ΑΝΤΡΙΟΥ ΤΖΩΝ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ ν. ΕΥΓΕΝΙΑ ΛΟΪΖΟΥ κ.α., Αρ. Aγ.: 1426/2015, 27/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Aγ.: 1426/2015 ΑΝΤΡΙΟΥ ΤΖΩΝ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ Ενάγοντας - Καθ'ου η Αίτηση και
- ΕΥΓΕΝΙΑ ΛΟΪΖΟΥ
- ΛΟΪΖΟΣ ΑΝΔΡΕΑ ΛΟΪΖΟΥ Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια Αίτηση ημερ.4.7.2023 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ημερ.6.2.2023 Ημερομηνία: 27.5.2024 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Μαρία Μικελλίδου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ.κ. Δρ. Ανδρέας Ποιητής & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με τελική απόφαση του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου μέσα στα πλαίσια της Αγωγής υπ.αρ.1426/2015, εκδόθηκε διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας για καταβολή προς τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση ποσού ύψους €60.000 πλέον τόκων, πλέον τα έξοδα της αγωγής ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με την παρούσα αίτηση, βασιζόμενη κυρίως επί της Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τα δεδομένα της αντιδικίας πληρούν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και νομολογίας για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης που έχει καταχωρίσει και η οποία έχει λάβει τον αριθμό 50/
- Θέση της είναι ότι η καταχωρισθείσα Έφεση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας. Κύριο παράπονό της κατ' έφεση είναι ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο πίστεψε την εκδοχή του Ενάγοντα επί των επίδικων θεμάτων παρότι ήταν ψευδής, σε αντιδιαστολή με τη δική της εκδοχή η οποία ήταν η αληθής και η οποία είχε υποστηριχθεί με σωρεία αποδεικτικών εγγράφων πλην όμως δεν έγινε πιστευτή. Συνοπτικά, η εκδοχή του Ενάγοντα η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο καθιστώντας την εύρημα, αφορά καταβολή από τον ίδιο στην Εναγόμενη του ποσού των €60.000, ενόσω αυτοί διατηρούσαν ερωτικό δεσμό που όδευε προς τον γάμο, με σκοπό αυτή να αγοράσει από τον θείο της αριθμό κτημάτων τα οποία παλαιότερα ανήκαν στον πατέρα της. Τα εν λόγω κτήματα εγγράφηκαν στον όνομα της Εναγόμενης για λόγους άσχετους με την συναλλαγή. Μετά τη διάλυση της σχέσης τους, ο Ενάγοντας ζήτησε από την Εναγόμενη είτε την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε είτε όπως τα επίδικα κτήματα εγγραφούν στο όνομά του. Προσέκρουσε όμως σε άρνησή της. Αντίθετη ήταν η θέση της Εναγόμενης η οποία υποστήριξε ότι το ποσό το οποίο καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα ήταν ύψους €50.000 με το υπόλοιπο ύψους €10.000 να έχει καταβληθεί από την ίδια. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η καταβολή των €50.000 από τον Ενάγοντα αποτελούσε επιστροφή δανείου που ίδια του παρείχε όταν ζούσαν μαζί στο εξωτερικό και το οποίο αυτός όφειλε να της αποπληρώσει. Προς υποστήριξη του αιτήματος της για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της, η Εναγόμενη δηλώνει αυτολεξεί ότι:- «
- Η ζημιά και η ταλαιπωρία που θα υποστώ σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης εναντίον μου θα είναι δυσανάλογες της οποιασδήποτε αποζημίωσης διότι πέραν της προσωπικής ζημιάς απώλειας και ταλαιπωρίας θα υπάρξουν παράπλευρες απώλειες που θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπεια μου. .
- Ο Ενάγοντας/ καθ'ου η Αίτηση με την απόφαση μπορεί να καταχωρήσει memo στο Επαρχιακό κτηματολόγιο Λάρνακας και ακολούθως να ζητήσει την πώληση των χωραφιών μου (η αγορά των χωραφιών και το ποσόν που κατέβαλλε ο ενάγοντας ήταν το επίδικο θέμα της αγωγής) και μ'αυτό τον τρόπο να πωληθούν και να απωλεσθούν τα χωράφια μου εάν κερδίσω την έφεση να το έχω ήδη απωλέσει.
- Ο Ενάγοντας δεν έχει περιουσία στην Κύπρο (κινητή ή ακίνητη) είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν θα μπορεί να καλύψει την ζημιά μου εάν πωληθούν τα χωράφια μου που είναι μάλιστα περισσότερης αξίας από το ποσόν που οφείλω όπως το παραδέχθηκε και ο ενάγοντας στην μαρτυρία του και επίσης τα χωράφια άνηκαν επί χρόνια στην οικογένεια μου είναι συνδεδεμένη συναισθηματικά και θα ήταν άδικο να πωληθούν και να χαθούν από την οικογένεια μου.
- Τυχόν εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης εναντίον μου θα έχει ως συνέπεια να αρνηθεί εκ των υστέρων να μου καταβάλλει τα ποσά τα οποία θα λάβει από την πώληση των χωραφιών μου και εγώ θα είμαι εκτεθειμένη και χωρίς λεφτά και χωράφια.» (Η σύνταξη και η ορθογραφία των ανωτέρω παραγράφων έχει διατηρηθεί αυτούσια) Περαιτέρω, η Αιτήτρια εκφράζει την άποψη ότι η Έφεσή της έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας, επισυνάπτοντας τη σχετική Ειδοποίηση Έφεσης. Το υπό εξέταση αίτημα προσέκρουσε σε ένσταση του Ενάγοντα μέσω της οποίας εγείρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα ζητήματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην παρούσα περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.35 Θ.18 και της σχετικής νομολογίας που την ερμηνεύει, ενώ οι λόγοι που προωθούνται προς τεκμηρίωση των προϋποθέσεων είναι γενικοί, αόριστοι, αβάσιμοι και ελλιπείς. Επιπλέον, η καταχωρισθείσα έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, η ειδοποίηση έφεσης είναι παράτυπη και δεν αφορά νομικό σημείο, η Αιτήτρια δεν έχει παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες προς επίρρωση του ισχυρισμού της για καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ενώ η έφεση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά, για αλλότριους σκοπούς, στοχεύοντας στην περαιτέρω παρεμπόδισή του από το να εισπράξει το λαβείν του. Επίσης, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η καταχωρισθείσα έφεση ούτε θα επηρεαστεί ούτε θα καταστεί άνευ αντικειμένου σε περίπτωση εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης ενώ αντίθετα ο Ενάγοντας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και θα παρεμποδιστεί από τον απολαύσει το αποτέλεσμα της επιτυχίας του. Τέλος, παραπονιέται ότι η Εναγόμενη δεν προτείνει οποιαδήποτε εξασφάλιση ή εγγύηση στον ίδιο ώστε σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης που καταχώρησε να διασφαλιστούν τα δικαιώματά του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, υποστηρίζει, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η προώθηση των θέσεων των δύο πλευρών έγινε μέσω ένορκων δηλώσεων και γραπτών αγορεύσεων, χωρίς αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Διευκρινίζω ότι έχω εξετάσει και αξιολογήσει πλήρως και με προσοχή όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των δύο πλευρών ως αυτές εκτίθενται στο σύνολο των γραπτών παραστάσεων της παρούσας Αίτησης. Αναφορά σε αυτούς όμως, θα γίνεται μόνο όπου κρίνω αυτό απαραίτητο για επίλυση του υπό εκδίκαση ζητήματος. Η σχετική Δ.35 Θ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών αναφέρει τα ακόλουθα: «
- An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.» Η απόφαση για αναστολή «ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 Καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης» (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978). Οι αρχές που διέπουν την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις αναστολής, στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 CLR 592 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Την διασφάλιση αφ' ενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφ' ετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση Έφεσης». Σχετική είναι και η απόφαση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.A.Δ. 955, στην οποία λέχθηκε ότι: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Έχει νομολογηθεί περαιτέρω ότι «Οι δύο αυτοί παράγοντες πρέπει να εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης» (βλ. Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284). Περισσότερη καθοδήγηση σε σχέση με τα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξισορρόπηση των δύο παραγόντων, δόθηκε στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ 1147 στην ακόλουθη περικοπή: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης απόφασης . Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.» Στην πρόσφατη απόφαση Ανδρέα Αζά v. Ειρηνούλλας Χρίστου Παράκα αλλώς Ειρηνούλλας Αζά, Π.Ε. αρ. Ε31/2023, ημερ.30.11.2023, ECLI:CY:AD:2023:D144 ειπώθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις προοπτικές επιτυχία της έφεσης: «Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά συνήθως οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνον η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Εφετείο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (βλ. μεταξύ άλλων BP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287 & Βογαζιανού ν. Γ. Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ., 591). . Ιδιαίτερα σημαντικός και πρωταρχικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψιν σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, είναι το κατά πόσον σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αναστολής, η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου.» Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο αιτών διάδικος, προκειμένου να πετύχει την αιτούμενη αναστολή θα πρέπει να αποδείξει ότι σε περίπτωση άρνησης του αιτήματός του, η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της (βλ. επίσης Loukos Trad. Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλητσιηγκ & Νταιγκ Κο ΛΤΔ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014) ή θα έχει ως συνέπεια «κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης» (βλ. Χαραλάμπους (ανωτέρω)). Σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βλέπε επίσης - μεταξύ άλλων - τις πρόσφατες αποφάσεις Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους και Λεωνίδας Γεωργίου κ.ά. Πολ.εφ.251/14, ημερ.19.2.2016, ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. YIANGOS I SOCRATOUS & SONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 149/2015, 26.9.2016, Vouros Healthcare Ltd v D.E.K.S.A. Ltd, ΠΕ207/15, ημ. 12.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A12 και ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ v. ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 239/2023, 20/5/2024. Μέσω της μαρτυρίας της, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να ανασταλεί. Σε αντίθετη περίπτωση, ισχυρίζεται, η ζημιά και η ταλαιπωρία που θα υποστεί θα είναι δυσανάλογη γιατί πέρα από την προσωπική της ζημιά θα προκύψουν και παράπλευρες απώλειες οι οποίες θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά της. Επιπλέον, εάν δεν ανασταλεί, ο Ενάγοντας θα εγγράψει ΜΕΜΟ επί των χωραφιών το αντίτιμο των οποίων αποτελούσε επίδικο θέμα της αγωγής και ως αποτέλεσμα, η ίδια θα τα απωλέσει παρόλο που έχουν συναισθηματική αξία για την ίδια και επιθυμεί να παραμείνουν στην οικογένειά της. Τέλος, παραπονιέται ότι ο Ενάγοντας δεν έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και είναι κάτοικος εξωτερικού και δε θα μπορεί να καλύψει τη ζημιά της, ενώ εκφράζει την πεποίθηση ότι θα αρνηθεί να της καταβάλει το ποσό που θα λάβει από την πώληση των χωραφιών της. Κατ' αρχάς, αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας της Εναγόμενης, σημειώνω ότι δεν είναι ξεκάθαρο γιατί η ίδια θεωρεί ότι η εκτέλεση απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον της και με την οποία οφείλει να συμμορφωθεί είναι ζήτημα που αποτελεί πλήγμα στην τιμή και την αξιοπρέπειά της. Με κάθε σεβασμό προς την ίδια, η συγκεκριμένη πτυχή του επιχειρήματός της κρίνεται ως γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όσον αφορά τώρα το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματός της το οποίο η ίδια αποκαλεί «προσωπική ζημιά», παρατηρώ ότι οι λόγοι οι οποίοι αναφέρει δεν δύναται να ερμηνευτούν σύμφωνα με την πάγια νομολογία ούτε ως ανεπανόρθωτη ζημιά ούτε ως εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν αναστολή. Η ζημιά η οποία θα προκληθεί στην προκειμένη περίπτωση είναι χρηματική. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα στην υπόθεση Μαρκουλλίδου κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1989)3 Α.Α.Δ. 3413 ξεκαθαρίστηκε ότι: «Χρηματική ζημία δεν είναι ανεπανόρθωτη ή δυσεπανόρθωτη ζημία. Η ζημία που δυνατό να θέσει σε κίνδυνο εμπορική επιχείρηση, ή την ικανότητα συντήρησης του αιτητή, ή αιφνίδια αποστέρηση των μέσων βιοπορισμού του ιδίου και της οικογένειάς του μπορεί να χαρακτηρισθεί, σε μερικές περιπτώσεις, ως ανεπανόρθωτη.» Όσον αφορά δε τον κατ' ισχυρισμόν συναισθηματικό επηρεασμό που θα υποστεί η Εναγόμενη σε περίπτωση πώλησης των χωραφιών της, σημειώνω ότι αυτή η επίπτωση είναι συχνά αναπόφευκτη απόρροια μιας χαμένης δικαστικής διαμάχης. Πλην όμως, όσο σφοδρό και να είναι το πλήγμα συναισθηματικά, χωρίς να συνδυάζεται από νομολογικά αναγνωρισμένους παράγοντες, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για ανατροπή της αρχής της τελεσιδικίας η οποία έχει μια ιδιαίτερη βαρύτητα και συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και το κράτος δικαίου ευρύτερα (βλ. Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρία Κωμοδρόμου, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας του ΗΑBIB SAID HISSIN, Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 283/2015, 23/3/2016). Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι στην παρούσα αντιδικία, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι τα εν λόγω χωράφια στην πραγματικότητα αγοράστηκαν με χρήματα του Ενάγοντα τα οποία διέταξε την Εναγόμενη να επιστρέψει. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου παραμένουν άθικτα παρά την καταχώριση Έφεσης και το κύρος τους δεν έχει μειωθεί. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ανωτέρω). Στρεφόμενη τώρα στο παράπονο της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας δεν έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και είναι κάτοικος εξωτερικού παρατηρώ ότι παρόμοιες θέσεις έχουν εξεταστεί σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω) όπου το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: «Η αόριστη επίκληση της πλευράς της εφεσείουσας για διαμονή των κληρονόμων σε χώρα μη ευρωπαϊκή ή η γενική επίκληση κινδύνων μεταβίβασης σε τρίτους δεν μας έχουν πείσει ότι στοιχειοθετούν την έννοια της ανεπανόρθωτης βλάβης, ούτε μας πείθουν ότι η έφεση θα μείνει άνευ αντικειμένου. Έχουμε την άποψη ότι το βάρος της αιτήτριας να καταδείξει την ανεπανόρθωτη βλάβη και την εν γένει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων αποκτά ένα ειδικό περιεχόμενο όταν ένας διάδικος έχει εμπλακεί σε πολύχρονες δικαστικές διαδικασίες στην προσπάθεια του να δικαιωθεί. Θα ήταν παράλογο, στη βάση γενικών ισχυρισμών, να αποστερήσουμε το διάδικο από τους καρπούς της εν τέλει επιτυχίας του». Όπως και στην Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω) έτσι κι εδώ, η επίκληση της θέσης ότι ο Ενάγοντας δε θα μπορεί να καλύψει τη ζημιά της, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, κρίνεται ως αόριστη. Όσον αφορά δε την πεποίθηση που εκφράζει η Εναγόμενη ότι σε περίπτωση ανατροπής της πρωτόδικης απόφασης ο Ενάγοντας θα αρνηθεί να της καταβάλει το ποσό που θα λάβει από την πώληση των χωραφιών της, αυτή αποτελεί δική της προσωπική άποψη η οποία δεν υποστηρίζεται όμως περαιτέρω από οποιαδήποτε αιτιολογία, λόγο ή μαρτυρία. Αντίθετα, θα έλεγα, συγκρούεται με την μαρτυρία του Ενάγοντα ο οποίος αναφέρει ενόρκως ότι είναι διατεθειμένος μόλις εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος να παραχωρήσει τραπεζική εγγύηση για το σύνολο του, πληρωτέα σε περίπτωση που η Εναγόμενη πετύχει κατ' έφεση ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι, η Εναγόμενη, κληθείς από το Δικαστήριο να τοποθετηθεί μέσω της δικηγόρου της επί της πιο πάνω πρότασης του Εναγόμενου, δήλωσε ξεκάθαρα ότι αδυνατεί οικονομικά να συμμορφωθεί με την εκδοθείσα απόφαση εναντίον της και ότι η πρόταση του Εναγόμενου δε γίνεται αποδεκτή, εμμένοντας στην προώθηση του παρόντος αιτήματος. Στρέφοντας τέλος την προσοχή μου στη θέση της Εναγόμενης ότι η καταχωρισθείσα Έφεση έχει καλές πιθανότητας επιτυχίας, παρατηρώ ότι η άποψή της αυτή εδράζεται αποκλειστικά επί αμφισβήτησης της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έγινε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, η Εναγόμενη δηλώνει ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο «κακώς πίστεψε τον Ενάγοντα σε σωρεία ψευδών γεγονότων και δεν με πίστεψε όπου καταχώρησα σωρεία αποδεικτικών στοιχείων προς επιβεβαίωση της αλήθειας των θέσεων μου». Το γεγονός ότι όλοι οι λόγοι Έφεσης αφορούν αξιολόγηση μαρτυρίας επιβεβαιώνεται και από την ειδοποίηση έφεσης (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με πάγια νομολογία το Εφετείο, εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση και τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρατηρήσει και να εξετάσει τη μαρτυρία ενώπιόν του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, με όλα τα συνακόλουθα ευεργετήματα. Το Δικαστήριο πρωτοδίκως είναι κατά κανόνα σε καλύτερη θέση να κρίνει και να αξιολογήσει τους μάρτυρες αποκομίζοντας την ανάλογη εντύπωση παρακολουθώντας τη δίκη και τις αντιπαραβαλλόμενες θέσεις, ως μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. (βλ. Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 A.A.Δ. 1275). Για σκοπούς πληρότητας να αναφέρω ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση, κατά την αξιολόγησή του, έκρινε ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης χαρακτηριζόταν από γενικότητα, αοριστία σύγχυση και έλλειψη λογικής. Επιπλέον, ότι ως μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και δεν παρουσίασε καθαρές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά αντίθετα επιχείρησε να παραποιήσει την πραγματικότητα και κατέφυγε σε ψεύδη. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας της Έφεσης, καταλήγω δεν είναι δυνατόν, υπό τις περιστάσεις, να καταλήξω ότι η Εναγόμενη έχει με βεβαιότητα καλές πιθανότητες επιτυχίας. Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη νομολογία, το θέμα είναι οριακής σημασίας και «μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου» (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου (ανωτέρω)). Η παρούσα περίπτωση δεν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση. Καταληκτικά, εξισορροπώντας τους δύο παράγοντες, δηλαδή την απόδοση στον Ενάγοντα των καρπών της επιτυχίας του και ταυτόχρονα τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος της Εναγόμενης για Έφεση, έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σταθμίζοντας κάθε σχετικό γεγονός που τέθηκε ενώπιόν μου σε σχέση με τα ανωτέρω - για τους λόγους που προσπάθησα ήδη να εξηγήσω - καταλήγω ότι το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής. (βλ. Χατζηευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd a.o.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Αυτές οι εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν καταδειχθεί. Επιπλέον, κανένα στοιχείο που τέθηκε ενώπιόν μου δεν καταδεικνύει ότι σε περίπτωση που η απόφαση δεν ανασταλεί, η καταχωρισθείσα Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης - Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο