ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΣΑΒΒΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΒΒΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 57/16, 8/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 57/16 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων Και
- ΣΑΒΒΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΑΒΒΑ
- A & C.K. DEVELOPERS LTD Εναγόμενων ----------------------------- Ημερομηνία: 08 Μαΐου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες: κα Ρ. Καραμανή για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Χρ. Πουτζιούρης ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 12/11/16 με αναφερόμενους ενάγοντες την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας - Λάρνακας - Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, η οποία αξίωνε, σύμφωνα με την τροποποιηθείσα στις 19/12/16 και 11/07/17 Ε/Α, (α) από τον εναγόμενο 1 υπό την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη - ποσό €199.371,86 πλέον τόκο 9% από 01/01/16 κεφαλαιοποιούμενο 2 φορές το χρόνο ως ποσό «προερχόμενο εκ γραμματίου και/ή μεσοπρόθεσμου γραμματίου και/ή τρεχούμενου λογαριασμού και/ή ομολόγου και/ή γραπτής αναγνωρίσεως χρέους και/ή ως αποζημιώσεις» καθώς και αριθμό δηλωτικών και αναγνωριστικών αποφάσεων σε σχέση με πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 29/09/09 το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ910/2011 και το οποίο φέρεται να είχε συνάψει ο εναγόμενος 1 ως αγοραστής με την εναγόμενη 2 ως πωλήτρια για την αγορά συγκεκριμένου διαμερίσματος στη Λάρνακα, και (β) από αμφότερους τους εναγόμενους - διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ376/10 του Κτηματολογίου Λάρνακας η οποία είχε εγγραφεί ως εξασφάλιση των οφειλών του εναγόμενου 1 επί ¼ μεριδίου που ο τελευταίος είχε σε συγκεκριμένο ακίνητο στην Ορμήδεια και επί ½ μεριδίου που η εναγόμενη 2 είχε επί του ακινήτου στο οποίο είχε αναγερθεί το διαμέρισμα που πωλήθηκε στον εναγόμενο
- Σημειώνω εδώ ότι έχει καταστεί μη αμφισβητούμενο γεγονός[1] ότι οι επίδικες για την υπόθεση συμφωνίες είχαν συναφθεί με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας (εφ' εξής ΣΠΕ), η οποία κατόπιν διάφορων αλλαγών στην ονομασία της κατέληξε να φέρει το όνομα με το οποίο καταχωρήθηκε η αγωγή, και η οποία κατά την 01/07/17 μετέφερε όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων και των επίδικων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων, στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ (Αρ. Εγγραφής 88). Η τελευταία, ως είναι επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός, κατόπιν διαφόρων αλλαγών κατέληξε περί τις 03/09/18 να ονομάζεται Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ - οπόταν και έπαψε να είναι Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ιδρυμα ΑΠΙ) αλλά παρέμεινε παρά ταύτα να συνιστά Συνεργατική Εταιρεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.22/1985 - και περί τα τέλη του 2022 μεταβίβασε στους νυν ενάγοντες δυνάμει των προνοιών του Ν.169(Ι)/2015, όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής. Ως αποτέλεσμα, οι νυν ενάγοντες θεωρούνται από τότε ως τα πρόσωπα που έχουν υποκαταστήσει την αρχική ενάγουσα στα δικαιώματα που απορρέουν από τις επίδικες συμβάσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις και που προωθούν την παρούσα αγωγή (βλ. σχ. Τεκ. 1, 2, 14 και ειδοποιήσεις που έχουν καταχωρηθεί στο φάκελο). Σημειώνω επίσης ότι αν και η αγωγή επιδόθηκε δεόντως σε αμφότερους τους εναγόμενους εντούτοις εμφάνιση καταχώρισε μόνο ο εναγόμενος 1 με αποτέλεσμα στις 13/10/17 να εκδοθεί, κατόπιν αίτησης των εναγόντων, απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 δυνάμει της Δ.17 Θ.3, με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης Υ376/10 αλλά μόνο στο βαθμό που αφορούσε το ενυπόθηκο μερίδιο της τελευταίας. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι αντίθετα με το τι υποστήριξε η πλευρά του εναγόμενου 1 κατά την τελική της επιχειρηματολογία, η έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 2 λόγω παράλειψης της να καταχωρήσει εμφάνιση, ήτοι στη βάση της Δ.17 Θ.3, ουδόλως επηρέασε ή επηρεάζει τα δικαιώματα του εναγόμενου 1 να προβάλει την υπεράσπιση του στην αγωγή, αφού η έκδοση απόφασης εναντίον συνεναγομένου στη βάση της Δ.17 Θ.3 επηρεάζει μόνο τα δικαιώματα των διαδίκων στην εν λόγω διαδικασία και δεν προκαθορίζει ούτε και προαποφασίζει τη μοίρα της αξίωσης εναντίον του άλλου συνεναγομένου (βλ. Tράπεζα Kύπρου Δημόσια Eταιρεία Λτδ ν. Γ. & K Bιονευρολογική Λτδ και Άλλων
(2011)1 ΑΑΔ 234). Όσον αφορά τώρα τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, αυτές, οι οποίες κατά την ακρόαση προωθήθηκαν από μία μόνο μάρτυρα, τη Μ.Γ (ΜΕ1), η οποία εργάζεται σε ιδιωτική εταιρεία που διαχειρίζεται τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν μεταβιβαστεί στους ενάγοντες (Έγγραφο Α), είναι οι ακόλουθες: Στις 21/01/10, υπογράφτηκε μεταξύ της ΣΠΕ και του εναγόμενου 1 και στην παρουσία δύο μαρτύρων, γραπτή συμφωνία με τίτλο «Γραμμάτιο Μεσοπρόθεσμο», στη βάση της οποίας η πρώτη χορήγησε στο δεύτερο δάνειο ύψους €155.000 (Τεκ.4). Το συγκεκριμένο δάνειο, το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι θα ήταν πληρωτέο με μηνιαίες δόσεις εκ €1000 η κάθε μια από 07/03/10, είχε συμφωνηθεί (όρος 5) ότι θα επιβαρύνετο με: (α) ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Συνεργατική Βασικό Επιτόκιο Συνεργατικής προσαυξημένο κατά 2,25 τοις εκατό περιθώριο, το οποίο και θα ισχύει πριν και μετά την τυχόν έκδοση οιασδήποτε δικαστικής απόφασης. Με βάση τα ανωτέρω το επιτόκιο υπολογίζεται σήμερα ως εξής: Βασικό Επιτόκιο: 4 % Περιθώριο 2,25% Σύνολο Επιτοκίου 6,25% (β) Ο τόκος θα υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει o καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. O τόκος υπολογίζεται και είναι πληρωτέος κάθε 6 μήνες την 30/06 και την 31/12 κάθε χρόνου. Σε περίπτωση μη πληρωμής τούτου θα χρεώνεται στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονται επί αυτού τόκοι και προμήθεια. (γ) Με προμήθεια προς 0,00% για κάθε εξαμηνία η οποία θα υπολογίζεται πάνω στο εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο που θα παρουσιάζει η διευκόλυνση κατά τη σχετική εξάμηνη περίοδο. (δ) Με τραπεζικά δικαιώματα, προμήθεια, έξοδα, επιβαρύνσεις ή/και δικαιώματα που η Συνεργατική κατά την απόλυτη κρίση της τυχόν αποφασίσει κατά καιρούς και για τα οποία θα ειδοποιήσει γραπτώς το χρεώστη. Η Συνεργατική δικαιούται κατά την κρίση της να μεταβάλλει οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας σου χρήματος, το βασικό επιτόκιο της Συνεργατικής, τα περιθώρια, την προμήθεια, οιεσδήποτε άλλες χρεώσεις ή έξοδα, τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου, τον χρόνο καταβολής του και γενικά να κάμνει οποιαδήποτε άλλη συναφή αλλαγή και η μεταβολή αυτή να είναι δεσμευτική για τον οφειλέτη στον οποίο γνωστοποιείται με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν κατά την κρίση της Συνεργατικής και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση...» Άλλος όρος της Συμφωνίας (όρος 7) ήταν ότι: «.Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι της εξόφλησης. Συμφωνείται ότι o τόκος υπερημερίας θα είναι 1 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού όπως θα ισχύει κατά την χρονική στιγμή της υπερημερίας και αναφέρεται ρητά πάνω. Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή μέρος του ζητηθεί από την Συνεργατική θα γίνεται πληρωτέο και απαιτητό και θα εξοφλείται. Ο χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως όλο το οφειλόμενο προς τη Συνεργατική ποσό συμπεριλαμβανομένου του νκεφαλαίου, του τόκου, τόκου υπερημερίας, δικαιωμάτων, προμηθειών, δαπανών και άλλων εξόδων.». Με την ίδια συμφωνία τέλος, ο εναγόμενος 1 δήλωσε ενυπογράφως ότι: «.εγώ ο χρεώστης δηλώνω ότι κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου να επισκοπήσω όλες τις όψεις της παρούσας συμφωνίας με δικηγόρο της εκλογής μου, ότι έχω προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας συμφωνίας και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω την παρούσα συμφωνία» Όσον αφορά τώρα την εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, σύμφωνα με τη ΜΕ1 και τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν κατά τη μαρτυρία της, οι διευκολύνσεις αυτές είχαν εξασφαλιστεί στις 27/01/10 με την υπογραφή από πλευράς αμφότερων των εναγομένων, στην παρουσία δύο μαρτύρων, γραπτής δήλωσης υποθήκης προς όφελος της ΣΠΕ (Υ376/10) επί ¼ μεριδίου που ο εναγόμενος 1 είχε σε συγκεκριμένο ακίνητο στην Ορμήδεια και επί ½ μεριδίου που η εναγόμενη 2 είχε επί ενός ακινήτου στη Ξυλοφάγου (Τεκ.5) καθώς επίσης και με την υπογραφή, και πάλι από αμφότερους τους εναγομένους στην παρουσία δύο μαρτύρων, συμφωνίας εκχώρησης προς την ΣΠΕ όλων των δικαιωμάτων που ο εναγόμενος 1 είχε δυνάμει ενός αγοραπωλητηρίου εγγράφου που σύναψε ως αγοραστής στις 29/09/09 με την εναγόμενη 2 ως πωλήτρια για την αγορά συγκεκριμένου διαμερίσματος στη Ξυλοφάγου. Το συγκεκριμένο αγοραπωλητήριο έγγραφο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ910/2011 (Τεκ.6). Ως δηλώθηκε εκ συμφώνου να συνιστά παραδεκτό γεγονός στην υπόθεση, αφού ενεργοποιήθηκε ο επίδικος λογαριασμός του δανείου του εναγόμενου 1 καθώς και οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα, το ποσό του δανείου, ήτοι το ποσό των €155.000, εκταμιεύθηκε από τον εναγόμενο 1 στις 27/01/10 και από το ποσό αυτό, ποσό €33.725,45 κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό του τελευταίου ο οποίος σε κατοπινό στάδιο μεταφέρθηκε στην Ελληνική Τράπεζα (βλ. Τεκ.Α και 12). Το υπόλοιπο ποσό των €120.257,01, χρησιμοποιήθηκε, σύμφωνα με τη ΜΕ1, για την εξόφληση άλλου δανείου του εναγόμενου 1 (Τεκ.10). Κατά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, η ΣΠΕ πληροφορούσε κατά καιρούς τον εναγόμενο 1 ότι γίνονταν μεταβολές στο επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός, δημοσιεύοντας προς τούτο σχετικές ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο ως προνοούσαν οι όροι της επίδικης συμφωνίας (Τεκ 7). Στις 17/01/13, η ΣΠΕ, έχοντας διαπιστώσει ότι ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές του υποχρεώσεις σε σχέση με το δάνειο που έλαβε ένεκα του ότι καθυστερούσε να καταβάλει το συνολικό τότε ποσό των €11.500 περίπου, έστειλε στον τελευταίο μέσω των δικηγόρων της επιστολή στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει, με την οποία τον ενημέρωνε για τις συμβατικές του παραβάσεις και με την οποία τον καλούσε όπως εντός 21 ημερών λάβει τα δέοντα μέτρα για τήρηση των συμφωνηθέντων (Τεκ 11). Επειδή όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από πλευράς εναγομένου 1 και επειδή οι συμβατικές παραβάσεις του τελευταίου εξακολουθούσαν να υφίστανται και να αυξάνονται, οι δικηγόροι της ΣΠΕ έστειλαν νέα επιστολή στον εναγόμενο 1 στις 15/03/2013 με την οποία τον ενημέρωναν ότι είχε αποφασιστεί ο τερματισμός της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και ότι καθίστατο πλέον άμεσα απαιτητό και πληρωτέο το οφειλόμενο ποσό των €163.834,35 πλέον τόκους από 01/01/13 μέχρι εξόφλησης. Με την ίδια επιστολή, η ΣΠΕ ενημέρωσε τον εναγόμενο 1 και για το ότι το οφειλόμενο και απαιτητό υπόλοιπο θα επιβαρυνόταν πλέον με συνολικό επιτόκιο 9%, κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές το χρόνο (Τεκ.11). Σημειώνω εδώ ότι κατά τη μαρτυρία της η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι όπως έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους των εναγόντων, οι πιο πάνω επιστολές που στάληκαν με κανονικό ταχυδρομείο στη δηλωθείσα διεύθυνση του εναγόμενου 1 ουδέποτε επιστράφηκαν. Ενόψει λοιπόν του ότι ούτε και τότε υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από πλευράς εναγομένου 1, η ΣΠΕ καταχώρησε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας τα όσα αναφέρονται πιο πάνω. Όσον αφορά το πώς είναι που κατά τους ενάγοντες προκύπτουν τα προαναφερόμενα αξιούμενα ποσά, η ΜΕ1 κατάθεσε κατά την ακρόαση ως Τεκ.8 τις αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού που τηρούνταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, οι οποίες «ξεκινούν» από τις 27/01/10 με την εκταμίευση - χρέωση του ποσού των €155.000, «φτάνουν» στις 31/12/15 κατόπιν διαφόρων χρεοπιστώσεων που εκεί καταγράφονται να έγιναν στο ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή, και κατόπιν διαφόρων χρεώσεων - κυρίως τόκων και εξόδων - καταλήγουν στις 30/06/23 στο φερόμενο ως σημερινό οφειλόμενο ποσό των €337.088,
- Οι εν λόγω καταστάσεις σημειώνω, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 Κεφ. 9, ήτοι ως αποτελούσες μέρος του αρχείου που οι ενάγοντες προφανώς παρέλαβαν από τη ΣΠΕ και τους διαδόχους της (σ.Δ. το πιστοποιητικό υπογράφεται και σφραγίζεται από τους νυν ενάγοντες όμως οι καταστάσεις που αυτό συνοδεύει φέρουν ως συντάκτη τους τη ΣΠΕ και τους διαδόχους της). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία της η ΜΕ1 κατέθεσε και δύο σετ αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκ.9Α και 9Β) τις οποίες ανέφερε ότι ετοίμασε η ίδια χρησιμοποιώντας τις καταγραφείσες στις αναλυτικές καταστάσεις συναλλαγές, με τη μόνη διαφορά να είναι ότι στις αναδομημένες αυτές καταστάσεις δεν έχουν συμπεριληφθεί οι χρεώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό σε σχέση με τραπεζικά έξοδα, δικαιώματα, προμήθειες και τόκο υπερημερίας, ενώ ο ετήσιος τόκος με τον οποίο χρεώνονται τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά, υπολογίστηκε στη βάση έτους που αποτελείται από 365 και 366 μέρες (δίσεκτο έτος). Η διαφορά τώρα που υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών αναδομημένων καταστάσεων είναι ότι στην πρώτη (Τεκ.9Α), η οποία καταλήγει σε σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο (30/06/23) ύψους €319.238,55, ο τόκος που χρεώνεται είναι ως ήταν οι εκάστοτε διακυμάνσεις του συνολικού επιτοκίου (6,25%, 6,50%, 7% και 6,75%), ενώ στη δεύτερη (Τεκ.9Β), η οποία καταλήγει σε σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο (30/06/23) ύψους €296.724,79, ο τόκος που χρεώνεται παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος σταθερός στο συμβατικό συνολικό επιτόκιο των 6,25%. Αν και ειδικότερη αναφορά στις αναδομημένες αυτές καταστάσεις κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, σημειώνω εδώ ότι κατά την κατάθεση τους η ΜΕ1 δήλωσε ότι οι ενάγοντες θα περιορίσουν την απαίτηση τους «.στα αναγραφόμενα εις την πρώτη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού στην οποία έχει χρεωθεί επιτόκιο ως η διακύμανση του επιτοκίου και στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και θα αξιώσουν περαιτέρω τόκο υπερημερίας προς 1% από την ημέρα έκδοσης τυχόν αποφάσεως υπέρ των εναγόντων.». Με άλλα λόγια, οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο ποσό των €319.238,55, το οποίο κατ' εκείνους προκύπτει να οφείλεται σήμερα κατόπιν συνυπολογισμού του ποσού του επίδικου δανείου με τις διάφορες πιστώσεις που έγιναν κατά καιρούς λόγω πληρωμών και τις χρεώσεις που έγιναν σε σχέση μόνο με το εκάστοτε χρεωθέν επιτόκιο, μη περιλαμβανομένου όμως οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας. Στην αντιπέρα όχθη ο εναγόμενος 1 ήγειρε με το δικόγραφο της υπεράσπισης σωρεία νομικών και πραγματικών ισχυρισμών στη βάση των οποίων ήγειρε και ανταπαίτηση ζητώντας δικαστική αναγνώριση για την ύπαρξη παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό, δικαστική αναγνώριση για την ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών και επιδίκαση προς όφελος του ως ειδικές αποζημιώσεις ποσού €25.000 το οποίο κατ' εκείνον αντιπροσωπεύει τις παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και εξόδων που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό και ποσού €250 ως έξοδα οικονομολόγου/εμπειρογνώμονα «για την εξεύρεση του ορθού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού και ή του ορθού τόκου». Με τη γραπτή δήλωση όμως που ο εναγόμενος 1 υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου (Εγγραφο Β) ως ο μόνος μάρτυρας για την πλευρά του, ο τελευταίος δέχτηκε ότι υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες και ότι έλαβε και χρησιμοποίησε το συμφωνηθέν δάνειο για να εξοφλήσει άλλο δάνειο του και ισχυρίστηκε τα εξής. «.το 2010 ενδιαφέρθηκα να αγοράσω διαμέρισμα από την εναγόμενη 2 εταιρεία. και για αυτό υπογράψαμε το πωλητήριο που είναι το Τεκμήριο 6.Η εταιρεία Α & C.K DEVELOPERS LTD όταν ενδιαφέρθηκα να αγοράσω το διαμέρισμα μέσω του διευθυντή της (κ. Καδή) με πήρε στην ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ για να μου δώσουν το δάνειο για αγορά του διαμερίσματος. Στην ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ πήγα μόνο μία φορά και είχαν όλα τα έγγραφα έτοιμα και τα υπόγραψα και θέλω να σημειώσω ότι δεν ήμουν πελάτης τους πριν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου. Το δάνειο είναι το Τεκμήριο 4 της παρούσας υπόθεσης και παραδέχομαι την μονογραφή μου και την υπογραφή μου που φαίνονται σε αυτό. Για σκοπούς εξασφάλισης της ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ τους έβαλα υποθήκη και το σπίτι της μητερας μου που είναι στο όνομα μου και που είναι το 1/4 μερίδιο.και επίσης έβαλε υποθήκη και η εταιρεία το ποιο πάνω ακίνητο πάνω στο οποίο έκτισε το διαμέρισμα. Η υποθήκη έχει αριθμό Y376/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και είναι το Τεκμήριο 5 στην υπόθεση. Την 29/09/2009 υπογράφτηκε από εμένα και την εναγόμενη 2 εταιρεία το πιοπάνω πωλητήριο έγγραφο για το διαμέρισμα.Αναφορικά με τις συμφωνίες δανείου και υποθήκης του 2010 οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω δεν είχα καμία ενημέρωση ή πληροφόρηση για τους όρους των συμφωνιών πριν τις υπογράψω και ούτε μου δόθηκαν ποτέ αντίγραφα για να τα διαβάσω πριν τα υπογράψω και ούτε μου είπαν ότι έπρεπε να συμβουλευθώ δικηγόρο πριν υπογράψω τις συμφωνίες. Αυτά που γράφει στις συμφωνίες ότι δήθεν είχα χρόνο για να δω τις συμφωνίες και ότι είχα δικαίωμα σε συμβουλή δικηγόρου ήταν προσυνταγμένοι όροι που έβαλαν η ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ τους οποίους δεν διαπραγματεύθηκα μαζί τους και ούτε διάβασα πριν υπογράψω. Όλα τα έγγραφα.ήταν έτοιμα και μου τα έβαλαν μπροστά μου κάμποσα έγγραφα για να τα υπογράψω...δεν είχα τα εισοδήματα για να πληρώνω €1.000,- τον μήνα για το δάνειο και το γνώριζαν η ΣΠΕ όμως μου έδωσαν το δάνειο, Προσπάθησα και έκανα πληρωμές στο δάνειο για συνολικό ποσό €27.950 μέχρι την 03/07/
- Ήξεραν ότι είχα προηγούμενα δάνεια και δεν τα εξυπηρετούσα εφόσον τους τα είπα όλα πριν υπογράψουμε και όμως μου έδωσαν δάνειο για να αγοράσω το διαμέρισμα των πελατών τους και να εξοφλήσω τα άλλα δάνεια μου. Το δάνειο μου δόθηκε με μόνο σκοπό να εξυπηρετηθεί η εταιρεία που ήταν πελάτης τους και δεν μου το είπαν πριν υπογράψουμε ενώ είχαν σύγκρουση συμφέροντος. Επίσης το ακίνητο που ήταν κτισμένο το διαμέρισμα πάνω του είχε άλλες υποθήκες και πωλητήρια πάνω του που τα ήξερε η ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ και δεν μου είπαν και ακόμα και αν πλήρωνα το δάνειο δεν θα έπαιρνα ποτέ ελεύθερο τίτλο εφόσον χρωστούσε πολλά λεφτά η εταιρεία στην ΣΠΕ Μακράσυκας που είναι απλήρωτα μέχρι σήμερα.(Τεκ.13). Θέλω να αναφέρω ότι ουδέποτε οι υπαλλήλοι της ΣΠΕ με ενημέρωσαν τι είναι βασικό επιτόκιο ή περιθώριο και για τον τρόπο υπολογισμού του βασικού επιτοκίου τους παρά την υποχρέωση τους από τον νόμο όπως με έχουν συμβουλέψει οι δικηγόροι μου. Επίσης πολλοί όροι στην συμφωνία δανείου είναι καταχρηστικοί εφόσον τους δίνουν μονομερή δικαιώματα εις βάρος μου χωρίς να τους έχουμε διαπραγματευθεί μεταξύ μας.ο όρος για καθορισμό του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου. ο όρος για εξεύρεση του ημερήσιου τόκου με διαιρέτη το έτος των 360 ημερών.ο όρος για πληρωμή δικαιωμάτων προμήθειων και εξόδων. ο όρος για μεταβολή.του βασικού επιτοκίου.ο όρος 7 για επιβολή τόκου υπερημερίας.Η ΣΠΕ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ και οι υπαλλήλοι τους μου γέλασαν και υπόγραψα μία συμφωνία που είχαν έτοιμη και που κάλυπτε μόνο τα δικά τους συμφέροντα και τους έδινε μονομερή δικαιώματα να αλλάζουν τους όρους όποτε ήθελαν για να κερδίζουν σε βάρος μου. Δεν συμφωνώ με το υπόλοιπο του δανείου εφόσον αυτά τα εξόγκωσαν με τους καταχρηστικούς όρους της συμφωνίας του οποίους ουδέποτε μου εξήγησαν και Τους χρησιμοποιούσαν σε όλες τις συμφωνίες τους για όλους τους πελάτες τους όπως έμαθα μετά την υπογραφή του δανείου. Όπως έχω πληροφορηθεί η ΣΠΕ Μακράσυκας έχει διαλυθεί από τον Ιούλιο 2017.και από τον καιρό που διαλύθηκε δεν μπορεί να μπαίνει τόκος στο δάνειο μου εφόσον δεν υπάρχει η ΣΠΕ Μακράσυκας να το καθορίζει και να το επιβάλλει.». Τόσο η ΜΕ1 όσο και ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκαν εκτενώς από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της αντίστοιχης αντίδικης πλευράς. Επειδή όμως κατά την τελική επιχειρηματολογία των συνηγόρων του εναγόμενου 1 δηλώθηκε ότι ο τελευταίος «.δεν θα επιμείνει σε όλες τις δικογραφημένες θέσεις του και θα τις περιορίσει μόνο στα όσα καταγράφονται πιο κάτω στην αγόρευση μας.», θα αναφερθώ στα σημεία της αντεξέτασης των δύο μαρτύρων εκεί και όπου χρειάζεται για σκοπούς εξέτασης των θεμάτων που τελικά κατέληξαν να προωθούνται. Κατά τις εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων λοιπόν, η μεν πλευρά των εναγόντων αναφέρθηκε σε όλα τα θέματα που εγείρονταν με το δικόγραφο της υπεράσπισης, ακόμη και αυτά που θεωρήθηκαν ενδεχόμενο να εγερθούν - προφανώς δεν είχε κοινοποιηθεί από προηγουμένως η αγόρευση της υπεράσπισης με την οποία δηλωνόταν ο περιορισμό των εγειρόμενων θεμάτων - ενώ η υπεράσπιση περιόρισε τις θέσεις της στα εξής: «.Είναι η θέση μας ότι δεν πρέπει να επιβληθούν τόκοι στο δάνειο για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω δηλαδή ότι οι όροι του Τεκμηρίου 4 είναι άκυροι ένεκα καταχρηστικότητας τους και για τον λόγο ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμμορφωθεί με το άρθρο 3 του Νόμου για δάνεια που προστατεύει τους καταναλωτές αναφορικά με την ειδική πληροφόρηση τους για το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου τους. Επίσης ένεκα της παράβασης εκ μέρους των εναγόντων των νόμιμων καθηκόντων τους σε σχέση με το άρθρο 3 του Νόμου Ν.160(Ι)/
- 2.Είναι η θέση μας ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της Δικαστικής του κρίσης της παρούσας υπόθεσης αν κηρύξει τους όρους της επίδικης σύμβασης άκυρους ένεκα της καταχρηστικότητας τους τότε δεν διασώζεται η επίδικη σύμβαση ένεκα των πολλών καταχρηστικών όρων σε αυτή και επομένως την οδηγεί σε ακυρότητα και επομένως επιτυχία της ανταπαίτησης του εναγόμενου. Αν όμως διαφωνεί το Δικαστήριο μαζί μας και κρίνει το αντίθετο από την εισήγηση μας τότε μπορεί να επιδικάσει στους εναγόμενους το ποσό του αρχικού δανείου μείον τα ποσά της αποπληρωμής που αναφέρουμε πιο πάνω χωρίς τόκους αν κρίνει ότι διασώζεται η σύμβαση. 3.Είναι επίσης η θέση μας ότι η υπεράσπισή και ανταπαίτηση του εναγόμενου έχει επιτύχει σε αρκετά θέματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους που προώθησε και με την παρούσα αγόρευση μας επιμένουμε και επομένως το Δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της διακριτικής τους ευχέρειας να επιδικάσει τα έξοδα της ανταπαίτησης στον εναγόμενο. 4.Να επισημάνουμε στο Δικαστήριο ότι αν δεν καταχωρούσε εμφάνιση στην αγωγή ο εναγόμενος ουδέποτε οι ενάγοντες θα κατασκεύαζαν αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού και επομένως η προσκόμιση της στην ακροαματική διαδικασία δεν μπορεί να τους απαλλάξει από την αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά τους και να στερήσει τα έξοδα από τον εναγόμενο έστω και αν το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά από τα όσα καταγράφουμε πιο πάνω. 5.Είναι η θέση μας ότι οι σημερινοί ενάγοντες δεν δικαιούνται να επιβάλλουν βασικό επιτόκιο επειδή δεν είναι ΑΠΙ.». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου παρακολουθώντας παράλληλα με την ίδια προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν κατά την ακρόαση, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω κατ' αρχή ότι με δεδομένο τον ανωτέρω αναφερόμενο περιορισμό των επίδικων θεμάτων από πλευράς εναγόμενου 1, οι θέσεις της ΜΕ1 περί υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, ενεργοποίησης του επίδικου λογαριασμού, χορήγησης και εκταμίευσης του επίδικου δανείου με τον τρόπο που η ΜΕ1 ισχυρίστηκε και περί τερματισμού του επίδικου λογαριασμού με την αποστολή των σχετικών επιστολών, κατέληξαν να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα και κατ' επέκταση αυτά καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τώρα τη θέση του εναγόμενου 1 ότι η επίδικη σύμβαση δανείου είναι από τη ρίζα της μολυσμένη από παρανομία και συνεπώς άκυρη σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, ως ανέφερα και πιο πάνω, συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 υπέγραψε όλα τα έγγραφα που φέρονται να έχουν υπογραφτεί από εκείνον, ήτοι την επίδικη συμφωνία δανείου, την επίδικη συμφωνία υποθήκης και την επίδικη εκχώρηση δικαιωμάτων σε σχέση με το αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχε συνάψει με την εναγόμενη 2. Υπενθυμίζω συναφώς τη νομολογιακή αρχή ότι «..Η γενική αρχή είναι ότι η υπογραφή δεσμεύει (Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. Κατ΄αρχάς θα πρέπει εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει. ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω . λόγω παραπλάνησης ή δόλου,»[2]. Άλλωστε, λαμβανομένων υπόψη των ρητών γραπτών δηλώσεων που έκαμε ο εναγόμενος 1 με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ως προς το ότι «ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια» είναι που αποφάσισε να συνάψει την επίδικη συμφωνία δανείου και δη αφού είχε «προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της», τυγχάνουν θεωρώ πλήρους εφαρμογής οι νομολογιακές αρχές ότι «σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει»[3] καθώς και ότι «.Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του»[4]». Επισημαίνω εδώ όμως και το ότι αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο έκαμε το επίδικο δάνειο ήταν ώστε να εξοφλήσει άλλο δάνειο που είχε τον τότε καιρό και αυτό ώστε να μπορέσει αφ' ενός να προχωρήσει με την αγορά του διαμερίσματος από την εναγόμενη 2 και αφ' ετέρου να «περιορίσει» σε μία μόνο δόση τις πληρωμές που έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως και συγκεκριμένα για να περιορίσει τις πληρωμές του στη μία δόση των €1000 που συμφωνήθηκε να συνιστά τη δόση για την αποπληρωμή του επίδικου δανείου. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο, η μεν απόφαση του να λάβει δάνειο από τη ΣΠΕ δεν ήταν απόρροια οποιασδήποτε προτροπής ή παρότρυνσης της ΣΠΕ ή των υπαλλήλων της αλλά απόρροια των συζητήσεων και συνεννοήσεων που είχε αποκλειστικά με το διευθυντή και τους εκπρόσωπους της εναγόμενης 2, ενώ η δε εντύπωση που απεκόμισε από τους εμπλεκόμενους υπάλληλους της ΣΠΕ σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου, για την οποία να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι «.είμασταν ήδη μιλημένοι για να κάνουμε το δάνειο.», ήταν ότι με το δανεισθέν ποσό θα εξοφλείτο το άλλο δάνειο που αυτός ήδη όφειλε και ότι από τότε αυτός θα κατέβαλλε μόνο «μία δόση, έναν τόπο». Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιο τον εναγόμενο 1, το επίδικο δάνειο συμφωνήθηκε και δόθηκε σ' αυτόν όχι μόνο για όλους ακριβώς τους λόγους που ο ίδιος ήθελε και είχε υπόψη του αλλά και κατά τρόπο που ήταν πλήρως και απόλυτα προς το συμφέρον του, αφού μέρος των δανεισθέντων χρημάτων πιστώθηκε σε άλλο δάνειο που αυτός είχε έτσι ώστε να εξοφληθεί πλήρως το δάνειο εκείνο και να μην χρειάζεται να καταβάλλεται πλέον άλλη δόση για την αποπληρωμή του, ενώ το υπόλοιπο δανεισθέν ποσό κατατέθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό του ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιήσει για την απόκτηση του διαμερίσματος που αυτός είχε συμφωνήσει αποκλειστικά με την εναγόμενη 2 να αγοράσει για €92.000 (Τεκ.6). Υπό αυτή την σκοπιά λοιπόν και λαμβανομένου υπόψη ότι με την παραδεκτή υπογραφή του επί των επίδικων συμφωνιών, ο εναγόμενος 1 παρέστησε και δεσμεύτηκε προς τους ενάγοντες ότι με την παροχή από μέρους του εξασφάλισης υπό τη μορφή εκχώρησης δικαιωμάτων αγοραπωλητηρίου εγγράφου για την αγορά ενός διαμερίσματος για €92.000 (Τεκ.6) και εγγραφής υποθήκης επί δύο συγκεκριμένων ακινήτων (Τεκ.5), αυτός θα μπορούσε να λάβει δάνειο ύψους €155.000 και να το αποπληρώσει με μηνιαίες δόσεις ύψους €1000 έκαστη, η θέση της υπεράσπισης ότι παραβιάστηκαν οι πρόνοιες των Θεσμων 56 και 57 Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί 1987 - 2012 (142/1987) δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως αβάσιμη. Οι συγκεκριμένοι Θεσμοί υπενθυμίζω προνοούσαν τα εξής: «56. Για τη σύναψη δανείου υποβάλλεται προς την επιτροπεία αίτηση θεσμών, στην οποία δηλώνεται το ποσό και ο σκοπός του δανείου, ο χρόνος και ο τρόπος αποπληρωμής του ως και η προσφερόμενη ασφάλεια καθώς και άλλες πληροφορίες όπως αυτές καθορίζονται στις γενικές ή ειδικές οδηγίες που εκδίδονται από τον Έφορο. 57.Η επιτροπεία θα εξετάζη εις συνεδρίαν αυτής εκάστην αίτησιν διά δάνειον και δύναται να εγκρίνη τούτο εφόσον ικανοποιηθή ότι ο αιτητής είναι αξιόπιστον πρόσωπον, διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα αποπληρωμής του δανείου, ότι η προτεινομένη ασφάλεια είναι επαρκής και ότι το δάνειον θα χρησιμοποιηθή προς όφελος του αιτητού». Σε κάθε περίπτωση όμως, όποια δυσκολία και αν εξέφρασε πριν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ο εναγόμενος 1 σε σχέση με την δυνατότητα του να πληρώνει τη μηνιαία δόση των €1000, αν εξέφρασε οποιαδήποτε τέτοια δυσκολία ως ισχυρίστηκε, στο τέλος της ημέρας ο ίδιος ενσυνείδητα και αυτόβουλα αποφάσισε να δηλώσει και να παραστήσει ενυπογράφως προς τους προτιθέμενους δανειστές του, ήτοι την ΣΠΕ, ότι θα πλήρωνε την καθορισθείσα δόση των €1000 προκειμένου να εξασφαλίσει το δάνειο που ήθελε και τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλοί ότι ήταν η ΣΠΕ που τον ώθησε ή τον παρότρυνε να συνάψει συμφωνία δανείου με εκείνη αντί με κάποιο άλλο τραπεζικό ίδρυμα. Μάλιστα δε, ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι τον τότε καιρό ήταν πελάτης άλλου τραπεζικού ιδρύματος και ότι το επίδικο δάνειο το ήθελε προκειμένου να εξοφλήσει το δάνειο που είχε λάβει από αυτο άλλο τραπεζικό ίδρυμα. Είχε επομένως ο εναγόμενος 1 και την ελευθερία αλλά και τη δυνατότητα να αποταθεί για το δάνειο που ήθελε σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα αν δεν ήταν διατεθειμένος να συμφωνήσει με τους όρους της ΣΠΕ ή έστω αν ένιωθε ότι δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις διαβεβαιώσεις που του ζητούσαν να δώσει. Επέλεξε όμως να προχωρήσει με την επίδικη συμφωνία με την ΣΠΕ και όταν η τελευταία βασιζόμενη στις παραστάσεις τού, του έδωσε το αιτούμενο δάνειο, αυτός το έλαβε αδιαμαρτύρητα και το χρησιμοποίησε πλήρως για το σκοπό που το ήθελε και προς όφελος του. Δεν θα ήταν επομένως δίκαιο υπό αυτές τις περιστάσεις να επιτραπεί στον εναγόμενο 1 να αμφισβητήσει την ορθότητα των διαβεβαιώσεών του προς την ΣΠΕ, στις οποίες διαβεβαιώσεις βασίστηκε η τελευταία και μετέβαλε τη θέση της, δυσμενώς γι' αυτή (βλ. κατ' αναλογία Αντωνίου Αντώνης και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 856). Τα πιο πάνω αναπόφευκτα σφραγίζουν και την τύχη της θέσης της υπεράσπισης ότι η επίδικη σύμβαση θα πρέπει κατ' εφαρμογή του αρ. 23 Κεφ.149 να ακυρωθεί ως παράνομη λόγω παραβίασης των Θεσμών 56 και 57 ανωτέρω όπως επίσης και τη θέση ότι επειδή πριν από την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ο εναγόμενος 1, ως εκείνος ισχυρίζεται, ανέφερε στη ΣΠΕ ότι δεν θα μπορεί να καταβάλλει τη δόση των €1000, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται το δόγμα της ματαίωσης (frustration) που εμπεριέχεται στο αρ. 56 Κεφ.149, ώστε να απαλλαχτεί από την επίδικη συμφωνία. Το συγκεκριμένο δόγμα άλλωστε δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για κάθε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση, όπου η συγκεκριμένη υποχρέωση αποπληρωμής του επίδικου δανείου όχι μόνο αναλήφθηκε στη βάση ρητής ενυπόγραφης παράστασης και διαβεβαίωσης ότι το δάνειο μπορεί να αποπληρωθεί με το συμφωνηθέντα τρόπο, αλλά και που για αρκετό χρόνο εκπληρωνόταν κανονικά. Υπενθυμίζω εδώ ότι όπως ο ίδιος ο εναγόμενος ανέφερ, αλλά και προκύπτει και από τις αδιαμφισβήτητες πιστώσεις που καταγράφονται στις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, οι συμφωνηθείσες δόσεις καταβάλλονταν σχεδόν κανονικά και στην ολότητα τους κατά τα πρώτα στάδια λειτουργίας του λογαριασμού και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να γίνονταν και διπλές πληρωμές ώστε να καλυφτούν προηγούμενες καθυστερήσεις, ενώ αρκετές πληρωμές φαίνονται να είχαν γίνει από τον εναγόμενο 1 ακόμη και μετά που φέρεται να στάληκε η προειδοποιητική επιστολή στις 17/01/13 και χωρίς ποτέ ο τελευταίος να προβάλει τις διαμαρτυρίες που προβάλλει σήμερα. Υπό αυτές τις περιστάσεις λοιπόν, υπενθυμίζω τα λεχθέντα στην υπόθεση ΔΗΜΟΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ν. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ PC INFOMEDIA PUBLICATIONS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 125/2011, 20/1/2017 αναφορικά με το δόγμα της ματαίωσης (frustration) και τα οποία καταδεικνύουν επακριβώς το λόγο που η επί του προκειμένου θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να επιτύχει: «Είναι θεμελιωμένο ότι το δόγμα της ματαίωσης εφαρμόζεται μέσα σε στενά πλαίσια. Το δόγμα αυτό δεν εφαρμόζεται ελαφρά τη καρδία για να απαλλάξει συμβαλλομένους από κακές συμφωνίες. Στην αρχική υπόθεση Taylor v. Caldwell
(1863)3 B & S 826 καθιερώθηκε η αρχή ότι η ματαίωση μιας σύμβασης δικαιολογείται στην περίπτωση που η σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί, εξαιτίας της εξαφάνισης του αντικειμένου της σύμβασης, χωρίς να ευθύνεται ο συμβαλλόμενος που επικαλείται τη ματαίωση. Η αιτία της ματαίωσης μιας σύμβασης πρέπει να είναι μια εξωτερική αλλαγή της κατάστασης. Μια αλλαγή στο νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη σύμβαση, μετά την υπογραφή της, αναγνωρίζεται ως έγκυρος λόγος ματαίωσης της σύμβασης (Δέστε: Baily v. De Crespigny
(1869)L.R. 4 Q.B., 180). Στην υπόθεση Davis Contractors Ltd v. Fareham U.D.C.
(1956)A.C., 696 τονίστηκε ότι για να υπάρξει ματαίωση σύμβασης θα πρέπει η συμβατική υποχρέωση να έχει καταστεί αδύνατο να εκτελεστεί, χωρίς ευθύνη του συμβαλλόμενου που την επικαλείται, εξαιτίας περιστάσεων που κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που ο συμβαλλόμενος έχει αναλάβει.» Κατά δεύτερο και όσον αφορά τη θέση της υπεράσπισης ότι κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας η ΣΠΕ παραβίασε τις τότε ισχύουσες πρόνοιες του αρ. 3
(1)(α) και (γ) του Ν.160(Ι)/99: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη·. (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή» ούτε η θέση αυτή θεωρώ δύναται υπό τις περιστάσεις να επιτύχει. Εξηγώ. Στη επίδικη σύμβαση δανείου καταγράφεται αναλυτικά στον όρο 5 το πώς είναι που προκύπτει το συνολικό επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός καθώς επίσης και ο τρόπος με τον οποίο το επιτόκιο αυτό δυνατό να άλλαζε κατά τη λειτουργία του λογαριασμού, τρόπος ο οποίος συνάδει με τις πρόνοιες του αρ.3
(1)(γ) ανωτέρω, ήτοι με δημοσίευση στον ημερήσιο τύπο. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος υπενθυμίζω ότι είχε τότε δηλώσει ενυπογράφως ότι «.έχω προσεκτικά αναγνώσει και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας συμφωνίας.» δεν εξέφρασε ποτέ πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ότι τελούσε υπό σύγχυση ή αμφιβολία για το συγκεκριμένο θέμα αλλά ούτε και παρουσιάστηκε ποτέ να νιώθει ότι χρειαζόταν να λάβει περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με το θέμα του τόκου και δη εξειδικευμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο καθορισμού/υπολογισμού του βασικού επιτοκίου της ΣΠΕ ως ισχυρίζεται σήμερα ότι έπρεπε να λάβει. Ούτε όμως και εξήγησε κατά την ακρόαση ο εναγόμενος 1 το πώς ακριβώς είναι που η κατ' ισχυρισμό μη επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο η ΣΠΕ καθόριζε το βασικό της επιτόκιο τον επηρέασε ή τον «ξεγέλασε» - ως ήταν ο ισχυρισμός του - στο να συμφωνήσει να λάβει το επίδικο δάνειο, το οποίο υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ανέφερε ότι ήθελε να λάβει προκειμένου να εξοφλήσει άλλο δάνειο που είχε αλλά και για να ολοκληρώσει τη συμφωνία που ο ίδιος έκαμε για την αγορά ενός διαμερίσματος. Άλλωστε, πριν τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/2014, ο Ν.160(Ι)/99 που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 επικαλείται, δεν επέβαλλε στα πιστωτικά ιδρύματα την υποχρέωση να παρέχουν ειδικές λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού και μεταβολής του βασικού επιτοκίου - η συγκεκριμένη υποχρέωση αφορούσε στο επιτόκιο γενικά - ούτε όμως και απαγόρευε την ύπαρξη συμβατικής ρήτρας που παρείχε το δικαίωμα μονομερούς αύξησης του περιθωρίου του επιτοκίου αλλά αντιθέτως επέβαλλε απλά την υποχρέωση κοινοποίηση τέτοιας αλλαγής, μεταξύ άλλων με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο (βλ. αρ.2Α και 3Α που εισήχθηκαν στο Νόμο το 2014 με τον τροποποιητικό Ν.141(Ι)/2014). Σε κάθε περίπτωση όμως, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι στο βαθμό που με τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς του ο εναγόμενος 1 επιχείρησε να «περάσει» τη θέση ότι δεν αντιλήφθηκε τους όρους της επίδικης συμφωνίας, η θέση αυτή, η οποία συνιστά ουσιαστικά την υπεράσπιση του non est factum, δεν συναντάται πουθενά στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Αν τώρα σε όλα τα πιο πάνω συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν ήταν πρόσωπο που δεν είχε ήδη εμπειρία και γνώση αναφορικά με το δανεισμό χρημάτων από πιστωτικά ιδρύματα και τη συναφή χρέωση τόκου επί του δανεισθέντος ποσού αλλά και το ότι η ΣΠΕ είχε ασκήσει μόνο δύο φορές το συμβατικό της δικαίωμα για μεταβολή του συμφωνηθέντος επιτοκίου και δη πριν τη θέσπιση του τροποποιητικού Ν.141(Ι)/14, και δημοσίευσε τις αλλαγές αυτές στον ημερήσιο τύπο ως το αρ.3
(1)(γ) του Ν.160(Ι)/99 επέβαλλε τότε (Τεκ.7), δημοσιεύσεις για τις οποίες ο εναγόμενος 1 περιορίστηκε να αναφέρει απλά ότι δεν τις είδε, καμία παρανομία δεν διαπιστώνεται να είχε μολύνει την επίδικη σύμβαση ως ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είχε γίνει. Κοντολογίς, για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω κρίνεται ότι καμία θέση του εναγόμενου περί ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών λόγω παρανομίας δεν ευσταθεί και συνεπώς οι επί του προκειμένου θέσεις απορρίπτονται. Στρέφομαι τώρα στην άλλη πτυχή των θέσεων που πρόβαλε η πλευρά του εναγόμενου 1, ήτοι τις θέσεις περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία και περί παράνομων, αντισυμβατικών και εσφαλμένων χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό. Επειδή οι θέσεις αυτές κατέληξαν να συναρτούνται άμεσα και με το περιεχόμενο των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού που κατέθεσε η ΜΕ1, θα εξετάσω μαζί όλα αυτά τα θέματα. Σημειώνω λοιπόν τα εξής: Οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία, «εξηγήθηκαν» κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 να αφορούν στον «.όρο για καθορισμό του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου. όρο για εξεύρεση του ημερήσιου τόκου με διαιρέτη το έτος των 360 ημερών. όρο για πληρωμή δικαιωμάτων προμήθειων και εξόδων. όρο για μεταβολή του βασικού επιτοκίου.(και) όρο 7 για επιβολή τόκου υπερημερίας.». Βεβαίως, κατά την τελική αγόρευση των συνηγόρων του τελευταίου έγινε σχετική αναφορά και στον όρο για απαίτηση άμεσης πληρωμής του ποσού του δανείου χωρίς προηγούμενη παραβίαση των συμβατικών όρων όμως είναι προφανές ότι η παρούσα δεν συνιστά τέτοια περίπτωση αφού η απαίτηση πληρωμής του επίδικου ποσού έγινε στη βάση κατ' ισχυρισμό παραβίασης των συμφωνηθέντων και όχι κατ' επίκληση του συγκεκριμένου όρου. Οι μόνες λοιπόν θέσεις που θα με απασχολήσουν θα είναι αυτές που αφορούν στους όρους που επικαλέστηκε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, για να έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα η εξέταση της θέσης περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών σε μια συμφωνία θα πρέπει να καταδειχθεί ότι όχι μόνο οι ρήτρες αυτές όντως εφαρμόστηκαν κατά την εκτέλεση της συμφωνίας αλλά και ότι το συμβαλλόμενο μέρος που τις εφάρμοσε επιχειρεί να επωφεληθεί από αυτές. Σε αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση γύρω από το συγκεκριμένο θα καθίστατο καθαρά ακαδημαϊκού χαρακτήρα και θα οδηγούσε στο να εξετάζει το Δικαστήριο θεωρητικά θέματα και να ενεργεί επί ματαίω, πράγμα ανεπίτρεπτο (βλ. Khalil Farhan και άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2214). Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε με το δικόγραφο της ότι όντως υπήρξε εφαρμογή των συγκεκριμένων κατ' ισχυρισμό καταχρηστικών όρων κατά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού με αποτέλεσμα να προκληθούν στον εναγόμενο 1 ζημιές υπό τη μορφή παράνομων χρεώσεων ύψους €25.000, ποσό το οποίο και ανταπαιτείται, καθώς επίσης και ζημιές ύψους €250 ως έξοδα οικονομολόγου/εμπειρογνώμονα «για την εξεύρεση του ορθού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού και ή του ορθού τόκου που θα έπρεπε να χρεωθεί ο επίδικος λογαριασμός». Καμία όμως μαρτυρία δεν προσέφερε η υπεράσπιση προς απόδειξη των πιο πάνω θετικών - πραγματικών (factual) ισχυρισμών που πρόβαλε με το δικόγραφο της και κατά την ακρόαση περιορίστηκε στο να προωθήσει τη δικογραφημένη θέση της περί καταχρηστικών όρων μόνο μέσω αντεξέτασης της ΜΕ1 σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίον χρεώνονταν οι τόκοι και οι συναφείς επιβαρύνσεις στον επίδικο λογαριασμό. Οι ενάγοντες όμως είχαν από την αρχή της ακρόασης καταστήσει το όλο θέμα ουσιαστικά άνευ σημασίας λόγω του περιορισμού της απαίτησης τους μέσω των αναδομημένων καταστάσεων, με τις οποίες «αφαίρεσαν» από την αξίωση τους κάθε ποσό που χρεώθηκε στον επίδικο λογαριασμό υπό τη μορφή των κατ' ισχυρισμό καταχρηστικών και αυθαίρετων τόκων και εξόδων, αφήνοντας ως αξιούμενες μόνο χρεώσεις τόκου στη βάση έτους 365 και 366 ημερών και εντός των ορίων που καθόρισε η σύμβαση, ήτοι με μεταβαλλόμενο συνολικό επιτόκιο στη μια περίπτωση (Τεκ.9Α) και με σταθερό το αρχικό συνολικό επιτόκιο στην άλλη (Τεκ.9Β). Αν και δεν αγνοείται λοιπόν το γεγονός ότι ήταν μόνο κατά την ακρόαση που οι ενάγοντες αποφάσισαν να μην αξιώσουν τα ποσά που αξίωναν για 7 χρόνια και για τα οποία ο εναγόμενος 1 είχε προβάλει και υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση, η ενασχόληση με το κατά πόσο ήταν όχι καταχρηστικές και αυθαίρετες οι συγκεκριμένες ρήτρες που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου 1 κατέστη πλέον θέμα ουσιαστικά ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Το ερώτημα τώρα που προκύπτει είναι αν οι ενάγοντες κατάφεραν με τις καταστάσεις που παρουσίασαν να αποδείξουν ότι όντως τους οφείλονται τα περιορισμένα ποσά που αξιώνουν; Το αναφέρω αυτό υπενθυμίζοντας αφ' ενός ότι οι αναδομημένες καταστάσεις δημιουργήθηκαν στη βάση των συναλλαγών που καταγράφηκαν στις αναλυτικές καταστάσεις Τεκ.8 και επισημαίνοντας αφ' ετέρου ότι με την τελική της αγόρευση η πλευρά του εναγόμενου 1 εισηγείται ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εναντίον του τελευταίου και προς όφελος των εναγόντων το ποσό του δανείου (€155.000) μείον του ποσού των €27.950 που πληρώθηκε χωρίς οποιουσδήποτε τόκους, δηλαδή €127.050. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι μεταξύ των διάφορων θέσεων που προώθησε η υπεράσπιση ήταν και το ότι το επίδικο δάνειο ήταν στεγαστικό, κάτι όμως που δεν επιβεβαιώνεται από την επίδικη συμφωνία αλλά ούτε και από τα λεγόμενα του ίδιου του εναγόμενου 1 ο οποίος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ένας εκ των σκοπών για τους οποίους σύναψε το επίδικο δάνειο ήταν η εξόφληση άλλου δανείου που είχε εξ' ου και του επετράπη όπως εκταμιεύσει το επίδικο ποσό και καταθέσει μέρος του στο δάνειο που είχε και μέρος του στον τρεχούμενο λογαριασμό του. Αναφέρω επίσης ότι άλλη θέση της υπεράσπισης ήταν ότι επειδή μετά τον Ιούλιο 2017 το επίδικο δάνειο «έφυγε» από τη ΣΠΕ η οποία και διαλύθηκε (Τεκ.14), κανένα άλλο πρόσωπο δεν δικαιούτο έκτοτε να χρεώνει στον επίδικο λογαριασμό τους συμφωνηθέντες με τη ΣΠΕ τόκους αφού σύμφωνα με το αρ. 2 του Ν.160(Ι)/99, το βασικό επιτόκιο επιβάλλεται από Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα (ΑΠΙ). Η θέση όμως αυτή της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι διότι η επίδικη σύμβαση είναι παραδεκτό ότι τερματίστηκε από τη ΣΠΕ στις 15/03/13 οπόταν και ουσιαστικά αποκρυσταλλώθηκαν τότε τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση τουλάχιστο με το θέμα του τόκου (βλ. Evelthon Developments Ltd και άλλος ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και άλλος
(2012)1 ΑΑΔ 2486). Η κατάσταση αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη μέχρι και τις 12/11/16 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή από τη ΣΠΕ και η μόνη αλλαγή που επήλθε έκτοτε ήταν απλά οι διάφορες αλλαγές στα πρόσωπα που συνέχιζαν να προωθούν την αγωγή ως ενάγοντες σε αντικατάσταση της ΣΠΕ. Η αξίωση επομένως από τους νυν ενάγοντες και του τόκου για την περίοδο μετά τον Ιούλη 2017 δεν γίνεται στα πλαίσια κάποιας αναβίωσης ή συνέχισης της τερματισθείσας επίδικης σύμβασης αλλά καθαρά στη βάση του δικαιώματος τους να συνεχίζουν εκείνοι να προωθούν την αγωγή της ΣΠΕ. Από «δικογραφικής σκοπιάς» άλλωστε, η επίδικη αξίωση αφορά στο ποσό που η ΣΠΕ ισχυρίστηκε ότι κατέληξε να της οφείλεται κατά την 31/12/15 πλέον τόκους μέχρι εξόφλησης και το γεγονός ότι οι νυν ενάγοντες παρουσίασαν κατά την ακρόαση τη σημερινή κατάσταση του συγκεκριμένου ποσού, ως αυτό διαμορφώθηκε υπό το φως του αξιούμενου τόκου αλλά περιορισμένου κατά τρόπο που είναι προς όφελος του εναγόμενου 1, ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ως μεταβολή των αρχικά προβαλλόμενων και προωθούμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο δεύτερος λόγος έγκειται στο γεγονός ότι η πλευρά του εναγόμενου 1 εξακολουθεί να προωθεί εναντίον των νυν εναγόντων την ανταπαίτηση που είχε εγείρει εναντίον της ΣΠΕ, αντιμετωπίζοντας τους δηλαδή ως πρόσωπα που έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Δεν μπορεί επομένως η πλευρά του εναγόμενου 1 να ισχυρίζεται ότι οι νυν ενάγοντες έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε η ΣΠΕ σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά αλλά όχι και τα ίδια δικαιώματα. Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, προχωρώ να εξετάσω τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκ. 8, 9Α και 9Β σημειώνοντας εξ' αρχης ότι οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν, όχι δυνάμει του αρ.22 Κεφ.9, ήτοι ως μέρος τραπεζικού βιβλίου - ούτε και το πιστοποιητικό που τις συνόδευε έκαμνε οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια - αλλά με πιστοποιητικό που εξέδωσε δυνάμει του αρ.35 η νυν ενάγουσα, η οποία δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα. Κατατέθηκαν δηλαδή ως καταστάσεις που αποτελούν μέρος του αρχείου των νυν εναγόντων και το οποίο αρχείο αποτελείται και από το αρχείο που μεταβιβάστηκε στους τελευταίους από τη ΣΠΕ και τους διαδόχους της. Βεβαίως, ενόψει του γεγονότος ότι οι εν λόγω καταστάσεις δεν κατατέθηκαν δυνάμει του αρ.22 Κεφ.9 αλλά δυνάμει του αρ.35 Κεφ.9, τα όσα λέχθηκαν στην Μιχάλης Χατζήγαβριηλ ν. Ellinas Finance Public Company Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 668 και υιοθετήθηκαν αργότερα με επιδοκιμασία στην ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ν. ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ 390/2011, 6/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A389, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής: «Το επίδικο χρέος, κρίνεται, έχει δεόντως αποδειχθεί. Προς τούτο κατατέθηκε ο σχετικός λογαριασμός, Τεκμ. 12, αλλά και δέσμη πινακιδίων συναλλαγής, Τεκμ.
- Ως προς το τελευταίο δεν υπήρξε ένσταση για την κατάθεση τους. Ως προς τον λογαριασμό υπό μορφή «Cash Statement (Valuation)», υπήρξε ένσταση βασισθείσα στο ανυπόγραφο του και στην μη συνοδεία του από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
- Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την κατάθεση του λογαριασμού ως έγγραφο που αναφερόταν στη γραπτή δήλωση του Α. Έλληνα, Τεκμ. «Α», παρ. 22, και ήσαν στην κατοχή του υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου των εφεσιβλήτων..Κρίνεται υπό το φως των ανωτέρω, ότι ορθά το Δικαστήριο δέχθηκε ως μαρτυρία το λογαριασμό, Τεκμ.
- Αυτός θα μπορούσε να υποστηριζόταν από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35
(1)του Κεφ. 9, αλλά η απουσία του δεν το αποδυνάμωνε ως αποδεικτικό υλικό. Το Άρθρο 35
(2)σχετίζεται με την τήρηση αρχείου επιχείρησης, έγγραφο δε που καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος τέτοιου αρχείου, προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο, με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο. Εδώ το Τεκμ. 12 κατατέθηκε ως έγγραφο στην κατοχή του μάρτυρα και δεν αποκλειόταν η κατάθεση του ως εξ ακοής και μόνο, δυνάμει του Άρθρου 24
(1)του Κεφ. 9, εφόσον ο μάρτυρας δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι δεν ήταν ο ίδιος που περνούσε τα επί μέρους στοιχεία στο λογαριασμό. Όμως, δεν αποκλειόταν το Δικαστήριο να αποδώσει σ' αυτό το λογαριασμό τη βαρύτητα που άρμοζε, έχοντας υπόψη και τα πινακίδια συναλλαγών, Τεκμ. 4, αλλά και τη θέση του ιδίου του εφεσείοντος κατά τη δική του μαρτυρία ότι είχε όντως δώσει εντολές για αγοραπωλησία μετοχών στο λογαριασμό του (παρ. 5 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμ. Β), και ότι έδινε εντολές στον χρηματιστή του για πώληση μετοχών και ότι μέσω αυτού ενημερωνόταν κάθε 2-3 ημέρες για το τι πωλήθηκε και τι αγοράστηκε (σελ. 65-66 των πρακτικών). Να παρατηρηθεί εδώ ότι η θέση του εφεσείοντος στη μαρτυρία του ότι ουδέποτε λάμβανε είτε τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού, (Τεκμ. 5), οι οποίες επίσης κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, ή, τα πινακίδια συναλλαγής, ευλόγως κρίθηκε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ως μη αληθής εφόσον ο ίδιος δέχθηκε ότι κάποιες επιστολές που του αποστέλλονταν στην ίδια διεύθυνση, τις λάμβανε, ενώ δέχθηκε ότι είχε ζητήσει και κατάσταση λογαριασμού σε κάποιο στάδιο γύρω στο 2000, αλλά δεν του εστάλη οτιδήποτε, ενώ αντιφατικά κατέθεσε ότι γνώριζε για τις συναλλαγές και ότι θεωρούσε, στη βάση των δικών του υπολογισμών, ότι ήταν υπερκαλυμμένος με το όριο. Άλλωστε, είναι ανακόλουθη η θέση που προβλήθηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ. 12, δεν ήταν έγκυρη, με την χωρίς ένσταση αποδοχή των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμ. 5.» Σε ανάλογες δε γραμμές κινήθηκε και η πιο πρόσφατη απόφαση στην ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΥ κ.α. v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΡΑΣΥΚΑΣ-ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2014, 7/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:A135: «.η ικανοποίηση (ή όχι) των προαπαιτούμενων προς αποδοχή μαρτυρίας τού είδους που εννοείται στο Άρθρο 22, Κεφ.9 - και εν προκειμένω της Κατάστασης Λογαριασμού/Τεκμήριο 15 - δεν αποκλείει, στη συνήθη πορεία του πράγματος, την κατ' επιλογή του διαδίκου, παράλληλη ή και επάλληλη παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης (προφορικής ή και έγγραφης) μαρτυρίας προς απόδειξη (εν όλω ή εν μέρει), της αφορώσας απαίτησης, πέραν ή και εναλλακτικώς του Άρθρου 22, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου και Άλλης ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Π.Ε. 386/14, ημ. 20.3.23), ECLI:CY:AD:2023:A
- Στη βάση τούτης της αρχής λοιπόν (αλλά και κατά δικαιική λογική) - και πολύ σωστά - είναι που ενήργησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αντλώντας από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ (και όσα αποδεκτώς την επικούρησαν). Αυτό, επειδή, ο ΜΕ στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Α (έκτασης πέντε τόσων πυκνογραμμένων σελίδων), παρουσίασε μέσω και της (άνευ ενστάσεως των Εφεσειόντων) κατάθεσης αντίστοιχων τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια 1-16Β), όσα έπρεπε για στοιχειοθέτηση των συστατικών γνωμόνων τής διεκδίκησης των Εφεσίβλητων και τελεσφόρηση της Αγωγής.» Στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν, η ΜΕ1, επικαλούμενη την πρόσβαση που έχει στο ηλεκτρονικό αρχείο που παραλήφθηκε από τη ΣΠΕ και τους διαδόχους της, ανέφερε ότι οι καταστάσεις Τεκ.8, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για την ετοιμασία των καταστάσεων Τεκ. 9Α και 9Β, αποτυπώνουν πιστά το περιεχόμενο του τραπεζικού βιβλίου που τηρούσε η ΣΠΕ και τις καταστάσεις που παρουσιάζονται να αποστέλλονταν στον εναγόμενο 1 στη δηλωθείσα από αυτόν διεύθυνση και να περιέχουν όλες τις συναλλαγές που γίνονταν κατά καιρούς στον συγκεκριμένο λογαριασμό. Από πλευράς υπεράσπισης τώρα, επιλέγηκε όπως μην αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί με οποιοδήποτε τρόπο είτε το ένα είτε το άλλο κατ' ισχυρισμό γεγονός που προώθησε η ΜΕ1 - ούτε και παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι κάποια από τις καταγραφείσες χρεοπιστώσεις δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα - αλλά όπως αντ' αυτού αμφισβητηθεί το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων μόνο στα πλαίσια αντεξέτασης σε σχέση με το νόμιμο και δικαιολογημένο των χρεώσεων που εκεί καταγράφονται να είχαν γίνει - οι πιστώσεις δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου. Με άλλα λόγια, από πλευράς υπεράσπισης δεν αντικρούστηκε το ότι όντως έγιναν ως γεγονός οι χρεοπιστώσεις που οι εν λόγω καταστάσεις καταγράφουν να είχαν γίνει, ούτε και αμφισβητήθηκε το ότι οι εν λόγω χρεοπιστώσεις «εξηγούν», μαθηματικά τουλάχιστο, το πώς είναι που προκύπτουν τα ποσά που αξιώθηκαν με την αγωγή, αλλά αμφισβητήθηκε μόνο το κατά πόσο ήταν νόμιμο και δικαιολογημένο για την τράπεζα να προβεί στις χρεώσεις που προέβη ώστε να υποχρεούται σήμερα ο εναγόμενος 1 να πληρώσει το ποσό που οι εν λόγω καταστάσεις παρουσιάζουν να είναι οφειλόμενο. Άλλωστε, πέραν του ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την υπεράσπιση για την ύπαρξη οποιωνδήποτε χρεοπιστώσεων άλλων από αυτές που φαίνονται στις σχετικές καταστάσεις, είναι στη βάση των εκεί αναφερόμενων χρεοπιστώσεων που προωθήθηκε η θέση περί παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων. Αποδέχομαι λοιπόν τη θέση της ΜΕ1 ότι η κατάσταση Τεκ.8 αντικατοπτρίζει πλήρως το τι έλαβε χώρα ως γεγονός κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού καθώς επίσης και τη θέση ότι οι αναδομημένες καταστάσεις περιέχουν τις ίδιες συναλλαγές πλην των όσων χρεώσεων τόκων και εξόδων έχουν αφαιρεθεί για τους λόγους που η μάρτυς ανέφερε. Η υπεράσπιση τώρα υποστηρίζει, ως ήδη ανέφερα, ότι η χρήση στις αναδομημένες καταστάσεις του αρχικά συμφωνηθέντος συνολικού επιτοκίου 6,25% δεν είναι σωστή διότι ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου αυτού δεν επεξηγήθηκε στον εναγόμενο
- Η θέση όμως αυτή, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, κρίνεται αβάσιμη και ανεδαφική. Προχωρεί η υπεράσπιση και εισηγείται ότι εσφαλμένη ήταν και η χρήση των μετέπειτα διακυμάνσεων στο επιτόκιο για σκοπούς ετοιμασίας της αναδομημένης κατάστασης Τεκ.9Α. Όπως όμως εξήγησα, οι συγκεκριμένες μεταβολές του επιτοκίου, οι οποίες δεν αφορούσαν σε στεγαστικό δάνειο ως υποστήριξε η υπεράσπιση, ήταν και εντός των όσων είχαν ρητά συμφωνηθεί με τον εναγόμενο 1, και εντός των συμβατικών δικαιωμάτων της ΣΠΕ αλλά και επιτρέπονταν να γίνουν από την νομοθεσία που ίσχυε τον καιρό που αυτές έγιναν. Επιπρόσθετα τούτου, η ενημέρωση προς τον εναγόμενο 1 σε σχέση με τις συγκεκριμένες μεταβολές έγινε με τον τρόπο που προνοούσε και η επίδικη σύμβαση αλλά και η τότε εφαρμοστέα νομοθεσία. Όσον αφορά τέλος τον τόκο υπερημερίας, όπως ανέφερα και πιο πάνω οι ενάγοντες δήλωσαν ότι δεν αξιώνουν αυτό το είδος τόκου μέχρι την 30/06/23, έστω και αν τον δικαιούνταν. Ζητούν όμως όπως ο τόκος αυτός, ύψους 1%, επιδικασθεί προς όφελος τους ώστε να ισχύει από την έκδοση απόφασης και σε σχέση με όποιο ποσό ήθελε επιδικαστεί προς όφελος τους. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των εναγόντων όμως, αδυνατώ να αντιληφθώ το πώς γίνεται να δηλώνεται περιορισμός στην απαίτηση με την μη προώθηση αξίωσης τόκου υπερημερίας σε σχέση με τα ποσά που κατέστησαν «καθυστερημένα» κατά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης, με τον παράγοντα «καθυστέρηση» να συνιστά και το λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε εξ' αρχής να χρεώνεται τέτοιος τόκος, και την ίδια στιγμή να ζητείται η «επαναφορά» της εν λόγω αξίωσης σε σχέση μόνο με οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί προς όφελος τους. Είτε γίνεται περιορισμός της αξίωσης και των επιδίκων θεμάτων είτε όχι και το αναφέρω αυτό επισημαίνοντας ότι ο συγκεκριμένος περιορισμός έγινε με τη χρήση αναδομημένων καταστάσεων, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALIREZA SHARAFI κ.α., Αρ.αγωγής 510/2011, 9/11/2015 στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων «είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση, των επιδίκων θεμάτων. (βλ. Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48)». Δεν μπορεί λοιπόν θεωρώ να περιορίζεται μια αξίωση για σκοπούς της ακρόασης και μετά να ζητείται όπως αυτή επαναφερθεί για σκοπούς της τελικής απόφασης. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, αποδέχομαι ως ορθές και νόμιμες όλες τις συναλλαγές που καταγράφονται στο Τεκ.9Α επί του οποίου περιορίστηκε η αξίωση των εναγόντων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΕ1 και το περιεχόμενο των τεκμηρίων που αυτή κατέθεσε ενώ την περί του αντιθέτου μαρτυρία του εναγόμενου 1 την απορρίπτω. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, βρίσκω ότι ο εναγόμενος 1 ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση και αντίληψη των πράξεων του συμβλήθηκε με τη ΣΠΕ υπό τους όρους που αναφέρονται στο Τεκ.4 και υπό την εξασφάλιση εγγραφής υποθήκης ως αναφέρεται στο Τεκ.5 και εκχώρησης δικαιωμάτων ως αναφέρεται στο Τεκ.6 και έλαβε από την τελευταία δάνειο ύψους €155.000 το οποίο χρησιμοποίησε πλήρως προς όφελος του. Για λόγους όμως που αφορούν αποκλειστικά τον ίδιο τον εναγόμενο 1, αυτός δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές του υποχρεώσεις για αποπληρωμή του δανείου με τον τρόπο που είχε συμφωνήσει να πράξει. Ως αποτέλεσμα η ΣΠΕ τον προειδοποίησε με τον τρόπο που προνοούσε η συμφωνία ότι θα έπρεπε να τον προειδοποιήσει και όταν αυτός δεν ανταποκρίθηκε θετικά, η ΣΠΕ δικαιωματικά τερμάτισε το δάνειο και απαίτησε να της καταβληθούν άμεσα όλα τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα δε με την αναδομημένη κατάσταση Τεκ.9Α επί της οποίας οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους και οποία περιέχει τα ποσά που κρίνονται από το Δικαστήριο ότι ορθά και δικαιωματικά αξιώνονται από τον εναγόμενο 1, ο τελευταίος όφειλε να καταβάλει στη ΣΠΕ κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής το ποσό των €192.913,37 πλέον τόκο 7% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως ενώ κατά την 30/06/23, το οφειλόμενο αυτό ποσό ανήλθε στο ποσό των €319.238,55 πλέον τόκο, τον οποίο οι ενάγοντες έχουν νόμιμα περιορίσει στο 6.75% ετησίως με την ίδια κεφαλαιοποίηση. Κρίνω συνεπώς ότι με την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασαν, οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση τους εναντίον του εναγόμενου 1 με εξαίρεση τον τόκο υπερημερίας τον οποίο για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι δεν τον δικαιούνται. Ο τόκος δε που δικαιούνται οι ενάγοντες να λάβουν επί του ποσού των €319.238,55 είναι 6.75% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου ως οι παρ. 23 Α (όχι όμως σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας), Β, Γ, Δ, Ε και Στ του Εγγράφου ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες συνιστούν τους επιτυχόντες διαδίκους, αυτοί δικαιούνται ως είναι ο γενικός κανόνας τα έξοδα της διαδικασίας. Παρά ταύτα όμως δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι για 7 χρόνια οι ενάγοντες προωθούσαν αξιώσεις οι οποίες αποτελούσαν την ουσιαστικότερη ίσως βάση για την προβολή υπεράσπισης και ανταπαίτησης από πλευράς του εναγόμενου 1 και μόνο όταν άρχισε η ακρόαση αποφάσισαν να μην επιμείνουν στις αξιώσεις αυτές οπόταν και κατέστησαν έτσι άνευ αντικειμένου τις πλείστες θέσεις της άλλης πλευράς. Αν όμως οι ενάγοντες ήταν εξ' αρχής ξεκάθαροι στις θέσεις και στις αξιώσεις που θα προωθούσαν - κάτι που όπως διαφάνηκε μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει με τον έγκαιρο καταρτισμό αναδομημένων καταστάσεων τουλάχιστο κατά το στάδιο της προδικασίας (βλ. Καλλικάς ανωτέρω) - τότε πολύ πιθανόν να μην χρειαζόταν καν να γίνει ακρόαση ή αν χρειαζόταν, θα αφορούσε σε πολύ περιορισμένα θέματα. Η επιλογή επομένως των εναγόντων να περιμένουν μέχρι την ημέρα της ακρόασης για να ξεκαθαρίσουν τις προθέσεις τους και δη για να βοηθήσουν, όχι μόνο το δικαστικό αγώνα αλλά και την όλη διαδικασία, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως συμβολή από μέρος τους στη δημιουργία αχρείαστων εξόδων και ταλαιπωρίας, η οποία δεν μπορεί παρά να επηρεάσει το θέμα των εξόδων. Θα μπορούσε άλλωστε υπό διαφορετικές συνθήκες να λεχθεί ότι στο βαθμό που περιορίστηκαν οι συγκεκριμένες αξιώσεις, η επί του προκειμένου υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 έχει πετύχει. Για τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται μεν στα έξοδα της διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία όπου είναι κοινά σε σχέση με την απαίτηση και ανταπαίτηση θα περιορίζονται σε ένα μόνο σετ, όμως τα έξοδα αυτά θα είναι μειωμένα κατά το ½ και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σελ.1 -3 Εγγράφου Α και παρ. 1 τελικής αγόρευσης εναγομένου 1 [2] Βλ. κατ' αναλογία τα λεχθέντα στην ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:A67 [3] Διονά ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A250, Π.Ε. 182/2011, 24/5/2016 [4] Χατζηστυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β ΑΑΔ 989, ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ v. AQUA MASTERS LTD, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 340/2013, 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:A65 και ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE CO LTD κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 144/2013, 16/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A145, ECLI:CY:AD:2019:A145 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο