← Κύπρος

ΒΑΘΟΥΛΛΑΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Ι. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αγωγής: 1186/2018, 19/12/2024

ΒΑΘΟΥΛΛΑΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Ι. ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αγωγής: 1186/2018, 19/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1186/2018 Μεταξύ: ΒΑΘΟΥΛΛΑΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ Ενάγουσας - και -

  1. ΧΡΙΣΤΑΚΗ Ι. ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  2. ΑΝΔΡΕΑ Ι. ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  3. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση επαναφοράς αγωγής, ημερομηνίας 15/1/2024 Ημερομηνία: 19/12/2024 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Σταμάτης Παπαβασιλείου Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Α. Χαριλάου, για Απόστολο Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 29/6/2023 που η αγωγή ήταν ορισμένη για σκοπούς περιορισμού των επίδικων θεμάτων και προγραμματισμού της για ακρόαση, ο δικηγόρος της ενάγουσας ζήτησε άδεια να αποσυρθεί η οποία δόθηκε. Η ενάγουσα που ήταν παρούσα ζήτησε χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για προγραμματισμό, στις 20/10/2023, ημερομηνία κατά την οποία η ενάγουσα ζήτησε ακόμη ένα μήνα, για τον ίδιο λόγο. Δηλαδή, για να διορίσει νέο δικηγόρο. Το αίτημα έγινε και πάλιν αποδεκτό, οπότε η αγωγή επαναορίστηκε για προγραμματισμό, στις 11/12/
  4. Την ημέρα αυτή εμφανίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας ο δικηγόρος, κ. Σ. Νεοφύτου, ο οποίος ζήτησε όπως η αγωγή παραμείνει για οδηγίες σε 15 μέρες, επειδή - όπως είπε - ήθελαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο απόσυρσής της, επειδή υπάρχει ακόμη μια αγωγή σχετική από τον αδελφό της ενάγουσας. Συναινούσης και της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων, το αίτημα έγινε αποδεκτό, οπότε η αγωγή ορίστηκε για προγραμματισμό, στις 10/1/2024 και ώρα 08:
  5. Την ημέρα αυτή παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μόνο ο δικηγόρος των εναγόμενων, κ. Γεωργίου, μα όχι, είτε ο δικηγόρος, κ. Νεοφύτου είτε η ενάγουσα. Συνεπεία αυτού, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος του κ. Γεωργίου και αφού στο μεταξύ η ενάγουσα κλήθηκε και επιβεβαιώθηκε η απουσία της, στις 09:25 απέρριψα την αγωγή, λόγω παράλειψης προώθησής της. Η ενάγουσα, 5 μέρες αργότερα και συγκεκριμένα, στις 15/1/2024 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η ίδια - με την οποία ζητά επαναφορά της αγωγής. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Αποτελείται από 14 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση τής δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων, Άντρης Ιωάννου. Κατά την ακρόαση της αίτησης - η οποία διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων - οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών περιορίστηκαν στην υποβολή γραπτής αγόρευσης. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Όπως αναφέρει η κυρία Ιωάννου, στην ένορκη δήλωσή της η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, η αγωγή δεν έχει περιθώριο επιτυχίας και έχει κινηθεί παράνομα και παράτυπα από την ενάγουσα, καθότι, μεταξύ άλλων υπάρχει δεδικασμένο. Και τούτο, επειδή για τα ίδια επίδικα ζητήματα, η ενάγουσα καταχώρησε και την αγωγή 4587/2014, Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία απορρίφθηκε και πάλιν για τον ίδιο λόγο. Συγκεκριμένα, λόγω παράλειψης προώθησής της. Το τελευταίο που αναφέρει η κυρία Ιωάννου αποτελεί γεγονός, όπως όμως, αποτελεί επίσης γεγονός, ότι, όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τους 14 λόγους ένστασης στην αίτηση δεν μπορώ να δεχθώ ότι εγείρεται θέμα δεδικασμένου με οποιοδήποτε από αυτούς. Εν πάση περιπτώσει και να εγειρόταν, έχοντας υπόψη ότι η αγωγή απορρίφθηκε λόγω παράλειψης προώθησής της, η αρχή του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται [βλ. το σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)»

(1994), σελ. 95]. Με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει. Αυτό, καθότι, όπως αναφέρει και πάλιν η κυρία Ιωάννου δεν έχει συμπεριληφθεί η Δ.3 και η Δ.226 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια έχει θέση στη νομική βάση της αίτησης η Δ.3 - η οποία διαλαμβάνει για την αλλαγή δικηγόρου -, ενώ Δ.226 δεν υπάρχει. Αυτό δε, χωρίς να παραγνωρίζω και την αντιφατική και σίγουρα εσφαλμένη θέση των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους -, ότι η αίτηση διέπεται από τη Δ.33 Θ.5. Από τη στιγμή που η αγωγή απορρίφθηκε λόγω παράλειψης προώθησής της, δηλαδή, χωρίς αναφορά στην ουσία της, έχω τη γνώμη, ότι το ορθό δικαιοδοτικό υπόβαθρό της είναι η Δ.26 Θ.14 (βλ. - μεταξύ άλλων - τις υποθέσεις Evagorou v. Christodoulou and Another
(1982)1 C.L.R. 771, Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161, Toumbouros Est. Ltd v. Ιωαννίδου κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1512 και Παπακόκκινου κ.ά. ν. Xριστόφορος Πελεκάνος Λτδ κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 1275). Σύμφωνα με τη Δ.26 Θ.14: "Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit." Μολονότι η πιο πάνω διαταγή δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, εντούτοις, δεν είμαι διατεθειμένος να απορρίψω την αίτηση για το συγκεκριμένο λόγο και τούτο, επειδή, ενώ οι εναγόμενοι επικαλούνται το συγκεκριμένο λόγο ένστασης για σκοπούς απόρριψης της αίτησης δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός, ότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εκπροσωπούνται από δικηγόρο και αν λάβω υπόψη το περιεχόμενο της ένστασής τους στην αίτηση σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της υποστηρικτικής της, ένορκης δήλωσης, καθώς και το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου τους, είναι σαφές, ότι τόσο αυτοί όσο και ο δικηγόρος τους αντιλήφθηκαν πλήρως τη φύση και το λόγο της αίτησης, εξ ου και το γεγονός ότι ο δικηγόρος τους χειρίστηκε ικανά και με επάρκεια την αίτηση, έτσι ώστε να μην μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι οι ίδιοι υπέστησαν οποιαδήποτε δικονομική ή άλλη βλάβη. Υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800: «Η αγωγή προφανώς απορρίφθηκε για μη προώθησή της, οι δε γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά της αγωγής έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση. . . Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν. Κ & T. Andreou Ltd κ.ά., Π.Ε. 11120, ημερ. 13.9.02 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204).» Σύμφωνα με τη Χαραλάμπους ν. Κ. & Τ. Andreou Ltd κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1296: «Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας σε αίτηση παραμερισμού απόφασης οριοθετούνται στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.. 204. Στη σελίδα 210 αναφέρονται τα εξής από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε):- . . "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια, του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεσή του η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει, και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρώπινων υποθέσεων, θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megaw στην Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, 833). To αποτέλεσμα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο το δικαστήριο, μπορεί, οπωσδήποτε, να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης." Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας πρέπει να είναι η ανάγκη εξισορρόπησης αφενός της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) και για τελεσιδικία της απόφασης (Βλ. Phylactou (πιο πάνω), Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Έλσα Λουκαΐδου ν. Ανδρέα Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333). Σύμφωνα με τη νομολογία, στοιχεία που καθιστούν μοιραία την τύχη αίτησης επαναφοράς είναι η αδιαφορία του διαδίκου ή διαγωγή που καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου και η εκδίκαση της διαφοράς σε εύλογο χρόνο, δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και βαρύνει τις δικαστικές αρχές. Στη Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.:- "Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988)."» Στην Παπανικολάου (ανωτέρω) επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση επαναφοράς της αγωγής, επειδή κρίθηκε - συν τοις άλλοις -, ότι η υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση, δεν περιείχε κανένα στοιχείο που να υποστήριζε τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Η ενάγουσα, στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την αίτηση, αναφορικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στην απόρριψη της αγωγής αναφέρει τα εξής: Στις 11/12/2023 εμφανίστηκε ο νέος δικηγόρος που ήταν να αναλάβει την υπόθεση και ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, αλλά και να εξετάσει και κάποια άλλα ενδεχόμενα. Ο δικηγόρος των εναγόμενων συμφώνησε και η υπόθεση ορίστηκε στις 10/1/2024. Ο δικηγόρος της καταχώρησε στο Πρωτοκολλητείο το πρωί σημείωμα εμφάνισης και ανάμενε να τοποθετηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου, ο οποίος ήταν ήδη ενώπιον του Δικαστή που χειριζόταν την υπόθεση. Στο μεταξύ έγιναν προσπάθειες να επικοινωνήσει ο δικηγόρος της με το συνάδελφό του, δικηγόρο των εναγόμενων ώστε να διευθετηθεί να γίνει η εμφάνιση στο Δικαστήριο, χωρίς αυτό να γίνει κατορθωτό. Όταν το σημείωμα εμφάνισης λήφθηκε από τον κλητήρα για να καταχωρηθεί στο φάκελο, ο κλητήρας ενημέρωσε αργότερα το δικηγόρο της ότι η υπόθεση έγινε από το πρωί και ο αντίδικος δικηγόρος ζήτησε να απορριφθεί. Ενώ γνώριζε ότι είχε εμφανιστεί συνάδελφός του, ο οποίος προέβαινε σε ενέργειες να επικοινωνήσει μαζί του, εσκεμμένα και με μεγάλη σπουδή εμφανίστηκε μόνος του και ζήτησε απόρριψη της υπόθεσης, η οποία αφορά απόσπαση και απάτη περιουσίας από ανίκανο πρόσωπο. Θεωρεί ότι ο αντίδικος δικηγόρος ενήργησε επί σκοπού, αντιδεοντολογικά και κακόβουλα, αδιαφορώντας εντελώς για το συνάδελφό του και για τον ανίκανο, αφού ενώ γνώριζε ότι υπήρχε συνάδελφος που τον έψαχνε δεν έκανε καμιά προσπάθεια να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της και δεν επέστρεψε τις κλήσεις του, με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσει προϋποθέσεις για να ζητήσει απόρριψη της αγωγής, κάτι που θεωρεί ανήθικο, ειδικά για την παρούσα αγωγή που αφορά ανίκανο πρόσωπο. Ως συνηθίζεται, εξ όσων γνωρίζει, οι δικηγόροι επικοινωνούν τηλεφωνικώς, μεταξύ τους και διευθετούν την ώρα που θα εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού καθημερινά έχουν διάφορες υποθέσεις. Στην παρούσα περίπτωση, ο αντίδικος, εσκεμμένα απέφυγε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο της. Επίσης, επειδή υπήρξε μια καθυστέρηση, όχι στην καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, αλλά στη μεταφορά του από το Πρωτοκολλητείο στο φάκελο του Δικαστηρίου, ο αντίδικος εκμεταλλεύτηκε τις συγκυρίες και ζήτησε απόρριψη της αγωγής. Η κυρία Ιωάννου, με τη δική της ένορκη δήλωση απορρίπτει κατηγορηματικά, όλα τα παραπάνω που αναφέρει η ενάγουσα, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρει, δε δικαιολογούν, ούτε κατ' ελάχιστον την κωλυσιεργία της να προωθήσει την αγωγή της. Ακόμη και να υποθέσουμε ότι όλα αυτά, προστίθεται, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, η ενάγουσα δεν αναφέρει κανένα λόγο για την επιλογή της να μην καταχωρήσει σε προγενέστερο χρόνο τα απαραίτητα έγγραφα. Εάν όντως επιθυμούσε την προώθηση της υπόθεσής της, όφειλε να καταχωρούσε τα εν λόγω έγγραφα, τουλάχιστον την προηγούμενη μέρα ώστε να διασφαλίσει ότι αυτά θα βρίσκονταν στο φάκελο του Δικαστηρίου, εγκαίρως και ότι ο αντίδικος δικηγόρος, θα ενημερωνόταν ότι είχε διοριστεί νέος δικηγόρος. Πέραν τούτου και εφόσον δεν είχε καταχωρηθεί εγκαίρως σημείωμα αλλαγής δικηγόρου από την ενάγουσα, η ίδια όφειλε να εμφανιστεί προσωπικά στο Δικαστήριο, αιτούμενη χρόνο ή προβάλλοντας οποιοδήποτε άλλο αίτημα, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ωστόσο, και πάλιν δεν έχει αιτιολογήσει το λόγο που δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρο ότι παρέλειψε να αποδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή της να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε προσωπικά είτε μέσω νέου δικηγόρου ή να καταχωρήσει σημείωμα αλλαγής δικηγόρου. Με την επισήμανση ότι, πράγματι, στις 10/1/2024 και συγκεκριμένα, στις 09:45, δηλαδή, 20 λεπτά μετά που είχα επιληφθεί της υπόθεσης, την οποία απέρριψα, μου δόθηκε από τον κλητήρα η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου της ενάγουσας, την οποία καταχώρησα στο φάκελο, προβαίνοντας σε σχετική σημείωση επί του ίδιου του σημειώματος, παρατηρώ τα εξής: Χωρίς να υπεισέρχομαι στο βάσιμο όσων αναφέρει η ενάγουσα προκειμένου να δικαιολογήσει την απουσία, είτε της ίδιας είτε των νέων δικηγόρων της στο Δικαστήριο κατά την πιο πάνω ημερομηνία, όλα αυτά, ομολογώ πως δε θεωρώ ότι αποτελούν δικαιολογία. Καταρχάς, η αγωγή απορρίφθηκε, όχι επειδή δεν υπήρχε στο φάκελο η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, αλλά, επειδή κατά το χρόνο που της είχα επιληφθεί ούτε η ενάγουσα μα ούτε και ο δικηγόρος της ήταν παρόντες. Έπειτα, ειδικά ο δικηγόρος της, εάν στις 10/1/2024 ήθελε να εμφανιστεί στην υπόθεση, ουδείς θα τον εμπόδιζε να το κάνει επειδή δε θα υπήρχε στο φάκελο η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. Πολύ περισσότερο, που την ημέρα αυτή, την είχε καταχωρήσει και γνώριζε ότι κατά την προηγούμενη δικάσιμο, στις 11/12/2023 τού είχε επιτραπεί να εμφανιστεί στην υπόθεση, προφανώς, χωρίς να είναι ακόμη διορισμένος δικηγόρος της ενάγουσας. Μολονότι θα μπορούσα να πω και διάφορα άλλα, προκειμένου να εξηγήσω για ποιους λόγους δε δέχομαι ότι η ενάγουσα, δικαιολογημένα παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, στις 10/1/2024, γεγονός το οποίο οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής της, εντούτοις δε θα το κάνω. Εν πάση περιπτώσει, με μόνο λόγο ότι καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση σε ελάχιστο χρόνο από την ημέρα που απορρίφθηκε η αγωγή, ομολογώ ότι αν δεν υπήρχε κάποιος άλλος, πολύ πιο σοβαρός λόγος για τον οποίο η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει, στο πλαίσιο της διακριτικής μου ευχέρειας που διέπει το θέμα, θα ήμουν διατεθειμένος να διατάξω την επαναφορά της αγωγής. Αυτό, σε εφαρμογή της αρχής - η οποία τηρούμενων των αναλογιών ισχύει και για την αίτηση επαναφοράς αγωγής - ότι «..το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» (βλ. τη Χαραλάμπους, ανωτέρω). Για να επαναλάβω, στην Παπανικολάου (ανωτέρω) επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτηση επαναφοράς της αγωγής, επειδή κρίθηκε - συν τοις άλλοις -, ότι η υποστηρικτική της αίτησης, ένορκη δήλωση δεν περιείχε κανένα στοιχείο που να υποστήριζε τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Το ίδιο συμβαίνει και στην υπό εξέταση περίπτωση. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της ενάγουσας, προφανώς, πόρρω απέχουν από το να θεωρηθούν ικανοποιητικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής της: Η υπόθεση αφορά απόσπαση και απάτη περιουσίας από ανίκανο πρόσωπο. Αν δεν επαναφερθεί η αγωγή, θα δημιουργηθεί δεδικασμένο και ο ανίκανος θα βρεθεί προ τετελεσμένων και θα υποστεί απώλεια της κατοικίας του. Ο ανίκανος δε φέρει οποιαδήποτε ευθύνη γι' αυτή την κατάσταση, αφού είναι το αθώο μέρος και σε περίπτωση που δε γίνει επαναφορά της υπόθεσης, η ζημιά του ανίκανου, θα ξεπεράσει τις €300.000 που είναι άδικο. Επίσης, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, θα αναγκαστεί να τα επιβαρυνθεί προσωπικά η ίδια, αφού ο ανίκανος δε διαθέτει χρήματα, αλλά μόνο το ακίνητο το οποίο δόλια του είχαν αποσπάσει και σε περίπτωση μη επαναφοράς δε θα έχει το δικαίωμα να αναδείξει την απάτη σε βάρος του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με αυτό δεδομένο, τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος της ενάγουσας. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.