ATLASPANTOU CO LTD ν. MASERDO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2659/23, 21/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2659/23 Μεταξύ: ATLASPANTOU CO LTD v. 1.MASERDO LTD 2.PHOTIOU ARCHITECTS LLC 3.ΙΑΣΩΝΑΣ ΦΩΤΙΟΥ Ημερομηνία: 21.11.24 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Αλ. Γαβριηλίδης και κ. Α. Μιχαηλίδης για κκ Σκορδή, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Νικολάου για κκ Τ. Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων/Αιτητών στις 18.12.23 μονομερώς με την οποία ζητείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος του Δικαστηρίου: «που να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση, MASERDO LTD, ή/και τους διευθυντές ή/και τους υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους αυτής από του να εξαργυρώσουν ή/και να ρευστοποιήσουν την Τραπεζική Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης (Performance Guarantee) του έργου υπό την ονομασία «ΧΧΧΧ» ύψους Ευρώ 1.640.000 της ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Limited με αριθμό ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ που υποβλήθηκε ή και παραδόθηκε από την Ενάγουσα/Αιτήτρια στην Εναγόμενη 1/Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με τους όρους του Συμβολαίου Εργολαβίας ημερ. ΧΧ/ΧΧ/2ΧΧΧ μεταξύ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση ως Εργοδότη και της Ενάγουσας/Αιτήτριας ως Κυρίως Εργολάβου ή/και από του να προβούν σε οποιαδήποτε απαίτηση ή στην είσπραξη οποιουδήποτε ποσού στη βάση της εν λόγω εγγύησης, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της Απαίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις με ημερομηνίες 18.12.23 και μια συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.2.24 του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή των Αιτητών ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση, από τώρα και στο εξής «ο Διευθυντής των Αιτητών». Η πολυσέλιδη ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.12.23 η οποία αποτελείται από 71 παραγράφους από τώρα και στο εξής θα καλείται ως «η κύρια ένορκη δήλωση» και η δεύτερη ιδίας ημερομηνίας ως «η δεύτερη ένορκη δήλωση». Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 21.2.24 θα καλείται ως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο ενέκρινε την υπό κρίση αίτηση και στις 20.12.23 εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα. Στην κύρια ένορκη δήλωση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς λόγω του ισχυριζόμενου από τους Αιτητές επαπειλούμενου τερματισμού από την Καθ' ης η αίτηση της συμφωνίας εργολαβίας ημερομηνίας 12.12.19 που υπεγράφη μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση ως εργοδότη και των Αιτητών ως του κύριου εργολάβου και λόγω της από τους Αιτητές ισχυριζόμενης ξεκάθαρης πρόθεσης της Καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει σε τερματισμό και σε εξαργύρωση και/ή ρευστοποίηση της εγγυητικής που αναφέρεται στο αιτητικό εκτός αν οι Αιτητές πετύχουν την έμπρακτη συμπλήρωση και παράδοση του έργου μέχρι τις 21.12.
- Σημειώνεται ότι ως ημερομηνία ολοκλήρωσης του έργου καθορίσθηκε η 22.12.
- Η έμπρακτη συμπλήρωση του έργου μέχρι τις 21.12.23, όπως έχουν απαιτήσει η Καθ' ης η αίτηση και ο Εναγόμενος 3, είναι αδύνατο να επιτευχθεί νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας εργολαβίας λόγω των πράξεων και παραλείψεων της Καθ' ης η αίτηση και του Εναγόμενου
- Επίσης δεν υπάρχει νόμιμη ή έγκυρη βάση για τερματισμό της συμφωνίας εργολαβίας και, κατ' επέκταση, για εξαργύρωση και/ή ρευστοποίηση της εγγυητικής από την Καθ' ης η αίτηση ή για οποιαδήποτε χρηματική απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση έναντι των Αιτητών στην βάση των όρων της συμφωνίας εργολαβίας. Το έργο δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί παρόλο που από κατασκευαστικής άποψης βρίσκεται στα τελευταία στάδια αποπεράτωσης. Η εγγυητική, η οποία είναι ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση πιστής εκτέλεσης, παραδόθηκε από τους Αιτητές στην Καθ' ης η αίτηση για ποσό ίσο με το 10% της αρχικής αξίας της συμφωνίας εργολαβίας, ήτοι για το ποσό των Ευρώ 1.640.000,00 σεντ, σύμφωνα με τον όρο 37 της συμφωνίας εργολαβίας. Αρχικά ίσχυε μέχρι την 23.3.
- Στην συνέχεια ανανεώθηκε επανειλημμένα μέχρι και τις 31.12.
- Έκτοτε ανανεώθηκε και άλλες φορές. Το ζήτημα του ποιος ευθύνεται για την μεγάλη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση του έργου αποτελεί αντικείμενο εντονότατης διαφωνίας μεταξύ των Αιτητών, από την μια, και της Καθ' ης η αίτηση και του Εναγόμενου 3, από την άλλη. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της και στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Η Ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζεται από μια ένορκο δήλωση ημερομηνίας 31.1.24 και μια συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερομηνίας 6.3.24 ενός εκ των διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση ο οποίος είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση, από τώρα και στο εξής «ο Διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση». Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι:
- Η παρούσα αίτηση είναι νομικά ή/και πραγματικά αβάσιμη ή/και αστήρικτη ή/και ανυπόστατη
- Δεν συντρέχει ή/και δεν στοιχειοθετείται ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος μονομερώς, καθότι μέχρι τη στιγμή της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είχε προβεί σε οποιοδήποτε αίτημα ή/και δεν υπέβαλε οποιανδήποτε απαίτηση προς την ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Limited ή/και δεν προειδοποίησε ή/και δεν απείλησε την Ενάγουσα - Αιτήτρια με οποιονδήποτε τρόπο ότι θα υποβάλει τέτοια απαίτηση για τη ρευστοποίηση ή/και εξαργύρωση της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης
- Η έκδοση ή/και η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει τη ρευστοποίηση ή/και την εξαργύρωση Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης δεν επιτρέπεται ή/και δεν δικαιολογείται ή/και δεν είναι πρόσφορη ή/και δεν είναι δόκιμη υπό τις περιστάσεις για τους ακόλουθους λόγους: 3.1 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει αναδείξει ή/και δεν έχει στοιχειοθετήσει με οποιονδήποτε τρόπο και στον βαθμό που αναμένεται σε τέτοιας φύσεως διαδικασίες, τη διάπραξη ή/και την ύπαρξη οποιασδήποτε δόλιας ενέργειας εκ μέρους της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 αναφορικά με την ισχυριζόμενη προσπάθεια ρευστοποίησης ή/και εξαργύρωσης της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης ή/και 3.2 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες δόλου στα πλαίσια των ενόρκων δηλώσεων που έχουν κατατεθεί προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης ή/και 3.3 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει αποτύχει να προσάγει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει ή/και να στοιχειοθετεί με πλήρη ή/και επαρκή στοιχεία την ύπαρξη ή/και την εμφιλοχώρηση δόλου σε ό,τι έχει να κάνει με την υποτιθέμενη προσπάθεια είσπραξης του ποσού της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης ή/και γενικότερα την ύπαρξη ή/και την εμφιλοχώρηση δόλου σε σχέση με οποιανδήποτε ενέργεια της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 ή/και 3.4 Η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν έχει ειδοποιήσει ως όφειλε το τραπεζικό ίδρυμα που εξέδωσε την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης σε σχέση με οποιανδήποτε ύπαρξη ή/και εμφιλοχώρηση δόλου κατά την ισχυριζόμενη προσπάθεια ή/και βούληση της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 να εισπράξει το ποσό της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης ή/και αναφορικά με οποιανδήποτε άλλη ενέργεια ή/και πράξη της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 4 Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60) όπως έχει τροποποιηθεί ή/και δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο ή/και τη Νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. 5 Περαιτέρω ή/και ειδικότερα με τον λόγο ένστασης με αριθμό 3: 5.
- Δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε ή/και εύλογη αιτία αγωγής της Ενάγουσας - Αιτήτριας εναντίον της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 ή/και οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αναφορικά με τις απαιτήσεις της Ενάγουσας - Αιτήτριας. 5.
- Δεν αποκαλύπτεται η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα - Αιτήτρια σε οποιαδήποτε θεραπεία σε βάρος της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 μετά την αποπεράτωση της Απαίτησης. 5.
- Δεν αποκαλύπτονται λόγοι για τους οποίους θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό ή/και μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση που τίθεται από τον Νόμο και τη Νομολογία, η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 ισχυρίζεται τα πιο κάτω: 6.
- Οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια είναι πλήρως υπολογίσιμη ή/και μπορεί να αποκατασταθεί με τη θεραπεία των οικονομικών αποζημιώσεων. 6.
- Η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει την οικονομική ικανότητα ή/και δυνατότητα ή/και επιφάνεια για να αποκαταστήσει την Ενάγουσα - Αιτήτρια σε οποιαδήποτε ζημιά ή/και βλάβη ήθελε υποστεί από την ενδεχόμενη ρευστοποίηση ή/και εξαργύρωση της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης μετά το τέλος της παρούσας Απαίτησης. 6.
- Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποδηλεί ότι η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν είναι φερέγγυα ή/και δεν θα είναι σε θέση να αποκαταστήσει με οικονομικούς όρους την ενδεχόμενη ζημιά ή τη βλάβη
- Η παρούσα μονομερής αίτηση είναι καταχρηστική ή/και κακόπιστη ή/και αποσκοπεί αποκλειστικά στην παρεμπόδιση ή/και απαγόρευση της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 από το να προβεί σε νόμιμες ή/και νομότυπες ή/και συμβατικές πράξεις ή/και να ασκήσει το νόμιμο ή/και ανέκκλητο της δικαίωμα να εξαργυρώσει ή/και να ρευστοποιήσει την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης ως αυτό προκύπτει από τους ίδιους τους όρους ή/και τις πρόνοιες της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης
- Τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος θα προκαλέσει σοβαρή ή/και ανεπανόρθωτη ζημιά ή/και βλάβη στην Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1, καθότι θα της αποστερήσει το νόμιμο ή/και συμβατικό ή/και αναφαίρετο ή/και ανέκκλητο της δικαίωμα να προβεί στη ρευστοποίηση ή/και στην εξαργύρωση της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης.
- Οι οποιεσδήποτε διαφορές της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 ουδεμία σχέση έχουν με την ανέκκλητη υποχρέωση που ανέλαβε η ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Limited να πληρώσει το ποσό της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης στην Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 στην περίπτωση που υποβαλλόταν σχετική απαίτηση από την τελευταία
- Η ιδιαίτερη σχέση και βεβαιότητα που δημιουργείται με μια τραπεζική εγγύηση πρέπει να αντικρίζεται σαν σχέση ανεξάρτητη από την συναλλαγή ή/και σαν σχέση αμιγώς συμβατικής μεταξύ του τραπεζικού ιδρύματος που εξέδωσε την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης με την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 ως η δικαιούχος της Εγγυητικής, και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται σε τρίτα πρόσωπα να επεμβαίνουν ή/και να παρεμβαίνουν στα νόμιμα και ανέκκλητα δικαιώματα της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 που απορρέουν από την Εγγυητική Πιστής Εκτέλεσης
- Η έκδοση ή/και η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος παρεμβαίνει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο σε τραπεζική εγγυητική που εκδίδεται χωρίς δικαίωμα ανάκλησης προς όφελος του δικαιούχου της τραπεζικής εγγυητικής ή/και δύναται να διαταράξει την ασφάλεια των εμπορικών συναλλαγών ως αυτό επιδιώκεται με την έκδοση του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου της τραπεζικής εγγυητικής
- Δεν έγινε πλήρης ή/και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων της υπόθεσης κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας - Αιτήτριας ή/και δεν υπεδείχθη στο Σεβαστό Δικαστήριο το ειδικό νομικό καθεστώς που διέπει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να παρεμποδίζει την πληρωμή ποσού τραπεζικής εγγυητικής ή/και η σχετική με το ζήτημα αυτό νομολογία των Δικαστηρίων κατά το μονομερές στάδιο της παρούσας αίτησης ή/και η Ενάγουσα - Αιτήτρια ενήργησε με πρόδηλη κακή πίστη ή/και δόλο προβαίνοντας σε εσκεμμένη αποσιώπηση ή/και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ή/και νομικών ζητημάτων, παραπλανώντας εσκεμμένα το Σεβαστό Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση του προσωρινού διατάγματος
- Ο ενόρκως δηλών έχει προβεί σε σωρεία ψευδών ή/και αναληθών ή/και παραπλανητικών ή/και ανακριβών αναφορών ή/και ισχυρισμών σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση με σκοπό να οδηγήσει το Σεβαστό Δικαστήριο σε λανθασμένα ή/και παραπλανητικά συμπεράσματα
- Διαζευκτικά ή/και ανεξάρτητα των πιο πάνω λόγων ένστασης, στην περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιήσει το προσωρινό διάταγμα, κάτι που βρίσκει την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 κάθετα αντίθετη, η Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να διαταχθεί η συνέχιση της ισχύος της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης για τουλάχιστον τρεις
(3)μήνες μετά την έκδοση της τελικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 3 και 7-12 καταπιάνονται με τις ιδιότητες της ανέκκλητης τραπεζικής εγγυητικής καθώς και με το καθήκον αποκάλυψης που υπάρχει σε αιτήσεις μονομερούς φύσεως. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited ν. A Panareti Public Limited
(2013)1Β ΑΑΔ 1235 η εφεσείουσα/εναγόμενη 1 αμφισβήτησε την ορθότητα προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης με το οποίο απαγορευόταν στην εφεσείουσα η ανάληψη ποσού εγγυητικής επιστολής της εναγόμενης 2 και στην εναγόμενη 2 η πληρωμή του ποσού της εγγυητικής αυτής προς την εφεσείουσα. Από τις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή προέκυπτε ότι είχε εκδοθεί η εγγυητική επιστολή από την πρωτοδίκως εναγόμενη 2, ήτοι την Alpha Bank Cyprus Ltd, ύστερα από αίτημα των εφεσίβλητων/εναγόντων για να καλυφθούν υποχρεώσεις τους ως πωλητών κατοικίας προς τον εναγόμενο 3, ήτοι τον αγοραστή. Η εγγυητική αυτή εκχωρήθηκε από τον εναγόμενο 3 προς την εφεσείουσα η οποία και ζήτησε την πληρωμή της με σχετική απαίτησή της ώστε να καλυφθούν υποχρεώσεις του Εναγόμενου 3 έναντί της για την παραχώρηση δανείου προς αυτόν για την αγορά της κατοικίας από τους εφεσίβλητους. Παρά την ένσταση που καταχωρήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέστησε το προσωρινό διάταγμα απόλυτο. Η έφεση πέτυχε και το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε στην βάση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που φέρουν οι εγγυητικές επιστολές. Παρατίθεται αυτούσιο διαφωτιστικό απόσπασμα από την απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd
(1978)1 All E. R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος ...................... Παρατηρούμε ότι οι εφεσίβλητοι ήγειραν την αγωγή πρωτοδίκως σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στην παρ. ΣΤ αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πληρωμή της εγγυητικής αποτελεί πράξη δόλου και απάτης. Οι εφεσίβλητοι είχαν όμως υποχρέωση, στα πλαίσια της προώθησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία, σχετικά με τον κατ' ισχυρισμό δόλο, πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν, εφόσον η μοναδική σχετική παράγραφος στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου, διευθυντή των εφεσιβλήτων, ήταν η παρ. 18, στην οποία με γενικότητα καταλογίζεται δόλος εναντίον του εναγομένου 3 και των εφεσειόντων/εναγομένων 1. Η γενικότητα της θέσης ότι υπάρχει δόλος, επειδή για χρόνια ανανεωνόταν η εγγυητική, και μετά τη διευθέτηση των διαφορών των διαδίκων σε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου οι εφεσείοντες ζήτησαν την πληρωμή της εγγυητικής, αναμφίβολα υστερεί κατά πολύ από εκείνες τις λεπτομέρειες που θα έπρεπε να είχαν δοθεί ώστε το Δικαστήριο να εξέταζε κατά πόσο υπήρχαν πράγματι εκείνα τα στοιχεία δόλου στη γνώση μάλιστα των εφεσειόντων, πριν αποφασίσει κατά πόσο θα εξέδιδε ή όχι το προσωρινό διάταγμα. Στη βάση της αυτοτέλειας της εγγυητικής αυτής επιστολής, οι εφεσίβλητοι δεν ήσαν πλέον συμβαλλόμενα μέρη. Είναι δε σαφές από τη νομολογία που έχει προαναφερθεί, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στις εγγυητικές επιστολές, στην απουσία εμφανούς δόλου. Τα πιο πάνω δεν εξετάσθηκαν καθόλου από το πρωτόδικο Δικαστήριο, όταν οριστικοποιούσε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδώσει, παρά το γεγονός ότι είχαν τεθεί ενώπιόν του. Το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τα ζητήματα αυτά υπό το φως του γεγονότος ότι η ενώπιον του υπόθεση αφορούσε τραπεζική εγγύηση .......................... Από όλα τα πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η περίπτωση δεν ήταν πρέπουσα για έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του». Στην Αγγλική υπόθεση R D Harbottle (Mercantile) Ltd And another v. National Westminster Bank Ltd and others
(1877)2 All E R 862 λέχθηκε ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις επεμβαίνουν τα Δικαστήρια με τον μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι τράπεζες. Στην περίπτωση εγγυητικής επιστολής (confirmed performance guarantee) όπως και στην περίπτωση τραπεζικής πίστωσης (confirmed letter of credit) η τράπεζα ενδιαφέρεται μόνο για το αν υπάρχει συμμόρφωση με τους όρους εντολής της. Ουδόλως απασχολούν την τράπεζα οι συμβατικές διαφορές οι οποίες μπορεί να ανακύψουν μεταξύ των αγοραστών και των πωλητών. Στην πιο πάνω υπόθεση οι αγοραστές υπέβαλαν δυνάμει των εγγυητικών επιστολών απαίτηση για πληρωμή. Οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι οι απαιτήσεις αυτές ήταν δόλιες ή την ύπαρξη άλλων ειδικών περιστάσεων. Κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για να διατηρηθούν σε ισχύ τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί. Στην σελίδα 870 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «I cannot accept any of these submissions. First, this is not a case of an established fraud at all. The plaintiffs may well be right in contending that the buyers have no contractual right to payment of any part, let alone the whole, of the guarantee in any of these cases. In the third case the bank concedes that this may be so, because no valid guarantee may be in existence. But all these issues turn on contractual disputes. They are a long way from fraud, let alone established fraud. Secondly, the authorities are strongly against the plaintiffs' contentions. It is only in exceptional cases that the courts well interfere with the machinery of irrevocable obligations assumed by banks. They are the life-blood of international commerce . Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the courts will leave the merchants to settle their disputes under the contracts by litigation or arbitration as available to them or stipulated in the contracts. The courts are not concerned with their difficulties to enforce such claims; these are risks which the merchants take. In this case the plaintiffs took the risk of the unconditional wording of the guarantees. The machinery and commitments of banks are on a different level. They must be allowed to be honoured, free from interference by the courts. Otherwise, trust in international commerce could be irreparably damaged. I need only briefly refer to a few authorities. They were mostly concerned with confirmed letters of credit, but they equally apply to confirmed performance guarantees. In both cases the banks are only concerned to ensure that the terms of their mandate and confirmations are complied with, eg of the conformity of the documents presented, and in this case of the fact that a demand for payment had been made by the buyers under their existing guarantee. This is unfortunate for the plaintiffs, but it is what they have agreed. Banks are not concerned with the rights or wrongs of the underlying disputes but only with the performance of the obligations which they themselves have confirmed. In Malas (trading as Hamzeh Malas & Sons) v British Imex Industries Ltd . The grounds of the decision are correctly set out in the headnote as follows: ". although the court had a wide jurisdiction to grant injunctions, this was not a case in which, in the exercise of its discretion, it ought to do so; an elaborate commercial system had been built up on the footing that a confirmed letter of credit constituted a bargain between the banker and the vendor of the goods, which imposed upon the banker an absolute obligation to pay, irrespective of any dispute there might be between the parties whether or not the goods were up to contract." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν μπορώ να δεχθώ οποιαδήποτε από αυτές τις εισηγήσεις. Πρώτο, αυτή δεν είναι περίπτωση τεκμηριωμένου δόλου. Οι ενάγοντες μπορεί να έχουν δίκαιο να ισχυρίζονται ότι οι αγοραστές δεν έχουν συμβατικό δικαίωμα για πληρωμή μέρους ή και ολόκληρης ακόμα της εγγυητικής στις υποθέσεις αυτές. Στην τρίτη υπόθεση η τράπεζα ισχυρίζεται ότι έτσι μπορεί να έχουν τα πράγματα καθότι δέον να μην υπάρχει σε ισχύ έγκυρη εγγυητική. Όλα, όμως, αυτά τα ζητήματα αφορούν σε συμβατικές διαφορές. Απέχουν κατά πολύ από τον δόλο, πόσο μάλλον, από τον τεκμηριωμένο δόλο. Δεύτερο οι αυθεντίες είναι σφοδρά αντίθετες από τις εισηγήσεις των εναγόντων. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα Δικαστήρια επεμβαίνουν με τον μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι τράπεζες. Είναι το αίμα που δίνει ζωή στο διεθνές εμπόριο . Εκτός σε ξεκάθαρες περιπτώσεις δόλου για τις οποίες οι τράπεζες έχουν γνώση τα Δικαστήρια θα αφήσουν τους εμπορευόμενους να κανονίσουν τις συμβατικές τους διαφορές στα Δικαστήρια ή σε διαιτησία αναλόγως του τι είναι διαθέσιμο για αυτούς ή τι προνοούν οι συμφωνίες. Τα Δικαστήρια δεν τα απασχολούν οι δυσκολίες απόδειξης τέτοιων απαιτήσεων. Αυτά είναι ρίσκα που παίρνουν οι εμπορευόμενοι. Στην υπόθεση αυτή οι ενάγοντες πήραν το ρίσκο της άνευ όρων διατύπωσης των εγγυητικών. Ο μηχανισμός και οι δεσμεύσεις των τραπεζών είναι σε διαφορετικό επίπεδο. Πρέπει να τους επιτραπεί να τιμηθούν απαλλαγμένες από επέμβαση των Δικαστηρίων. Διαφορετικά η εμπιστοσύνη στο διεθνές εμπόριο θα βλαφτεί ανεπανόρθωτα. Σε λίγες υποθέσεις και συνοπτικά χρειάζεται να αναφερθώ. Είχαν να κάνουν κυρίως με τραπεζικές πιστώσεις αλλά εφαρμόζονται εξίσου σε εγγυητικές επιστολές. Και στις δυο υποθέσεις αυτό που ενδιέφερε τις τράπεζες ήταν να εξακριβώσουν ότι υπήρχε συμμόρφωση με τους όρους εντολής τους, όπως την συμμόρφωση των παρουσιασθέντων εγγράφων και στην υπόθεση αυτή με το γεγονός ότι είχε γίνει απαίτηση πληρωμής από τους αγοραστές δυνάμει της υφιστάμενης εγγυητικής τους. Αυτό είναι ατυχές για τους ενάγοντες, αλλά είναι αυτό που έχουν συμφωνήσει. Οι τράπεζες δεν ενδιαφέρονται για τα σωστά ή τα λάθη των διαφορών αλλά μόνο με την εκτέλεση των υποχρεώσεων τις οποίες οι ίδιες έχουν επιβεβαιώσει. Στην Malas (trading as Hamzeh Malas & Sons) v British Imex Industries Ltd . Το σκεπτικό της απόφασης εκτίθεται ορθά στην υποσημείωση ως ακολούθως: «. παρόλο που το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, αυτή δεν ήταν υπόθεση στην οποία, κατά την άσκηση της ευχέρειας του, έπρεπε έτσι να πράξει. Ένα ανεπτυγμένο εμπορικό σύστημα έχει οικοδομηθεί στην βάση του ότι η τραπεζική πίστωση συνιστά δοσοληψία μεταξύ της τράπεζας και του πωλητή των αγαθών η οποία επιβάλλει στην τράπεζα απόλυτη υποχρέωση να πληρώσει ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διαφοράς η οποία τυχόν να υπάρχει μεταξύ των μερών αν κατά πόσο τα αγαθά ανταποκρίνονται στην συμφωνία». Στην υπόθεση Edward Owen Ltd v. Barclays Bank
(1978). λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 169: It has been long established that when a letter of credit is issued and confirmed by a bank, the bank must pay it if the documents are in order and the terms of the credit are satisfied. Any dispute between buyer and seller must be settled between themselves. The bank must honour the credit. That was clearly stated in Hamzeh Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd. [1958] 2 Q.B. 127. Jenkins L.J., giving the judgment of this court, said, at p. 129: ". it seems to be plain enough that the opening of a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods, which imposes upon the banker an absolute obligation to pay, irrespective of any dispute there may be between the parties as to whether the goods are up to contract or not. An elaborate commercial system has been built up on the footing that bankers' confirmed credits are of that character, and, in my judgment, it would be wrong for this court in the present case to interfere with the established practice." To this general principle there is an exception in the case of what is called established or obvious fraud to the knowledge of the bank. The most illuminating case is of Sztejn v. J. Henry Schroder Banking Corporation
(1941)31 N.Y.S. 2d 631 which was heard in the New York Court of Appeals. After citing many cases Shientag J. said, at p. 633: "It is well established that a letter of credit is independent of the primary contract of sale between the buyer and the seller. The issuing bank agrees to pay upon presentation of documents, not goods. This rule is necessary to preserve the efficiency of the letter of credit as an instrument for the financing of trade." He said, at p. 634, that in that particular case it was different because: "on the present motion, it must be assumed that the seller has intentionally failed to ship any goods ordered by the buyer. In such a situation, where the seller's fraud has been called to the bank's attention before the drafts and documents have been presented for payment, the principle of the independence of the bank's obligation under the letter of credit should not be extended to protect the unscrupulous seller." That case shows that there is this exception to the strict rule: the bank ought not to pay under the credit if it knows that the documents are forged or that the request for payment is made fraudulently in circumstances when there is no right to payment. Σε ελεύθερη μετάφραση: Έχει καθιερωθεί από καιρό ότι όταν μια τραπεζική πίστωση εκδίδεται και επιβεβαιώνεται από την τράπεζα, η τράπεζα πρέπει να πληρώσει αν τα έγγραφα είναι εν τάξει και οι όροι της πίστωσης ικανοποιούνται. Διαφορές μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή πρέπει να ρυθμίζονται μεταξύ των δυο τους. Η τράπεζα πρέπει να τιμήσει την πίστωση. Αυτό λέχθηκε ξεκάθαρα στην Hamzeh Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd. [1958] 2 Q.B. 127. Ο Jenkins L.J. ο οποίος έδωσε την απόφαση αυτού του Δικαστηρίου είπε στην σελίδα 129: «. είναι αρκετά απλό ότι το άνοιγμα μιας τραπεζικής πίστωσης συνιστά δοσοληψία μεταξύ της τράπεζας και του πωλητή των αγαθών η οποία επιβάλλει στην τράπεζα απόλυτη υποχρέωση να πληρώσει ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διαφοράς η οποία τυχόν να υπάρχει μεταξύ των μερών αν κατά πόσο τα αγαθά ανταποκρίνονται στην συμφωνία ή όχι. Ένα ανεπτυγμένο εμπορικό σύστημα έχει οικοδομηθεί στην βάση του ότι οι τραπεζικές πιστώσεις έχουν αυτόν τον χαρακτήρα και κατά την κρίση μου θα ήταν λάθος αν στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο επενέβαινε στην καθιερωμένη πρακτική». Στην γενική αυτή αρχή υπάρχει η εξαίρεση του καλούμενου τεκμηριωμένου ή φανερού δόλου εις γνώση της τράπεζας. Η πιο διαφωτιστική υπόθεση είναι η Sztejn v. J. Henry Schroder Banking Corporation
(1941)31 N.Y.S. 2d 631 η οποία ακούσθηκε στο Εφετείο της Νέας Υόρκης. Αφού αναφέρθηκε σε πολλές υποθέσεις ο Shientag J. είπε στην σελίδα 633: «Είναι καλά καθιερωμένο ότι μια τραπεζική πίστωση είναι ανεξάρτητη της σύμβασης πώλησης μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή. Η εκδότρια τράπεζα συμφωνεί να πληρώσει κατά την παρουσίαση των εγγράφων και όχι των αγαθών. Ο κανόνας αυτός είναι αναγκαίος για να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα της τραπεζικής πίστωσης ως εργαλείο για την χρηματοδότηση του εμπορίου». Στην σελίδα 634 είπε ότι στην υπόθεση εκείνη ήταν διαφορετικά διότι: «στην παρούσα υπόθεση πρέπει να θεωρήσομε ότι ο πωλητής σκόπιμα παρέλειψε να φορτώσει τα αγαθά που παρήγγειλε ο αγοραστής. Σε μια τέτοια περίπτωση που ο δόλος του πωλητή έχει έλθει στην αντίληψη της τράπεζας πριν την παρουσίαση των εγγράφων για πληρωμή η αρχή της ανεξαρτησίας της υποχρέωσης που έχει η τράπεζα δυνάμει της εγγυητικής δεν θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να προστατευτεί ο ανήθικος πωλητής». Η υπόθεση αυτή καταδεικνύει ότι υπάρχει εξαίρεση στον αυστηρό κανόνα: η τράπεζα δεν πρέπει να πληρώσει την εγγυητική αν γνωρίζει ότι τα έγγραφα είναι παραποιημένα ή ότι η παράκληση για πληρωμή γίνεται δόλια υπό περιστάσεις που δεν υπάρχει δικαίωμα πληρωμής». Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,
(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Εναπόκειται στον Δικαστή κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Η Αγγλική Νομολογία την οποία επικαλέσθηκε η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση καταδεικνύει ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά επεκτείνεται και στο δίκαιο και τις νομικές αρχές οι οποίες διέπουν την υπόθεση. Το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Memory Corporation Plc. And Another v. Sidhu and Another (No. 2)
(2000)1 WLR 1443 (CA) είναι ενδεικτικό: «It cannot be emphasised too strongly that at an urgent without notice hearing for a freezing order, as well as for a search order or any other form of interim injunction, there is a high duty to make full, fair and accurate disclosure of material information to the court and to draw the court's attention to significant factual, legal and procedural aspects of the case. It is the particular duty of the advocate to see that the correct legal procedures and forms are used; that a written skeleton argument and a properly drafted order are prepared by him personally and lodged with the court before the oral hearing; and that at the hearing the court's attention is drawn by him to unusual features of the evidence adduced, to the applicable law and to the formalities and procedure to be observed». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν χρειάζεται να τονισθεί και πολύ ότι σε μια επείγουσας μορφής αίτηση χωρίς ειδοποίηση για την έκδοση διατάγματος παγοποίησης ή διατάγματος έρευνας ή παρεμπίπτοντος διατάγματος οποιασδήποτε μορφής υπάρχει υψηλό καθήκον πλήρους, δίκαιης και ακριβούς αποκάλυψης ουσιωδών πληροφοριών προς το Δικαστήριο και υψηλό καθήκον για να περιέλθουν σε γνώση του Δικαστηρίου σημαντικές πτυχές της υπόθεσης που αφορούν στα γεγονότα και την διαδικασία. Είναι καθήκον του δικηγόρου να βεβαιωθεί ότι έγινε χρήση των ορθών νομικών διαδικασιών και εντύπων. Ότι ετοίμασε ο ίδιος προσωπικά την γραπτή αγόρευση και ένα ορθά διατυπωμένο διάταγμα και ότι τα καταχώρησε πριν την ακρόαση. Και ότι κατά την ακρόαση εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου σε ασυνήθιστες πτυχές της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε, στο εφαρμοστέο δίκαιο και τις τυπικότητες και την διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθούν». Στην, επίσης, Αγγλική υπόθεση Swift-Fortune Ltd v. Magnifica Marine SA (The «Capaz Duckling»)
(2008)1 Lloyds Rep 54 λέχθηκε στη βάση της Memory Corporation Plc. And Another v. Sidhu and Another (No. 2)
(2000)1 WLR 1443, ανωτέρω, ότι η εισήγηση ότι δεν υπάρχει καθήκον αποκάλυψης των σχετικών νομικών αρχών δεν είναι ισχυρά εδραιωμένη. Ακολουθεί ότι η πλευρά των Αιτητών είχε καθήκον να αποκαλύψει στο Δικαστήριο το ιδιάζον νομικό καθεστώς που διέπει τις εγγυητικές επιστολές, κάτι που δεν έπραξε. Στις δυο ένορκες δηλώσεις του Διευθυντή των Αιτητών που παρουσιάσθηκαν από την πλευρά των Αιτητών στο μονομερές στάδιο, ήτοι την κύρια ένορκο δήλωση και την δεύτερη ένορκο δήλωση, καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται σε αυτό. Η μόνη αναφορά στο εφαρμοστέο δίκαιο γίνεται στην γραπτή αγόρευση που, επίσης, παρουσιάσθηκε στο μονομερές στάδιο προς αιτιολόγηση του στοιχείου του κατεπείγοντος σύμφωνα με τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Και εκεί, όμως, δεν αποκαλύπτεται το εφαρμοστέο δίκαιο στην αληθινή του διάσταση. Αποκαλύφθηκαν τα εξής: τα Δικαστήρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά όταν τους ζητείται να επέμβουν στην εξαργύρωση τραπεζικών εγγυητικών επιστολών και ότι τέτοια επέμβαση δικαιολογείται μόνο όταν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις στην προκειμένη περίπτωση ειδικές περιστάσεις είναι η ισχυρή μαρτυρία που καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη 1 έκδηλα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βάσιμη απαίτηση εναντίον των Αιτητών αλλά και η ισχυρή μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 και ο αρχιτέκτονας - Εναγόμενος . - ενήργησαν και ενεργούν κακόπιστα και ανέντιμα. Τα πιο πάνω πόρρω απέχουν από αυτό που αποτελεί το εφαρμοστέο δίκαιο και που η πλευρά των Αιτητών όφειλε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο η τραπεζική πίστωση επιβάλλει στην τράπεζα απόλυτη υποχρέωση να πληρώσει, ότι στην απουσία ισχυρότατου λόγου δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής, ότι τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στον μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι τράπεζες σε περιπτώσεις εγγυητικών επιστολών και ότι μόνη εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα αποτελεί η περίπτωση του καλούμενου τεκμηριωμένου ή φανερού δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι εις γνώση της τράπεζας. Τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν με τις εγγυητικές ακόμα και αν η μαρτυρία είναι ισχυρή σε βαθμό που ο δικαιούχος της εγγυητικής δυνατόν να μην έχει βάσιμη απαίτηση εναντίον του άλλου μέρους στην συμφωνία. Όπως επισημάνθηκε στις Αγγλικές αποφάσεις που πιο πάνω μνημονεύονται ουδόλως απασχολούν την τράπεζα οι συμβατικές διαφορές οι οποίες μπορεί να ανακύψουν μεταξύ των μερών σε μια συμφωνία όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με απαίτηση για πληρωμή δυνάμει εγγυητικής. Επίσης άλλο είναι η κακοπιστία και η ανεντιμότητα και άλλο ο δόλος, ο τεκμηριωμένος, έκδηλος και φανερός δόλος. Στην κύρια ένορκο δήλωση η οποία αποτελείται από 71 παραγράφους δόλος καταλογίζεται ρητά μόνο στον αρχιτέκτονα του έργου - Εναγόμενο 3 - και με τρόπο διαυγή. Στην πραγματικότητα στην εν λόγω ένορκο δήλωση υπάρχουν ουκ ολίγες αναφορές για δόλια συμπεριφορά του Εναγόμενου 3, για πράξεις και παραλείψεις του καθώς και για παράνομες, κακόπιστες, αυθαίρετες, αντιδεοντολογικές και αντισυμβατικές αποφάσεις του. Για την Καθ' ης η αίτηση δεν υπάρχει διαυγής αναφορά δόλου. Στην παράγραφο 69(δ) της κύριας ένορκης δήλωσης δεν γίνεται αναφορά σε δόλο, αλλά σε ανεντιμότητα εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση και στις παραγράφους 4, 12 και 16 γίνεται αναφορά σε πράξεις και παραλείψεις της Καθ' ης η αίτηση. Μάλιστα στην παράγραφο 12 η ευθύνη για την καθυστέρηση αποδίδεται στην Καθ' ης η αίτηση επειδή απλά και μόνο είναι η εργοδότης του έργου. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά στις πράξεις και παραλείψεις του Εναγόμενου
- Η μόνη αναφορά σε δόλο για την Καθ' ης η αίτηση γίνεται στην παράγραφο 70(vii) της κύριας ένορκης δήλωσης. Στην εν λόγω υποπαράγραφο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ενόψει των όσων επισημαίνονται στις υποπαραγράφους (i)-(vi) της ίδιας παραγράφου η Καθ' ης η αίτηση δεν δικαιούται να εξαργυρώσει ή να ρευστοποιήσει την εγγυητική. Δεν εξηγείται, όμως, για ποιο λόγο η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει το πιο πάνω δικαίωμα. Συναφώς ο Διευθυντής των Αιτητών δεν αναφέρει ότι ο λόγος που η Καθ' ης η αίτηση δεν δικαιούται να εξαργυρώσει ή να ρευστοποιήσει την εγγυητική είναι γιατί είναι ένοχη δόλιας συμπεριφοράς. Όπως ξεκάθαρα ισχυρίσθηκε για τον Εναγόμενο
- Ούτε ότι η επαπειλούμενη απαίτηση για πληρωμή είναι δόλια. Η δε φράση που απαντά στην ίδια υποπαράγραφο ότι «υπό τις περιστάσεις η εξαργύρωση ή και ρευστοποίηση της Εγγύησης Πιστής Εκτέλεσης θα αποτελεί πράξη καταδολίευσης της Ενάγουσας», φρονώ πως δεν ισοδυναμεί με θέση ή ξεκάθαρη θέση ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ένοχη δόλιας συμπεριφοράς. Πώς μπορεί, άλλωστε, ο Διευθυντής των Αιτητών να ισχυρίζεται ότι η εξαργύρωση ή η ρευστοποίηση της εγγυητικής θα είναι πράξη καταδολίευσης των Αιτητών όταν δεν ισχυρίζεται ούτε σε ένα σημείο της πολυσέλιδης κύριας ένορκης δήλωσης ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι ένοχη δόλιας συμπεριφοράς; Και ότι αυτός είναι ο λόγος που η Καθ' ης η αίτηση δεν δικαιούται να εξαργυρώσει ή να ρευστοποιήσει την εγγυητική; Ο Διευθυντής των Αιτητών δεν είναι ξεκάθαρος με τις δηλώσεις του αναφορικά με την Καθ' ης η αίτηση. Φαίνεται πως διστάζει να καταλογίσει με σαφήνεια δόλο στην Καθ' ης η αίτηση. Προδήλως γιατί η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι ένοχη δόλου αφού και ό,τι έπραξε το έπραξε βασιζόμενη στις αποφάσεις του Εναγόμενου 3 όπως ξεκάθαρα καταδεικνύεται μέσα από την ίδια την κύρια ένορκη δήλωση. Συναφώς η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση να δραστηριοποιηθούν οι Αιτητές όπως τους ζητούνταν με τις επιστολές της Καθ' ης η αίτηση βασίζονταν στις αποφάσεις του Εναγόμενου 3, τις οποίες και, προδήλως, η Καθ' ης η αίτηση ενστερνίζονταν, κάτι που αποδυναμώνει εκ προοιμίου τις οποιεσδήποτε τυχόν υποψίες για δόλο εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση ανεξαρτήτως αν η τελευταία γνώριζε και την αντίθετη άποψη μέσω των ηλεκτρονικών μηνυμάτων των Αιτητών. Ο ισχυρισμός του Διευθυντή των Αιτητών στην παράγραφο 63 της κύριας ένορκης δήλωσης ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι σε πλήρη συντονισμό και συνεννόηση με τον Εναγόμενο 3 υποδηλοί ότι η Καθ' ης η αίτηση συνέργησε με τον Εναγόμενο 3 και ότι συμμερίζεται και, μάλιστα, συνειδητά τις ενέργειες του οι οποίες μόνο παράνομες θα μπορούσαν να είναι σύμφωνα με ό,τι λογικά προκύπτει από την υπό συζήτηση δήλωση. Αυτό, όμως, δεν είναι κάτι που αποδεικνύεται δίχως άλλο. Στην απουσία διαυγούς μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση δεν μπορώ να δεχθώ ότι η Καθ' ης η αίτηση έδρασε όπως της καταλογίζεται. Απαιτείται να καταδειχθεί εμφανής και καθαρός δόλος. Τέτοια τεκμηρίωση ελλείπει. Αφενός ρητός και διαυγής ισχυρισμός προς αυτή την κατεύθυνση δεν υπάρχει στην κύρια ένορκη δήλωση, αφετέρου, τα όσα καταλογίζονται στην Καθ' ης η αίτηση με τις παραγράφους 69 και 70 της κύριας ένορκης δήλωσης δεν φανερώνουν δολιότητα από μέρους της. Πρωτίστως γιατί οι ενέργειες και αποφάσεις της Καθ' ης η αίτηση στηρίζονται στις αποφάσεις του Εναγόμενου 1 στις οποίες η Καθ' ης η αίτηση λογικό ήταν να δίνει πίστη. Η δε εικόνα που η πλευρά των Αιτητών προσπάθησε να μεταδώσει με την πολυσέλιδη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Αιτητών και δη η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας προς απόδειξη δόλου είναι απαράδεκτη. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εικόνα που μεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση δεν επιτρέπεται να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί μεταγενέστερα (Βλ. Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ
(2014)1 ΑΑΔ 1665). Με την μονομερή έκδοση του διατάγματος η μαρτυρία «κλειδώνει» οπότε είναι στην βάση της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε από τον αιτητή στο μονομερές στάδιο και μόνο που θα κριθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης αν το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Άλλη μαρτυρία δεν επιτρέπεται να εισαχθεί. Με την συμπληρωματική ένορκο δήλωση του Διευθυντή των Αιτητών επαναλαμβάνεται η μαρτυρία που ήδη δόθηκε στο μονομερές στάδιο εμπλουτισμένη, αυτή την φορά, με ισχυρισμούς περί δόλου. Επιπρόσθετα παρατίθενται και νέοι ισχυρισμοί. Δεν θα κριθεί, όμως, από μαρτυρία που παρουσιάζεται μεταγενέστερα της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος αν αυτό εκδόθηκε ορθά στο μονομερές στάδιο. Συνεπώς ούτε οι νέοι ισχυρισμοί περί δόλου μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε οποιοσδήποτε νέος ισχυρισμός ο οποίος δεν προβλήθηκε με τις ένορκες δηλώσεις που παρουσιάσθηκαν στο μονομερές στάδιο. Η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και, μάλιστα, τόσο εκτεταμένης μετά την μονομερή έκδοση του διατάγματος, φρονώ με όλο τον σεβασμό προς την πλευρά των Αιτητών, πως δεν εξυπηρετούσε κάποιο χρήσιμο σκοπό. Η απόκρυψη από το Δικαστήριο του ειδικού νομικού πλαισίου που διέπει τις εγγυητικές και ο αποπροσανατολισμός του Δικαστηρίου που έγινε με την γραπτή αγόρευση που παρουσιάσθηκε στο μονομερές στάδιο είναι ουσιώδης. Το Δικαστήριο στερήθηκε σημαντικής διαφώτισης κατά το μονομερές στάδιο της υπό κρίση αίτησης και η έλλειψη αυτή είναι ικανή να επηρεάσει και όντως επηρέασε την δικαστική κρίση. Αν γινόταν ορθή αποκάλυψη του ειδικού νομικού πλαισίου που διέπει τις εγγυητικές και υπό το φως της διαπίστωσης ότι δεν καταδείχθηκε δόλος από μέρους της Καθ' ης η αίτηση είναι βέβαιο ότι δεν θα χορηγούσα το προσβαλλόμενο διάταγμα μονομερώς. Οι Αιτητές ευθύνονται, λοιπόν, για ουσιαστική απόκρυψη του εφαρμοστέου δικαίου που διέπει την υπόθεση. Για τον λόγο αυτόν και μόνο η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη προς απόρριψη. Είναι με λύπη μου που διαπιστώνω ότι η εν λόγω απόκρυψη πρέπει να έγινε εσκεμμένα. Άλλη λογική εξήγηση δεν μπορεί να έχει το ότι το εφαρμοστέο δίκαιο δεν εκτέθηκε στην κύρια ένορκο δήλωση και την δεύτερη ένορκο δήλωση και ότι λανθασμένα εκτέθηκε στην γραπτή αγόρευση που παρουσιάσθηκε στο μονομερές στάδιο, ενώ στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση του Διευθυντή των Αιτητών και την γραπτή αγόρευση των Αιτητών αυτό εκτέθηκε ορθά. Σε περίπτωση που ήθελε κατ' έφεση κριθεί ότι η πλευρά των Αιτητών δεν είχε υποχρέωση αποκάλυψης του νομικού καθεστώτος και πάλι η υπό κρίση αίτηση θα ήταν έκθετη σε απόρριψη λόγω έλλειψης στοιχειοθέτησης δόλου από μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 3(3.1-3.3), 7-12 ευσταθούν. Η υπό κρίση αίτηση είναι προβληματική και σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ως τροποποιήθηκε. Μια περίπτωση που εμπίπτει στην τρίτη προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης οπότε και δεν μπορεί να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τον ενάγοντα να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ του. Ό,τι σε αυτό το στάδιο διερευνάται για να κριθεί αν η έκδοση προσωρινού διατάγματος δικαιολογείται είναι κατά πόσο στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγων πετύχει στην αγωγή του θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Δεν εκδίδεται προσωρινό διάταγμα όταν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία έστω και αν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημίας. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions», 1η έκδοση, σελ. 132 των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη: «. αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 AΑΔ 626 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε, η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Το ποσό της εγγυητικής είναι καθορισμένο και γνωστό. Επομένως στην περίπτωση που οι Αιτητές εν τέλει πετύχουν στην αγωγή τους θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Κανένας, όμως, ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με τις ένορκες δηλώσεις που παρουσιάσθηκαν στο μονομερές στάδιο ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι φερέγγυα να ανταποκριθεί στην πληρωμή αποζημιώσεων αν στο τέλος της ημέρας κληθεί προς τούτο με αφορμή ενδεχόμενη δικαστική απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού ήταν στους ώμους των Αιτητών και στην κύρια ένορκο δήλωση τίποτε σχετικό δεν αναφέρεται. Τουναντίον στην κύρια ένορκο δήλωση προβάλλονται ισχυρισμοί οι οποίοι κατά την κρίση μου είναι εντελώς άσχετοι. Από την άλλη ο Διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση διαλαλεί ότι η Καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί τελική απόφαση εναντίον της. Επαναλαμβάνεται ότι το αν θα οριστικοποιηθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα θα κριθεί στην βάση της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε στο μονομερές στάδιο. Και όχι στην βάση μαρτυρίας που προσκομίσθηκε από την πλευρά των Αιτητών με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η εικόνα δεν επιτρέπεται να αλλοιωθεί ή να μεταβληθεί μετά. Επομένως τα όσα αναφέρει ο Διευθυντής των Αιτητών στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η αίτηση, τα οποία κατά την κρίση μου δεν αναιρούν τις θέσεις που προβλήθηκαν από την πλευρά της Καθ' ης επί του προκειμένου δεν μπορούν και δεν θα ληφθούν υπόψη. Τα όσα ο Διευθυντής των Αιτητών αναφέρει στην παράγραφο 70 (xi) της κύριας ένορκης δήλωσης περί ζημίας η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ανάγονται στην σφαίρα της γενικότητας και της αοριστίας και παρέμειναν ατεκμηρίωτα και αναιτιολόγητα. Αν δε βασίζονται στα όσα αναφέρονται στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, τότε, είναι άσχετα με την τρίτη προϋπόθεση. Συν τοις άλλοις ήταν επιλογή των Αιτητών να παραχωρήσουν την εγγυητική. Υπό το φως των πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η Αιτήτρια κατέδειξε ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν πετύχει στην αγωγή της. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 4, 5.3 και 6 ευσταθούν. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι άμεσα εισπρακτέα. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 20.12.23 ακυρώνεται. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο