Αναφορικά με την εταιρεία PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD, Γενική Αίτηση: 141/2022, 28/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Πασιαρδή, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 141/2022 (i-Justice) Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 216-233 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα και Αναφορικά με την εταιρεία PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD και Αναφορικά με την αίτηση του Λεωνίδα Κίμωνος, Εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD διορισθείς δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/10/2020 Αίτηση ημερομηνίας 27/09/2022 για έκδοση προστακτικών και απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μ. Τσαγγαρίδη για PHC Tsangarides LLC Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Λ. Λυσάνδρου για Λυσάνδρου, Φλώρου Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή
- Στις 29/07/2022 ο κ. Λεωνίδας Κίμωνος (ο «Αιτητής») που είναι ο εκκαθαριστής της εταιρείας PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται προστακτικά και απαγορευτικά διατάγματα εναντίον του κ. Αθηνόδωρου Ξενοφώντος (ο «Καθ' ου η Αίτηση 1») και εναντίον της εταιρείας FSM LTD (η «Καθ' ης η Αίτηση 2») που αποσκοπούν στο να λάβει υπό τον έλεγχο και κατοχή του το γυμναστήριο με την ονομασία «MODUS VIVDENDI HEALTH CENTER» και τον εξοπλισμό του. Αίτηση
- Η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 27/09/2022 (η «Αίτηση») βασίζεται στα άρθρα 216, 218, 221, 223, 231, 232, 234 και 301 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, στους Περί Εκκαθαρίσεως Εταιρειών Κανονισμούς, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.1, 2,3 ,4 ,5, 6,7, 8 και 9, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στη σχετική Νομολογία. Την Αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27/09/2022 του Αιτητή (η «Ε/Δ ΛΚ»). Παραθέτω αυτούσια τα αιτητικά της Αίτησης: Α) Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Αθηνόδωρος Ξενοφώντος και/ή η FSM LTD (HE171766) και/ή οι αξιωματούχοι και/ή οι υπάλληλοι της εταιρείας FSM LTD όπως παραδώσουν στον Αιτητή την ελεύθερη κατοχή και χρήση του γυμναστηρίου με την ονομασία «MODUS VIVENDI HEALTH CENTER» το οποίο βρίσκεται στην οδό Γιάννη Κρανιδιώτη 58-60, 3110 Εκάλη, Αγία Φύλα, Λεμεσός, ιδιοκτησίας της εταιρείας PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD το οποίο έχουν στην κατοχή και/ή τον έλεγχο τους εντός 3 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και/ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη. Β) Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Αθηνόδωρος Ξενοφώντος και/ή η FSM LTD (HE171766) και/ή αξιωματούχοι και/ή οι υπάλληλοι της της εταιρείας FSM LTD όπως παραδώσουν στον Αιτητή την ελεύθερη κατοχή και χρήση του εξοπλισμού του γυμναστηρίου με την ονομασία «MODUS VIVENDI HEALTH CENTER» τον οποίο βρίσκεται στην οδό Γιάννη Κρανιδιώτη 58-60, 3110 Εκάλη, Αγία Φύλα, Λεμεσός, ιδιοκτησίας της εταιρείας PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD το οποίο έχουν στην κατοχή και/ή τον έλεγχο τους εντός 3 ημερών από την επίδοση του διατάγματος και/ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη, ως αυτός περιγράφεται στο επισυνημμένο Παράρτημα Α. Γ) Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύσει στον Αθηνόδωρο Ξενοφώντος και/ή την FSM LTD (HE171766) και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους υπάλληλους της εταιρείας FSM LTD από του να παρεμποδίζουν τον Αιτητή στην εκπλήρωση των καθηκόντων του ως εκκαθαριστή της εταιρείας PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD και/ή να μην εισέρχονται επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD.
- Με την Ε/Δ ΛΚ το περιεχόμενο της οποίας θα συνοψίσω, καθότι παρέλκει η αναγκαιότητα αυτούσιας μεταφοράς και επανάληψης όλων των αναφορών στο πλαίσιο της παρούσας, παρατίθεται το ιστορικό διορισμού του Αιτητή ως εκκαθαριστή της εταιρείας PRO.FIT SPORTS MANAGEMENT LTD (η «PRO.FIT»). Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι διορίστηκε στις 23/10/2020 σε αντικατάσταση προηγούμενου εκκαθαριστή της PRO.FIT. Αναφέρει ότι η PRO.FIT τέθηκε σε εκκαθάριση στις 20/12/2010 κατόπιν Δικαστικού Διατάγματος στα πλαίσια της αίτησης 333/2010 Στη συνέχεια επεξηγεί ότι η κύρια δραστηριότητα της εταιρείας ήταν η λειτουργία γυμναστηρίου με την ονομασία MODUS VIVENDI HEALTH CENTER και προβαίνει σε αναφορές με τις οποίες περιγράφει την ανέγερση του γυμναστηρίου από την εταιρεία. Εκφράζει την πεποίθηση ότι επειδή το γυμναστήριο και ο εξοπλισμός του (με έγγραφο προσδιορίζεται το κάθε μηχάνημα και η αξία του) αγοράστηκαν με έξοδα που επωμίστηκε η εταιρεία τότε αυτά της ανήκουν. Μετά τον διορισμό του διαπίστωσε ότι τόσο το γυμναστήριο όσο και ο εξοπλισμός του ουδέποτε περιήλθαν στην κατοχή και στον έλεγχο οποιουδήποτε από τους προηγούμενους εκκαθαριστές της εταιρείας.
- Έπειτα περιγράφει ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, από το 2012 το γυμναστήριο και ο εξοπλισμός του χρησιμοποιούνται παράνομα από τους Καθ' ων η Αίτηση χωρίς να έχει ληφθεί οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση από οποιονδήποτε προηγούμενο εκκαθαριστή και χωρίς να καταβάλλεται οποιοδήποτε αντίτιμο ή ενοίκιο. Στη συνέχεια περιγράφει τις ενέργειες στις οποίες προέβη με σκοπό να λάβει την κατοχή και στον έλεγχο του το εν λόγω γυμναστηρίου τόσο με συναντήσεις με τον Καθ' ου η Αίτηση 1 (που είναι ένας εκ των μετόχων της PRO.FIT) αλλά και μέσω σχετικής επιστολής ημερομηνίας 01/09/2022 από τους δικηγόρους του προς τους Καθ' ων η Αίτηση με τα οποία τους κάλεσε να του παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του γυμναστηρίου και όπως του καταβάλουν ποσό ίσο με την ενοικιαστηριακή αξία του από το 2012 μέχρι και σήμερα. Αν και υπήρξε συνάντηση με τους Καθ' ων η Αίτηση δεν οδήγησε πουθενά και ισχυρίζεται ότι αυτοί αρνούνται και αμελούν μέχρι και σήμερα να του παραδώσουν το γυμναστήριο και αρνούνται αντίθετα με τις ειδοποιήσεις του. Για τους πιο πάνω λόγους, έπειτα από νομική συμβουλή που έλαβε, πιστεύει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει να περιέλθει υπό τον έλεγχο του οποιαδήποτε περιουσία που ανήκει στην εταιρεία. Ένσταση
- Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν την ένσταση τους στις 08/11/2022 και με αυτή προβάλλονται 14 συνολικά λόγοι ένστασης ως προς το γιατί η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοπτικά αποδιδόμενοι, οι λόγοι ένστασης επικεντρώνονται κυρίως στο ότι: α) η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη κα κακόπιστη, β) ότι ο Αιτητής απέκρυψε γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο, γ) ότι ο Αιτητής δεν ενεργεί προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, δ) ότι οι κτηριακές εγκαταστάσεις του γυμναστηρίου του δεν αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας ε) ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και στ) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν άδεια από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών να χρησιμοποιούν και να κατέχουν το εν λόγω ακίνητο και εγκαταστάσεις και έχουν όλες τις αναγκαίες άδειες λειτουργίας.
- Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αθηνοδώρου Ξενοφώντος (η «Ε/Δ ΑΞ»). Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 216, 218, 221, 234, 301 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Περί Εκκαθαρίσεων Εταιρειών Κανονισμούς ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στους Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Κανονισμοί του 1992 έως 2003, στους Θεσμούς Πολιτικές Δικονομίας Δ.48, θ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.
- Στην Ε/Δ ΑΞ αναφέρονται τα προσόντα του Καθ' ου η Αίτηση 1, ο οποίος είναι γυμναστής και καθηγητής φυσικής αγωγής καθώς και ότι εργάζεται ως επιστημονικός σύμβουλος της Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία και τον έχει εξουσιοδοτήσει να προβεί στην παρούσα και εκ μέρους της. Αμφισβητεί τον διορισμό του Αιτητή, ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκαν όλοι οι πιστωτές πριν τον διορισμό προβαίνει σε αναφορές για τον τρόπο που επιτεύχθηκε η αναγκαία πλειοψηφία ώστε να διοριστεί ο Αιτητής. Αν και αναγνωρίζει ότι η Αίτηση δεν εξετάζει τη νομιμότητα του διορισμού του Αιτητή, εντούτοις προβαίνει στις σχετικές αναφορές για να καταδείξει την κακοπιστία του. Έπειτα περιγράφει ότι αρκετά από τα μηχανήματα που βρίσκονται στο γυμναστήριο με σχετικό διάταγμα δικαστηρίου δεσμεύτηκαν προς όφελος άλλης εταιρείας και ότι αρκετά από αυτά αγοράστηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία τα συντηρεί και συνεπώς απορρίπτει ότι αυτά τα μηχανήματα ανήκουν στην PRO.FIT.
- Όσον αφορά την θέση ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν περιήλθαν στην κατοχή του Αιτητή δηλώνει ότι η κατοχή του γυμναστηρίου περιήλθε νόμιμα στην Καθ' ης η Αίτηση 2 με τη συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσίων που είναι και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου επί του του οποίου ανεγέρθηκαν οι εγκαταστάσεις του γυμναστηρίου και άρα κατ΄ επέκταση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν καμία υποχρέωση να καταβάλουν ενοίκια ή άλλο αντίτιμο προς την εταιρεία PRO.FIT. Υποστηρίζει ότι η γη επί της οποίας κτίστηκε το γυμναστήριο που λειτουργούσε η PRO.FIT ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσίων και δεν δύναται να υπενοικιάζεται και για αυτό κανείς από τους προηγούμενους εκκαθαριστές δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια στο παρελθόν.
- Επιπλέον, αναφέρει ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 κατέχει σχετικές άδειες λειτουργίας και γενικότερα πληρώνει όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας (ηλεκτρισμού και νερού) και τους μισθούς όλων των προσώπων που εργάζονται στο γυμναστήριο. Στο υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης περιέχονται ισχυρισμοί περί κακοδιαχείρισης της PRO.FIT από τον άλλο μέτοχο της εταιρείας από τον οποίο, όπως ισχυρίζεται, ο Αιτητής αντλεί πληροφόρηση και του οποίου τα συμφέρονται εξυπηρετεί. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των δικηγόρων του Αιτητή και των Καθ΄ ων η Αίτηση αλλά και στη συνάντηση στην οποία συμμετείχε με τον Αιτητή στις 08/11/
- Καταληκτικά, πιστεύει ότι ο Αιτητής ουδέποτε διερεύνησε το ζήτημα της κατοχής του γυμναστηρίου πλήρως και ολοκληρωμένα και σύμφωνα με την νομική συμβουλή η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί. Ακρόαση της Αίτησης
- Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στη βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και αγόρευσαν προφορικά.
- Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα και όλη η μαρτυρία που προσκομίσθηκε, αμφότερων των πλευρών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490).
- Κατά την ακρόαση της Αίτησης το Δικαστήριο υπέβαλε διευκρινιστική ερώτηση προς την συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση κατά πόσο τα άρθρα που επικαλέστηκε στη νομική βάση της Αίτησης, παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία να προχωρήσει στην έκδοση των διαταγμάτων που αξιώνει και κατά πόσο έχει εντοπίσει οποιαδήποτε σχετική νομολογία για σκοπούς καθοδήγησης του Δικαστηρίου. Η συνήγορος του Αιτητή εξέφρασε τη θέση ότι όντως η νομική βάση της αίτησης δεν υποστηρίζει την έκδοση των αιτούμενων αιτητικών, τα οποία ενδεχομένως να μπορούσε να προωθήσει στη βάση του άρθρου 245 του Περί Εταιρειών Νόμου, που όμως όπως αναγνώρισε, ούτε στη νομική βάση υπάρχει ούτε και οι προϋποθέσεις που θέτει θα μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας. Έπειτα, η συνήγορος του Αιτητή απέσυρε όλα τα αιτητικά που προωθούσε με την Αίτηση και επικαλούμενη το γεγονός ότι στην Αίτηση της συμπεριλήφθηκε το αιτητικό «Δ» με το οποίο αιτείται όπως εκδοθεί «Οποιαδήποτε περαιτέρω και καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια» ισχυρίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορούσε να εκδώσει διάταγμα βάσει του οποίου «να περιέλθουν στην κατοχή του εκκαθαριστή υπό την επίσημη ιδιότητα του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας»
- Ενόψει του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκε η προώθηση της παρούσας Αίτησης, με την παρούσα απόφαση θα περιοριστώ μόνο στην εξέταση του εν λόγω αιτήματος όπως έχει πλέον διαμορφωθεί, καθότι η υπόλοιπη Αίτηση έχει κατ' ουσίαν εγκαταλειφθεί. Νομική Πτυχή Οποιαδήποτε περαιτέρω και καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια
- Η συνήγορος του Αιτητή δεν παρέπεμψε το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε νομολογία που να παρέχει έρεισμα στην θέση της ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων μπορούσε να αποσύρει όλα τα αιτητικά της Αίτησης και στη συνέχεια να προωθήσει το «νέο» αιτητικό όπως το διατύπωσε. Γενικότερα αναφέρω ότι όπως προκύπτει από την απόφαση Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 και στη μεταγενέστερη νομολογία που την υιοθέτησε, αν και ως επί το πλείστον οι εν λόγω απόφασεις αφορούσαν αγωγές και όχι αιτήσεις προκύπτει ότι είναι επιτρεπτό να παρασχεθεί θεραπεία εκεί όπου στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση ανεξάρτητα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση. Είναι επί της πιο πάνω αρχής που τα Δικαστήρια έχουν αποδώσει σε αριθμό υποθέσεων θεραπείες επιπρόσθετες αυτών που αιτούνταν οι διάδικοι νοουμένου ότι αποδεικνύονταν τα αναγκαία γεγονότα. 15. Επιπλέον, στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Ζαχαρία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1439 λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία κρίνω ότι σχετίζονται με το υπό εξέταση ζήτημα: «Όταν τα εκτιθέμενα στο σώμα της απαίτησης γεγονότα στοιχειοθετούν θεραπεία που μπορεί να παρασχεθεί, το δικαστήριο, έχει διακριτική εξουσία να χορηγήσει τέτοια θεραπεία χωρίς αυτή να έχει ζητηθεί νοουμένου ότι η άλλη πλευρά δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου και ότι με τη χορήγηση της μη ζητηθείσας θεραπείας εξυπηρετείται κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις η ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) 16. Περαιτέρω, σχετικά με το ως άνω ζήτημα είναι και τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση ΚΟΝΝΑΡΗ v. ΖΙΧΝΙ, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2020, 08/06/2021, ECLI:CY:DOD:2021:14, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση στην οποία το Δικαστήριο, στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, προέβη σε μια αυτεπάγγελτη προσθήκη θεραπείας: «Στην υπόθεση xxx Μαυρονικόλα ν. xxx Ξάνθου Έφεση αρ. 8/2018, ημερομηνίας 3/12/2020, αντικείμενο εξέτασης υπήρξε μεταξύ άλλων η απόδοση θεραπείας που δεν ζητείτο με την αίτηση, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση (βλ. Jenny Maison Ltd v. Krashias Footwear Industry Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)Α.Α.Δ. 319, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Το πρωτόδικο Δικαστήριο δυστυχώς δεν αντελήφθηκε ορθά την πιο πάνω αρχή. Στις Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (άνω) οι οποίες αμφότερες αναλύονται στην Kennedy Hotels (άνω) ξεκάθαρα αναφέρεται ότι μπορεί να παρασχεθεί θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως εφόσον, βεβαίως, αποδεικνύονται κατά τη δίκη.» Ειδικότερα η Εφεσείουσα προβάλλει ότι η προσθήκη του νέου διατάγματος ήταν εκτός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, στερείτο νομικής αλλά και πραγματικής βάσης και ήταν προϊόν λανθασμένης εφαρμογής της νομολογίας. . Το βασικό πρόβλημα που ανακύπτει από τον τρόπο χειρισμού από πλευράς Δικαστηρίου της υπό εξέταση αίτησης, είναι ότι ενώ αυτή καταχωρήθηκε από την Εφεσείουσα στα πλαίσια της Ανταπαίτησης της και αφορούσε σε προσωρινά διατάγματα που στρέφοντο ουσιαστικά εναντίον του Εφεσίβλητου, πρώην συζύγου της, η αυτεπάγγελτη τροποποίηση των προσωρινών διαταγμάτων από το Δικαστήριο είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί διάταγμα εναντίον της ίδιας της Εφεσείουσας. Η ουσία εδώ του όλου εγχειρήματος από πλευράς Δικαστηρίου όχι μόνο δεν προέκυπτε από την αίτηση της Εφεσείουσας αλλά ήταν και αντίθετο με τις θεραπείες που ζητούσε με την Ανταπαίτηση της. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
- Το επόμενο που πρέπει να επισημανθεί είναι η φύση της παρούσας ως μια εναρκτήρια εταιρική αίτηση η οποία καταχωρήθηκε μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933 και όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια για οποιοδήποτε ζήτημα που προκύπτει στα πλαίσια διαδικασίας εκκαθάρισης εφαρμόζονται οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί (δέστε Κανονισμό 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933).
- Η Αίτηση προωθήθηκε επί συγκεκριμένης νομικής βάσης και είναι επί των συγκεκριμένων αιτητικών ως αυτά είχαν διατυπωθεί στην Αίτηση που καταχωρήθηκε και προωθήθηκε η ένσταση. Η υπό κρίση Αίτηση παρόλο που δεν αποτελεί μια ενδιάμεση διαδικασία, εντούτοις ως μια εναρκτήρια εταιρική αίτηση κατά κανόνα εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και συνεπώς η αίτηση με την ένσταση αποτελούν το δικογραφικό υπόβαθρο της προσαγόμενης μαρτυρίας. Ειδικότερα, στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959, στη σελίδα 921, υποδεικνύεται ότι κατά κανόνα η αίτηση (petition) εκδικάζεται με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Σχετικές επί του σημείου είναι και οι αναφορές στην απόφαση Εταιρική Αίτηση 259/89, αναφορικά με την Εταιρεία D. J. Demades and Sons Ltd, και στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Αναφορικά με την Αίτηση της Evelyn Bates v. Αναφορικά με τη Εταιρεία M Moniatis & Sons Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 145/2018, 9/2/
- Αν και οι εν λόγω αποφάσεις αφορούσαν αιτήσεις εκκαθάρισης αποφαίνομαι ότι ισχύουν κατ' αναλογία τα ίδια και για την εκδίκαση διαφορετικής φύσεως εταιρικών αιτήσεων, δηλαδή μέσω ενόρκων δηλώσεων.
- Ουσιαστικά επιχειρήθηκε μια συγκεκαλυμένη και ολοκληρωτική τροποποίηση της Αίτησης, όπως αυτή προωθείτο μέχρι το στάδιο της ακρόασης αυτής, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, κατά παράβαση όλων των σχετικών αρχών που διέπουν ζητήματα τροποποίησης δικογράφων, τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και οι οποίες εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του αν η παρούσα διαδικασία αφορά μια εναρκτήρια διαδικασία με δεδομένο ότι όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας (δέστε τις αναφορές στο Annual Practice 1966 όπου στην σελίδα 453, με αναφορά στην αντίστοιχη αγγλική διαταγή O. 20 των Αγγλικών Θεσμών, σε ότι αφορά το ζήτημα της τροποποίησης, υπό τον τίτλο «Amendment of other originating process», αναφέρεται ότι, οι διατάξεις της σχετικής διαταγής, εφαρμόζονται «in relation to an originating summons, a petition and an originating notice of motion as it has effect in relation to a writ»).
- Πέραν των πιο πάνω επιθυμώ να υπενθυμίσω ότι στα πλαίσια διασφάλισης του δικαιώματος διαδίκων για δίκαιη δίκη το Δικαστήριο εξετάζει και κατά πόσο διατηρείται η αρχή της ισότητας των όπλων. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Μακρίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 189/2019, ημερ. 7/9/2020: «Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας μας πως το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη, απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολο. Η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης προς διαπίστωση, έχοντας πλέον ολοκληρωμένη εικόνα το Δικαστήριο, αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην πορεία αυτή, ισχυρισμοί που προβάλλονται για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε κατ΄ αφηρημένο τρόπο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto) (xxx Αθανάση (ανωτέρω))[2]. Η αρχή της ισότητας των όπλων, βασίζεται στην εξισορρόπηση και συνεπάγεται ότι οποιοδήποτε μέρος της διαδικασίας - η οποία, ως λέχθηκε, εξετάζεται στο σύνολό της - πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο κάτω από συνθήκες που δεν το θέτουν σημαντικά σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του (Parris (ανωτέρω)[3].» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
- Συνυπολογίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι ο τρόπος που προωθήθηκε η Αίτηση αποτελεί μια ξεκάθαρη και ανεπίτρεπτη εκτροπή των θέσμιων της ορθής διαδικασίας με την οποία πρέπει να εκδικάζονται εναρκτήριες εταιρικές αιτήσεις καθότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση κλήθηκε την ημέρα της ακρόασης να επιχειρηματολογήσει επί ενός εντελώς διαφορετικού αιτητικού από αυτό που προωθείτο με την Αίτηση. Εύλογα επισήμανε ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση ότι το λεκτικό του Αιτητικού Δ της Αίτησης είναι γενικό, το αιτητικό που εν τέλει προωθήθηκε ήταν εντελώς διαφορετικό από τις θεραπείες που αξιώνονταν με την Αίτηση και ότι δεν μπορεί να προωθείται κάτι τέτοιο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε συμφωνία με τα πιο πάνω, κρίνω ότι τυχόν επικρότηση των χειρισμών της συνηγόρου του Ενάγοντα θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση αναντίλεκτα δεν είχαν την ευκαιρία να προβάλουν τους όποιους τυχόν λόγους ένστασης και υποστηρικτική μαρτυρία επί του «νέου» αιτητικού επιθυμούσαν να προβάλλουν, παραβλάπτοντας το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη.
- Με άλλα λόγια δεν είναι επιτρεπτό οι διάδικοι να προωθούν δικαστικές διαδικασίες με συγκεκριμένα αιτητικά και θεραπείες και σε ανύποπτο χρόνο να καλούνται οι εκάστοτε καθ' ων η Αίτηση να απαντούν επί «διαφορετικών» αιτητικών που δεν είχαν υπόψη τους και τα οποία διαμορφώθηκαν κατά το στάδιο της ακρόασης. Το γεγονός ότι στην Αίτηση υπάρχει το Αιτητικό Δ με το οποίο αξιώνει στην Αίτηση «Οποιαδήποτε περαιτέρω και καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια» δεν δύναται και ούτε πρέπει να αποτελεί πανάκεια για τους διαδίκους. Περαιτέρω, ούτε και τα όσα αναφέρονται στην απόφαση Kennedy παρέχουν οποιοδήποτε έρεισμα ώστε να δικαιολογείται ο τρόπος που προωθήθηκε η παρούσα Αίτηση, καθότι όπως επισημαίνεται και στην μεταγενέστερη Χαραλάμπους ανωτέρω το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άλλη πλευρά να μη καταληφθεί εξ΄ απίνης κάτι που αναμφίβολα υφίσταται στην παρούσα.
- Απεναντίας, αποφαίνομαι ότι εκεί που αξιώνεται συγκεκριμένη θεραπεία, ειδικά στα πλαίσια εκδίκασης αιτήσεων που καταχωρούνται βάσει ειδικών νομοθετικών προνοιών θα πρέπει να επεξηγείται και να συγκεκριμενοποιείται η θεραπεία που αξιώνεται από το Δικαστήριο και τυχόν προώθηση αιτητικού με αντίστοιχο λεκτικό όπως αυτό του Αιτητικού Δ της Αίτησης θα πρέπει να είναι κατά κύριο λόγο επικουρικό της κύριας θεραπείας και όχι ανεξάρτητο και αυτοτελές. Όπως καθίσταται αντιληπτό τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας Αίτησης η οποία και απορρίπτεται. Διάθεση ιδιοκτησίας στον εκκαθαριστή - Άρθρο 232 του Περί Εταιρειών Νόμου
- Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου για σκοπούς πληρότητας επισημαίνω ότι ακόμη και να μπορούσε ο Αιτητής να προωθήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως αυτό διατυπώθηκε και πάλι θα απέρριπτα την Αίτηση, όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια. Στο άρθρο 232 αναφέρονται τα ακόλουθα υπό τον τίτλο «Διάθεση ιδιοκτησίας στον εκκαθαριστή»: «232.-
(1)Όταν εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση του εκκαθαριστή, να διατάξει με διάταγμα όπως, ολόκληρη ή οποιοδήποτε μέρος κάθε είδους ιδιοκτησίας που ανήκει στην εταιρεία ή κατέχεται από εμπιστευματοδόχους για λογαριασμό της, περιέλθει στον εκκαθαριστή με την επίσημη του ιδιότητα, και τότε η ιδιοκτησία στην οποία αναφέρεται το διάταγμα περιέρχεται ακολούθως σε αυτόν.»
- Αν και η συνήγορος του Αιτητή αναγνώρισε ότι το εν λόγω άρθρο σπάνια χρησιμοποιείται και στα Αγγλικά συγγράμματα καταγράφεται ότι χρησιμοποιείται συνήθως εκεί όπου ένας εκκαθαριστής επιθυμεί να θέσει υπό τον έλεγχο περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, εντούτοις θεώρησε ότι μπορούσε να αιτείται το «νέο» αιτητικό της στη βάση του άρθρου
- Παραπέμφθηκα στην πρωτόδικη απόφαση Αναφορικά με την Εταιρεία Eqitx Investments Limited, Αρ. Αίτ. 103/2019, 2/5/2022 και κρίνω ορθό να υιοθετήσω πλήρως για σκοπούς της παρούσας, τα όσα εκεί αναφέρθηκαν αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 232 του Περί Εταιρειών Νόμου , αν και η αίτηση εκεί προωθήθηκε στη βάση του άρθρου 245 του Περί Εταιρειών Νόμου. Στην εν λόγω υπόθεση, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκε η θέση περί εφαρμογής του άρθρου 232 όταν ο εκεί Αιτητής προσπαθούσε να λάβει υπό τον έλεγχο του χρηματικό ποσό που βρισκόταν κατατεθειμένο σε τραπεζικό ίδρυμα και το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Παρά το γεγονός ότι έχει συμπεριληφθεί στη νομική βάση της αίτησης το άρθρο 232 του Κεφ. 113, το εν λόγω άρθρο δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος. Στο σύγγραμμα Corporate Insolvency - Law & Practice Bailey & Groves, Fifth Ed5ition (Lexis Nexis - ηλεκτρονική έκδοση), Part E, Chapter 22, με τίτλο Protection of company's property αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τα οποία αναδύονται εύστοχα οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να τύχει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 145[2] του Insolvency Act 1986: «A. PROPERTY AVAILABLE FOR DISTRIBUTION The company's assets [22.1] The making of a winding-up order divests the company the subject of the order of the beneficial ownership of its assets, and subjects them to a statutory trust for their distribution in accordance with the statutory rules for such distribution. It is one of the main duties of a liquidator in a compulsory liquidation to ensure that the assets of the company are got in, realised and distributed first to the company's creditors and if there is any surplus to the persons statutorily entitled to it. The assets include not only the assets which the company owns at the commencement of the liquidation but also those which the company acquires during the liquidation. The company remains a separate legal personality notwithstanding liquidation, and remains the legal owner of its property which it holds on trust for its creditors in accordance with the provisions of IA
- This is in contrast to the position in bankruptcy where the bankrupt's estate vests in the trustee in bankruptcy immediately on his appointment taking effect. In a winding up the liquidator takes into his custody or has under his control 'all the property and things in action to which the company is or appears to be entitled. It is open to a liquidator to apply to the court for an order directing that all or any part of the company's property is to vest in the liquidator, although it will rarely be necessary for such an order to be made. An order vesting the company's assets in its liquidator is more likely to be made where there are cross-border considerations. A liquidator in England of a foreign company which has been dissolved in its country of incorporation may need a vesting order in his favour. A foreign liquidator may apply to have the company's English assets vesting in him in order to deal with them more conveniently in his own jurisdiction. An English court which receives a letter of request from a foreign court to assist a foreign liquidator has complete discretion as to whether to give assistance, and if so, as to the form such assistance should take. But in the absence of good reason not to do so the English court will give assistance by doing whatever it could have done in the case of a domestic insolvency. This will include the making of an order vesting the company's English assets in the foreign liquidator. (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση)
- Πέραν των πιο πάνω στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, (Sweet & Maxwell 2024), Volume 4, Part 15 - Winding up, para. 15.683 καταγράφονται τα εξής: "In a winding up by the court the liquidator can obtain a vesting order from the court under the Insolvency Act 1986 s.145
(1)and in a voluntary winding up Insolvency Act 1986 s.112 enables the liquidator to invoke Insolvency Act 1986 s.145. The effect is to vest the property in the liquidator by his official name. After having obtained such an order and also subject to finding caution if the court so directs, the liquidator can bring or defend in his official name any action or other legal proceedings relating to that property (Insolvency Act 1986 s.145
(2)). In practice it is seldom necessary to make use of the Insolvency Act 1986 s.145
(2)in the context of litigation since proceedings may be taken by the liquidator in the name of the company under his general powers". (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
- Στα πλαίσια προώθησης της παρούσας Αίτησης δεν έχει επεξηγηθεί ούτε και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρηματολογία και μαρτυρία που να καταδεικνύει για ποιο λόγο είναι ορθό, δίκαιο και αναγκαίο για το Δικαστήριο να προχωρήσει να ασκήσει την ως άνω εξουσία του υπέρ της έγκρισης του διαφοροποιημένου Αιτητικού, πόσο μάλλον όταν τίθενται εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και μαρτυρία σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης περιουσίας, σε μια κατά τα άλλα διαδικασία η οποία πρέπει να είναι συνοπτικής φύσεως.
- Επιπρόσθετα, δεν έχει επεξηγηθεί γιατί ο Αιτητής δεν προχώρησε στην έγερση αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση εκ μέρους της εταιρείας της οποίας είναι εκκαθαριστής με σκοπό την ανάκτηση της εν λόγω περιουσίας, αν θεωρεί ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στην εταιρεία, πόσο μάλλον όταν αμφισβητείται έντονα το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εν λόγω περιουσίας. Κατ' αναλογία με την προσέγγιση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις εκκαθάρισης όπου αμφισβητείται μια απαίτηση πληρωμής, στην βάση ότι υπάρχει μια καλόπιστη υπεράσπιση, κρίνω ότι ζητήματα όπως αυτά που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι ορθότερο να επιλυθούν στα πλαίσια εκδίκασης μιας αγωγής όπου θα προσκομιστεί προφορική μαρτυρία. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Αγγλική απόφαση Re UOC Corp. Alipour v Ary [1997] B.C.C. 377, τo Δικαστήριο που ασκεί εταιρική δικαιοδοσία (Company Court), δεν είναι κατάλληλα, δικονομικά εξοπλισμένο, για να επιλύει διαφορές επί γεγονότων (disputes of fact) καθότι δεν υπάρχουν δικόγραφα, με την αυστηρή έννοια του όρου, όπως δεν υπάρχουν ούτε πρόνοιες για ανταλλαγή και επιθεώρηση εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση η βασιμότητα και η αληθοφάνεια των γεγονότων που επικαλούνται οι διάδικοι μόνο αν τεθούν στη βάσανο της αντεξέτασης θα επιτρέψουν στο Δικαστήριο να προβεί σε ασφαλή ευρήματα κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του.
- Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή με παρέπεμψε σε Αγγλική νομολογία στην οποία τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν αποφανθεί ότι δύνανται να αποφασίζουν επί του ιδιοκτησιακού καθεστώτος περιουσιακών στοιχείων τα οποία καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως ότι ανήκουν στην υπό εκκαθάριση εταιρεία, στα πλαίσια εκδίκασης αιτήσεων (Re London Iron & Steel Co Ltd [1990] BCC 159). Εντούτοις, επισημαίνω ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε αίτηση που προωθήθηκε στην βάση του Αγγλικού άρθρου 234
(2)του Insolvency Act 1986 του οποίου το λεκτικό δεν είναι ταυτόσημο αλλά εντούτοις προσομοιάζει, πριν την τροποποίηση του, στο άρθρο 245 του Κεφ.113 και όχι στο άρθρο 232 επί του οποίου προώθησε την Αίτηση ο Αιτητής. Το άρθρο 245 του Κεφ. 113 προνοεί ότι: Παράδοση ιδιοκτησίας στον εκκαθαριστή
- Το Δικαστήριο δύναται, οποτεδήποτε μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, να απαιτήσει από οποιοδήποτε συνεισφορέα που περιλαμβάνεται στον κατάλογο συνεισφορέων και οποιοδήποτε εμπιστευματοδόχο, παραλήπτη, τραπεζίτη, αντιπρόσωπο ή αξιωματούχο της εταιρείας, να πληρώσει, δώσει, μεταφέρει, παραδώσει ή μεταβιβάσει αμέσως, ή μέσα σε τέτοιο χρόνο που το Δικαστήριο διατάσσει, στον εκκαθαριστή οποιαδήποτε χρήματα, ιδιοκτησία ή βιβλία και έγγραφα στην κατοχή του στα οποία εκ πρώτης όψεως η εταιρεία δικαιούται.
- Ενόψει του εμφανώς διαφορετικού λεκτικού του άρθρου 245 αλλά και της ευρύτερης διαφορετικής φιλοσοφίας και προϋποθέσεων που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 245 αποφαίνομαι ότι δεν έχουν καταδειχθεί ικανοποιητικοί λόγοι που να δικαιολογούν την υιοθέτηση ανάλογης προσέγγισης από τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτή των Αγγλικών Δικαστηρίων, στα πλαίσια προώθησης αίτησης που στηρίζεται στο άρθρο
- Ως εκ τούτου, η σχετική εισήγηση και επίκληση από την συνήγορο του Αιτητή της πιο πάνω επιχειρηματολογίας και σχετικής Αγγλικής νομολογίας απορρίπτεται. Κατάληξη
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα καθότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ως εκ τούτου επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Πασιαρδής, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο