← Κύπρος

ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. T. NOMIKOS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 432/22, 4/11/2024

ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. T. NOMIKOS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 432/22, 4/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 432/22 Μεταξύ: ΝΟΜΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εξ' Ελλάδος και 1.T. NOMIKOS LTD 2.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΙΠΙΛΙΟΣ 3.GEF REAL ESTATE DEVELOPMENT LTD Ημερομηνία: 4.11.24 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Α. Αργυρού για κκ N. Pirilides & Associates LLC Για τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Σταυρινού για κκ Ν. Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών στις 7.11.22 με την οποία ζητείται, μεταξύ άλλων, η φυλάκιση του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η αίτηση «λόγω παρακοής και/ή μη συμμόρφωσης και/ή εκ προθέσεως (wilful) περιφρόνησης του Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 19.4.22». Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.40, θθ.9, 10, Δ.42Α, θθ.1-4, 8, 10-13, Δ.48, θθ.1-3, 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 42-44 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, «ιδιοκτήτη και απώτερου τελικού δικαιούχου» των Αιτητών και από την ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ, μοναδικής διαχειρίστριας των Αιτητών. Στην ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 19.4.22 εκδόθηκε, μεταξύ άλλων διαταγμάτων, διάταγμα με το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση διατάχθηκε ως ο μοναδικός διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1 να προκαλεί εντός 15 ημερών από το τέλος του κάθε προηγούμενου ημερολογιακού μήνα την κατάθεση βεβαίωσης υπό τύπο ένορκης δήλωσης από τους ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές της Εναγόμενης 1 της μηνιαίας κίνησης των τραπεζικών λογαριασμών που αναφέρονται σε άλλες πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 19.4.22 συνοδευόμενη με αναλυτική κατάσταση. Πιστό αντίγραφο του διατάγματος επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση από ιδιώτη επιδότη στις 30.4.22. Καταλογίζεται στον Καθ' ου η αίτηση εσκεμμένη και εκ προθέσεως παραβίαση της υποχρέωσης που επιβάλλεται στον Καθ' ου η αίτηση μέσω του πιο πάνω υπό των Αιτητών καλούμενου διατάγματος. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του και στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Η Ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ιδίου του Καθ' ου η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση αντεξετάσθηκε, επίσης, από την πλευρά των Αιτητών επί του περιεχομένου της ένορκής του δήλωσης δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει αίτησης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών προς αυτή την κατεύθυνση. Το μέρος του διατάγματος ημερομηνίας 19.4.22 που σύμφωνα με τους Αιτητές ο Καθ' ου η αίτηση παρακούει προνοεί ως ακολούθως: «Νοείται περαιτέρω ότι η ΧΧΧΧ LTD αναλαμβάνει, μέσω των εκάστοτε Διοικητικών της Συμβούλων, την υποχρέωση να προκαλεί την κατάθεση, εντός 15 ημερών από το τέλος του κάθε προηγούμενου ημερολογιακού μήνα, βεβαίωσης υπό τον τύπο ένορκης δήλωσης από τους ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές της ΧΧΧΧ LTD, συνοδευόμενη με αναλυτική κατάσταση της μηνιαίας κίνησης των ανωτέρω τραπεζικών λογαριασμών .» Καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να καθορισθεί αν το μέρος αυτό του διατάγματος ημερομηνίας 19.4.22 όντως αποτελεί διάταγμα. Αν όχι, τότε, η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Στην υπόθεση Πέτρος Πετράκη ν. Ann-Marie Marks Petraki

(2002)1 ΑΑΔ 911 Δικαστής του Οικογενειακού Δικαστηρίου εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο ανατίθετο στην εφεσίβλητη η φύλαξη των ανηλίκων θυγατέρων της που είχε αποκτήσει κατά την διάρκεια του γάμου της με τον εφεσείοντα. Περαιτέρω εξέδωσε εκ συμφώνου «διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του καθ' ου η αίτηση με τα ως άνω ανήλικα τέκνα του ως ακολούθως .». Στο συνταγμένο διάταγμα αναγράφηκε η γνωστή οπισθογράφηση η οποία απευθύνονταν και στους δυο διαδίκους. Ο εφεσείων, ισχυριζόμενος ότι η εφεσίβλητη αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το πιο πάνω διάταγμα το οποίο αναφέρονταν στο δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του καταχώρησε αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε την φυλάκιση της επί το ότι η εφεσίβλητη παρέλειψε να συμμορφωθεί με το ως άνω διάταγμα. Μετά από ακροαματική διαδικασία ο πρωτόδικος Δικαστής απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα για το λόγο ότι το υπό αναφορά διάταγμα ήταν ένα απλά αναγνωριστικό διάταγμα και δεν είχε τα στοιχεία του «επιβλητού». Έκρινε ότι δεν καθορίζονταν πουθενά στο διάταγμα προσταγή προς την εφεσίβλητη να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, ούτε και της απαγορεύονταν να προβεί σε κάποια συγκεκριμένη πράξη. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη διέπραξε το αστικό αδίκημα της καταφρόνησης δικαστικού διατάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση με το ακόλουθο σκεπτικό: Το άρθρο 42 του Νόμου 14/60, στο οποίο βασίζεται η αίτηση του εφεσείοντα στο πρωτόδικο Δικαστήριο, έχει ως ακολούθως:- «42. Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχει εξουσίαν να εξαναγκάσει εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, δια προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάσει εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτο ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήσει πρέπον.» Για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου του νόμου πρέπει απαρέγκλιτα και με αυστηρότητα να τηρηθούν οι προϋποθέσεις της Δ. 42Α
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προνοεί τα εξής:- "Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be endorsed by the Registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following: If you, the within-named A.B., neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered." ..................................... Το άρθρο 42 του Ν. 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας. (Βλέπε: K. Wunderlich v. Ε. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Οικονομίδου ν. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1145). Από το κείμενο του άρθρου 42 του Ν. 14/60, όπως και η νομολογία το έχει ερμηνεύσει, προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 41 του Ν. 14/60, δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42. Στο σύγγραμμα των Borvie and Lowe's Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 418, αναφέρονται τα εξής:- "Not every order that the courts make is enforceable ... ... it was established that declaratory order was not a coercive order and that a refusal to comply with it did not amount to contempt. If therefore a litigant or even the court is in doubt as to whether a declaration will be observed they would be better advised to seek an injunction." (Βλέπε επίσης: Π. Κυριάκου ν. Υπουργού Εσωτερικών
(1986)3 Α.Α.Δ. 300 και Webster v. Southwark London B. Council [1983] 2 W.L.R. 217 όπου στις σελίδες 222-3 αναφέρεται:- "... ... Where a court makes only a declaratory order, it is not contempt for the party affected by the order to refuse to abide by it. ....but mere refusal of one party to an action to abide by a declaratory order it not, as I understand it, contempt of court." Στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου D. v. D. [1991] F.C.R. 323 που αφορούσε παρόμοια υπόθεση με την παρούσα έφεση έχουν λεχθεί τα εξής στη σελίδα 329:- "What is fundamental in each case is that an order can only be enforced by committal if it is an order requiring a person to do an act or to abstain from doing an act. Thus an order which makes a declaration of rights cannot be enforced by committal against a person who chooses to ignore it.... So it was held by court in Re P (Minors) [1990] F.C.R. 909 that it is not appropriate to include the penal notice in the common form order in matrimonial proceedings giving interim care and control or custody of children to one parent with reasonable access to the other, and with the usual directions that the children are not to be removed from the jurisdiction of the court and their names are not to be changed. The reason why this penal notice is inappropriate is that the order is not an injunction susceptible of enforcement by committal. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...... There has been no order of the court requiring the husband to do any act or abstain from doing any act in relation to that, or any other period of access." Και στη σελίδα 330 καταλήγει:- "The fundamental point is that the penal notice was inappropriate because the order of May 24 was not an order capable of founding a commital for breach." Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 42 του Ν. 14/60 και την ορθή ερμηνεία τους, το επίδικο διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται (όπως ρητά αναφέρει) η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του εφεσείοντα με τα ανήλικα τέκνα του καθώς και τη νομολογία επί του θέματος, όπως έχει εκτεθεί πιο πάνω, έχουμε καταλήξει, σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι το διάταγμα, το οποίο εκ συμφώνου εκδόθηκε στις 5.10.2000, έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα ως ρυθμιστικό της επικοινωνίας του εφεσείοντα με τα ανήλικα τέκνα του και ως εκ τούτου δεν είναι επιβλητό (enforceable) με αίτηση φυλάκισης ή προστίμου. Το διάταγμα δεν περιέχει καμιά διαταγή προς την εφεσίβλητη να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη ή να της απαγορεύει να πράξει κάτι». Το μέρος του διατάγματος ημερομηνίας 19.4.22 που σύμφωνα με τους Αιτητές ο Καθ' ου η αίτηση παρακούει, από τώρα και στο εξής «η πρόνοια, δεν διατάζει, ούτε και προστάζει ρητά οποιονδήποτε περιλαμβανομένων της Εναγόμενης 1 ή του Καθ' ου η αίτηση να προβεί ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη. Ούτε και απαγορεύει στον οποιονδήποτε περιλαμβανομένων της Εναγόμενης 1 ή του Καθ' ου η αίτηση από του να πράξει οτιδήποτε. Ό,τι μόνο η πρόνοια διαλαμβάνει είναι ότι η Εναγόμενη 1 αναλαμβάνει μέσω των εκάστοτε διοικητικών της συμβούλων την υποχρέωση να προβαίνει σε συγκεκριμένη πράξη επί τακτικής βάσης. Ελλείπει, επομένως, από την πρόνοια η έννοια της διαταγής ή της προσταγής. Επομένως η πρόνοια δεν ισοδυναμεί με αναγκαστικό ή διατακτικό ή απαγορευτικό διάταγμα. Ακολουθεί ότι παράλειψη συμμόρφωσης με την πρόνοια δεν συνιστά παρακοή δικαστικού διατάγματος. Η οπισθογράφηση δε η οποία προνοείται από την Δ. 42Α
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (penal notice) ορθά αναγράφηκε από τον Πρωτοκολλητή επί του συνταγμένου διατάγματος αφού άλλες πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 19.4.22 συνιστούν διάταγμα. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω υποδεικνύεται, επίσης, το εξής. Η πρόνοια δεν απευθύνεται στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά, ως η θέση των Αιτητών, αλλά στην Εναγόμενη 1. Θεωρώ, επομένως, ότι είναι λανθασμένος ο ισχυρισμός του ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ που περιέχεται στην ένορκή του δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι ο Καθ' ου η αίτηση διατάχθηκε να προκαλεί την κατάθεση βεβαίωσης. Είναι εναντίον της Εναγόμενης 1 που στρέφεται η πρόνοια και όχι εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Συναφώς η πρόνοια δεν προνοεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση ή ο εκάστοτε διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 1 αναλαμβάνει την υποχρέωση να προκαλεί την κατάθεση. Αυτό που προνοεί είναι ότι είναι η Εναγόμενη 1 που αναλαμβάνει την υποχρέωση να προκαλεί την εν λόγω κατάθεση αν και μέσω των διοικητικών της συμβούλων. Συνοψίζοντας είναι η θέση των Αιτητών ότι η πρόνοια συνιστά διάταγμα και ότι το διάταγμα αυτό απευθύνεται στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει οι θέσεις της πλευράς των Αιτητών δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Υπό το φως των πιο πάνω η εξέταση των λόγων ένστασης παρέλκει. Η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Ενόψει του ότι η αποτυχία της αίτησης κρίθηκε στην βάση λόγων που δεν αποτελούν λόγους ένστασης κρίνω ότι δικαιολογείται να παρεκκλίνω από τον σύνηθη κανόνα επιδίκασης εξόδων σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Δεν αποτελεί λόγο ένστασης ότι η πρόνοια δεν συνιστά διάταγμα. Τουναντίον με τους λόγους ένστασης προωθείται η θέση ότι ελλείπουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρακοής δικαστικού διατάγματος. Ούτε και στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση γίνεται η οποιαδήποτε επί τούτου νύξη. Αναφορά γίνεται μόνο στην γραπτή αγόρευση της δικηγόρου του Καθ' ου η αίτηση η οποία, αφ' ης στιγμής το θέμα δεν καλύπτεται από τους λόγους ένστασης, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Κρίνω, επομένως, ότι το ορθό και δίκαιο είναι να μην επιδικασθούν έξοδα. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.