← Κύπρος

Μαρσέλλου Νικολαΐδη ν. Ανδρέα Νικολαΐδη μέσω του ειδικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Ευστάθιου Γ. Ευσταθίου κ.α., Αίτηση/Έφεση: 61/2023, 3/12/2024

Μαρσέλλου Νικολαΐδη ν. Ανδρέα Νικολαΐδη μέσω του ειδικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Ευστάθιου Γ. Ευσταθίου κ.α., Αίτηση/Έφεση: 61/2023, 3/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 61/2023 Επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224 και των βάσει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών Μαρσέλλου Νικολαΐδη Εφεσείων/Αιτητής -και-

  1. Ανδρέα Νικολαΐδη μέσω του ειδικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Ευστάθιου Γ. Ευσταθίου
  2. Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία έκδοσης Απόφασης: 03/12/2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Εφεσείοντες: κυρία Παπαπέτρου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση 1/Εφεσίβλητου 1: κύριος Μελάς για Δικηγορικό Γραφείο Andreas L. Neocleous Chambers LLC. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερομηνίας 22/03/2024 για καταχώριση Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων) I. Εισαγωγή
  3. Επίδικη είναι η Αίτηση που καταχώρισαν οι Δικηγόροι των Αιτητών/Εφεσειόντων ημερομηνίας 22/03/2024 για την καταχώριση δύο Συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων (εφεξής θα αναφέρεται ως η επίδικη Αίτηση).
  4. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση αφορά αίτηση για ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 14/12/2022 (εφεξής θα αναφέρεται ως η Απόφαση). Δια της εν λόγω Απόφασης του ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (εφεξής θα αναφέρεται ως ο Διευθυντής) αποφάσισε να προχωρήσει στην έκδοση πιστοποιητικού αδιανέμητου, Τύπο Ν256Α του τεμαχίου [ ], με αριθμό εγγραφής [ ], τμήμα 1, φύλλο 37, σχέδιο 5364V01, στην κοινότητα Δύμες της Επαρχίας Λεμεσού (στο εξής θα αναφέρεται ως το επίδικο Ακίνητο).
  5. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντα/Αιτητή η Απόφαση του Διευθυντή είναι μεταξύ άλλων, παράνομη, απαράδεκτη, άνευ αιτιολογίας και πρέπει να ακυρωθεί επειδή ελλείπει επαρκής αιτιολογία, δεν έγινε δέουσα έρευνα και στερείται οποιωνδήποτε έννομων αποτελεσμάτων.
  6. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση 2 ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε η σχετική Απόφαση είναι επειδή το επίδικο Ακίνητο δεν μπορεί να διαχωριστεί λόγω του εμβαδού του. Ο Διευθυντής στήριξε την Απόφαση του στο άρθρο 27

(1)και 29
(8)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224).
  1. Με την επίδικη Αίτηση ζητείται άδεια του Δικαστηρίου να κατατεθούν Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις για να απαντήσει ο Εφεσείοντας/Αιτητής σε συγκεκριμένες παραγράφους της Ένορκης Δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1 καθώς επίσης και του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου
  2. Πρόκειται για το Τεκμήριο Α στην επίδικη Αίτηση που είναι η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της κυρίας Νικολαΐδου και το Τεκμήριο Β που είναι η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Εφεσείοντα Αιτητή που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση (εφεξής θα αναφέρονται ως Τεκμήριο Α και Τεκμήριο Β αντίστοιχα).
  3. Συγκεκριμένα, δια μέσου του Τεκμηρίου Α και του Τεκμηρίου Β επιδιώκει ο Αιτητής/Εφεσείοντας να απαντήσει στις παραγράφους 4 και 5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση 1 (εφεξής θα αναφέρεται ως η ΕΔ Εφεσίβλητου 1) και στις παραγράφους 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση 2 (εφεξής θα αναφέρεται ως η ΕΔ Εφεσίβλητου 2). Στο ίδιο πλαίσιο το Τεκμήριο Α έχει σκοπό να απαντήσει στις παραγράφους 4 και 5 της ΕΔ Εφεσίβλητου
  4. Η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση 1/Εφεσίβλητου 1 προβάλλει ότι δεν υπάρχει καλός λόγος για να καταχωριστεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Όπως αναφέρεται στην σχετική Ένσταση η επίδικη Αίτηση είναι παράτυπη, ο Αιτητής/Εφεσείων προσπαθεί να διορθώσει προηγούμενα λάθη του, προσπαθεί να εισάγει επιπρόσθετη μαρτυρία προς ενίσχυση των αρχικών ισχυρισμών του, την οποία είχε τη δυνατότητα και όφειλε να συμπεριλάβει στην αρχική Ένορκη Δήλωση, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις σχετικές ένορκες δηλώσεις είναι επανάληψη αρχικών ισχυρισμών. Επιπλέον, προβάλλει ότι τα όσα προσπαθεί να εισάγει η πλευρά του Εφεσείοντα/Αιτητή είναι άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, η επίδικη Αίτηση εξυπηρετεί αλλότρια κίνητρα και είναι καταχρηστική και η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
  5. Η ακρόαση της επίδικης Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη Αίτηση και την Ένσταση που καταχώρισε ο Εφεσίβλητος/Καθ' ου η Αίτηση
  6. Οι Συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους, κάθε πλευρά τη δική της δια μέσου γραπτών αγορεύσεων. II. Νομική Πτυχή
  7. Νομική βάση της Αίτησης είναι ο Κανονισμός 10
(3)του Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός του 1956 (622/1956) και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Δ.48 Θ. 4
(1)
(2)
(3)
(4), οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και η φυσική δικαιοσύνη. 10. Η Ένσταση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.39, Δ.48 ΘΘ.1 - 4, Δ.64, επί του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμού 56 (622/1956) άρθρα 5
(1), 7 και 10
(3), επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ. 6) άρθρα 4 και 9, επί του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224), όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 2, 27 28, 29, 51, 60, 61, 75, 80 και 81, επί του Περί Αποδείξεως Νόμου, άρθρο 35, επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 54 και 152, επί του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν.39/62, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της επιεικείας, της πρακτικής και της σύμφυτης εξουσίας των Δικαστηρίων. 11. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 10
(3)του του Περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός του 1956 (622/1956) το Δικαστήριο μπορεί μετά από Αίτηση και για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση της Αίτησης/Έφεσης διεξάγεται στην βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην σχετική αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης. Αντίστοιχα προνοεί και η Διαταγή 48 θ. 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής θα αναφέροντα ως οι ΘΠΔ).
  1. Συνεπώς για να καταστεί εφικτή η καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης θα πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος και το Δικαστήριο διαθέτει σχετικά διακριτική ευχέρεια.[1] Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται σε συνάρτηση με την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και των θεμάτων που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα.[2] H καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δηλώσεως δεν πρέπει να αποσκοπεί στην παράθεση μη αποδεκτής μαρτυρίας ή επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών αλλά θα πρέπει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να αποσκοπεί στη σφαιρική παράθεση των γεγονότων. [3] Με απλά λόγια, καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης γίνεται για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα για να οδηγηθεί η εκάστοτε υπόθεση σε ακροαματική διαδικασία με όλα τα δεδομένα που είναι σχετικά με τα επίδικα, δηλαδή αυτά που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, να βρίσκονται ενώπιον του.
  2. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Δηλαδή θα πρέπει ο εκάστοτε Αιτητής να καταδείξει την ύπαρξη καλού λόγου.
  3. Όπως ήδη σημειώθηκε η ύπαρξη καλού λόγου συσχετίζεται με την φύση της διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Για να καταστεί εφικτός ο συσχετισμός της ύπαρξης «καλού λόγου» με την φύση της επίδικης διαδικασίας και των επίδικων ζητημάτων που τίθενται με την Κυρίως Αίτηση/Έφεση, θα πρέπει να εξεταστεί σε ένα πρώιμο στάδιο τουλάχιστον η φύση της Κύριας Διαδικασίας ως αυτή προδιαγράφεται από το σχετικό νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο.
  4. Αντικείμενο της Κύριας διαδικασίας είναι η ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή για τους λόγους που προβάλλονται στην Αίτηση/Έφεση και στους οποίους έγινε ήδη αναφορά. Όπως προκύπτει μέσα από τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται τόσο η Κυρίως Αίτηση όσο και η Ένσταση στην Κυρίως Αίτηση, το νομικό πλαίσιο καθορίζεται κυρίως από τα άρθρα 27, 28, 29 και 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224).
  5. Τα Άρθρα 27, 28 και 29 του Νόμου προνοούν γενικά για τη διαδικασία σε περιπτώσεις διαίρεσης ή διαχωρισμού ακίνητης ιδιοκτησίας.
  6. Οι πρόνοιες του άρθρου 28 συναρτώνται με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224). Το άρθρο 28 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224), δίνει εξουσία στο Διευθυντή να πουλά ιδιοκτησία κατεχόμενη κατά αδιαίρετες ιδανικές μερίδες. Σε αυτή την περίπτωση οποιοσδήποτε από τους συγκύριους που κατέχει με άλλους ιδανική μερίδα στη συγκεκριμένη ιδιοκτησία, μπορεί να ζητήσει και να λάβει πιστοποιητικό από το Διευθυντή ότι τέτοιος διαχωρισμός είναι εκ των πραγμάτων αδύνατος.
  7. Το πιστοποιητικό αυτό δύναται να επιδώσει στους άλλους συγκύριους δίνοντας τους τη δυνατότητα εντός τριάντα ημερών από την επίδοση του να συμφωνήσουν μεταξύ τους. Σε διαφορετική περίπτωση, όπου δηλαδή δεν μπορεί να επιτευχθεί τέτοια συμφωνία, η ιδιοκτησία θα τεθεί από το Διευθυντή σε πώληση με πλειστηριασμό. Στη συνέχεια ο Διευθυντής δύναται να προχωρήσει στην πώληση αυτής της ιδιοκτησίας διά πλειστηριασμού και να διανείμει το προϊόν στους αντίστοιχους συγκύριους, με βάση τα μερίδια τους, αφού προηγουμένως αφαιρέσει τη δαπάνη της πώλησης.[4]
  8. Το άρθρο 27
(1)(α) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224) που επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 2 στην Ένσταση του προνοεί ότι καμία ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία ευρίσκεται εντός των οικιστικών, εμπορικών, τουριστικών, παραθεριστικών, βιομηχανικών, βιοτεχνικών και κτηνοτροφικών ζωνών και καμία οικοδομή δεν διαιρείται σε ξεχωριστά τεμάχια, παρά μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ Νόμου ή Κανονισμού. Ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία εμπίπτει σε οικιστική ζώνη και δεν δύναται να διαχωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις οποιασδήποτε εκάστοτε σε ισχύ πολεοδομικής νομοθεσίας, δύναται να διαιρεθεί σε τεμάχια με ελάχιστη έκταση την ελάχιστη απαιτούμενη έκταση για τη δημιουργία οικοπέδου, όπως αυτή υπολογίζεται με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές παραμέτρους της πολεοδομικής ζώνης στην περιοχή από την Πολεοδομική Αρχή, νοουμένου ότι ο αριθμός των νέων τεμαχίων που προκύπτουν μετά τη διαίρεση δεν υπερβαίνει τον αριθμό των συνιδιοκτητών, με τους όρους ή δεσμεύσεις που ο Διευθυντής επιβάλλει, περιλαμβανομένων των όρων που θέτει η Πολεοδομική Αρχή. 20. Το Άρθρο 29 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224) προνοεί διαχωρισμό ιδιοκτησίας που κατέχεται εξ αδιαιρέτου. Σε τέτοια περίπτωση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 29, όποτε ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται εξ αδιαιρέτου κατά ιδανικές μερίδες, ο Διευθυντής κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε των ιδιοκτητών δύναται νόμιμα να μεριμνήσει ώστε να γίνει ο διαχωρισμός εγγράφοντας τα αντίστοιχα τεμάχια που θα προκύψουν στους ανάλογους ιδιοκτήτες. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνεται στην λέξη «νόμιμα» ο διαχωρισμός δεν θα πρέπει να προσκρούει στις πρόνοιες του άρθρου 27.[5]
  1. Στο πλαίσιο του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224) το Δικαστήριο ελέγχει την νομιμότητα και την κατ' ουσία ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και δύναται να αντικαταστήσει και την κρίση του με την δική του.[6] Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.[7]
  2. Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης να αποφασίσει κατά πόσο ορθά ο Διευθυντής αποφάσισε να εκδώσει το σχετικό «πιστοποιητικό αδιανέμητου». Αυτό προδιαγράφει και το πλαίσιο εξέτασης της επίδικης Αίτησης και το κατά πόσο υπάρχει καλός λόγος ώστε να κατατεθούν οι ισχυρισμοί που επιδιώκει να προσθέσει ο Εφεσείοντας/Αιτητής δια μέσου των Τεκμηρίων Α και Β. III. Η επίδικη Αίτηση
  3. Για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο θα επιτραπεί η κατάθεση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, οι ισχυρισμοί θα ομαδοποιηθούν σύμφωνα με τις παραγράφους των Ενόρκων Δηλώσεων των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων στις οποίες επιδιώκει να απαντήσει ο Εφεσείοντας/Αιτητής και η κυρία Νικολαΐδου δια μέσου των Τεκμηρίων Α και Β.
  4. Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι δεν γίνεται λεπτομερής καταγραφή των όσων αναφέρονται στις σχετικές ένορκες δηλώσεις αλλά γίνεται μια σύντομη παράθεση αυτών. Το Δικαστήριο όμως έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προβάλλονται ακόμα και αν δεν γίνεται καταγραφή τους κατωτέρω. Η απάντηση στην παράγραφο 4 της ΕΔ Εφεσίβλητου 1
  5. Οι παράγραφοι 7-13 του Τεκμηρίου Β συσχετίζονται με τα όσα αναφέρονται στην ΕΔ Εφεσίβλητου 1 και συγκεκριμένα την παράγραφο 4 αυτής. Πρόκειται κυρίως για ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1 για την μόνιμη διαμονή του στον Καναδά και τον τρόπο που το επίδικο Ακίνητο κατέληξε σε αυτόν. Επιπλέον γίνεται αναφορά στην ύπαρξη μιας κατοικίας στο επίδικο Ακίνητο και τα έξοδα συντήρησης και επέκτασης της καθώς επίσης και στις διαδικασίες απαλλοτρίωσης που είχαν προηγηθεί και τις σχετικές διαδικασίες για την επιστροφή του επίδικου Ακινήτου λόγω μη αξιοποίησης του από την Κυπριακή Δημοκρατία. Τέλος, γίνεται αναφορά στην ύπαρξη της Συμφωνίας Διανομής του 2012 και στο ότι αυτή δεν εφαρμόστηκε ποτέ εξαιτίας της προηγούμενης ιδιοκτήτριας του επίδικου Ακινήτου.
  6. Μέσα από τις παραγράφους 7-13 του Τεκμηρίου Β ο Εφεσείοντας/Αιτητής επιδιώκει να δώσει την δική του εκδοχή στα πιο πάνω. Γίνεται αναφορά στο ότι οι όποιες διαφωνίες μεταξύ των μερών άρχισαν το 2019, παρουσιάζει την δική του εκδοχή σε σχέση με τις συνθήκες των συναντήσεων που έγιναν μεταξύ τους και τα όσα, σύμφωνα με την θέση του διημείφθησαν κατά τις σχετικές συναντήσεις. Αποτελεί θέση του ότι ο Εφεσίβλητος/Καθ' ου η Αίτηση 1 ήθελε επί της ουσίας περισσότερη γη από αυτή που καθοριζόταν στη σχετική Συμφωνία Διανομής που έκανε με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια και γι' αυτό τον λόγο ο Εφεσίβλητος/Καθ' ου η Αίτηση 1 του παρέδωσε τοπογραφικό σχέδιο το οποίο επιθυμεί να καταθέσει ως Τεκμήριο
  7. Επαναλαμβάνει την θέση του ότι η Συμφωνία του 2012 είναι καθόλα έγκυρη και θα πρέπει να εφαρμοστεί. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Εφεσείοντας, παρά το γεγονός ότι η Συμφωνία Διανομής δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, η μητέρα του και προηγούμενη ιδιοκτήτρια του επίδικου Ακινήτου, ενεργούσε στη βάση της σχετικής Συμφωνίας κάνοντας έξοδα ανακαίνισης στο επίδικο Ακίνητο.
  8. Όπως καθίσταται σαφές, τα όσα επιδιώκει να καταθέσει ως μαρτυρία ο Εφεσείοντας/Αιτητής δια μέσου των παραγράφων 7-13 του Τεκμηρίου Β, αφορούν ζητήματα για τα οποία δεν προκύπτει να υφίσταται κάποια σχετικότητα με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή αυτά για τα οποία καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στο πλαίσιο της Κυρίως Αίτησης Έφεσης. Με απλά λόγια δεν έχει καταδειχθεί πως αναμένεται να υποστηρίξουν τα γεγονότα αυτά το εσφαλμένο η μη της Απόφασης του Διευθυντή.
  9. Συνεπώς, τυχόν καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που να περιλαμβάνει τις παραγράφους 7-13 του Τεκμηρίου Β, αναμένεται με βεβαιότητα ότι θα εκτροχιάσει την διαδικασία σε ζητήματα που δεν άπτονται της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή της ορθότητας της Απόφασης του Διευθυντή και το κατά πόσο ευσταθούν οι λόγοι Έφεσης ή όχι. Απλά και μόνο επειδή τα γεγονότα αυτά είναι αμφισβητούμενα δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου την ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. H αναγκαιότητα σφαιρικής παράθεσης των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου δεν σημαίνει την παρουσίαση κάθε γεγονότος αλλά των σχετικών με τα επίδικα ζητήματα γεγονότων. Προσθήκη ή σχολιασμός άσχετων γεγονότων εκτροχιάζει την διαδικασία και σίγουρα δεν εξυπηρετεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνη. Καλός λόγος δεν μπορεί να είναι η καταχώριση ατέρμονων ενόρκων δηλώσεων που περιέχουν ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι αναγκαίοι για την κρίση του εκάστοτε επίδικου ζητήματος.
  10. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, ότι ο Διευθυντής προβάλλει στην Απόφαση του, ότι το Ακίνητο δεν μπορεί να διαχωριστεί στη βάση του άρθρου 27 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224). Ο Διευθυντής διασυνδέει την Απόφαση του με το εμβαδό του επίδικου Ακινήτου σε συνάρτηση με το άρθρο 27
(1)(α) του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224) και το άρθρο 29
(8)του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ. 224).
  1. Με αυτά τα δεδομένα, δεν έχει καταδειχθεί από τους Συνηγόρους του Εφεσείοντα/Αιτητή η ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στην οποία να περιλαμβάνονται οι παράγραφοι 7-13 του Τεκμηρίου Β. Η απάντηση στην παράγραφο 5 της ΕΔ Εφεσίβλητου 1
  2. Στην παράγραφο 5 της ΕΔ Εφεσίβλητου 1 αμφισβητείται η ορθότητα της επίδοσης προς τον Δικηγόρο του κύριο Ευστάθιο Γ. Ευσταθίου και προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, παραδέχεται την υπογραφή της Συμφωνίας Διανομής του 2012 και προβάλλει την δική του εκδοχή σε σχέση με το κύρος και την ισχύ της Συμφωνίας Διανομής του Ακινήτου, αναφέροντας ότι αυτή ήταν αόριστη αφού δεν είχε επισυναφθεί κάποιο σχέδιο που να καταδεικνύει τα μέρη του επίδικου Ακινήτου που αναλογούν στον καθένα. Όπως αναφέρει η σχετική Συμφωνία Διανομής είχε ακυρωθεί ή/και τερματιστεί από τα μέρη εξαιτίας της μεταβίβασης του Ακινήτου στον Εφεσείοντα/Αιτητή αλλά και της μεταγενέστερης συμπεριφοράς τους. Επιπλέον, όπως αναφέρει η σχετική Συμφωνία Διανομής δεν είχε ποτέ κατατεθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο και δεν είχε την υποχρέωση ο Διευθυντής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου να την λάβει υπόψη. Υποστηρίζει την θέση ότι είναι ορθή η Απόφαση του Διευθυντή καθότι δεν μπορούσε να διανεμηθεί το Ακίνητο και τα γειτονικά του επίδικου Ακινήτου τεμάχια, ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη από τον Διευθυντή. Επιπλέον, αποτελεί θέση του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 1 ότι το Αρχιτεκτονικό Σχέδιο που κατατίθεται στην παράγραφο 14 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση είναι έγγραφο το οποίο ετοίμασε ο Πραγματογνώμονας που ο ίδιος διόρισε περί το
  3. Με τις παραγράφους 14 και 15 του Τεκμηρίου Β επιθυμεί ο Εφεσείοντας/Αιτητής προβάλλει δύο ισχυρισμούς - απάντηση στην παράγραφο 5 της ΕΔ Εφεσίβλητου
  4. Πρώτα, επαναλαμβάνει την θέση του ότι η Συμφωνία Διανομής είναι καθόλα έγκυρη και επιθυμεί την εφαρμογή της. Κατά δεύτερο αναφέρει σε σχέση με την παράγραφο 14 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, ότι τα Σχέδια που κατατίθενται ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, είναι αρχιτεκτονικά Σχέδια που ετοίμασε Αρχιτέκτονας για το επίδικο Ακίνητο. Επισυνάπτει προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του και σχετικά Τεκμήρια (βλ. Τεκμήριο 8 και 9 της σκοπούμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης).
  5. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί του κύρους και της ισχύος της Συμφωνίας Διανομής του 2012 που προβάλλονται στην παράγραφο 14 του Τεκμηρίου Β διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί του Εφεσείοντα/Αιτητή τίποτε νέο δεν προσφέρουν στην παρουσίαση της υπόθεσης του. Πρόκειται για επανάληψη ισχυρισμών που έχουν ήδη προβληθεί δια μέσου της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση και βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως όμως σημειώθηκε οι ισχυρισμοί αυτοί δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα ζητήματα και ούτε έχει προβληθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός από τον Εφεσείοντα/Αιτητή. Το Δικαστήριο δεν καλείται στο στάδιο αυτό να αποφασίσει για το κύρος της Συμφωνίας Διανομής και ούτε αναμενόταν από τον Διευθυντή να λάβει μια τέτοια Απόφαση. Ένα τέτοιο θέμα αποτελεί ενδεχομένως αντικείμενο άλλης διαδικασίας.
  6. Συνεπώς δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη καλού λόγου και δεν θα επιτραπεί η κατάθεση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης σε σχέση με την παράγραφο 14 του Τεκμηρίου Β.
  7. Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 15 του Τεκμηρίου Β είναι καθόλα σχετικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων και τα επίδικα ζητήματα και θα πρέπει αυτά να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της ακρόασης ώστε να επιτραπεί στο Δικαστήριο να διαμορφώσει μια σφαιρική εντύπωση των επίδικων γεγονότων. Ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 1 αναφέρει στην δική του Ένορκη Δήλωση ότι τα έγγραφα αυτά δεν συντάχθηκαν από Αρχιτέκτονα ενώ με την παράγραφο 15 του Τεκμηρίου Β ο Εφεσείοντας/Αιτητής επιδιώκει να παρουσιάσει επιστολή της κυρίας Σωφρονίου, Αρχιτέκτονα με την οποία επιβεβαιώνεται η θέση του ότι πρόκειται για αρχιτεκτονικά Σχέδια που ετοίμασε η ίδια.[8]
  8. Το γεγονός ότι ο Εφεσείοντας/Αιτητής είχε στην κατοχή του τα έγγραφα αυτά και μπορούσε να τα είχε καταθέσει από την αρχή δεν σημαίνει ότι μπορούσε να προβλέψει ότι ο Εφεσίβλητος/Καθ' ου η Αίτηση 1 θα αμφισβητούσε ότι τα έγγραφα αυτά συντάχθηκαν από Αρχιτέκτονα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 8 που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο Β, τα όσα εκεί αναφέρονται είναι στενά συνυφασμένα με τις ιδιότητες του επίδικου Ακινήτου και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του τα σχετικά στοιχεία όταν θα αποφασίζει για την ορθότητα της Απόφασης του Διευθυντή.
  9. Συνεπώς υπάρχει καλός λόγος για την καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης σχετικά με τα όσα προβάλλονται στην παράγραφο 15 του Τεκμηρίου Β (και των σχετικών Τεκμηρίων) και δίδεται άδεια για να καταχωριστεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση σχετικά με τους ισχυρισμούς αυτούς. Η απάντηση στις παραγράφους 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου 2
  10. Με τις παραγράφους 4 και 5 του Τεκμηρίου Β ο Εφεσείοντας/Αιτητής επιθυμεί να απαντήσει στις παραγράφους 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση
  11. Στις εν λόγω παραγράφους προβάλλονται δύο στοιχεία που άπτονται της φύσης του επίδικου Ακινήτου και των χαρακτηριστικών του. Συγκεκριμένα, το πρώτο στοιχείο αφορά το ότι στο επίδικο Ακίνητο δεν υπάρχει υπόγεια κατοικία όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση 2/Εφεσίβλητου. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι το επίδικο Ακίνητο δεν εφάπτεται δημόσιου δρόμου από την μια μόνο πλευρά αλλά και από τις δύο πλευρές.
  12. Η παράγραφος 5 του Τεκμηρίου Β αφορά τον ισχυρισμό του Εφεσείοντα/Αιτητή ότι το επίδικο Ακίνητο εφάπτεται δημόσιου δρόμου και από τις δύο πλευρές. Ο ισχυρισμός αυτός εντοπίζεται ήδη στην παράγραφο 21 της αρχικής Ένορκης Δήλωσης του Εφεσείοντα/Αιτητή. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στο Τεκμήριο Β, το έγγραφο αυτό φέρει ημερομηνία 18/10/
  13. Σύμφωνα με την εξήγηση που δίδεται από τον Εφεσείοντα/Αιτητή επιθυμεί να κατατεθεί η παράγραφος αυτή επειδή δια μέσου της Ένστασης του ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος «επιμένει ότι το Ακίνητο εφάπτεται δημόσιου δρόμου μόνο από την μια πλευρά» και τα στοιχεία αυτά δεν τα είχε στην κατοχή του όταν θα καταχωρείτο η αρχική Ένορκη Δήλωση.
  14. Τα όσα αναφέρει ο Εφεσείοντας/Αιτητή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για έγγραφα και στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει ενώπιον του για να αποφασίσει σχετικά με την ορθότητα της Απόφασης του Διευθυντή αφού συσχετίζεται και με τους λόγους Έφεσης καθιστούν επιτακτική την κατάθεση των στοιχείων αυτών. Δεν πρόκειται για εκ των υστέρων τροποποίηση, αλλοίωση ή συμπλήρωση ηθελημένου κενού αλλά πρόκειται για περαιτέρω θεμελίωση ενός ισχυρισμού ο οποίος προβλήθηκε ήδη από τον Εφεσείοντα/Αιτητή και διαφάνηκε στην συνέχεια ότι αποτελούσε μέρος της Απόφασης του Διευθυντή, στην ορθότητα της οποίας μάλιστα επιμένει. Συνεπώς, η αναγκαιότητα για καταχώριση των τεκμηρίων αυτών προέκυψε ακριβώς μετά την καταχώριση της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση 2 και γι' αυτό τον λόγο η καταχώριση της σχετικής παραγράφου εξυπηρετεί τον απώτερο σκοπό απονομής της δικαιοσύνης. Μόνο με την κατάθεση των σχετικών εγγράφων θα καταστεί δυνατή η ύπαρξη μιας σφαιρικής εντύπωσης των σχετικών με την υπόθεση γεγονότων.
  15. Για τους πιο πάνω λόγους υπάρχει καλός λόγος και δίδεται άδεια για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης που να περιλαμβάνει την παράγραφο 5 του Τεκμηρίου Β και τα σχετικά τεκμήρια που εκεί αναφέρονται.
  16. Σε σχέση με την παράγραφο 4 της προτιθέμενης Συμπληρωματικής Ένορκης δεν θα επιτραπεί η καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται για ένα ισχυρισμό ο οποίος εκ παραδρομής αναγράφηκε. Τόσο η απόφαση του Διευθυντή όσο και η υπόλοιπη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση του Εφεσίβλητου/Καθ' ου η Αίτηση 2 κάνει ρητή αναφορά σε ανώγεια κατοικία. Για τον λόγο αυτό δεν δίδεται άδεια για να καταχωριστεί η παράγραφος 4 του Τεκμηρίου Β. Η σκοπούμενη Ένορκη Δήλωση της κυρίας Νικολαΐδου Α.
  17. Στην εν λόγω σκοπούμενη ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στις διαχρονικές σχέσεις που διατηρούσε η κυρία Νικολαΐδου με τον αδελφό της, Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση
  18. Γίνεται αναφορά στα έξοδα που έκανε έκαστος από τα αδέλφια για την συντήρηση και επέκταση του επίδικου Ακινήτου, όπως την κατασκευή μιας πρόχειρης επέκτασης, ενός τοίχου αντιστήριξης. Για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της προτίθεται μάλιστα να προσκομίσει σωρεία τεκμηρίων. Επίσης αναφέρεται στις συνθήκες υπογραφής της Συμφωνίας Διανομής και την από κοινού καταβολή της αμοιβής του χωρομέτρη. Αναφορά γίνεται και στο ποιος έκανε την εγκατάσταση των ηλεκτρολογικών στο επίδικο Ακίνητο. Όπως αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση/Εφεσίβλητος 1 διέμενε στο επίδικο Ακίνητο μέχρι και το 2023 ενώ η κυρία Νικολαΐδου αναφέρει ότι έχει εκχωρήσει την Συμφωνία Διανομής προς τον Εφεσείοντα/Αιτητή. Τέλος, αναφέρει ότι υπήρξε κάποια Συμφωνία με τον Εφεσίβλητο/Καθ' ου η Αίτηση 1, η οποία εν τέλει δεν υλοποιήθηκε ποτέ.
  19. Όμως, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, τα όσα προβάλλονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση δεν κρίνονται σχετικά με τα επίδικα ζητήματα και δεν θα επιτραπεί η κατάθεση τους. Ακόμη και στο στάδιο αυτό και χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς και με δεδομένο το νομικό πλαίσιο που διέπει την Κυρίως Αίτηση και το οποίο έχει παρατεθεί πιο πάνω, είναι εξόφθαλμο ότι τέτοια ζητήματα δεν σχετίζονται με το κατά πόσο το επίδικο Ακίνητο μπορεί να διαχωριστεί με βάση το εμβαδό του και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ως είναι και η Απόφαση του Διευθυντή.
  20. Τα όσα αναφέρονται στην σκοπούμενη ένορκη δήλωση δεν σχετίζονται καν με τους λόγους Έφεσης και σε κάθε περίπτωση δεν συσχετίστηκε με τον οποιοδήποτε τρόπο η προβολή των ισχυρισμών αυτών με τους λόγους έφεσης αλλά αφορούν το ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, τα έξοδα ανακαίνισης και συντήρησης του επίδικου Ακινήτου αλλά και τις διάφορες Συμφωνίες που έγιναν ή δεν έγιναν στην προσπάθεια των διαδίκων για να διαχωρίσουν το επίδικο Ακίνητο.
  21. Το ποια είναι η ορθή διάσταση των γεγονότων και κατά πόσο τα μέρη αντλούν ή όχι δικαιώματα από την Συμφωνία Διανομής του επίδικου Ακινήτου, το ποιος έκανε έξοδα ή όχι, δεν αποτελεί αντικείμενο αυτής της διαδικασίας και το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει για τα ζητήματα αυτά.
  22. Ενόψει των πιο πάνω δεν διαπιστώνεται καλός λόγος για τον οποίο να επιτραπεί η καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ως το Τεκμήριο Α. IV. Κατάληξη
  23. Υπό το φως των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω η επίδικη Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και δίδεται άδεια καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης των παραγράφων 5 και 15 του Τεκμηρίου Β στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση μαζί με τα Τεκμήρια που αναφέρονται στις σχετικές παραγράφους.
  24. Η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του σχετικού διατάγματος και το Διάταγμα του Δικαστηρίου να ζητηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Η Κυρίως Αίτηση ορίζεται στις 05/02/2025 για Οδηγίες με σκοπό τον προγραμματισμό της πορείας της Κυρίως Αίτησης/Έφεσης.
  25. Ενόψει του ότι η επίδικη Αίτηση πέτυχε μερικώς και σε ένα πολύ περιορισμένο βαθμό, κρίνεται δικαιότερο όπως η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικηγορικά της έξοδα. (Υπ.).................. Χ. Στρόππος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ματθαίου Φιλόκυπρος κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510. [2] Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523. [3] Α. Μessios & Sons Ltd κ.α. v Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195. [4] Μηνά v. Χειμωνίδου
(1999)1 Α.Α.Δ. 405 και Trident Hotels Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2010)1 ΑΑΔ 598. [5] Γεωργιάδη-Σιακίδη v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 711 και Trident Hotels Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2010)1 ΑΑΔ 598. [6] Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Χρυσάνθου κ.α. ν. Αντωνιάδη
(1969)1 C.L.R. 622, Σωκράτους ν. Μέζου
(1975)1 C.L.R. 62, Γεώργιος Χρ. Χαφιέρος κ.α. ν. Ανδροκλής Θεοχάρους κ.α.
(1978)1 C.L.R. 619, [7] Βλ. μεταξύ πολλών άλλων Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολωμόντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou v. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58). [8] Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου
(2016)1 ΑΑΔ 2523. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.