← Κύπρος

CRYSTAL SYSTEM GROUP κ.α. ν. UNIFORMIS CONSULTING S.R.L κ.α., Αρ. Αγωγής: 832/23, 2/12/2024

CRYSTAL SYSTEM GROUP κ.α. ν. UNIFORMIS CONSULTING S.R.L κ.α., Αρ. Αγωγής: 832/23, 2/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 832/23 (i-justice) Μεταξύ:

  1. CRYSTAL SYSTEM GROUP
  2. DOVIGO CANZIO MARIA GIUSEPPE Ενάγοντες v.
  3. UNIFORMIS CONSULTING S.R.L
  4. AVRAM CONSTANTIN DANIEL
  5. ΕΙΡΗΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 24.04.2024 (από Εναγόμενο 2) 2 Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Δημοσθένους Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H υπογραφή Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών (service provision agreement) μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 1, αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για την ισχυριζόμενη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και/ή 2 δυνάμει της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών, καθώς και την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης και/ή δήλωσης του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός τόσο της προαναφερόμενης Συμφωνίας, όσο και της Συμφωνίας Προαίρεσης μεταξύ Ενάγοντα 2 και Εναγόμενου 2 είναι νόμιμοι και/ή έγκυροι και/ή δικαιολογημένοι. Η αξιούμενη θεραπεία σε σχέση με την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης για τον τερματισμό της Συμφωνίας Προαίρεσης αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης από τον Εναγόμενο 2 (στο εξής ο «Αιτητής»). Με αυτήν αξιώνονται τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την απόρριψη (dismiss) και/ή αναστολή (stay) και/ή διαγραφή (strike out) και/ή παραμερισμό (set aside) της απαίτησης υπό την παράγραφο (Β) του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικού Κλητηρίου Εντάλματος στην έκταση που αφορά σε αναγνωριστική δήλωση του Δικαστηρίου για την Συμφωνία Προαίρεσης (Call Option Agreement) ημερομηνίας 02/01/2019 επί τω ότι η διαφορά καλύπτεται από ρήτρα Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας και/ή προωθείται κατά παράβαση του όρου 11 της Συμφωνίας Προαίρεσης (Call Option Agreement) ημερομηνίας 02/01/2019 που αφορά σε μηχανισμό επίλυσης των διαφορών με την παραπομπή σε διεθνή εμπορική διαιτησία με έδρα την Κυπριακή Δημοκρατία. Β. Παρεπόμενο Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός του Διατάγματος ημερομηνίας 20/06/2023, το οποίο επιτρέπει την επίδοση και/ή υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής της αίτησης ημερομηνίας 12/06/2023 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατης επίδοσης ως και του διατάγματος ημερομηνίας 20/06/2023, καθώς και των μεταφράσεων των εγγράφων αυτών στην Αγγλική γλώσσα, για τους αυτούς λόγους ως υπό το αιτητικό Α της Αίτησης. Γ. Συνακόλουθο και/ή συμπληρωματικό Διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ της παραπομπής, της μεταξύ του Αιτητή και του Ενάγοντα 2-Καθ' ου η αίτηση, διαφοράς προς επίλυση σε Διεθνή Εμπορική Διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου με έδρα την Κύπρο δυνάμει της ενεργοποιηθείσης ρήτρας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας και/ή του όρου 11 της Συμφωνίας Προαίρεσης (Call Option Agreement), ημερ. 02/01/2019, μεταξύ των μερών και/ή επί τη βάσει της Ειδοποίησης Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας (Notice of Arbitration), ημερ. 17/10/2023 η οποία επιδόθηκε προσωπικά στον Ενάγοντα 2 στις 23/10/
  6. Δ. Διαζευκτικά Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αναστολή (stay of proceedings και/ή διαγραφή (strike out) και/ή τον παραμερισμό (set aside) της υπό την παράγραφο (Β) του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικού Κλητήριου Εντάλματος, ως συνιστούσης προϊόν κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of process) και ως εκ της χρήσης μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) υπό του Ενάγοντα 2-Καθ' ου η αίτηση και/ή ως κακόπιστης (mala fides) και/ή ως καταχωρηθείσης και/ή προωθηθείσης για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς (extraneous and/or improper purposes)." H υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρεται ότι ο Αιτητής ήταν ο εγγεγραμμένος μέτοχος του 10% του μετοχικού κεφαλαίου της ρουμανικής εταιρείας Crystal System SRL. Περί το 2018, ο Αιτητής πώλησε το μετοχικό κεφάλαιο που κατείχε στην προαναφερόμενη εταιρεία στην Ενάγουσα 1 (στο εξής «Καθ' ης η αίτηση 1») έναντι του ποσού των €150.
  7. Ακολούθως, στις 21.12.2018, ο Αιτητής μέσω της Εναγόμενης 1, η οποία είναι εταιρεία δικών του συμφερόντων, σύνηψε με την Καθ' ης η αίτηση 1 την επίμαχη Σύμβαση Παροχής Υπηρεσιών. Με την πιο πάνω Συμφωνία ορίστηκε, ότι το αντάλλαγμα που θα λάμβανε η Εναγόμενη 1 για τις υπηρεσίες της θα ήταν €7.000 μηνιαίως, πλέον ετήσιο ποσό ίσο με το 10% των κερδών της Καθ' ης η αίτηση
  8. Η μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε ο Αιτητής στην εταιρεία Crystal System SRL, καθώς και η υπογραφή της Συμφωνίας Προαίρεσης ημερομηνίας 2.1.2019, διενεργήθηκαν στη βάση της γενικότερης στρατηγικής για τη μετάβαση από λειτουργία ξεχωριστών εταιρειών σε ενοποιημένο σύστημα δομής ομίλου εταιρειών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εταιρεία Crystal System SRL θα συγχωνευόταν με την Καθ' ης η αίτηση 1 και θα παραχωρούνταν στον Αιτητή ποσοστό 15% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση
  9. Παρά την πιο πάνω αναφερόμενη συνεννόηση, ο Αιτητής, μέσω της Συμφωνίας Προαίρεσης, συμφώνησε όπως το δικαίωμα προαίρεσης του αφορά μόνο το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση 1 και όχι το 15%. Αυτό, διότι το μηνιαίο ποσό που ανέλαβε η Καθ' ης η αίτηση 1 να καταβάλλει στην Εναγόμενη 1 στο πλαίσιο της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών αποσκοπούσε, μαζί με το ποσό των €150.000 που καταβλήθηκε για την εξαγορά των μετοχών του Αιτητή, στην κάλυψη του υπολοίπου ποσοστού του 5% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση
  10. Η Συμφωνία Προαίρεσης, τώρα, καθορίζει ότι ο Ενάγων 2 (στο εξής «Καθ' ου η αίτηση 2») παραχωρεί στον Αιτητή αμετάκλητο και αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση
  11. Ο Αιτητής αποφάσισε να ασκήσει και άσκησε το δικαίωμα προαίρεσης στις 3.5.
  12. Ο Καθ' ου η αίτηση 2, κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας Προαίρεσης, υπαναχώρησε από την υποχρέωσή του για μεταβίβαση στον Αιτητή του 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η αίτηση
  13. Ειδικότερα, ο Καθ' ου η αίτηση 2 επιχείρησε να διασυνδέσει τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών που υπογράφηκε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση 1 και της Εναγόμενης 1 με τη Συμφωνία Προαίρεσης ισχυριζόμενος παράβαση των όρων της πρώτης. Με τον τρόπο αυτό προχώρησε στον τερματισμό και των δύο προαναφερόμενων Συμφωνιών. Οι δύο Συμφωνίες, ωστόσο, ήτοι η Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών και η Συμφωνία Προαίρεσης, δεν είναι μεταξύ τους αλληλένδετες και αλληλεξαρτώμενες. Αντιθέτως, πρόκειται για δύο αυτόνομες συμφωνίες. Είναι δε φανερό, ότι η προσπάθεια των Καθ' ων η αίτηση να παρουσιάσουν τις εν λόγω συμφωνίες ως αλληλένδετες αποσκοπεί στην εξουδετέρωση της ρήτρας διαιτησίας η οποία ενσωματώνεται στη Συμφωνία Προαίρεσης δυνάμει του όρου 11 αυτής. Ο Αιτητής, κατ΄ ακολουθίαν της ρήτρας διαιτησίας της Συμφωνίας Προαίρεσης, απέστειλε στις 19.6.2023 ειδοποίηση παραπομπής της διαφοράς των μερών σε διεθνή εμπορική διαιτησία και ζήτησε την επικουρία του Δικαστηρίου για εξασφάλιση διαταγμάτων υποστηρικτικών της προτιθέμενης διαιτησίας. Προς τον σκοπό αυτό καταχώρησε την πρωτογενή αίτηση υπ' αριθμό 229/2023 Ε.Δ. Λεμεσού, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε μονομερώς στις 18.7.2023 ενδιάμεσο διάταγμα. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρισαν δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή διαγράφη και/ή απόρριψη της πρωτογενούς αίτησης με αρ. 229/2023 Ε.Δ. Λεμεσού ως καταχρηστικής ενόψει της εκκρεμοδικίας της παρούσας αγωγής. Παρά ταύτα, οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, απέσυραν στη συνέχεια την πιο πάνω αίτηση με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των πελατών τους να προωθήσουν τις θέσεις τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ή άλλης ανάλογης ή σχετικής διαδικασίας. Η προαναφερόμενη δικονομική ενέργεια των Καθ' ων η αίτηση δεικνύει ότι αποδέχτηκαν την επικουρική της διεθνούς διαιτησίας διαδικασία και, επομένως, τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Το επίμαχο μέρος της απαίτησης των Καθ' ων η αίτηση είναι καταχρηστικό και έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα, αφ΄ής στιγμής επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 2 ειδοποίηση παραπομπής της διαφοράς των μερών σε Διεθνή Εμπορική Διαιτησία. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η εγκυρότητα της ρήτρας διαιτησίας είναι ζήτημα για το οποίο αρμόδιο να αποφανθεί είναι το Διαιτητικό Δικαστήριο. Οι Καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας ένσταση επικαλούμενοι 11 λόγους. Οι λόγοι ένστασης συγκεφαλαιώνονται στο ότι η ρήτρα διαιτησίας είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη, καθώς και ότι η πραγματική πρόθεση των μερών ήταν όπως επιλύσουν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων τις όποιες διαφορές ενδέχεται να προκύψουν από τη Συμφωνία Προαίρεσης. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, η Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών και η Συμφωνία Προαίρεσης, η οποία υπογράφηκε λίγες μόνο μέρες μετά την υπογραφή της πρώτης, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους αφού υπάρχει άμεση σχέση και αλληλεπίδραση. Ειδικότερα, η Συμφωνία Προαίρεσης είναι το επακόλουθο της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών, όπως τούτο προκύπτει από τους όρους 3.2 και 7.1 της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών από τη μία και τον όρο 1.10 της Συμφωνίας Προαίρεσης από την άλλη. Στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από τον Καθ' ου η αίτηση 2, η Συμφωνία Προαίρεσης υπογράφηκε κατόπιν επιμονής της Αιτητή. Το δικαίωμα προαίρεσης, ως ήταν η συνεννόηση μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση 2 και του Αιτητή, δεν θα εξασκούνταν ποτέ. Εκείνο που ενδιέφερε τον Αιτητή ήταν η εξασφάλιση του επιπλέον εισοδήματος, γεγονός το οποίο κατοχυρωνόταν από τη Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών. Εξού και ο Αιτητής, για περίοδο 4,5 ετών από την ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω Συμφωνίας, δεν εξάσκησε το δικαίωμα προαίρεσης. Ο Αιτητής παραβίασε τα καθήκοντα επιμέλειας, πίστης και εμπιστοσύνης τα οποία όφειλε, μέσω της Εναγόμενης 1, να επιδείξει προς την Καθ' ης η αίτηση 1 στη βάση των όρων της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής απέτυχε να θέσει οποιουσδήποτε στόχους για την επιχειρηματική ανάπτυξη της Καθ' ης η αίτηση 1, να παράσχει οποιαδήποτε καθοδήγηση, να επιβλέπει τους υπαλλήλους, να ελέγξει τις διαδικασίες πώλησης και να δημιουργήσει και να υλοποιήσει ένα επιχειρηματικό πλάνο. Παρά τις επανειλημμένες συζητήσεις με τον Αιτητή, ο τελευταίος συνέχισε να επιδεικνύει αντιεπαγγελματική και μη εποικοδομητική συμπεριφορά. Για τους πιο πάνω λόγους πραγματοποιήθηκε συνάντηση στις 23.4.2023 μεταξύ του Αιτητή και της δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση. Μετά την πιο πάνω συνάντηση ο Αιτητής ζήτησε και έλαβε ετήσια άδεια για την περίοδο 24.4.2023 - 5.5.
  14. Ενώ οι Καθ' ων η αίτηση ανέμεναν την επιστροφή του Αιτητή για τη φιλική επίλυση των προβλημάτων που ανέκυψαν, ο τελευταίος, δόλια και κακόπιστα, εξουσιοδότησε δικηγόρους στην Κύπρο προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα προαίρεσης αποστέλλοντας σχετική ειδοποίηση μέσω των δικηγόρων του στις 3.5.
  15. Στις 8.5.2023 οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν με επιστολή των δικηγόρων τους αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν γίνεται αποδεκτή η άσκηση του δικαιώματος προαίρεσης και γνωστοποίησαν την αποστολή ειδοποίησης τερματισμού των Συμφωνιών. Η κακόπιστη και καταχρηστική συμπεριφορά του Αιτητή συνεχίστηκε με την επιλογή του να μην εμφανιστεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής για να προβάλει τους ισχυρισμούς του περί αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία Προαίρεσης. Ενώ γνώριζε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής, εντούτοις επέλεξε να παραπέμψει κατά το ήμισυ τη διαφορά των μερών σε διαιτησία και να καταχωρήσει την πρωτογενή αίτηση με αρ. 229/2023 Ε.Δ. Λεμεσού. Η επιλογή του Αιτητή να αποσυνδέει τις δύο Συμφωνίες και να απομονώνει τον όρο 11 της Συμφωνίας Προαίρεσης είναι, επίσης, δείγμα της καταχρηστικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του. Τα δεδομένα της υπό κρίση διαφοράς καταδεικνύουν, ότι οι Συμφωνίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Περαιτέρω, ο όρος 12 της Συμφωνίας Προαίρεσης κατά τρόπο ξεκάθαρο και απόλυτο παρέχει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Επιπροσθέτως, η ρήτρα διαιτησίας του όρου 11 της Συμφωνίας Προαίρεσης είναι ελαττωματική. Καταληκτικά, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται, ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και ο κατακερματισμός των επιδίκων θεμάτων. Συμπεράσματα Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με δύο ζητήματα, σύμφωνα με τα οποία υπάρχει κώλυμα τόσο στην προώθηση της αίτησης, όσο και στην προώθηση της ένστασης. Ξεκινώ με το προβαλλόμενο κώλυμα στην προώθηση της αίτησης. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης απ' αρ.3, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί περί της δικαιοδοσίας του και δεν μπορεί να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του. Οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η έκδοση διατάγματος για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, συνεπάγεται απόφανση του Δικαστηρίου περί της ύπαρξης δικαιοδοσίας επί όλων των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής. Το προαναφερόμενο διάταγμα δεν επιφέρει, κατά την κρίση μου, τις συνέπειες που εισηγείται η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Ασφαλώς, η έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας προϋποθέτει την εξέταση από το Δικαστήριο των προϋποθέσεων της Δ.6 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό το δεδομένο δεν αναιρεί, ωστόσο, το γεγονός ότι πρόκειται για μία ενδιάμεση απόφαση η οποία εκδόθηκε στη βάση μονομερούς αίτησης στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε τελικά ευρήματα. Σύμφωνα με τη νομολογία οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες και δεν παράγεται εξ αυτών δεδικασμένο (Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ

(2014)1Α Α.Α.Δ 866). Εξού και σε περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ο Εναγόμενος δύναται να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος που επέτρεψε τέτοια επίδοση (βλ. Δ.16 θ. 9 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Έρχομαι στο επικαλούμενο κώλυμα προώθησης της ένστασης. Ο Αιτητής υποστηρίζει, ότι οι Καθ' ων η αίτηση κωλύονται να ενστούν στην υπό κρίση αίτηση λόγω της απόσυρσης της ενδιάμεσης αίτησης που καταχώρησαν στο πλαίσιο της πρωτογενούς αίτησης με αρ. 229/23 Ε.Δ. Λεμεσού. Δεν υφίσταται, κατά την άποψή μου, τέτοιο ζήτημα. Όπως προκύπτει από το πρακτικό που τηρήθηκε στην πιο πάνω διαδικασία στις 22.12.2023 (Τεκμήριο 22 της ένστασης), η απόσυρση έγινε με επιφύλαξη του δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν τις θέσεις τους στην παρούσα διαδικασία. Προχωρώ, επομένως, στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, αλλά και οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων αναδεικνύουν την εκ διαμέτρου αντίθετη προσέγγιση των διαδίκων σε σχέση με τους όρους 11 και 12 της Συμφωνίας Προαίρεσης. Συνοπτικά, η μεν πλευρά του Αιτητή υποστηρίζει ότι ο όρος 11 της πιο πάνω Συμφωνίας συνιστά ρήτρα διαιτησίας, η δε πλευρά των Καθ' ων η αίτηση εισηγείται, ότι η εν λόγω ρήτρα είναι άκυρη και/ή ανενεργή εφόσον στην ίδια Συμφωνία αποδίδεται με τον όρο 12 αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Παραθέτω αυτούσιους τους επίμαχους όρους: «11) Dispute Resolution 11.1 Any dispute, controversy or claim arising out of or relation to this Agreement, or the breach, termination or invalidity thereof, which cannot be resolved by discussion in good faith between the Parties within six weeks as of the date any such dispute, controversy or claim arose, shall be settled by arbitration in accordance with the Arbitration Rules in force under the guidelines of the United Nations Commission on International Trade Law Arbitration Rules on the date of execution of this Agreement or under any other rules of arbitration as the Parties may jointly decide. 11.2 For the purposes of clause 12.1 hereabove, the number of arbitrators to be appointed shall be three. The Parties shall each appoint 1 (one) arbitrator and the 2 (two) arbitrators shall jointly nominate a third arbitrator. The place of arbitration is Cyprus. 11.3 An award resulting from arbitration under clause 12.1 shall be final and binding upon the Parties and the award decision itself may be entered and registered in any court having jurisdiction over any Party concerned. 12) Governing Law and Jurisdiction This Agreement and any disputes or claims arising out of or in connection with its subject matter or formation (including non-contractual disputes or claims) are governed by and construed in accordance with the laws of Cyprus. The Parties unconditionally and irrevocably agree that the courts of Cyprus have exclusive jurisdiction.» Έχω μελετήσει όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια ενώπιον μου, τόσο μέσω των γραπτών αγορεύσεων τους, όσο και δια ζώσης. Διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, σύγκρουση μεταξύ των πιο πάνω όρων. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο όρος 11 από τη μία προνοεί για την παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σχετιζόμενης με τη Συμφωνία Προαίρεσης σε διαιτησία, ενώ ο όρος 12 από την άλλη ορίζει ως αρμόδια, για την επίλυση διαφορών που προκύπτουν ή σχετίζονται με αυτήν, τα Δικαστήρια της Κύπρου. Τα υπό κρίση αιτήματα του Αιτητή εδράζονται επί των προνοιών του όρου 11 της Συμφωνίας Προαίρεσης. Σύμφωνα με τον κ. Δημοσθένους, ο εν λόγω όρος παραπέμπει στις πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87, και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του το Δικαστήριο είναι υπόχρεο και/ή οφείλει να διατάξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και να παραπέμψει τη διαφορά σε Διεθνή Διαιτησία. Μάλιστα, σύμφωνα με τον συνήγορο, οι Καθ' ων η αίτηση αντιμετωπίζουν το ανυπέρβλητο εμπόδιο που τίθεται από το άρθρο 16 του Ν.101/87, σύμφωνα με το οποίο αρμόδιο Δικαστήριο για την εξέταση ζητήματος δικαιοδοσίας είναι το Διαιτητικό. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το άρθρο 16
(1)του Ν.101/87 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Τo διαιτητικό δικαστήριo είvαι αρμόδιo vα απoφαίvεται περί της ιδίας αυτoύ δικαιoδoσίας και vα εξετάζει ζητήματα πoυ αφoρoύv στηv ύπαρξη ή τo έγκυρo της συμφωvίας περί διαιτησίας. Για τoυς σκoπoύς τoυ παρόvτoς εδαφίoυ η ρήτρα διαιτησίας πoυ συvιστά αvαπόσπαστo μέρoς μιας σύμβασης λoγίζεται ως συμφωvία χωριστή από τoυς άλλoυς όρoυς της σύμβασης. Απόφαση τoυ διαιτητικoύ δικαστηρίoυ πoυ κηρύσσει τη σύμβαση άκυρη εξ' υπαρχής δεv επάγεται αυτoδικαίως και τηv ακυρότητα της ρήτρας της διαιτησίας.» Η εμβέλεια του προαναφερόμενου άρθρου θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να ιδωθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 8 του Ν.101/87, το εδάφιο 1 του οποίου ορίζει τα εξής (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.» Η διατύπωση του άρθρου 8
(1)δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Αναγνωρίζει ρητά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη ή ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης, εφόσον εγείρεται αγωγή που αποτελεί το αντικείμενο της ρήτρας διαιτησίας. Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η παρούσα αγωγή άπτεται του αντικειμένου της επίμαχης ρήτρας διαιτησίας, εφόσον με αυτή ζητείται, μεταξύ άλλων, αναγνωριστική δήλωση για τη νομιμότητα της ακύρωσης της Συμφωνίας Προαίρεσης. Το Δικαστήριο κέκτηται, επομένως, δικαιοδοσίας να εξετάσει κατά πόσο η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης. Έχουν ήδη παρατεθεί πιο πάνω οι επίμαχοι όροι 11 και 12 της Συμφωνίας Προαίρεσης. Επιβάλλεται η ερμηνεία της Συμφωνίας, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο όντως υφίσταται σύγκρουση μεταξύ των προαναφερόμενων όρων. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου και αποτελεί άσκηση με αμιγώς νομικό χαρακτήρα (Αλεξάνδρου ν. Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.34/2013, ημερ.04.2.2019), ECLI:CY:AD:2019:A
  1. Η ερμηνεία των όρων 11 και 12 δεν θα πρέπει να γίνει αποσπασματικά, αλλά οι τελευταίοι θα πρέπει να ενταχθούν στο σύνολο των όρων της επίδικης Συμφωνίας. Η ολική αποτίμηση της Συμφωνίας φέρνει στην επιφάνεια τον όρο 10.1, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «10) Severance 10.1 If any clause or part of a clause of this Agreement is found by any court or administrative body of competent jurisdiction to be invalid, unenforceable or illegal, the other provisions of this Agreement shall remain in force.» Στη βάση, επομένως, του όρου 10.1 η διαπίστωση της ακυρότητας ή παρανομίας ή μη εκτελεστότητας οποιουδήποτε όρου, ολικά ή μερικά, της Συμφωνίας εναπόκειται σε Δικαστήριο ή άλλο διοικητικό όργανο αρμόδιας δικαιοδοσίας (administrative body of competent jurisdiction). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε διαιτησία ή διαιτητές. Συνεπώς, αρμόδιο για να αποφαίνεται για την ακυρότητα ή παρανομία ή μη εκτελεστότητα οποιουδήποτε όρου της Συμφωνίας είναι το Δικαστήριο. Ο όρος 10.1 συμβαδίζει με τον όρο 12 που αποδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια και ταυτόχρονα καταδεικνύει ότι οι όροι 11 και 12 δεν συγκρούονται μεταξύ τους, αλλά συνυπάρχουν αρμονικά. Συγκεκριμένα, η αλληλουχία των όρων 10 - 12 της Συμφωνίας Προαίρεσης φανερώνει ότι κοινή πρόθεση των διαδίκων ήταν, κατά την άποψή μου, η απόδοση δικαιοδοσίας στα Κυπριακά Δικαστήρια αναφορικά με όλες τις διαφορές ή απαιτήσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν από ή σε σχέση με την εν λόγω Συμφωνία. Αυτή η ερμηνευτική προσέγγιση δεν εξουδετερώνει τη ρήτρα διαιτησίας. Αντιθέτως, ο όρος 11 ενσωματώνεται στη Συμφωνία και συνυπάρχει με τον όρο 12 υπό την έννοια ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν είναι υποχρεωτική, αλλά συμπεριλήφθηκε ως εναλλακτική μέθοδος επίλυσης των διαφορών των μερών, εφόσον τα τελευταία επέλεγαν από κοινού να καταφύγουν σε αυτή ακολουθώντας τις πρόνοιες του όρου
  2. Εν προκειμένω, ο Καθ' ου η αίτηση 2 δεν συμφώνησε στη διεξαγωγή διαιτησίας, εφόσον καταχώρησε τη με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με τον τρόπο αυτό ενεργοποιήθηκε η αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα η ρήτρα διαιτησίας του όρου 11 της Συμφωνίας Προαίρεσης να μην είναι δεκτική εκτέλεσης. Παρόμοιο με το υπό εξέταση ζήτημα εγέρθηκε στην αγγλική υπόθεση OOO Abbott a.o. v. Econowall UK Limited a.o. [2016] EWHC 660 (IPEC), στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Χριστοφόρου. Στην πιο πάνω υπόθεση σε συμφωνία άδειας ευρεσιτεχνίας (Patent Licence) συμπεριλήφθηκε τόσο ρήτρα διαιτησίας, όσο και ρήτρα δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων. Οι εν λόγω ρήτρες συγκρούονταν, εκ πρώτης όψεως, μεταξύ τους. Το Αγγλικό Δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα ως εξής: «
  3. The Patent Licence contains the following unnumbered and consecutive terms which appear along with several others under the heading "
  4. General": "The Agreement shall be governed by and construed and interpreted in accordance with the laws of England and the parties hereby submit to the exclusive jurisdiction of the English courts. The parties agree to be subject to arbitration should there be a disagreement between them" ........................................................................................................... In Ace Capital Ltd v CMS Energy Corp. [2008] EWHC 1843 (Comm); [2008] 2 CLC 318 Christopher Clarke J. reviewed two cases which contained both an exclusive English jurisdiction clause and a mandatory arbitration clause (and one with a non-exclusive English jurisdiction clause). He said this (footnote omitted): "[70] These cases all illustrate the principle that the contract must be read as a whole and every effort should be made to give effect to all of its clauses. The meaning of one clause may be affected by the content of other clauses in the agreement. A clause should not be rejected unless manifestly inconsistent with or repugnant to the rest of the agreement. It is only if this cannot successfully be done that the Court will treat a clause that has been specifically agreed as prevailing over an incorporated standard term: see also Chitty vol. 1 12-078; Pagnan SpA v Tradax Ocean Transportation SA [1987] 2 Ll Rep 342 ; Indian Oil Corp v Vanol Inc [1991] 2 Ll Rep 634." A difficulty in the present case is that both of the terms in question appear to be incorporated standard terms. Under the 'General' umbrella of section 11 of the Licence Agreement there is this term: "If any clause or any part of any clause in this Agreement is declared invalid or unenforceable by the judgment or decree, by consent or otherwise of a court of competent jurisdiction from whose decisions no appeal is or can be taken all other clauses or parts of clauses in this Agreement shall remain in full force and effect and shall not be affected thereby for the term of this Agreement." The reference to "a court of competent jurisdiction" appears to mean exactly that, as opposed to an arbitrator. The clause contemplates the possibility that an English court may, following contested litigation before it, rule that a clause of the Licence Agreement is invalid or unenforceable. This is consistent with the term giving exclusive jurisdiction to English courts but not with the arbitration clause according to the interpretation proposed by Ms Jones. I have come to the conclusion that viewed objectively, the parties' likely intention was that the English courts should have jurisdiction over disputes arising from the Licence Agreement and that the arbitration clause is permissive: the parties may jointly elect to refer any dispute to an arbitrator but no party can insist upon it, at least not once an English court has been seised. I construe the Licence Agreement in that sense. Although it is not relevant to the construction of the Licence Agreement, I note that this interpretation carries the advantage of keeping all aspects of the present dispute before one tribunal.....» Ως εκ των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και παραπομπή της παρούσας διαφοράς σε Διεθνή Εμπορική Διαιτησία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό (παράγραφος Α της υπό κρίση αίτησης). Η πιο πάνω κατάληξη συμπαρασύρει και τα αιτητικά των παραγράφων Β και Γ της αίτησης, τα οποία ήταν παρεπόμενα της κυρίως θεραπείας της παραγράφου Α. Όσον αφορά τη θεραπεία της παραγράφου Δ, η οποία αξιωνόταν κατά τρόπο διαζευκτικό, παρατηρώ ότι δεν προβάλλεται στην αίτηση οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαπίστωση κατάχρησης της διαδικασίας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Άλλωστε, η ισχυριζόμενη κατάχρηση, αναπτύσσεται στην αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή ως ζήτημα που διασυνδέεται και αποτελεί απόρροια της θέσης των Καθ' ων η αίτηση περί ακυρότητας της ρήτρας διαιτησίας. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή τα οποία ορίζονται στο ποσό των €2.650 πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.