Ο. Μ κ.α. ν. Δήμος Αμαθούντος - Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίου Αθανασίου κ.α., Γενική Αίτηση: 319/24, 18/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ντ. Βαρωσιώτου, Ε.Δ Γενική Αίτηση: 319/24 i-justice Μεταξύ:
- Ο. Μ
- Δ. Μ Αιτητριών ν.
- Δήμος Αμαθούντος - Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίου Αθανασίου
- Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου Καθ᾽ων η Αίτηση Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: κα Μ. Φιλίππου για Α. Γ. Παφίτης και Σία ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ενακτήρια αίτηση, οι Αιτήτριες ζητούν διάταγμα εκταφής της σορού ή των λειψάνων του πατέρα τους, Μόρις Μενελάου, ο οποίος απεβίωσε το 2006 με σκοπό τη λήψη γενετικού υλικού από τα οστά του. Για την υλοποίηση του σκοπού αυτού ζητούν και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται το Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίου Αθανασίου του Δήμου Αμαθούντος όπως επιτρέψει την είσοδο σε Αρχαιολόγο και Ανθρωπολόγο της επιλογής τους, για τη διεξαγωγή της εκταφής και λήψης του γενετικού υλικού. Τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα αφορούν τη διαδικασία εκταφής, λήψης, μεταφοράς και παράδοσης του γενετικού υλικού στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για τη διεξαγωγή γενετικών εξετάσεων και την επαναταφή των λειψάνων. Στην ἐνορκη δήλωση της Αιτήτριας 1 η οποία υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται το ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της. Όπως αναφέρει η Αιτήτρια 1, ο πατέρας τους μεγάλωσε χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν ο βιολογικός του πατέρας, αφού η μητέρα του απέφευγε να αποκαλύψει την ταυτότητα του. Τον Αύγουστο του 2023, κάποιο μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου της Επισκοπής τους έδωσε την πληροφορία ότι ο πατέρας του πατέρα τους δηλαδή ο παππούς τους ήταν κάποιος Τουρκοκύπριος ονόματι Hassan Kahya, με τον οποίο η γιαγιά τους διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό. Από το δεσμό αυτό, αποκτήθηκαν τρία παιδιά, ο πατέρας τους και τα δύο του αδέρφια. Ο ένας αδελφὀς του πατέρα τους βρίσκεται εν ζωή ενώ ο άλλος απεβίωσε. Αυτός που απεβίωσε έχει τρία παιδιά δηλαδή ξαδέλφια των Αιτητριών. Ένας εξ αυτών, ο Χριστάκης Μενελάου, τον Ιούνιο του 2024 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αίτηση εκταφής των λειψάνων του Hassan Kahya με σκοπό τη λήψη γενετικού υλικού από τα οστά του για τη διακρίβωση της πληροφορίας που λήφθηκε αναφορικά με τη συγγένεια τους με το προαναφερόμενο πρόσωπο. Παρόμοια αίτηση καταχώρησαν και οι Αιτήτριες την οποία τελικά απέσυραν δεδομένου ότι είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα εκταφής και εξέτασης του γενετικού υλικού από άλλο Δικαστήριο. Τόσο οι Αιτήτριες όσο και τα ξαδέλφια τους έδωσαν γενετικό υλικό για σκοπούς εξετάσεων. Τα αποτελέσματα των εξειδικευμένων εξετάσεων του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου κατέδειξαν με βεβαιότητα που προσεγγίζει το 100% (99,9999999999.%) πως ο Hassan Kahya είναι παππούς των Αιτητριών και των ξαδέλφων τους. Με την υπό εξέταση αίτηση, οι Αιτήτριες ζητούν διάταγμα εκταφής της σορού ή των λειψάνων του πατέρα τους για να συγκριθεί το γενετικό του υλικό με το γενετικό υλικό του Hassan Kahya, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι ο πατέρας τους είναι βιολογικό τέκνο του Hassan Kahya. Όπως αναφέρει η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, τη στιγμή που έμαθε την ταυτότητα του παππού της συγκινήθηκε καθώς πλέον μπορεί να σχηματίσει το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας της. Συμπεραίνει δε πως ο λόγος που η γιαγιά της δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει την ταυτότητα του παππού της ήταν διότι δεν ήθελε να «στιγματιστούν» τα παιδιά της ως τέκνα εκτός γάμου με κάποιον Τουρκοκύπριο, ο οποίος ήταν παντρεμένος με Τουρκοκύπρια. Όπως περαιτέρω αναφέρει η Αιτήτρια 1 σκοπός της παρούσας αίτησης είναι να αποκατασταθεί η «ρετσινιά» που έφερε ο πατέρας τους ως «μπάσταρδος» ή «εξώγαμο τέκνο». Ο πατέρας των Αιτητριών είναι ενταφιασμένος σε οικογενειακό τάφο ιδιοκτησίας της συζύγου του και μητέρας των Αιτητριών, στο Κοιμητήριο της Σφαλαγγιώτισσας στο Δημοτικό Διαμέρισμα Αγίου Αθανασίου του Δήμου Αμαθούντος της Επαρχίας Λεμεσού. Η παρούσα Αίτηση υποστηρίζεται και από τις ένορκες δηλώσεις του Ανθρωπολόγου και του Αρχαιολόγου που διορίστηκαν από τις Αιτήτριες ώστε να ακολουθήσουν τη νενομισμένη διαδικασία σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στις ένορκες τους δηλώσεις επεξηγείται η διαδικασία εκταφής, λήψης γενετικού υλικού και επαναταφής. Όπως αναφέρεται η αιτούμενη εκταφή δεν αναμένεται να διαταράξει την εύρυθμη λειτουργία του κοιμητηρίου ούτε να προκαλέσει ζημιές. Παρόμοια αίτηση καταχώρησαν και τα ξαδέλφια των Αιτητριών ώστε να διακριβωθεί επίσης πως ο πατέρας τους (και θείος των Αιτητριών) ήταν τέκνο του Hassan Kahya. Όπως ανέφερε η συνήγορος των Αιτητριών, εκδόθηκε ήδη από άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο στο πλαίσιο εκείνης της αίτησης διάταγμα εκταφής και λήψης γενετικού υλικού από τα οστά του πατέρα τους. Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2 και 25 του Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004), στο Μέρος 8 των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση επιδόθηκε στους Καθ᾽ων η Αίτηση, δηλαδή στον Δήμο Αμαθούντος και στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στη διαδικασία και δεν έφεραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Μελετώντας το περιεχόμενο της αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν θεώρησα ορθό να ερωτήσω τους διάδικους ποιες νομοθετικές ή συνταγματικές διατάξεις ή Κανονισμός δίδουν δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση. Οι Καθ᾽ ων η Αίτηση δεν τοποθετήθηκαν επί των πιο πάνω ερωτημάτων, προφανώς διότι δεν έχουν λόγο επί της ουσίας της αίτησης. Η συνήγορος των Αιτητριών ανέφερε ότι η βάση της ενακτήριας αίτησης είναι η αποκατάσταση της φήμης του πατέρα των Αιτητριών έστω μετά θάνατον, ο οποίος ήταν μέχρι στιγμής αγνώστου πατρός. Συνεχίζοντας, η συνήγορος των Αιτητριών ανέφερε ότι ο Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) δεν ορίζει συγκεκριμένα ότι δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Θεωρεί όμως πως ενόψει του ότι o Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) και ο Περί Δικαστηρίων Νόμος (Ν. 14/60) δεν προσδίδουν αρμοδιότητα για την έκδοση διατάγματος εκταφής σε κάποιο συγκεκριμένο Δικαστήριο τότε αρμοδιότητα «αποκτά» το Επαρχιακό Δικαστήριο. Συνεχίζοντας επί αυτού, ανέφερε πως οι Αιτήτριες έχουν έννομο συμφέρον ενόψει του ότι είναι συγγενείς του αποβιώσαντος και δεν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων προσώπων. Όπως δε εισηγήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 25 του Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) το μόνο προαπαιτούμενο για την έκδοση διατάγματος εκταφής είναι η επίδοση της αίτησης στην αρμόδια τοπική αρχή. Εξέτασα με προσοχή τις εισηγήσεις της συνηγόρου των Αιτητριών. Ο Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) ορίζει τη διαδικασία και όλα όσα σχετίζονται με τη δημιουργία και την επέκταση των κοιμητηρίων, τους τάφους και τη διαδικασία εκταφής. Το άρθρο 25 του προαναφερόμενου νόμου επί του οποίου εδράζεται η παρούσα Αίτηση προνοεί τα εξής: «Δεν επιτρέπεται η εκταφή οποιουδήποτε πτώματος ή λειψάνου χωρίς διάταγμα του αρμοδίου δικαστηρίου με το οποίο καθορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις αναφορικά με την εκταφή και επαναταφή. Το εν λόγω διάταγμα εκδίδεται έπειτα από αίτηση του ενδιαφερόμενου προς την αρχή τοπικής διοίκησης: Νοείται ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στο άρθρο 26 του παρόντος Νόμου». Η εισήγηση της συνηγόρου των Αιτητριών ότι από τη στιγμή που ο Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) και ο Περί Δικαστηρίων Νόμος (Ν. 14/60) δεν ορίζουν σε ποιο Δικαστήριο ανατίθεται η αρμοδιότητα έκδοσης διατάγματος εκταφής, τότε σημαίνει πως αρμοδιότητα «αποκτά» το Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι εσφαλμένη. Η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες των Δικαστηρίων αρύονται από τους ισχύοντες Νόμους, Κανονισμούς και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα Δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα έξω από το πλαίσιο που ορίζει ο Νόμος. Πέραν τούτου, η θέση της συνηγόρου των Αιτητριών πως ο Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος του 2004 δεν αναφέρει ποιο είναι το αρμόδιο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος εκταφής είναι επίσης λανθασμένη. Το άρθρο 25 του Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) αναφέρεται σε «αρμόδιο Δικαστήριο» χωρίς να κατονομάζεται στο εν λόγω άρθρο ποιο είναι το Δικαστήριο αυτό. Το άρθρο 28 όμως του ίδιου νόμου, αναφέρει τα ακόλουθα: «Καμιά διάταξη που περιέχεται στον παρόντα Νόμο δεν περιορίζει ή ερμηνεύεται ότι περιορίζει με οποιοδήποτε τρόπο τις εξουσίες που παρέχονται στους θανατικούς ανακριτές από τον περί Θανατικών Ανακριτών Νόμο». Επομένως, ο Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος του 2004 (Ν. 257(Ι)/2004) διασφαλίζει ότι οι διατάξεις του δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο τις εξουσίες του Θανατικού Ανακριτή, ως αυτές καθορίζονται από τον οικείο νόμο, αναγνωρίζοντας δηλαδή πως αρμοδιότητα για την έκδοση διατάγματος εκταφής έχει ο Θανατικός Ανακριτής. Αυτό βεβαίως προκύπτει έκδηλα από το άρθρο 5 του Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου (Κεφ. 153), το οποίο προνοεί τα εξής: «Ανεξάρτητα από οποιοδήποτε Νόμο ή έθιμο αντίθετο με ότι θεσπίστηκε ή επικρατεί, οποτεδήποτε φανεί σε θανατικό ανακριτή ότι το πτώμα οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο πέθανε κάτω από περιστάσεις που απαιτούν τη διεξαγωγή θανατικής ανάκρισης σε αυτό, τάφηκε χωρίς να επιθεωρηθεί ή χωρίς να διεξαχθεί θανατική ανάκριση ή όταν θανατική ανάκριση, αν και διεξάχτηκε, ακυρώθηκε ή επανανοίχτηκε, είναι νόμιμο για τέτοιο θανατικό ανακριτή με ένταλμα του όπως εκτίθεται στον Τύπο Α του Πρώτου Παραρτήματος να διατάσσει την εκταφή τέτοιου πτώματος και αυτός μετά την εκταφή αυτή προχωρεί στη διεξαγωγή θανατικής ανάκρισης πάνω σε τέτοιο πτώμα και έπειτα διατάσσει την επαναταφή του και τα έξοδα τέτοιας εκταφής και επαναταφής πληρώνονται με διαταγή του θανατικού ανακριτή, από τις γενικές προσόδους: Νοείται ότι η εκταφή αυτή δεν διατάσσεται σε οποιαδήποτε περίπτωση όπου κατά τη γνώμη του θανατικού ανακριτή δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα για εξασφάλιση ουσιαστικής πληροφορίας από αυτή». Από τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως ο Νομοθέτης προσέδωσε την αρμοδιότητα έκδοσης διατάγματος εκταφής στον Θανατικό Ανακριτή. Και τούτο έχει τη σημασία του. Και αυτό διότι, η εξουσία έκδοσης διατάγματος εκταφής δόθηκε για σκοπούς διακρίβωσης των αιτιών θανάτου, σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο απεβίωσε υπό τις περιστάσεις που καταγράφονται με σαφήνεια στο άρθρο 4 του Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου (Κεφ. 153). Συνοπτικά, διατάσσεται η διεξαγωγή μιας θανατικής ανάκρισης σε περίπτωση (α) βίαιου ή αφύσικου θανάτου ή (β) αιφνίδιου θανάτου ή (γ) όταν πρόσωπο απεβίωσε κάτω από περιστάσεις των οποίων η συνέχιση ή πιθανή επανάληψη είναι επιβλαβής στην υγεία ή στην ασφάλεια του κοινού ή (δ) όταν το πρόσωπο το οποίο απεβίωσε τελούσε υπό περιορισμό σε ψυχιατρικό κέντρο ή είναι πρόσωπο με ψυχική και/ή νοητική αναπηρία και απεβίωσε ενώ βρισκόταν σε κρατικό ίδρυμα ή σε ιδιωτική στέγη ηλικιωμένων και αναπήρων ή (ε) είναι ενήλικο μονήρες πρόσωπο, χωρίς συγγενείς έως και δεύτερου βαθμού συγγένειας το οποίο τυγχάνει φροντίδας σε κρατικό ίδρυμα ή σε ιδιωτική στέγη ηλικιωμένων και αναπήρων και πέθανε ενώ διέμενε σε τέτοιο χώρο ή (στ) όταν πρόσωπο απεβίωσε ενώ βρισκόταν σε κρατικό ίδρυμα ή σε ανάδοχη οικογένεια ή ιδιωτικό Ίδρυμα Παιδικής Προστασίας και τελούσε υπό τη φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Η Θανατική Ανάκριση στις πιο πάνω περιπτώσεις είναι αναγκαία διότι η διακρίβωση των αιτιών θανάτου ενός προσώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δικαίωμα της ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 7 του Συντάγματος και το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Το δικαίωμα της ζωής επιβάλλει και την υποχρέωση στο Κράτος να διεξάγει αποτελεσματική έρευνα στην περίπτωση θανάτου υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις. Είναι για τούτο το λόγο λοιπόν που ο Νομοθέτης προσέδωσε την εξουσία έκδοσης διατάγματος εκταφής στον Θανατικό Ανακριτή. Για να διακριβωθεί δηλαδή η αιτία θανάτου όταν υπάρχουν υποψίες πως αφαιρέθηκε παράνομα μια ανθρώπινη ζωή υπό τις πιο πάνω περιστάσεις. Αρμοδιότητα έκδοσης διατάγματος εκταφής έχει ο Θανατικός Ανακριτής ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε διοριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 3 του Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου (Κεφ. 153), ώστε να διεξάγει θανατικές ανακρίσεις και τούτο για τον σκοπό που ρητά ορίζει ο Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμος. Η εξουσία μάλιστα έκδοσης διατάγματος εκταφής από τον Θανατικό Ανακριτή ασκείται με περιορισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου (Κεφ. 153), ο Θανατικός Ανακριτής εκδίδει διάταγμα εκταφής μόνο όταν ικανοποιείται ότι «υπάρχει εύλογη πιθανότητα» από την εκταφή να προκύψει «ουσιαστική πληροφορία» η οποία να συνδέεται με τα αίτια θανάτου ενός προσώπου. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκώντας πολιτική δικαιοδοσία δεν έχουν αρμοδιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ούτε υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα πατρικής αναγνώρισης ή ταυτοποίησης συγγενικών σχέσεων στη σφαίρα της πολιτικής δικαιοδοσίας. Η πατρική αναγνώριση τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του επιτυγχάνεται είτε με εκούσια αναγνώριση είτε με δικαστική αναγνώριση από το Οικογενειακό Δικαστήριο στο οποίο δόθηκε η συγκεκριμένη δικαιοδοσία με βάση τον Περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμος του 1991 (Ν. 187/1991). Με βάση το άρθρο 24 (Α)
(1)το Οικογενειακό Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο διάδικος είναι ή όχι βιολογικός πατέρας του τέκνου. Τα πιο πάνω ασφαλώς ζώντος του πατρός και όχι μετά θάνατον. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η λήψη δείγματος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου αυτού (βλέπε άρθρο 24(Α)
(4)του Ν.187/1991). Είναι για τούτο το λόγο που το άρθρο 24(Α) του προαναφερόμενου νόμου αναφέρεται σε «οδηγίες» και όχι σε «διάταγμα» Δικαστηρίου. Μάλιστα, ως αναφέρεται στο άρθρο 24 (Α)
(7)του Ν.187/1991, σε περίπτωση που πρόσωπο παραλείπει να συvαιvέσει στη λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού, το πρόσωπο αυτό θα θεωρείται ότι έχει αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε ενέργεια αναγκαία για την υλοποίηση των οδηγιών του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δύναται να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα για την άρνηση ή παράλειψη αυτή, χωρίς αυτό να θεωρείται παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω έχουν τη σημασία τους. Και τούτο διότι, ουδείς μπορεί να λάβει γενετικό δείγμα για αιματολογικές ή γενετικές εξετάσεις από οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς αυτό να δώσει τη συγκατάθεση του. Ούτε ο Περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμος του 1991 (Ν. 187/1991) δίδει στο Οικογενειακό Δικαστήριο εξουσία να διατάξει διάταγμα εκταφής. Η λήψη γενετικού υλικού ενός προσώπου σχετίζεται με το άρθρο 15 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) που αφορά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του ΕΔΑΔ, το δικαίωμα αυτό είναι θεμελιώδες για την προστασία της ατομικότητας και προσωπικότητας του ανθρώπου. Η περισυλλογή προσωπικών δεδομένων και πληροφοριών σχετικών με την ιδιωτική ζωή ενός προσώπου εμπίπτουν στην προστασία του δικαιώματος αυτού (S and Marper v. The United Kingdom, No 30562/04 and 30566/04 (04/12/2008). Εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι από τη στιγμή που η λήψη γενετικού υλικού από ζώντα άτομο για σκοπούς ταυτοποίησης συγγενικών σχέσεων δεν επιτρέπεται χωρίς τη συγκατάθεση του πώς είναι δυνατόν να δοθεί άδεια να γίνει τούτο από θανόντα. Ο Τουρκοκύπριος Hassan Kahya ακόμη και αν ευρίσκετο εν ζωή θα είχε το δικαίωμα να αρνηθεί ή να αμφισβητήσει ότι είναι βιολογικός πατέρας του πατέρα των Αιτητριών. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο πατέρας τους. Ενόψει των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.)....................... Ντ. Βαρωσιώτου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο