← Κύπρος

Μιχαλάκη Ηρακλέους Χαραλάμπους ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, Αίτηση Έφεση: 128/24, 3/6/2024

Μιχαλάκη Ηρακλέους Χαραλάμπους ν. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, Αίτηση Έφεση: 128/24, 3/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αίτηση Έφεση: 128/24(
  2. ij)Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.Ν.9/1965) και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο (Κεφ.224), ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: Μιχαλάκη Ηρακλέους Χαραλάμπους (Michalakis Eracleous Charalampous) Αιτητή - Εφεσείοντα και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι ------------------ Ημερομηνία: 03 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για εφεσείοντα - αιτητή: κ. Ν. Δαμιανού για ΝΙΚΟΣ ΔΑΜΙΑΝΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε Για εφεσίβλητους - καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Κότροφος, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα διαδικασία την οποία ήγειρε στις 27/05/2024, ο αιτητής ζητά, στη βάση κυρίως των αρ. 2, 21, 27, 37, 44Α - 44ΙΑΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65 ως τροποποιήθηκε, του Κεφ.224, του Ν.14/60, του Κεφ.6, των συναφών Κανονισμών, των αρ. 16,

(1), 23, 26
(1), 28, 30 και 169 του Συντάγματος, του κυρωτικού Νόμου Ν.40/82 και των («παλαιών») Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως εκδοθεί δικαστικό διάταγμα με το οποίο να «.ακυρώνεται ή και να παραμερίζεται η. ειδοποίηση «ΙΑ» της οποίας ο αιτητής δεν έλαβε γνώση συμφώνως των προνοιών της Νομοθεσίας ή/και ειδοποίησης πλειστηριασμού αναρτημένης στη σελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών ή/και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ή και να ακυρώνεται ο καθορισμένος στις 04/06/2024 Πλειστηριασμός του ακινήτου ή/και των ακινήτων με αριθμό εγγραφής (α) 1/1176.(β) 5/865.(γ) 5/866.». Σημειώνω εδώ ότι στην αίτηση επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α η ειδοποίηση που οι καθ' ων η αίτηση ανάρτησαν στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών σε σχέση με τον καθορισμένο για αύριο πλειστηριασμό των προαναφερόμενων τριών ακινήτων, για τα οποία οι τελευταίοι αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι πρόκειται για καταστήματα και ότι προτίθενται να προχωρήσουν στην εξ ολοκλήρου πώληση τους («Εγγεγραμμένο Συμφέρον που θα πωληθεί 1/1». Οι λόγοι τώρα για τους οποίους ο αιτητής θεωρεί ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα είναι 7 στο σύνολο και περιστρέφονται γύρω από το ότι, (α) η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση τύπου ΙΑ καθώς και η προηγούμενη ειδοποίηση τύπου Ι δεν έχει επιδοθεί νομότυπα ή και δεν έχει επιδοθεί δεόντως με την ορθή διαδικασία ή και στη διεύθυνση του αιτητή εκτός δικαιοδοσίας δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο (Λόγος Έφεσης 1), (β) οι ειδοποιήσεις είναι πραγματικά και νομικά εσφαλμένες και/ή παράτυπες και/ή άκυρες (Λόγοι έφεσης 2 και 3), (γ) η διαδικασία εκποίησης που ακολούθησαν οι καθ' ων η αίτηση είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική διότι οι επίδικες Ειδοποιήσεις δεν επιδόθηκαν δεόντως σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αλλά και διότι δεν τηρήθηκαν ορθά οι σχετικές με την επίδοση πρόνοιες του Ν.9/65 (Λόγοι έφεσης 4 και 5) και (δ) η διαδικασία εκποίησης που ακολούθησαν οι καθ' ων η αίτηση παραβιάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή και είναι παράτυπη και καταχρηστική (Λόγοι Έφεσης 6 και 7) Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του αιτητη που υποστηρίζει την αίτηση (η οποία έγινε στην αγγλική γλώσσα αλλά συνοδεύεται με ένορκη μετάφραση της στα ελληνικά), ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είναι μόνιμος κάτοικος Η.Β (Doncaster), ο οποίος είχε έρθει για λίγες μέρες στην Κύπρο περί τις 04/05/24 οπόταν και εντόπισε στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών την ειδοποίηση των καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την πρόθεση των τελευταίων να πωλήσουν μέσω πλειστηριασμού τα τρία ακίνητα στα οποία αυτός είναι κατά ½ ιδιοκτήτης. Για την εν λόγω πώληση όμως, ισχυρίζεται ο αιτητής, καμία σχετική ειδοποίηση τύπου Ι ή ΙΑ δεν του είχε επιδοθεί προηγουμένως στη διεύθυνση του στο Doncaster στην Αγγλία, και ως εκ τούτου - επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους έφεσης - υποστηρίζει ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν ενεργήσει καταχρηστικά και κατά τρόπο που καταστρατηγεί τόσο τη σχετική νομοθεσία όσο και τα συμφέροντα και δικαιώματα του και θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού. Στην αντιπέρα όχθη, με την ένσταση που καταχώρισε η πλευρά των καθ' ων η αίτηση προβάλλονται συνολικά 6 λόγοι για τους οποίους οι τελευταίοι θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προβάλλεται ειδικότερα ότι η αίτηση θα πρέπει ν' απορριφθεί διότι (α) δεν έχει συμπεριληφθεί ως διάδικος στη διαδικασία η άλλη ενυπόθηκος οφειλέτης και συνιδιοκτήτρια των δύο προς πώληση ακινήτων (ΒΗ), (β) έχουν επιδοθεί νόμιμα, νομότυπα και δεόντως όλες οι προβλεπόμενες από το Ν.9/65 ειδοποιήσεις στον αιτητή και στα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, (γ) δεν μπορούν να προβάλλονται ως λόγοι ακύρωσης ζητήματα που δεν αναφέρονται στη σχετική εξαντλητική «λίστα» του Ν.9/65 και (δ) οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης είναι γενικοί και αόριστοι. Εν συντομία, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η οποία γίνεται από λειτουργό της εταιρείας που διαχειρίζεται τα συμφέροντα που οι καθ' ων η αίτηση έχουν αποκτήσει σε σχέση με δάνεια που, όπως την εδώ περίπτωση, είχαν δοθεί από τους προκατόχους τους σε διάφορους οφειλέτες υπό την εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης επί των ακινήτων των εν λόγω οφειλετών, τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής. Τα επίδικα ακίνητα, τα οποία σύμφωνα με τα μητρώα του Κτηματολογίου (Τεκ.1) ανήκουν, το 866 και το 855 κατά ½ στον αιτητή και κατά ½ στη σύζυγο του ΒΗ και το 1176 κατά ¼ στον αιτητή και κατά ¾ στη ΒΗ, είχαν προσφερθεί από τους τελευταίους ως εξασφάλιση σε σχέση με δάνειο που είχαν λάβει ο αιτητής, η ΒΗ και η ΜΗ περί το 2012 οπόταν και ενεγράφη επί αυτών η υποθήκη Υ1555/2012. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, η ΒΗ είναι και συνοφειλέτιδα αλλά και μία εκ των ενυπόθηκων οφειλετών του χρέους που επιδιώκεται να ανακτηθεί μέσω της προτιθέμενης πώλησης των επίδικων ακινήτων και εφόσον με τον επίδικο πλειστηριασμό πρόκειται να πωληθούν και τα δικά της συμφέροντα/μερίδια, ο αιτητής όφειλε να την συμπεριλάβει στη διαδικασία ως «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» ή τουλάχιστο να δείξει ότι την ενημέρωσε περί αυτής. Επιπλέον όμως, υποστηρίζει η ομνύουσα, ως προκύπτει από τα τεκμήρια 2 και 3, τόσο ο αιτητής και η ΒΗ, οι οποίοι είναι αποδεκτό ότι είναι μόνιμοι κάτοικοι Η.Β, όσο και η ΜΗ, η οποία είναι κάτοικος Λάρνακας, είχαν περί τον Φεβρουάριο 2022 λάβει τις προβλεπόμενες ειδοποιήσεις τύπου Ι με επισυναπτόμενες καταστάσεις λογαριασμού ως ο νόμος επιβάλλει, οι πρώτοι δύο με συστημένο ταχυδρομείο και η τρίτη με ιδιωτική επίδοση. Αναφορικά δε με τις ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ που αποστάληκαν σε μεταγένεστερο στάδιο και με τις οποίες καθορίστηκε η ημερομηνία του πλειστηριασμού, η ομνύουσα αναφέρει ότι η συγκεκριμένη ειδοποίηση στάληκε στη ΜΗ και παραλήφθηκε από αυτή στις 14/03/24 μέσω συστημένου ταχυδρομείου (Τεκ.7), ενώ στους αιτητή και ΒΗ, αφού πρώτα επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς στις 07/03/24 η αποστολή της με συστημένο ταχυδρομείο σε μια άλλη διεύθυνση στο ΗΒ στην οποία οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τους ενημέρωσε περί τον Ιούλιο 2023 ο δικηγόρος του αιτητή και της ΒΗ ότι αυτοί διέμεναν (Τεκ.4, 5 και 6), τους επιδόθηκε με ιδιωτική επίδοση που έγινε στη ΒΗ στις 18/04/24 όταν αυτή έτυχε να εντοπιστεί στην Κύπρο (Τεκ.8 και 9). Δεν «έτυχε» δηλαδή ο αιτητής, σύμφωνα με την ομνύουσα, να ανακαλύψει ότι έχει καθοριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού για τα ακίνητα του αλλά αντίθετα το πληροφορήθηκε ρητά διότι οι καθ' ων η αίτηση τον ειδοποίησαν ως ο Νόμος επιβάλλει. Στη βάση των πιο πάνω, καταλήγει η ομνύουσα, πέραν του ότι θα πρέπει να επιτύχει η ένσταση που προβάλλεται σε σχέση με την απουσία όλων των αναγκαίων επηρεαζόμενων προσώπων από τη διαδικασία, ήτοι της ενυπόθηκου οφειλέτη και συνιδιοκτήτριας ΒΗ, όλοι οι λόγοι έφεσης του αιτητή θα πρέπει να απορριφθούν ως παντελώς αβάσιμοι και ανεδαφικοί και αυτό διότι αντίθετα με το τι αναληθώς και παραπλανητικά υποστηρίζει ο τελευταίος, η διαδικασία που ακολούθησαν οι καθ' ων η αίτηση ήταν ορθή, νόμιμη και ακριβώς αυτή που προβλέπει και επιβάλλει ο Ν.9/65 να ακολουθηθεί. Εφόσον καμία πλευρά δεν επεδίωξε να αντεξετάσει τον ομνύοντα της άλλης πλευράς και ούτε επιχειρήθηκε από πλευράς αιτητή όπως καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση ή αντίκρουση των όσων ισχυρισμών περί γεγονότων πρόβαλε με την ένσταση και υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Κρίνω κατ' αρχή ορθότερο όπως εξετάσω πρώτα την θέση των καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το κατά πόσο έχουν συμπεριληφθεί στην διαδικασία όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ως ο όρος αυτός ορίζεται από τις σχετικές νομικές αρχές, ή έστω το κατά πόσο τα πρόσωπα αυτά έχουν δεόντως ειδοποιηθεί για την ύπαρξη της διαδικασίας αυτής καθώς και για το δικαίωμα τους να ακουστούν από το Δικαστήριο αν επιθυμούν, και αυτό κυρίως διότι το συγκεκριμένο ζήτημα άπτεται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και δεν νοείται να εξετάζονται επί της ουσίας τους δικαιώματα τρίτων προσώπων που δεν είναι παρόντα και δεν έχουν δεόντως ενημερωθεί. Των πιο πάνω λεχθέντων λοιπόν, επισημαίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι καθ' ων αίτηση επιδιώκουν να πωλήσουν ολόκληρα τα τρία επίδικα ακίνητα. Επιπρόσθετα όμως αυτού, όπως αναφέρει και ο ίδιος ο αιτητής αλλά και επιβεβαιώνεται και από τα μητρώα του Κτηματολογίου που παρουσίασαν οι καθ' ων η αίτηση και ο αιτητής δεν τα έχει αμφισβητήσει, ο τελευταίος δεν είναι ούτε ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης των τριών αυτών ακινήτων αλλά ούτε και ο μόνος ενυπόθηκος οφειλέτης ως ο όρος αυτός καθορίζεται στο Ν.9/65[1]. Δεν είναι δηλαδή μόνο τα ιδιοκτησιακά συμφέροντα του αιτητή επί των τριών ακινήτων που έχουν υποθηκευτεί με την υποθήκη Υ1555/2012 για σκοπούς εξασφάλισης των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν παρασχεθεί και το οποία επιδιώκονται να πωληθούν μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού που ενεργοποίησαν οι επίδικες ειδοποιήσεις. Όπως άλλωστε αναφέρεται στις επίδικες ειδοποιήσεις που ο αιτητής επιδιώκει να παραμερίσει και/ή ακυρώσει, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες και κύριοι των ακινήτων είναι δύο, ο αιτητής και η σύζυγος του ΒΗ. Με βάση λοιπόν τις πρόνοιες των αρ. 44Γ
(2)και
(3)του Ν.9/65[2], οι οποίες είναι και οι πρόνοιες από τις οποίες πηγάζει το δικαίωμα για καταχώριση και προώθηση αιτήσεων αυτής της φύσης, ήτοι αιτήσεις για παραμερισμό ειδοποιήσεων πλειστηριασμού που στάληκαν δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65, το έννομο συμφέρον που προβάλλει να έχει ο αιτητής στην παρούσα περίπτωση απορρέει και από την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη αλλά και από την ιδιότητα του «ενδιαφερόμενου προσώπου», δηλαδή προσώπου που «. έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος» (βλ. άρθρο 44ΙΕ). Τα ίδια όμως συμφέροντα είναι και που έχει και η ΒΗ, τόσο ως η άλλη συνιδιοκτήτρια και ενυπόθηκος οφειλέτης, όσο και ως το άλλο πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επωφεληθεί πλήρως του οποιουδήποτε τυχόν εκπλειστηριάσματος της πώλησης των τριών ακινήτων, είτε κατόπιν πίστωσης του εκπλειστηριάσματος στο χρέος της και προς όφελος της είτε σε σχέση με οποιοδήποτε πλεόνασμα ήθελε προκύψει μετά από μια τέτοια πίστωση. Με γνώμονα λοιπόν ότι η παρούσα αίτηση δεν αναφέρεται να καταχωρείται και να προωθείται απ' όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες - όλους δηλαδή τους κύριους των υποθηκευμένων ακινήτων που επιδιώκεται να πωληθούν εξ ολοκλήρου, συμπεριλαμβανομένης και της ΒΗ δηλαδή - το ερώτημα που πρέπει κατ' αρχή ν' απαντηθεί είναι το αν έπρεπε να συμπεριληφθεί στη διαδικασία με κάποιο τρόπο ως διάδικος και η ενυπόθηκος οφειλέτης και συνιδιοκτήτρια ΒΗ ή έστω να ειδοποιηθεί για την ύπαρξη της διαδικασίας ώστε να έχει την ευκαιρία να θέσει τις όποιες θέσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση που να επηρεάζει τον πλειστηριασμό των ακινήτων και των ιδιοκτησιακών της συμφερόντων. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά την γνώμη μου καταφατική. Εξηγώ. Κατά πρώτο, ως επισημαίνει και η σχετική νομολογία, δεν νοείται να εξετάζονται και να αποφασίζονται θέματα που αφορούν την τύχη ακίνητης ιδιοκτησίας στην απουσία όλων των προσώπων που έχουν συμφέρον επί της ιδιοκτησίας αυτής (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 68/2019, 8/5/2020, ECLI:CY:AD:2020:A144, ECLI:CY:2020:A144 και την νομολογία που εκεί αναφέρεται). Κατ' αναλογία, δεν θα μπορούσε να εξετάζεται και να αποφασίζεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια μιας διαδικασίας της παρούσας φύσης το κατά πόσο θα επιτραπεί ή όχι να πωληθεί το ακίνητο ενός προσώπου χωρίς ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου ακινήτου να λαμβάνει μέρος στην διαδικασία ή έστω να γνωρίζει για την ύπαρξη της, ιδιαίτερα όταν το πρόσωπο αυτό έχει προσφέρει το ακίνητο του ως ενυπόθηκη εξασφάλιση. Το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας ταυτόχρονα και το ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε και αντικρουστεί από πλευράς αιτητή, ο κατά τ' άλλα τεκμηριωμένος ισχυρισμός των καθ΄ ων η αίτηση ότι η άλλη ενυπόθηκος οφειλέτης και κύριος των ακινήτων που επιδιώκεται με τις επίδικες διαδικασίες να πωληθούν (ΒΗ), είχε ειδοποιηθεί προσωπικά και εγκαίρως από τους καθ΄ ων η αίτηση για την προτιθέμενη πώληση των ακινήτων/μεριδίων της ως ο νόμος επιβάλλει (βλ. αρ.44Γ
(1)και
(2)). Ως θέμα νομικής λογικής λοιπόν, εφόσον η ΒΗ ως ενυπόθηκος οφειλέτης έχει από το Νόμο δικαίωμα να ενημερωθεί για την πρόθεση των πιστωτών της να πωλήσουν τα ακίνητα/μερίδια της καθώς και δικαίωμα για ενεργό συμμετοχή και εμπλοκή στην εν λόγω διαδικασία, δεν μπορεί να μην έχει και δικαίωμα να ενημερωθεί και να εμπλακεί σε οποιαδήποτε συνδεδεμένη διαδικασία και δη σε μια διαδικασία που αποσκοπεί στην ανακοπή της πώλησης των ακινήτων της. Αυτή δε η ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και τα θέσμια δικαιώματα και συμφέροντα που συνεπάγεται για το πρόσωπο που την κατέχει είναι και που διαφοροποιεί θεωρώ την υπό κρίση περίπτωση από την περίπτωση στην υπόθεση POLYXENIA ISAAK RESTAURANT LIMITED κ.α. v. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2023, 2/6/2023, όπου το εκεί κατ' ισχυρισμό ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν ήταν ούτε ενυπόθηκος οφειλέτης, ούτε κύριος του ενυπόθηκου μεριδίου του ακινήτου και ούτε δικαιούτο ή ανέμενε να λάβει οποιοδήποτε μέρος από το προϊόν του πλειστηριασμού. Κατά δεύτερο, στην προκειμένη περίπτωση η ενυπόθηκος οφειλέτης ΒΗ τυγχάνει να κατέχει στο σύνολο μεγαλύτερα και περισσότερα ιδιοκτησιακά συμφέροντα από τον αιτητή σε σχέση με τα ακίνητα που επιδιώκονται να πωληθούν προκειμένου να ανακτηθούν τα χρέη που οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι τους οφείλονται τόσο από τον αιτητή όσο και από τη ΒΗ. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, θα μπορούσε να λεχθεί από τη μια ότι η ΒΗ ενδεχομένως να μην θέλει να προχωρήσει η πώληση των ακινήτων της διότι έχει περισσότερα να «χάσει» από τον αιτητή, όμως από την άλλη θα μπορούσε επίσης να λεχθεί και ότι η ΒΗ θα θέλει να προχωρήσει η πώληση διότι έχει περισσότερα να «κερδίσει» αφού με τη συμπερίληψη και των δικών της μεριδίων στην πώληση ενδέχεται να εισπραχθεί τέτοιο εκπλειστηρίασμα ώστε να εξοφληθεί το χρέος της και αυτή να απαλλαχτεί, κάτι που ενδεχομένως να μην μπορεί να γίνει αν η πώληση δεν γίνει ή αν περιοριστεί μόνο σε μέρος των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων. Επισημαίνω και επαναλαμβάνω εδώ ότι αυτός ο αναπόφευκτος επηρεασμός των δικαιωμάτων και συμφερόντων της ΒΗ, όπως και η ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη που αυτή έχει, συνιστούν στοιχεία τα οποία δεν υπήρχαν στην περίπτωση του απόντος μέρους στην υπόθεση Polyxenia ανωτέρω, και τα οποία όμως είναι στοιχεία που και δημιουργούν αλλά και περιβάλλουν το δικαίωμα της ΒΗ να γνωρίζει αλλά και να λαμβάνει μέρος σε κάθε διαδικασία που αφορά στην προτιθέμενη πώληση των ακινήτων της προκειμένου να εξοφληθούν τα χρέη της. Δεν θα πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι είναι ο ίδιος ο αιτητής που προβάλλει ως λόγο έφεσης την επιτακτική ανάγκη να ενημερωθούν για τις διαδικασίες πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου όλα τα πρόσωπα που είχαν άμεση εμπλοκή και συμμετοχή στις συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων υπό την εξασφάλιση των επίδικων ακινήτων. Βεβαίως, ως προς αυτό το λόγο έφεσης, επισημαίνω ότι η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι καθ' ων η αίτηση και η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί από τον αιτητή, παρουσιάζει ότι στο βαθμό που είχαν εκείνοι (οι καθ΄ ων η αίτηση) τη θέσμια υποχρέωση να ενημερώσουν όλους τους ενυπόθηκους οφειλέτες και όλα τα «ενδιαφερόμενα πρόσωπα» για τον πλειστηριασμό, αυτοί το έπραξαν ως ο Ν.9/65 επιβάλλει. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι έπρεπε η ΒΗ, ως ενυπόθηκος οφειλέτης αλλά και ως συνιδιοκτήτης των υποθηκευμένων μεριδίων στα ακίνητα που σήμερα επιδιώκονται να πωληθούν, να συμπεριληφθεί με κάποιο τρόπο στην παρούσα διαδικασία ως διάδικος ή έστω να της επιδοθεί η διαδικασία ώστε να γνωρίζει και για την ύπαρξη της αλλά και για το δικαίωμα που έχει να εμφανιστεί και να προβάλει τις δικές της θέσεις. Τίποτα τέτοιο όμως δεν έπραξε ο αιτητής και η παράλειψη του αυτή, σύμφωνα με την νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω, δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική για την αίτηση του, η οποία, λόγω της συγκεκριμένης παράλειψης κρίνεται θνησιγενής. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι η ΒΗ είναι η σύζυγος του αιτητή. Αυτή όμως η «ιδιότητα» της ΒΗ δεν μπορεί από μόνη της να συνεπάγεται είτε γνώση είτε συγκατάθεση της τελευταίας σε σχέση με τη παρούσα διαδικασία που ήγειρε ο σύζυγος και συνοφειλέτης της και ας μη μας διαφεύγει εδώ ότι αυτή ήταν ουσιαστικά και η στάση που και ο αιτητής τήρησε όταν παρά την παρουσίαση από πλευράς καθ' ων η αίτηση στοιχείων ως προς την επίδοση που έγινε στη ΒΗ της ειδοποίησης ΙΑ, αυτός επέλεξε να επιμείνει στον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος δεν έλαβε ποτέ γνώση περί της συγκεκριμένης ειδοποίησης. Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνω ότι δεν έχω παραγνωρίσει την εξουσία που έχει το Δικαστήριο να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα και επηρεαζόμενα πρόσωπα τα οποία δεν ειδοποιήθηκαν δεόντως περί αυτής, ως έπρεπε να ειδοποιηθούν. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης όμως, αυτή η δικαστική εξουσία δεν μπορεί θεωρώ ν' ασκηθεί και αυτό διότι λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που καταχωρήθηκε η παρούσα (8 μέρες πριν τον πλειστηριασμό στις οποίες περιλαμβάνεται και Σαββατοκυρίακο), δεν αφέθηκε κανένα περιθώριο ή χρόνος στο Δικαστήριο για να μπορεί ν' ασκήσει τη συγκεκριμένη εξουσία του και δη κατά τρόπο δίκαιο προς όλα τα εμπλεκόμενα και επηρεαζόμενα πρόσωπα (βλ. κατ΄ αναλογία τα όσα λέχθηκαν στην CMK MENTAL CONSTRACTION LIMITED κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 138/2018, 7/11/2018, ECLI:CY:AD:2018:D481). Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ το ότι ο αιτητής επέλεξε να μην αναφέρει στην Ε/Δ του το πότε ακριβώς είναι που υποτίθεται ότι πληροφορήθηκε εκείνος για τον πλειστηριασμό, αναφέροντας απλά ότι αυτό έγινε σε κάποια ημερομηνία μετά της 04/05/24 που ήρθε στην Κύπρο, όπως και το ότι αν η ενημέρωση στον αιτητή έγινε μέσω της ΒΗ ως υποψιάζονται οι καθ' ων η αίτηση ότι έγινε, η επίδοση της ειδοποίησης ΙΑ σε εκείνη είχε γίνει στις 18/04/24, ήτοι ένα και πλέον μήνα πριν την καταχώρηση της παρούσας. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, ενόψει της επιλογής του αιτητή να καταχωρήσει την παρούσα μόλις 8 μέρες πριν τον επίδικο πλειστηριασμό για λόγους που μόνο αυτός γνωρίζει, κανένας ουσιαστικά χρόνος δεν παρείχετο πλέον για να ειδοποιηθεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να εμφανιστεί, πόσο μάλλον για να μελετήσει την αίτηση και να προβάλει τις θέσεις του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, κρίνω ότι η επί του προκειμένου ένσταση των καθ' ων η αίτηση ευσταθεί και ότι αυτό είναι αρκετό για να σφραγίσει την τύχη της αίτησης χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο εγείρεται. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω παρά ταύτα ορθό, και αυτό καθαρά για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, να αναφέρω και τα εξής. Α. Στο βαθμό που με την αίτηση προβάλλεται θέση αναφορικά με θέματα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των ειδοποιήσεων που προνοεί ο Ν.9/65 και δη σε χώρες όπως το Η.Β για τις οποίες ενδεχομένως να εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης 1965 (βλ. επίσης κυρωτικό Ν.40/82), αναφέρω τα εξής. Ο Νομοθέτης του αρ. 44ΙΕ, το οποίο αναφέρει ότι η επίδοση των ειδοποίησεων που προνοεί ο Νόμος γίνεται με «. την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο .», είχε εξ' αρχής μεριμνήσει για το συγκεκριμένο ζήτημα που εγείρει ο αιτητής. Αυτό γιατί όπως αναφέρεται σε μια από τις επιφυλάξεις του ίδιου του αρ. 44ΙΕ, «η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία». Από τη «γέννηση» του δηλαδή, τόσο το συγκεκριμένο άρθρο 44ΙΕ όσο και ο προβλεπόμενος τρόπος εφαρμογής του συνάδουν πλήρως με τις επιτακτικές πρόνοιες του Συντάγματος (αρ.169Σ) που αφορούν σε θέματα που διέπονται από Διεθνείς Συμβάσεις, όπως άλλωστε γίνεται και με τις ανάλογες πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Δ.6 θ.7 «παλαιών θεσμών» και Μ.6 Κ.10 «νέων» Θεσμών). Στην ίδια τώρα τη Σύμβαση, ναι μεν προνοείται στα άρθρα 2 έως 9 και 17 έως 18 η επίδοση δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων μέσω αρμοδίων κρατικών και διπλωματικών υπηρεσιών/αρχών, όμως στα άρθρα 10 και 19 αναφέρεται ρητά ότι εκτός εάν τα συμβαλλόμενα κράτη δηλώσουν ρητά την αντίθεση ή την άρνηση τους, η επίδοση εγγράφων εντός της επικράτειας τους από άλλο κράτος μέλος μπορεί να γίνει και με εναλλακτικούς τρόπους διαβίβασης εγγράφων, περιλαμβανομένης και της απευθείας αποστολής τους μέσω ταχυδρομείου στη διεύθυνση του παραλήπτη. Η υποχρέωση επομένως που επιβάλλει το άρθρο 44ΙΕ για επίδοση των επίδικων ειδοποιήσεων με συστημένο ταχυδρομείο δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να μην συνάδει με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης και αναφέρω εδώ, ίσως εκ του περισσού, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης εξασφάλισης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όπως γίνεται με τις αγωγές, αφού οι σχετικές με την άδεια αυτή πρόνοιες των Θεσμών αφορούν μόνο στην επίδοση δικαστικών διαδικασιών και είναι συναρτημένες αποκλειστικά με την ανάγκη να επεκτείνεται η δικαιοδοσία του κυπριακού Δικαστηρίου σε σχέση με τις ενώπιον του διαδικασίες στην επικράτεια μιας άλλης χώρας (βλ. E PHILIPPOU LTD ν. LITTNER HAMPTON LTD
(1984)1 CLR 716, Philippou v. Philippou a.o.
(1986)1 C.L.R. 689 και Ans Secretaries Ltd ν. Orianda Management FZ LLC και Άλλης
(2014)1 ΑΑΔ 1348). Η επίδοση όμως των επίδικων ειδοποιήσεων από έναν πιστωτή προς έναν οφειλέτη, οι οποίες δεν αφορούν οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, ούτε και επιδίδονται στα πλαίσια οποιασδήποτε τέτοιας διαδικασίας και ούτε συνιστούν οποιασδήποτε μορφής δικαστική κλήση, δεν συνιστούν τέτοια περίπτωση. Αν τώρα στα πιο πάνω συνυπολογιστεί και ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί που να υποδηλοί ότι το ΗΒ όπου διαμένει ο αιτητής, έχει αντιτεθεί στην προβλεπόμενη στη Σύμβαση επίδοση στην επικράτεια του μέσω απευθείας ταχυδρομείου, κρίνεται πώς ήταν απόλυτα ορθό και επιτρεπτό για τους καθ' ων η αίτηση να επιχειρήσουν πρώτα επίδοση των προβλεπόμενων ειδοποιήσεων με συστημένο ταχυδρομείο στο ΗΒ, και σε περίπτωση μη παραλαβής τους, που είναι κοινώς αποδεκτό στην προκειμένη ότι οι ειδοποιήσεις ΙΑ δεν παραλήφθηκαν μέσω του ταχυδρομείου, να επιχειρήσουν να τις επιδώσουν με ιδιωτική επίδοση. Το ότι οι καθ' ων η αίτηση κατάφεραν και εντόπισαν στη συνέχεια τη σύζυγο του αιτητή στην Κύπρο και ως ενήλικα συγκάτοικου του τελευταίου της επέδωσαν και για εκείνον την προβλεπόμενη ειδοποίηση ΙΑ, δεν κρίνεται καθόλου να συνιστά μεμπτή ενέργεια. Το ότι τη συγκεκριμένη στιγμή ο αιτητής έτυχε να μην βρίσκεται με τη σύζυγο του στην Κύπρο είναι άνευ σημασίας εφόσον η ιδιότητα του «ενήλικα συγκάτοικου» δεν μπορεί να απωλεσθεί απλά επειδή ο «ενήλικας συγκάτοικος» έτυχε τη δεδομένη στιγμή της επίδοσης να μην βρίσκεται εντός της κατοικίας που διαμένει με το πρόσωπο προς στο οποίο απευθύνονται τα προς επίδοση έγγραφα. Και επισημαίνω και υπενθυμίζω εδώ ότι ο αιτητής όχι μόνο επέλεξε να μην προβάλει καμία πραγματική (factual) θέση ή ισχυρισμό σε σχέση με την τεκμηριωμένη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι μετά που απέτυχαν να του επιδώσουν με ταχυδρομείο την ειδοποίηση ΙΑ την επέδωσαν με ιδιωτική επίδοση στην ενήλικα και συγκάτοικο σύζυγο του η οποία έτυχε να βρίσκεται στην Κύπρο για περιορισμένο χρόνο, όπως άλλωστε ήταν και ο ίδιος κάποιες μέρες αργότερα, αλλά και ουδέποτε αμφισβήτησε ότι κατά το χρόνο που έγινε η εν λόγω επίδοση, η συνήθης διαμονή τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του ήταν η ίδια. Β. Όσον αφορά τη θέση του αιτητή ότι οι επίδικες ειδοποιήσεις δεν επιδόθηκαν δεόντως σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η θέση αυτή, όπως ανέφερα και πιο πάνω, καταρρίπτεται πλήρως από τη σχετική αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που παρουσίασαν οι καθ΄ ων η αίτηση, η οποία υπενθυμίζω υποστηρίχθηκε και με την απαιτούμενη έγγραφη τεκμηρίωση. Επισημαίνω βεβαίως εδώ ότι η συγκεκριμένη διαπίστωση του Δικαστηρίου σχετίζεται μόνο με τον τρόπο με τον οποίο ο αιτητής προσέγγισε το συγκεκριμένο ζήτημα και δεν συνιστά διαπίστωση σε σχέση και με τα δικαιώματα των προσώπων που έπρεπε να είχαν καταστεί μέρος της διαδικασίας ή έστω να ενημερωθούν για την ύπαρξη της και τα οποία ενδεχομένως να είχαν διαφορετική άποψη για το συγκεκριμένο θέμα. Γ. Όσον αφορά τη θέση του αιτητή για το περιεχόμενο των επίδικων ειδοποιήσεων, η οποίασε κάθε περίπτωση δεν εξειδικεύτηκε με οποιοδήποτε τρόπο, περιορίζομαι να αναφέρω ότι στις ειδοποιήσεις που παρουσίασε η πλευρά των καθ' ων η αίτηση καθώς και στις εκεί επισυναπτόμενες καταστάσεις, περιέχονται όλες οι απαιτούμενες λεπτομέρειες του ενυπόθηκου χρέους και των τόκων και δη κατά εξειδικευμένο τρόπο. Ακόμη δηλαδή και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η παρούσα αίτηση δεν ήταν θνησιγενής λόγω της απουσίας όλων των επηρεαζόμενων και αναγκαίων διαδίκων, κανένας από τους λόγους έφεσης που προβάλλει ο αιτητής δεν θα μπορούσε να κριθεί ως βάσιμος ώστε η αίτηση να επιτύχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, η παρούσα αίτηση - έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ.44ΙΕ - «ενυπόθηκος οφειλέτης» σημαίνει τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη και σε περίπτωση που τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διαφορετικά, κάθε ειδοποίηση επιδίδεται και στα δύο αυτά πρόσωπα: [2] «.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους:.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.