Denis Shadlov ν. Nikolai Belikov κ.α., Αγωγή Αρ. 130/2024, 29/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 130/2024 iJustice Μεταξύ: Denis Shadlov Ενάγοντα -και-
- Nikolai Belikov
- Κυριάκου Ματσάγκου Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερ. 22.02.2024 29 Νοεμβρίου 2024 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα E. Οικονομίδη με κ. Π. Γεωργίου για Irina Ikonomidi & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Αιτητής) στη βάση μονομερούς αίτησης του εξασφάλισε διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 από το να αποσύρουν ή και εκχωρήσουν ή και διαθέσουν ή και μεταβιβάσουν ή και αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη τους περιουσίας, είτε αυτή βρίσκεται στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, κατά τρόπο ώστε η συνολική της αξία να μη μειωθεί κάτω από το ποσό των €1.167.373,40, το οποίο αποτελεί την ισοτιμία του ποσού USDT(κρυπτονόμισμα) 1.260.400 κατά την 21.2.
- H Αίτηση περιλαμβάνει και δεύτερο αιτητικό για έκδοση διατάγματος ένορκης αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων του τύπου Norwich Pharmacal, το οποίο όμως δεν εκδόθηκε μονομερώς. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Rudiuk, νομικού συμβούλου του Αιτητή. Σ' αυτήν αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Γρενάδας, κάτοικος Εσθονίας και διαχειρίζεται μεγάλο αριθμό εταιρειών, οι οποίες σχετίζονται με το igaming. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο μοναδικός μέτοχος της κυπριακής εταιρείας Jinvest Limited (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Jinvest), της οποίας οι κύριες δραστηριότητες κατά το 2023 ήταν η παροχή υπηρεσιών marketing. Ο Εναγόμενος 1 είναι Ρώσσος υπήκοος και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν το εκτελεστικό όργανο (commercial executive) της Boost Project (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η «Boost»). Ο Εναγόμενος 2 είναι κύπριος υπήκοος και στις διαβουλεύσεις μεταξύ Αιτητή και Εναγόμενου 1 εμφανιζόταν ως αντιπρόσωπος του Εναγόμενου
- Οι επιχειρηματικές σχέσεις μεταξύ Αιτητή και Εναγόμενου 1 ξεκίνησαν στις αρχές του 2023, όταν η εταιρεία Jinvest συνεργάστηκε με την Boost, προσφέροντας υπηρεσίες σχετικές με την Boost παγκόσμια. Τον Σεπτέμβρη του 2023 ξεκίνησαν συζητήσεις μεταξύ τους για την πώληση των μετοχών που κατείχε ο Αιτητής στην εταιρεία Jinvest στον Εναγόμενο 1, ο οποίος επιθυμούσε να την χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς της Boost. Την 21.9.2023 συνήφθη μεταξύ Αιτητή και Εναγόμενου 1 συμφωνία εξαγοράς της επιχείρησης, δυνάμει της οποίας ο Αιτητής πώλησε στον Εναγόμενο 1 το σύνολο των μετοχών του στην εταιρεία Jinvest, έναντι του τιμήματος πώλησης των USDΤ1.470.000 + ΕΤΗ 260, το οποίο μεταφράζεται σε ευρώ 2.064.498,06 βάσει της ισοτιμίας που ίσχυε την 21.2.
- Το ρηθέν τίμημα πώλησης θα καταβαλλόταν σε τρεις δόσεις ως ακολούθως:
- 260 ETH + 200.000 USDT κατά την 27/09/2023,
- 636.000 USDT κατά τη 01/10/2023, και
- 635.000 USDT κατά την 11/10/
- Η ρηθείσα συμφωνία εξαγοράς προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει τις μετοχές του κατά την 11.10.2023, ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας δόσης του τιμήματος πώλησης. Περαιτέρω, με τη συνολική πληρωμή του τιμήματος πώλησης, ο Αιτητής είχε την υποχρέωση να παραιτηθεί από το αξίωμα του διευθυντή της εταιρείας Jinvest και να προσκομίσει στον Εναγόμενο 1 έγκυρη βεβαίωση εξόφλησης του δανείου το οποίο η εταιρεία Jinvest είχε λάβει από τον κ. Lychagov για το ποσό των €2.000.000 με σκοπό την ειδική χρηματοδότηση του εγχειρήματος (project) Boost. H ρηθείσα συμφωνία εξαγοράς τροποποιήθηκε με την υπογραφή προσαρτήματος (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το πρώτο προσάρτημα), μέσω του οποίου διορθώθηκε τυπογραφικό λάθος. Μετά από αριθμό υπενθυμίσεων από την πλευρά του Αιτητή και μετά από σημαντική καθυστέρηση, ο Εναγόμενος 1 προχώρησε στην πληρωμή των ΕΤΗ260 και USDT760.000, εκπληρώνοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, την υποχρέωση του αναφορικά με την πληρωμή της πρώτης δόσης ως και μέρος της δεύτερης. Παρά δε το ότι οι προθεσμίες αποπληρωμής της δεύτερης και τρίτης δόσης του τιμήματος πώλησης παρήλθαν, εντούτοις ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να προχωρήσει στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Ο Αιτητής, στην προσπάθεια του να διασώσει τη συμφωνία εξαγοράς και να μη διατηρήσει εχθρική στάση έναντι του Εναγόμενου 1, διαπραγματεύθηκε με τους Εναγόμενους 1 και 2 την τροποποίηση του πλάνου αποπληρωμής, με στόχο την αναδόμηση των οφειλόμενων δόσεων και την παραχώρηση περισσότερου χρόνου στον Εναγόμενο 1 να τιμήσει τις υποχρεώσεις του. Αποτέλεσμα των ως άνω διαπραγματεύσεων ήταν η σύναψη δεύτερου προσαρτήματος στη συμφωνία εξαγοράς της επιχείρησης (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως το δεύτερο προσάρτημα), δυνάμει του οποίου η πληρωμή των οφειλόμενων ποσών αναπροσαρμόστηκε ως ακολούθως:
- Η Πρώτη (1η) (υπόλοιπη) δόση των USDT 150.000 να καταβληθεί μέχρι την 29.10.2023, και
- Η δεύτερη (2η) (υπόλοιπη) δόση των USDT 560.000 να καταβληθεί μέχρι την 31.10.
- Σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να πληρώσει την δεύτερη δόση στο σύνολο της μέχρι 31.10.2023, τότε θα μπορούσε να αποπληρώσει το ποσό των USDT 700.000 μέχρι την 30.11.
- Παρά την προθυμία του Αιτητή να είναι ευέλικτος και να προφέρει στον Εναγόμενο 1 περισσότερο χρόνο, εντούτοις ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να εκπληρώσει τις αναληφθείσες με βάσει το δεύτερο προσάρτημα υποχρεώσεις του. Πιο συγκεκριμένα προέβηκε στην πληρωμή της πρώτης δόσης των USDT 150.000 κατά την 19.10.
- Ο Αιτητής, με την παραλαβή του ως άνω ποσού προχώρησε στην μεταβίβαση των μετοχών του που κατείχε στην εταιρεία Jinvest στον Εναγόμενο 2, καθ' υπόδειξη του Εναγόμενου
- Η δεύτερη όμως δόση των USDT 560.000 δεν πληρώθηκε μέχρι την 31.10.2023 με αποτέλεσμα να ενεργοποιηθεί ο όρος ο οποίος προέβλεπε ότι το ως άνω ποσό αυξάνεται σε USDT 700.000, το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί μέχρι την 30.11.
- Κατά την 23.11.2023 ο Εναγόμενος 1 προχώρησε στην μερική πληρωμή του ποσού των USDT 15.000 έναντι της δόσης των USDT 700.
- Μετά την ως άνω ημερομηνία ο Εναγόμενος 1 κανένα άλλο ποσό πλήρωσε στον Αιτητή με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί τόκος 1% ημερησίως από 1.12.2023 επί του συνολικά οφειλόμενου ποσού των USDT 685.
- Μέχρι την 13.2.2024 ο συσσωρευθείς τόκος ανέρχετο σε USDT 575.
- Ο Αιτητής κατά την 1.12.2023 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους Εναγόμενους 1 και 2, απαιτώντας το οφειλόμενο ποσό των USDT 685.
- Ο Εναγόμενος 1, με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 5.12.2023 απάντησε στον Αιτητή, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε προχωρήσει στην πληρωμή του οφειλόμενου ποσού για το λόγο ότι ο Αιτητής απέτυχε να προσκομίσει βεβαίωση πληρωμής του δανείου στον κ. Lychagov. Ο Αιτητής με ηλεκτρονικό του μήνυμα της ίδιας ημερομηνίας απάντησε στον Εναγόμενο 1 ότι «όλες οι πληροφορίες για το δάνειο σου έχουν παρασχεθεί, καθώς έχει ολική πρόσβαση στο πορτοφόλι της εταιρείας και στους τραπεζικούς λογαριασμούς, που σου επιτρέπουν να επιβεβαιώσεις όλες τις συμπληρωμένες συναλλαγές και το γεγονός της εξόφλησης του δανείου». Ο Εναγόμενος 1 απάντησε στον Αιτητή μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος της συνηγόρου του ημερομηνίας 8.12.2023, επαναλαμβάνοντας ότι η εταιρεία Jinvest και ο Αιτητής δεν είχαν εξοφλήσει την οφειλή τους προς τον κ. Lychagov, παρόλα αυτά ήταν έτοιμος να προχωρήσει με τις επιπλέον πληρωμές, αφού λάβει έγκυρη επιβεβαίωση για την εξόφληση του ως άνω δανείου. Ο Αιτητής απάντησε στον Εναγόμενο 1 με ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερομηνίας 11.12.2023, επαναλαμβάνοντας ότι το δάνειο έχει πληρωθεί εξ ολοκλήρου. Ενόψει της έλλειψης προθυμίας εκ μέρους των Εναγομένων να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ο Αιτητής ζήτησε τη βοήθεια των δικηγόρων του, οι οποίοι κατά την 21.12.2023 απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στη δικηγόρο των Εναγομένων, δηλώνοντας την προθυμία του Αιτητή να προσκομίσει εύλογη επιβεβαίωση, παρόλο που είχε ήδη προσκομίσει βεβαίωση ότι το ρηθέν δάνειο πληρώθηκε εξ ολοκλήρου. Η δικηγόρος των Εναγομένων απάντησε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 22.12.2023, ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πρόθυμος να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης με την προσκόμιση απόδειξης δεόντως υπογεγραμμένης από τον Αιτητή και τον επενδυτή κ. Lychagov για εξόφληση του δανείου, ενώ ζητούσε όπως η πληρωμή γίνει μέχρι την 21.3.
- Οι δικηγόροι του Αιτητή επανήλθαν με ηλεκτρονικό τους μήνυμα ημερομηνίας 22.12.2023 προσκομίζοντας γραπτή επιβεβαίωση από τον Αιτητή και τον κ. Lychagov ότι το δάνειο εξοφλήθηκε, ενώ επέμεναν όπως η πληρωμή του υπολοίπου γίνει μέσα σε τρεις μέρες. Η δικηγόρος των Εναγομένων με ηλεκτρονικό της μήνυμα της ίδιας ημερομηνίας, αναφέρθηκε στην πρόνοια της επιβεβαίωσης για εξόφληση του δανείου, την οποία προέβαλε ως το λόγο για τον οποίο οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα της δικηγόρου των Εναγομένων ημερομηνίας 25.12.2023 αναφέρει ότι θα προβεί στην ετοιμασία ενός τρίτου προσαρτήματος για να αναδομηθεί η τελική πληρωμή, κάτι το οποίο όμως δεν έκαμε μέχρι στιγμής. Κατόπιν των πιο πάνω, οι δικηγόροι του Αιτητή προέβηκαν στη σύνταξη και αποστολή των σχετικών προδικαστηριακών επιστολών απαίτησης ημερομηνίας 4.1.2024, ώστε να υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τα σχετικά προδικαστηριακά πρωτόκολλα που προνοούνται στους νέους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με ξεχωριστές αλλά ίδιου περιεχομένου ενστάσεις τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Η Αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα, είναι καταχρηστική και κακόπιστη.
- Το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί καθώς δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή την οριστικοποίησή του.
- Δεν πληρούνται και/ή δεν μπορούν να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν πληρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει και/ή δεν προσφέρει επαρκή και/ή καθόλου μαρτυρία που να αποδεικνύει: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή (β) ότι δικαιούται θεραπείας και/ή (γ) ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Ο Αιτητής κωλύεται διά της αντισυμβατικής και/ή κακόβουλης και/ή άλλως συμπεριφοράς του να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και Αίτηση.
- Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή ο ίδιος δεν συμπεριφέρθηκε με τίμιο και πρέποντα τρόπο για να επιζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου.
- Ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες και δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση του να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης.
- Ο Αιτητής εσκεμμένα παρουσίασε ψευδή στοιχεία και/ή όσα στοιχεία τον συνέφεραν στο Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει.
- Ο Αιτητής αποκρύβει από το Δικαστήριο γεγονότα αφ' ενός και προβαίνει σε αναληθείς δηλώσεις αφ' ετέρου οι οποίες παραπλάνησαν ή θα μπορούσαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο.
- Το Προσωρινό διάταγμα εξεδόθη στη βάση ψευδών και/ή ελλιπών και/ή παραποιημένων και κατασκευασμένων στοιχείων και μαρτυρίας.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει την μη οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος.
- Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος.
- Τυχόν οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγομένους.
- Οι Ένορκες δηλώσεις του ομνύοντος Maksim Rudiuk περιέχουν αντιφατικούς και/ή ψευδείς ισχυρισμούς. Η ένσταση του Εναγόμενου 1 στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι ο δημιουργός και εμπνευστής της διαφημιστικής επιχείρησης Boost, η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στους τομείς της διαφήμισης υπηρεσιών, τεχνολογικών προϊόντων, τεχνολογίας, διαδικτύου, απόκτησης χρηστών σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες και άλλα. Περί τις αρχές του 2023 σχεδίασε το πλαίσιο δράσης και δραστηριότητας της διαφημιστικής επιχείρησης και βρήκε ομάδα ειδικών, μεταξύ των οποίων ο κ. Barminov, ο οποίος θα πρόσφερε την τεχνογνωσία του και θα καθίστατο συνδικαιούχος της διαφημιστικής επιχείρησης. Περί τον Μάρτιο του 2023 ο Αιτητής συμφώνησε μαζί του και τον Barminov να συνεργαστούν και να αναπτύξουν και προωθήσουν τη διαφημιστική επιχείρηση, κατόπιν διαβεβαιώσεων του Αιτητή ότι ήταν σε θέση να εξασφαλίσει δάνειο ή πιστωτική διευκόλυνση ύψους μέχρι €2.000.000 για τους σκοπούς της διαφημιστικής επιχείρησης. Η εν λόγω συνεργασία θα πραγματοποιείτο μέσω της εταιρείας Jinvest, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκε στον Αιτητή. Κατά την 14.3.2023 η εταιρεία Jinvest υπέγραψε συμφωνία με τον κ. Lychagov και τον Αιτητή, δυνάμει της οποίας η εταιρεία θα λάμβανε πιστωτική διευκόλυνση μέχρι του ποσού των €2.000.
- Κατά την 18.5.2023 υπέγραψαν δύο συμφωνίες προαίρεσης (option agreements) δυνάμει των οποίων ο ίδιος και ο κ. Barminov καθίσταντο ανεπίσημα μέτοχοι και συνδικαιούχοι της εταιρείας Jinvest και συνεταίροι του Αιτητή. Οι ρηθείσες συμφωνίες προαίρεσης υπεγράφησαν, αντί επίσημης μεταβίβασης των μετοχών της εταιρείας, για το λόγο ότι αποφάσισαν ότι θα ήταν προτιμότερο να φαίνεται ο Αιτητής, ο οποίος είναι από την Εσθονία και έχει διαβατήριο Γρενάδας, ως μοναδικός μέτοχος της εταιρείας Jinvest, ώστε να ήταν ευκολότερη η εξασφάλιση αδειών λειτουργίας της διαφημιστικής επιχείρησης. Περί τις αρχές του καλοκαιριού του 2023 παρουσιάστηκαν προστριβές και προβλήματα συνεννόησης στη συνεργασία τους με τον Αιτητή, τα οποία οφείλονταν αποκλειστικά στον Αιτητή, ο οποίος παρέλειπε και αρνείτο να ενημερώσει τον ίδιο ή τον κ. Barminov για την οικονομική και επιχειρηματική κατάσταση της εταιρείας Jinvest και της διαφημιστικής επιχείρησης. Επίσης απέκρυπτε τις δοσοληψίες της εταιρεία Jinvest και της διαφημιστικής επιχείρησης με τρίτους, ιδίως όσον αφορούσε το δανεισμό της εταιρείας από τον κ. Lychagov. Σε μια προσπάθεια να τεθεί φραγμός στην ανεξέλεγκτη στάση του Αιτητή, στις 20.6.2023 διορίστηκε ως δεύτερος διευθυντής της εταιρείες Jinvest ο Εναγόμενος
- Παρόλα αυτά ο Αιτητής συνέχισε να διατηρεί την ίδια περιγραφείσα ανωτέρω συμπεριφορά. Κατ' αυτό τον τρόπο επήλθε οριστική ρήξη της επαγγελματικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ του ιδίου, του Αιτητή και του κ. Barminov. Παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να αποχωρήσει απλά από τη συνεργασία και να συνεχίσει τη λειτουργία της διαφημιστικής του επιχείρησης με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, εντούτοις για να δείξει επιχειρηματική τιμιότητα έναντι του Αιτητή, αποδέχτηκε και συμφώνησε να αγοράσει ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Jinvest και προς τούτο υπέγραψε με τον Αιτητή τη συμφωνία εξαγοράς ημερομηνίας 21.9.2023, δυνάμει της οποίας αγόρασε από τον Αιτητή το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Jinvest έναντι του τιμήματος πώλησης των USDT κρυπτονόμισμα 1.470.000 πλέον 260 ΕΤΗ κρυπτονόμισμα. Το ρηθέν τίμημα πώλησης ήταν πληρωτέο κατά τον τρόπο ο οποίος περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του κ. Rudiuk. Το ρηθέν τίμημα πώλησης καθορίστηκε κατόπιν διαβεβαιώσεων του Αιτητή και των εκπροσώπων του ότι το χρέος της εταιρείας Jinvest στον κ. Lychagov ήταν περί τα 900.000 USDT (€844.100 περίπου) πλέον τα 260 ΕΤΗ (€386.360), ποσά που ο Αιτητής αναλάμβανε να καταβάλει στον κ. Lychagov προς πλήρη εξόφληση του, όπως επίσης και κατόπιν απαίτησης του Αιτητή για καταβολή ποσού περί τα 570.000 κρυπτονόμισμα USDT (€534.603) ως δική του αμοιβή και αντάλλαγμα για την πώληση των μετοχών της εταιρείας Jinvest στον ίδιο. Με την αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης των μετοχών της εταιρείας Jinvest, ο Αιτητής υποχρεούτο να του παραδώσει έγκυρη βεβαίωση αποπληρωμής του δανείου της εταιρείας Jinvest το οποίο όφειλε στον κ. Lychagov. Την 26.9.2023 υπεγράφη τροποποιητική συμφωνία με την οποία διορθώθηκε ουσιαστικά τυπογραφικό λάθος στην αρχική συμφωνία εξαγοράς των μετοχών. Μετά την πληρωμή του ποσού των 260 κρυπτονόμισμα ΕΤΗ και του ποσού των 760.000 κρυπτονόμισμα USDT στον Αιτητή, υπεγράφη δεύτερη τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 18.10.2023 η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής με τη λήψη του ποσού των 150.000 κρυπτονόμισμα USDT, ήταν υποχρεωμένος να τον εφοδιάσει με την έγκυρη βεβαίωση αποπληρωμής. Η δεύτερη τροποποιητική συμφωνία συνήφθη λόγω της παραβίασης από τον Αιτητή του όρου 11.2 της αρχικής συμφωνίας εξαγοράς ο οποίος προέβλεπε ότι η εταιρεία Jinvest θα πληρώσει σε όλους τους εργαζόμενους της αποζημίωση, η οποία θα συσσωρευθεί μέχρι και την 11.10.2023, συμπεριλαμβανομένων όλων των μισθών μέχρι και την ως άνω ημερομηνία. Ο Αιτητής, ως εκτελεστικός διευθυντής και το πρόσωπο που είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς και άλλους λογαριασμούς της εταιρείας Jinvest παρέλειψε να καταβάλει αφενός τα χρωστούμενα στους εργαζόμενους της, τα οποία απαιτούντο για την εξασφάλιση της παραμονής τους στην Κύπρο και αφετέρου στους προμηθευτές και άλλους συνεργάτες της. Συνεπεία αυτού, επαπειλείτο αποχώρηση των εργαζομένων και η παύση παροχής διευκολύνσεων εκ μέρους των συνεργατών και προμηθευτών της διαφημιστικής επιχείρησης. Ως εκ τούτου αναγκάστηκε να καταβάλει περί τις αρχές Οκτωβρίου 2023 ποσό €368.112 περίπου ως μισθούς και ωφελήματα στους εργαζόμενους και άλλο ποσό στους συνεργάτες της διαφημιστικής επιχείρησης, με αποτέλεσμα να βρεθεί σε αδυναμία να πληρώσει εγκαίρως ολόκληρο το ποσό στον Αιτητή. Στην προσπάθεια τους να εξεύρουν τρόπο αποφυγής σύγκρουσης με τον Αιτητή, συμφώνησαν παράταση χρόνου αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης. Ο ίδιος, συμμορφούμενος με τους όρους της δεύτερης τροποποιητικής συμφωνίας κατέβαλε την 19.10.2023 το ποσό των 150.000 κρυπτονόμισμα USDT στον Αιτητή, ο οποίος την 23.10.2023 μεταβίβασε τις μετοχές του στον Εναγόμενο 2, καθ' υπόδειξη του ιδίου, και παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή της εταιρείας Jinvest. Παρά την καταβολή του ως άνω ποσού, εντούτοις ο Αιτητής αρνήθηκε να τον εφοδιάσει με έγκυρη βεβαίωση αποπληρωμής του δανείου προς τον κ. Lychagov, παρά τις οχλήσεις του ιδίου, του κ. Barminov και του Εναγόμενου 2 προς τον Αιτητή. Σε μια προσπάθεια τους να δώσουν και πάλι ευκαιρία στον Αιτητή, την 23.11.2023 προχώρησε σε περαιτέρω πληρωμή προς τον Αιτητή ποσού 15.000 USDT περίπου. Όμως ο Αιτητής εξακολούθησε να αρνείται πεισματικά να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Ακολούθησε η ανταλλαγή της αλληλογραφίας με τον Αιτητή, όπως επίσης και μεταξύ της δικηγόρου τους και των δικηγόρων του Αιτητή, η οποία περιγράφεται στην ένορκη δήλωση του κ. Rudiuk. Για να μετριάσει τη ζημιά την οποία του προκαλούσε η επί δυόμιση και πλέον τότε μηνών αντισυμβατική συμπεριφορά του Αιτητή εκμεταλλεύτηκε το κεφάλαιο, το οποίο παρέμενε δεσμευμένο ώστε να του αποδώσει κέρδος αντί να το διατηρεί παγοποιημένο και να υφίσταται αντίστοιχη ζημιά. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 Ο Εναγόμενος 2 στη δική του ένορκη δήλωση επαναλαμβάνει, κατ' ουσία, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου
- Συνεπώς θεωρώ αχρείαστο να παραθέσω οποιοδήποτε απόσπασμα της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.9, άρθρα 3, 4, 5, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 2, 21, 29, 31, 32, 41 και 42 και στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 1.1 - 1.5, 2.1 - 2.3, 2.8, 3.1, 3.8 - 3.11, 3.13 - 3.16, 22.1, 23.1 - 23.16, 25.1 - 25.16, 32.1 - 32.17, 39.1 - 39.2 και 60.
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αιτούμενο στην παράγραφο Α της αίτησης και μονομερώς εκδοθέν διάταγμα είναι τύπου Mareva αφού με αυτό δεσμεύονται περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων τόσο εντός όσο και εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162 νομολογήθηκε ότι η εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων νόμου 14/60 στο Δικαστήριο είναι τόσο ευρεία, σε βαθμό που επιτρέπει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στις σελίδες 177 και 178: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis [1975] 3 All E.R. 282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/60. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας.» Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση τους είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, μεταξύ άλλων, το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή στη γραπτή τους αγόρευση εγείρουν ως προκαταρκτικό σημείο, ζήτημα ελαττωματικότητας της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 η οποία συνοδεύει την ένσταση του. Ως συγκεκριμένα υποστηρίζουν, η φερόμενη (στο iJustice) ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 στα ρωσικά δεν έχει καταχωριστεί ως αυτοτελής, αντίθετα στο πάνω μέρος της αναγράφει ότι αποτελεί το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης του κ. Χάρπα. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η ένσταση του Εναγόμενου 1 παρέμεινε μετέωρη και χωρίς υποστηρικτικό υπόβαθρο γεγονότων, γι' αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να οριστικοποιήσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα και να εκδώσει επίσης το διάταγμα ένορκης αποκάλυψης. Είναι γεγονός ότι στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 7.5.2024 υπάρχει σφραγίδα, η οποία αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Αυτό είναι το Τεκμήριο Α το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του/της Ανδρέα Χάρπα ημερομηνίας ./05/
- ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ.» Αφού εξέτασα τα καταχωρισθέντα στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης έγγραφα, κατέληξα ότι η ανωτέρω σφραγίδα πολύ πιθανόν να τέθηκε εκ παραδρομής ή εκ λάθους στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
- Αξίζει να αναφερθεί ότι το κείμενο της ρηθείσας ένορκης δήλωσης είναι στη ρωσική γλώσσα, που είναι η μητρική γλώσσα του Εναγόμενου
- Στο τέλος της δε υπάρχει η προβλεπόμενη πιστοποίηση του Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης υπάρχει η ένορκη δήλωση του μεταφραστή Ανδρέα Χάρπα, ο οποίος δηλώνει ότι μετάφρασε την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 από τα ρωσικά στα ελληνικά, επισυνάπτει δε ως τεκμήρια το ρωσικό κείμενο (Τεκμήριο Α) καθώς και το κείμενο της όπως το μετάφρασε τα ελληνικά (Τεκμήριο Β). Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 καταχωρίστηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις αρχές της νομολογίας μας, όπως επαναδιατυπώθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Grynevych v. Grynevych, Πολ. Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.
- Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 Έχοντας κατά νου ότι σημαντικό μέρος των λόγων ένστασης εστιάζεται στη μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, θα προχωρήσω με την εξέταση του κατά πόσο η προσαχθείσα από τον Αιτητή μαρτυρία ικανοποιεί τις εν λόγω προϋποθέσεις. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά. (ανωτέρω). Από μια απλή ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης, έχω διαπιστώσει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή στηρίζεται κατά κύριο λόγο σε ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 21.9.2023 ως και των τροποποιητικών αυτής συμφωνιών, εκ μέρους των Εναγομένων, για την οποία αξιώνει την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του. Το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προνοεί για το δικαίωμα του συμβαλλόμενου ο οποίος ζημιώνεται από παράβαση της σύμβασης, να αποζημιωθεί από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία της παράβασης. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι η Έκθεση Απαίτησης, εμπεριέχει αναγνωρισμένη αιτία αγωγής και, κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση (Λόρδος κ.ά. ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση αρ. Ε143/2015 ημερ. 23/3/2017), ECLI:CY:AD:2017:A
- Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών διαφαίνεται ότι αποτελεί κοινό τόπο η συνομολόγηση μεταξύ Αιτητή και Εναγόμενου 1 της συμφωνίας ημερομηνίας 21.9.2023, δυνάμει της οποίας ο Αιτητής πώλησε το σύνολο των μετοχών που κατείχε στην εταιρεία Jinvest στον Εναγόμενο 1 έναντι του τιμήματος πώλησης των USDT 1.470.000 + ΕΤΗ 260 κρυπτονόμισμα. Πρόκειται δε για τη συμφωνία στην οποία βασίζεται κατ' ουσία η απαίτηση του Αιτητή. Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται ο κ. Rudiuk στην ένορκη δήλωση του, ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε με το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των δόσεων για εξόφληση του τιμήματος πώλησης με αποτέλεσμα τα μέρη να προχωρήσουν στη σύναψη της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 18.10.2023 δυνάμει της οποίας επεκτάθηκε ο χρόνος για πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Ειδικότερα, η πρώτη δόση των USDT 150.000 συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέχρι την 20.10.2023 και η δεύτερη δόση τον USDT 560.000, με την οποία εξοφλείτο το τίμημα πώλησης να καταβληθεί μέχρι την 31.10.
- Σε περίπτωση δε που ο Εναγόμενος 1 δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσει τη δεύτερη δόση κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, το ποσό της θα αυξάνετο σε USDT 700.000 και θα ήταν πληρωτέα μέχρι την 30.11.
- Με βάση δε την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 18.10.2023, ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του οφειλόμενου από τον Εναγόμενο 1 υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης. Σύμφωνα με τον κ. Rudiuk, ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε την πρώτη δόση των USDT 150.000, ενώ από τη δεύτερη δόση κατέβαλε κατά την 23.11.2023 ποσό 15.000 USDT. Συνεπεία του ότι η δεύτερη δόση δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την 31.10.2023, ο Εναγόμενος 1 όφειλε να καταβάλει USDT 700.000 μέχρι την 30.11.
- Περαιτέρω, λόγω του ότι η δεύτερη δόση δεν είχε εξοφληθεί μέχρι την 30.11.2023, δυνάμει των όρων της αρχικής συμφωνίας ημερομηνίας 21.9.2023 χρεώνετο τόκος προς 1% ημερησίως επί του συνολικά οφειλόμενου ποσού, ο οποίος κατά την 13.2.2024 ποσοτικοποιήθηκε στο ποσό των USDT 575.
- Πέραν της πληρωμής του ποσού των USDT 15.000 κατά την 23.11.2023, ο Εναγόμενος 1 σε καμία άλλη πληρωμή προέβηκε. Τα ανωτέρω αναφερόμενα γεγονότα είναι επαρκή σε βαθμό που καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέβηκαν τη συμφωνία ημερομηνίας 21.9.2023, ως και την τροποποιητική αυτής συμφωνία ημερομηνίας 18.10.
- Πέραν των πιο πάνω, η παρουσιασθείσα εκ μέρους του Αιτητή μαρτυρία κατέδειξε ότι αυτός φαίνεται να έχει συμμορφωθεί με όλες τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του. Ειδικότερα, προέβηκε στη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών του επ' ονόματι του Εναγόμενου 2, καθ' υπόδειξη του Εναγόμενου
- Περαιτέρω, φαίνεται να εφοδίασε τον Εναγόμενο 1 με βεβαίωση της πληρωμής του δανείου το οποίο η εταιρεία Jinvest έλαβε από τον κ. τον Lychagov. Όπως ειδικότερα αναφέρεται στην παράγραφο 53 της ένορκης δήλωσης του κ. Rudiuk, ως απόδειξη της εξόφλησης του δανείου, κατά την 22.12.2023 στάληκε επιστολή επιβεβαίωσης εξόφλησης του, υπογεγραμμένη από το δανειστή κ. Lychagov (Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Rudiuk), ως επίσης και επιστολή επιβεβαίωσης εξόφλησης του, υπογεγραμμένη από τον Αιτητή (Τεκμήριο 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Rudiuk). Πέραν των πιο πάνω, κατά την 5.12.2023 ο Αιτητής ενημέρωσε γραπτώς τον Εναγόμενο 1 ότι το δάνειο είχε πλήρως εξοφληθεί. Οι Εναγόμενοι από πλευράς τους παραδέχονται ότι δεν εξόφλησαν τη δεύτερη δόση, ως προβλέπεται στην τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 18.10.2023, αλλά κατέβαλαν μόνο μέρος αυτής, ήτοι ποσό USDT 15.
- Ισχυρίζονται όμως ότι ο λόγος για τον οποίο δεν εξόφλησαν την ως άνω δόση ήταν η παράλειψη του Αιτητή να τους εφοδιάσει με έγκυρη επιβεβαίωση αποπληρωμής του δανείου προς τον κ. Lychagov. Παραπέμπουν δε στον όρο 3.3 της αρχικής συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο ο Αιτητής «provide the purchaser with a valid confirmation of the company's outstanding loan repayment». Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η υπογραφή του κ. Lychagov η οποία υπάρχει στην επιβεβαίωση πληρωμής του δανείου, η οποία τους αποστάληκε από τους δικηγόρους του Αιτητή, δεν είναι δεόντως πιστοποιημένη με αποτέλεσμα να αμφιβάλλουν για τη γνησιότητα και εγκυρότητα του συγκεκριμένου εγγράφου, συνεπεία της μέχρι τότε κακόβουλης και δόλιας συμπεριφοράς που υπέδειξε ο Αιτητής έναντι τους. Ως περαιτέρω ισχυρίζονται, η δικηγόρος τους ζήτησε χρόνο όπως εξετάσει τη γνησιότητα του ρηθέντος εγγράφου μέχρι την 9.1.2024, συνεπεία του ότι μεσολαβούσαν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Στη συνέχεια όμως, επειδή διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής είχε εξαπατήσει τον Εναγόμενο 1 κατά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας, τερμάτισαν ουσιαστικά τις συμφωνίες τους με τον Αιτητή και αρνήθηκαν την υποχρέωση τους για καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Πρωτίστως, αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι ο όρος 3.3 της αρχικής συμφωνίας πώλησης των μετοχών στον Εναγόμενο 1 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι μετά την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης ο πωλητής, δηλαδή ο Αιτητής υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να παραδώσει στον αγοραστή, δηλαδή τον Εναγόμενο 1, «valid confirmation of the company's outstanding loan repayment». Ο χρόνος παράδοσης της ρηθείσας επιβεβαίωσης διαφοροποιήθηκε με την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 18.10.2023, η οποία μετέθεσε το χρόνο παράδοσης της μετά την πληρωμή της πρώτης δόσης των USDT 150.
- Παρά δε το ότι ο Αιτητής δεν εκπλήρωσε την ως άνω υποχρέωση του, κατά τον ισχυρισμό των Εναγομένων, εντούτοις αυτοί, όχι μόνο δεν προέβηκαν στον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης των μετοχών, αλλά ο Εναγόμενος 1 προέβηκε στην πληρωμή του ποσού των 15.000 USDT κατά την 23.11.
- Εν πάση όμως περιπτώσει, ως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής κατά την 22.12.2023 απέστειλε στους Εναγόμενους, μέσω των δικηγόρων του, εκτός από δική του επιβεβαίωση, επιβεβαίωση εξόφλησης του δανείου υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον κ. Lychagov, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που παραχώρησε το δάνειο στην εταιρεία Jinvest. Ως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η υπογραφή επί της ως άνω επιβεβαίωσης δεν ήταν πιστοποιημένη, με αποτέλεσμα να αμφιβάλλουν για τη γνησιότητα και εγκυρότητα του εν λόγω εγγράφου, ζήτησαν δε χρόνο, μέσω της συνηγόρου τους, για να εξετάσουν τη γνησιότητα του. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι η γνησιότητα του ως άνω εγγράφου δεν είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί ενδελεχώς στο στάδιο αυτό, για το λόγο ότι προϋποθέτει την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, έργο το οποίο ανάγεται στο τελικό στάδιο. Η παρουσίαση εκ μέρους του Αιτητή της επιβεβαίωσης εξόφλησης του δανείου από τον ίδιο τον δανειστή αποτελεί, κατά την ταπεινή μου άποψη, επαρκή μαρτυρία στο στάδιο αυτό ώστε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως τη συμμόρφωση του Αιτητή με την αναληφθείσα εκ μέρους του υποχρέωση να εφοδιάσει τον Εναγόμενο 1 με έγκυρη επιβεβαίωση πληρωμής του δανείου το οποίο λήφθηκε από την εταιρεία. Θα πρέπει εξάλλου να επισημανθεί ότι ο όρος 3.
- της αρχικής συμφωνίας πώλησης των μετοχών δεν προβλέπει συγκεκριμένο τύπο τον οποίο πρέπει να έχει η σχετική επιβεβαίωση, ειδικότερα ότι η υπογραφή επ' αυτής θα πρέπει να είναι πιστοποιημένη. Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό για να γίνει αναφορά στο λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη τέτοιων γεγονότων, παραβαίνοντας την υποχρέωση του να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης. Στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή διευκρινίζεται ότι ο Αιτητής απέκρυψε τα ακόλουθα γεγονότα:
- Το ότι κατά το χρόνο που ήταν υπεύθυνος για την προώθηση και ανάπτυξη της διαφημιστικής επιχείρησης και της εταιρείας Jinvest, σχεδίαζε και λειτουργούσε ανταγωνιστική επιχείρηση στην Εσθονία.
- Το ότι επιστρατεύοντας τεχνάσματα και μετερχόμενος δόλια μέσα κατάφερε να πουλήσει τις μετοχές της εταιρείας Jinvest στον Εναγόμενο 1, παρουσιάζοντας ψευδή στοιχεία σχετικά με το χρέος της εταιρείας προς τον επενδυτή και, κατ' αυτό τον τρόπο, υφάρπαξε κεφάλαια του Εναγόμενου
- Παραβίασε τον όρο 11.2 της αρχικής συμφωνίας αφού ανάγκασε τον Εναγόμενο 1 να καταβάλει μισθούς και άλλα ποσά στους εργαζόμενους της εταιρείας Jinvest καθώς και άλλα έξοδα, προκαλώντας, κατ' αυτό τον τρόπο, ζημιά στον Εναγόμενο
- Ενημέρωσε ψευδώς τους πελάτες και συνεργάτες της διαφημιστικής επιχείρησης και της εταιρείας Jinvest ότι ανέστειλαν τη λειτουργία τους, για να εκβιάσει και να προκαλέσει ζημιά στους Εναγόμενους.
- Αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις να παράσχει έγκυρη βεβαίωση αποπληρωμής του δανείου προς τον επενδυτή. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Τα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι απέκρυψε ο Αιτητής δεν αποτελούν, κατά την ταπεινή μου άποψη, κοινώς αποδεχτά και από τις δύο πλευρές η με αντικειμενικό έρεισμα ουσιώδη γεγονότα αλλά πρόκειται για τη δική τους διαφορετική εκδοχή, η οποία προβάλλεται μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους (Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ. Ε.64/2015, ημερ. 20.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:A
- Υπό το φως των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί το λόγο ένστασης ότι ο Αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. Πέραν των πιο πάνω, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο Αιτητής, μετά την καταχώριση της ένστασης των Εναγομένων, καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μέσω της δικηγόρου κας Χαραλάμπους, με την οποία αντικρούει ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στις ενόρκους δηλώσεις των Εναγομένων 1 και
- Καταχωρίστηκε επίσης απαντητική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Εναγόμενου 2, με την οποία απαντά στα όσα προβάλλονται από την κα Χαραλάμπους. Θα πρέπει όμως να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των εκατέρωθεν πλευρών προς το σκοπό της διατύπωσης ευρημάτων επί των γεγονότων. Ως έχει ήδη αναφερθεί, το έργο της αξιολόγησης ανάγεται στο τελικό στάδιο της Απαίτησης (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665). Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι ήταν αχρείαστη η καταχώριση των ως άνω ενόρκων δηλώσεων. Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η παρουσιασθείσα εκ μέρους του Αιτητή μαρτυρία κατέδειξε το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της Απαίτησης του εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, με αποτέλεσμα να ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Στη Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013 ημερομηνίας 11.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A360 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Ο κ. Rudiuk στην ένορκη δήλωση του διατείνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 όχι μόνο είναι απρόθυμοι να ικανοποιήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού, αλλά ξεκίνησαν μια διαδικασία αποξένωσης των περιουσιακών τους στοιχείων, παραδεχόμενοι ότι έχουν (α) ήδη αποξενώσει ποσό USDT 545.000, το οποίο θα χρησιμοποιείτο για την ικανοποίηση της Απαίτησης του Αιτητή και (β) ότι η εταιρεία Jinvest που αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 από πλευράς τους στις ένορκες δηλώσεις τους προβάλλουν τον ταυτόσημο ισχυρισμό ότι ο Αιτητής τεχνηέντως και χρησιμοποιώντας την προσφιλή δόλια συμπεριφορά του, επικαλέστηκε τη δήλωση του Εναγόμενου 2 ότι ο Εναγόμενος 1 διοχέτευσε το ποσό των USDT 545.000 σε άλλους λογαριασμούς, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εταιρεία Jinvest βρίσκεται σε εκκαθάριση, για να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να δηλώσει «στημένα» ότι υπάρχει ορατός και άμεσος κίνδυνος αδυναμίας του Εναγόμενου 1 να πληρώσει ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές. Πρωτίστως θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε επιστολή της δικηγόρου των Εναγομένων η οποία στάληκε προς το δικηγόρο του Αιτητή κατά την 29.1.2024 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Our Client in order to mitigate the damages caused by your Client's breach of the Agreements, has transferred and/or directed the amount of USDT 454.000 cryptocurrencey, that was available for payment until 31.10.23, to other accounts and/or it has been invested in other projects not related to the activities of the Company.» Στην ίδια επιστολή αναφέρεται ακόμα ότι η εταιρεία Jinvest, έπαψε να λειτουργεί κανονικά, απώλεσε τη φήμη και την αγοραία αξία της και βρίσκεται στη διαδικασία εκκαθάρισης. Ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση δήλωσε αφερέγγυος ή ότι αδυνατεί να αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται ακόμα ότι, το ότι η εταιρεία Jinvest οδηγήθηκε σε εκκαθάριση, δεν σχετίζεται με την οικονομική του δύναμη και ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο που συμβλήθηκε με τον Αιτητή και όχι η εταιρεία. Απορρίπτει ακόμα τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Rudiuk ότι η εταιρεία Jinvest είναι το μοναδικό στοιχείο που κατέχεται από τον ίδιο. Ο Εναγόμενος 2 στη δική του ένορκη δήλωση, ουδόλως ισχυρίζεται ότι έχει προσωπικά τα κεφάλαια η προσωπική περιουσία, η οποία μπορεί να διατεθεί προς ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή. Παρά το ότι ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η εταιρεία Jinvest δεν είναι το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο και ούτε σχετίζεται με την οικονομική του δύναμη, εντούτοις παραλείπει να αποκαλύψει ποια είναι τα άλλα περιουσιακά του στοιχεία, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του ότι είναι φερέγγυος και ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει οποιοδήποτε ποσό, να διαπνέεται από γενικότητα και αοριστία. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι ο Αιτητής, πριν την καταχώριση της παρούσας Απαίτησης του και της υπό εξέταση Αίτησης, αιτήθηκε από τους Εναγόμενους, μέσω επιστολής των δικηγόρων του ημερομηνίας 2.2.2024, να βεβαιώσουν ενόρκως ότι δεν θα αποξενώσουν οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι του ποσού των USDT 685.000 πλέον τους συσσωρευθέντες τόκους, περαιτέρω δε όπως προσκομίσουν κατάσταση με τα περιουσιακά τους στοιχεία αξίας πέραν των €10.000, αίτημα το οποίο οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν. Περαιτέρω, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του παραδέχεται ότι διέθεσε το κεφάλαιο το οποίο είχε δεσμευμένο για αποπληρωμή του Αιτητή, για να του αποδώσει κέρδος, προς μετριασμό της ζημιάς την οποία του προκαλούσε η επί δυόμιση και πλέον μηνών αντισυμβατική συμπεριφορά του Αιτητή. Δεν επεξηγεί όμως ούτε ποια επακριβώς ήταν η ζημιά την οποία υπέστη από την κατ' ισχυρισμό αντισυμβατική συμπεριφορά του Αιτητή, αλλά ούτε και από ποιά αλλά διαθέσιμα κεφάλαια του θα μπορεί να αποπληρωθεί η απόφαση η οποία πιθανό να εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή. Καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι η διαφημιστική επιχείρηση του είναι μεγάλης αξίας και συνεχίζει να δραστηριοποιείται με άλλη εταιρεία, θα ήθελα να επισημάνω ότι πέραν του ότι βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση με τον ισχυρισμό που περιέχεται στην επιστολή της δικηγόρου του ότι η εταιρεία και, κατ' επέκταση, η διαφημιστική επιχείρηση απώλεσε τη φήμη και την αγοραία της αξία, καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε σε σχέση με την πραγματική της αξία, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του ότι είναι μεγάλης αξίας να παραμείνει παντελώς ατεκμηρίωτος. Έχοντας υπόψη μου όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι το παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό έχει καταδείξει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή, με αποτέλεσμα να ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Στρέφομαι τώρα στο ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. ΧΧΧ Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην προκείμενη περίπτωση αφού στάθμισα όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές κατέληξα ότι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά του Αιτητή. Είμαι της άποψης ότι η τυχόν απόρριψη της αίτησης και η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος θα προκαλέσει σ' αυτόν συγκριτικά μεγαλύτερη αδικία από την οποιαδήποτε αδικία την οποία ήθελε προκαλέσει στους Εναγόμενους η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής μου ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παραμονή σε ισχύ του διατάγματος, τους προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη, καθ' ότι τους εμποδίζει να συναλλάσσονται ελεύθερα και να λειτουργούν κανονικά και ικανοποιητικά τη διαφημιστική επιχείρηση και τις επιχειρήσεις τους με αποτέλεσμα να υφίστανται ζημιές. Δεν επεξηγούν όμως ούτε ποιες είναι οι ζημιές τις οποίες τους προκαλεί το εκδοθέν διάταγμα, με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός τους να παραμείνει γενικός και αόριστος, αλλά ούτε και τον τρόπο με τον οποίο το εκδοθέν διάταγμα τους εμποδίζει να συναλλάσσονται ελεύθερα. Καθ' όσον αφορά τη διαφημιστική επιχείρηση υπενθυμίζω ότι η εταιρεία Jinvest υπό την οποία αυτή λειτουργεί, σύμφωνα με παραδοχή των ιδίων, έχει τεθεί υπό εκκαθάριση λόγω του ότι απώλεσε τους πελάτες, τη φήμη καθώς και την αγοραία της αξία. Σε κάποιο σημείο της ένορκης δήλωσης τους ισχυρίζονται ότι η διαφημιστική επιχείρηση συνεχίζει να δραστηριοποιείται με άλλη εταιρεία, χωρίς όμως να αποκαλύπτουν το όνομα της εταιρείας υπό την οποία αυτή δραστηριοποιείται. Ούτε αποκαλύπτουν τις επιχειρήσεις τις οποίες λειτουργούν και οι οποίες υφίστανται ζημιά συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο η πλάστιγγα γέρνει προς όφελος του Αιτητή είναι η διατήρηση του status quo ante, το οποίο πολύ πιθανόν να διαταραχθεί σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα. Θεωρώ απόλυτα σχετικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά. (ανωτέρω) τα οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «Η φύση του διατάγματος ως mareva και ο εγγενής σκοπός του να προστατέψει το status quo, απαγορεύοντας την αποξένωση που άλλως πως θα ήταν εύκολη και δυσδιάκριτη και δεν συσχετίζεται απαραιτήτως με τη φερεγγυότητα, μας οδηγεί στα λεχθέντα υπό του Δικαστή Hoffman στην υπόθεση Films Rover ν. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR670, ότι δηλαδή το Δικαστήριο κατά το στάδιο της εξέτασης της προσφορότητας πρέπει να υιοθετήσει κείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους μικρότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη.» Πέραν των πιο πάνω, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ούτε το ότι το εκδοθέν διάταγμα περιλαμβάνει και ακίνητη περιουσία η οποία δεν αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας Απαίτησης. Δεν θεωρώ όμως ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό στη δέσμευση της. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, στις περιπτώσεις που εγείρεται αγωγή για αποζημιώσεις είναι δυνατή η δέσμευση ακίνητης περιουσίας, με βάση το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει καλή βάση αγωγής και θα πρέπει να αποδειχθεί πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει μεταγενέστερη απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το κριτήριο της καλής βάσης αγωγής είναι παρόμοιο σε έννοια με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ότι η 3η προϋπόθεση προσομοιάζει με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.6 πως αν πωληθεί ή αποξενωθεί η ακίνητη περιουσία πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του (Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 ΑΑΔ 120 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά. (ανωτέρω)). Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Ειδικά όμως όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση θα ήθελα να προσθέσω ότι από τη στιγμή που ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ακόμα τα επακριβή περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων ούτε και την αξία τους, η δέσμευση και της ακίνητης περιουσίας τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη ώστε να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί μεταγενέστερα προς όφελος του. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τη συνδρομή του κατεπείγοντος κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Πρωτίστως θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Προς ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος, καταχωρίστηκε δεύτερη ένορκη δήλωση του κ. Rudiuk, όπως επιτάσσει το Μέρος 23.8
(2)των νέων θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρεται από τον κ. Rudiuk, μόλις στις 29.1.2024 ο Αιτητής έλαβε γνώση των ενεργειών των Εναγομένων για αποξένωση κεφαλαίων, γνώση η οποία προήλθε μέσω της επιστολής της δικηγόρου του Εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρεται μεταξύ άλλων ο Εναγόμενος 1 μετέφερε το ποσό των USDT 545.000 κρυπτονόμισμα σε άλλους λογαριασμούς ή και έχει επενδυθεί σε άλλα έργα που δεν σχετίζονται με τις δραστηριότητες της εταιρείας Jinvest. Υπενθυμίζω ότι στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι η εταιρεία Jinvest έχασε τη φήμη και την αγοραία της αξία, είναι δε σε διαδικασία εκκαθάρισης. Αμέσως μετά την ως άνω επιστολή, ακολούθησε η επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερομηνίας 2.2.2024 με την οποία ζητήθηκε από τους Εναγόμενους όπως προσκομίσουν ενόρκως (α) γραπτή ανάληψη ότι δεν θα αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσιακά τους στοιχεία αξίως μέχρι του ποσού των USDT 685.000 πλέον τον συσσωρευθέντα τόκο μέχρι την τελική διευθέτηση της διαφοράς και (β) κατάσταση με τα περιουσιακά τους στοιχεία πέραν των €10.
- Οι Εναγόμενοι με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 14.2.2024, αρνήθηκαν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, χωρίς να προσκομίσουν τα όσα τους είχαν ζητηθεί από τους δικηγόρους του Αιτητή. Ακολούθησε δεύτερη επιστολή των δικηγόρων του Αιτητή ημερομηνίας 17.2.2024, με την οποία ζητείτο από τους Εναγόμενους όπως προσκομίσουν τα όσα ανωτέρω τους είχαν ζητηθεί εντός τριών ημερών. Οι Εναγόμενοι όμως ούτε αυτή τη φορά συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο της ανωτέρω απαίτησης των δικηγόρων του Αιτητή. Ακολούθησε η καταχώρηση από τον Αιτητή της παρούσας Απαίτησης ως και της υπό εξέταση Αίτησης κατά την 22.2.
- Είμαι της άποψης ότι τα όσα ανωτέρω προβάλλονται, τα οποία, εν πάση περιπτώσει παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, δικαιολογούσαν το κατεπείγον του αιτήματος ως και την έκδοση του διατάγματος δέσμευσης της περιουσίας των Εναγομένων μονομερώς. Πέραν των πιο πάνω θα ήθελα ακόμα να κάμω αναφορά στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited,
(2015)1(Α) A.A.Δ. 386, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχω ήδη καταλήξει, ο Αιτητής δεν απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία, ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το Δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την παρούσα Αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Υπό το φως των όσων αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει διαφανεί λόγος ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, επί τω ότι δεν έχει ικανοποιηθεί το κατεπείγον του αιτήματος. ΤΟ ΑΙΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΥΠΟΥ NORWICH PHARMACAL Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής με το αιτητικό της παραγράφου Β αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται έκαστος των Εναγομένων όπως καταχωρίσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία αξίας πέραν των €10.000, είτε αυτά βρίσκονται στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, και στην οποία να αναφέρεται η αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες έκαστου περιουσιακού στοιχείου. Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά.,
(2012)1Β ΑΑΔ 1403. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 118, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση: «Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι. Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.» Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Οντόνι
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2669, με αναφορά στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCL PLC VDC 44
(2003)EWHC 616 νομολογήθηκε ότι η αρχή έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal επεκτάθηκε ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή τους και σε προτιθέμενη αγωγή για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων. Στην προκείμενη περίπτωση το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης δεν ζητείται για σκοπούς ιχνηλάτησης ούτε βέβαια και η παρούσα Απαίτηση καταχωρίστηκε ως τέτοια (Αθανασίου κ.ά. ν. Οντόνι (ανωτέρω). Είναι φανερό ότι ζητείται για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης. Ο Αιτητής δεν γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατέχουν οι Εναγόμενοι. Υπενθυμίζεται ότι οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με απαίτηση των δικηγόρων του να βεβαιώσουν εγγράφως ότι δεν θα αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι του ποσού των USDT 685.000 πλέον συσσωρευθέντα τόκο, περαιτέρω δε να προσκομίσουν κατάσταση με τα περιουσιακά τους στοιχεία πέραν των €10.000, μαζί με περιγραφή αυτών. Στην υπόθεση Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.ά.
(2016)1 A.A.Δ. 70, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Θεωρώ επίσης απόλυτα σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από τη (Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά. (ανωτέρω): «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
- f)και (
- h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva.» Με οδηγό τα όσα εκτίθενται πιο πάνω καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης είναι αναγκαίο προς το σκοπό της υποβοήθησης καθώς και αστυνόμευσης του εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Επίσης θα εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης. Φυσικά θα πρέπει να αναφέρω ότι ο χρόνος των 10 ημερών ο οποίος τάσσεται με το αιτητικό της παραγράφου Β προς το σκοπό της συμμόρφωσης των Εναγομένων με το διάταγμα ένορκης αποκάλυψης δεν θεωρώ ότι είναι επαρκής υπό τις περιστάσεις, γι' αυτό τον επεκτείνω σε 30 μέρες από της επίδοσης του διατάγματος. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς θα επιδικαστούν προς όφελος του Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων. Με βάση τα πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 27.2.2024 οριστικοποιείται. Επίσης εκδίδεται διάταγμα ένορκης αποκάλυψης ως η παράγραφος Β της Αίτησης με τη διαφοροποίηση ότι ο αναφερόμενος σ' αυτή χρόνος των 10 ημερών για συμμόρφωση των Εναγομένων με το διάταγμα επεκτείνεται στις 30 μέρες από την επίδοση του διατάγματος. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα/Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της Απαίτησης. (Υπ.) ........................................ Θ. Θωμά, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής l cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο