ΣΠΥΡΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ ν. GDL TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1673/23, 20/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1673/23 (
- ij)ΣΠΥΡΟΣ ΟΔΥΣΣΕΩΣ Ενάγοντας -ν- 1. GDL TRADING LIMITED (HE8954) 2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΩΡΓΑΛΛΗ 3. LONGACRE SERVICES LIMITED (HE204081) 4. GDL TRADING (LARNACA) LIMITED (HE137705) 5. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΡΔΟΣ Εναγόμενοι ------------------------------------ (Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα ημερ. 13/12/23) Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - αιτητή: κα Ν. Πογιατζή για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - καθ'ων η αίτηση: κα Β. Χριστοδουλίδου για Μαυρομμάτης & Χριστοδουλίδου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με έντυπο απαίτησης αρ.4 (Μ7Κ
(1)(α)) που καταχώρισε στις 13/12/23, ο ενάγοντας στην πιο πάνω απαίτηση αξιώνει από τους πέντε εναγόμενους αριθμό θεραπειών οι οποίες αφορούν αφ' ενός σε επιδίκαση διαφόρων ειδών αποζημιώσεων υπέρ της εναγομένης 4 και εναντίον των υπόλοιπων εναγομένων στην βάση απάτης και/ή δόλου και/ή αμέλειας και/ή αποξένωσης και/ή οικειοποίησης χρημάτων περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 4 (Θεραπείες Α και Β) και αφ' ετέρου την έκδοση αριθμού αποφάσεων με τις οποίες, να διατάσσονται οι εναγόμενοι 2, 3 και 5 να αποδώσουν στον ίδιο και στην εναγόμενη 4 κατάσταση κερδών και ζημιών της εναγομένης 1 από την ημερομηνία ίδρυσης της καθώς και των θυγατρικών της εταιρειών (Θεραπεία Γ), να δηλώνεται ότι οι έκτακτες γενικές συνελεύσεις της εναγομένης 4 (οι οποίες θα γίνονταν στις 28/12/2023 και 12/1/2024), όπως και τα όποια τυχόν ψηφίσματα ή αποφάσεις θα λαμβάνονταν στα πλαίσια τους είναι παράτυπες και/ή αντιβαίνουν στους νόμους και κανονισμούς και/ή παραβιάζουν το Κεφ. 113 (Θεραπεία Δ) και να δηλώνεται ότι για τους ίδιους λόγους οι αποφάσεις που λήφθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης 4 στις 10/12/2023, 11/12/2023 και 12/12/2023 όπως και οποιαδήποτε τυχόν αποφασισθείσα ή ψηφισθείσα αλλαγή και/ή μεταβολή της εταιρικής δομής και/ή του διοικητικού συμβουλίου και/ή των αξιωματούχων της εναγομένης 4, είναι από τις 10/12/2023 και εντεύθεν άκυρη και παράνομη (ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ Ε και ΣΤ). Την ίδια ημέρα που καταχώρησε την απαίτηση του, ο ενάγοντας καταχώρησε και την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση στη βάση του Μ.23 Κ.6, δηλαδή χωρίς ειδοποίηση προς τους εναγόμενους, ζητώντας στη βάση κυρίως του αρ. 32 Ν.14/60, των αρ. 4-9 Κεφ.6, των αρ. 36-39 Κεφ.148, των προνοιών του Κεφ.113 και των αρχών του κοινοδικαίου και της επιείκειας, την έκδοση μονομερώς διάφορων προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία, (Α) να απαγορεύεται και να εμποδίζεται ο Έφορος Εταιρειών από του να δεχθεί και/ή να καταχωρήσει στα αρχεία του την οποιαδήποτε αλλαγή στη διοικητική, μετοχική ή ιδιοκτησιακή δομή της εναγομένης 4, (Β) να απαγορεύονται και να εμποδίζονται οι εναγόμενοι από του να προβούν και/ή να λάβουν οποιοδήποτε διάβημα που θα απολήγει στην αλλαγή και/ή μετατροπή της διοικητικής και/ή μετοχικής δομής της εναγομένης 4, περιλαμβανομένης και της κοινοποίησης ή καταχώρισης στον Έφορο Εταιρειών οποιασδήποτε τέτοιας απόφασης ή αλλαγής, (Γ) να ακυρώνονται και/ή να αναβάλλονται και/ή να αναστέλλονται οι έκτακτες γενικές συνελεύσεις της εναγόμενης 4 οι οποίες είχαν προγραμματιστεί να γίνουν στις 21/12/2023 και 12/1/2024, (Δ) να απαγορεύεται στους εναγομένους του να αποξενώσουν και/ή να διαθέσουν και/ή να επιβαρύνουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 4 και (Ε, ΣΤ, Ζ και Η) να διορίζεται συγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής ως ενδιάμεσος παραλήπτης και/ή Διευθυντής (Interim Receiver and/or Manager) της εναγομένης 4 με συγκεκριμένα καθήκοντα, υποχρεώσεις και εξουσίες σε σχέση με την εναγόμενη 4 αλλά και τους υπόλοιπους εναγόμενους. Η προαναφερόμενη αίτηση του ενάγοντα υποστηρίχθηκε αρχικά από Ε/Δ του ίδιου του τελευταίου, ο οποίος κάμνει αναφορά στο ιστορικό ίδρυσης και λειτουργίας της εναγομένης 4 στις 14/04/03 ως θυγατρική εταιρεία της εναγόμενης 1 και ως μέρος του Ομίλου της τελευταίας - ιδιοκτήτες/μέτοχοι της εναγόμενης 4 ήταν μέχρι και πριν την καταχώρηση της παρούσας ο ίδιος κατά 20% και η εναγόμενη 1 κατά 80% ενώ διευθυντές ήταν, πριν τα επίδικα γεγονότα, ο ενάγοντας, ο εναγόμενος 2 και η εναγόμενη 1 ενώ γραμματέας ήταν η εναγόμενη 3 - στη σχέση που οι εναγόμενοι έχουν μεταξύ τους - η εναγόμενη 1 ανήκει ουσιαστικά στον εναγόμενο 5 και διοικείται από τον ίδιο, την οικογένεια του και διάφορα άλλα πρόσωπα που εξυπηρετούν και αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα του πρώτου - καθώς και στα όσα γεγονότα έλαβαν χώρα τουλάχιστο από το Μάϊο 2023 και μέχρι και μερικές μέρες πριν την καταχώριση της παρούσας και τα οποία κατ' εκείνον δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και την επιδίκαση των τελικών θεραπειών που ζητούνται με την απαίτηση. Ως προς αυτά τα επίδικα γεγονότα ο ενάγοντας ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Ο ίδιος εργαζόταν στο κατάστημα της εναγόμενης 4 στη Λάρνακα και είχε άμεση και ενεργό εμπλοκή στην καθημερινή λειτουργία και διαχείριση της από τον καιρό που ιδρύθηκε. Η εν λόγω εταιρεία, σύμφωνα με τον ενάγοντα, αν και ήταν μια κερδοφόρα επιχείρηση μέχρι και το 2019, άρχισε κατά το 2020 να παρουσιάζει ζημιές, κυρίως λόγω του ότι η μητρική εναγόμενη 1, προφανώς κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 5, αρνείτο να την προμηθεύει με προϊόντα ή αύξανε το κόστος των προϊόντων που της πωλούσε, με απώτερο σκοπό, όπως εκ των υστέρων διαφάνηκε, τον έλεγχο και τον περιορισμό της κερδοφορίας της και την αλλοίωση της οικονομικής της κατάστασης. Περί τις 11/05/23 παραδόθηκε στον ενάγοντα στα πλαίσια συνεδρίας του Δ.Σ. της εναγομένης 4 μια εσωτερική έκθεση σύμφωνα με την οποία παρουσιάζονταν να είχαν διαπιστωθεί ελλείματα κατά την περίοδο 11/2021 - 5/2023 καθώς και διάφορα μη καταχωρηθέντα τιμολόγια πωλήσεων που είχαν γίνει προς την εναγόμενη 4 από την εναγόμενη 1 και μια άλλη εταιρεία, επίσης συμφερόντων του εναγόμενου
- Σύμφωνα με τον ενάγοντα, η συγκεκριμένη έκθεση, όπως και οι πρόχειρες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 4 που επίσης του δόθηκαν για μελέτη και στις οποίες είχαν συμπεριληφθεί οι κατ' ισχυρισμό διαπιστώσεις περί ελλειμάτων, ήταν φανερό ότι συνιστούσαν μια προσπάθεια «να με ενοχοποιήσουν και να επιβαρύνουν την (εναγόμενη 4) με μη υπάρχουσες υποχρεώσεις.με μοναδικό σκοπό την παρουσίασης μια ψευδούς εικόνας περί κακοδιαχείρισης της εναγομένης 4 από πλευράς μου και συνεπώς (για) να επιτύχουν μέσω παράνομων/παράτυπων πράξεων την απομάκρυνση μου και την εξυπηρέτηση ιδίων συμφερόντων». Κατά την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε στη συνέχεια μεταξύ των δικηγόρων του ενάγοντα και της «άλλης πλευράς», είχε λεχθεί στον πρώτο, ο οποίος είχε ζητήσει να του παραδοθούν τα στοιχεία που κατ' ισχυρισμό επιβεβαίωναν τις διαπιστώσεις της έκθεσης της 11/05/23, ότι η έκθεση αυτή θα κατατίθετο στο Δ.Σ. της εναγομένης 4 με σκοπό την συζήτηση και τη λήψη σχετικών αποφάσεων και ότι αυτός, ως μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας, είχε πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που ζητούσε. Περί τις 05/12/23, τρεις δηλαδή μήνες αργότερα, ο ενάγοντας συναντήθηκε με τον εναγόμενο 5 με σκοπό να συζητήσουν την εξαγορά του 20% των μετοχών που κατείχε στην εναγομένη 4, τον τερματισμό της εργοδότησης του σε αυτή και την παύση του από το αξίωμα του διευθυντή, κάτι το οποίο είχαν συζητήσει και στο παρελθόν περί τον Σεπτέμβριο του 2022 χωρίς όμως να καταλήξουν σε οποιαδήποτε κοινώς αποδεκτή διευθέτηση. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης αυτής, απεστάλη στον ενάγοντα για σκοπούς μελέτης στις 07/12/23 ένα προσχέδιο συμφωνίας των όσων είχαν συζητηθεί, όμως στις 09/12/23 και προτού ο τελευταίος τοποθετηθεί επί του περιεχομένου της συμφωνίας, κάποια άγνωστα του πρόσωπα εισήλθαν στο υποστατικό της εναγομένης 4, προφανώς κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 5, και απομακρύνοντας τον, τον ενάγοντα δηλαδή, προχώρησαν σε απογραφή των εμπορευμάτων. Ο ίδιος δεν θεώρησε τότε αναγκαίο να αντιδράσει με οποιοδήποτε τρόπο ενόψει του ότι εκκρεμούσε η τοποθέτηση του σε σχέση με την συμφωνία των μερών, όμως αργότερα την ίδια μέρα έλαβε email με το οποίο ενημερωνόταν ότι την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 10/12/2023, θα συγκαλείτο έκτακτη συνεδρία του Δ.Σ. της εναγομένης 4 προκειμένου να συζητηθούν «τα ελλείματα που διαπιστώθηκαν» κατά την διενεργηθείσα απογραφή (Τεκ.17). Στην πιο πάνω συνεδρία ο ενάγοντας αποφάσισε να μην παραστεί εφόσον κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε τη θεωρούσε ως παράνομα και αντικαταστατικά συγκληθείσα. Ενημερώθηκε όμως το βράδυ της 10/12/2023 ότι παρά την απουσία του από τη συνεδρία και παρά το ότι λόγω της απουσίας του δεν δημιουργείτο η εκ του καταστατικού απαιτούμενη απαρτία για λήψη αποφάσεων (Τεκ.1), τελικά λήφθηκε απόφαση όπως τερματιστεί με άμεση ισχύ η εργοδότηση του στην εναγόμενη 4 και όπως του ζητηθεί να παραδώσει κάθε περιουσιακό στοιχείο ή έγγραφο της εταιρείας είχε στην κατοχή του αφού το κατάστημα θα τύγχανε πλέον διαχείρισης και λειτουργίας από άλλα πρόσωπα τα οποία είχαν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το Δ.Σ. της εταιρείας (Τεκ.18). Παρά την απόφαση αυτή όμως, την οποία ο ενάγοντας θεωρούσε άκυρη και παράνομη, ο τελευταίος μετέβηκε κανονικά για εργασία στο κατάστημα της εναγόμενης 4 την επόμενη ημέρα (11/12/2023) οπόταν και διαπίστωσε ότι αυτό «φρουρείτο» από ιδιωτική εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας, οι υπάλληλοι της οποίας επιχείρησαν να τον εμποδίσουν από του να εισέλθει στο χώρο. Αυτός παρά ταύτα έμεινε εκεί κατόπιν νομικής συμβουλής και επέμεινε να εισέλθει στο κατάστημα οπόταν και δημιουργήθηκε ένταση στην οποία ενεπλάκησαν όχι μόνο η αστυνομία αλλά και οι δικηγόροι των διαδίκων οι οποίοι είχαν μεταβεί στη σκηνή. Ενώ εκτυλίσσονταν τα γεγονότα αυτά, ο ενάγοντας έλαβε ένα νέο email με το οποίο ενημερωνόταν ότι είχε και πάλι παράτυπα και αντινομικά αποφασιστεί όπως το μεσημέρι της ίδιας ημέρας συγκληθεί έκτακτη συνεδρία του Δ.Σ. της εναγομένης 4 με θέμα το κλείσιμο του καταστήματος της τελευταίας (Τεκ.19). Αν και εξέφρασε άμεσα τη διαφωνία του μέσω των δικηγόρων του, εντούτοις, « με σκοπό να κατευνάσω τα πνεύματα άμεσα, ενημέρωσα τους δικηγόρους μου ότι αποδέχομαι την πρόταση (της 7/12/2023). και τους έδωσα οδηγίες όπως συζητήσουν αυτοί αυθημερόν με την άλλη πλευρά.». Ενημερώθηκε όμως τότε από «την άλλη πλευρά» ότι αν και θα εξέταζε το ενδεχόμενο υπογραφής της συμφωνίας εντούτοις πρόθεση της ήταν να εκτελεστούν οι αποφάσεις που είχαν προφανώς ληφθεί προηγουμένως προκειμένου να αναληφθεί η πλήρης κατοχή και έλεγχος του καταστήματος από τους εναγόμενους, εξ' ου και στη συνέχεια επιχειρήθηκε ν' αλλαχθούν οι κλειδαριές του καταστήματος οπόταν και αποφάσισε να προσλάβει τη δική του ιδιωτική εταιρεία υπηρεσιών παροχής ασφάλειας για να βρίσκεται στο χώρο. Όπως πληροφορήθηκε αργότερα εντός της ίδιας ημέρας, στη συνεδρία της 10/12/2023 είχε αποφασιστεί, πέραν από τον τερματισμό της εργοδότησης του, και ο διορισμός τέταρτου διευθυντή στο Δ.Σ. της εναγομένης 4, ήτοι του ΣΤ, και αυτό προφανώς ώστε να απομακρυνθεί ο ίδιος εντελώς από την διοίκηση της εταιρείας και να επιτυγχάνεται έτσι η απαιτούμενη απαρτία χωρίς τη δική του παρουσία. Αν και επιχείρησε τότε μέσω των δικηγόρων του να εμποδίσει την καταχώρηση της συγκεκριμένης αλλαγής στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών στέλνοντας σχετική επιστολή προς το συγκεκριμένο Τμήμα εντούτοις η απάντηση που έλαβε ήταν ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει μόνο με σχετικό απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου. Τα πράγματα όμως δεν σταμάτησαν εκεί αφού σύμφωνα με τον ενάγοντα οι εναγόμενο, στη συνέχεια προέβησαν σε περαιτέρω ενέργειες με σκοπό την απόκτηση του ελέγχου της εναγόμενης 4 και τον εκτοπισμό του ιδίου από τη διαχείριση της. Συγκεκριμένα, το βράδυ της 11/12/23 ο εναγόμενος 5 έστειλε email στον ενάγοντα και στα άλλα μέλη του Δ.Σ της εναγόμενης 4 καλώντας τους να συμμετάσχουν την επόμενη μέρα (12/11/23) σε συνεδρία του Δ.Σ της εταιρείας προκειμένου να συζητηθεί, μεταξύ άλλων ο διορισμός νέου μέλους στο Δ.Σ της εταιρείας και η σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων με σκοπό την υιοθέτηση ψηφίσματος αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και παύσης του ενάγοντα από μέλος του Δ.Σ (Τεκ.23). Στο email αυτό, το οποίο ο ενάγοντας το αντιλήφθηκε την επόμενη μέρα το πρωί, οι δικηγόροι του τελευταίου απάντησαν με δικό τους email επισημαίνοντας και πάλι στους εναγόμενους ότι η διαδικασία που ακολουθούσαν ήταν αντικαταστατική και παράνομη. Την ίδια ώρα ο ενάγοντας μετέβηκε στο κατάστημα της εναγόμενης 4 κανονικά για εργασία όμως και πάλι εμφανίστηκαν εκεί διάφορα άγνωστα του πρόσωπα τα οποία ισχυρίστηκαν ότι είχαν λάβει οδηγίες να ετοιμάσουν και να εκτελέσουν εκείνα τις παραγγελίες της ημέρας. Περί το απόγευμα της 12/12/23 ο ενάγοντας έλαβε email με τα πρακτικά που φέρονταν να λήφθηκαν κατά τις συνεδρίες του Δ.Σ στις 10/12/23, 11/12/23 και 12/12/23 από τα οποία και διαπίστωσε ότι είχε αποφασιστεί όπως στο Δ.Σ της εναγόμενης 4 διοριστούν ως διευθυντές και ο ΣΤ αλλά και ο ΚΦ, ο οποίος διορίστηκε και ως Γενικός Διευθυντής, και όπως συγκληθούν έκτακτες γενικές συνελέυσεις των μετόχων της εναγόμενης 4 στις 28/12/23 και 12/01/24 προκειμένου να συζητηθούν και να υιοθετηθούν κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες τα ψηφίσματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω (Τεκ.25). Όσον αφορά δε το θέμα της παύσης του από μέλος του Δ.Σ, στάληκε και ξεχωριστή ειδοποίηση στις 13/12/23 ενώ την ίδια μέρα απεστάλη και ειδοποίηση για αυθημερόν σύγκληση συνεδρίας του Δ.Σ στο κατάστημα της εναγόμενης 4 με σκοπό τη συζήτηση διαφόρων θεμάτων που αφορούσαν τη λειτουργία του καταστήματος (Τεκ.26 και 27). Κατά τον ενάγοντα, όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι οι εναγόμενοι όχι μόνο προσπαθούν να μεθοδεύσουν και να χειραγωγήσουν την εναγόμενη 4 και τις υπόλοιπες θυγατρικές εταιρείες της εναγόμενης 1 έτσι ώστε να τις αδρανοποιήσουν και να αποκομίσουν οι ίδιοι όφελος αλλά και ότι δεν πρόκειται να σταματήσουν να προβαίνουν σε αυθαίρετες, παράνομες και παράτυπες ενέργειες ενάντια στα συμφέροντα της εναγόμενης 4 αλλά και του ιδίου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι την ημέρα που είχε οριστεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου η αίτηση του ενάγοντα, ήτοι στις 14/12/23, η ευπαίδευτη συνήγορος του τελευταίου ζήτησε άδεια όπως καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ προκειμένου να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου νέα γεγονότα που φέρονταν να είχαν λάβει χώρα μετά την καταχώρηση της αίτησης. Το αίτημα εγκρίθηκε και σύμφωνα με τη συμπληρωματική Ε/Δ που καταχωρήθηκε την ίδια μέρα, τα νέα γεγονότα συνίσταντο στο ότι τα έγγραφα που σηματοδοτούσαν τις αλλαγές στο Δ.Σ της εναγόμενης 4 είχαν τελικά καταχωρηθεί επιτυχώς στα σχετικά μητρώα του Εφόρου Εταιρειών και στο ότι ο εναγόμενος 5 είχε καταφέρει περί το μεσημέρι της 13/12/23 να συγκαλέσει την προγραμματισθείσα συνεδρία στο κατάστημα της εναγόμενης 4 αφού πρώτα έδιωξε τον ενάγοντα από εκεί χρησιμοποιώντας ουσιαστικά φυσική βία - φαίνεται μάλιστα ότι στο περιστατικό ενεπλάκηκαν και οι ίδιοι οι δικηγόροι των διαδίκων - ενώ άλλαξε και τις κλειδαριές του καταστήματος. Αφού το Δικαστήριο διεξήλθε στις 15/12/23 όλων όσων τέθηκαν ενώπιον του από πλευράς ενάγοντα και επεσήμανε το γεγονός ότι τα αιτητικά που αφορούσαν στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών, έστω και αν εκ πρώτης όψεως δεν φαίνονταν να έχουν νομικό έρεισμα είχαν εντούτοις καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου ενόψει των «νέων γεγονότων», έκρινε ότι πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση μονομερώς μόνο του ακόλουθου προσωρινού διατάγματος το οποίο και εξέδωσε υπό όρους με τους οποίους ο ενάγοντας συμμορφώθηκε: «Απαγορεύεται στους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση και ή στους οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και ή υπηρέτες τους, από του να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και ή να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση, σε οποιοδήποτε εταιρικό επίπεδο και σε οποιαδήποτε συνεδρία ή συνέλευση, που θα έχει ως αποτέλεσμα, άμεσο ή έμμεσο, είτε την απομάκρυνση του ενάγοντα από τα διοικητικά του καθήκοντα στην καθ' ης η αίτηση 4 είτε τον δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων και δικαιωμάτων που αυτός έχει ως μέτοχος της Καθ' ης η αίτηση 4, χωρίς την προηγούμενη ρητή συγκατάθεση ή συναίνεση του. Νοείται ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει ο Νόμος και ειδικότερα το Κεφ. 113 στους καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων που έχουν να κάνουν με τη διοικητική και την μετοχική δομή της εταιρείας, οι υποχρεώσεις αυτές θα ισχύουν ως ο νόμος επιβάλλει, ανεξαρτήτως του αν οι αποφάσεις αυτές εμπίπτουν εντός ή εκτός της εμβέλειας του παρόντος διατάγματος.» Στη συνέχεια και αφού το εκδοθέν και ορισθέν ως επιστρεπτέο προσωρινό διάταγμα και η αίτηση με τα υπόλοιπα αιτητικά επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι τελευταίοι καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας 29 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η αίτηση στο σύνολο της να απορριφθεί. Εν συντομία αναφέρω ότι η ένσταση των εναγομένων περιστρέφεται γύρω από τις ουσιαστικές και διαδικαστικές νομικές αρχές που περιβάλλουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και δη χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά καθώς επίσης και γύρω από τις αρχές που διέπουν την καταχώρηση και προώθηση παράγωγων αγωγών (derivative actions) ως είναι κατ' εκείνους αυτό που επιχειρεί να πράξει ο ενάγοντας με την κυρίως απαίτηση του (σ.Δ ειδικότερη αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα γίνεται πιο κάτω). Όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα, η ένσταση των εναγομένων υποστηρίζεται από 2 Ε/Δ και συγκεκριμένα από μία Ε/Δ του εναγόμενου 5 και μία Ε/Δ του ΚΦ, ο οποίος δηλώνει διευθυντής της εναγόμενης
- Εν ολίγοις οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας παραποιεί και παρερμηνεύει εσκεμμένα τα επίδικα γεγονότα, τα οποία αν και ως επί το πλείστον όντως έλαβαν χώρα, εντούτοις δεν εξελίχτηκαν ακριβώς με τον τρόπο που αυτός ισχυρίζεται. Ούτε όμως και μπορεί, σύμφωνα με τους εναγόμενους, να εξαχθεί από τα επίδικα γεγονότα το συμπέρασμα ότι ήταν ποτέ στόχος τους να προκαλέσουν ζημιά στην εναγόμενη 4, αν μη τι άλλο διότι η κερδοφορία της συγκεκριμένης εταιρείας ήταν και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την κερδοφορία και των ιδιοκτητών μετόχων της αλλά και όλων των προσώπων που εργάζονται σε αυτή, περιλαμβανομένων δηλαδή και των ιδίων. Σύμφωνα λοιπόν με τους εναγόμενους, αυτό που πραγματικά είχε γίνει ήταν ότι περί το Μάιο 2023 είχε διαπιστωθεί κατόπιν ενός θεμιτού και εύλογου εσωτερικού ελέγχου ότι στο κατάστημα της εναγομένης 4, στο οποίο ο ενάγοντας ήταν κατά τα τελευταία 4 χρόνια υπεύθυνος για τις αγορές, παραγγελίες και εισπράξεις, υπήρχαν ελλείματα στα αποθέματα των προϊόντων περί τις €14.500 καθώς επίσης και ότι τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος δεν ήταν ενημερωμένα ώστε να παρουσιάζουν όλες τις αγορές προϊόντων που είχαν γίνει. Οι διαπιστώσεις αυτές, οι οποίες επιβεβλημένα ενσωματωθήκαν στις πρόχειρες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης 4 οι οποίες πριν την έγκριση τους ελέγχονται και από εξωτερικούς ελεγκτές, είχαν δεόντως και πριν τις 11/05/23 δοθεί στον ενάγοντα για να τις μελετήσει, όχι μόνο διότι επηρέαζαν δυσμενώς την εταιρεία και τους προμηθευτές της, όπως ήταν μεταξύ άλλων και η εναγομένη 1, αλλά και διότι αυτό που καταδείκνυαν οι εν λόγω διαπιστώσεις ήταν το ενδεχόμενο να υπήρξε κάποια «κατάχρηση, ιδιοποίηση ή κακοδιαχείριση» από μέρους του ενάγοντα αφού αυτός ήταν ο υπεύθυνος του καταστήματος. Στο σημείο αυτό οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι κατόπιν έρευνας που έκαμαν και η οποία ολοκληρώθηκε εκκρεμούσης της υπόθεσης διαφάνηκε ότι τελικά υπάρχουν σοβαρά ελλείμματα στην εταιρεία καθώς επίσης και ακαταχώρητα τιμολόγια αγορών ύψους περί τις €23.000, ενώ έχει διαπιστωθεί επίσης και ότι λόγω κακοδιαχείρισης στον τομέα των αγοραπωλησιών, η εναγόμενη 4 είναι εκτεθειμένη απέναντι σε τρίτους για ποσά πέραν των €150.000 ενώ της οφείλονται εκείνης ποσά πέραν των €100.
- Σύμφωνα με τους εναγομένους, η κακοδιαχείριση που επεδείκνυε ο ενάγοντας, η οποία είχε προ πολλού διαπιστωθεί, συζητείτο μαζί με τον τελευταίο για πάνω από ένα χρόνο εξ' ου και οι δύο πλευρές είχαν φτάσει στο σημείο να συζητούν και συμφωνία εξαγοράς των μετοχών και αποχώρησής του από την εταιρεία. Όταν όμως άρχισε να αποκαλύπτεται η πλήρης έκταση της κακοδιαχείρισης, το ενδεχόμενο επίτευξης κάποιας συμφωνίας με τον ενάγοντα άρχισε να φαίνεται πιο απομακρυσμένο και ήταν γι' αυτό το λόγο που αποφασίστηκε να γίνει μια πιο εις βάθος διερεύνηση με τη διενέργεια της απογραφής που έγινε στις 09/12/23, η οποία και στο τέλος έδειξε ελλείματα για το συγκεκριμένο έτος ύψους περί τις €70.
- Αποφασίστηκε τότε ότι έπρεπε πλέον να εξεταστεί το θέμα τερματισμού της εργοδότησης του ενάγοντα, πράγμα το οποίο έγινε αφού όμως πρώτα ο τελευταίος ειδοποιήθηκε για να παραστεί στη σχετική συνεδρία. Επέλεξε παρά ταύτα ο ενάγοντας να μην παρουσιαστεί και όπως φάνηκε εκ των υστέρων, το έπραξε αυτό καθαρά και μόνο διότι θεωρούσε ότι με την απουσία του θα εμπόδιζε και θα καθιστούσε αδύνατη τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης ώστε να επωφεληθεί έτσι μόνο ο ίδιος. Τελικά όμως, παρά τις προσπάθειες του ενάγοντα ο τερματισμός της εργοδότησης του αποφασίστηκε στα πλαίσια νόμιμης και νομότυπης συνεδρίας του Διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και για την απόφαση αυτή ο πρώτος ενημερώθηκε δεόντως. Αντί όμως να σεβαστεί την απόφαση της εταιρείας, ο ενάγοντας επέλεξε να την αγνοήσει και να την παραβεί και ωσάν να και δεν είχε συμβεί τίποτα μετέβηκε στο κατάστημα της εταιρείας χρησιμοποιώντας τα κλειδιά που είχε στην κατοχή του και που αρνείτο να παραδώσει. Ήταν δε λόγω αυτής της ενέργειας του ενάγοντα που αναγκάστηκε πλέον να προσληφθεί ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας προκειμένου να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα και τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 4 και όχι λόγω κάποιας αλλότριας πρόθεσης των εναγομένων να εκδιώξουν τον ενάγοντα από την εταιρεία. Μάλιστα δε, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ο ενάγοντας είχε ουσιαστικά κάνει κατάληψη του καταστήματος της εναγομένης 4, θεωρώντας το ως αποκλειστικά δικό του περιουσιακό στοιχείο και επειδή με τον τρόπο αυτό εμπόδιζε ουσιαστικά την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος και την εξυπηρέτηση των πελατών του, αποφασίστηκε η έκτακτη προσωρινή διακοπή της λειτουργίας του καταστήματος - και όχι για αόριστο χρόνο ως παραπλανητικά παρουσιάζει ο ενάγοντας - προκειμένου να απομακρυνθεί ο τελευταίος. Το γεγονός δε ότι ο ενάγοντας όχι μόνο αρνείτο να παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος αλλά και έδειχνε πρόθεση να τα χρησιμοποιεί όπως και όποτε εκείνος ήθελε ήταν και ο λόγος που στο τέλος κατέστη αναγκαίο να δοθούν οδηγίες όπως αλλαχθούν οι κλειδαριές, ήτοι ώστε να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Όσον αφορά τις συνεδρίες που έλαβαν χώρα στις 10, 11 και 12 Δεκεμβρίου 2023, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτές έγιναν καθ' όλα νόμιμα και νομότυπα όπως καθ' όλα νόμιμες και νομότυπες ήταν και οι αποφάσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια των συνεδριών αυτών και οι οποίες παρουσιάζονται στα σχετικά πρακτικά. Σε όλες τις συνεδρίες αυτές ο ενάγοντας είχε δεόντως κληθεί να παραστεί όμως κατ' επιλογή αποκλειστικά δική του επέλεξε να μην το πράξει και συνεπώς δεν μπορεί σήμερα να παραπονείται και να ισχυρίζεται ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα του. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση των εναγομένων γίνονται και αρκετές άλλες αναφορές σε σχέση με τη νομική πτυχή των θεμάτων που εγείρονται. Τις αναφορές αυτές, λόγω και της νομικής τους φύσης αλλά και λόγω του ότι στην ουσία επαναλαμβάνονται μέσω της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων δεν προτίθεμαι να τις παραθέσω. Τις έχω βέβαια λάβει υπόψη μου και προς τούτο περιορίζομαι να αναφέρω ότι σύμφωνα με τους εναγόμενους, ούτε κατεπείγον υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση ώστε να δικαιολογείτο η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος μονομερώς, ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων αλλά και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγοντας έχει καταχωρήσει μια έγκυρη παράγωγη αγωγή αφού στην ουσία χρησιμοποίησε το όνομα της εναγομένης 4 για να προωθήσει τα δικά του προσωπικά συμφέροντα, πράγμα ανεπίτρεπτο. Εφόσον καμία πλευρά δεν επεδίωξε να αντεξετάσει τον ομνύοντα της άλλης πλευράς και ούτε επιχειρήθηκε από πλευράς ενάγοντα να καταχωρηθεί οποιαδήποτε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση των ισχυρισμών των εναγομένων, η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Προτού όμως αναφερθώ σε αυτές, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω τα εξής. Όταν οι δυο πλευρές εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου την πρώτη φορά που το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είχε οριστεί ως επιστρεπτέο και η αίτηση του ενάγοντα ήταν ορισμένη για την «πρώτη» ΑΔΟ στην παρουσία της πλευράς των εναγομένων, η ευπαίδευτη συνήγορος των τελευταίων εξέφρασε την πρόθεση να θέσει σ΄ εκείνο το στάδιο ένα μέρος της ένστασης που προτίθετο αργότερα να καταχωρήσει γραπτώς. Η συνήγορος εξέφρασε συγκεκριμένα τη θέση ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει σ' εκείνο το στάδιο κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει να ισχύει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα εφόσον κατά τη συνήγορο, ενώ η απαίτηση του ενάγοντα παρουσιαζόταν να συνιστά παράγωγη αγωγή, δηλαδή αγωγή που αποσκοπούσε στην προώθηση και διασφάλιση των εταιρικών δικαιωμάτων της εναγόμενης 4, το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί μονομερώς, όπως και τα άλλα διατάγματα που ζητούνται με την αίτηση, δεν αφορούν σε προστασία των εταιρικών δικαιωμάτων της εναγόμενης 4 αλλά των προσωπικών δικαιωμάτων του ενάγοντα. Αφού όμως το Δικαστήριο επεσήμανε αφ' ενός ότι δεν τίθετο θέμα να ακουστεί αποσπασματικά, είτε η ουσία της αίτησης είτε η ένσταση των εναγομένων, και αφ' ετέρου ότι δεν θα μπορούσε σ' εκείνο το στάδιο να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η απαίτηση του ενάγοντα συνιστούσε παράγωγη αγωγή εφόσον τέτοια θέση δεν αναφερόταν πουθενά στις γραπτές παραστάσεις του τελευταίου (απαίτηση, αίτηση και Ε/Δ), το συγκεκριμένο θέμα αφέθηκε να προβληθεί και να εξεταστεί στα πλαίσια της ένστασης που προτίθετο να καταχωρηθεί αλλά και των αγορεύσεων των μερών. Αφού λοιπόν καταχωρήθηκε η ένσταση των εναγομένων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, οι οποίες περιστράφηκαν γύρω από τις αρχές που διέπουν την καταχώριση και προώθηση παράγωγων αγωγών, ως ο όρος αυτός έχει απασχολήσει πλειστάκις την αγγλική και κυπριακή νομολογία και συγγράμματα (βλ. μεταξύ άλλων Πιριλλής Θεόδωρος και Άλλοι ν. Ελευθέριου Κουή
(2004)1 ΑΑΔ 136, Θωμά Αιμίλιος και Άλλοι ν. Ιάκωβου Ηλιάδη
(2006)1 ΑΑΔ 1263, Mammous Yiannis Georgios και άλλοι ν. Mike Willstrop και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 90 Χρίστου Ανδρέας ν. Ζήνας Μηλλιού και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1210) διαπιστώθηκε ότι αμφότερες οι πλευρές συμφωνούσαν ότι η απαίτηση του ενάγοντα συνιστούσε παράγωγη αγωγή και ότι είναι υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν τέτοιας φύσης υποθέσεις που θα πρέπει το Δικαστήριο να προσεγγίσει και την απαίτηση αλλά και την υπό κρίση αίτηση και εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Μάλιστα δε, η πλευρά του ενάγοντα ανέφερε ρητά στην γραπτή αγόρευση της ότι «Στην υπό κρίση περίπτωση, με βάση το περιεχόμενο του Εντύπου Απαίτησης και το περιεχόμενο των Ε/Δ, προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο αιτητής προωθεί παράγωγή αγωγή» (βλ. παρ. 19) Με «δεδομένο» λοιπόν το προαναφερόμενο κοινώς αποδεκτό στοιχείο ως «κεντρικό άξονα» της εκατέρωθεν επιχειρηματολογίας, η μεν πλευρά του ενάγοντα υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί και τα παράπονα που προβάλλει ο τελευταίος δικαιολογούν την έγερση παράγωγης αγωγής και την απόδοση των αξιούμενων θεραπειών, προσωρινών και τελικών, ενώ η πλευρά των εναγομένων υποστήριξε το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή η παρούσα αγωγή δεν μπορεί καθόλου να θεωρηθεί ότι αφορά σε περίπτωση για την οποία ενδείκνυται η καταχώρηση παράγωγής αγωγής αφού συνιστά ένα ανεπίτρεπτο συνδυασμό προσωπικών και παράγωγων δικαιωμάτων με τον οποίο ουσιαστικά επιδιώκεται να διασφαλιστούν τα προσωπικά συμφέροντα του ενάγοντα και όχι τα εταιρικά συμφέροντα της εναγόμενης 4 (βλ. παραπομπή που γίνεται στη Μηλλιού ανωτέρω και την αναφορά που η αυθεντία αυτή κάνει στην Stroud v. Lawson [1898] 2 QB 44). Υπό το φως όμως της δήλωσης που έκαμαν οι δικηγόροι του ενάγοντα στα πλαίσια της αγόρευσης τους ότι συμφωνούν ουσιαστικά με την πλευρά των εναγομένων ως προς το ότι η απαίτηση του πελάτη τους συνιστά παράγωγη αγωγή, δήλωση η οποία επαναλαμβάνω δεν υπήρχε πουθενά στην απαίτηση ή στην αίτηση ή στις υποστηρικτικές Ε/Δ του ενάγοντα, το Δικαστήριο έστρεψε αναγκαστικά πλέον την προσοχή του στις πρόνοιες του Μ.20 Κ12 των νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (με ισχύ από 01/09/23), με τις οποίες έχει πλέον κωδικοποιηθεί και ρυθμιστεί το διαδικαστικό και δικονομικό πλαίσιο που διέπει την καταχώριση και προώθηση παράγωγων αγωγών. Επισημαίνω εδώ ότι το ειδικό αυτό πλαίσιο δεν υπήρχε στο προηγούμενο νομοθετικό/θεσμικό καθεστώς και εισήχθη για πρώτη φορά στην κυπριακή έννομη τάξη με τους νέους Θεσμούς του 2023. (βλ. σχετική αναφορά που γίνεται στην Ηλιάδης ανωτέρω σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς). Παραθέτω λοιπόν αυτούσιες τις σχετικές πρόνοιες: «Ενότητα ΙΙΙ : Παράγωγες απαιτήσεις 20.12. Έναρξη παράγωγων απαιτήσεων
(1)Η παρούσα Ενότητα εφαρμόζεται σε παράγωγη απαίτηση (όταν εταιρεία, άλλο νομικό πρόσωπο ή συντεχνία κατ' ισχυρισμόν έχει δικαίωμα να αξιώσει θεραπεία και καταχωρίζεται απαίτηση από μέλος αυτής/αυτού για να της/του δοθεί η θεραπεία αυτή).
(2)Η εταιρεία, νομικό πρόσωπο ή συντεχνία προς όφελος των οποίων αξιώνεται θεραπεία πρέπει να καταστεί εναγόμενος στην απαίτηση.
(3)Το έντυπο απαίτησης πρέπει να φέρει τον τίτλο «Παράγωγη Απαίτηση». 20.13. Κάθε παράγωγη απαίτηση, εφόσον καταχωριστεί, απαιτεί έκδοση δικαστικού διατάγματος για να συνεχιστεί
(1)Μετά την καταχώριση του εντύπου απαίτησης, ο ενάγων δεν πρέπει να πραγματοποιεί οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα στη διαδικασία χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, εκτός από την υποβολή αίτησης για άδεια συνέχισης της απαίτησης ή την υποβολή επείγουσας αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία.
(2)Ο ενάγων οφείλει εντός 21 ημερών από την καταχώριση του εντύπου απαίτησης να αιτηθεί από το δικαστήριο με αίτηση, διάταγμα για άδεια συνέχισης της απαίτησης.
(3)Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από γραπτή μαρτυρία.
(4)Η αίτηση και η γραπτή μαρτυρία πρέπει να επιδίδονται στον εναγόμενο εντός της περιόδου στην οποία πρέπει να επιδίδεται το έντυπο απαίτησης και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης.
(5)Ο εναγόμενος οφείλει 7 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης να παραδίδει και καταχωρίζει ένσταση, αν προτίθεται να ενστεί στην αίτηση, και τη γραπτή μαρτυρία στην οποία προτίθεται να στηριχθεί.
(6)Το δικαστήριο εκδίδει τέτοιο διάταγμα μόνο αν ο ενάγων καταδείξει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση προς εκδίκαση.» Διαπιστώνοντας λοιπόν ότι η πλευρά του ενάγοντα δεν είχε παρουσιάσει την απαίτηση της ως παράγωγη αγωγή με τον τρόπο που επιβάλλουν πλέον οι νέοι Θεσμοί καθώς επίσης και ότι η παράλειψη αυτή δεν είχε εντοπιστεί ούτε από την πλευρά των εναγομένων, οι οποίοι, όπως και η πλευρά του ενάγοντα καμία αναφορά δεν έκαναν στις αγορεύσεις τους στο Μ.20 Κ12, κρίθηκε αναγκαίο από το Δικαστήριο όπως επανανοίξει την υπόθεση ώστε να θέσει το ζήτημα σε αμφότερους τους συνηγόρους και να τους ζητήσει να τοποθετηθούν ως προς ποια θα έπρεπε να ήταν υπό τις περιστάσεις η προσέγγιση του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η διαδικασία αφορούσε και σε αίτημα για οριστικοποίηση και έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Αναγνωρίζοντας τότε οι δυο συνήγοροι ότι δεν είχαν ούτε εκείνες αντιληφθεί ως τότε την ύπαρξη και εφαρμογή του Μ.20 Κ12, ζήτησαν χρόνο για να μελετήσουν το θέμα και να προβούν σε συμπληρωματικές αγορεύσεις πράγμα το οποίο έκαναν σε μεταγενέστερο στάδιο. Με την συμπληρωματική αγόρευση που καταχώρησε, η πλευρά του ενάγοντα υποστήριξε ότι αν και όντως δεν υπήρξε από πλευράς της συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Μ.20 Κ12 εντούτοις η μη συμμόρφωση αυτή φαινόταν ουσιαστικά να περιορίζετο μόνο στο ότι το έντυπο απαίτησης του αιτητή δεν έφερε τον τίτλο παράγωγη απαίτηση. Ως εκ τούτου, υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος παραπέμποντας σε αγγλική νομολογία και συγγράμματα, το Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει τη συγκεκριμένη παράλειψη ως παρατυπία που δύναται να θεραπευθεί στα πλαίσια της εξουσίας που έχει το Δικαστήριο δυνάμει του Μ.3 Κ8 και ζήτησε όπως εξουσίες αυτές ασκηθούν προς όφελος του ενάγοντα. Σε κάθε περίπτωση όμως, προχώρησε η συνήγορος, όπως και αν έχει τιτλοφορηθεί η απαίτηση του ενάγοντα αυτή δεν παραβιάζει τις αρχές που διέπουν την έγερση και προώθηση παράγωγων αγωγών συνεπεία του ότι άπτεται και των προσωπικών παραπόνων του τελευταίου (βλ. Prudential Assurance Co Ltd v Newman Industries Ltd (No 2) [1980] 2 All ER 841 και Sevilleja v Marex Financial Ltd
(2020)UKSC 31). Στην αντιπέρα όχθη η πλευρά των εναγομένων, η οποία μέσω της ένστασης και της αρχικής της αγόρευσης πρόβαλε τη βασική θέση ότι τόσο η απαίτηση του ενάγοντα όσο και η υπό κρίση αίτηση και διάταγμα είναι εξ' αρχής καταδικασμένα σε αποτυχία λόγω του ότι παραβιάζουν τις αρχές που διέπουν την καταχώριση και προώθηση παράγωγων αγωγών, εξέφρασε με τη συμπληρωματική της αγόρευση μια κάπως παράδοξη υπό τις περιστάσεις θέση σε σχέση με το ζήτημα που υπέδειξε το Δικαστήριο. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τη σχετική θέση: « η πιο πάνω παράλειψη (του ενάγοντα) συνιστά κατά την άποψη μας μη συμμόρφωση με το δικονομικό πλαίσιο που θέτουν οι νέοι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για τις παράγωγες αγωγές. Η παράλειψη αυτή δεν αλλοιώνει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός ότι ο αιτητής έχει καταχωρήσει την αγωγή ως παράγωγη. Το κριτήριο για το κατά πόσο η αγωγή καταχωρείται ως παράγωγη είναι οι θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή και το κατά πόσο η αγωγή υποβάλλεται εκ μέρους της εταιρείας και όχι το κατά πόσο η αγωγή φέρει τον τίτλο «παράγωγη αγωγή» ως απαιτείται από τους θεσμούς. το κριτήριο συνεπώς είναι ουσιαστικό και όχι τυπικό. Το Δικαστήριο θα κρίνει με βάση το έντυπο απαίτησης και τις αιτούμενες θεραπείες . προκύπτει συνεπώς ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με τις δικονομικές απαιτήσεις της παράγωγης αγωγής δεν οδηγεί σε ακύρωση ή διαγραφή της διαδικασίας . κατ΄ επέκταση η συμμόρφωση ή μη με τους κανονισμούς δεν μπορεί να καθορίσει το εάν η αγωγή είναι ή όχι παράγωγη . με βάση τα ανωτέρω ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι η μη συμμόρφωση του αιτητή με το Μέρος 20, Θεσμοί 12 και 13 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο το γεγονός ότι ο αιτητής έχει καταχωρήσει την αγωγή ως παράγωγη.». Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, η πλευρά των εναγομένων κάλεσε το Δικαστήριο όχι μόνο να μην δώσει ουσιαστική βαρύτητα στον προβληματισμό που τέθηκε σε σχέση με την - παραδεκτή όπως προκύπτει - μη συμμόρφωση με μια επιτακτική πρόνοια των νέων Θεσμών, αλλά και όπως αντί να θεωρήσει ως ουσιαστική και καταλυτική την παράλειψη του ενάγοντα να συμμορφωθεί με τις δικονομικές υποχρεώσεις που του επιβάλλει το Μ.20 Κ12, να θεωρήσει την απαίτηση του τελευταίου ωσάν να και είναι της φύσης που ουδέποτε τιτλοφορήθηκε να είναι και αυτό ώστε να τύχουν εφαρμογής οι αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιας φύσης υποθέσεις και να εξαχθεί το συμπέρασμα που οι εναγόμενοι υποστηρίζουν, ήτοι ότι η απαίτηση παραβιάζει τις λόγω αρχές. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του αρ.32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν πολύ εύστοχα συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων όπως είναι οι ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της Λοϊζίδου που υιοθετήθηκε στη Κοζάκου: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις.... Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, επισημαίνω ότι εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς συνεπεία επίκλησης του σχετικού δικαιοδοτικού παράγοντα του κατεπείγοντος, ο οποίος παράγοντας, αν διαπιστωθεί ότι υφίσταται, συνιστά θεμιτή εξαίρεση στον θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (βλ. μεταξύ άλλων ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, 17/7/2014, ΑSPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΝΟΡΑΣ ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014, Αμβροσιάδου κ.ά. ν. Coward κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 78 και Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453), και εφόσον το δικαιοδοτικό στοιχείο του «κατεπείγοντος» θίγεται ρητά με την ένσταση της εναγομένης, το Δικαστήριο όχι μόνο μπορεί αλλά και επιβάλλεται όπως επανεξετάσει το στοιχείο αυτό ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως πλέον του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του. Και βεβαίως, αν κατά την εν λόγω επανεξέταση κριθεί ότι για κάποιο λόγο τελικά η εν λόγω δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση δεν ικανοποιείτο τότε τα εκδιδόμενα διατάγματα καθίστανται άκυρα εξ' υπαρχής και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος παρέλκει (βλ. επίσης ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.α. v. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε141/2014, Ε142/2014, 13/9/2023, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ v. ΟLYMPIC INSURANCE COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. E396/2016, 12/10/2023 και ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε90/2016, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A106). Το βάρος απόδειξης βέβαια ότι όντως υφίστατο το «κατεπείγον» κατά την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς το φέρει μέχρι τέλους ο αιτητής ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει πλήρως το αίτημα του για την παροχή θεραπείας, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος εκεί όπου η θεραπεία δόθηκε μονομερώς (βλ. μεταξύ άλλων Δερμοσάκ ανωτέρω). Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, είναι θεωρώ επιτακτικό όπως προτού εξεταστεί η ουσία των εκατέρωθεν θέσεων, εξεταστεί το δικονομικό ζήτημα το οποίο έχει προκύψει με τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε η απαίτηση του ενάγοντα κατά την καταχώρηση της. Άλλωστε, όπως τέθηκε και στους συνηγόρους κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η ουσία των εκατέρωθεν θέσεων αφορά σε αρχές που διέπουν κάποιο συγκεκριμένο είδος αγωγής, το οποίο όμως η απαίτηση του ενάγοντα στην προκειμένη περίπτωση δεν αναφέρθηκε κατά την καταχώριση της να το έχει, ως ο Μ20Κ12 επιβάλλει. Όπως ανέφερα και πιο πάνω λοιπόν, με τις αρχικές τους αγορεύσεις οι δυο πλευρές ουσιαστικά συμφωνούν ότι αυτό που αμφότερες αντιλαμβάνονται από τις τελικές θεραπείες που ζητούνται με την απαίτηση είναι πως ο ενάγοντας καταχώρησε και προωθεί μια παράγωγη αγωγή, έστω και αν δεν την τιτλοφορεί ως τέτοια και έστω και αν πουθενά στις γραπτές παραστάσεις του δεν αναφέρεται ότι αυτή είναι η πραγματική φύση της απαίτησης του. Οι δυο πλευρές συμφώνησαν επίσης μέσω των συμπληρωματικών τους αγορεύσεων ότι εφόσον ο ενάγοντας ήθελε να καταχωρήσει παράγωγη αγωγή, τότε έπρεπε, κατ' εφαρμογή του Μ.20 Κ12, να τιτλοφορήσει και να παρουσιάσει την απαίτηση του κατά την καταχώριση της ως μιας τέτοιας φύσεως απαίτηση. Τέλος, και οι δυο πλευρές συμφωνούν ως προς το ότι αν και η πλευρά του ενάγοντα έχει παραλείψει να συμμορφωθεί με την δικονομική αυτή υποχρέωση της, το Δικαστήριο θα πρέπει παρά ταύτα να θεωρήσει την απαίτηση ως να είναι παράγωγη απαίτηση και ακολούθως να προχωρήσει να εξετάσει την υπόθεση και την υπό κρίση αίτηση με γνώμονα τις νομικές αρχές που διέπουν αυτού του είδους τις απαιτήσεις. Με κάθε σεβασμό όμως προς τις δυο πλευρές δεν θεωρώ ότι το συγκεκριμένο ζήτημα που προκύπτει θα πρέπει να προσεγγιστεί με τον απλό τρόπο που αυτές το προσεγγίζουν ούτε και θεωρώ ότι πρόκειται για θέμα τυπολατρίας. Ποιος ο λόγος άλλωστε να υπάρχουν θεσμοί που να ρυθμίζουν και να καθορίζουν ειδικά και ρητά τις ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες αν στο τέλος της ημέρας η μη συμμόρφωση με αυτούς θα μπορεί απλά να αγνοείται στη βάση της συμφωνίας ή ακόμη και της αδιαφορίας των διαδίκων; Κατά την κρίση μου, το υπό συζήτηση θέμα είναι πολύ πιο σοβαρό απ' ότι το προσεγγίζουν οι δυο πλευρές, ιδιαίτερα ενόψει και του ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει εκδοθεί στη βάση των όσων τέθηκαν αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου προσωρινό διάταγμα χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Εξηγώ. Μέχρι την θέσπιση των νέων θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο τρόπος με τον οποίο τόσο η αγγλική όσο και η κυπριακή νομολογία προσέγγιζαν τη δικονομική πτυχή των παράγωγων αγωγών ήταν, λόγω της απουσίας συγκεκριμένου δικονομικού πλαισίου, στη βάση μιας θεώρησης ουσιαστικά του συνόλου των δικογραφημένων ισχυρισμών και των θεραπειών που αναφέρονταν στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος και στην έκθεση απαίτησης (βλ. μεταξύ άλλων Mammous και παρ.58-24 Palmer's Company Law 23rd ed., 1982). Μάλιστα δε, όπως μπορεί να διαφανεί από υποθέσεις όπως η Mammous, η Μήλλιου και η Ηλιάδης ανωτέρω, τις πλείστες φορές το αμφισβητούμενο ζήτημα του κατά πόσο μία αγωγή ήταν ή όχι παράγωγη αγωγή αποτελούσε αντικείμενο το οποίο μόνο στο τέλος της υπόθεσης μπορούσε να επιλυθεί ή ακόμη και κατ' έφεση, όταν και το Δικαστήριο, πρωτόδικο ή δευτεροβάθμιο, θα εξέταζε όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Ο λόγος δε που χρειαζόταν να γίνει αυτή η διεργασία, η οποία όπως φαίνεται και από την σχετική νομολογία δεν ήταν καθόλου εύκολη, ήταν ακριβώς λόγω των νομολογιακά περιορισμένων θεμάτων που μπορούσαν να εγερθούν με μια παράγωγη αγωγή συνεπεία της απροθυμίας των Δικαστηρίων να επεμβαίνουν χωρίς σημαντικό λόγο και στη βάση προσωπικών παραπόνων, στην λειτουργία μιας εταιρείας, η οποία καθορίζεται από το ιδρυτικό της έγγραφο, το καταστατικό της και τις εσωτερικές ιδιωτικές συμφωνίες των προσώπων που την διοικούν και στα οποία αυτή ανήκει. Δεν προτίθεμαι στο παρόν στάδιο να προβώ σε ανάλυση των περιορισμών που έχει θέσει η νομολογία στην εμβέλεια και στην έκταση των θεμάτων που μπορεί να καλύψει μια παράγωγη αγωγή και θα περιοριστώ, αφ' ενός να παραπέμψω για το θέμα στη σελ. 756 του συγγράμματος Palmer's ανωτέρω και αφ' ετέρου να αναφέρω ότι ένας βασικός λόγος για την απόρριψη μιας παράγωγης αγωγής είναι όταν διαπιστωθεί ότι στην πραγματικότητα δεν προωθούνται με αυτή εταιρικά συμφέροντα αλλά προσωπικά (βλ. Ηλιάδης και Μήλλιου ανωτέρω καθώς επίσης και Prudential, Sevilleja και Zabusky & Ors v Virgtel Ltd & Ors [2012] QCA 107 (Queensland)). Τα πράγματα όμως άλλαξαν στην Κύπρο από την 1/09/23, όπως είχαν αλλάξει προ πολλού και στην Αγγλία, εφόσον πλέον υπάρχει το ρητό δικονομικό πλαίσιο που διέπει την καταχώριση και προώθηση μιας παράγωγης αγωγής και το οποίο ουσιαστικά επιβάλλει, υπό τύπο κωδικοποίησης του Κοινοδικαίου, την εξ' αρχής αλλά και συνεχή επιβεβαίωση του βάσιμου και του γνήσιου μιας φερόμενης παράγωγης αγωγής. Αυτό επιτυγχάνεται κατ' αρχή με την υποχρέωση τιτλοφόρησης της απαίτησης ως παράγωγη απαίτηση - ώστε πλέον ο ενάγοντας να δεσμεύεται από την επί αυτού παράσταση του - και στη συνέχεια με τη δια νόμου απαγόρευση λήψης οποιονδήποτε περαιτέρω μέτρων εκτός αν το Δικαστήριο δώσει ειδική άδεια μετά από αίτηση που ο ενάγοντας υποχρεούται να καταχωρήσει εντός χρονοδιαγράμματος που ρητά καθορίζουν οι θεσμοί (βλ. Μ.20 Κ12). Επισημαίνω βεβαίως εδώ ότι ανάλογη διαδικασία δεν προβλέπεται, ούτε και επιβάλλεται να ακολουθηθεί σε σχέση με οποιασδήποτε άλλης φύσης αγωγή - απαίτηση. Τόση μάλιστα είναι η σπουδαιότητα και σημαντικότητα της προβλεπόμενης διαδικασίας σε σχέση με παράγωγες αγωγές που κατά τη διαδικασία εξασφάλισης της προβλεπόμενης άδειας για συνέχιση, το Δικαστήριο, σύμφωνα με την αγγλική νομολογία τουλάχιστον, εξετάζει με ιδιαίτερη φειδώ την αίτηση και δη σε δυο στάδια - πρώτα υπό τύπο «φιλτραρίσματος» στην παρουσία μόνο του ενάγοντα και με γνώμονα το αν θα καταχωρούσε και θα προωθούσε μια τέτοια αγωγή ένας «υποθετικός (εύλογος) διευθυντής» - και αυτό προφανώς για να συνάδει με την πάγια νομολογιακή αρχή της Foss v Harbottle
(1843)2 Hare 461 ότι το Δικαστήριο δεν θα επέμβει σε σχέση με πράξεις που κατά τ' άλλα μπορούν να επικυρωθούν από τη πλειοψηφία των μετόχων ή σε σχέση με πράξεις που δεν εμπίπτουν στα «όρια» μιας παράγωγης αγωγής - και στη συνέχεια, αν διαπιστωθεί ότι εκ πρώτης όψεως δικαιολογείται η χορήγηση της αιτούμενης άδειας, στην παρουσία και των εναγόμενων διαδίκων κατόπιν οδηγιών για επίδοση της αίτησης. Το όλο πνεύμα και σκοπός της συγκεκριμένης αυστηρής διαδικασίας αναλύεται διεξοδικά στις σελίδες 284 - 291 του συγγράμματος Blackstone's Civil Practice 2019. Με δεδομένο λοιπόν ότι σκοπός του νομοθέτη των Θεσμών ήταν και εξακολουθεί να είναι ο εκσυγχρονισμός των Θεσμών κατά τρόπο που να εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και των διαδίκων, και να καθίσταται όχι μόνο συντομότερη αλλά και αποτελεσματικότερη η απονομή της δικαιοσύνης, δεν είναι θεωρώ καθόλου τυχαίο που αποφασίστηκε να θεσμοθετηθεί αυτή η ρητή «διάκριση» στην διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται σε σχέση με μια παράγωγη αγωγή και όχι σε σχέση με μια συνηθισμένη προσωπική αγωγή (Personal Claim). Άλλωστε, εφόσον οι διάδικοι δεσμεύονται, όπως βεβαίως δεσμεύονταν πάντα, από τις γραπτές τους παραστάσεις και δηλώσεις, η επιβολή υποχρέωσης να δηλώνεται ρητά και ξεκάθαρα τι είναι αυτό που ζητείται από το Δικαστήριο να εξετάσει και να αποφασίσει - και ταυτόχρονα να γνωρίζει και η αντίδικη πλευρά τι είναι που αντιμετωπίζει - είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της όλης φιλοσοφίας και του πνεύματος που διέπει τους νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, αν και το στοιχείο αυτό ήταν πάντοτε ενσωματωμένο και στους «παλιούς» Θεσμούς αλλά παρά ταύτα αγνοείτο - ίσως γιατί εκείνες οι πρόνοιες δεν το αναδείκνυαν τόσο έντονα και ρητά όσο σήμερα. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς και συνοψίζοντας τα όσα περιβάλλουν την υπό κρίση διαδικασία, υπενθυμίζω ότι η πλευρά του ενάγοντα είχε καταχωρήσει μια απαίτηση η οποία δεν παρουσιάστηκε ποτέ να συνιστά παράγωγη απαίτηση ως επιβάλλουν οι νέοι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, αλλά παρουσιάστηκε ωσάν να και ήταν μία συνηθισμένη «προσωπική» αγωγή, και παρεμβάλω εδώ το ότι μεταξύ των θεραπειών που ζητούνται τόσο σε τελικό όσο και σε προσωρινό επίπεδο περιλαμβάνονται και θεραπείες που αφορούν την εναγόμενη 4 αλλά και θεραπείες που αφορούν τον ίδιο τον ενάγοντα προσωπικά, εξ' ου και ο σχετικός λόγος ένστασης που πρόβαλαν στη συνέχεια οι εναγόμενοι (βλ. μεταξύ άλλων τις θεραπείες που αφορούν στην ακύρωση των αποφάσεων αποφάσεις που αφορούν είτε στον τερματισμό της εργοδότησης του είτε σε επηρεασμό της αξίας και βαρύτητας των μετοχών του, των περιουσιακών του στοιχείων δηλαδή). Θέση τώρα αμφότερων των πλευρών είναι ουσιαστικά ότι το Δικαστήριο θα πρέπει σήμερα να δεχτεί τη «συμφωνημένη αντίληψη» τους ότι η απαίτηση του ενάγοντα συνιστά παράγωγη απαίτηση, έστω και αν με βάση τους Θεσμούς δεν παρουσιάστηκε ως τέτοια, και αφού υιοθετήσει την αντίληψη αυτή, να ανατρέξει «πίσω στο χρόνο», όταν δηλαδή τίθετο για πρώτη φορά η αίτηση του ενάγοντα ενώπιον του με την οποία ζητείτο - και εν τέλει εκδόθηκε - προσωρινό διάταγμα χωρίς ειδοποίηση, ώστε να εξετάσει αν υπό το φως των αρχών που διέπουν τις παράγωγες απαιτήσεις ορθά εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε. Με τη θέση αυτή όμως δεν μπορώ παρά να διαφωνήσω. Η εικόνα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά το στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ήταν αυτή που ανέφερα ανωτέρω, ήτοι ότι συνίστατο σε μία ενδιάμεση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια μιας απαίτησης η οποία δεν παρουσιαζόταν να συνιστά παράγωγη απαίτηση ως επιβάλλουν οι Θεσμοί. Σίγουρα κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ότι το περιεχόμενο των γραπτών παραστάσεων του ενάγοντα ανέδυε μια εικόνα όμοια με αυτή που παρουσιάζει μια παράγωγη αγωγή έστω και αν δεν τιτλοφορήθηκε ποτέ να συνιστά τέτοια αγωγή. Αυτό όμως, υπό το φως των νέων Θεσμών, δεν σήμαινε και ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να θεωρήσει από μόνο του ότι όντως επρόκειτο για παράγωγη αγωγή, αφού θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν μια καθ' όλα προσωπική αγωγή η οποία επιχειρήθηκε ανεπίτρεπτα να περιβληθεί με τη χροιά της παράγωγης αγωγής. Ό,τι δηλαδή κατέληξε να συνιστά και το «λόγο» για τον οποίο «δημιουργήθηκε» και η όλη νομολογία σε σχέση με τις παράγωγες αγωγές (βλ. μεταξύ άλλων Μήλλιου, Κουή, Mammous, Foss, Prudential και Stroud ανωτέρω) και ας μη μας διαφεύγει εδώ ότι αυτό είναι που ουσιαστικά προβάλλει και ως ένσταση η πλευρά των εναγομένων στην προκειμένη περίπτωση. Σήμερα, οι διάδικοι έχουν «συμφωνήσει» ότι η φύση της απαίτησης είναι αυτή της παράγωγης αγωγής έστω και αν ο τρόπος παρουσίασης της δεν συνάδει με τους σχετικούς Θεσμούς. Δεν προτίθεμαι να υπεισέλθω στο κατά πόσο μπορούν οι διάδικοι να μεταβάλουν με συμφωνία τη φύση μιας απαίτησης, ιδιαίτερα όταν αναλόγως της συγκεκριμένης φύσης ενδέχεται να επιβάλλονται και περαιτέρω θέσμιες υποχρεώσεις - θα πρέπει σίγουρα να προβληματίσει το κατά πόσο θα μπορούσαν οι διάδικοι να συμφωνήσουν ότι μια απαίτηση που καταχωρήθηκε ως παράγωγη απαίτηση στην πραγματικότητα δεν είναι τέτοια και έτσι να αποφευχθεί η ανάγκη εξασφάλισης άδειας για συνέχιση - και θα περιοριστώ να αναφέρω το εξής. Όταν η αίτηση του ενάγοντα για προσωρινά διατάγματα τέθηκε για πρώτη φορά προς εξέταση, το Δικαστήριο δεν θα δικαιολογείτο καθόλου να αγνοήσει είτε τους νέους Θεσμούς είτε το τι του παρουσιαζόταν με την απαίτηση του τελευταίου ώστε να υποθέσει από μόνο του τι πραγματικά συνιστούσε η απαίτηση και δη ότι συνιστούσε μια παράγωγη αγωγή έστω και αν δεν τιτλοφορείτο ως τέτοια από το πρόσωπο που την καταχώρησε, και ακολούθως, επαναφέροντας ουσιαστικά το «παλαίο» δικονομικό καθεστώς, να προχωρήσει στη βάση της εικασίας του ως προς το τι είδους απαίτηση προφανώς είναι που ήθελε να καταχωρήσει ο ενάγοντας, προκειμένου να εξετάσει την αίτηση του για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς. Αντιθέτως, το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει την αίτηση με βάση μόνο τα όσα είχε ενώπιον του και αυτό είναι που έπραξε στην προκειμένη περίπτωση όπου ενώπιον του υπήρχε μία απαίτηση η οποία δεν παρουσιαζόταν να συνιστά παράγωγη απαίτηση ως επιβάλλουν οι Θεσμοί. Το να συμφωνούν λοιπόν σήμερα οι διάδικοι και ιδιαίτερα η πλευρά του ενάγοντα, ότι η εικόνα που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν ήταν στην πραγματικότητα αυτή που του παρουσιάστηκε προς εξέταση και που δικαιολογείτο με βάση τους Θεσμούς να λάβει υπόψη του, συνεπάγεται αναπόφευκτα ότι δεν μπορεί σήμερα να εξαχθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα ότι ορθά το Δικαστήριο έκρινε στις 15/12/23 ότι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, κάτι για το οποίο το βάρος απόδειξης ήταν μέχρι τέλους στους ώμους του ενάγοντα για να το αποσείσει. Παραμένει δηλαδή άγνωστο το κατά πόσο το Δικαστήριο θα εξέδιδε μονομερώς το διάταγμα που εξέδωσε αν η ενώπιον του απαίτηση παρουσιαζόταν τότε να συνιστά παράγωγη απαίτηση ως επιβάλλουν οι Θεσμοί και όχι ως του παρουσιάστηκε να ήταν και σίγουρα δεν μπορεί το θέμα αυτό να αποφασιστεί αναδρομικά και δη στη βάση των όσων οι διάδικοι συμφωνούν σήμερα. Η πιο πάνω κατάληξη μου, η οποία όπως ανέφερα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με τον ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος, είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει από αυτό το στάδιο την τύχη της αίτησης και του εκδοθέντος διατάγματος ως εξ' υπαρχής άκυρα. Κατ' επέκταση, η ενασχόληση με το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του αρ.32 Ν.14/60 καθίσταται περιττή και μη αναγκαία (βλ. Βγενόπουλος, Ανδρεου, Αμβροσιάδου και Σιακόλας ανωτέρω). Όσον αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης, και συγκεκριμένα αυτά που δεν έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, αυτά θα πρέπει αναπόφευκτα επίσης να απορριφθούν εφόσον με το αίτημα που υπέβαλε η πλευρά του ενάγοντα για διόρθωση της απαίτησης ώστε πλέον να παρουσιάζεται ως παράγωγη απαίτηση, επιδιώκεται ουσιαστικά να αλλάξει το όλο πλαίσιο εντός του οποίου καταχωρήθηκε και εκδικάστηκε η υπό κρίση αίτηση. Και σίγουρα δεν θα ήταν ορθό η μια πτυχή της αίτησης, ήτοι αυτή που αφορούσε στο μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, να μην επιτρέπεται να εξεταστεί λόγω της διαφορετικότητας που γίνεται σήμερα αντιληπτό ότι διέπει το πλαίσιο εντός του οποίου η αίτηση αυτή είχε καταχωρηθεί και προωθηθεί και την ίδια στιγμή να επιτρέπεται να εξεταστούν οι άλλες πτυχές της αίτησης και δη στη βάση ενός νέου και διορθωμένου πλέον πλαισίου. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 15/12/23 ακυρώνεται ενώ η αίτηση του ενάγοντα απορρίπτεται. Ανεξαρτήτως τώρα της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με την τύχη του εκδοθέντος διατάγματος και της υπό κρίση αίτησης, προχωρώ να εξετάσω το αίτημα που υπέβαλε η πλευρά του ενάγοντα κατά το στάδιο των αγορεύσεων για να της δοθεί άδεια να διορθώσει την απαίτηση της ώστε αυτή πλέον να παρουσιάζεται ως παράγωγη απαίτηση με τον τρόπο που επιβάλλουν οι Θεσμοί. Έχω λοιπόν διεξέλθει των όσων σχετικών ανέφερε στην συμπληρωματική αγόρευση της η πλευρά του ενάγοντα, έχοντας κατά νου τόσο τις σχετικές πρόνοιες των νέων Θεσμών (βλ. μεταξύ άλλων Μ.3 Κ.8) όσο και τα όσα καθοδηγητικά αναφέρονται στο κεφ. 48 του συγγράμματος Blackstone' s ανωτέρω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης των «διορθωτικών - θεραπευτικών» εξουσιών που έχει το Δικαστήριο σύμφωνα με τους νέους Θεσμούς («Non-compliance, Sanctions and Relief»). Θα πρέπει βεβαίως εδώ να αναφέρω ότι αρκετές από τις αγγλικές αποφάσεις και πρακτικές στις οποίες με έχει παραπέμψει η συνήγορος του ενάγοντα, διαπιστώνονται από το σύγγραμμα Blackstone's (παρ. 48.31 και εντεύθεν) να αφορούν σε θέματα τα οποία προέκυψαν στην Αγγλία μετά από τροποποίηση που έγινε την 01/04/13 στους εκεί εφαρμοστέους αντίστοιχους Θεσμούς, οι οποίοι δεν είναι πλέον ακριβώς οι ίδιοι με τους Θεσμούς που εφαρμόζονται σήμερα στην Κύπρο (βλ. αναφορικά με την αναθεωρημένη έκδοση της CPR r.3.9 και τις αποφάσεις στις Mitchell v News Group Newspapers Limited [2013] EWCA Civ 1537 και Denton v TH White Ltd [2014] EWCA Civ 906 ("The Denton Principles"). Παρά ταύτα, η διαφορετικότητα αυτή που υπάρχει σήμερα μεταξύ των κυπριακών και των αγγλικών Θεσμών δεν επηρεάζει θεωρώ ουσιωδώς το θέμα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση και αυτό γιατί, λαμβανομένου υπόψη της στάσης που τήρησε η πλευρά των εναγομένων σε σχέση με τον τίτλο με τον οποίο καταχωρήθηκε η απαίτηση του ενάγοντα, η υπό κρίση παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς δύναται να επιτραπεί να «διορθωθεί» με την επανακαταχώρηση της ίδιας απαίτησης αλλά με τον σωστό τίτλο ως προς την προτιθέμενη φύση της. Επισημαίνω βεβαίως ότι η άδεια που δίδεται σήμερα για να γίνει η εν λόγω «διόρθωση» δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση και αποδοχή του περιεχομένου της απαίτησης ως έγκυρο και βάσιμο για σκοπούς έγερσης και προώθησης μιας παράγωγης απαίτησης, ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των περαιτέρω διαδικασιών που επιβάλλεται από τους Θεσμούς να γίνουν σε σχέση με παράγωγες απαιτήσεις. Κρίνω λοιπόν το αίτημα για διόρθωση δικαιολογημένο και ως εκ τούτου δίδονται οδηγίες όπως εντός 7 ημερών από σήμερα καταχωρηθεί από πλευράς ενάγοντα εκ νέου το έντυπο απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 13/12/23, το οποίο όμως θα πρέπει να φέρει τον τίτλο ««Παράγωγη Απαίτηση» ως επιβάλλουν οι Θεσμοί και εφόσον σήμερα είναι που αποκρυσταλλώνεται η προτιθέμενη φύση της απαίτησης, η επιβαλλόμενη από τους Θεσμούς προθεσμία για καταχώριση αίτησης για άδεια για συνέχιση της διαδικασίας θα ξεκινήσει να μετρά από την ημερομηνία καταχώρησης του «διορθωμένου» εντύπου απαίτησης. Σε περίπτωση τώρα που η πλευρά του ενάγοντα παραλείψει να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, τότε, ενόψει των δηλώσεων που έγιναν εκ μέρους του τελευταίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αναφορικά με την πραγματική φύση της απαίτησης καθώς και του αιτήματος για διόρθωση της, η απαίτηση θα υπόκειται σε απόρριψη, αν μη τι άλλο λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, εφόσον το θέμα που οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης ηγέρθηκε από το Δικαστήριο και όχι μόνο δεν είχε απασχολήσει αρχικά καμία πλευρά αλλά και στη συνέχεια δεν υιοθετήθηκε από την επιτυχούσα πλευρά της εναγόμενης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο