγόμενης 2 δεν έχει οποιαδήποτε γνώση ή ενημέρωση αναφορικά με τις ενέργειες στις οποίες αυτή προέβηκε, για τις οποίες ουδέποτε ζητήθηκε η γνώμη και συγκατάθεση της, ως προνοείται στη Συμφωνία Εμπιστεύματος. Ως αποτέλεσμα του ανωτέρω παράτυπου διορισμού της Εναγόμενης 2 καθώς και της άρνησης και παράλειψης της να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Eμπιστεύματος, η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια είναι τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος. Ο Εναγόμενος 1, εκμεταλλευόμενος τη θέση του ως διευθυντής της Εναγόμενης 9 καθώς και το ότι τα ακίνητα τα οποία απέκτησαν από κοινού κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήκουν «τυπικά» στην Εναγόμενη 11 της οποίας είναι διαχειριστής, εκμεταλλεύεται οικονομικά την πιο πάνω περιουσία μαζί με τον Εναγόμενο 3, με τον οποίο συζεί. Η ως άνω περιουσία ανήκει στο Εμπίστευμα, το οποίο, ας σημειωθεί, δεν διαθέτει οποιοδήποτε λογαριασμό από τον οποίο ο Εναγόμενος 1 να έχει εμβάσει στις κόρες τους το παραμικρό ποσό, όπως επιβάλλει ο σκοπός του Εμπιστεύματος. Ενδεικτικό της εκμετάλλευσης και εξυπηρέτησης των προσωπικών αναγκών του Εναγόμενου 1 συνιστά το γεγονός ότι διαβιεί με τον Εναγόμενο 3 σε επταώροφο ακίνητο 725 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο ανήκει στην Εναγόμενη 11, η ενδεχόμενη εκμετάλλευση του οποίου θα απέφερε εισοδήματα €20.000 μηνιαίως περίπου. Η αγορά της ανωτέρω περιουσίας έγινε από προσωπικά τους εισοδήματα και όχι από εισοδήματα της Εναγόμενης 11, η οποία καμιά παραγωγική ή εμπορική δραστηριότητα είτε, αλλά χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο για να προστατεύσει δήθεν τον Εναγόμενο 1 από οφειλές του έναντι τρίτων. Ειδικότερα πρόκειται για εισοδήματα που είχαν από τους μισθούς που λάμβαναν από την εταιρεία Napoleon και τα κέρδη που είχαν ως μέτοχοι της, καθώς επίσης και από την πώληση ακινήτων τους σε Αυστραλία και Αμερική. ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Όλοι οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος καθώς και στην έκδοση των υπόλοιπων, καταχωρώντας Ειδοποιήσεις για Πρόθεση Ένστασης. Οι Εναγόμενοι 1, 9, 10 και 11 στην κοινή τους Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης προβάλλουν 22 συνολικά λόγους ένστασης, οι βασικοί εκ των οποίων είναι οι ακόλουθοι: 1. Η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οτιδήποτε το οποίο να αποκαλύπτει το στοιχείο του κατεπείγοντος. 2. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβηκε σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. 3. Τυχόν διατήρηση του προσωρινού διατάγματος και έκδοση των υπόλοιπων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους. 4. Δεν πληρούνται ή και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5. Η πραγματική πρόθεση της Αιτήτριας έγκειται στη χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας. 6. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα. 7. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και της ακύρωσης του ήδη εκδοθέντος. 8. Το πραγματικό ή και νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των Εναγομένων 1, 9, 10 και 11 στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Μετά το διαζύγιο τους η Αιτήτρια είχε ζητήσει τη διάλυση του Εμπιστεύματος και το διαχωρισμό της ακίνητης περιουσίας του. Ο ίδιος αρνήθηκε για το λόγο ότι η ακίνητη περιουσία του Εμπιστεύματος αποκτήθηκε αποκλειστικά με δικά του χρήματα και είχε δημιουργηθεί προς όφελος των θυγατέρων τους. Η μέχρι τότε συμπεριφορά της Αιτήτριας είχε δείξει ότι δεν θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα ή την ακίνητη περιουσία προς όφελος των παιδιών τους αλλά αντίθετα αποκλειστικά για την ίδια. Ως εκ τούτου απέστειλε εξώδικη απάντηση στην Αιτήτρια με σκοπό να διευκρινίσουν τα πιο πάνω. Τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν με κοινά τους χρήματα δεν περιλήφθηκαν στο Εμπίστευμα, ήταν εγγεγραμμένα στα ονόματα τους και στο τέλος αγόρασε το μερίδιο της Αιτήτριας επ' αυτών. Πρόκειται για το ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου 98 εντός του Δήμου Ζωγράφου και το ακίνητο στην κοινότητα Άστρους Αρκαδίας. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η κυπριακές και ελληνικές εταιρείες ιδρύθηκαν άμεσα για να αποφύγει την εναντίον του δίωξη λόγω των αυξημένων οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρείας Napoleon. Με την μετακόμιση τους στην Ευρώπη το 2014 δόμησαν με την Αιτήτρια την οικονομική και περιουσιακή τους κατάσταση στη βάση νομικών και φορολογικών συμβουλών που έλαβαν από Αμερικάνους, Κύπριους και Έλληνες δικηγόρους. Η έρευνα για να λάβουν αυτές τις νομικές συμβουλές έγινε από την Αιτήτρια, η οποία στη συνέχεια έδωσε οδηγίες σε δικηγορικό γραφείο στην Κύπρο να προχωρήσει με την εταιρική δομή που η ίδια αναφέρει. Η εταιρεία Napoleon στην Αυστραλία δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα και λειτουργούσε καθόλα νόμιμα, η δε μετοχική δομή της Εναγόμενης 9 βασιζόταν σε μερίδια, ανάλογα με το ποσό που συνεισέφεραν ο ίδιος και η Αιτήτρια ξεχωριστά. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια είχε ποσοστό μετοχών 48% στην Εναγόμενη 9 ήταν για να διασφαλίσουν ότι σε περίπτωση θανάτου του, η Αιτήτρια θα μπορούσε να έχει έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων προς όφελος των παιδιών τους, τα οποία ήταν ανήλικα και δεν μπορούσαν να έχουν τον έλεγχο τους. Δεν γνωρίζει το λόγο για τον οποίο η προηγούμενη Επίτροπος του Εμπιστεύματος, δηλαδή η εταιρεία Delta Upsilon, δεν ανταποκρινόταν στην Αιτήτρια. Ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους η εταιρεία Delta Upsilon παραιτήθηκε από τη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης της Αιτήτριας προς αυτή. Ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε από την εταιρεία Delta Upsilon να παραιτηθεί και ουδέποτε ενήργησε με τρόπο που να προκαλέσει τέτοια παραίτηση. Κατά την 1.7.2022 η εταιρεία Delta Upsilon έστειλε στον ίδιο, στην Αιτήτρια και στους Προστάτες του Εμπιστεύματος επιστολή παραίτησης της με την οποία δήλωσε ρητά ότι εντός 30 ημερών από την ημερομηνία λήψης της επιστολής θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για το διορισμό νέου Επιτρόπου. Την ίδια μέρα η εταιρεία AMG Mylonas & Associates LLC έστειλε επιστολή προς τον ίδιο και την Αιτήτρια με την οποία τους ενημέρωνε ότι παραιτείτο από όλες τις θέσεις που κατείχαν οι εταιρείες του κ. Μυλωνά (δηλαδή η εταιρεία Delta Upsilon και η AMG Ethostrust Ltd) στην Εναγόμενη 9 και σε δύο άλλες εταιρείες, με ισχύ από 1.7.2022. Στις 25.7.2022 απέστειλε επιστολή προς την AMG Mylonas & Associates LLC και την Αιτήτρια με την οποία τους ενημέρωνε ότι αποδέχεται τις ως άνω παραιτήσεις και τους καλούσε σε έκτακτη γενική συνέλευση της Εναγόμενης 9 στις 11.8.2022 για αντικατάσταση του διευθυντή της μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας συναντήσεων, ενώ σε περίπτωση διαφωνίας, η έκτακτη γενική συνέλευση θα λάμβανε χώρα στις 6.9.2022 στο γραφείο του δικηγόρου του στην Αθήνα. Κατά την ιδία ημερομηνία απέστειλε και δεύτερη επιστολή προς το κ. Μυλωνά, την Αιτήτρια και τους Προστάτες του εμπιστεύματος, με την οποία τους ενημέρωνε ότι αποδεχόταν την παραίτηση της εταιρείας Delta Upsilon από τη θέση της επιτρόπου του Εμπιστεύματος, επεξηγώντας ότι για να αποδεσμευτεί ο Επίτροπος θα πρέπει να διοριστεί νέος στη θέση της. Ενόψει τούτου πρότεινε ως νέο Επίτροπο το δικηγόρο Γιώργο Χρ. Γεωργίου. Η Αιτήτρια δεν απάντησε θετικά στην ως άνω επιστολή του, ενώ ζήτησε αναβολή για την ορισθείσα τον Σεπτέμβριο ημερομηνία των γενικών συνελεύσεων. Η γενική συνέλευση επαναορίστηκε για την 15.9.2022. Στις 13.9.2022 στάληκε ηλεκτρονικό μήνυμα από το δικηγόρο του προς την Αιτήτρια και το νομικό της σύμβουλο, με το οποίο τους ενημέρωνε ότι οι συνελεύσεις της Εναγόμενης 9 και των άλλων εταιρειών δεν θα πραγματοποιούνταν κατά την ως άνω ημερομηνία. Στις 3.11.2022 απέστειλε στους Προστάτες του Εμπιστεύματος ειδοποίηση για σύγκληση γενικής συνέλευσης την ίδια μέρα η ώρα 15.00 μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας συναντήσεων. Στην ως άνω συνέλευση παρευρέθηκαν εκτός από τον ίδιο, οι Εναγόμενοι 3 και 4. Η Αιτήτρια και η Προστάτης κα Δρόσσου δεν συμμετείχαν σ' αυτήν. Κατά την ως άνω συνέλευση, η πλειοψηφία των Προστατών, ενεργώντας σύμφωνα με τον όρο 8.1 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, λόγω της διαφωνίας του με την Αιτήτρια να παράσχουν οδηγίες στην εταιρεία Delta Upsilon, ψήφισε όπως διοριστεί ως νέος Επίτροπος του Εμπιστεύματος, ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεόντως αδειοδοτημένο και με επαρκή τεχνογνωσία στη διαχείριση ενός κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος. Το πρόσωπο αυτό ψηφίστηκε όπως επιλεγεί και οριστεί από τον ίδιο. Περαιτέρω, η εταιρεία Delta Upsilon, ως ο μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 9 και σύμφωνα με τον όρο 3(
  2. i)του ιδρυτικού εγγράφου της το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση που ενεργεί ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και έχοντας ένα μόνο μέλος ασκεί όλες τις εξουσίες της γενικής συνέλευσης δυνάμει του Νόμου, νοουμένου ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται από το μοναδικό της μέλος θα καταγράφονται σε πρακτικά ή θα καταρτίζονται γραπτώς. Ενόψει των πιο πάνω προηγήθηκε η αντικατάσταση του Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, ο οποίος κατέστη ο μέτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 9 και ακολούθως προχώρησε στο διορισμό νέου διευθυντή της. Από την 28.4.2023 διορίστηκε από την εταιρεία Delta Upsilon η Εναγόμενη 2 ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος και μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν από την εταιρεία Delta Upsilon όλες οι μετοχές της Εναγόμενης 9. Περαιτέρω, ο ίδιος διορίστηκε από τη 1.7.2022 ως διευθυντής της Εναγόμενης 9 και η εταιρεία LSTS Services Ltd, η οποία είναι εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, ως γραμματέας της. Εξ όσων γνωρίζει η Αιτήτρια ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 2 για τις ως άνω αλλαγές με επιστολή ημερομηνίας 2.6.2023. Στον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι διαβιεί με τον Εναγόμενο 3 σε επταώροφο ακίνητο απαντά ότι το ως άνω ακίνητο ήταν πάντοτε η οικογενειακή τους κατοικία και η Αιτήτρια διέμενε εκεί. Μετά η Αιτήτρια αποφάσισε να ζήσει αλλού και ενοικίασε, μυστικά από τον ίδιο, άλλο διαμέρισμα. Στο ως άνω ακίνητο εξακολουθούν να διαμένουν τα παιδιά τους, τα οποία είναι οι δικαιούχοι του Εμπιστεύματος. Το ως άνω ακίνητο ουδέποτε θα ενοικιαζόταν με σκοπό να λαμβάνουν εισόδημα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2 Η Εναγόμενη 2, πέραν των λόγων ένστασης οι οποίοι έχουν παρατεθεί πιο πάνω, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Δεν υπάρχουν γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι οποιεσδήποτε πράξεις ή και παραλείψεις της (Εναγόμενης 2) έχουν θέσει σε κίνδυνο την περιουσία του Εμπιστεύματος ή και που να καταδεικνύουν ότι η Επίτροπος δεν έχει την εντιμότητα ή και ικανότητα ή και την εύλογη πίστη για την εκτέλεση των καθηκόντων της. 2. Η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος ότι η Επίτροπος του Εμπιστεύματος έχει ενεργήσει κακή τη πίστει και εις βάρος των συμφερόντων των δικαιούχων του Εμπιστεύματος. 3. Ουδεμία ανάρμοστη συμπεριφορά έχει καταδειχθεί εκ μέρους της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος ώστε να δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου με σκοπό την απομάκρυνση της. 4. Κανένας πειστικός λόγος δεν προβλήθηκε από την Αιτήτρια που να δικαιολογεί την παύση και αντικατάσταση της Εναγόμενης 2 από τη θέση της Επιτρόπου του εμπιστεύματος. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της, κ. Τέκλου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Όπως έχει πληροφορηθεί από τον Εναγόμενο 1, κατά την 1.7.2022 η εταιρεία Delta Upsilon απέστειλε στους ιδρυτές και Προστάτες του Εμπιστεύματος ειδοποίηση παραίτησης και δήλωσε ρητά ότι εντός 30 ημερών από την ημερομηνία λήψης της ειδοποίησης θα πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες για το διορισμό νέου Επιτρόπου. Την ίδια μέρα η εταιρεία AMG Mylonas & Associates LLC έστειλε επιστολή προς τον Εναγόμενο 1 και την Αιτήτρια με την οποία ενημέρωνε ότι παραιτείτο από όλες τις θέσεις που κατείχαν οι εταιρείες του κ. Μυλωνά, με ισχύ από 1.7.2022. Την 25.7.2022 ο Εναγόμενος 1 απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία AMG Mylonas & Associates LLC και την Αιτήτρια με την οποία ενημέρωνε ότι αποδέχεται τις παραιτήσεις των ως άνω εταιρειών και καλούσε σε έκτακτη γενική συνέλευση της Εναγόμενης 1 για αντικατάσταση του διευθυντή της στις 11.8.2022 μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας συναντήσεων, ενώ σε περίπτωση διαφωνίας, η έκτακτη γενική συνέλευση θα λάμβανε χώρα στις 6.9.2022 στο γραφείο του δικηγόρου του στην Αθήνα. Κατά την ίδια ημερομηνία στάληκε και δεύτερη επιστολή από τον Εναγόμενο 1 προς τον κ. Μυλωνά, την Αιτήτρια και τους Προστάτες του Εμπιστεύματος, με την οποία ενημέρωνε ότι αποδεχόταν την παραίτηση της εταιρείας Delta Upsilon από τη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, ενώ επεξηγούσε ότι για να αποδεσμευτεί η Επίτροπος θα πρέπει να διοριστεί νέος Επίτροπος στη θέση της. Με την ως άνω επιστολή τέθηκε προθεσμία να απαντήσουν μέχρι τις 30.9.2022, ενώ σε διαφορετική περίπτωση θα τύγχανε εφαρμογής ο όρος 8.1 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος. Όπως πληροφορείται από τον Εναγόμενο 1, η Αιτήτρια δεν απάντησε θετικά στη διενέργεια των συνελεύσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, ενώ ζήτησε αναβολή για την ορισθείσα ημερομηνία συνελεύσεων του Σεπτεμβρίου 2022. Στις 3.11.2022 ο Εναγόμενος 1 απέστειλε ειδοποίηση στους Προστάτες του Εμπιστεύματος για σύγκληση συνέλευσης την ίδια μέρα η ώρα 15.00 μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας συναντήσεων, στην οποία παρευρέθηκαν οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4. Η Αιτήτρια και η κα Δρόσσου δεν συμμετείχαν στην συνέλευση. Κατά την εν λόγω συνέλευση η πλειοψηφία των Προστατών, ενεργώντας στη βάση του όρου 8.1 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, ψήφισε όπως διοριστεί ως νέος Επίτροπος του Εμπιστεύματος ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, δεόντως εξουσιοδοτημένο, με επαρκή τεχνογνωσία στη διαχείριση ενός κυπριακού διακριτικού καταπιστεύματος. Το πρόσωπο αυτό θα επιλέγετο και ορίζετο από τον Εναγόμενο 1. Ενόψει των πιο πάνω προηγήθηκε η αντικατάσταση του Επιτρόπου του Eμπιστεύματος, ο οποίος κατέστη ο μέτοχος του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 9 και ακολούθως προχώρησε στο διορισμό νέου διευθυντή της. Από την 28.4.2023 η Εναγόμενη 2 διορίστηκε ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος και μεταβιβάστηκαν σ' αυτήν από την εταιρεία Delta Upsilon όλες οι μετοχές της Εναγόμενης 9. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 διορίστηκε ως διευθυντής της Εναγόμενης 9 από την 1.7.2022. Η Εναγόμενη 2 με ηλεκτρονικό της μήνυμα προς την Αιτήτρια, την κα Δρόσσου και τις Εναγόμενες 5 - 8, ενημέρωσε για την αντικατάσταση του Επιτρόπου του εμπιστεύματος. Η σχέση μεταξύ Εναγόμενου 1 και Εναγόμενης 2 είναι σχέση εργοδότη και παροχέα διοικητικών υπηρεσιών, με την έννοια ότι διόρισε την Εναγόμενη 2 για να ενεργεί ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος, ως του έχει επιτραπεί σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες της Συμφωνίας Εμπιστεύματος. Η Εναγόμενη 2 καμιά συμμετοχή, εμπλοκή ή και ανάμειξη έχει στη διάπραξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας εις βάρος οποιουδήποτε προσώπου. H ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3 - 8 Οι Εναγόμενοι 3 - 8 στη δική τους ειδοποίηση για Πρόθεση 'Ενστασης, επιπρόσθετα των λόγων οι οποίοι εγείρονται από τους Εναγόμενους 1, 9 - 11 προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Η Αιτήτρια κωλύεται (estopped) ή και δεν νομιμοποιείται να προβάλει τις αξιώσεις που προωθεί με την παρούσα αγωγή της καθότι δεν είναι δικαιούχος του Εμπιστεύματος. 2. Η Αιτήτρια επιδιώκει να εξασφαλίσει προσωπικό όφελος ή και είναι εχθρική προς το Εμπίστευμα ή και ενεργεί αντίθετα με το ρόλο της ως Προστάτη και ιδρυτή του ή και ενεργεί ενάντια στο συμφέρον των δικαιούχων του. 3. Το εύρος των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης είναι ιδιαίτερα εκτενές σε βαθμό που η προώθηση της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή και δεν συνάδει με τους σκοπούς και τη φιλοσοφία παροχής βοήθειας σε θύματα απάτης μέσω των διαταγμάτων αποκάλυψης. 4. Τα αιτούμενα διατάγματα επεμβαίνουν κατά τρόπο αδικαιολόγητο και ανεπίτρεπτο στα δικαιώματα ή και στα συμφέροντα των δικαιούχων του Εμπιστεύματος. Η Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 5, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε υπήρξε χειριστικός ή καταπιεστικός με την Αιτήτρια, ούτε και άσκησε σωματική ή ψυχολογική βία σ' αυτή. Η Αιτήτρια ουδέποτε παραπονέθηκε στην ίδια ή στις αδελφές της ότι ο Εναγόμενος 1 της συμπεριφερόταν κατά τον ως άνω χρόνο. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 ήταν και είναι ήρεμος, πολύ καλός πατέρας και οι κατηγορίες που προβάλλει εναντίον του η Αιτήτρια αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της με σκοπό να δημιουργήσει κακή εντύπωση εις βάρος του, ώστε να πετύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εξ όσων γνωρίζει, κατά την τελευταία διετία του γάμου τους, ο Εναγόμενος 1 και η Αιτήτρια επισκέπτονταν μαζί ψυχολόγο ώστε να διαχειριστούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν όλα τα ζευγάρια μετά από πολλά χρόνια έγγαμης συμβίωσης και για να βελτιώσουν την μεταξύ τους επικοινωνία. Σε καμιά περίπτωση επισκέπτονταν ψυχολόγο λόγω της ισχυριζόμενης από την Αιτήτρια χειριστικής και καταπιεστικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1. Όπως επίσης πληροφορείται από τον Εναγόμενο 3, ουδέποτε αυτός συμβίωνε με τον Εναγόμενο 1 ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Ο Εναγόμενος 3 κατά το 2002 έγινε προσωπικός βοηθός του Εναγόμενου 1, ενώ αργότερα προάχθηκε σε Sales Manager και αργότερα εκτελεστικός αντιπρόεδρος του Ομίλου Εταιρειών σε Αμερική, Αυστραλία και Ευρώπη. Εξ όσων γνωρίζει, οι γονείς της ίδρυσαν με κοινή τους απόφαση το Εμπίστευμα, με βάση το Κυπριακό Δίκαιο και όρισαν ως τελικούς δικαιούχους την ίδια και τις αδελφές της. Περαιτέρω, ορίστηκαν ως Προστάτες του Εμπιστεύματος η Αιτήτρια, οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 καθώς και η κα Δρόσσου, η οποία είναι φίλη της Αιτήτριας. Η ίδρυση του Εμπιστεύματος έγινε με σκοπό την μελλοντική εξασφάλιση της ίδιας και των αδελφών της. Μετά το διαζύγιο τους, η Αιτήτρια επιθυμούσε να διαλύσει το Εμπίστευμα και να διανεμηθούν τα περιουσιακά του στοιχεία σ' εκείνη και τον Εναγόμενο 1, ο οποίος όμως αρνήθηκε, αφού αυτό δημιουργήθηκε προς όφελος των παιδιών τους. Περαιτέρω, εξ όσων την πληροφορεί ο Εναγόμενος 1, η Αιτήτρια είχε ενεργό ρόλο στη διαδικασία ίδρυσης του Εμπιστεύματος, γι' αυτό και είχε επικοινωνία με τους δικηγόρους τους στην Κύπρο. Μετά το διαζύγιο των γονέων της συμφωνήθηκε όπως καταβάλλεται διατροφή σ' αυτές και από τους δύο γονείς για το λόγο ότι μέχρι σήμερα είναι φοιτήτριες και δεν εργάζονται. Ωστόσο, η Αιτήτρια, λόγω της δικαστικής διαμάχης που είχε με τον Εναγόμενο 1, προσπάθησε να τις στρέψει εναντίον του, χρησιμοποιώντας τη σχέση του με τον Εναγόμενο 3 και προέτρεψε τις αδελφές της να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον του πατέρα τους εξαιτούμενες την καταβολή συγκεκριμένων ποσών για διατροφή, τα οποία εν τέλει απέσυραν. Σ' ότι αφορά την επταώροφη κατοικία στην οποία αναφέρεται η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της, αυτή αποτελούσε την οικογενειακή τους κατοικία, στην οποία συμβίωναν μαζί με την Αιτήτρια ως οικογένεια. Ωστόσο, η Αιτήτρια εγκατέλειψε την ως άνω κατοικία και ενοικίασε άλλο υποστατικό χωρίς προηγουμένως να τις ενημερώσει. Η ίδια συνεχίζει να διαμένει στην ως άνω κατοικία μαζί με τις αδελφές της και τους Εναγόμενους 1 και 3. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), στα άρθρα 4 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο (69(Ι)/1992), στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148 και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ. 1 - 13, Δ.55, θ.1 - 5 και Δ.64. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία, οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Έχοντας κατά νου ότι μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο η προσαχθείσα από την Αιτήτρια μαρτυρία, ικανοποιεί τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ
  1. Η Αιτήτρια με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να κηρύσσεται άκυρο και να ανακαλείται (revoke) το Εμπίστευμα λόγω παραβίασης ουσιωδών όρων του Εγγράφου Εμπιστεύματος, ή και λόγω ψυχικής πίεσης ή και ψευδών παραστάσεων ή και δόλου ή και κλοπής ή και συνωμοσίας ή και απάτης ή και μη εκπλήρωσης των σκοπών της ίδρυσης του ή και λόγω εικονικότητας (cham) ή και λόγω μη εφαρμογής της βούλησης των ιδρυτών του. Διαζευκτικά, αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να παύει και να αντικαθιστά την Εναγόμενη 2 από τη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, ένεκα διορισμού της κατά παράβαση ουσιαστικών όρων της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, όπως επίσης και την παύση των Εναγομένων 1, 3 και 4 από τη θέση των Προστατών του. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εμπεριέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και, κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.2017), ECLI:CY:AD:2017:A
  2. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφαίνεται ότι αποτελεί κοινό τόπο το ότι η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 1, οι οποίοι είναι πρώην σύζυγοι, ίδρυσαν το Εμπίστευμα, δυνάμει της Συμφωνίας Εμπιστεύματος (Trust Deed) ημερομηνίας 7.1.2020 (Τεκμήριο 25 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας) με δικαιούχες αυτού τις τέσσερις θυγατέρες τους (Εναγόμενες 5 - 8). Η ίδρυση του βασίστηκε στις πρόνοιες του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/
  4. Επίτροπος του Εμπιστεύματος διορίστηκε αρχικά η εταιρεία Delta Upsilon η οποία μεταγενέστερα αντικαταστάθηκε από την Εναγόμενη
  5. Με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος διορίστηκαν ως Προστάτες του η Αιτήτρια, οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 καθώς και κάποια κα Δρόσσου, φίλη της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασαν επ' ονόματι της εταιρείας Delta Upsilon όλες τις μετοχές τους που κατείχαν στην Εναγόμενη 9, για να τις κατέχει υπό την ιδιότητα της ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, υπό τους όρους οι οποίοι περιγράφονται λεπτομερώς στη Συμφωνία Εμπιστεύματος. Κατά την 28.4.2023 οι ρηθείσες μετοχές μεταβιβάστηκαν από την εταιρεία Delta Upsilon στην Εναγόμενη 2, αφού προηγήθηκε ο διορισμός της Εναγόμενης 2 ως νέας Επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η Αιτήτρια με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, αξιώνει κατά πρώτο την ακύρωση ή και ανάκληση του Εμπιστεύματος για τους λόγους οι οποίοι έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Στην ένορκη δήλωση της η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ίδρυση του Εμπιστεύματος ήταν αποτέλεσμα έντονων ψυχικών πιέσεων του Εναγόμενου 1 προς το πρόσωπο της, καθώς η ίδια διατηρούσε έντονες ανησυχίες και επιφυλάξεις για την ίδρυση του, κυρίως όσον αφορά τη διαφύλαξη των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων. Εντούτοις, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης της καθώς και η βίαιη και χειριστική συμπεριφορά του την οδήγησαν στο να μεταβιβάσει τις μετοχές της επί της Εναγόμενης 9 Εταιρείας στο όνομα της εταιρείας Delta Upsilon, ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Στη διαμόρφωση και υλοποίηση της απόφασης της για ίδρυση του Εμπιστεύματος καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισε τόσο ο Εναγόμενος 3, ο οποίος της παρουσιαζόταν ως πολύ καλός φίλος του Εναγόμενου 1, όσο και γνωστοί δικηγόροι και οικονομικοί συνεργάτες του Εναγόμενου
  6. Περαιτέρω, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το γεγονός ότι τελικοί δικαιούχοι του Εμπιστεύματος θα ήταν τα τέσσερα παιδιά τους καθώς και το ότι, ως ισχυριζόταν ο Εναγόμενος 1, με την πάροδο του χρόνου και νοουμένου ότι δεν θα υπήρχε κίνδυνος από τους πιστωτές του (Εναγόμενου 1) θα μετέφεραν και πάλι τις μετοχές που κατείχαν στην Εναγόμενη 9 στα ονόματα τους. Σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης της η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η ίδρυση του Εμπιστεύματος καθώς και η μεταβίβαση των μετοχών της που κατείχε στην Εναγόμενη 9, ήταν αποτέλεσμα απάτης και δόλου που είχε ως απώτερο σκοπό την πλήρη οικονομική εκμετάλλευση της και την παράνομη οικειοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων. Ισχυρίζεται ακόμα στην ένορκη δήλωση της ότι από την όλη συμπεριφορά των Εναγομένων διαφαίνεται ότι τελούν σε συμπαιγνία και συνομωσία μεταξύ τους, καταστρατηγώντας όλα τα νόμιμα δικαιώματα της. Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.15-21, σελ.871 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια της συνωμοσίας: «Α conspiracy consists . in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means.» Eπίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην παρ.15-22, σελ.873, αναφέρεται ότι: «The tort requires an agreement, combination, understanding, or concert to injure, involving two or more persons.» Στην υπόθεση Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc
(2009)1 A.A.Δ.25, αναφέροντα τα ακόλουθα σχετικά με το αδίκημα της συνωμοσίας: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Tόμος 45
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα: "697. Εssential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish
(1)an agreement between two or more persons;
(2)either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
(3)that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant." Σε μετάφραση: «697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει:
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα.» Όσον αφορά την έννοια του δόλου, στην υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ.992 επεξηγήθηκε, με αναφορά στους Halsbury's Laws of England, 3rd edition, τόμος 18, σελ.189, ότι είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα (Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ.1523, 1538 και 1539). Περαιτέρω στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149 οι όροι «ψυχική πίεση», «απάτη» και «ψευδής παράσταση» επεξηγούνται ως ακολούθως στα άρθρα 16, 17 και 18: «16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. 17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~ (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~ (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~ (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~ (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.» Στην υπόθεση Molvi Estates Ltd v. Κίμωνος, Πολ. Έφ. Ε193/12, ημερομηνίας 9.5.2023 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32: «Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, εξηγήθηκε, και αυτό είναι το ουσιώδες, ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Επισημάνθηκε, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην υπόθεση Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (στη σελ. 1238) αναφορικά με την έννοια της ψυχικής πίεσης: «Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω).» Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της Αιτήτριας προβάλλονται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς να επεξηγείται επακριβώς σε τι συνίστατο η ψυχική πίεση που δεχόταν από τον Εναγόμενο 1, όπως επίσης και η βίαιη και χειριστική συμπεριφορά του, που όπως ισχυρίζεται την οδήγησαν να πάρει την απόφαση για την ίδρυση του Εμπιστεύματος με τον Εναγόμενο 1, περαιτέρω δε να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατείχε στην Εναγόμενη 9 επ' ονόματι της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Δεν επεξηγεί επίσης γιατί ο Εναγόμενος 1 ήταν σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης της. Πέραν των πιο πάνω, παραλείπει να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες του κατ' ισχυρισμό δόλιου σχεδίου στο οποίο συμμετείχαν οι Εναγόμενοι με σκοπό την καταδολίευση της. Ειδικότερα αξίζει να επισημανθεί ότι στην παράγραφο 75 της ένορκης δήλωσης της ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τελούν σε συμπαιγνία και συνομωσία μεταξύ τους, χωρίς όμως να διευκρινίζει εάν στο συνωμοτικό σχέδιο συμμετείχαν και οι θυγατέρες της. Καθ' όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι η ίδρυση του Εμπιστεύματος θα απέκλειε τον κίνδυνο από του να τεθεί η περιουσία τους στα χέρια τρίτων πιστωτών του Εναγόμενου 1, θα ήθελα να αναφέρω ότι και αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε γενικός και αόριστος καθότι δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες εν σχέσει με τους κατ' ισχυρισμό πιστωτές του Εναγόμενου 1, όπως και τα ποσά που οφείλονται σ' αυτούς. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι στην παράγραφο 86 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι ο Εναγόμενος 1 είχε εγγυηθεί οφειλή της Εταιρεία Napoleon ύψους €3.000.000 περίπου έναντι της εταιρείας Priceline, η οποία πωλούσε τα προϊόντα της Εταιρείας Napoleon. Όμως, δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε έγγραφο προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της ότι ο Εναγόμενος 1 είχε πράγματι εγγυηθεί την εταιρεία Napoleon. Η παράλειψη της να παράσχει πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες των πιστωτών του Εναγόμενου 1 ως και των ποσών που οφείλονταν σ' αυτούς, άφησε τον ισχυρισμό της ότι, σε χρόνο μετά την ίδρυση του Εμπιστεύματος θα μετέφεραν και πάλι τις μετοχές στα ονόματα τους, νοουμένου ότι δεν θα υπήρχε κίνδυνος από τους πιστωτές του Εναγόμενου 1, μετέωρο. Ισχυρίζεται περαιτέρω η Αιτήτρια ότι τα κέρδη της Εναγόμενης 9 δεν χρησιμοποιούνται υπέρ των δικαιούχων του Εμπιστεύματος (Εναγόμενες 5 - 8), όπως επιβάλλει ο σκοπός του Εμπιστεύματος αλλά αντίθετα, τα περιουσιακά του στοιχεία τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τον Εναγόμενο 1 και τον Εναγόμενο 3, αφού η δημιουργία του Εμπιστεύματος έγινε αποκλειστικά και μόνο για εξυπηρέτηση δικών τους προσωπικών συμφερόντων. Ως παράδειγμα δε τέτοιας εκμετάλλευσης αναφέρει το ότι ο Εναγόμενος 1 διαβιεί με τον Εναγόμενο 3 σε επταώροφο ακίνητο το οποίο ανήκει στην Εναγόμενη 11, η ενδεχόμενη ενοικίαση του οποίου θα απέφερε εισοδήματα αξίας €20.000 μηνιαίως περίπου. Με βάση δε τα πιο πάνω, καταλήγει στο αβίαστο, κατά τη θέση της, συμπέρασμα ότι η σύσταση του Εμπιστεύματος έγινε με αλλότρια, δόλια και υστερόβουλα κίνητρα των Εναγομένων. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 1, όπως επίσης και οι Εναγόμενες 5 - 8 απορρίπτουν τους ως άνω ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Ειδικότερα δε καθ' όσον αφορά το αναφερόμενο ανωτέρω επταώροφο ακίνητο, είναι η θέση τους ότι αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί την οικογενειακή κατοικία, στην οποία διέμενε και η Αιτήτρια, την οποία όμως εγκατέλειψε και διαμένει πλέον σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι τα κέρδη της Εναγόμενης 9 τυγχάνουν εκμετάλλευσης από τους Εναγόμενους 1 και 3, χωρίς να χρησιμοποιούνται προς όφελος των δικαιούχων του Εμπιστεύματος, παρέμεινε, και αυτός, γενικός και αόριστος, αφού δεν παρουσιάστηκαν επακριβή στοιχεία και μαρτυρία προς τεκμηρίωση του. Όσον αφορά το επταώροφο ακίνητο, θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από την Αιτήτρια στο κατά πόσο εκτός από τους Εναγόμενους 1 και 3, χρησιμοποιούν και οι θυγατέρες τους το εν λόγω ακίνητο για κατοικία τους. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι καμία αναφορά γίνεται από την Αιτήτρια στην κατοικία ή τον τόπο στον οποίο διαμένουν οι θυγατέρες της μετά το διαζύγιο της με τον Εναγόμενο
  1. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι ενδεχόμενη εκμετάλλευση του ακινήτου θα απέφερε εισοδήματα αξίας €20.000 μηνιαίως, θα ήθελα να αναφέρω ότι καμιά μαρτυρία από ειδικό εκτιμητή παρουσιάστηκε προς τεκμηρίωση του. Διαφαίνεται λοιπόν ότι συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Αιτήτρια ότι η σύσταση του Εμπιστεύματος έγινε με αλλότρια, δόλια και υστερόβουλα κίνητρα των Εναγομένων είναι παντελώς αυθαίρετο. Από το όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των ισχυρισμών της περί ύπαρξης δόλιας συμπεριφοράς, συνωμοσίας και συμπαιγνίας από μέρους των Εναγομένων με σκοπό την παράνομη οικειοποίηση της περιουσίας της. Ισχυρίζεται περαιτέρω η Αιτήτρια ότι ο διορισμός της Εναγόμενης 2 ως νέας Επιτρόπου του Εμπιστεύματος έγινε από τον Εναγόμενο 1 χωρίς τη δική της συγκατάθεση και σύμφωνη γνώμη της, κατά παράβαση των όρων 4.3 και 4.4 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, με αποτέλεσμα ο διορισμός της να είναι παράτυπος. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 1, όπως και η Εναγόμενη 2, ισχυρίζονται ότι κατά τη συνέλευση που έλαβε χώρα διαδικτυακά κατά την 3.11.2022, δεν συμμετείχαν η Αιτήτρια και η φίλη της κα Δρόσσου. Η πλειοψηφία των Προστατών, ενεργώντας στη βάση του όρου 8.1 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος και ενόψει της διαφωνίας μεταξύ του ιδίου και της Αιτήτριας, ψήφισε όπως διοριστεί ως νέος διαχειριστής (Επίτροπος) του Εμπιστεύματος ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, δεόντως αδειοδοτημένο με επαρκή τεχνογνωσία στη διαχείριση ενός κυπριακού διεθνούς εμπιστεύματος. Το πρόσωπο αυτό ψηφίστηκε όπως επιλεγεί από τον ίδιο (Εναγόμενο 1). Την 28.4.2023, διορίστηκε ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος η Εναγόμενη 2, στην οποία και μεταβιβάστηκαν από την προηγούμενη Επίτροπο όλες οι μετοχές της Εναγομένης
  2. Οι όροι 4.3 και 4.
  3. της Συμφωνίας Εμπιστεύματος στους οποίους στηρίζεται η Αιτήτρια προνοούν τα ακόλουθα: «4.3 The power of appointing new trustees of the Trust is an absolute right of the Settlors. 4.
  4. A new Trustees or new Trustees hereof may be appointed at any time, with the prior written consent of the Settlors (either by way of replacement or addition).» Περαιτέρω, ο όρος 8.1 στον οποίο στηρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και 2 προνοεί τα ακόλουθα: «8.1 The Protectors shall have the power to give their instructions to the Trustees to proceed accordingly with any relevant actions required under this Trust Deed, in case of disagreement between the two Settlors. The majority vote of the Protectors will prevail. 8.2 The power of removing or appointing new Protectors of the Trust shall be vested in both the Settlors.» Αποτελεί κοινό τόπο ότι η Αιτήτρια δεν είχε δώσει τη γραπτή συγκατάθεση της στο διορισμό της Εναγομένης 2 ως νέας Επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Ως έχει ήδη αναφερθεί, ο διορισμός της έγινε με βάση απόφαση της πλειοψηφίας των προστατών του Εμπιστεύματος, η οποία στηρίχτηκε στον όρο 8.1 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, ενόψει του ότι η ως άνω πλειοψηφία θεώρησε ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο συνιδρυτών στο διορισμό του νέου Επιτρόπου. Αναμφισβήτητα η νομιμότητα του διορισμού της Εναγόμενης 2 δεν είναι ζήτημα που θα μπορούσε να αποφασιστεί στο στάδιο αυτό. Από την άλλη όμως, η απουσία γραπτής συγκατάθεσης της Αιτήτριας, ως μιας εκ των ιδρυτών του Εμπιστεύματος, στο διορισμό της Εναγόμενης 2, καθιστά, κατά την ταπεινή μου άποψη, ορατό το ενδεχόμενο επιτυχίας του ισχυρισμού της ότι ο ως άνω διορισμός έγινε κατά παράβαση των όρων 4.3 και 4.4 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, οι οποίοι ρητά προνοούν ότι ο νέος Επίτροπος διορίζεται με τη γραπτή συγκατάθεση των Ιδρυτών του Εμπιστεύματος. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι ο όρος 4.3 της Συμφωνίας Εμπιστεύματος ρητά προνοεί ότι ο διορισμός νέου Επιτρόπου ή Επιτρόπων (Trustees) αποτελεί απόλυτο δικαίωμα (absolute right) των ιδρυτών της Εμπιστεύματος. Με δεδομένο το ότι η Αιτήτρια στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της, πέραν από την ακύρωση ή ανάκληση του Εμπιστεύματος, αξιώνει διαζευκτικά την ακύρωση του διορισμού της Εναγομένης 2 στη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος, ως γενόμενη κατά παράβαση ή διάρρηξη ουσιαστικών όρων της Συμφωνίας Εμπιστεύματος, έχω καταλήξει ότι στην έκταση που αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, η Αιτήτρια πέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης της. Φυσικά δεν παραγνωρίζω τη θέση των Εναγομένων 1, 9 - 11, την οποία προβάλλουν μέσω της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, ότι η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό μέσο για υποβολή αιτήματος παύσης και διορισμό νέου επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Με αναφορά στο άρθρο 11Α του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου 69(Ι)/1992 και σε βιβλιογραφία [The Modern Law of Trusts του A. J. Oakley, 9η Έκδοση
(2008)] η κα Λιασίδου υποστηρίζει ότι το ορθό δικονομικό μέσο είναι η εναρκτήρια κλήση και όχι η αγωγή. Με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο, είμαι της άποψης ότι και αυτό το ζήτημα δεν θα μπορούσε να εξεταστεί και αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό για να σχολιαστεί και ο λόγος ένστασης των Εναγομένων ότι η Αιτήτρια παράβηκε το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια: (α) Παρέλειψε να αποκαλύψει το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30.5.2023 το οποίο απέστειλε στη δικηγορική εταιρεία Αριστοδήμου, Λοϊζίδης, Γιολίτης ΔΕΠΕ, στο οποίο φανερώνει ότι επιθυμία της είναι να καταστρέψει το Εμπίστευμα ώστε να μπορεί να λάβει και εκμεταλλευθεί τα περιουσιακά του στοιχεία εις βάρος των δικαιούχων του. (β) Παρέλειψε να αποκαλύψει την επιστολή των δικηγόρων του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 6.6.2023 στην οποία οι δικηγόροι του αναφέρουν ότι έχουν λάβει το ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα της και θα το χρησιμοποιήσουν στο Δικαστήριο. (γ) Παραπλάνησε το Δικαστήριο σε σχέση με τη συμμετοχή της στη σύσταση του Εμπιστεύματος, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως θύμα των ενεργειών του Εναγόμενου 1, ενώ στην πραγματικότητα είχε ενεργό λόγο, ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους στην Κύπρο που ανέλαβαν τη σύσταση του και χειριζόταν αποκλειστικά τη σύσταση του. (δ) Διαστρέβλωσε τη σχέση που είχε ο Εναγόμενος 1 με τον Εναγόμενο 3, παρουσιάζοντας ότι δεν γνώριζε τόσα χρόνια για την μεταξύ τους σχέση. Επί σειρά ετών η Αιτήτρια γνώριζε και είχε αποδεχτεί την αμφισεξουαλικότητα του και ουδέποτε εξέφρασε κάποια ανησυχία προς αυτό.Επίσης παραπλάνησε το Δικαστήριο σε σχέση με την πραγματική σχέση που ο Εναγόμενος 1 είχε με την ίδια. (ε) Παραπλάνησε το Δικαστήριο σε σχέση με τη δικαστική υπόθεση με πρώην εργαζόμενο στην εταιρεία τους στην Αυστραλία. (στ) Δεν αποκάλυψε ότι οι τρεις θυγατέρες τους, ήτοι οι Εναγόμενες 6 - 8 είχαν κινηθεί νομικά εναντίον της καθότι αρνείτο και αρνείται να πληρώσει το μερίδιο που της αναλογεί για την κάλυψη της διατροφής και των καθημερινών τους εξόδων. (ζ) Παρέλειψε να αναφέρει ότι εναντίον της εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίες για παράνομη ιδιοποίηση αντικειμένων μεγάλης αξίας, τα οποία ο Εναγόμενος 1 αγόρασε για τις Εναγόμενες 5 - 8, τα οποία πήρε μαζί της όταν εγκατέλειψε την οικογενειακή κατοικία, περαιτέρω δε προέβηκε στην πώληση τους. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Τα όσα ανωτέρω προβάλλονται από τον Εναγόμενο 1 δεν αποτελούν, κατά την άποψη μου, κοινώς παραδεχτά και με αντικειμενικό έρεισμα ουσιώδη γεγονότα αλλά πρόκειται για την προβαλλόμενη από τον Εναγόμενο 1, όπως επίσης και τους υπόλοιπους Εναγόμενους, διαφορετική εκδοχή, η οποία περιγράφεται από τους ενόρκως δηλούντες (Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ. Ε.64/2015, ημερ. 20.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:A342. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο κατέληξε ότι η Αιτήτρια κατέδειξε ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης της βασιζόμενο στο κοινά αποδεκτό γεγονός ότι ο διορισμός της Εναγόμενης 2 ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος έγινε χωρίς να υπάρχει η προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο λόγος ένστασης των Εναγομένων ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι η Αιτήτρια πέτυχε να ικανοποιήσει και την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, στην έκταση που έχω αναφέρει πιο πάνω, θα προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης. Στη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013, ημερομηνίας 11.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A360 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της διατείνεται ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων έχει καταδείξει ότι, εκτός εάν εμποδιστούν από το Δικαστήριο, θα προχωρήσουν με την περαιτέρω αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει άμεσο, ορατό και πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος, ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω, ο κ. Τέκλος στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 ήταν ή είναι τέτοια που την καθιστά ακατάλληλη να ενεργεί ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος ή ότι η παραμονή της θα προκαλέσει ζημιά στην ευημερία των δικαιούχων του. Ούτε έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι το Εμπίστευμα δεν εκτελείται ορθά ή ότι υπήρξε παραβίαση καθηκόντων από την Εναγόμενη
  1. Κατά πρώτο θα ήθελα να επισημάνω ότι, παρά το ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό ότι δεν υπήρξε παραβίαση καθηκόντων από την Εναγόμενη 2, εντούτοις, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνει, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (Rapp v. Sinden κ.ά, Πολ. Έφεση Ε191/2014 ημερ. 20.3.2020 και C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001 1(Β) Α.Α.Δ. 785). Στην προκείμενη περίπτωση με δεδομένο το ότι η νομιμότητα του διορισμού της Εναγόμενης 2 στη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση, ζήτημα το οποίο θα εκδικαστεί και αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής, αυτό το οποίο θα πρέπει να προσμετρήσει, κατά την άποψη μου, είναι η επίπτωση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον ήθελε επισυμβεί, στο Εμπίστευμα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει σε τελικό στάδιο ότι ο διορισμός της Εναγόμενης 2 δεν έγινε νόμιμα και προχωρήσει στην ακύρωση του διορισμό της. Εκείνο το οποίο προέχει, κατά την άποψη μου, στο στάδιο αυτό είναι η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος μέχρι να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο ο διορισμός της Εναγομένης 2 έγινε ή όχι νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Εγγράφου Εμπιστεύματος. Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Αιτήτρια πέτυχε να ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αφού μελέτησα τις προβαλλόμενες εκατέρωθεν θέσεις κατέληξα ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά της Αιτήτριας και του Εμπιστεύματος. Είμαι της άποψης ότι η ζημιά η οποία ήθελε προκληθεί στο Εμπίστευμα σε περίπτωση ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος και μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος παγοποίησης, θα είναι πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με τη ζημιά η οποία ήθελε προκληθεί στην Εναγόμενη 2 ή και στον Εναγόμενο 1 από τη μη οριστικοποίηση και μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως και η οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος των δικαιούχων του Εμπιστεύματος και θα προκαλέσει ζημιά στη διαχείριση της περιουσίας του. Ο ως άνω ισχυρισμός όμως προβάλλεται κατά γενικό και αόριστο τρόπο, καθότι δεν επεξηγείται κατά πόσο το Εμπίστευμα ασκεί οποιαδήποτε επιχειρηματική ή οικονομική δραστηριότητα η οποία θα μπορούσε να επηρεαστεί από την έκδοση του διατάγματος παγοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων. Επιπρόσθετα, δεν διευκρινίζεται το κατά πόσο οποιαδήποτε κέρδη του Εμπιστεύματος διανέμονται στις δικαιούχους αυτού, συγκεκριμένα στις Εναγόμενες 5 -
  3. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω δεν θα μπορούσε να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό των Εναγομένων. Πέραν των πιο πάνω θα ήθελα να επισημάνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παγοποίησης θα συμβάλει στη διατήρηση του status quo ante. TA AITOYMENA ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ Ως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο στην παράγραφο Β της Αίτησης διάταγμα με το οποίο η Εναγόμενη 2 διατάχθηκε όπως μη διαθέσει, πωλήσει, δωρίσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει ή επιβαρύνει τις μετοχές οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της υπό την ιδιότητα της ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος. Έχοντας κατά νουν ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, περαιτέρω δε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς την πλευρά της Αιτήτριας και του Εμπιστεύματος, κατέληξα ότι η οριστικοποίηση του ως άνω διατάγματος είναι πλέον επιβεβλημένη, κατά τρόπο ώστε να διατηρηθεί η ιδιοκτησία των ρηθεισών μετοχών και, κατ' επέκταση, το status quo ante. Παρά το ότι το ρηθέν διάταγμα εξεδόθη υπό μορφή προστακτικού και όχι απαγορευτικού διατάγματος, ως θα ήταν το ορθότερο, εντούτοις στην ουσία απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 από του να αποξενώσει ή και επιβαρύνει τις μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της υπό την ιδιότητα της ως Επίτροπος του Εμπιστεύματος, γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να προβώ στην τροποποίηση του λεκτικού του. Πέραν του ως άνω διατάγματος, ζητείται η έκδοση διατάγματος παγοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος, τα οποία κατέχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτό. Το λεκτικό της παραγράφου Α έχει ως ακολούθως: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάττονται οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση ή/και οι αντιπρόσωποι τους ή/και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών ή/και εντολών τους ή/και στη βάση εξουσιών που απορρέουν από το κυπριακό διεθνές εμπίστευμα με την ονομασία «THE AMALIA ELEATIS TRUST» (εφεξής το Εμπίστευμα), που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερ. 07/01/2020 (εφεξής η «Συμφωνία Εμπιστεύματος») όπως μη διαθέσουν, πληρώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, δεσμεύσουν, επιβαρύνουν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον, μειώσουν την αξία ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο, ενέργεια ή παράλειψη και/ή να επιτρέψουν να αποξενωθούν τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και συνιστούν περιουσία του εν λόγω Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από το Εμπίστευμα, περιλαμβανόμενων, χωρίς περιορισμό, οποιαδήποτε κινητή ή/και ακίνητη περιουσία ή/και οποιωνδήποτε χρημάτων βρίσκονται κατατεθειμένα σε οποιοδήποτε τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα (i) επ' ονόματι ή προς όφελος της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η αίτηση 2 υπό την ιδιότητά της ως επίτροπος (trustee) του Εμπιστεύματος, είτε (ii) επ' ονόματι των Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 3 και/ή 4 υπό την ιδιότητά τους ως προστάτες (protectors) του Εμπιστεύματος και/ή άλλως πως είτε (iii) επ' ονόματι των Καθ' ων η αίτηση 5 και/ή 6 και/ή 7 και/ή 8 υπό την ιδιότητά τους ως τελικοί δικαιούχοι (beneficiaries) του Εμπιστεύματος είτε (iν) οποιουδήποτε άλλου προσώπου (φυσικού ή νομικού) που κατέχει ή διατηρεί ή κατακρατεί ή διαχειρίζεται χρήματα τα οποία άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στην περιουσία του Εμπιστεύματος, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης (περιλαμβανομένης της έκδοσης απόφασης σε έφεση, εάν καταχωρηθεί) στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή ή/και μέχρι την έκδοση περαιτέρω οδηγιών ή/και διαταγμάτων αυτού του Δικαστηρίου.» Είμαι της άποψης ότι η έκδοση του είναι αναγκαία κατά τρόπο ώστε να διατηρηθούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Φυσικά, το ανωτέρω διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί εναντίον όλων των Εναγομένων, αφού δεν είναι όλοι οι Εναγόμενοι που έχουν σχέση με τα περιουσιακά του στοιχεία του Εμπιστεύματος ή και τη διαχείριση τους. Αναμφισβήτητα αυτό θα πρέπει να εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης 2 η οποία όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι η Επίτροπος και κατ' επέκταση η διαχειριστής των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος. Θεωρώ επίσης αναγκαία την έκδοση του εναντίον και του Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 9, η οποία είναι η αποκλειστική μέτοχος των Εναγομένων 10 και 11 εταιρειών. Κατ' επέκταση τα περιουσιακά τους στοιχεία κατέχονται έμμεσα από το Εμπίστευμα, μέσω των μετοχών της Εναγόμενης 9, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Εναγόμενης 2, υπό την ιδιότητα της ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν αυτός που επέλεξε την Εναγόμενη 2 για διορισμό της στη θέση της Επιτρόπου του Εμπιστεύματος. Με το ίδιο αιτητικό ζητείται η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία κατέχονται και από τους Εναγόμενους 3 και 4 ως Προστάτες του Εμπιστεύματος, ως επίσης και από τις Εναγόμενες 5 - 8 οι οποίες είναι οι δικαιούχοι του. Δεν έχει διαφανεί όμως ότι τα ως άνω πρόσωπα κατέχουν οποιαδήποτε περιουσία του Εμπιστεύματος υπό την ιδιότητα η οποία έχει περιγραφεί πιο πάνω, γι' αυτό θεωρώ άσκοπη την έκδοση εναντίον τους του αιτούμενου διατάγματος. Πέραν των πιο πάνω, έχω παρατηρήσει ότι ζητείται η έκδοση προστακτικού διατάγματος αντί απαγορευτικού που θα ήταν το ορθότερο. Με δεδομένο το ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, προστακτικά διατάγματα σπάνια εκδίδονται, θεωρώ ορθότερο όπως διαφοροποιηθεί το λεκτικό του διατάγματος κατά τρόπο ώστε να μετατραπεί σε απαγορευτικό (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd (ανωτέρω) και Shepherd Homes v. Sandham
(1971)Ch. 340). Με τα υπό παρ. ΙΕ και ΙΣΤ αιτητικά ζητείται ο προσωρινός διορισμός ή και προσωρινή αντικατάσταση της Εναγόμενης 2 με την εταιρεία Intolegal Limited ως νέου Επιτρόπου του Εμπιστεύματος καθώς και των κ.κ. Γιάννου Βασιλείου, Όλγας Βασιλείου και Yana Kreytor ως νέων Προστατών του Εμπιστεύματος για την εφαρμογή της βούλησης των ιδρυτών του και τη διαφύλαξη των περιουσιακών αυτού στοιχείων μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή. Θα πρέπει να επισημάνω ότι τα ίδια αιτητικά περιλαμβάνονται και στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Tυχόν έκδοση των ως άνω διαταγμάτων στο στάδιο αυτό θα ισοδυναμούσε, κατά την άποψη μου, με την παραχώρηση μέρους της αιτούμενης τελικής θεραπείας από αυτό το στάδιο, κάτι το οποίο και θα επέφερε ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. (Σταυράκης κ.ά. ν. Δήμου Λευκωσίας
(2015)1 Α.Α.Δ. 731). Συνεπώς, τα ανωτέρω διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν στο στάδιο αυτό. Πέραν των πιο πάνω, με τις παραγράφους Δ, Ε, ΣΤ και Ζ της υπό εξέταση Αίτησης ζητείται η έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης της περιουσίας των Εναγομένων 1, 9, 10 και 11. Με δεδομένο το ότι η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των ισχυρισμών της περί συνωμοσίας προς καταδολίευση της, η έκδοση των ως άνω αιτούμενων διαταγμάτων κάθε άλλο παρά δικαιολογημένη θα ήταν υπό τις περιστάσεις. Από την άλλη, είμαι της άποψης ότι η έκδοση των διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος αποτελεί επαρκή θεραπεία για την προστασία των περιουσιακών του στοιχείων, χωρίς να απαιτείται η έκδοση οποιωνδήποτε άλλων διαταγμάτων παγοποίησης. Με το υπό παράγραφο Η αιτητικό ζητείται υποβοηθητικό διάταγμα το οποίο να διατάσσει κάθε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα όπως πληροφορήσει την Αιτήτρια κατά πόσο έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή και τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των παραγράφων Δ, Ε, ΣΤ και Ζ της Αίτησης. Αναμφισβήτητα, από τη στιγμή που κανένα τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι διάδικο στην παρούσα αγωγή, ούτε και έχει επιδοθεί σ' αυτά η παρούσα Αίτηση, παρά το ότι είχαν δοθεί οδηγίες για επίδοση, δεν θα μπορούσε να εκδοθεί εναντίον τους οποιοδήποτε διάταγμα αποκάλυψης (SCF Finance Co Ltd v. Masri
(1985)2 All E.R. 747). ΤΟ ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΥΠΟΥ NORWICH PHARMACAL H Αιτήτρια με το αιτητικό της παραγράφου Θ αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 2, υπό την ιδιότητα της ως Επιτρόπου του Εμπιστεύματος όπως ετοιμάσει και καταχωρήσει ένορκη δήλωση η οποία να περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες ή και έγγραφα: «α. Κατάλογο με όλα τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των οποιωνδήποτε εταιρειών των οποίων οι μετοχές κατέχονται από το Εμπίστευμα ή/και οποιονδήποτε θυγατρικών εταιρειών αυτών, στον οποίο να καθορίζεται το είδος του κάθε περιουσιακού στοιχείου, ο αριθμός τυχόν λογαριασμού στον οποίο είναι κατατεθειμένο, η σημερινή του αξία και η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται σήμερα- και β. Αντίγραφα όλων των διαθέσιμων οικονομικών καταστάσεων του Εμπιστεύματος, και γ. Αντίγραφα τραπεζικών καταστάσεων αναφορικά με οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος διατηρείται σε οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στη Κύπρο και/ή στην Ελλάδα και/ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου επ' ονόματι ή με δικαιούχο την Καθ' ης η Αίτηση 2 ως επίτροπο του Εμπιστεύματος και/ή με δικαιούχο τους Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή 3 και/ή 4 ως προστάτες (protectors) του Εμπιστεύματος και/ή με δικαιούχους τις Καθ' ων η Αίτηση 5 έως 8 ως δικαιούχοι του Εμπιστεύματος και/ή το Εμπίστευμα και/ή οποιαδήποτε θυγατρική εταιρεία των εταιρειών του εν λόγω Εμπιστεύματος, και δ. Οποιαδήποτε αλληλογραφία μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 1 έως 11 από την μέρα σύστασης του Εμπιστεύματος μέχρι και την μέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εν σχέση με το Εμπίστευμα ή/και οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου αυτού είτε κατέχεται έμμεσα είτε άμεσα από το Εμπίστευμα και/ή μέσω εταιρειών που κατέχονται άμεσα και/ή έμμεσα από το Εμπίστευμα και ε. Όλες τις οδηγίες που έλαβε η Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή οι Διευθυντές και/ή ο γραμματέας και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες αυτών και/ή οποιοσδήποτε εξ' αυτών από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικά και/ή άλλως πως αναφορικά με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) και/ή σχετικών προς την εκτέλεση των καθηκόντων της ως επιτρόπου του κυπριακού Διεθνούς Εμπιστεύματος με την ονομασία «THE AMALIA ELEATIS TRUST», από την μέρα σύστασης του Εμπιστεύματος και/ή από την ημέρα διορισμού της ως επιτρόπου (trustee) του Εμπιστεύματος μέχρι και την μέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης και στ. Όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε η Καθ' ης η Αίτηση 2 από την ημέρα διορισμού της ως επιτρόπου (trustee) του Εμπιστεύματος εν σχέση με το Εμπίστευμα ή/και οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου αυτού είτε κατέχεται έμμεσα είτε άμεσα, μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης καθώς και τους λόγους για τους οποίους προέβηκε στις εν λόγω ενέργειες.» Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.,
(2012)1Β ΑΑΔ 1403. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα
(2014)1Α ΑΑΔ 118, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Στην προκείμενη περίπτωση το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης δεν ζητείται για σκοπούς ιχνηλάτησης, ώστε να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα, ούτε βέβαια και η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε ως τέτοια, αφού στηρίζεται σε συγκεκριμένα αγώγιμα δικαιώματα (Αθανασίου κ.ά. ν. Οντόνι
(2014)1Γ ΑΑΔ 2669). Είναι φανερό ότι ζητείται περισσότερο για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης. Στην υπόθεση Raikov v. Rual Trade Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 184/2012, ημερομηνίας 18/1/2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.» Θεωρώ επίσης απόλυτα σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά. (ανωτέρω): «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
  1. f)και (
  2. h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva.» Με οδηγό τα όσα εκτίθενται πιο πάνω καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης είναι αναγκαίο προς το σκοπό της υποβοήθησης καθώς και αστυνόμευσης του διατάγματος παγοποίησης. Η Αιτήτρια δεν φαίνεται να έχει πλήρη εικόνα των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος, όπως και της διαχείρισης του. Είναι λοιπόν φανερό ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης θα είναι αδύνατο να υπάρχει πλήρης εικόνα αναφορικά με τα περιουσιακά του στοιχεία για σκοπούς μελλοντικής εκτέλεσης της απόφασης που τυχόν εκδοθεί σε τελικό στάδιο καθώς και ελέγχου υπακοής των Εναγομένων 1 και 2 στο εκδοθέν διάταγμα παγοποίησης. Δεν θεωρώ όμως ότι είναι αναγκαίες όλες οι αιτούμενες από την Αιτήτρια πληροφορίες. Οι αιτούμενες στις παραγράφους δ και ε πληροφορίες είναι άσχετες, κατά την άποψη μου, με το σκοπό τον οποίο θα εξυπηρετήσει το διάταγμα αποκάλυψης, γι' αυτό και δεν θα περιληφθούν σ' αυτό. Για τον ίδιο λόγο δεν θεωρώ αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου στην παράγραφο Ι της Αίτησης διατάγματος με το οποίο ζητείται η καταχώριση από την Εναγόμενη 2 του συνόλου των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή και έλεγχο της, τα οποία ανήκουν στο Εμπίστευμα. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ πολύ γενικό ένα τέτοιο διάταγμα γι' αυτό και δεν θα μπορούσε να εκδοθεί από το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, ζητείται η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον και των Εναγομένων 1, 9, 10 και 11. Ενόψει όμως του ότι δεν έχουν εκδοθεί εναντίον τους διατάγματα παγοποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, η έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον τους δεν θα εξυπηρετούσε, κατά την άποψη μου, οποιοδήποτε σκοπό. Ζητείται ακόμα η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διορίζεται ο δικηγόρος κ. Δημητρίου ως ενδιάμεσος παραλήπτης και διαχειριστής της Εναγόμενης 9 και η ανάθεση σ' αυτόν των εξουσιών οι οποίες περιγράφονται στην παράγραφο ΙΗ. Ενόψει όμως του ότι δεν έχουν εκδοθεί οποιαδήποτε διατάγματα εναντίον της Εναγόμενης 9, θεωρώ άσκοπο το διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη επί της περιουσίας της. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι η Εναγόμενη 9 εμπλέκεται στο εναντίον της κατ' ισχυρισμό συνωμοτικό σχέδιο προς καταδολίευση της. Συνεπώς ούτε αυτό το διάταγμα μπορεί να εκδοθεί. Ένας εκ των λόγων ένστασης των Εναγομένων είναι ότι η Αιτήτρια απέτυχε να ικανοποιήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Όπως είναι νομολογημένο, το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο (Resola (Cyprus) Ltd v. Christou
(1998)1(B) A.A.Δ. 598, 604). Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, εκδόθηκε το αιτούμενο στην παράγραφο Β διάταγμα μονομερώς. Δεν έχει διαφανεί ότι η Αιτήτρια απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση της στην απουσία της άλλης πλευράς. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο απέρριψε το λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Με βάση τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμη αιτία για ακύρωση του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Καθ' όσον αφορά τα υπόλοιπα διατάγματα, υπενθυμίζω ότι αυτά δεν εκδόθηκαν μονομερώς αλλά το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση τους στην άλλη πλευρά. Κατά συνέπεια, το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν μπορεί να διαδραματίσει την ίδια σπουδαιότητα όπως στην περίπτωση του διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία ότι η Αιτήτρια επέδειξε οποιαδήποτε ολιγωρία ή καθυστέρησε στην προώθηση της παρούσας Αίτησης, κατά τρόπο ώστε να επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Εναγομένων (Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2029). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς, καταλήγω ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει κατά το μέρος της που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται. Επίσης εκδίδονται το αιτούμενο στην παράγραφο Α διάταγμα παγοποίησης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, διαμορφωμένο όμως κατά τον τρόπο που θα περιγραφεί πιο κάτω, καθώς επίσης και το διάταγμα ένορκης αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) εναντίον του Εναγόμενου 2, κατά τον τρόπο που επίσης θα περιγραφεί πιο κάτω. Η Αίτηση εναντίον όλων των υπόλοιπων Εναγομένων δεν μπορεί να πετύχει, γι' αυτό θα απορριφθεί. Καθ' όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω:
  1. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 2.8.2023 οριστικοποιείται.
  2. Επίσης εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: (α) Διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 ή/και τους αντιπρόσωπους τους ή/και σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν στη βάση οδηγιών ή/και εντολών τους ή/και στη βάση εξουσιών που απορρέουν από το κυπριακό διεθνές εμπίστευμα με την ονομασία «THE AMALIA ELEATIS TRUST», που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερ. 07/01/2020 όπως διαθέσουν, πληρώσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, δεσμεύσουν, επιβαρύνουν, δημιουργήσουν οποιοδήποτε συμφέρον, μειώσουν την αξία ή άλλως πως αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο, ενέργεια ή παράλειψη και/ή να επιτρέψουν να αποξενωθούν τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Εμπίστευμα ή/και συνιστούν περιουσία του εν λόγω Εμπιστεύματος ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από το Εμπίστευμα, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε κινητής ή/και ακίνητης περιουσίας ή/και οποιωνδήποτε χρημάτων βρίσκονται κατατεθειμένα σε οποιοδήποτε τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα επ' ονόματι ή προς όφελος της Εναγόμενης 2 υπό την ιδιότητά της ως επίτροπος (trustee) του Εμπιστεύματος, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης (περιλαμβανομένης της έκδοσης απόφασης σε έφεση, εάν καταχωρηθεί) στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή ή/και μέχρι την έκδοση περαιτέρω οδηγιών ή/και διαταγών αυτού του Δικαστηρίου. (β) Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal με το οποίο διατάσσεται η Εναγόμενη 2 υπό την ιδιότητα της ως Επίτροπος (trustee) του Εμπιστεύματος, δια των αξιωματούχων ή και υπαλλήλων ή και συνεργατών ή και αντιπροσώπων της, όπως εντός 40 ημερολογιακών ημερών από την προς αυτή επίδοση του παρόντος διατάγματος ετοιμάσει και καταχωρίσει στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και συγχρόνως επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να περιλαμβάνει τα ακόλουθα: (α) Κατάλογο με όλα τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος και συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των οποιωνδήποτε εταιρειών των οποίων οι μετοχές κατέχονται από το Εμπίστευμα ή/και οποιονδήποτε θυγατρικών εταιρειών αυτών, στον οποίο να καθορίζεται το είδος του κάθε περιουσιακού στοιχείου, ο αριθμός τυχόν λογαριασμού στον οποίο είναι κατατεθειμένο, η σημερινή του αξία και η τοποθεσία στην οποία βρίσκεται σήμερα- και (β) Αντίγραφα όλων των διαθέσιμων οικονομικών καταστάσεων του Εμπιστεύματος, και (γ) Αντίγραφα τραπεζικών καταστάσεων αναφορικά με οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος διατηρείται σε οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στην Κύπρο και/ή στην Ελλάδα και/ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου επ' ονόματι ή με δικαιούχο την Εναγόμενη 2 ως επίτροπο του Εμπιστεύματος ή και επ' ονόματι του Εμπιστεύματος. (δ) Όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε η Εναγόμενη 2 από την ημέρα διορισμού της ως Επιτρόπου (trustee) του Εμπιστεύματος εν σχέση με το Εμπίστευμα ή/και οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου αυτού είτε κατέχεται έμμεσα είτε άμεσα, μέχρι και την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης καθώς και τους λόγους για τους οποίους προέβηκε στις εν λόγω ενέργειες.
  3. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας-Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 τα έξοδα της Αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  4. Η Αίτηση εναντίον των Εναγομένων 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος τους και εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι καθ' όσον αφορά τις Εναγόμενες 9, 10 και 11 ενόψει του ότι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο ένα σετ εξόδων θα υπολογιστεί. Για τον ίδιο λόγο θα υπολογιστεί ένα σετ εξόδων καθ' όσον αφορά τους Εναγόμενους 3, 4, 5, 6, 7 και
  5. Διευκρινίζεται επίσης ότι τα εναντίον της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2 επιδικασθέντα έξοδα θα πληρωθούν από τους ίδιους και όχι από την περιουσία του Εμπιστεύματος. Όλα τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.