← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΔΡΟΜΟΛΑΞΙΑΣ - ΜΕΝΕΟΥ ν. ADBOARD MEDIA LIMITED κ.α., Αρ. Aγ.: 645/2016, 26/6/2024

ΔΗΜΟΣ ΔΡΟΜΟΛΑΞΙΑΣ - ΜΕΝΕΟΥ ν. ADBOARD MEDIA LIMITED κ.α., Αρ. Aγ.: 645/2016, 26/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Aγ.: 645/2016 ΔΗΜΟΣ ΔΡΟΜΟΛΑΞΙΑΣ - ΜΕΝΕΟΥ Εναγόντων και

  1. ADBOARD MEDIA LIMITED (HE122809)
  2. MIXAΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Εναγόμενων Ημερομηνία: 26.6.2024 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ελισάβετ Τιμοθέου για Ε. Τιμοθέου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1: κ. Άδωνις Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & ΣΙΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή, οι Ενάγοντες - Oργανισμός Tοπικής Αυτοδιοίκησης - αξιώνούν από την Εναγόμενη 1, ποσό ύψους €6.832 πλέον νόμιμο τόκο, ως κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και/ή επιβληθείσα φορολογία. Δικογραφημένη θέση τους είναι ότι η Εναγόμενη 1, μεταξύ των ετών 2011-2014 κατείχε, χρησιμοποιούσε και ενοικίαζε δύο πινακίδες εντός των δημοτικών ορίων τους, για τις οποίες είχαν συμφωνήσει προφορικά και/ή γραπτώς μεταξύ τους ότι θα καταβάλλετο το ποσό των €854 ετησίως ανά πινακίδα, ως φόρος. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς την Εναγόμενη 1 για αποπληρωμή της οφειλής της, το υπόλοιπο ακόμη εκκρεμεί. Παρότι αρχικά η Αγωγή στρεφόταν επίσης προσωπικά εναντίον του Εναγόμενου 2, διευθυντή της Εναγόμενης 1, στις 17.5.2023 η αξίωση των Εναγόντων αποσύρθηκε και η Αγωγή εναντίον του απερρίφθη. Υπερασπιζόμενη τον εαυτό της, η Εναγόμενη 1 μέσω της δικογραφίας αρνείται την αξίωση των Εναγόντων προβάλλοντας τις εξής θέσεις:-
  3. Με προδικαστική ένσταση παραπονιέται ότι η Αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένου νομικού προσώπου. Θέση της είναι ότι η ίδια δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της παρούσας αντιδικίας.
  4. Υποστηρίζει ότι «δεν είναι και δεν ήταν ποτέ η ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια και/ή κάτοχος οποιασδήποτε διαφημιστικής πινακίδας, εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων».
  5. Η ίδια δεν σύναψε ποτέ συμφωνία με τους Ενάγοντες.
  6. Κανένα ποσό δεν οφείλει, ουδέποτε οχλήθηκε από τους Ενάγοντες για πληρωμή και ουδεμία κατάσταση λογαριασμού έλαβε.
  7. Σε σχέση με την νομική πτυχή της υπόθεσης, η απαίτηση καλύπτεται από πέπλο αοριστίας γιατί προωθείται ταυτόχρονα ως διεκδίκηση τελών που πηγάζουν από τον νόμο - χωρίς αυτός να έχει δικογραφηθεί - καθώς και ως απόρροια συμφωνίας μεταξύ των μερών. Θέση της είναι ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να συγκεκριμενοποιήσουν τη θέση τους και να παράσχουν περισσότερες λεπτομέρειες. Ως απάντηση στα πιο πάνω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι θέσεις της Εναγόμενης 1 αποτελούν ψεύδη και εκ των υστέρων σκέψεις που αποσκοπούν στην αποφυγή των υποχρεώσεων της. Περαιτέρω, συγκεκριμενοποιούν ότι η υποχρέωση για καταβολή των επίδικων τελών προκύπτει από τον νόμο και σχετικούς κανονισμούς που δημοσιεύτηκαν ενώ η συμφωνία μεταξύ τους αφορούσε το ύψος του τέλους που θα καταβάλλετο για την κάθε διαφημιστική πινακίδα. Μέσα από τη δικογραφία προκύπτει ως παραδεκτό μόνο το ότι οι Ενάγοντες αποτελούν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Το γεγονός αυτό καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Προς στοιχειοθέτηση των αντίστοιχων εκδοχών τους, για τους Ενάγοντες μαρτυρία έδωσε η κ. Ελισάβετ Τουμάζου Μαρίνου (ΜΕ1) και για την Εναγόμενη 1 ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ1), διευθυντής της. Η κ. Τουμάζου Μαρίνου (ΜΕ1) μαρτύρησε τα εξής: Είναι γραμματειακός λειτουργός των Εναγόντων. Εργάζεται στον Δήμο από το 2012 μέχρι και σήμερα ενώ από το 2002 μέχρι και την ενοποίηση της Κοινότητας Μενεού με την Κοινότητα Δρομολαξιάς που έγινε το 2012 εργαζόταν στο Κοινοτικό Συμβούλιο Μενεού. Από το 2015 μέχρι και σήμερα τα καθήκοντά της συμπεριλαμβάνουν την εξυπηρέτηση νομικών ή φυσικών προσώπων που ενδιαφέρονται να ενοικιάσουν διαφημιστικές πινακίδες εντός των ορίων του Δήμου, την εξέταση αιτήσεων για παραχώρηση άδειας ανέγερσης πινακίδας ή άδεια χρήσης πινακίδας για σκοπούς διαφήμισης εντός των ορίων του Δήμου και την τιμολόγηση των ενδιαφερόμενων μετά την επίτευξη συμφωνίας. Οι Ενάγοντες, είναι Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης που από το 2012 λειτουργεί στη βάση του Περί Δήμων Νόμου. Οι εξουσίες που του παρέχονται από τον νόμο - μεταξύ άλλων - περιλαμβάνουν και την επιβολή τελών σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα που επιθυμούν να ανεγείρουν, να κατέχουν, να χρησιμοποιήσουν ή να ενοικιάσουν διαφημιστικές πινακίδες εντός των ορίων του Δήμου. Όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες των δύο παλαιών Κοινοτικών Συμβουλίων σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, μετά την ενοποίηση των δύο Δήμων, μεταφέρθηκαν στα βιβλία των Εναγόντων ως οφειλές προς αυτούς. Η Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 1) ασχολείται με τη διαφήμιση, ενοικιάζοντας σε τρίτα πρόσωπα διαφημιστικές πινακίδες για ανάρτηση διαφημιστικού υλικού σε διάφορες περιοχές της Κύπρου. Αρχικά, είχε συναλλαγές με το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρομολαξιάς οι οποίες συνεχίστηκαν από το 2012 και μετά με τους Ενάγοντες. Από το αρχείο του Δήμου προκύπτει ότι η συνεργασία με την Εναγόμενη 1 χρονολογείται πριν από το
  8. Αντικείμενο της συνεργασίας ήταν η κατοχή και χρήση από την Εναγόμενη 1 διαφημιστικών πινακίδων εντός των ορίων των Εναγόντων. Κατά την επίδικη περίοδο, δηλαδή μεταξύ των ετών 2011 και 2014, η Εναγόμενη 1 κατείχε και χρησιμοποιούσε δύο πινακίδες οι οποίες βρίσκονταν στην είσοδο και έξοδο του Διεθνούς Αερολιμένα Λάρνακας, εντός των ορίων του Δήμου Δρομολαξιάς (Τεκμήριο 2). Τα στοιχεία που αφορούν την Εναγόμενη 1 βρίσκονται στο αρχείο που διατηρούσε ο πρώην Κοινοτικός Γραμματέας του Συμβουλίου Δρομολαξιάς πριν από την αποχώρησή του από τον Δήμο. Η ίδια ανέλαβε τα καθήκοντα του εν λόγω προσώπου το 2015, χρονολογία κατά την οποία εντόπισε στα αρχεία του Δήμου Δρομολαξιάς ότι η Εναγόμενη 1 χρεωνόταν για τις δύο επίδικες πινακίδες το ποσό των €854 ανά έτος έκαστη. Συνεπώς, καταχωρήθηκε στα αρχεία των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιούσε αυτές τις δύο πινακίδες οι οποίες μεταξύ των ετών 2011-2014 επιβαρύνονταν με την πιο πάνω αναφερόμενη φορολογία. Το 2015 το χρονιαίο τέλος αυξήθηκε σε €2,000 ανά πινακίδα με σχετική απόφαση του Δήμου. Τον Ιούνιο του 2016, προχώρησε σε επιτόπιο έλεγχο στην είσοδο και έξοδο του Αεροδρομίου όπου και εντόπισε τις επίδικες πινακίδες χρησιμοποιώντας ως ένδειξη για να τις αναγνωρίσει το λογότυπο που αναγραφόταν στο κάτω μέρος τους στα δεξιά. Χρησιμοποιώντας τη φωτογραφική μηχανή του Δήμου προχώρησε σε λήψη φωτογραφιών (Τεκμήριο 3). Κατά τον επιτόπιο της έλεγχο εντόπισε τέσσερις πινακίδες της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 3). Συνεπώς, για το έτος 2017, η Εναγόμενη 1 τιμολογήθηκε για τέσσερις πινακίδες, για τις οποίες επίσης εκκρεμεί Αγωγή. Επιτόπιος έλεγχος επαναλήφθηκε το
  9. Διαπιστώθηκε εκ νέου η χρήση των ίδιων τεσσάρων πινακίδων (Τεκμήριο 4). Σε σχέση με τα επιβληθέντα τέλη, υποστήριξε ότι το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Η τιμολόγηση όμως για τις δύο επίδικες πινακίδες είχε καθοριστεί από το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρομολαξιάς πριν από το 2012 και υιοθετήθηκε στην πορεία από τους Ενάγοντες. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Εναγόμενη 1 συνέχισε να χρεώνεται με το ίδιο ποσό από το 2012 μέχρι το
  10. Κατάσταση οφειλόμενου υπολοίπου για τα έτη 2011 μέχρι 2014 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Το 2013, η Εναγόμενη 1 με επιστολές της ημερομηνίας 25.2.2013 και 15.7.2013 ζήτησε μείωση των διαφημιστικών τελών κατά 50% λόγω οικονομικής κρίσης (Τεκμήριο 6) οι οποίες όμως έμειναν αναπάντητες γιατί απευθύνονταν στον πρώην Κοινοτικό Γραμματέα του Συμβουλίου Δρομολαξιάς ο οποίος είχε αποχωρήσει. Στις 18.5.2015 η μάρτυρας απέστειλε ταχυδρομικώς επιστολή (Τεκμήριο 7) στην Εναγόμενη 1 καλώντας την να προσέλθει στα γραφεία του Δήμου για διευθέτηση των οφειλών της. Η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε και γι' αυτό απέστειλε ταχυδρομικώς δεύτερη επιστολή ημερ.11.6.2015 (Τεκμήριο 7). Παρότι στις επιστολές Τεκμήριο 7 δεν καταγράφεται ρητώς, οι υπό αναφορά εκκρεμούσες πληρωμές αφορούν τα έτη 2011-
  12. Στις 25.1.2016 απέστειλε νέα επιστολή ταχυδρομικώς ως υπενθύμιση για την εξόφληση των οφειλών η οποία συνοδευόταν από τιμολόγιο για το έτος 2015 (Τεκμήριο 8). Σε όλες τις επιστολές που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των μερών, η εταιρεία στην οποία γινόταν αναφορά και από τις δύο πλευρές ήταν η Ad Board Media Ltd, Εναγόμενη 1, γιατί αυτή είναι η εταιρεία που συναλλάσσεται με τον Δήμο για τις διαφημιστικές πινακίδες. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών. Η φορολόγηση διαφημιστικών πινακίδων επιβάλλεται από τον Δήμο και καθορίζεται από τον νόμο. Σε σχετική ερώτηση, επανέλαβε ότι το γεγονός ότι η φορολογία αφορούσε την Εναγόμενη 1 και όχι κάποια άλλη εταιρεία προέκυπτε από τα στοιχεία στο αρχείο των Εναγόντων τα οποία επιβεβαιώθηκαν και από δική της μελέτη. Κατά την αντεξέταση της υποδείχθηκαν επίσης τα Τεκμήρια 9 και 10, πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών για δύο ξεχωριστές εταιρείες, την Εναγόμενη 1 εταιρεία ADBOARD MEDIA LIMITED (ΗΕ122809) και την εταιρεία ADBOARD LIMITED (HE 99689) υποβάλλοντάς της ότι το Τεκμήριο 5 (κατάσταση λογαριασμού) κατέγραφε στον τίτλο το όνομα ADBOARD LTD και όχι το όνομα της Εναγόμενης
  13. Απάντησε ότι η ίδια μόνο την Εναγόμενη 1 εταιρεία γνωρίζει και με αυτή συνεργάζονταν οι Ενάγοντες. Δεν είχε υπόψη της την εταιρεία ADBOARD LIMITED και η μη αναγραφή στον τίτλο του Τεκμηρίου 5 της λέξης MEDIA ήταν τυπογραφικό λάθος. Το Τεκμήριο 5 αφορούσε την Εναγόμενη 1 και η εταιρεία που φορολογήθηκε ήταν η εταιρεία που αναφέρετο στο Τεκμήριο 10, ADBOARD MEDIA LIMITED (ΗΕ122809). Επιπλέον, η Εναγόμενη 1 απέστειλε στους Ενάγοντες δύο επιστολές (Τεκμήριο 6) με τις οποίες τους ζητούσε μείωση του οφειλόμενου ποσού. Επίσης κατά την αντεξέταση της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 11, επιστολή ημερ.3.6.2022 με την οποία η Εναγόμενη 1 ενημέρωνε τους Ενάγοντες ότι «οι τέσσερις διαφημιστικές πινακίδες για τις οποίες μας στείλατε χρέωση την 6η Απριλίου 2022, δεν ανήκουν στην εταιρεία μας». Η ΜΕ1 δήλωσε ότι δεν την είχε υπόψη της αλλά βεβαίωσε ότι αναγνωρίζει την υπογραφή συναδέλφου της η οποία την παρέλαβε. Παραδέχθηκε ότι το 2019 και το 2022 εκδόθηκαν ακόμη δύο τιμολόγια (Τεκμήρια 12 και 13) στα οποία αναγράφετο το όνομα ADBOARD LTD. Υποστήριξε ότι το λάθος έγινε κατά την αρχική μηχανογράφηση των τιμολογίων όταν εκ παραδρομής δεν καταγράφηκε η λέξη MEDIA και ως αποτέλεσμα όλα τα τιμολόγια συνέχισαν αυτόματα να εκδίδονται στο ίδιο όνομα. Επιβεβαίωσε περαιτέρω ότι τα Τεκμήρια 5, 12 και 13 αφορούσαν τιμολόγηση των ίδιων διαφημιστικών πινακίδων. Eπιβεβαίωσε ότι στις πινακίδες κάτω δεξιά (Τεκμήριο 3) καταγράφεται η λέξη «Adboard». Ανέφερε επιπλέον ότι στο αρχείο είχε εντοπίσει χρέωση και πληρωμή ύψους €1708 από την Εναγόμενη 1 για το έτος 2010 (Τεκμήρια 14 και 15). Τόσο στην κατάσταση στο αρχείο του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρομολαξιάς όσο και επί της απόδειξης πληρωμής καταγράφεται το όνομα ADBOARD MEDIA LTD. Το 2015 όταν ανέλαβε η ίδια τα σχετικά καθήκοντα, με οδηγίες του Δημοτικού Συμβουλίου προχώρησε σε χρέωση και για τα επόμενα έτη 2011-2014 τα οποία εκκρεμούσαν την περίοδο της ενοποίησης του Δήμου και για τα οποία δεν είχε προχωρήσει ο προκάτοχός της. Όταν της τέθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε αίτηση από την Εναγόμενη 1 για ανάρτηση διαφημιστικής πινακίδας ή για έκδοση σχετικής άδειας, απάντησε ότι ο Δήμος έχει το δικαίωμα με βάση τον νόμο να φορολογήσει τις πινακίδες που βρίσκονται εντός των δημοτικών του ορίων. Σε ερώτηση γιατί τιμολόγησε για τα έτη 2011-2014 αφού ο επιτόπιος έλεγχος έγινε το 2016, αυτή απάντησε ότι υπήρχε αλληλογραφία στο αρχείο. Παρέπεμψε δε στις δύο επιστολές (Τεκμήριο 6) μέσω των οποίων η Εναγόμενη 1 ζητούσε μείωση των χρεώσεων για τις πινακίδες. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 6 αφορούσε τις επίδικες πινακίδες της το επιβεβαίωσε ο προκάτοχος της ο οποίος περαιτέρω την ενημέρωσε ότι οι ίδιες πινακίδες (Τεκμήριο 3) ήταν στην εν λόγω τοποθεσία κατά την επίδικη περίοδο και συνέχιζαν να βρίσκονται εκεί. Επιπλέον, καμιά ενημέρωση δεν είχαν από οποιονδήποτε ότι οι επίδικες πινακίδες είχαν αφαιρεθεί. Τέλος, της υποβλήθηκε η θέση ότι οι επίδικες πινακίδες δεν ανήκουν στην Εναγόμενη 1 και ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε εναντίον λανθασμένου νομικού προσώπου. Εκ μέρους της Εναγόμενης 1 μαρτυρία έδωσε ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ1), διευθυντής της. Ενόρκως στο ειδώλιο ανέφερε τα ακόλουθα:- Η Εναγόμενη 1 είχε συνεργασία με το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρομολαξιάς μόνο κατά την περίοδο 2008-2010, σε σχέση με δύο διαφημιστικές πινακίδες οι οποίες ήταν αναρτημένες στον αυτοκινητόδρομο. Μετά το έτος 2010, οι εν λόγω πινακίδες αφαιρέθηκαν λόγω του ότι δεν ήταν επικερδείς και ουδεμία διαφημιστική πινακίδα της Εναγομένης 1 υπήρχε εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων κατά τα έτη 2011-
  14. Αυτός είναι και ο λόγος που ο πρώην Κοινοτικός Γραμματέας του Συμβουλίου Δρομολαξιάς δεν εξέδωσε σχετικά τιμολόγια. Η αξίωση των Εναγόντων από την Εναγόμενη 1 βασίζεται επί της γνώσης τους για τη συνεργασία μεταξύ τους κατά τα έτη 2008-
  15. Επιβεβαιώνει την εν λόγω συνεργασία καθώς και το ότι κατέβαλαν το ποσό που αναφέρεται στο αποδεικτικό πληρωμής, Τεκμήριο 14, πλην όμως ισχυρίζεται ότι λανθασμένα οι Ενάγοντες υπέθεσαν ότι η Εναγόμενη 1 πρέπει να τιμολογηθεί συνδυάζοντας το πιο πάνω γεγονός με τους επιτόπιους τους ελέγχους το 2016 και το
  16. Η εταιρεία ADBOARD LTD ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Εναγόμενη 1 και ασχολείται με το ίδιο αντικείμενο, δηλαδή τη διαχείριση διαφημιστικών πινακίδων. Αποτελεί όμως ξεχωριστή νομική οντότητα. Αυτή την εταιρεία τιμολόγησαν και σε σχέση με αυτή εκδόθηκε η εκκρεμούσα κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, πλην όμως η εν λόγω εταιρεία δεν αποτελεί διάδικο στη διαδικασία. Όλες οι χρεώσεις που εκδόθηκαν μετά το 2013, αναφέρονται στην εταιρεία ADBOARD LTD. Στις 16.3.2017 τοποθετήθηκαν από την ADBOARD LTD και όχι από την Εναγόμενη 1, δύο πινακίδες, η μία διπλής όψης (LC 008/009) και η δεύτερη μονής όψης (LC 011). Η πρώτη εξακολουθεί να υπάρχει και είναι πληρωμένη μέχρι το Φεβρουάριο του 2022, ενώ η δεύτερη αφαιρέθηκε στις 28.3.2019 και ήταν πληρωμένη μέχρι τότε. Σε σχέση με τους ανωτέρω ισχυρισμούς προσκόμισε σχετικές χρεώσεις των Εναγόντων προς την ADBOARD LTD ημερ.22.3.2018, 25.4.2019 και 15.11.2021 (Τεκμήριο 16) καθώς και απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 17). Σύμφωνα με τον ίδιο, τα εν λόγω Τεκμήρια τα παρουσίασε για να καταδείξει ότι σε σχέση με τις διαφημιστικές πινακίδες, οι Ενάγοντες πάντοτε τιμολογούσαν και εξέδιδαν απόδειξη στην εταιρεία ADBOARD LTD και όχι στην Εναγόμενη
  17. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι είναι διευθυντής τόσο στην Εναγόμενη 1 ADBOARD MEDIA LTD όσο και στην εταιρεία ADBOARD LTD από το 2002 και 1999 αντίστοιχα και ότι οι δύο εταιρείες έχουν το ίδιο λογότυπο. Ερωτηθείς γιατί όταν έλαβαν τις επιστολές Τεκμήριο 7 δεν επικοινώνησαν με τους Ενάγοντες να τους ενημερώσουν ότι οι επίδικες πινακίδες είχαν αφαιρεθεί απάντησε ότι θεώρησαν ότι δεν υπήρχε λόγος να απαντήσουν. Ερωτηθείς γιατί το 2013, εν μέσω των επίδικων ετών 2011-2014, η Εναγόμενη 1 απέστειλε το Τεκμήριο 6, επιστολές προς τον πρώην Κοινοτικό Γραμματέα ζητώντας έκπτωση των οφειλόμενων ποσών αφού η θέση τους είναι ότι οι επίδικες πινακίδες είχαν αφαιρεθεί το 2010 απάντησε ότι οι συγκεκριμένες επιστολές είχαν σταλεί σε όλους του Δήμους και εκ παραδρομής ίσως απεστάλησαν στους Ενάγοντες. Τέλος, παραδέχτηκε ότι πριν από τα επίδικα χρόνια η τελευταία συναλλαγή των Εναγόντων ήταν με την Εναγόμενη
  18. Σε αυτό το σημείο διευκρινίζω ότι έχω εξετάσει και αξιολογήσει πλήρως και με προσοχή όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των δύο πλευρών ως αυτές εκτίθενται στο σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου, των σχετικών Τεκμηρίων που κατατέθηκαν και των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων. Αναφορά όμως θα γίνεται, μόνο όπου κρίνω αυτό απαραίτητο για επίλυση της υπό εκδίκαση διαφοράς. Άκουσα επιπλέον και παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτιμώντας τη μαρτυρία τους δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε. Οι περικοπές που παρατίθενται πιο κάτω μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Επιπλέον, δεν έχω λάβει καθόλου υπόψη μου το ένα Τεκμήριο το οποίο κατατέθηκε προς αναγνώριση όμως ουδέποτε μετατράπηκε σε κανονικό Τεκμήριο. Η κ. Ελισάβετ Τουμάζου Μαρίνου (ΜΕ1) μου έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση κατά τη μαρτυρία της. Από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν σταθερή και συνεπής σε σχέση με το ζήτημα της φορολογίας της Εναγόμενης 1 από τους Ενάγοντες. Απαντούσε ειλικρινά και αυθόρμητα στις θέσεις που αντίτασσε η Εναγόμενη 1, χωρίς να υπερβάλλει ή να προσπαθεί να «συγκαλύψει» τις φαινομενικές αδυναμίες της αξίωσης των Εναγόντων. Έδωσε πειστικές εξηγήσεις για την καταγραφή επί του επίδικου Τεκμηρίου 5 του ονόματος ADBOARD LTD δηλώνοντας ότι η μη καταγραφή της λέξης MEDIA ήταν τυπογραφικό λάθος από πλευράς της κατά την μηχανογράφηση των τιμολογίων. Γι' αυτό τον λόγο, εξήγησε, τόσο το Τεκμήριο 5 όσο και όλα τα μεταγενέστερα τιμολόγια, Τεκμήρια 16 και 18 - τα οποία δεν αφορούν όμως την επίδικη περίοδο - εκδόθηκαν αυτόματα με αυτή την περιγραφή. Παρά τη σφοδρή αντεξέτασή της επί αυτού του σημείου, χωρίς αμφιταλαντεύσεις σε οποιοδήποτε στάδιο βεβαίωσε ότι η εταιρεία που φορολογήθηκε ήταν η Εναγόμενη
  19. Μόνο αυτή την εταιρεία γνώριζαν οι Εναγόντες και με αυτή την εταιρεία είχαν συνεργασία. Η ίδια δεν γνώριζε την ύπαρξη εταιρείας με το όνομα ADBOARD LTD ούτε και γνώριζε ότι η μη αναγραφή της λέξης MEDIA θα παρέπεμπε νομικά σε άλλη εταιρεία. Εξήγησε γλαφυρά στο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι φορολογούμενος ήταν η Εναγόμενη 1 προέκυπτε όχι μόνο από το αρχείο των Εναγόντων αλλά είχε επιβεβαιωθεί και από την ίδια μέσα από δική της μελέτη που συμπεριλάμβανε μεταξύ άλλων, ενημέρωση που ζήτησε και έλαβε από τον προκάτοχό της. Συγκεκριμένα, ο πρώην Κοινοτικός Γραμματέας την ενημέρωσε ότι οι πινακίδες που φαίνονται στο Τεκμήριο 3, εύρημα της επιτόπιας εξέτασής της, ήταν οι ίδιες πινακίδες οι οποίες βρίσκονταν στην εν λόγω τοποθεσία κατά την επίδικη περίοδο και συνέχιζαν να βρίσκονται εκεί. Επιπλέον, της επιβεβαίωσε ότι οι δύο επιστολές (Τεκμήριο 6) που απεστάλησαν από την Εναγόμενη 1 ζητώντας μείωση της φορολογίας, αφορούσαν τις ίδιες πινακίδες (Τεκμήριο 3). Πέρα από τα πιο πάνω, η ΜΕ1 μαρτύρησε ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι οι επίδικες διαφημιστικές πινακίδες αφαιρέθηκαν. Οι πιο πάνω θέσεις της ΜΕ1, πέρα από τη δυναμική της αυθεντικότητας και πειστικότητας της μαρτυρίας της, υποστηρίζονται και από την πραγματική μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση ότι οι Ενάγοντες μόνο την Εναγόμενη 1 γνώριζαν ως φορολογούμενο, με αυτήν διατηρούσαν συνεργασία και σε αυτήν εξέδωσαν την επίδικη φορολογία συνάδει με τις δύο επιστολές, Τεκμήριο 7, που στάληκαν από την ΜΕ1 το 2015 ζητώντας πληρωμή του επίδικου υπόλοιπου του Τεκμηρίου 5 και οι οποίες απευθύνονται στην Εναγόμενη 1 και όχι στην εταιρεία ADBOARD Ltd. Επιπλέον, απευθύνονται στον ΜΥ1 προσωπικά. Τα ίδια ισχύουν και για την τρίτη στην σειρά επιστολή σε σχέση με την επίδικη οφειλή (Τεκμήριο 8) η οποία επίσης αναφέρεται στην Εναγόμενη
  20. Παρατηρώ ότι στην ίδια επιστολή γίνεται αναφορά και σε φορολογία για το έτος 2015 το τιμολόγιο της οποίας επισυνάπτεται με αναφορά επί του τιμολογίου «ADBOARD Ltd». Η εν λόγω καταγραφή επί του τιμολογίου σε αντιδιαστολή με την ξεκάθαρη αναφορά στην Εναγόμενη 1 στην επιστολή που το συνοδεύει περαιτέρω εδραιώνει κατά την άποψή μου την αλήθεια της αναφοράς της ΜΕ1 ότι εκ παραδρομής παραλήφθηκε η λέξη MEDIA στο μηχανογραφημένο τους σύστημα. Η αλήθεια της θέσης αυτής περαιτέρω παγιώνεται μέσω της επιμέρους λεπτομέρειας ότι τόσο η επιστολή όσο και το επισυνημμένο τιμολόγιο καταγράφουν το ίδιο πρόσωπο ως αρμόδιο άτομο προς ενημέρωση. Πέρα από τα πιο πάνω, τόσο η προηγούμενη απόδειξη πληρωμής φορολογίας για τα αμέσως προηγούμενα έτη 2008-2010 (Τεκμήριο 14) όσο και η καταγραφή στο αρχείο του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου Δρομολαξιάς (Τεκμήριο 15) αναφέρονται στην Εναγόμενη
  21. Το γεγονός ότι πριν από τα επίδικα χρόνια η τελευταία συναλλαγή των Εναγόντων ήταν με την Εναγόμενη 1 εν πάση περιπτώσει αποτελεί παραδεκτό γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε από τον ΜΥ1 κατά την αντεξέτασή του. Τέλος, πρόσθετη υποστήριξη στη μαρτυρία της ΜΕ1 επί αυτού του σημείου προκύπτει και από δύο επιστολές της ίδιας της Εναγόμενης 1 ημερ.25.2.2013 και 15.7.2013 (Τεκμήριο 6) οι οποίες εστάλησαν εντός της επίδικης περιόδου και μέσω των οποίων η Εναγόμενη 1 και όχι η ADBOARD LTD ζητούσε από τους Ενάγοντες μείωση της επιβληθείσας φορολογίας. Δέχομαι τη μαρτυρία της κ. Ελισάβετ Τουμάζου Μαρίνου (ΜΕ1). Ο μάρτυρας της Εναγόμενης 1 κ. Μιχάλης Κυριακίδης (ΜΥ1), δεν μου προξένησε θετική εντύπωση. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν προφανές ότι, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί ένα λάθος που εντόπισε στο Τεκμήριο 5, επιδίωκε να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών τυχόν να βάρυναν την Εναγόμενη
  22. Στόχος του δεν ήταν να αποκαλύψει τα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων για να βοηθήσει το Δικαστήριο να εκτελέσει την αποστολή του και να αποφανθεί δίκαια επί της διαφοράς αλλά αντιθέτως, να θολώσει τα νερά σε μια προσπάθεια να χρησιμοποιήσει προς όφελος της Εναγόμενης 1 την προνομιούχα θέση που κατείχε έναντι των Εναγόντων όντας διευθυντής δύο ξεχωριστών εταιρειών με παρόμοια ονόματα οι οποίες εκτελούσαν τις ίδιες εργασίες. Στο Δικαστήριο ήταν προφανής και ξεκάθαρη η προσπάθειά του να υπεκφύγει κατά την αντεξέτασή του επί όλων των κρίσιμων σημείων. Το εν λόγω συμπέρασμα βασίστηκε τόσο επί αξιολόγησης του περιεχομένου και της ποιότητας της μαρτυρίας του - η οποία σε κρίσιμα σημεία έρχονταν σε σύγκρουση με την υπόλοιπη μαρτυρία, την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία - όσο και επί της έντονης μεταβολής των εξωτερικών του γνωρισμάτων, η οποία συνέπιπτε κατά κανόνα με τα διάφορα σημεία τα οποία το Δικαστήριο δεν έκρινε ως πειστικά και ειλικρινή. Πιο συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι σε όλα τα κομμάτια της μαρτυρίας του που συνέπιπταν με την μαρτυρία των Εναγόντων ήταν ήρεμος και συγκροτημένος, στα σημεία τα οποία θα αξιολογήσω σε περισσότερο βάθος πιο κάτω, η συμπεριφορά του μεταβαλλόταν αισθητά επιδεικνύοντας άγχος, ανησυχία και ενίοτε ντροπή ενώ τα λεγόμενά του έχαναν τον αυθορμητισμό τους και έδιναν την εντύπωση ότι προβάλλονταν προμελετημένα. Υπογραμμίζω εκ νέου - ίσως εκ του περισσού, αποσκοπώντας όμως να το καταστήσω ξεκάθαρο - ότι η συμπεριφορά του ΜΥ1 στο ειδώλιο δεν αποτελεί τον αποκλειστικό λόγο για το γεγονός ότι καταλήγω να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία του. Ήμουν προσεκτική στο να μην αποδώσω υπέρμετρη αξία στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του στο ειδώλιο, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο κρύβει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία Νικολάου v. Παπαϊωάννου

(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806). Τα συμπεράσματά μου βασίζονται σε αντιπαραβολή της μαρτυρίας του με το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Εν πρώτοις σημειώνω ότι δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης 1 αποτελεί ότι «δεν είναι και δεν ήταν ποτέ η ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια και/ή κάτοχος οποιασδήποτε διαφημιστικής πινακίδας, εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων» (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Την εν λόγω θέση ο ΜΥ1 διαφοροποίησε άρδην κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέροντας ότι η Εναγόμενη 1 είχε συνεργασία με το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρομολαξιάς διατηρώντας δύο διαφημιστικές πινακίδες στον αυτοκινητόδρομο, μόνο όμως κατά την περίοδο 2008-2010, αποδεχόμενος το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 14 και 15 των Εναγόντων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση, οι εν λόγω πινακίδες αφαιρέθηκαν το 2010 λόγω του ότι δεν ήταν επικερδείς και ουδεμία διαφημιστική πινακίδα της Εναγομένης 1 υπήρχε εντός των δημοτικών ορίων των Εναγόντων κατά τα επίδικα έτη 2011-
  1. Αυτός είναι και ο λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο, που ο πρώην Κοινοτικός Γραμματέας του Συμβουλίου Δρομολαξιάς δεν εξέδωσε σχετικά τιμολόγια. Ερωτηθείς κατά την αντεξέτασή του γιατί τότε η Εναγόμενη 1 απέστειλε το 2013 δύο επιστολές (Τεκμήριο 6) προς τον πρώην Κοινοτικό Γραμματέα ζητώντας μείωση των διαφημιστικών τελών αφού σύμφωνα με τους ίδιους οι επίδικες πινακίδες είχαν αφαιρεθεί το 2010, απάντησε: «Με την κρίση του 2013, είχαμε στείλει τις συγκεκριμένες επιστολές σε όλους τους Δήμους και σε όλες τις Ενορίες σε μια προσπάθεια να σωθεί ότι σώζεται. Άρα η προσπάθεια ήταν να προσπαθήσουμε να σώσουμε ότι περισώζεται. Για τις συγκεκριμένες επιστολές, ο συνάδελφος ίσως να μην έκαμε το homework του, επιτρέψτε μου να πω, και να αποστάλθηκε αυτή η επιστολή σε όλους τους Δήμους και τα Κοινοτικά Συμβούλια» Με όλο τον δέοντα σεβασμό προς τον ΜΥ1, η θέση αυτή δεν αποτελεί πειστική εξήγηση ενώ δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη λογική αλλά ούτε και στο ίδιο το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών (Τεκμήριο 6). Η πρώτη επιστολή ημερ.25.2.2013 φέρει τον τίτλο «Θέμα: Αποπληρωμή Οφειλόμενου Ποσού» ενώ απευθύνεται στον πρώην Κοινοτικό Γραμματέα και όχι στον Δήμο γενικά. Στο σώμα της υπάρχει συγκεκριμένο αίτημα προς τους Ενάγοντες διατυπωμένο ως εξής «Για να μπορέσουμε να καταστούμε βιώσιμοι για την νέα χρονιά, είμαστε αναγκασμένοι να ζητήσουμε 50% μείωση των διαφημιστικών τελών. Ευελπιστούμε ότι θα δείτε το θέμα θετικά. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως το τι ζητάμε, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε οποιανδήποτε επιλογή. Παρακαλούμε όπως έχουμε την απάντηση σας το συντομότερο δυνατό». Όταν δεν λήφθηκε απάντηση από τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη 1 προχώρησε με αποστολή και δεύτερης επιστολής ημερ.15.7.2013 η οποία φέρει ως τίτλο «Θέμα: Αποπληρωμή Οφειλόμενου Ποσού δια διαφημιστικές πινακίδες» και με την οποία αιτούνται όπως λάβουν απάντηση στο αρχικό τους αίτημα αναφέροντας «.θα θέλαμε να σας υπενθυμίσουμε ότι δεν έχουμε λάβει την απάντηση σας σε επιστολή μας ημερομηνίας 25/02/2013 όπου ζητούσαμε μείωση 50% στα διαφημιστικά τέλη που καταβάλλουμε. Είμαστε αναγκασμένοι να ζητήσουμε τη βοήθειά σας, ζητώντας σας να δείτε το θέμα της μείωσης των διαφημιστικών τελών σοβαρά.Σημειώστε ότι τα μεγάλα Δημαρχεία όπως Δήμος Στροβόλου, Δήμος Έγκωμης, Δήμος Λάρνακας, Δήμος Λεμεσού, Δήμος Λακατάμειας, Δήμος Κ. Πολεμιδιών, έχουν προχωρήσει σε μειώσεις στα διαφημιστικά τέλη. Παρακαλούμε όπως δείτε το θέμα με θετικό φακό.» Είναι προφανές από το περιεχόμενο των επιστολών του Τεκμηρίου 6 ότι η Εναγόμενη 1, απευθυνόμενη στον πρώην Κοινοτικό Γραμματέα προσωπικά το επίδικο έτος 2013, ζήτησε μείωση συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού ενώ όταν δεν έλαβε απάντηση, απέστειλε και δεύτερη επιστολή εμμένοντας στο αίτημά της. Το περιεχόμενο των επιστολών που παρεμπιπτόντως σημειώνω ότι ο ΜΥ1 δεν αρνήθηκε ότι απεστάλησαν από την Εναγόμενη 1, καταρρίπτει τις θέσεις του κ. Κυριακίδη ότι η Εναγόμενη 1, με την κρίση του 2013 είχε αποστείλει «τις συγκεκριμένες επιστολές» σε όλους τους Δήμους και σε όλες τις Ενορίες. Πέρα από τα πιο πάνω, η θέση ότι οι εν λόγω επιστολές απεστάλησαν εν μέσω της κρίσης προς όλους, δηλώνοντας οφειλή προς αυτούς και ζητώντας έκπτωση ασχέτως εάν η Εναγόμενη 1 διατηρούσε συνεργασία μαζί τους ή όχι, αντίκειται ξεκάθαρα στη λογική και σε βασικούς κανόνες του επιχειρείν και δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτή. Όσον αφορά τη θέση ότι οι επιστολές απεστάλησαν στους Ενάγοντες από τρίτο πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως να μην είχε διενεργήσει τη δέουσα έρευνα, παρατηρώ ότι η επιστολή 25.2.2013 φέρει το όνομα του ΜΥ1 ως αποστολέα ασχέτως εάν υπογράφεται αντ' αυτού από άλλο πρόσωπο. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του, ο ΜΥ1 ερωτηθείς για ποιο λόγο, αφού δεν διατηρούσε πινακίδες στον Δήμο, όταν η Εναγόμενη 1 έλαβε τις επιστολές Τεκμήριο 7 με τις οποίες καλείτο να αποπληρώσει το ποσό δεν επικοινώνησε με τους Ενάγοντες να τους ενημερώσει ότι οι επίδικες πινακίδες είχαν αφαιρεθεί απάντησε: «Να σας πω ότι, επειδή το συγκεκριμένο δεν αφορούσε την ADBOARD MEDIA LTD, θεωρούμε ότι δεν υπήρχε λόγος να απαντήσουμε γραπτώς. Εν πάση περιπτώσει, θεωρούμε ότι το operation team θα τους ενημέρωσε. Φαντάζομαι ότι το operation team θα είχε τηλεφωνήσει.» Αντεξεταζόμενος επί αυτού του σημείου σε περισσότερο βάθος, παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε εάν έγινε κάποιο τηλεφώνημα. Για ακόμη μια φορά, οι τοποθετήσεις του ΜΥ1 κατά την άποψή μου στερούνται λογικής. Κατ' αρχάς σημειώνω τη μη αμφισβήτηση από πλευράς του ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη 1 παρέλαβε τις επιστολές (Τεκμήρια 7 και 8). Δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτό ότι η Εναγόμενη 1, λαμβάνοντας τρεις διαδοχικές επιστολές (Τεκμήρια 7 και 8) οι οποίες απευθύνονταν προς την ίδια και με τις οποίες οι Ενάγοντες αξίωναν καταβολή ποσού από αυτή για ανάρτηση πινακίδων, δεν μερίμνησε να ενημερώσει τους Ενάγοντες ότι δεν διατηρούσε πινακίδες εντός του Δήμου - ως η ένορκη μαρτυρία της - ούτε και διαμαρτυρήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα δε, αξιολογώντας το περιεχόμενο της δεύτερης επιστολής του Τεκμηρίου 7, ημερ.11.6.2015 παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες επικοινώνησαν ξεκάθαρα ότι θα προχωρούσαν με δικαστικά μέτρα εναντίον της. Καμία λογική εξήγηση δε δόθηκε γιατί η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε για να ξεκαθαριστεί το ζήτημα πριν η υπόθεση οδηγηθεί στο Δικαστήριο δημιουργώντας επιπλέον επιπλοκές και έξοδα. Πέρα από τα πιο πάνω, σημειώνω ότι οι δύο επιστολές (Τεκμήριο 7) απευθύνονται και προς τον ίδιο τον ΜΥ1 προσωπικά γεγονός που δημιουργεί περισσότερες σκιές στην τοποθέτησή του. Κατά την ταπεινή μου άποψη θα ήταν λογικά αναμενόμενο από τον ίδιο να δώσει σχετικές οδηγίες για ενημέρωση των Εναγόντων ότι έγινε κάποιο λάθος και ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ τους. Παρατηρώ τέλος ότι οι επιστολές Τεκμήριο 7 δεν συνοδεύονταν από οποιοδήποτε τιμολόγιο το οποίο να αναγράφει το όνομα ADBOARD Ltd, λεπτομέρεια η οποία ενδεχομένως να έδιδε κάποιο λογικό υπόβαθρο στην τοποθέτηση του ΜΥ1 ότι θεώρησαν ότι δεν υπήρχε λόγος να απαντήσουν στις επιστολές γιατί δεν αφορούσαν την Εναγόμενη
  2. Υπενθυμίζω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, αντικείμενο των εργασιών της Εναγόμενης 1 είναι η διαχείριση διαφημιστικών πινακίδων. Συνεπώς, είναι προφανές ότι το εν λόγω θέμα που ήγειραν τα Τεκμήρια 7 και 8 δεν αποτελούσε ένα παρεμφερές ζήτημα εκτός του κύριου κύκλου εργασιών της ως επιχείρηση. Αντίθετα, αποτελούσε ακριβώς την ουσία των υπηρεσιών που η Εναγόμενη 1 προσφέρει και δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτή η προχειρότητα με την οποία ο ΜΥ1 προσπαθεί να περιβάλει τις συνδιαλλαγές της εταιρείας με τους Ενάγοντες για να δικαιολογήσει τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των Τεκμηρίων 6, 7 και
  3. Κατά την άποψή μου, τέτοια προχειρότητα δε θα αναμένετο σύμφωνα με τη λογική και την ανθρώπινη εμπειρία από εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση πινακίδων. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι κατά το στάδιο παράθεσης της μαρτυρίας, και οι δύο πλευρές κατέθεσαν αριθμό Τεκμηρίων (Τεκμήρια 11, 12, 13, 16, 17, 18 και 20) τα οποία παρότι δεν αφορούσαν την επίδικη περίοδο, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο σε μια προσπάθεια να κλονισθεί η εκατέρωθεν μαρτυρία επί των επίδικων θεμάτων μέσω της στάσης που διατήρησαν οι δύο πλευρές τις χρονιές που ακολούθησαν τις επίδικες. Το Δικαστήριο επέτρεψε την εν λόγω κατάθεση μέχρι να διαφανεί κατά πόσον θα μπορούσαν να ρίξουν περισσότερο φως στα υπό εκδίκαση ζητήματα. Επιφύλαξε όμως βεβαίως την αξιολόγηση της όποιας βαρύτητας μπορεί να δοθεί στα εν λόγω Τεκμήρια για το τελικό στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Επισημαίνεται ότι, τα εν λόγω Τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως και αντιπαραβλήθηκαν και με την υπόλοιπη μαρτυρία. Κρίνω όμως ότι σε αυτά πρέπει να δοθεί σαφώς λιγότερη βαρύτητα απ' ότι στα Τεκμήρια 3, 6, 7 και 8 που αφορούν άμεσα την παρούσα αντιδικία. Εν πάση περιπτώσει, υπογραμμίζω ότι τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την αξιολόγησή τους συνάδουν πλήρως, επιβεβαιώνουν και ενισχύουν την πιο πάνω παρατεθείσα αξιολόγηση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκατέρωθεν μαρτυρία. Για παράδειγμα, κατά την κυρίως εξέτασή του ο ΜΥ1 δήλωσε ότι η εταιρεία ADBOARD LTD στις 16.3.2017 τοποθέτησε δύο πινακίδες στη δικαιοδοσία των Εναγόντων, εκ των οποίων η μια αφαιρέθηκε στις 28.3.
  4. Ο ΜΥ1, ερωτηθείς για το Τεκμήριο 11 παραδέχθηκε ότι αυτό απεστάλη από την Εναγόμενη 1 προς διαμαρτυρία για χρέωση των Εναγόντων ημερ. 6.4.2022 για τέσσερις πινακίδες, ως αυτή καταγράφεται στο Τεκμήριο
  5. Σε σχέση με τα δύο πιο πάνω τεκμήρια παρατηρώ τα ακόλουθα:-
(1)Η χρεωστική σημείωση, Τεκμήριο 11 καταγράφει και πάλι το όνομα ADBOARD LTD.
(2)Σε κατοπινή ερώτηση προς τον ΜΥ1 γιατί η Εναγόμενη 1 να αποστείλει τη διαμαρτυρία Τεκμήριο 11 αφού σύμφωνα με τη θέση του ορθά οι Ενάγοντες τιμολόγησαν την ADBOARD LTD και το Τεκμήριο 11 κατέγραφε το όνομά της απάντησε: «είμαστε στην ίδια διεύθυνση, έστειλαν αυτό το πράγμα.μας έστειλαν περίμεναν να πληρώσει η ADBOARD MEDIA LTD και τους είπαμε ότι δεν μας ανήκουν.»
(3)Η αρχική θέση του ΜΥ1 ήταν ότι η ADBOARD LTD διατηρούσε μόνο δύο πινακίδες στον εν λόγω Δήμο (Τεκμήρια 16 και 17) ενώ το Τεκμήριο 11 που η Εναγόμενη 1 απέστειλε κάνει αναφορά σε τέσσερις πινακίδες.
(4)Στην επιστολή της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 11) το λογότυπο της εταιρείας καταγράφει τη λέξη «ADBOARD» χωρίς οποιαδήποτε άλλη επισήμανση για MEDIA. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1 το ίδιο λογότυπο αλλά σε κόκκινο πλαίσιο είχε εντοπίσει κατά τον επιτόπιο έλεγχο της στο κάτω δεξί μέρος των πινακίδων (Τεκμήρια 3 και 4). Επιπλέον, ο ίδιος ο ΜΥ1 κατά την αντεξέτασή του παραδέχτηκε ότι οι δύο εταιρείες έχουν το ίδιο λογότυπο.
(5)Στο Τεκμήριο 20, η Εναγόμενη 1, με επιστολή ημερ.22.4.2019 η οποία και πάλι φέρει το λογότυπο «ADBOARD», ενημερώνει τους Ενάγοντες ότι έχει αφαιρεθεί μια πινακίδα η οποία ήταν τοποθετημένη σε ιδιωτικό χώρο στον δρόμο Κιτίου-Μενεού. Υπενθυμίζω πρώτον τη θέση του ΜΥ1 ότι μετά το 2010, η Εναγόμενη 1 δεν διατηρούσε καμία πινακίδα στα όρια των Εναγόντων και δεύτερον, ότι στη σχετική χρεωστική σημείωση (Τεκμήριο 16, 2ο φύλλο) καταγράφετο το όνομα ADBOARD Ltd και όχι το όνομα της Εναγόμενης 1. Αντεξεταζόμενος επί αυτής της αντίφασης δήλωσε: «Εξήγησα σας από την αρχή τη διαδικασία, που μου είχατε δείξει τις φωτογραφίες με το λογότυπο Adboard, ότι είναι διάφορες εταιρείες στον όμιλο μας που διαχειρίζονται διαφημιστικές πινακίδες άλλων εταιρειών, άρα δεν είναι συνταγή ότι το λογότυπο συνεπάγεται και με την ιδιοκτησία. Ας πούμε οι συγκεκριμένες πινακίδες στο αεροδρόμιο ανήκουν σε μια νομική οντότητα και διαχειρίζονται από άλλη νομική οντότητα, για να ξεκαθαρίσω το σκηνικό.»
(6)Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1, σε οποιοδήποτε στάδιο πριν από την καταχώριση της παρούσας Αγωγής, ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι υπήρχαν δύο ξεχωριστές νομικές οντότητες εντός του ίδιου Όμιλου εταιρειών, με παρόμοια ονόματα και τον ίδιο διευθυντή, οι οποίες εκτελούσαν τις ίδιες εργασίες και ότι η αναφορά στα τιμολόγια που λάμβανε παρέπεμπε σε άλλο νομικό πρόσωπο. Το ζήτημα αυτό εγέρθηκε για πρώτη φορά με την υπεράσπιση της, όχι όμως ευθέως αλλά με προδικαστική ένσταση ότι η Αγωγή στρέφεται εναντίον λανθασμένου νομικού προσώπου. Ακόμη και στο Τεκμήριο 11 που στάληκε στις 11.4.2022, έξι χρόνια μετά την καταχώριση της υπό εξέταση υπόθεσης, καταγράφει μόνο ότι: «Παρακαλώ σημειώστε ότι, οι τέσσερις διαφημιστικές πινακίδες για τις οποίες μας στείλατε χρέωση την 6η Απριλίου 2002, δεν ανήκουν στην εταιρεία μας» και πάλι χωρίς καμία νύξη για δεύτερη εταιρεία ή οποιαδήποτε αναφορά σε ADBOARD LTD. Όλες οι πιο πάνω παρατηρήσεις, κατά την άποψή μου, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι τα όσα ο ΜΥ1 ανέφερε στο Δικαστήριο δεν μπορούν παρά να αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Συνιστούν σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου προσπάθεια εκμετάλλευσης των ιδιαζόντων δεδομένων της παρούσας περίπτωσης, του τρόπου λειτουργίας του Ομίλου εταιρειών που ανήκει η Εναγόμενη 1 για τον οποίο αποκλειστική γνώση είχε μόνο η ίδια και ενός τυχαίου αλλά ιδιαίτερα ατυχούς λάθους των Εναγόντων το οποίο εν αγνοία τους παρέπεμπε σε δεύτερη εταιρεία του ίδιου Ομίλου, γεγονός το οποίο όμως ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε ή γνωστοποιήθηκε πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Απορρίπτω τη μαρτυρία του κ. Μιχάλη Κυριακίδη (ΜΥ1). Πριν προχωρήσω στο στάδιο των ευρημάτων θεωρώ πρόσφορο να γίνουν οι ακόλουθες επισημάνσεις. Πρώτον, ο ΜΥ1 μέσω της μαρτυρίας του παραδέχεται ότι είναι διευθυντής τόσο της Εναγόμενης 1 όσο και της εταιρείας ADBOARD LTD. Από το πιο πάνω δεδομένο προκύπτει αβίαστα ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή θέση να παραθέσει μαρτυρία, ενδεχομένως προερχόμενη και από την ίδια την ADBOARD LTD, ότι αυτή ήταν η συμβαλλόμενη, υποστηρίζοντας την μαρτυρία του. Αντ' αυτού, πέρα από την επιστολή Τεκμήριο 11 η οποία απεστάλη στις 3.6.2022 - πολύ αργότερα από την επίδικη περίοδο - το σύνολο της μαρτυρίας που αυτός προσκόμισε προς επίρρωση της θέσης του ότι η οφειλή ανήκει στην ADBOARD LTD συνιστούσε έγγραφα των ίδιων των Εναγόντων, ενισχύοντας την άποψη του Δικαστηρίου ότι πρόθεσή του δεν ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του αλλά να εκμεταλλευτεί προς όφελος της Εναγόμενης 1 την ταύτιση της καταγραφής στα εν λόγω έγγραφα με δεύτερη εταιρεία του Ομίλου τους. Εκ των πραγμάτων, αυτή η επιλογή της Εναγόμενης 1 άφησε δυσαναπλήρωτα κενά στην υπερασπιστική της γραμμή, διατηρώντας τις θέσεις της μετέωρες. Τούτων λεχθέντων, θεωρώ σημαντικό να υπογραμμίσω ότι η απόρριψη της μαρτυρίας της Εναγόμενης 1 δεν μπορεί να προσμετρήσει ως στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της μαρτυρίας και εκδοχής των Εναγόντων. Η απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν έχει τύχει τέτοιας μεταχείρισης από το Δικαστήριο σε κανένα στάδιο ενώ η διεργασία στο μυαλό του Δικαστηρίου στηρίζεται επί του δεδομένου ότι οι διάδικοι συνεχίζουν να βαρύνονται με το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί. Δεύτερον, μέσω των αγορεύσεών της, η Εναγόμενη 1 εισηγήθηκε ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε εξέδωσαν φορολογία ή απέστειλαν φορολογικό τιμολόγιο σε αυτή ενώ δεν έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο φορολογική χρέωση και νόμιμο φορολογικό τιμολόγιο τα οποία μπορούν να θεμελιώσουν συμπέρασμα επιβληθείσας φορολογίας. Ως αποτέλεσμα, έχουν παραβιάσει την υποχρέωσή τους ως διοικητικό όργανο να γνωστοποιήσουν το επιβληθέν τέλος οδηγώντας σε αποστέρηση του δικαίωματός της να προσβάλει αν το επιθυμούσε την απόφαση. Η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5) δεν παρουσιάζει οποιανδήποτε φορολογική λεπτομέρεια και ένδειξη των Εναγόντων, έχει δημιουργηθεί εκ των υστέρων σε κάποιο ηλεκτρονικό υπολογιστή για σκοπούς εξυπηρέτησης και δημιουργίας μαρτυρίας υπέρ τους και δεν έχει συνοδευτεί από την έκδοση φορολογικών τιμολογίων ανά έτος ως η εκ του νόμου υποχρέωση των Εναγόντων έναντι οποιουδήποτε φορολογούμενου. Καμία από τις πιο πάνω αναφερόμενες θέσεις της όμως δεν εγέρθηκε στο στάδιο παράθεση της μαρτυρίας, είτε μέσω της μαρτυρίας του ΜΥ1 είτε κατά την αντεξέταση της ΜΕ1, δίνοντάς της έτσι την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Η προσπάθεια εισαγωγής νέων θέσεων και μαρτυρίας μέσω των τελικών αγορεύσεων αποτελεί ανεπίτρεπτη πρακτική και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτή. Στην προκειμένη περίπτωση, η θέση που προωθήθηκε από την Εναγόμενη 1 κατά την Ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο ότι στο επίδικο τιμολόγιο (Τεκμήριο 5) δεν καταγραφόταν το όνομά της, χωρίς ταυτόχρονα να έχουν αντικρουστεί οι θέσεις των Εναγόντων και κατ' επέκταση χωρίς να έχει αμφισβητηθεί:-
(1)Ότι επιβλήθηκε η αξιούμενη φορολογία,
(2)Το ύψος της επιβληθείσας φορολογίας ως αυτό καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 5,
(3)Ότι κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη 1 από τους Ενάγοντες αξίωση για τη φορολογία και ότι οχλήθηκε για διευθέτησή της (Τεκμήρια 7 και 8),
(4)Ότι η φορολογία δεν έχει αποπληρωθεί και ακόμη εκκρεμεί στο σύνολο της. Τρίτον, και πάλι μέσω των τελικών της αγορεύσεων, η Εναγόμενη 1 εισηγείται ότι τα Τεκμήρια 14 και 15 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο γιατί αυτά δεν ήταν έγγραφα που η ΜΕ1 είχε υπόψη της το 2016 όταν οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Αγωγή. Αντίθετα, η ΜΕ1 τα εντόπισε σε μεταγενέστερο στάδιο στην προσπάθειά της να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 1 περί λανθασμένου διάδικου. Κατ' αρχάς, υπενθυμίζω ότι τα δύο Τεκμήρια είναι παραδεκτά από πλευράς του ΜΥ1 και η εγκυρότητά τους έχει επιβεβαιωθεί από τον ίδιο. Επιπλέον, παρατηρώ ότι τα εν λόγω Τεκμήρια δεν αποτελούν έγγραφα τα οποία εισάγουν νέους ισχυρισμούς από πλευράς των Εναγόντων εξού και το πότε εντοπίστηκαν αποτελεί άσχετο παράγοντα υπό το πρίσμα που το ζήτημα εγείρεται από την Εναγόμενη 1. Το σημαντικό υπό τις περιστάσεις είναι ότι αποτελούν έγγραφα τα οποία υποστηρίζουν και επιβεβαιώνουν την αρχική θέση των Εναγόντων ότι τόσο από το αρχείο τους όσο και από πληροφορίες που η ΜΕ1 έλαβε από τον πρώην Κοινοτικό Γραμματέα, η Εναγόμενη 1 ήταν η εταιρεία που συναλλάσετο με τους Ενάγοντες. Κατά την κρίση μου ο εντοπισμός τους σε κατοπινό στάδιο ενισχύει και ενδυναμώνει την αρχική θέση των Εναγόντων παρά την αποδυναμώνει ως η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει, αναδεικνύοντας το αληθινό και αξιόπιστο της εκδοχής τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η θέση της Εναγόμενης 1 απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το σύνολο των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί, ευρήματα του Δικαστηρίου αποτελούν τα ακόλουθα:-
(1)H Εναγόμενη 1 μεταξύ των ετών 2011-2014 διατηρούσε εντός των ορίων των Εναγόντων δύο διαφημιστικές πινακίδες στην είσοδο και έξοδο του Διεθνούς Αερολιμένα Λάρνακας.
(2)Οι Ενάγοντες επέβαλλαν στην Εναγόμενη 1 φόρο για τις εν λόγω δύο πινακίδες ύψους €854 ετησίως ανά πινακίδα.
(3)Στις 25.2.2013 και 15.7.2013 (Τεκμήριο 6), η Εναγόμενη 1 απευθύνθηκε προς τους Ενάγοντες μέσω του πρώην Κοινοτικού τους Γραμματέα ζητώντας μείωση του επιβληθέντος φόρου. Οι εν λόγω επιστολές έμειναν αναπάντητες.
(4)Το σύνολο της φορολογίας που επιβλήθηκε στην Εναγόμενη 1 για τα έτη 2011-2014 είναι €6.832.
(5)Η Εναγόμενη 1, έλαβε γνώση για την επιβολή της εν λόγω φορολογίας.
(6)Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων προς την Εναγόμενη 1 (Τεκμήρια 7 και 8), ουδέν ποσό πλήρωσε και εξακολουθεί να οφείλει προς αυτούς €6.832.
(7)Η Εναγόμενη 1 κατά τον επίδικο χρόνο δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε αμφισβήτησε την υποχρέωσή της για αποπληρωμή του υπόλοιπου. Επιπλέον, ουδέποτε ανέφερε στους Ενάγοντες ότι η χρέωσή τους παρέπεμπε σε διαφορετική νομική οντότητα.
(8)Η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι αφαιρέθηκαν οι εν λόγω πινακίδες.
(9)Οι Ενάγοντες είχαν συνεργασία αποκλειστικά με την Εναγόμενη 1. Μόνο αυτή την εταιρεία γνώριζαν, αυτή την εταιρεία είχαν πρόθεση να φορολογήσουν και αυτή την εταιρεία φορολόγησαν. Η αναφορά σε «ΑDBOARD LTD» στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5) αποτελεί τυπογραφικό λάθος κατά την μηχανογράφηση του τιμολογίου. Δεν γνώριζαν ότι η εν λόγω καταγραφή θα παρέπεμπε σε άλλη νομική οντότητα του ίδιου Ομίλου εταιρειών και δεν γνώριζαν την ύπαρξη εταιρείας με το όνομα ΑDBOARD LTD. Προχωρώντας τώρα στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης σημειώνω ότι θέση των Εναγόντων αποτελεί ότι ενεργώντας νόμιμα και εντός των πλαισίων των εξουσιών που τους παρέχονται μεταξύ άλλων από το άρθρο 7 του Περί Εκθέσεως Διαφημίσεων (Έλεγχος) Νόμου, Κεφ.50, προχώρησαν στην επιβολή της επίδικης φορολογίας, την οποία και δικαιούνται να εισπράξουν. Στην αντιπέρα όχθη, η Εναγόμενη 1, μέσω των αγορεύσεων της, εισηγείται ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει ζήτημα νομιμότητας της απαίτησης των Εναγόντων. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει αμφισβητήσει την εξουσία και την δυνατότητα των Εναγόντων να επιβάλουν την επίδικη φορολογία με τον τρόπο που το έπραξαν. Ούτε ήγειρε κατά το στάδιο προσκόμισης της μαρτυρίας ζήτημα νομιμότητας ή ορθότητας της πρακτικής που ακολουθήθηκε από τους Ενάγοντες στην παρούσα περίπτωση. Όλα τα πιο πάνω θέματα δεν έχουν τεθεί στην ΜΥ1 για να της δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί. Όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω αξιολογώντας παρόμοιες εισηγήσεις της Εναγόμενης 1, η θέση που προωθήθηκε κατά την Ακροαματική διαδικασία από πλευράς της ήταν ότι η φορολογία αφορούσε άλλο νομικό πρόσωπο, χωρίς αμφισβήτηση της ίδιας της διαδικασίας επιβολής της, της νομιμότητας της και του ύψους της φορολογίας. Τέτοιοι ισχυρισμοί ούτως ή άλλως δεν δικογραφούνται. Εν πάση περιπτώσει όμως, παρενθετικά αναφέρω ότι, ακόμη και να δικογραφούνταν και να εγείρονταν καθηκόντως από την Εναγόμενη 1 στο στάδιο παράθεσης της μαρτυρίας, αμφίβολο παραμένει κατά πόσον υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα είχε εξουσία και δικαιοδοσία να τους εξετάσει, έχοντας κατά νου την πάγια νομολογία ότι τέτοιας φύσεως φορολογίες αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες μπορούν να αναθεωρηθούν μόνο μέσω Προσφυγής με βάση το Άρθρο 146
(1)του Κυπριακού Συντάγματος (βλ. κατ' αναλογία SIGMA RADIO TV LTD ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, Πολ. Έφεση 12186 ημερομηνίας 23.2.06, Νίτσα Κυριάκου κ.ά. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 589, Ζήνωνα Ζ. Χρήστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847, Marketrends Financial Services Ltd ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 223). Υπενθυμίζω ότι αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός καθώς και εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 είχε λάβει γνώση για την επίδικη φορολογία, πλην όμως δεν διαμαρτυρήθηκε ούτε αμφισβήτησε την υποχρέωσή της για αποπληρωμή του εν λόγω υπόλοιπου. Συνεπώς, οι θέσεις της Εναγόμενης 1 ως καταγράφονται ανωτέρω δεν υποστηρίζονται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και απορρίπτονται. Συμπερασματικά, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1 ως οι παράγραφοι 7(Α) και 7(Β) της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 24.3.2016. Τα έξοδα της Αγωγής, πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .................. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.