ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΜΑΡΜΑΡΗ κ.α. ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 158/24, 10/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 158/24 (i-justice) Μεταξύ:
- ΜΑΡΤΙΝΟΣ ΜΑΡΜΑΡΗ
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΑΡΜΑΡΗ
- ΜΕΛΙΟΣ ΜΑΡΜΑΡΗ Ενάγοντες v.
- THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
- BRUNATEL LIMITED Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 01.03.24 10.12.2024 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες 1-3 -Αιτητές 1-3: κ. Μάριος Γαβριηλίδης για Γαβριηλίδης & Τιμοθέου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 1-Καθ΄ ης η Αίτηση 1: κα Γιολάντα Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2 -Καθ΄ ης η Αίτηση 2: κα Άννα Παύλου για Giorgos Landas LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες (στο εξής «Αιτητές») καταχώρησαν έντυπο απαίτησης δυνάμει του Μέρους 7.1
(1)(α) των ΚΠΔ εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής «Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2»). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να κηρύσσονται ως παράνομες και άκυρες οι αναγκαστικές πωλήσεις δύο ακινήτων που ανήκαν στους Αιτητές 1 και 2 αφενός και στον Αιτητή 3 αφετέρου (στο εξής «τα ακίνητα Α και Β»). Ειδικότερα, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν. 9/65 προσκρούουν στο Σύνταγμα με αποτέλεσμα η αναγκαστική πώληση των ακινήτων Α και Β που διενεργήθηκε δυνάμει των πιο πάνω νομοθετικών ρυθμίσεων να καθίσταται άκυρη και/ή παράνομη. Επιπροσθέτως, οι Αιτητές αξιώνουν την επιδίκαση αποζημιώσεων. Την 01.03.24 καταχωρήθηκε μονομερώς η υπό κρίση αίτηση με την οποία οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζεται: i. Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και/ή οι εκδοχείς των και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει δικαίωμα από αυτούς και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και/ή δια λογαριασμό τους και ii. Η Εναγόμενη 1 και/ή οι εκδοχείς της και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει δικαίωμα από αυτή και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και/ή δια λογαριασμό της, Να αποξενώσουν και/ή να μεταβιβάσουν σε οποιονδήποτε πρόσωπο το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ].
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζεται: i. Το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και/ή οι εκδοχείς των και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει δικαίωμα από αυτούς και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και/ή δια λογαριασμό τους και ii. Η Εναγόμενη 1 και/ή οι εκδοχείς της και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει δικαίωμα από αυτή και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και/ή δια λογαριασμό της, και iii. Η Εναγόμενη 2 και/ή οι εκδοχείς της και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο έλκει δικαίωμα από αυτή και/ή οποιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί προς όφελος και/ή δια λογαριασμό της, και Να αποξενώσουν και/ή να μεταβιβάσουν σε οποιονδήποτε πρόσωπο το ακίνητο με αρ. εγγραφής [ ]». Η αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των Αιτητών 1-
- Οι Αιτητές 1 και 2 στην κοινή ένορκη δήλωσή τους ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου Α το οποίο υποθηκεύθηκε δυνάμει της υποθήκης Υ1898/2010 προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησε η Bank of Cyprus Public Company Ltd. Η προαναφερόμενη τραπεζική διευκόλυνση μαζί με την ενυπόθηκη εξασφάλιση μεταβιβάστηκε στις 08.06.21 από την Bank of Cyprus Public Company Ltd στην Καθ΄ ης η Αίτηση
- Αναφορικά με την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση καταχωρήθηκε εναντίον των Αιτητών 1-3 η αγωγή με αρ. 2794/2018 Ε.Δ. Λεμεσού. Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής οι Αιτητές 1-3 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Εκκρεμούσης της εν λόγω αγωγής, η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ενεργοποίησε τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου Α δυνάμει του Μέρους VIA του Ν. 9/
- Η πώληση του ακινήτου Α μέσω πλειστηριασμού απέτυχε και η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 προχώρησε στην απόκτηση του. Το ακίνητο Α εγγράφηκε επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 τον Σεπτέμβριο του
- Ακολούθως η αγωγή με αρ. 2794/2018 Ε.Δ. Λεμεσού απορρίφθηκε στις 15.01.2024 με έξοδα υπέρ των Αιτητών 1-3, τα οποία θα ήταν πληρωτέα μόνο σε περίπτωση καταχώρισης νέας αγωγής εναντίον των τελευταίων σε σχέση με τα ίδια επίδικα θέματα. Η διαδικασία πλειστηριασμού και η απόκτηση του ακινήτου Α από την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 είναι παράνομη και άκυρη, καθώς δεν υπάρχει δικαστική απόφαση που να αναγνωρίζει την ύπαρξη και το ύψος του ενυπόθηκου χρέους. Περαιτέρω, το Μέρος VIA του Ν. 9/65 είναι αντισυνταγματικό και βρίσκεται σε σύγκρουση με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη, διότι σε διαφορετική περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση 1, ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου Α, θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να το αποξενώσει με αποτέλεσμα να απωλεσθεί το αντικείμενο για το οποίο καταχωρήθηκε η αρχική αγωγή. Ο Αιτητής 3 στη δική του ένορκη δήλωση ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου Β το οποίο υποθηκεύθηκε δυνάμει της Υποθήκης Υ7797/2009 προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την Bank of Cyprus Public Company Ltd. Για τις προαναφερόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις καταχωρήθηκε εναντίον των Αιτητών 1-3 η αγωγή με αριθμό 2795/2018 Ε.Δ. Λεμεσού στο πλαίσιο της οποίας οι τελευταίοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Εκκρεμούσης της αγωγής, η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ενεργοποίησε τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου Β δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Ν. 9/
- Το ακίνητο Β πωλήθηκε, στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας, στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 στις 13.09.
- Η αγωγή με αριθμό 2795/2018 απορρίφθηκε στις 26.01.24 με έξοδα υπέρ των Αιτητών, τα οποία θα ήταν πληρωτέα σε περίπτωση κατά την οποία καταχωρείτο νέα αγωγή εναντίον των τελευταίων σε σχέση με τα ίδια επίδικα θέματα. Το υπόλοιπο μέρος της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 3 επαναλαμβάνει όλα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές 1 και 2 στη δική τους ένορκη δήλωση. H αίτηση κατέστη διά κλήσεως και επιδόθηκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και
- H Kαθ΄ ης η Αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση επικαλούμενη 24 λόγους. Οι πολυάριθμοι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους 4:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής προσωρινής θεραπείας.
- Η αίτηση υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
- Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η αίτηση προσκρούει στο δόγμα του δεδικασμένου. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι σε σχέση με την διαδικασία εκποίησης των ακινήτων Α και Β ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες από το Μέρος VIA του Ν. 9/65 διαδικασίες. Συγκεκριμένα κοινοποιήθηκαν στους Αιτητές οι ειδοποιήσεις Τύπου «Ι», «ΙΑ», «ΙΒ» και «ΙΓ». Το μεν ακίνητο Α αποκτήθηκε από την Καθ΄ ης η Αίτηση 1, ως η σχετική δυνατότητα που παρέχεται στον ενυπόθηκο δανειστή από το Μέρος VIA του Ν. 9/
- Το δε ακίνητο Β πωλήθηκε στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 κατά τον τρίτο πλειστηριασμό, αφού στους προηγούμενους δύο δεν υπήρξε επιτυχών προσφοροδότης. Η Αίτηση-Έφεση που καταχωρήθηκε σε σχέση με τον πλειστηριασμό του ακινήτου Β από τους Αιτητές 1 και 3 απορρίφθηκε μετά από απόφαση του Δικαστηρίου. Πέραν της πιο πάνω Αίτησης-Έφεσης, οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιοδήποτε άλλο από τα προβλεπόμενα στη σχετική νομοθεσία διαβήματα. Αναφορικά με τις αγωγές με αριθμό 2794/2018 και 2795/2018 Ε.Δ. Λεμεσού, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι απορρίφθηκαν μετά από σχετική άδεια απόσυρσης τους που ζητήθηκε από την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της. Οι λόγοι για τους οποίους η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ζήτησε και έλαβε άδεια απόσυρσης των πιο πάνω αγωγών ήταν διότι οι ενυπόθηκες εξασφαλίσεις που διατηρούσε προς όφελος της επί των ακινήτων Α και Β εκποιήθηκαν και δεν υπήρχαν σοβαρές προοπτικές είσπραξης του χρεωστικού υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων που εξασφαλίζονταν με αυτές. Η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων Α και Β δυνάμει του Μέρους VIA του Ν. 9/65, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικού διατάγματος που να επιτρέπει τη διενέργεια της. Η αγωγή των Αιτητών και η υπό κρίση αίτηση συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας, καθώς στόχος των Αιτητών είναι η προβολή προσκομμάτων προκειμένου να ανατραπούν οι νόμιμες συνέπειες που επήλθαν μέσω της διαδικασίας εκποίησης των ακινήτων δυνάμει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η όποια θεωρητική ζημιά που μπορεί να υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά οικονομικής φύσεως. Η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 είναι απόλυτα φερέγγυος οργανισμός και σε θέση να καλύψει οποιαδήποτε τυχόν ζημιά ήθελε προκληθεί στους Αιτητές. Ένσταση καταχωρήθηκε και από την Καθ΄ ης η Αίτηση
- Η τελευταία ήγειρε 14 λόγους, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους 3:
- Δεν πληρούνται σωρευτικά ο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 είναι καλόπιστος αγοραστής του ακινήτου Β και τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα ανατρέψει το status quo, καθώς η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 είναι πλέον ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου.
- Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη, αλλά ούτε και πρόσφορη. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία ουδεμία συμβατική σχέση διατηρεί με τους Αιτητές. Κατά συνέπεια, οι Αιτητές στερούνται νομικού ή ουσιαστικού ερείσματος στην έγερση της παρούσας απαίτησης εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση
- Το ακίνητο Β αποκτήθηκε μέσω νόμιμης διαδικασίας πλειστηριασμού η οποία διενεργήθηκε στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν. 9/
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αποτελεί καλόπιστο τρίτο αγοραστή και νόμιμο πλέον ιδιοκτήτη του υπό αναφορά ακινήτου. Η όποια ζημιά ενδέχεται να υποστούν οι Αιτητές είναι καθαρά χρηματική και εύκολα υπολογίσιμη. Επομένως, η επιδίκαση αποζημιώσεων, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να αξιώνονται από την Καθ΄ ης η Αίτηση 2, θα είναι ικανοποιητική θεραπεία για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. Αντιθέτως τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει δυσανάλογη ζημιά και ανεπανόρθωτη βλάβη στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2, καθώς θα επηρεαστούν κατάφορα τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα. Καταληκτικά η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στη λήψη μέτρων εκ μέρους των Αιτητών. Αυτό, διότι οι τελευταίοι γνώριζαν για τον κίνδυνο εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας τους και εάν πρόθεσή τους ήταν η προστασία των ακινήτων Α και Β, όφειλαν και μπορούσαν να λάβουν μέτρα πολύ ενωρίτερα. Η ακρόαση της επίδικης αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Έχω μελετήσει και έχω λάβει υπόψη μου στο σύνολό τους όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Νομική πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου προς χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προβλέπεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται η εν λόγω δικαιοδοσία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o
(1982)1 C.L.R 557, λέχθηκε σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω), ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συμπεράσματα Η αξίωση των Αιτητών εδράζεται επί του ισχυρισμού τους περί αντισυνταγματικότητας των ρυθμίσεων του Μέρους VIA του Ν.9/65, δυνάμει του οποίου καθιερώθηκε μία νέα διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Η κατ΄ ισχυρισμό παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων έχει αναγνωριστεί από τη νομολογία ως βάση παρέχουσα αγώγιμο δικαίωμα (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ 558 και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα ν. Ονουφρίου, Πολ. Έφεση αρ.463/2012, ημερ.23.11.2018), ECLI:CY:AD:2018:A517. Επομένως, αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στο σύγγραμμα «Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδοση» στη σελ.55, αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.» Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, για την ικανοποίηση της οποίας θα πρέπει να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση. Αποτελεί κοινό έδαφος, ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα Α και Β εκποιήθηκαν μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού του Μέρους VIA του Ν.9/
- Πέραν του πιο πάνω αναντίλεκτου γεγονότος, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η διαδικασία πλειστηριασμού ενεργοποιήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο εκκρεμούσαν προς εκδίκαση οι αγωγές με αρ. 2794/2018 και 2795/2018 Ε.Δ. Λεμεσού. Αντικείμενο των εν λόγω αγωγών αποτελούσαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στους Αιτητές καθώς και οι υποθήκες υπ' αρ. Υ7797/2009 και Υ1898/2010 επί των ακινήτων Β και Α αντίστοιχα οι οποίες παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση των εν λόγω διευκολύνσεων. Το βασικό παράπονο των Αιτητών έγκειται στο ότι η εκποίηση των ακινήτων Α και Β πραγματοποιήθηκε πριν την έκδοση δικαστικής απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται η ύπαρξη ενυπόθηκου χρέους, καθώς και του ύψους αυτού. Μάλιστα, ουδέποτε εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις αφού οι προαναφερόμενες αγωγές απορρίφθηκαν. Σύμφωνα με τους Αιτητές, η δυνατότητα η οποία παρέχεται από τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Ν.9/65 για πλειστηριασμό των ενυπόθηκων ακινήτων απευθείας από τον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς να προηγηθεί δικαστική απόφαση, προσκρούει στο Σύνταγμα και στις προσταγές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Καθ' ων η αίτηση, από την άλλη, αρνούνται τη θέση των Αιτητών περί αντισυνταγματικότητας του Μέρους VIA του Ν.9/
- Ισχυρίζονται, ότι η όλη διαδικασία εκποίησης των ακινήτων Α και Β διεξάχθηκε νόμιμα και οι Αιτητές επιχειρούν εκ των υστέρων και καταχρηστικά να ανατρέψουν τα αποτελέσματα που ήδη έχουν επέλθει μέσω της πιο πάνω διαδικασίας. Επιπροσθέτως, η Καθ' ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι αποτελεί καλόπιστο τρίτο, καθώς ουδεμία συμβατική ή άλλη σχέση έχει με τους Αιτητές. Έχει λεχθεί κατ' επανάληψη, ότι κατά την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 αυτό το οποίο ελέγχεται είναι η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά την ενδιάμεση θεραπεία σε συνάρτηση, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, με τυχόν αντίθετη εκδοχή (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ και CYFIELD - NEMESIS κ.α., Πολ. Έφεση αρ. Ε52/21, ημερ.10.02.2022), ECLI:CY:AD:2022:A79. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν προχωρεί σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της απαίτησης. Ό,τι χρειάζεται να καταδειχθεί είναι απλώς η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και η πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία. Θεωρώ, ότι οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32
(1)του Ν.14/
- Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης, όσο και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί αντισυνταγματικών προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/
- Δεν προσδιορίζονται, όμως, οι επίμαχες διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/65 οι οποίες, κατά τους Αιτητές, προσκρούουν στο Σύνταγμα ή την Ε.Σ.Δ.Α ή τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε και εξειδικεύονται τα άρθρα των πιο πάνω νομοθετημάτων που αντίκεινται στο Μέρος VIA του Ν.9/
- Η απλή παράθεση άρθρων του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α στη νομική βάση της αίτησης δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Ασφαλώς, το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν θα προβεί σε έλεγχο της συνταγματικότητας, ούτε και θα καταλήξει σε ευρήματα. Θα πρέπει, ωστόσο, η μαρτυρία που προσάγεται να αναφέρεται με ακρίβεια σε εκείνα τα γεγονότα που καταδεικνύουν την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Πρόσφατα, στη Molvi Estates Ltd v. Κίμωνος κ.α., Πολ. Έφ. Ε193/12, ημερ.09.05.23, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, εξηγήθηκε, και αυτό είναι το ουσιώδες, ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Επισημάνθηκε, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Δεν ήταν επομένως αρκετό το περιεχόμενο της Γενικής Οπισθογράφησης της αγωγής της Εφεσείουσας, ούτε η παρουσίαση της Έκθεσης Υπεράσπισης που είχε καταχωρίσει στην αγωγή της Εφεσίβλητης 2, όπου προβάλλονταν οι ισχυρισμοί της. Θα έπρεπε να είχαν περιγραφεί τέτοια γεγονότα που να καθιστούσαν τις προβαλλόμενες θέσεις να έχουν προοπτική επιτυχίας.» Στη βάση, επομένως, των γενικών ισχυρισμών που τέθηκαν ενώπιον μου και χωρίς ασφαλώς να προβαίνω στη διατύπωση ευρημάτων επί της ουσίας της υπόθεσης, θεωρώ ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν ικανοποιείται το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Αν και η πιο πάνω κατάληξή μου σφραγίζει την έκβαση της αίτησης, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω και το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Από το απαύγασμα της νομολογίας προκύπτει, ότι εκεί όπου η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε, δεν είναι απαραίτητη η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Παρατηρώ, ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου δεν δεικνύουν ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, οι Αιτητές προβάλλουν τον ισχυρισμό, ότι τα ακίνητα μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποξενωθούν από τις Καθ' ων η αίτηση, γεγονός το οποίο εάν επέλθει θα καταστήσει ανέφικτη την ικανοποίησή τους. Πέραν των πιο πάνω, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ως προς το ότι τα ακίνητα ενέχουν τέτοια σημασία για τους ιδίους που η επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν θα αποτελούσε ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις θεραπεία. Επισημαίνω, ότι με την απαίτησή τους οι Αιτητές διεκδικούν και τη θεραπεία των αποζημιώσεων. Από την άλλη, η θέση της Καθ' ης η αίτηση 1, ότι είναι φερέγγυος οργανισμός και διαθέτει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί στους Αιτητές παρέμεινε χωρίς αντίλογο. Ως εκ των ανωτέρω, η επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων σε περίπτωση κατά την οποία οι Αιτητές επιτύχουν στην απαίτησή τους συνιστά, στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, ικανοποιητική θεραπεία με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατά συνέπεια, το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 δεν πληρούται. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Αιτητών. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων στη βάση του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι, κατά παράβαση του Μέρους 39.9
(1)των ΚΠΔ, δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων. Ως εκ των ανωτέρω, τα έξοδα έχουν υπολογιστεί συνοπτικά στο ποσό των €3.650 πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, τα οποία θα καταβάλουν οι Αιτητές σε έκαστο των Καθ' ων η αίτηση μειωμένα, όμως, κατά 15% ενόψει της μη συμμόρφωσης των Καθ' ων η αίτηση με το Μέρος 39.9
(1)των ΚΠΔ (βλ. Μέρος 39.9
(2)των ΚΠΔ). (Υπ.) ............. Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο