← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΣ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥΛΛΑ (ΛΟΥΛΛΑ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 1701/22, 29/1/2024

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΣ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥΛΛΑ (ΛΟΥΛΛΑ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 1701/22, 29/1/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1701/22(
  2. ej)Μεταξύ: 1. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΣ 2. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ 3. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ενάγοντες -και- 1. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥΛΛΑ (ΛΟΥΛΛΑ) 2. ΣΑΒΒΑ ΕΙΡΗΝΗ 3. ΣΑΒΒΑ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΗΣ Εναγόμενοι ----------------------------------------- Ενδιάμεση αίτηση ενάγοντα ημερ. 30/11/2023 για παράταση του χρόνου καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2024 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Α. Καλλή για ΚΑΛΛΗΣ & ΚΑΛΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση: κα Β. Σταύρου για Α. ΝΙΚΟΛΑΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Με την παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 30/11/22, η πλευρά των εναγόντων ζητά, στη βάση των προνοιών της Δ.57 Θ.2, Δ.48, Δ.21 και Δ.26, όπως παραταθεί ο χρόνος για την καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης της στην Υπεράσπιση των εναγομένων για περίοδο 20 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Ως λόγους για την καθυστέρηση στην καταχώρηση του συγκεκριμένου δικογράφου, οι ενάγοντες επικαλούνται το κατ' εκείνους πολυσέλιδο του δικογράφου της Υπεράσπισης, το φόρτο εργασίας που είχαν οι δικηγόροι τους και το γεγονός ότι ο χρόνος που παρήλθε είχε αναλωθεί σε προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Σημειώνω εδώ ότι η αίτηση αρχικά είχε καταχωρηθεί ως μονομερής αίτηση όμως την ημέρα που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, η πλευρά των εναγομένων εκδήλωσε την πρόθεση της να ενστεί στο αίτημα οπόταν και δόθηκαν από το Δικαστήριο οι ανάλογες για τούτο οδηγίες. Με την ένσταση λοιπόν που έχει καταχωρήσει η πλευρά των εναγομένων προβάλλονται 17 συνολικά λόγοι απόρριψης της αίτησης, οι οποίοι περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τη θέση ότι η συμπεριφορά των εναγόντων είναι καταχρηστική, κακόπιστη, αδικαιολόγητη, ασυγχώρητη και σε τέτοιο βαθμό αντινομική, που ουδόλως δικαιολογείται η άσκηση της αιτούμενης διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς όφελος τους. Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης και η θέση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι η αγωγή θεωρείται δυνάμει της «νέας» Δ.30 ως εγκαταλειφθείσα από τις 13/12/23, όμως ο λόγος αυτός είναι θεωρώ πρόδηλα αβάσιμος εφόσον η αίτηση καταχωρήθηκε πριν την 13/12/23 και επομένως το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει. Προχωρώ τώρα να παραθέσω το κοινώς αποδεκτό ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο άλλωστε προκύπτει και από το φάκελο του Δικαστηρίου. Η αγωγή καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 28/12/22 και αφού είχε προηγηθεί η έκδοση διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου στις 23/11/22 λόγω του ότι οι εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού. Με την αγωγή αξιώνεται η έκδοση διατάγματος ακύρωσης της μεταβίβασης του ½ μεριδίου συγκεκριμένου ακινήτου στη Λάρνακα από την εναγόμενη 1 προς τους εναγόμενους 2 και 3 και η έκδοση διατάγματος μεταβίβασης του εν λόγω μεριδίου στους ενάγοντες 2 και 3. Στις 29/12/22 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για να τους επιτραπεί να επιδώσουν την αγωγή στους εναγόμενους στο εξωτερικό και στις 06/02/23 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Αφού η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους οι τελευταίοι καταχώρησαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 06/03/23 και επειδή μέχρι τις 06/05/23 δεν είχε καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης, καταχώρησαν εκείνη την μέρα αίτηση για απόρριψη της αγωγής. Επειδή όμως οι ενάγοντες καταχώρησαν την Ε/Α τους ένα μήνα αργότερα, ήτοι στις 06/06/23, οι εναγόμενοι απέσυραν την αίτηση τους με έξοδα υπέρ τους. Στη συνέχεια ήταν η σειρά των εναγόντων να επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν την καθυστέρηση των αντιδίκων τους, οι οποίοι μέχρι τις 27/06/23 δεν είχαν ακόμη καταχωρήσει Υπεράσπιση. Λόγω τούτου οι ενάγοντες αιτήθηκαν εκείνη τη μέρα την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων, την οποία όμως αίτηση τελικά απέσυραν με έξοδα υπέρ τους όταν στις 05/09/23, δηλαδή τρεις περίπου μήνες αργότερα, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την υπεράσπιση τους. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η υπεράσπιση των εναγομένων εκτείνεται σε 13 σελίδες οι οποίες περιέχουν 34 κύριες παραγράφους και αρκετές υποπαραγράφους και με αυτή προβάλλονται μεταξύ άλλων και τρεις προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από θέματα που αφορούν μεταξύ άλλων τις αρχές του privity of contract, του constructive trust και του κωλύματος. Σημειώνεται δε ότι δύο εκ των προδικαστικών αυτών ενστάσεων φαίνεται να εδράζονται στη θέση ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε όντως κάποια συμφωνία για κάποιας μορφής μεταβίβαση ακινήτου προς τους ενάγοντες αλλά όχι αυτή που ισχυρίζονται οι τελευταίοι. Με βάση το χρόνο καταχώρησης της Υπεράσπισης και τις σχετικές πρόνοιες των Δ.21 και Δ.30, η καταχώρηση του προαιρετικού δικογράφου της Απάντησης έπρεπε να λάβει χώρα μέχρι τις 13/09/23, ενώ η Κλήση για οδηγίες μέχρι τις 13/12/23. Στις 30/11/23, δηλαδή 2 ½ μήνες μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ζητώντας παράταση 20 ημερών για την καταχώρηση της Απάντησης τους. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά από το Πρωτοκολλητείο στις 18/12/23, ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την πρόθεση τους να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά την εκδήλωση της πρόθεσης τους για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων είχαν αναφέρει μεταξύ άλλων « Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων, ήτοι 10 ημέρες μετά οι δικηγόροι των Εναγόντων επικοινώνησαν με το γραφείο μας ενημερώνοντας μας ότι προτίθενται να καταχωρήσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση και περαιτέρω ζητούσαν την συγκατάθεση μας για το εκπρόθεσμο αυτής, με τοποθέτηση από μέρους μας ότι δεν υπάρχει ένσταση. Αντί να προχωρήσουν στην καταχώρηση της Απάντησης τους, δεν έπραξαν καμία ενέργεια, όπου εμείς περί τα μέσα Νοεμβρίου 2023 επικοινωνήσαμε εκ νέου με το γραφείο για να δούμε την πρόθεση τους, όπου και την αμέσως επόμενη μέρα (17/11/2023) μας έστειλαν κάποια πρόταση η οποία απορρίφθηκε αυθεμηρόν. Επομένως οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί καθυστέρησης της καταχώρησης λόγω διαπραγματεύσεων δεν μπορεί να συνηγορήσει προς όφελος των», θέση η οποία επαναλαμβάνεται και στην ένσταση που στη συνέχεια καταχώρησαν. Εν ολίγοις, η πλευρά των εναγομένων υποστηρίζει ότι καθ' όλη τη πορεία της αγωγής και μέχρι και σήμερα, οι ενάγοντες επέδειξαν ολιγωρία, απραξία και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής τους και ότι αυτό που στην πραγματικότητα επιδιώκουν να πράξουν με την παρούσα αίτηση είναι όπως «συγχωρεθεί» αυτή η καταχρηστική και περιφρονητική στάση τους προκειμένου να μην θεωρηθεί η αγωγή τους ως εγκαταλειφθείσα. Κάμνουν δε αναφορά οι εναγόμενοι στην Ε/Δ τους και σε κάποιες άλλες διαδικασίες που αναφέρουν ότι έλαβαν χώρα το 2016 και 2017 όμως τα στοιχεία αυτά φαίνεται να περιλήφθηκαν στην ένσταση εκ παραδρομής εφόσον δεν αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων τις οποίες έχω μελετήσει προσεχτικά και στις οποίες κάμνω αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως περιορίζομαι να αναφέρω ότι αμφότερες οι πλευρές παραπέμπουν στις ίδιες ουσιαστικά νομικές αρχές προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους ενώ και οι δύο κάμνουν αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει και από το φάκελο του Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Οι αρχές που διέπουν το θέμα παράτασης προθεσμίας καταχώρησης δικογράφου δυνάμει της Δ.57 Θ. 2 είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω. Θα περιοριστώ να παραπέμψω στην υπόθεση Ανδρέας Λυσιώτη ν. Kυπριακής Δημοκρατίας

(2000)1 Α.Α.Δ. 364 όπου εκεί λέχθηκαν τα εξής: «Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: 1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth [1920] 3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1(B) A.A.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348 και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.ά.,
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. Όπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257).» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, κρίνω ότι τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι μπορεί η πλευρά των εναγόντων να καθυστέρησε 2 ½ μήνες για να καταχωρήσει το δικόγραφο της Απάντησης της όμως η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι είναι αδικαιολόγητα υπέρμετρη ή ότι συνιστά περιφρόνηση και κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Πρόκειται για αγωγή που καταχωρήθηκε και προωθήθηκε σύμφωνα με όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες εναντίον εναγομένων που διαμένουν στο εξωτερικό, αφορά σε σοβαρά νομικά και πραγματικά ζητήματα (βλ. μεταξύ άλλων ισχυρισμούς υπεράσπισης περί «privity of contract» και περί ύπαρξης «constructive trust» μεταξύ των διαδίκων), το δικόγραφο της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε είναι όντως ένα πολυσέλιδο έγγραφο το οποίο περιέχει σωρεία πραγματικών και νομικών ισχυρισμών οι οποίοι, τουλάχιστο λόγω των προδικαστικών ενστάσεων που προβάλλει, χρήζουν Απάντησης και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε προτού η αγωγή εισέλθει σε στάδιο όπου θα υπόκειτο πλέον σε απόρριψη λόγω μη προώθησης της ή λόγω εφαρμογής νομοθετικού τεκμηρίου ότι αυτή είναι εγκαταλειφθείσα (βλ. Δ.30 Θ1|(γ)). Και ας μη μας διαφεύγει εδώ ότι και η πλευρά των εναγομένων είχε καθυστερήσει τρεις σχεδόν μήνες για να καταχωρήσει την Υπεράσπιση της. Ούτε όμως και θα μπορούσε να αγνοηθεί το γεγονός ότι η πλευρά των εναγομένων είχε δηλώσει αρχικά, ως η ίδια ανέφερε, ότι δεν θα είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης (βλ. κατ' αναλογία τα λεχθέντα στην Κυπριανού-Μεσαρίτη Μαρία ν. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 768). Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, και λαμβανομένου υπόψη και του ότι καμία ουσιαστική αδικία δεν πρόκειται να προκληθεί στους εναγόμενους σε περίπτωση που εγκριθεί η παρούσα αίτηση - ενώ σε αντίθετη περίπτωση ο δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα των εναγόντων θα είναι ιδιαίτερα σημαντικός - κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτελεί τον αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για παράταση των προβλεπόμενων προθεσμιών, επιβάλλει όπως η παρούσα αίτηση εγκριθεί προκειμένου να μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Η αίτηση συνεπώς εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης του δικογράφου της Απάντησης για περίοδο 20 ημερών από σήμερα. Κατά την καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης δεν χρειάζεται να επισυναφθεί το παρόν διάταγμα αν αυτό δεν καταστεί δυνατό να συνταχθεί μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας, φτάνει όμως να έχει ζητηθεί εμπρόθεσμα η σύνταξη του. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, σχετικές είναι οι πρόνοιες της Δ.57 Θ2 σύμφωνα με τις οποίες τα έξοδα της αίτησης τα επωμίζεται συνήθως η πλευρά του αιτητή εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά. Λαμβανομένου λοιπόν υπόψη του πώς έχει εξελιχτεί η διαδικασία, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της παρούσας αίτησης συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον των εναγομένων και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.