← Κύπρος

Μαρίας Σάρτζιη κ.α. ν. Antoine Bitar, Αριθμός Απαίτησης: 258/2024, 22/11/2024

Μαρίας Σάρτζιη κ.α. ν. Antoine Bitar, Αριθμός Απαίτησης: 258/2024, 22/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ. Αριθμός Απαίτησης: 258/2024 (i-justice) Μεταξύ:

  1. Μαρίας Σάρτζιη
  2. Dr. Siebel Alexander Εναγόντων και Antoine Bitar Εναγόμενου -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13/5/2024 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/11/2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Μάριος Καραΐσκος Για ενάγοντες 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Α. Αναξαγόρου, για ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. ΤΣΙΚΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες άρχισαν την παρούσα διαδικασία με έντυπο απαίτησης αρ. 4 δυνάμει του Μέρους 7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») το οποίο καταχώρησαν στις 29/3/
  3. Με αυτή, μεταξύ άλλων ζητούν την έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος που να διατάσσει τον εναγόμενο και/ή τα μέλη της οικογένειάς του κ.ο.κ., όπως εκκενώσουν και παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή, μια διώροφης κατοικίας (στο εξής «επίδικη κατοικία») η οποία βρίσκεται στο Δήμο Αγίου Αθανασίου Λεμεσού. Ζητούν ακόμη και διάταγμα έξωσής του από την επίδικη κατοικία. Ο εναγόμενος, στις 28/4/2024 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 13/5/2024 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά: πρώτο, διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, δεύτερο, διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται το έντυπο απαίτησης και/ή της επίδοσής του, τρίτο, διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η παρούσα διαδικασία και τέταρτο, οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η Αίτηση βασίζεται - μεταξύ άλλων - και στα Μέρη 1, 2, 3, 4, 6, 12, 23 και 25 των ΚΠΔ. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο εναγόμενος. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 10 λόγους και υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις. Στη μια προέβη ο Ιάκωβος Ιωάννου και στην άλλη, ο Αντώνης Ιωάννου. Ο εναγόμενος και ο Ιάκωβος Ιωάννου προέβησαν και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση [Μέρος 23.13

(1)των ΚΠΔ]. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών και προφορικών αγορεύσεων των δικηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι κύριες θέσεις του εναγόμενου σύμφωνα με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της αίτησης, ένορκης δήλωσής του, είναι οι εξής: Για τα ίδια επίδικα θέματα, στις 31/10/2022 τού επιδόθηκε η αίτηση Ενοικιοστασίου του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού με αριθμό 93/22 (τεκμ. Α) με αιτήτρια την εδώ ενάγουσα. Στην παράγραφο 1 των λεπτομερειών ενοικίασης, η αιτήτρια, μέσω του δικηγόρου/πληρεξουσίου αντιπροσώπου και ξαδέλφου της αναφέρει ότι η επίδικη κατοικία η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] Άγιος Αθανάσιος Λεμεσός, ανεγέρθηκε και συμπληρώθηκε η ανέγερσή της, πριν τις 31/12/1999 και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και/ή αποτελούσε κτίριο, υπό και/ή προς ενοικίαση για κατοικία. Στη δεύτερη σελίδα, στην παράγραφο 6, η αιτήτρια αναφέρει ότι η επίδικη κατοικία ανεγέρθηκε το ή περί το έτος
  1. Επίσης, από τον ίδιο δικηγόρο τού επιδόθηκε η επιστολή, ημερομηνίας 8/11/2021 (τεκμ. Β) με την οποία τον ενημέρωνε ότι η ενοικίαση της επίδικης κατοικίας τερματιζόταν με την παραλαβή της εν λόγω επιστολής, ότι η επίδικη κατοικία θα χρησιμοποιείτο για ιδιοκατοίκηση και ότι πλέον την κατέχει ως θέσμιος ενοικιαστής. Κατά ή περί την 1/12/2023 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, με έξοδα εναντίον της αιτήτριας, δυνάμει των προνοιών της Δ.30 Θ.1.(γ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επειδή η αιτήτρια παρέλειψε να εκδώσει την προβλεπόμενη στο Θεσμό 1.(α) της ίδιας Διαταγής, κλήση οδηγιών. Η παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου ακολουθεί αυτούσια: «
  2. Επίσης από πληροφορίες και ενημέρωση την οποία έχω λάβει τις τελευταίες μέρες από γείτονες μου, γνωρίζω ότι η επίδικη κατοικία πράγματι κατά το έτος 1999 και τα προηγούμενα από αυτό χρόνια ενοικιάζετο σε άλλα πρόσωπα και/ή βρισκόταν και/ή προσφέρετο για ενοικίαση.» Με τη σειρά του, ο Ιάκωβος Ιωάννου, στη δική του ένορκη δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Είναι δικηγόρος, γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας που είναι και πρώτη ξαδέλφη του. Περαιτέρω είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχει πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με αυτή. Η αίτηση 93/2022 υπογράφτηκε από τον ίδιο, υπό την ιδιότητα του τότε, ως δικηγόρου της αιτήτριας - ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία. Εκ παραδρομής και λόγω λάθους καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, εξ ου και στις 23/3/2023 ζητήθηκε άδεια για την απόσυρσή της, άνευ βλάβης. Το μήνυμα στάλθηκε μέσω της πλατφόρμας i - justice και κοινοποιήθηκε προς το δικηγόρο του καθ' ου αίτηση - εναγόμενου στην παρούσα. Περαιτέρω, ο ίδιος, προ της αποστολής του εν λόγω μηνύματος απέστειλε προσωπικά στο δικηγόρο του εναγόμενου ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 22/3/2023 (τεκμ. 3) με το οποίο τον ενημέρωνε για την πρόθεσή του να αποσύρει την αίτηση και τον καλούσε να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς τούτο. Ουδέποτε έλαβε απάντηση, εξ ου και απέστειλε μήνυμα στο σύστημα προς το Δικαστήριο. Περαιτέρω, στις 3/5/2023 απέστειλε εκ νέου ηλεκτρονικό μήνυμα στο δικηγόρο του εναγόμενου (τεκμ. 4), καλώντας τον να υπολογίσει τα έξοδα της αίτησης ώστε να του καταβληθούν, χωρίς και πάλιν να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Η αίτηση 93/2022 αποσύρθηκε άνευ βλάβης και δεν έχει εκδικαστεί επειδή μετά από πιο προσεκτική έρευνα διαφάνηκε ότι η επίδικη κατοικία και η ενοικίαση δεν ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, αλλά στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η επίδικη κατοικία, ναι μεν κτίστηκε κατά ή περί το έτος 1988, αλλά, από την ανέγερσή της μέχρι και το 2013 αποτελούσε την κατοικία της οικογένειας της ενάγουσας, στην οποία διέμενε και η ίδια. Παρουσιάζει αντίγραφο κατανάλωσης ρεύματος (τεκμ. 5), όπου στη σελίδα 5 φαίνεται ότι ο λογαριασμός από την ημερομηνία σύνδεσής του μέχρι και το 2012, ήταν στο όνομα, Σωτήρης Σάρτζιης, δηλαδή στο όνομα του πατέρα της ενάγουσας. Είναι η θέση του ότι ο ενάγοντας, γενικά και αόριστα αναφέρει ότι τον ενημέρωσαν δήθεν γείτονες ότι η επίδικη κατοικία ενοικιαζόταν σε τρίτους από το 1999, προφανώς, για να αποδείξει ότι αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Κανένα έγγραφο παρουσίασε προς απόδειξη αυτών των ισχυρισμών του. Ο εναγόμενος, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: όπως αναφέρει και στην πρώτη ένορκη δήλωσή του, από πληροφορίες και ενημέρωση την οποία έχει λάβει τις τελευταίες μέρες από γείτονές του, γνωρίζει ότι η επίδικη κατοικία, πράγματι κατά το έτος 1999 και τα προηγούμενα χρόνια «..ενοικιάζετο σε άλλα πρόσωπα και/ή βρισκόταν και/ή προσφέρετο για ενοικίαση. Επίσης από περαιτέρω και πιο πρόσφατες πληροφορίες τις οποίες έχω λάβει από γείτονες οι οποίοι δεν επιθυμούν την επίσημη ανάμειξη τους στην υπόθεση με τη μορφή γραπτής και/ή προφορικής μαρτυρίας και/ή ένορκης δήλωσης, η επίδικη κατοικία ενοικιάζετο κατά το έτος 1999 και προγενέστερα σε Ρώσους.» Επίσης, όπως πολύ καλά γνωρίζει, μια κατοικία μπορεί να ενοικιάζεται σε ένα πρόσωπο, αλλά οι λογαριασμοί του ρεύματος και/ή του νερού να παραμείνουν στο όνομα του ιδιοκτήτη μετά από συμφωνία για δικούς τους λόγους, π.χ. να αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας εισοδήματα από ενοίκια. Άρα, το ότι ο δικηγόρος κ. Ιάκωβος Ιωάννου επισυνάπτει ως τεκμήριο, έγγραφα τα οποία φέρονται να είναι της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, καμιά σημασία δεν έχει. Τα έγγραφα, όπως μπορεί να διαπιστώσει έχουν παραχαραχτεί και είναι χαλκευμένα, αφού το όνομα του πελάτη έχει σβηστεί. Η αίτηση διέπεται από το Μέρος 12 των ΚΠΔ, το οποίο προνοεί: «12.
  3. Διαδικασία αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου
(1)Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί: (α) να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση· ή (β) να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.
(2)Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση οφείλει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με το Μέρος 10 και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση αυτή.
(3)Αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει: (α) να υποβάλλεται εντός 14 ημερών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης· και (β) να υποστηρίζεται από μαρτυρία.
(4)Αν ο εναγόμενος: (α) δεν συμμορφωθεί με την παράγραφο
(2)ή (β) έχοντας συμμορφωθεί με την παράγραφο
(2), δεν υποβάλει τέτοια αίτηση εντός της περιόδου η οποία καθορίζεται στην παράγραφο
(3), ο εναγόμενος θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.
(5)Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.
(6)Διάταγμα το οποίο περιέχει αναγνωριστική δήλωση ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί επίσης να περιέχει περαιτέρω πρόνοιες περιλαμβανομένων: (α) παραμερισμού του εντύπου απαίτησης· (β) παραμερισμού της επίδοσης εντύπου απαίτησης· (γ) ακύρωσης οποιουδήποτε διατάγματος εκδίδεται πριν από την έγερση απαίτησης ή πριν από την επίδοση εντύπου απαίτησης· (δ) αναστολής της διαδικασίας ή/και (ε) μεταφοράς της διαδικασίας στο δικαστήριο, το οποίο έχει δικαιοδοσία στον βαθμό στον οποίο αυτό απαιτείται ή επιτρέπεται από νόμο ή κανονισμό.
(7)Αν κατόπιν αίτησης, δυνάμει του παρόντος κανονισμού το δικαστήριο δεν προβεί σε αναγνωριστική δήλωση σύμφωνα με τον κανονισμό 12.1
(6): (α) το σημείωμα εμφάνισης παύει να ισχύει· (β) ο εναγόμενος δύναται να καταχωρίσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών ή εντός τέτοιας άλλης περιόδου ως το δικαστήριο ήθελε διατάξει· και (γ) το δικαστήριο εκδίδει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση της υπεράσπισης σε απαίτηση, δυνάμει του Μέρους 7 ή την καταχώριση μαρτυρίας σε απαίτηση δυνάμει του Μέρους 8 στην περίπτωση καταχώρισης πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης.
(8)Αν ο εναγόμενος καταχωρίσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με την παράγραφο
(7)(β), θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, εκτός αν ταυτόχρονα ο εναγόμενος έχει επιφυλάξει ρητώς το δικαίωμα έφεσης.
(9)Αν ο εναγόμενος υποβάλει αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οφείλει να καταχωρίσει και επιδώσει τη γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη μαζί με την αίτηση, πλην όμως δεν χρειάζεται πριν από την ακρόαση της αίτησης να καταχωρίσει: (α) σε περίπτωση απαίτησης κάτω από το Μέρος 7, υπεράσπιση, ή (β) σε περίπτωση απαίτησης κάτω από το Μέρος 8, οποιαδήποτε άλλη γραπτή μαρτυρία.» Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Και τούτο, επειδή, ενώ σύμφωνα με τον Κανονισμό 1
(3)(α) του Μέρους 12 (ανωτέρω) θα έπρεπε να είχε υποβληθεί εντός 14 ημερών από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, κατά παράβαση του εν λόγω Κανονισμού υποβλήθηκε μια μέρα αργότερα. Αυτό σημαίνει ότι ο εναγόμενος σε εφαρμογή του Κανονισμού 1
(4)(β) θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, χωρίς να μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του. Για να επαναλάβω, ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, στις 28/4/2024 και την υπό κρίση αίτηση, στις 13/5/2024, δηλαδή, 15 μέρες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Δε μου διαφεύγει ότι στο ίδιο το σημείωμα εμφάνισης αναγράφεται ως ημερομηνία καταχώρησης, η 29/4/2024. Όμως, η πραγματική ημερομηνία δεν είναι αυτή, την οποία, προφανώς εκ λάθους ανέγραψε κάποιο πρόσωπο εκ μέρους του εναγόμενου, αλλά, η ημερομηνία που προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Πρόκειται για υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε και διεκπεραιώνεται ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος i-justice και από δυο σχετικά πεδία στο σύστημα («έγγραφα» και «καταχωρήσεις») προκύπτει ότι το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 28/4/2024 και όχι στις 29/4/2024, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο ίδιο το σημείωμα. Μολονότι η αίτηση έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και κυρίως, για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου αποδειχθούν εσφαλμένες σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, δηλαδή, έφεσης, θα συνεχίσω. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983 (Ν. 23/1983): «"ακίνητο" σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999·» «"ελεγχόμενη περιοχή" σημαίνει οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου ήθελε κηρυχθεί ως τέτοια με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(3)του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου» Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω εννοιών προκύπτει ποια ακίνητα υπάγονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Για να έχει δικαιοδοσία το συγκεκριμένο Δικαστήριο, το ακίνητο θα πρέπει, πρώτο, να είχε συμπληρωθεί (δηλαδή υφίστατο), αλλά και να νοικιαζόταν ή προσφερόταν για ενοικίαση, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου, 1999 και δεύτερο «..κατά τον χρόνο επίκλησης των δικαιωμάτων που αναφύονται από το Νόμο..» να βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής (βλ. την πρόσφατη υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, Πολ, Έφ., Αρ. 30/2019, ημερ. 1/6/2020). Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η επίδικη κατοικία ήταν συμπληρωμένη πριν την 31η Δεκεμβρίου, 1999, κατ' ακρίβεια σύμφωνα με στοιχεία μαρτυρίας που έχουν θέσει ενώπιόν μου οι ενάγοντες συμπληρώθηκε το 1988 και βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής. Για το τελευταίο διατηρώ και δικαστική γνώση. Η περιοχή εντός της οποία βρίσκεται το ακίνητο εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη κατοικία κηρύχθηκε ως ελεγχόμενη με το περί Ενοικιοστασίου (Ελεγχόμενες Περιοχές) Διάταγμα, ημερομηνίας 30/11/2007 (Κ.Δ.Π. 519/2007). Το μόνο επίδικο θέμα που χρήζει επίλυσης είναι κατά πόσο η επίδικη κατοικία, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου, 1999 νοικιαζόταν ή προσφερόταν για ενοικίαση. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί θέση των εναγόντων ότι από τη συμπλήρωση της επίδικης κατοικίας το 1988 μέχρι και το 2013 διέμενε σ' αυτή οικογενειακώς η ενάγουσα και θέση του εναγόμενου ότι αυτή «.κατά το έτος 1999 και τα προηγούμενα από αυτό χρόνια ενοικιάζετο σε άλλα πρόσωπα και/ή βρισκόταν και/ή προσφέρετο για ενοικίαση.» Παρατηρώ τα εξής: Ο εναγόμενος, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης της παραπάνω θέσης του και γενικά της αίτησης, απέτυχε να το αποσείσει. Με μόνο λόγο ότι επιχειρεί να με πείσει ότι πληρείται η δεύτερη από τις δυο προϋποθέσεις, που θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για να θεωρηθεί ότι ένα ακίνητο υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, επικαλούμενος γενικά και αόριστα, πληροφορίες που έχει λάβει από γείτονές του, χωρίς να τους κατονομάζει καταφαίνεται πόσο ανίσχυρη και στερούμενη πειστικότητας είναι η θέση του, ότι η επίδικη κατοικία υπάγεται στη δικαιοδοσία του εν λόγω Δικαστηρίου. Η επίδικη κατοικία, κατά το έτος 1999 και τα προηγούμενα, είτε βρισκόταν (δηλαδή ήταν ενοικιασμένη) είτε προσφερόταν για να ενοικίαση και ο εναγόμενος, ασφαλώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται και μάλιστα ενόρκως, ότι ισχύει είτε το ένα είτε το άλλο είτε και τα δυο. Είναι ένα πράγμα να είναι ενοικιασμένο ένα ακίνητο και άλλο να προσφέρεται προς ενοικίαση. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Του Πλοίου "Arabella"
(2002)1 Α.Α.Δ. 1033 - με αναφορά σε άλλες δυο υποθέσεις - μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς, ως προς τα γεγονότα. Τα γεγονότα, προστίθεται, μπορούν να «επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες». Περαιτέρω, σύμφωνα με το Μέρος 32.15
(7)των ΚΠΔ, οι ένορκες δηλώσεις περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας μπορεί να αποδείξει με βάση την προσωπική του γνώση. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η ένορκη δήλωση, ναι μεν μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφόρησης και πεποίθησης, πλην όμως, μαζί με τις σχετικές πηγές και τους λόγους. Κάτι που δε συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση και τ' ακόλουθα που αναφέρει ο εναγόμενος στην παράγραφο 14 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του, δε διορθώνουν οτιδήποτε από τα παραπάνω: «Εδώ να επαναλάβω όπως αναφέρω και στην 1η ένορκη δήλωση μου, ότι από πληροφορίες και ενημέρωση την οποία έχω λάβει τις τελευταίες μέρες από γείτονες μου, γνωρίζω ότι η επίδικη κατοικία πράγματι κατά το έτος 1999 και τα προηγούμενα από αυτό χρόνια ενοικιάζετο σε άλλα πρόσωπα και/ή βρισκόταν και/ή προσφέρετο για ενοικίαση. Επίσης από περαιτέρω και πιο πρόσφατες πληροφορίες τις οποίες έχω λάβει από γείτονες οι οποίοι δεν επιθυμούν την επίσημη ανάμειξη τους στην υπόθεση με τη μορφή γραπτής και/ή προφορικής μαρτυρίας και/ή ένορκης δήλωσης, η επίδικη κατοικία ενοικιάζετο κατά το έτος 1999 και προγενέστερα σε Ρώσους.» Τίθεται και το ερώτημα, εάν οι γείτονές του, από τους οποίους έλαβε τις «περαιτέρω και πιο πρόσφατες πληροφορίες», δε θέλουν να έχουν επίσημη ανάμειξη στην υπόθεση, γιατί δε ζήτησε να προβεί σε ένορκη δήλωση κάποιος από τους άλλους γείτονές του - από τους οποίους υποτίθεται πως είχε λάβει την αρχική ενημέρωση -, με την οποία να δηλώνει προσωπικά τα όσα ανάφερε στον ίδιο; Και τούτο, έχοντας υπόψη ότι δεν ισχυρίζεται ότι και αυτοί είχαν πρόβλημα να έχουν επίσημη ανάμειξη στην υπόθεση. Το θέμα της δικαιοδοσίας είναι δημόσιας τάξης και υψίστης σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο θα πρέπει να εκλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται τόσο από τους διαδίκους όσο και, κυρίως από το Δικαστήριο, το οποίο, ασφαλώς δεν μπορεί ελαφρά τη καρδία και χωρίς να υπάρχει στέρεο υπόβαθρο, που να καθιστά βέβαιο ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει μια υπόθεση που του ανατίθεται, να απεκδύεται της θεσμικής του ευθύνης να την εκδικάσει με πρόσχημα την έλλειψη δικαιοδοσίας. Η σοβαρότητα του θέματος καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι το θέμα της δικαιοδοσίας, ακριβώς ως θέμα δημόσιας τάξης, ακόμη και να μην εγερθεί από τους διαδίκους, είτε ακόμη και να συμφωνούν μεταξύ τους ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεσή τους, εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν έχει δικαιοδοσία δεν μπορεί να την εκδικάσει. Οφείλει να αναδείξει το θέμα αυτεπάγγελτα και να το χειριστεί ανάλογα. Εξ ου και το γεγονός, ότι σύμφωνα με το Μέρος 12.1
(5)των ΚΠΔ (ανωτέρω) «Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.» Είναι γεγονός, ότι σε σχέση με την επίδικη κατοικία, η ενάγουσα, το 2022 καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού την αίτηση 93/22, ως επίσης, ότι ο τότε δικηγόρος και πρώτος ξάδελφός της, Ιάκωβος Ιωάννου, με την επιστολή του στον εναγόμενο, ημερομηνίας 8/11/2021 τερμάτισε τη συμφωνία ενοικίασης και δήλωσε στον εναγόμενο ότι μετά τη λήξη της εν λόγω συμφωνίας κατείχε την επίδικη κατοικία, ως θέσμιος ενοικιαστής. Όπως επίσης αποτελεί γεγονός, ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, την 1/12/2023 απέρριψε την εν λόγω αίτηση δυνάμει των προνοιών της Δ.30 Θ.1.(γ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επειδή η ενάγουσα - τότε αιτήτρια - παρέλειψε να εκδώσει την προβλεπόμενη στο Θεσμό 1.(α) της ίδιας Διαταγής, κλήση οδηγιών. Τίποτε από τα παραπάνω στοιχειοθετεί τη θέση του εναγόμενου ότι αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Καταρχάς, το γεγονός ότι η αίτηση είχε απορριφθεί δε δημιούργησε κώλυμα -λόγω δεδικασμένου - για καταχώρηση της παρούσας απαίτησης, είτε ακόμη και για καταχώρηση νέας αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, εάν βέβαια αποτελούσε θέση των εναγόντων ότι αυτό είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει την υπόθεσή τους. Η αίτηση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί απορρίφθηκε από το Δικαστήριο σε εφαρμογή της Δ.30 Θ.1.(γ), επομένως τυγχάνει εφαρμογής ο Θεσμός 1.(δ) της ίδιας Διαταγής, ο οποίος προνοεί ότι «Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής, τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο.» Απ' εκεί και πέρα, είναι και το γεγονός, ότι, μολονότι η αίτηση είχε απορριφθεί για το συγκεκριμένο λόγο, εντούτοις, ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας - και ενόρκως δηλών στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας - με μήνυμά του προς το Δικαστήριο, ημερομηνίας 23/3/2023 είχε ζητήσει την άδειά του να αποσύρει την αίτηση, άνευ βλάβης. Μάλιστα, ο τότε δικηγόρος του εναγόμενου, - που είναι ο ίδιος και στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης -, με δικό του μήνυμα προς το Δικαστήριο, ημερομηνίας 27/3/2023 ανέφερε ότι είχε διαβάσει το μήνυμα του αντιδίκου δικηγόρου και διαπίστωνε ότι σ' αυτό ο συνάδελφός του δεν ανέφερε τους λόγους για τους οποίους ζητούσε να αποσύρει την αίτηση, άνευ βλάβης. Προσθέτοντας, ότι σε κάθε περίπτωση, για την οποία δε θα ανέφερε και θα δήλωνε τους λόγους που ζητούσε την απόσυρση της αίτησης, άνευ βλάβης, δεν είχαν ένσταση στην απόσυρση της αίτησης, όμως, θα ζητούσαν τα έξοδά τους. Και τα δυο αυτά μηνύματα, καθώς και το πρακτικό απόρριψης της αίτησης αποτελούν το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Ιάκωβου Ιωάννου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση και ομολογώ πως δε γνωρίζω, γιατί το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ενώ είχε αίτημα απόσυρσης της αίτησης, άνευ βλάβης, την απέρριψε 8 και πλέον μήνες αργότερα, με το αιτιολογικό ότι η αιτήτρια δεν εξέδωσε κλήση οδηγιών. Όμως, ότι η ενάγουσα είχε πρόθεση να αποσύρει την αίτηση, άνευ βλάβης και όχι να την αφήσει να απορριφθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο για το συγκεκριμένο λόγο, προκύπτει και από το περιεχόμενο της επιστολής τού τότε δικηγόρου της προς το δικηγόρο του εναγόμενου, ημερομηνίας 22/3/2023 (τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση του Ιάκωβου Ιωάννου) με την οποία, ο κ. Ιωάννου παρακάλεσε μάλιστα τον κ. Καραΐσκο να τον ενημερώσει εάν ήταν διαθέσιμος να εμφανιστούν μαζί στο Δικαστήριο, στις 24/3/2023 για το σκοπό αυτό. Όμως, ότι η ενάγουσα απόσυρε την αίτησή της από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, επειδή, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ο κ. Ιωάννου, αυτή, εκ παραδρομής και λόγω λάθους καταχωρίστηκε στο συγκεκριμένο Δικαστήριο, έμμεσα συνάγεται και από το περιεχόμενο της ίδιας της αίτησης και συγκεκριμένα, από την παράγραφο 1 των λεπτομερειών ενοικίασης, την οποία επικαλείται ο εναγόμενος, ως ένα από τους λόγους για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπό κρίση αίτησης. Η συγκεκριμένη παράγραφος ακολουθεί αυτούσια: «Η πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία και/ή υποστατικό συμπληρώθηκε πριν την 31/12/
  1. Η αναφερόμενη κατοικία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και/ή αποτελούσε κτίριο υπό και/ή προς ενοικίαση για κατοικία.» Είναι φανερό, ότι με την αίτηση, η θέση της αιτήτριας ότι η επίδικη κατοικία και η υπόθεσή της ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχουν Ενοικιάσεων εδραζόταν στην εσφαλμένη νομική αντίληψή της, ότι αποτελούσε προϋπόθεση - την οποία πληρούσε - ότι η επίδικη κατοικία «αποτελούσε κτίριο υπό και/ή προς ενοικίαση» στον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή κατά το χρόνο που περικλείει το σύνολο των γεγονότων που αφορούν τις διαφορές της με τον εναγόμενο συναφώς με την επίδικη κατοικία, τα οποία (γεγονότα) συνθέτουν τη βάση της αίτησής της και θεμελίωναν το αγώγιμο δικαίωμά της να τον οδηγήσει στο Δικαστήριο, ενώ, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ, ανωτέρω) για να έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, το ακίνητο θα πρέπει να νοικιαζόταν ή προσφερόταν για ενοικίαση, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου,
  2. Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο, το οποίο, μολονότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι στοιχειοθετεί πλήρως τη θέση των εναγόντων ότι από το 1988 και μέχρι το 2013, στην επίδικη κατοικία διέμενε η ενάγουσα και η οικογένειά της, σε κάθε περίπτωση αποκλείει να διέμενε σ' αυτή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και ιδίως Ρώσοι, καθώς και την αντιφατική θέση του εναγόμενου ότι η εν λόγω κατοικία, το 1999 και τα προηγούμενα χρόνια βρισκόταν και/ή προσφερόταν για ενοικίαση. Αναφέρομαι στις καταστάσεις λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος σε σχέση με την επίδικη κατοικία (τεκμ. 5 σε δέσμη στην ένορκη δήλωση του Ιάκωβου Ιωάννου) από τις οποίες προκύπτει, πρώτο, ότι από τις 11/10/1988 μέχρι και την 1/2/2012, οι εν λόγω καταστάσεις εκδίδονταν στο όνομα του πατέρα της ενάγουσας και δεύτερο, ότι από τις 11/10/1988 μέχρι και τις 27/1/2008, δεν καταγράφεται κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και ούτε υπάρχει χρέωση για οποιοδήποτε ποσό. Συναφώς με αυτό το στοιχείο, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του εναγόμενου τής παραγράφου 15 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας: Όπως πολύ καλά γνωρίζει, μια κατοικία μπορεί να ενοικιάζεται σε ένα πρόσωπο, αλλά οι λογαριασμοί του ρεύματος και/ή του νερού να παραμείνουν στο όνομα του ιδιοκτήτη μετά από συμφωνία για δικούς τους λόγους, π.χ. να αποκρύψει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας εισοδήματα από ενοίκια. Άρα, το ότι ο δικηγόρος κ. Ιάκωβος Ιωάννου επισυνάπτει ως τεκμήρια, έγγραφα τα οποία φέρονται να είναι της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, καμιά σημασία δεν έχει. Τα έγγραφα, όπως μπορεί να διαπιστώσει έχουν παραχαραχτεί και είναι χαλκευμένα, αφού το όνομα του πελάτη έχει σβηστεί. Παρά τη σοβαρότητα όλων των παραπάνω ισχυρισμών του, δεν αναφέρει πώς γνωρίζει τα όσα ισχυρίζεται περί απόκρυψης και πώς διαπίστωσε ότι οι καταστάσεις έχουν παραχαραχτεί και είναι χαλκευμένες. Προστίθενται και τα εξής: Ο τότε δικηγόρος της ενάγουσας, σε αντίθεση με τον εναγόμενο, ο οποίος, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, προς τεκμηρίωση της θέσης του επικαλείται γενικά και αόριστα, πληροφορίες που έχει πάρει από γείτονές του, ο πρώτος προέβη σε ένορκη δήλωση, με την οποία, δεν αναφέρει απλώς το λόγο για τον οποίο η ενάγουσα είχε ζητήσει την απόσυρση της αίτησης, τον οποίο αναφέρει και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του. Συγκεκριμένα, ότι εκ παραδρομής και εκ λάθους καταχωρίστηκε η υπόθεση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Πέραν τούτου αναφέρει με θετικό τρόπο και με βάση την προσωπική του γνώση, τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι στην επίδικη κατοικία, από την συμπλήρωσή της το 1988 μέχρι και το 2013 διέμεναν, η ενάγουσα και η οικογένειά της. Εάν ο εναγόμενος, που έχει και το βάρος απόδειξης της αίτησης ήθελε να αμφισβητήσει το μάρτυρα σε σχέση με οτιδήποτε αναφέρει στις δυο ένορκες δηλώσεις στις οποίες έχει προβεί, θα μπορούσε να ζητήσει να τον αντεξετάσει, κάτι που δεν έκανε. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Ο εναγόμενος, στην παράγραφο 6 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του ισχυρίζεται ότι οι ένορκες δηλώσεις του Ιάκωβου Ιωάννου και του Αντώνη Ιωάννου γίνονται χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση των εναγόντων. Χωρίς να υπεισέρχομαι καθόλου στην ένορκη δήλωση του δεύτερου - εξάλλου, καμιά από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου εδράζεται σε οτιδήποτε αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση -, σ' ό,τι αφορά στην ένορκη δήλωση του Ιάκωβου Ιωάννου, ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγόμενου, είναι ανυπόστατος. Όπως αναφέρει ο Ιάκωβος Ιωάννου στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του, είναι δικηγόρος, γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ειδικά για την ενάγουσα, ούτε καν αυτό ήταν αναγκαίο να δηλώσει, έχοντας υπόψη ότι αυτή, με το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο που του είχε παραχωρήσει στις 15/9/2022 (τεκμ. 1 στην ένορκη δήλωσή του) τον είχε διορίσει ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, όπως, αντί της ίδιας και εξ ονόματός της, μεταξύ άλλων, διαχειρίζεται όλη την ακίνητη περιουσία της ενώπιον όλων των δικαστικών αρχών, διεξάγει δικαστικές διαδικασίες, είτε ως ενάγων είτε ως εναγόμενος, προβαίνει σε ένορκες δηλώσεις και διορίζει δικηγόρους. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Σε περίπτωση που ο εναγόμενος καταχωρήσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με το Μέρος 12.1
(7)(β) των ΚΠΔ δίδονται οδηγίες για καταχώρηση και επίδοση της υπεράσπισής του στην εναντίον του απαίτηση, εντός 30 ημερών από την καταχώρηση του πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 1
(7)(γ) του ίδιου Μέρους. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: Καταρχάς, η θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εναγόμενου - την οποία υπόβαλε κατά την ακρόαση της αίτησης στο πλαίσιο της προφορικής αγόρευσης του -, ότι σε περίπτωση που αποφανθώ ότι η αγωγή πρέπει να παραμείνει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, δηλαδή της αίτησης δεν πρέπει να τα επιβαρυνθεί ο εναγόμενος, αλλά οι ενάγοντες, επειδή - για λόγους που έχει αναφέρει - αυτοί έχουν προκαλέσει αυτή τη διαδικασία και τη σύγχυση στον εναγόμενο να καταχωρήσει την αίτηση, δε με βρίσκει σύμφωνο. Όταν οι νυν δικηγόροι των εναγόντων, με την επιστολή τους προς τον εναγόμενο, ημερομηνίας 27/3/2023 (τεκμ. 7 στην ένορκη δήλωση του Ιάκωβου Ιωάννου) τερμάτιζαν την επίδικη συμφωνία ενοικίασης, ημερομηνίας 20/10/2018, με ξεχωριστή παράγραφο δήλωναν στον εναγόμενο ότι η εν λόγω συμφωνία δεν καλύπτεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Οι ενάγοντες, στη συνέχεια καταχώρησαν την παρούσα απαίτηση και ο εναγόμενος την κριθείσα, πλέον, αίτηση, με την οποία ήγειρε θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. Ακόμη και μετά την καταχώρηση ένστασης από τους ενάγοντες, επέμενε στην εκδίκαση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε τόσο αυτεπάγγελτα, επειδή την είχε καταχωρήσει εκπρόθεσμα, οπότε κρίθηκε ότι αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου όσο και για ουσιαστικούς λόγους, επί τη βάσει αριθμού λόγων ένστασης. Σύμφωνα με τον πρώτο, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τον τέταρτο, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, καθότι από την ανέγερση της επίδικης κατοικίας μέχρι και το έτος 2013 αυτή χρησιμοποιείτο για σκοπούς ιδιοκατοίκησης της ενάγουσας και των μελών της οικογένειάς της και ουδέποτε ενοικιάστηκε ή διατέθηκε προς ενοικίαση, πριν το έτος 2013 και τέλος, σύμφωνα με τον όγδοο λόγο, η αίτηση 93/22 που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αποσύρθηκε άνευ βλάβης, ακριβώς επειδή διαφάνηκε ότι καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά των διαδίκων είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Απ' εκεί και πέρα, είναι γεγονός, ότι, εάν οι ενάγοντες ήγειραν ως λόγο ένστασης το λόγο για τον οποίο απέρριψα αυτεπάγγελτα την αίτηση, ο εναγόμενος, ενδεχομένως και να μην επέμενε στην εκδίκασή της, οπότε θα εξοικονομείτο πολύτιμος δικαστικός χρόνος και περιττά έξοδα. Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες είναι οι επιτυχόντες διάδικοι στην αίτηση και σε εφαρμογή της πρωταρχικής αρχής που διέπει το θέμα, υπό το φως όσων αναφέρονται στο Μέρος 39.1 των ΚΠΔ θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη διαταγή, ως προς τα έξοδα είναι να τα επιδικάσω υπέρ των εναγόντων μέχρι και την ημερομηνία που καταχώρησαν την ένστασή τους στην αίτηση. Σύμφωνα με το σχετικό κατάλογο που έχουν υποβάλει, τα έξοδά τους μέχρι και τις 6/6/2024 που καταχώρησαν την ένστασή τους ανέρχονται στο ποσό των €1.562, πλέον Φ.Π.Α.. Συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €1.562, πλέον Φ.Π.Α. επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου. Να καταβληθούν δε εντός 30 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.