Katalama Holdings Limited κ.α. ν. Rokiana Holdings Limited (υπό εκκαθάριση εταιρεία δια μέσω της εκκαθαρίστριας της κας Α.Α), Αρ. Αίτησης: 1/23, 2/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/23 (ι) Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 (Ν 121(Ι)/2000) -και- Αναφορικά με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν 84/1979) -και- Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν 101/1987) -και- Αναφορικά με την απόφαση ημ. 26/11/19 στη διαιτησία με αρ. υπόθεσης Μ- 205/2018 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ICAC) μεταξύ Rokiana Holdings Limited ως αιτητή και των Katalama Holdings Limited και Ο1 Group Limited ως Καθ' ων η αίτηση Μεταξύ: 1. Katalama Holdings Limited (HE247344) 2. Χριστάκης Ιακωβίδης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της Ο1 Group Limited Αιτητές -και- Rokiana Holdings Limited (υπό εκκαθάριση εταιρεία δια μέσω της εκκαθαρίστριας της κας Α.Α) ΗΕ346607 Καθ΄ ης η αίτηση ------- (Αίτηση ημερ. 26/01/2023 για Αναγνώριση και Εγγραφή Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 26/11/2019) Ημερομηνία: 02 Απριλίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Λ. Α. Χαβιαράς για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Χ. Μαυρομμάτης για ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΙΤΤΑΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση που καταχώρησαν στις 26/01/2023, οι δύο αιτήτριες κυπριακές εταιρείες ζητούν όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναγνώριση και εγγραφή στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης που το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο που βρίσκεται στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της της Ρωσικής Ομοσπονδίας (στο εξής το Διαιτητικό Δικαστήριο) φέρεται να εξέδωσε στις 26/11/2019 στα πλαίσια διαιτησίας που διεξήγαγε μεταξύ των εδώ διαδίκων με αριθμό Μ-205/2018. Στο αίτημα αυτό των αιτητών, το οποίο εδράζεται στη νομοθεσία που αναφέρεται στον τίτλο της αίτησης, η καθ' ης η αίτηση, επίσης κυπριακή εταιρεία, προβάλλει ένσταση για διάφορους διαδικαστικούς αλλά και ουσιαστικούς λόγους. Προτού όμως προχωρήσω να συνοψίσω τις εκατέρωθεν θέσεις - για τους αιτητές η Ε/Δ ΧΙ και η Ε/Δ Σ.Δ και για την καθ' ης η αίτηση η Ε/Δ ΑΑ - κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι από τις γραπτές παραστάσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, τα πιο κάτω προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Περί το 2017 είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων διάφορες συμφωνίες εμπορικής φύσης, οι οποίες περί το 2018 άρχισαν να οδηγούνται ενώπιον του προαναφερόμενου Διαιτητικού Δικαστηρίου. Υπήρξε ειδικότερα η διαδικασία Μ-205/2018, η οποία είχε καταχωρηθεί από την καθ' ης η αίτηση εναντίον των αιτητών και στα πλαίσια της οποίας φέρεται να εκδόθηκε η επιδιωκόμενη προς εγγραφή επίδικη διαιτητική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η απαίτηση της καθ΄ ης η αίτηση με έξοδα €197.241,14 εναντίον της και προς όφελος των αιτητών, η διαδικασία Μ-23/2020 η οποία καταχωρήθηκε από την αιτήτρια 1 εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση και στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 23/10/2021 προς όφελος της αιτήτριας 1, και τέλος η αξίωση που η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε στις 07/04/22 εναντίον της αιτήτριας 1, της οποίας η εκδίκαση ακόμη εκκρεμεί και στην οποία η πρώτη προβάλλει τους ίδιους ισχυρισμούς με αυτούς που πρόβαλε ως Ανταπαίτηση στην M-23/20. Είναι δε κοινώς αποδεκτό ότι η καθ΄ ης η αίτηση έχει μέχρι σήμερα επιχειρήσει μέσω διάφορων διαδικασιών στη Ρωσία να παραμερίσει ή άλλως πως ακυρώσει την απόφαση που εκδόθηκε στη Μ-23/2020 όμως μέχρι σήμερα οι προσπάθειες της αυτές ήταν ανεπιτυχείς. Πρόσθετα τώρα των πιο πάνω, κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων συνιστά και το ότι πριν από την καταχώριση της παρούσας αίτησης είχε προηγηθεί η καταχώριση πανομοιότυπου αιτήματος με την Αίτηση 93/2020, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε στις 25/01/2022 απόφαση με την οποία το αίτημα απορρίφθηκε για καθαρά διαδικαστικούς λόγους, ήτοι ότι «.δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία τεκμηριωμένη που να αποδεικνύει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία κύρωσε τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης» (βλ. Τεκ.11 Ε/Δ Σ.Δ) καθώς επίσης και ότι όσον αφορά την απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος της αιτήτριας 1 στην Μ-23/2020, είχε καταχωρηθεί για σκοπούς αναγνώρισης και εγγραφής της απόφασης εκείνης η Αίτηση 20/2022(ij), στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο απέρριψε στις 29/11/22 κατόπιν ακρόασης το ενδιάμεσο αίτημα της καθ' ης η αίτηση για συμψηφισμό των οφειλών που κατ' ισχυρισμό υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων και στις 05/04/2023 εξέδωσε τελική απόφαση κατόπιν ακρόασης με την οποία ενέκρινε το αίτημα για αναγνώριση και εγγραφή της εκεί επίδικης διαιτητικής απόφασης. Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό ότι τόσο η αιτήτρια 2 όσο και η καθ' ης η αίτηση τελούν υπό εκκαθάριση καθώς και ότι στις 16/12/2022 είχε επιχειρηθεί να επαληθευθούν όλα τα ποσά που η καθ΄ ης η αίτηση διατάχθηκε με τις προαναφερόμενες διαιτητικές αποφάσεις να καταβάλει στους αιτητές, πλην όμως η εκκαθαρίστρια της πρώτης (Α.Α) απέρριψε το αίτημα στις 20/12/2022. Υπό το πιο πάνω κοινώς αποδεκτό πραγματικό (factual) πλαίσιο λοιπόν, Η μεν πλευρά των αιτητών, παρουσιάζοντας αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης ημερ. 26/11/2019, «δεόντως κεκυρωμένο» κατ' εκείνη (Τεκ.7), φερόμενη δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση του στα ελληνικά (Τεκ.7Α), τις συμφωνίες των μερών επί των οποίων φέρεται να στηρίχθηκε η διαιτητική απόφαση χαρτοσημασμένες από τον Έφορο Χαρτοσήμων (Facility Agreement και Guarantee Agreement - Τεκ. 6 και 6Α αντίστοιχα), πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας που φέρεται να επιβεβαιώνει την προσχώρηση και επικύρωση της σύμβασης της Νέας Υόρκης από τη Ρωσική Ομοσπονδία (Τεκ.9) και εκτύπωση της επίσημης ιστοσελίδας των Ηνωμένων Εθνών η οποία φέρεται να επιβεβαιώνει ότι η Ρωσική Ομοσπονδία θεωρείται ότι έχει κυρώσει στο εθνικό της δίκαιο τη σύμβαση της Νέας Υόρκης από το 1960 (Τεκ.10), ζητά όπως διαταχθεί η εγγραφή της εν λόγω απόφασης στην Κύπρο, ως απόφαση που όχι μόνο είναι δεσμευτική μεταξύ των μερών αλλά και η οποία είναι, σύμφωνα με σχετική γραπτή βεβαίωση Ρώσου δικηγόρου (Τεκ.8), αμετάκλητη, εκτελεστή και μη δυνάμενη να αμφισβητηθεί. Η δε πλευρά της καθ' ης η αίτηση, επικαλούμενη το ιστορικό των συμφωνιών και των διαφορών των διαδίκων καθώς επίσης και τα όσα έλαβαν και λαμβάνουν χώρα στις μεταξύ τους διαδικασίες στη Ρωσία, προβάλει με την ένσταση της σωρεία λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Τους λόγους ένστασης αυτούς κρίνω σκόπιμο να τους παραθέσω αυτούσιους, σημειώνοντας όμως ταυτόχρονα ότι ειδική αναφορά στους ισχυρισμούς της αιτήτριας θα κάνω σε κατοπινό στάδιο. 1. Η Αίτηση των Αιτητριών θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος τους γιατί: 1.1. Οι Αιτήτριες δεν παρουσίασαν και/ή δεν προσκόμισαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης, το πρωτότυπο της διαιτητικής συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένο και επικυρωμένο πιστό αντίγραφο αυτής, ως απαιτεί επιτακτικά το Άρθρο IV, 1, (
- b)της Διεθνούς Συμφωνίας της Νέας Υόρκης που επικυρώθη στην Κυπριακή Δημοκρατία με τον Κυρωτικό Νόμο 84/1979 («η Σύμβαση της Νέας Υόρκης»). 1.2. Οι Αιτήτριες απέτυχαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης, τα έγγραφα που απαιτούνται επιτακτικά από το Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, και ως εκ τούτου δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την εγγραφή, αναγνώριση και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία. 1.3. Οι Αιτήτριες απέτυχαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την καταχώριση της Αίτησης οποιαδήποτε διαιτητική συμφωνία που να πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου II
(1)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. 1.4. Οι Αιτήτριες απέτυχαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την καταχώριση της Αίτησης οποιανδήποτε μετάφραση στα Ελληνικά της Διαιτητικής Απόφασης και των ισχυριζόμενων Συμφωνιών ως απαιτά επιτακτικά το Άρθρο IV
(2)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.
- Η Αίτηση των Αιτητριών θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι Αιτήτριες δεν προσκόμισαν και/η δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης, τα έγγραφα που απαιτούνται επιτακτικά από το Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ήτοι: 2.
- Δεόντως πιστοποιημένο πρωτότυπο της Διαιτητικής Απόφασης ή δεόντως επικυρωμένο πιστό αντίγραφο αυτής ως ορίζει το Άρθρο IV
(1)(a) της Σύμβασής της Νέας Υόρκης και/ή, 2.2. Την πρωτότυπη Διαιτητική Συμφωνία που προνοεί το Άρθρο II της Σύμβασης της Νέας Υόρκης ή δεόντως πιστοποιημένο και επικυρωμένο πιστό αντίγραφο αυτής όπως ορίζει το Άρθρο IV
(1)(b) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και/ή, 2.3. Τις μεταφράσεις στα ελληνικά των εγγράφων που αναφέρονται ανωτέρω στις παραγράφους 2.1 και 2.2 της παρούσας ως απαιτεί και/ή ορίζει το Άρθρο IV
(2)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.
- Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί, 3.1 Οι ισχυριζόμενες συμφωνίες διαιτησίας που περιέχοντο στο Τελικό Φύλλων Όρων (FINAL TERM SHEET) και Τελική Τροποποίηση (FINAL AMENDMENT) στις οποίες συμφωνίες εβάσισε η ROKIANA την Διαιτητική Απαίτηση της υπ' αριθμόν Μ-25/2018 στο (Διαιτητικό Δικαστήριο) και στα πλαίσια της οποίας εξεδόθει η Διαιτητική Απόφαση που είναι αντικείμενο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον Εναρκτήριας Αίτησης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου ΙΙ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης. 3.2 Δεν υπάρχουν έγκυρες και/ή υπογεγραμμένες από τους διαδίκους, ήτοι την (Αιτήτρια 1 ) και την (καθ'ης η αίτηση) συμφωνίες διαιτησίας ως ορίζει το Άρθρο ΙΙ της Σύμβασης της Νέας Υόρκης.
- Η Διαιτητική απόφαση που είναι αντικείμενο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον Αίτησης δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ή εγγραφεί στην Κύπρο γιατί δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζει επιτακτικά ο Κυρωτικός Νόμος 84/79 και/ή Σύμβαση της Νέας Υόρκης.
- Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η επίδικη διαιτητική απόφαση και οι σχετικές συμφωνίες διαιτησίας, δεν έχουν πιστοποιηθεί (NOTARIZED) δεόντως και/ή δεν έχουν επικυρωθεί (APOSTILLED) δεόντως.
- Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί η αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης που είναι αντικείμενο της Αίτησης, παραβιάζει την δημόσια τάξη (PUBLIC POLICY) της Κυπριακής Δημοκρατίας
- Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί: (α) Η Rokiana νομιμοποιείται να εγείρει και/ή προβάλλει ως υπεράσπισή της την Ανταξίωση που έχει με βάση την συμφωνία Διευκόλυνσης και την Συμφωνία Εγγύησης, για πληρωμή ποσού Ευρώ 42.000.000 εναντίον των Αιτητριών. (β) Με βάση τις αρχές της Επιείκειας, η ROKIANA έχει δικαίωμα να συμψηφίσει (equitable set off) και δικαιούται να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα συμψηφισμού, μέσω της υπεράσπισης αυτής και της έγερσης ανταξίωσης γιατί, η ανταπαίτηση της ROKIANA βασίζεται στα ίδια γεγονότα και απορρέει από τις ίδιες συμφωνίες και συναλλαγές που απορρέει η Διαιτητική Απόφαση που είναι αντικείμενο της Αίτησης. 8.Ο Εκκαθαριστής της ROKIANA είχε εξουσία και/ή δικαίωμα να προβεί σε πτωχευτικό συμψηφισμό (BANKRUPTCY SET OFF) με βάση το Άρθρο 35 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 της απαίτησης των Αιτητών και ως εκ τούτου το χρέος που αποτελεί αντικείμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης έχει αποσβεστεί και/ή δεν υπάρχει.
- Η καταχώρηση και προώθηση της Γενικής Αίτησης συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (ABUSE OF COURTS PROCESS) ή ενοχλητική, εκδικητική και καταπιεστική διαδικασία (FRIVOLOUS, VEXATIOUS & OPPRESSIVE) και ως εκ τούτου δικαιολογείται άσκηση της εγγενούς (INHERENT JURISDICTION) του Σεβαστού Δικαστηρίου για την αναστολή ή απόρριψη αυτής από το Σεβαστό Δικαστήριο.» Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων για τις οποίες επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι η καταληκτική θέση που προβάλλεται στην αγόρευση της καθ΄ ης η αίτηση είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει : «.να (απορρίψει την αίτηση) για τους λόγους που εκτίθενται (ανωτέρω) και/ή να διατάξει και/ή να αναγνωρίσει ότι το ποσό που είναι αντικείμενο της διαιτητικής απόφασης συμψηφίζεται και/ή ότι θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει συμψηφιστεί με ισάξιο ποσό που οφείλουν (οι αιτητές) στην (καθ΄ ης η αίτηση) με βάση (τις συμφωνίες των μερών).» Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και θεωρώ ότι τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπό το φως των προβαλλόμενων λόγων ένστασης, δύναται να συνοψιστούν στις εξής ενότητες. Α. Θέματα που άπτονται των προϋποθέσεων της εφαρμοστέας νομοθεσίας, ήτοι Ν.84/1979 και Ν.121(Ι)/2000 (Λόγοι ένστασης 1,2,3,4,5). Β. Θέματα δημόσιας τάξης και κατάχρησης (Λόγοι ένστασης 6 και 9) Γ. Θέματα που άπτονται της ουσίας των διαφορών των μερών καθώς και του καθεστώτος της εκκαθάρισης της αιτήτριας 2 και της καθ' ης η αίτηση (Λόγοι 7 και 8). Όσον αφορά τώρα τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις της παρούσας φύσης, δηλαδή αιτήσεις για αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, οι δυο πλευρές φαίνεται να συμφωνούν με τις αγορεύσεις τους ως προς το ποιες είναι οι εφαρμοστές νομικές αρχές. Θα περιοριστώ λοιπόν να παραπέμψω στη σχετικά πρόσφατη απόφαση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ME ΤΗΝ ERTASIO HOLDINGS LIMITED v. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ME ΤΗΝ JOINT-STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 71/2016, 16/3/2022, ECLI:CY:AD:2022:A115, ECLI:CY:AD:2022:A115 όπου οι συγκεκριμένες αρχές εύστοχα και με περισσή επάρκεια συνοψίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε να καλύπτουν και όλα σχεδόν τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. «Το πρωτόδικο Δικαστήριο. ενέκρινε την αίτηση των Εφεσιβλήτων-Αιτητών για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 21.4.2014 που εξεδόθη στα πλαίσια της διαδικασίας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας με αριθμό 163/2013 που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μεταξύ των διαδίκων. To πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε εν εκτάσει, στη δικογραφία της αίτησης και της ένστασης, έκρινε, με βάση τους λόγους και αιτιολογία που παρέθεσε, ως ορθή νομική βάση εξέτασης της αίτησης τον περί της Σύμβαση για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου 84/79 (εν τοις εφεξής ο Ν.84/79) και τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, 101/
- (εν τοις εφεξής ο Ν.101/87). Καταληκτικά έκρινε πως οι Εφεσίβλητοι ικανοποίησαν όλες τις προϋποθέσεις του Νόμου για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, αναφέροντας παράλληλα πως οι Εφεσείοντες/καθ΄ων οι αίτηση δεν παρουσίασαν ικανοποιητικούς λόγους για να τεκμηριώσουν την ένσταση τους. ..Οι Νόμοι που τύγχαναν εφαρμογής εν προκειμένω ήσαν ο Ν.84/79, και ο Ν.101/87 και μόνο για συγκεκριμένα διαδικαστικά θέματα ο Ν.121(Ι)/
- Ο Ν.84/79 προνοεί ρητά ότι τα μόνα έγγραφα τα οποία ο αιτητής πρέπει να καταχωρίσει, είναι η Διαιτητική Απόφαση, η Συμφωνία για Παραπομπή της Διαφοράς σε Διαιτησία και επικυρωμένες μεταφράσεις αυτών. Ο δε Ν. 101/87 προνοεί ακόμα λιγότερα απαραίτητα έγγραφα για την εγγραφή, εφόσον δεν επιβάλλει την προσκόμιση μεταφράσεων των προαναφερόμενων εγγράφων με την καταχώρηση της αίτησης για εγγραφή (άρθρο 35
(2)του Ν. 101/87). Σε αντίθεση με τη θέση των Εφεσειόντων, οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν καμία υποχρέωση να παρουσιάσουν «πιστοποιητικό εκτελεστότητας» της διαιτητικής απόφασης, ούτε πιστοποιητικό εμπρόθεσμης κλήτευσης της Εφεσείουσας ενώ προκύπτει από τη Διαιτητική Απόφαση ότι το ΔΕΔΔ έκρινε πως οι Εφεσείοντες είχαν ειδοποιηθεί δεόντως (γεγονός που άλλωστε δεν αμφισβητείται). Ούτε όφειλαν οι Εφεσίβλητοι να παρέχουν στοιχεία για το αν εκκρεμεί μεταξύ των μερών άλλη απόφαση ή διαδικασία για το ίδιο αντικείμενο. Αυτά είναι έγγραφα που απαιτούνται από τις πρόνοιες της Διμερούς Συνθήκης σε περίπτωση έκδοσης Δικαστικής Απόφασης, δηλαδή του Ν.172/86 και οι πρόνοιες αυτές δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση. Ομοίως, όπως ορθά ελέχθη[1], το έργο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση Αίτησης Εγγραφής Διαιτητικής απόφασης, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους Νόμους 84/79 και 101/87 είναι περιορισμένο και οι λόγοι απόρριψης της αιτούμενης εγγραφής προσδιορίζονται σαφώς από τα ΄Αρθρα V του Ν.84/79 και το 36 του Ν.101/87. Σίγουρα δε, το Δικαστήριο δεν δύναται να επανεξετάσει την ουσία της διαφοράς, ειδικά έχοντας υπόψη ότι οι Εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να το πράξουν στη Διαιτησία και δεν το έπραξαν. (Βλ. Κούλλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 987 και Ironhold Estates Ltd ν. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 452). Ο λόγος έφεσης 4 απορρίπτεται. Λόγοι ΄Εφεσης 1 και 2 - Το θέμα της δημόσιας τάξης - η ύπαρξη της αγωγής Εχουμε μελετήσει τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών σε σχέση με την πρωτόδικη κρίση για το θέμα της παραβίασης της δημόσιας τάξης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με ευρεία ανάλυση και εις βάθος αιτιολογία θεώρησε πως ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Είναι γεγονός πως οι Εφεσείοντες για να στηρίξουν τη θέση τους προέβαλαν εκδοχή για εμπλοκή τρίτων προσώπων, για διάφορες επάλληλες συναλλαγές και άλλες διαδικασίες καθώς και ποινικές έρευνες, πάντα με πυρήνα την προβολή της βασικής γραμμής εκ μέρους τους ότι συγκεκριμένα άτομα που κατονομάζονται έδωσαν οδηγίες σε συγκεκριμένη εταιρεία ώστε να ιδρυθούν εταιρείες (μεταξύ των οποίων τους Εφεσείοντες) στην Κύπρο για να λάβουν δάνεια από τους Εφεσίβλητους με σκοπό την αγορά περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό ή εν γένει για αλλότριους σκοπούς. Σε αυτό το πολύπλοκο πλαίσιο εντάσσεται και η παρούσα υπόθεση. Υπό το κράτος αυτό δε των εισηγήσεων διατυπώθηκε η ακυρότητα των επιδίκων συμβάσεων και η παραβίαση της δημοσίας τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρατηρούμε, ωστόσο, ότι το κυρίως ζητούμενο παραμένει στην ανενέργεια των Εφεσειόντων να λάβουν μέρος στη διαιτητική διαδικασία ευθύς εξ αρχής. Παράλειψη, για την οποία οι Εφεσείοντες δεν έπεισαν. (Βλ. K.S.R. Comercio E Industria de Papel S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ.309, Henderson v. Henderson [1843] 3 Hare 100, 115). Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντιμετωπίζει το θέμα ως εξής: «Όταν καλείται το Δικαστήριο να κρίνει εάν η αναγνώριση και εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης αντίκειται στην ημεδαπή δημόσια τάξη, η έρευνα που διεξάγει είναι περισσότερο εποπτικής υφής και παρόλο που (το Δικαστήριο) ελέγχει το περιεχόμενο της διαιτητικής απόφασης, περιορίζεται μόνο στη διαπίστωση του κατά πόσο η απόφαση είναι αντίθετη προς τη δημόσια τάξη δίχως να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση της Joint-Stock Commercial Bank «Bank of Moscow» (Open Joint-Stock Company), Πολ. Αίτ. 151/15, ημ. 23.11.15, Αναφορικά με Αίτηση της Beogradska Banka DD
(1995)1 ΑΑΔ 737, 756-760). Ο όρος δημόσια τάξη, περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία σε μια δεδομένη χρονική περίοδο αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλαμπίδης ν Westacre Investments Inc
(2008)1(Β) ΑΑΔ 1217,1221). Είναι υπό αυτό το φάσμα που θα αποφασιστεί (και εδώ), το αν υφίσταται αντίθεση προς τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν Βank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1(A) AAΔ.585, 596-597). Σε τελευταία ανάλυση, για να στοιχειοθετηθεί η ένσταση επί του θέματος της δημόσιας τάξης, τούτη θα πρέπει να άπτεται ζητήματος ευρύτερης και γενικότερης σπουδαιότητας για την έννομη τάξη που αφορά η περίπτωση, με τη σχετική κατηγοριοποίηση να μην περιορίζεται απλώς (ή και καθόλου καμιά φορά), στην αντίληψη των διαδίκων ως προς τη νομική ορθότητα της επίδικης συναλλαγής (ή παραφυάδων της), τοσούτο δε μάλλον όταν το τι επιχειρείται στην πραγματικότητα (από τον καθ' ου η αίτηση) είναι μια εκ βάθρων αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης στο στάδιο της αίτησης για εγγραφή (και όχι στη διαιτητική ακρόαση) και όταν οι καθ' ων η αίτηση (ως είναι εδώ η περίπτωση), φαίνεται να επέλεξαν συνειδητώς να μη συμμετάσχουν στη διαιτητική διαδικασία και να προσφέρουν μαρτυρία προς θεμελίωση των όσων αναφέρουν τώρα.Η διαιτητική διαδικασία δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο, αλλά αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες (βλ. κατ' αναλογίαν, Κούλλουρου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1(Β) ΑΑΔ 987, 992-993). Η Διαιτητική Απόφαση-Τεκμήριο 1, για τους λόγους που μόλις εξηγήθηκαν (και για κάποιους έτερους που αναπτύσσονται κατωτέρω), ποσώς αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας». Μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους η πρωτόδικη κρίση. Με βάση το ΄Aρθρο V
(2)(b) του Νόμου 84/79, όντως καταγράφεται ως λόγος για τον οποίο «δύναται» να απορριφθεί αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, το γεγονός ότι «η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της χώρας», δηλαδή εν προκειμένω της Κύπρου. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η επίκληση της δημόσιας τάξης μπορεί να γίνει μόνο σε εξαιρετικές αλλά και ξεκάθαρες υποθέσεις. (Βλ. Fender v. Mildmay [1937]3 All E.R. 402 όπου αναφέρθηκε "The doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable ..."). Στην κρινόμενη περίπτωση, μέσα από μια πολύπλευρη σειρά ισχυρισμών, γεγονότων και νομικών θεωρήσεων επιχειρείται να αναχθεί η εκδοχή των Εφεσειόντων σαν θέμα δημοσίας τάξεως. Οποιαδήποτε απόπειρα αναδίπλωσης των ισχυρισμών αυτών αντιμάχεται την καθαρότητα με την οποία έπρεπε να προκύψει το θέμα δημοσίας τάξεως ως προσκρούουσα στην ίδια τη διαιτητική απόφαση και όχι, φυσικά, «σαν μια άλλη εκδοχή», η οποία εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε να προωθηθεί ως υπεράσπιση στην ίδια τη διαιτητική διαδικασία. Κάτι που εμφανώς εδώ δεν έγινε (Βλ. Ιronhold Estates Ltd ανωτέρω και Ηenderson v. Henderson [1843]3 Hare 110). Εξάλλου, στην Βeogradska Banka D.D.
(1995)1 A.A.Δ. 737, τονίστηκε πως στην εξέταση του αιτήματος της δημόσιας τάξης το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Οποιαδήποτε τέτοια προσέγγιση θα ήταν εξ υπαρχής λανθασμένη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συνοψίζοντας με επάρκεια τις αρχές επί του θέματος, τις εφάρμοσε ορθά και η κρίση του περί μη παραβίασης της αρχής της δημοσίας τάξεως επικυρώνεται. Να σημειώσουμε πως η αυθεντία Soleimany v. Soleimany [1999] Q.B. 785 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω, αφού τα περιστατικά της είναι πολύ διαφορετικά, κυρίως στο ότι είναι στη διαιτητική απόφαση που αναγνωρίστηκε η παρανομία της συναλλαγής. Yπ΄ αυτή την έννοια ο 1ος λόγος έφεσης κρίνεται θνησιγενής και απορρίπτεται. Με τον 2ο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες θεωρούν ότι η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να λάβει υπόψη την έγερση της αγωγής 7537/14 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον των Εφεσιβλήτων από τους Εφεσείοντες (ομού με αριθμό άλλων εταιρειών) ήταν σφάλμα, συνδέοντας το με θέμα παραβίασης δημοσίας τάξεως, ως εξηγείται στο 2ο λόγο έφεσης. Με την αγωγή αυτή προβάλλεται η βασική θέση των Εφεσειόντων ότι έχουν εξοφλήσει το ποσό του επιδίκου δανείου με μορφή εμπιστευμάτων που επηρεάζει αριθμό εταιρειών. Συγκεκριμένα, οι Εφεσείοντες δια της αγωγής, επιδίωξαν μεταξύ άλλων να αναγνωρίσει το Δικαστήριο την εγκυρότητα «εγγράφων εμπιστευμάτων» και μεταβιβάσεις μετοχών και ότι δι΄αυτών υπήρξε εξόφληση. Συνεπώς προσβάλλεται η συναφής κρίση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να προχωρήσει και να εγγράψει τη διαιτητική απόφαση, αφού με τον τρόπο αυτό δεν διασφαλίζεται η εκκρεμούσα διαδικασία και δεν διευκρινίστηκε ότι δεν υπήρχαν ενώπιον του στοιχεία πως η διαιτητική απόφαση έχει εξοφληθεί. Η απάντηση είναι απλή και στην ουσία αποτελεί επανάληψη της πιο πάνω γενικότερης θεώρησης μας, ότι, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, το κατάλληλο forum για να προβάλουν την υπεράσπιση αυτή οι Εφεσείοντες, ήταν η διαδικασία της διαιτητικής απόφασης. Να σημειωθεί ότι η έγερση της αγωγής συνετελέσθη μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης αλλά αφορά ισχυρισμό εξόφλησης πριν την έκδοση της.» Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και ότι όσον αφορά τουλάχιστο τα θέματα που εμπίπτουν στην πιο πάνω αναφερόμενη ενότητα Α των επίδικων ζητημάτων, δηλαδή των προϋποθέσεων που επιβάλλει η εφαρμοστέα νομοθεσία, η σχετική με τα θέματα αυτά νομολογία επιβάλλει μεν όπως ο αιτητής αποδεικνύει αυστηρά και κατά γράμμα ότι ικανοποιούνται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης οι προϋποθέσεις που υιοθετούνται από τη Διεθνή Σύμβαση για την αναγνώριση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης και ότι μόνο όταν ο αιτητής το πράξει τούτο μετατοπίζεται το βάρος απόδειξης στον καθ΄ ου η αίτηση να αποδείξει τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης αλλά αναφέρει δε και ότι η εκ του αρ. ΙѴ
(1)της Σύμβασης της Νέας Υόρκης υποχρέωση για παρουσίαση δεόντως κεκυρωμένου πρωτοτύπου της διαιτητικής αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής καθώς και του πρωτότυπου της αναφερόμενης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφου αυτής αποσκοπεί στο να αποκλειστεί η πιθανότητα παραπλάνησης για το ποια είναι η απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση και σε ποια συμφωνία αυτή στηρίχθηκε (βλ. Bristol Business Corporation v. Besuno Limited
(2011)1(Β) A.A.Δ. 934, A. Groutas Co. Ltd v. Πεπελάση
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1675 και Beogradska Bank D.D. (ανωτέρω)). Με γνώμονα λοιπόν όλες τις πιο πάνω αρχές και επισημαίνοντας ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί η κατά τ' άλλα τεκμηριωμένη με τα Τεκ.9 και 10 θέση των αιτητών ότι Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στη Σύμβασης της Νέας Υόρκης κυρώνοντας την και στο εθνικό της δίκαιο, παρατηρώ τα εξής σχετικά με την παρούσα υπόθεση: Με τους πρώτους 5 λόγους ένστασης, η καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί ότι οι αιτητές έχουν παρουσιάσει δεόντως πιστοποιημένο, κεκυρωμένο και μεταφρασμένο κείμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης και των συμφωνιών που οδήγησαν σε αυτή, αμφισβήτηση η οποία, ως αναφέρεται ανωτέρω, έχει να κάνει με την υποχρέωση διασφάλισης ότι έχει αποκλειστεί κάθε πιθανότητα παραπλάνησης για το ποια είναι η απόφαση της οποίας ζητείται η αναγνώριση και σε ποια συμφωνία αυτή στηρίχθηκε (βλ. Bristol Business Corporation ανωτέρω). Οι θέσεις όμως αυτές που προβάλλει και προωθεί η καθ' ης η αίτηση είναι σε τέτοιο βαθμό αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες με τις άλλες θέσεις που επίσης προβάλλει και προωθεί με την ένσταση της, που αν η επί του προκειμένου αμφισβήτηση δεν συνιστά απλά μια κακόπιστη προσπάθεια κατάχρησης της διαδικασίας τότε θα μπορούσε κάλλιστα να λεχθεί ότι στην πραγματικότητα δεν προβάλλεται τέτοια αμφισβήτηση για το συγκεκριμένο ζήτημα ώστε να το καθιστά επίδικο και να χρειάζεται να αποδειχθεί από τους αιτητές με την ανάλογη μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογία STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:A300 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874). Εξηγώ. Η θέση που προώθησε μέσω των πρώτων 5 λόγων έφεσης η καθ' ης η αίτηση είναι ότι αμφισβητεί ότι τα τεκμήρια που παρουσίασαν οι αιτητές ως Τεκ.6, 6Α, 7 και 7Α ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις του Νόμου για αναγνώριση και εγγραφή μιας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Αμφισβητείται με άλλα λόγια η θέση ότι έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο τα έγγραφα που όντως συνιστούν την επίδικη διαιτητική απόφαση και τις συμφωνίες επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε. Την ίδια στιγμή όμως, για να προωθήσει τους λόγους ένστασης 7,8 και 9, η καθ' ης η αίτηση προβάλλει και επικαλείται το περιεχόμενο αυτών ακριβώς των Τεκμηρίων που αμφισβητεί, ως τα έγγραφα που και κατά την ίδια όντως περιέχουν την επίδικη διαιτητική απόφαση και τις συμφωνίες επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε και μάλιστα χωρίς να παρουσιάζει οποιοδήποτε έγγραφο που να υποδηλοί κάτι διαφορετικό ή οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων των αιτητών, περιλαμβανομένων και των μεταφράσεων, δεν είναι ακριβές. Μάλιστα δε, στην παράγραφο 6 της Ε/Δ ΑΑ όπου η πλευρά της καθ' ης η αίτηση ξεκινά στις παρ.6.1 - 6.15 να παραθέτει το ιστορικό των διαφορών των μερών ώστε να καταλήξει στις παρ. 6.43 - 6.48 στη θέση περί συμψηφισμού των εκατέρωθεν οφειλών που υπάρχουν μεταξύ των μερών, όχι μόνο γίνεται ρητή αναφορά και επίκληση των συμφωνιών που οι αιτητές παρουσίασαν με τα Τεκ. 6 και 6Α (Facility Agreement και Guarantee Agreement) αλλά γίνεται και ρητή αναφορά στο ότι η απόφαση που εξεδόθη στη διαδικασία Μ-205/2018 σε σχέση με τις εν λόγω συμφωνίες, η επίδικη δηλαδή απόφαση, είναι η απόφαση «που αντίγραφο αυτής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση ημερ. 26/1/2023 της κας ΣΔ που υποστηρίζει την Αίτηση» (παρ.6.11). Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, με τις συγκεκριμένες ένορκες αναφορές της, η καθ' ης η αίτηση δηλώνει ουσιαστικά ότι οι αιτητές έχουν όντως παρουσιάσει με την αίτηση τους την απόφαση που εκδόθηκε στην αλλοδαπή διαιτησία υπ. αρ. Μ-205/2018 και της οποίας ζητείται η αναγνώριση και εγγραφή στην Κύπρο καθώς επίσης και τις συμφωνίες επί των οποίων η απόφαση αυτή στηρίχθηκε. Πώς μπορεί λοιπόν να προβάλλεται και να προωθείται ταυτόχρονα και η αντίθετη θέση, ότι δηλαδή οι «Αιτήτριες απέτυχαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης, τα έγγραφα που απαιτούνται επιτακτικά.(και ότι).Δεν υπάρχουν έγκυρες και/ή υπογεγραμμένες από τους διαδίκους, ήτοι την (Αιτήτρια 1 ) και την (καθ'ης η αίτηση) συμφωνίες διαιτησίας.»; Και να μην γίνονταν όμως οι ανωτέρω ρητές δηλώσεις - παραδοχές της καθ' ης η αίτηση, η προώθηση μέσω των λόγων ένστασης 7 και 8 αλλά και της τελικής αγόρευσης της τελευταίας, της θέσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει κατ' εφαρμογή των αρχών του equitable συμψηφισμού και/ή των προνοιών του πτωχευτικού συμψηφισμού δυνάμει του αρ. 35 Κεφ.5[2] «να διατάξει και/ή να αναγνωρίσει ότι το ποσό που είναι αντικείμενο της διαιτητικής απόφασης συμψηφίζεται και/ή ότι θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει συμψηφιστεί με ισάξιο ποσό που οφείλουν (οι αιτητές) στην (καθ΄ ης η αίτηση) με βάση (τις συμφωνίες των μερών)...» (βλ. επίσης παρ. 6.48 Ε/Δ ΑΑ), δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι υποδηλοί, εμμέσως πλην σαφώς, αποδοχή της θέσης των αιτητών ότι έχουν όντως παρουσιαστεί με τα σχετικά Τεκμήρια η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαιτησίας Μ-205/2018 και οι συμφωνίες επί των οποίων αυτή στηρίχτηκε, όπως και η θέση ότι η συγκεκριμένη διαιτητική απόφαση είναι όντως δεσμευτική, ισχυρή και εκτελεστή σε σχέση με τα όσα εκεί αναφέρονται και αποφασίζονται. Δεν μπορεί άλλωστε να προωθείται η θέση ότι θα πρέπει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να διαταχθεί όπως το χρέος που δημιουργείται μέσω της παρουσιασθείσας από τους αιτητές απόφασης συμψηφιστεί με «αντίστροφα» χρέη που προκύπτουν από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμφωνίες που επίσης παρουσίασαν οι αιτητές και την ίδια στιγμή να μην είναι αποδεκτή η εγκυρότητα των σχετικών παρουσιασθέντων εγγράφων, ήτοι της διαιτητικής απόφασης και των συμφωνιών επί των οποίων αυτή στηρίχτηκε. Είτε είναι αποδεκτό ότι οι αιτητές έχουν παρουσιάσει τις έγκυρες και δεσμευτικές συμφωνίες των μερών καθώς επίσης και την έγκυρη και δεσμευτική απόφαση που εκδόθηκε στη βάση τους και η οποία δημιουργεί μια εκτελεστή υποχρέωση πληρωμής κάποιου ποσού από την καθ' ης η αίτηση προς τους αιτητές, ώστε να μπορεί πλέον να εξεταστεί το κατά πόσο από τα έγγραφα αυτά προκύπτουν να υπάρχουν «αμοιβαίες πιστώσεις, αμοιβαία χρέη ή άλλες αμοιβαίες συναλλαγές.(προκειμένου).ποσό που οφείλεται από το ένα μέρος (ν)α συμψηφίζεται με το οφειλόμενο από το άλλο» (βλ. αρ.35), είτε όχι. Η ταυτόχρονη όμως προώθηση και των δύο θέσεων δεν μπορεί να επιτραπεί και το αναφέρω αυτό υπενθυμίζοντας ότι το υπό συζήτηση θέμα δεν είναι νομικό αλλά πραγματικό αφού σκοπός των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών είναι να διασφαλιστεί ως γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει όντως ενώπιον του την απόφαση για την οποία ζητείται η αναγνώριση και τις συμφωνίες επί των οποίων αυτή στηρίχθηκε (βλ. Bristol Business Corporation ανωτέρω). είναι να . Υπενθυμίζοντας και επισημαίνοντας λοιπόν το σκοπό για τον οποίο επιβάλλονται οι συγκεκριμένες θέσμιες υποχρεώσεις στον αιτητή αιτήσεων αυτής της φύσης καθώς επίσης και την αρχή ότι εφόσον η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών, όταν ένας ισχυρισμός γίνεται άμεσα ή έμμεσα παραδεκτός στα δικόγραφα αυτός παύει να είναι αφισβητούμενος και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας (βλ. STARGEL CO LTD και Χρίστου ανωτέρω), κρίνω ότι οι πρώτοι πέντε λόγοι ένστασης της καθ' ης αίτηση δεν μπορούν να επιτύχουν. Σε κάθε περίπτωση όμως, με γνώμονα ότι το βάρος απόδειξης ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας το φέρουν οι αιτητές, έχω διεξέλθει τα Τεκ.6, 6Α, 7 και 7Α που οι τελευταίοι έχουν καταχωρήσει ηλεκτρονικά μέσω της αίτησης και της Ε/Δ τους, και των οποίων τα πρωτότυπα έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για σκοπούς επιθεώρησης δυνάμει του τότε εν ισχύ Κ.8 του περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021 (1/2021)[3] χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το ότι όντως πρόκειται για τα έγγραφα που έχουν καταχωρηθεί ηλεκτρονικά, και κρίνω ότι οι αιτητές έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις υπό συζήτηση θέσμιες υποχρεώσεις τους. Το Τεκ.7, το οποίο φέρεται να συνιστά αντίγραφο της επίδικης διαιτητικής απόφασης η οποία συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα, παρουσιάζει στη σελ.62 τις υπογραφές και τη στρογγυλή σφραγίδα των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου, φέρει πρωτότυπες επίσημες σφραγίδες και υπογραφές πιστοποίησης της αυθεντικότητας του με την ειδική σφραγίδα "Apostille" η οποία αναφέρεται ότι τοποθετήθηκε στη Μόσχα στις 06/12/19 (βλ. επίσης Nimegan Trading Ltd ν. Wigram Inc.
(2009)1 ΑΑΔ 825) και συνοδεύεται από το Τεκ.7Α, το οποίο πιστοποιείται με πρωτότυπες επίσημες σφραγίδες και υπογραφές του Υπουργείου Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι συνιστά την ορθή και ακριβή μετάφραση του Τεκ.7 στα ελληνικά. Όσον αφορά τις συμφωνίες επί των οποίων στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση, έχουν παρουσιαστεί τα Τεκ.6 και 6Α, τα οποία φέρουν πρωτότυπη σφραγίδα του Εφόρου Χαρτοσήμων και τα οποία, αν και είναι συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα είναι εντούτοις κοινώς αποδεκτό - ως ανέφερα ανωτέρω - ότι συνιστούν τις συμφωνίες στη βάση των οποίων οι διάδικοι οδηγήθηκαν στη διαιτησία Μ-205/2018 όπου και εκδόθηκε η επίδικη απόφαση και δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση ότι ο όροι 19 και 20 των συμφωνιών αυτών, περιέχουν τη συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών τους σε διαιτησία (βλ. παρ.10 και 11 Ε/Δ ΣΔ). Επιπρόσθετα όμως θα αναφέρω ότι συμφωνώ πλήρως με τα όσα ανέφερε ο έντιμος Α. Παναγιώτου ΠΕΔ (ως ήταν τότε) στην συνδεδεμένη Αίτηση 20/22(ij) ως προς το ότι «.Η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να υιοθετούν μίαν πρακτική προσέγγιση και βλέποντας την ουσία, να μην αποδέχονται εύκολα τεχνικής φύσεως ενστάσεις. Η εν λόγω αρχή αναδύεται με σαφήνεια στην αγγλική υπόθεση Rainstorm Pictures Inc v Antony Lombard -Knight κ.α
(2014)EWCA Civ 356, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των αιτητριών... σκοπός της Σύμβασης της Νέας Υόρκης είναι η διευκόλυνση της αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων χωρίς να τίθενται αχρείαστα εμπόδια στη διαδικασία αυτή.», αλλά και με τα όσα ανέφερε ο αδελφός Δικαστής Α. Λουκά ΕΔ στην προηγούμενη πανομοιότυπη Αίτηση 93/20 ως προς το ότι «Μεταγενέστερες συμφωνίες που πιθανόν να επηρέαζαν τα δικαιώματα των μερών δεν μπορούν να επηρεάσουν αυτή την υποχρέωση και να μεταβάλουν την υποχρέωση των αιτητών. Ως αναφέρθηκε και στην Beogradska, πιο πάνω, ο έλεγχος είναι εποπτικός και όχι ουσίας. Η κρατούσα, δε, άποψη και διεθνώς είναι ότι απαιτείται εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι ενυπάρχει συμφωνία διαιτησίας και όχι σχετικής ανάλυση της ή επισύναψη όλων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Denmark Skibstekniske Konsulenter A/S I Likvidation (formerly known as Knud E Hansen A/S) v. Ultrapolis 3000 Investments Ltd. (formerly known as Ultrapolis 3000 Theme Park Investments Ltd.), High Court, Singapore, 9 April 2010, 108, 2010 S.L.R. 661 και Guide on the Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards: New York, 1958, 7/2017 σελ. 124)». Και κρίνω σκόπιμο εδώ να επισημάνω ότι η επί του προκειμένου δικαστική κρίση στην προηγούμενη πανομοιότυπη αίτηση 93/20 δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από την καθ' ης η αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει πλήρως τις δικές τους υποχρεώσεις με βάση τη σχετική νομολογία. Το ερώτημα τώρα είναι αν τα όσα προβάλλει η καθ' ης η αίτηση (Ενότητες Β και Γ ανωτέρω) δεν δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης αλλά την απόρριψη της. Ως προς το ερώτημα αυτό σημειώνω τα ακόλουθα. Οι επί του προκειμένου θέσεις της καθ' ης η αίτηση αναπτύσσονται εκτενώς στην Ε/Δ ΑΑ στις παραγράφους 7 - 30 και ως παρατίθενται εκεί, περιστρέφονται γύρω από τις θέσεις ότι, με βάση την έκθεση και τη συμπεριφορά του εκκαθαριστή των αιτητών 2 προκύπτει ότι οι τελευταίοι σκόπιμα και απατηλά τέθηκαν υπό εκκαθάριση και δη από πιστωτές που συνδέονται με τους ιδιοκτήτες τους, ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση παραβιάζει τη δημόσια τάξη λόγω νομικών σφαλμάτων του Διαιτητικού Δικαστηρίου το οποίο δεν εφάρμοσε σωστά τις ρωσικές νομικές αρχές σε σχέση με την επιδίκαση εξόδων και την εξέταση του συνόλου των εκεί προβληθέντων επιχειρημάτων, ότι λόγω της οικονομικής κατάστασης των αιτητών 2 και του ιστορικού που τους περιβάλλει υπάρχει ο κίνδυνος πληρωμής ποσού και μη ανάκτησης του στο μέλλον αν πετύχει η ρωσική διαδικασία που καταχωρήθηκε στις 07/04/22 ή οι ρωσικές διαδικασίες ανατροπής της απόφασης στην Μ-23/2020 με την οποία απορρίφθηκε η ανταπαίτηση της καθ' ης η αίτηση και στο ότι με βάση τις συμφωνίες των μερών αλλά και του γεγονότος της εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση, η τελευταία έχει δικαίωμα σε equitable συμψηφισμό ή πτωχευτικό συμψηφισμό με βάση το αρ.35 Κεφ.5. Έχω διεξέλθει με προσοχή των πιο πάνω θέσεων της καθ' ης αίτηση και επισημαίνω εξ αρχής ότι η πλειοψηφία των θέσεων αυτών, αν όχι όλες τους, είχαν τεθεί και κατά την προηγούμενη πανομοιότυπη διαδικασία της 93/20 αλλά και κατά την κοινώς αποδεκτή συνδεδεμένη διαδικασία 20/22(ij) και απορρίφθηκαν από αμφότερους τους Δικαστές που τις εξέτασαν. Συγκεκριμένα, Στην 93/20, η απόφαση της οποίας εκδόθηκε προτού απορριφθεί η ανταπαίτηση που η καθ' ης η αίτηση είχε εγείρει στη διαιτησία Μ-23/2020, ο αδελφός Δικαστής ανέφερε τα εξής σχετικά: «Στην βάση των πιο πάνω και με γνώμονα τα κριτήρια που καθόρισε η νομολογία ως προς το επίδικο θέμα παρατηρείται ότι: εκείνο που εγείρεται από τους Αιτητές είναι ότι δύναται να μην μπορεί να εκτελεστεί πιθανή απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους στην Μ-23/2020. Δηλαδή αν και τα μέρη είναι τα ίδια και οι υποθέσεις αφορούν την ίδια σειρά συμβάσεων, ουδέν προκύπτει που να επηρεάζει επί της ουσίας ή την ίδια την τελεσιδικία της Μ-205/18. Αυτή άλλωστε είναι απόφαση για έξοδα που οφείλονται στους Καθ' ων η αίτηση από τους Αιτητές, τα οποία ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι οφείλουν. Δεν υπάρχει δηλαδή παράλληλη διαδικασία η οποία δυνατόν να αλλοιώσει αυτό κάθε αυτό το αποτέλεσμα της επιδιωκόμενης προς εγγραφή απόφαση. Η διεκδίκηση ποσών vice versa φρονώ ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο αναστολής της διαδικασίας. Από τους παράγοντες που συνυπολογίζονται, όπως προβλέπει η (Hulley Enterprises Ltd v Russia, 2021 WL 01407614
(2021), πιο πάνω, προκύπτει ότι στην παρούσα: δεν προκύπτει κίνδυνος αποφάσεων που θα αντιφάσκουν, αφού το ότι επιχειρείται να εγγραφεί είναι διαταγή για έξοδα, η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Δεν υπάρχουν, δε, ζητήματα τα οποία θα αποφασίσει το παρόν Δικαστήριο και επηρεάζουν με τον όποιο τρόπο τις διαδικασίες του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας.Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι στην Μ- 23/2020 έχουν μεν προστεθεί ως πρόσθετο μέρος οι Καθ' ων η αίτηση, για δηλωτικές αποφάσεις δε. Η εναντίον τους απαίτηση θα προκύψει, πάλι ως οι ίδιοι οι Αιτητές εγείρουν, από σύμβαση εγγύησης που υπέγραψαν, δημιουργώντας νέα διαδικαστικά ζητήματα που πιθανόν να τεθούν ακόμα και αν η ανταπαίτηση των Αιτητών στην Μ- 23/2020 επιτύχει. Με βάση όλα τα πιο πάνω. ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί.» Στην 20/22(ij), η οποία εκδικάστηκε μετά την αποτυχία της καθ' ης η αίτηση να παραμερίσει στη Ρωσία την άλλη διαιτητική απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον της στα πλαίσια της συνδεδεμένης Μ-23/2020 και μετά την καταχώρηση στις 07/04/22 νέας ρωσικής διαδικασίας εναντίον των αιτητών, ο έντιμος ΠΕΔ, αφού ασχολήθηκε με τα υπό συζήτηση θέματα τόσο στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης που καταχώρησε εκεί η καθ' ης η αίτηση όσο και στα πλαίσια της τελικής του απόφασης, ανέφερε τα εξής. Ενδιάμεση απόφαση ημερ. 29/11/22 (βλ. παρ.23 Ε/Δ ΣΔ) «.Άρνηση αναγνώρισης ή εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο V.1 (ε) της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, ύστερα από ένσταση του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται επίκληση της απόφασης, μόνο αν αυτό αποδείξει ενώπιον της αρμόδιας αρχής, από την οποία επιζητείται αναγνώριση εκτέλεσης, ότι η απόφαση: "...δεν κατέστη εισέτι δεσμευτική διά τα μέρη, ή ότι αύτη ηκυρώθη ή ανεστάλη υπό τινος αρμοδίας αρχής της χώρας εις την οποίαν, ή δυνάμει της νομοθεσίας της οποίας, εξεδόθη η απόφασις." Στην παρούσα περίπτωση δεν ισχύει τίποτε από τα πιο πάνω. Η υπό κρίση διαιτητική απόφαση είναι δεσμευτική για τα μέρη και δεν ακυρώθηκε ή αναστάληκε από αρμόδια Ρωσική αρχή ή δυνάμει της Ρωσικής νομοθεσίας. Η απλή καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης στα Ρωσικά Δικαστήρια δεν δικαιολογεί την αναστολή της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης.Η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στο εξωτερικό και επιδιώκεται η εγγραφή και εκτέλεση της στην Δημοκρατία, δυνάμει της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον Νόμο 84/79. Το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει καμία εξουσία δυνάμει της πιο πάνω Σύμβασης να αναθεωρήσει ή αναστείλει την διαιτητική απόφαση. Εξουσία που έχουν τα Ρωσικά Δικαστήρια, τα οποία όμως σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, αρνήθηκαν σε δύο περιπτώσεις να το πράξουν. Αλλά ούτε και τα αιτήματα για συμψηφισμό των απαιτήσεων της Rokiana από την Katalama και την ΟΙ δικαιολογούνται. Οι θεραπείες αυτές ζητήθηκαν από την Rokiana στα πλαίσια της υπό κρίση διαιτητικής διαδικασίας και απορρίφθηκαν από το Ρωσικό διαιτητικό Δικαστήριο. Στην υπόθεση Beogradska Banka
(1995)1 Α.Α.Δ. 737 γίνεται εκτενής ανάλυση ως προς τη φύση της διαδικασίας εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 84/
- Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο στην διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της απόφασης ούτε βέβαια επανεξετάζει τα ζητήματα που πραγματεύτηκε η διαιτητική απόφαση, της οποίας επιζητείται η εγγραφή. Η Rokiana.στην ουσία ζητά από το παρόν Δικαστήριο την επανεξέταση των επιδίκων θεμάτων που αποφασίστηκαν με την υπό κρίση διαιτητική απόφαση. Κάτι που βέβαια δεν είναι επιτρεπτό. Ούτε το δίκαιο της επιείκειας που επικαλείται η Rokiana, δικαιολογεί τέτοια θεραπεία.» Τελική απόφαση ημερ. 05/04/23 «Πρέπει όμως να σημειώσω ότι τα πιο πάνω σχετίζονται με την ουσία της διαιτητικής απόφασης αφού προβλήθηκαν και ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου όπου και απορρίφθηκαν. Σύμφωνα δε με την προαναφερθείσα νομολογία, η δημόσια τάξη δεν παραβιάζεται αν η διαφορά θα είχε επιλυθεί διαφορετικά με βάση το ουσιαστικό δίκαιο του κράτους που εγγράφει την διαιτητική απόφαση. Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία (βλ. Beogradska Banka ανωτέρω), κατά την εξέταση αυτής της προϋπόθεσης, το Δικαστήριο περιορίζεται να ελέγξει κατά πόσο η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη χωρίς όμως να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα υπόθεση δεν εντοπίζεται στους πιο πάνω ισχυρισμούς, οτιδήποτε που να ισοδυναμεί με παραβίαση της δημόσιας τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της υπό κρίση διαιτητικής απόφασης θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη της Κύπρου ή θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή του Κυπριακού δικαίου. Τέλος δεν προκύπτει η επίδικη σύμβαση παραπομπής σε διαιτησία να συνομολογήθηκε κατόπιν δόλου ή με άλλα παράνομα μέσα Ισχυρισμοί για ανταπαίτηση και δικαίωμα συμψηφισμού της Rokiana . Ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνο. Σημειώνεται ότι δυνάμει της προαναφερόμενης νομολογίας, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που προβλέπει η σύμβαση για εγγραφή της απόφασης και δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Με εξαίρεση την περίπτωση της παράβασης της δημόσιας τάξης, ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της σύμβασης, είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται, στην ουσία της κρίσης των διαιτητών. Αποδοχή της πιο πάνω εισήγησης θα ισοδυναμούσε με εξέταση της ουσιαστικής κρίσης των διαιτητών ενώπιον των οποίων τέθηκαν οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Rokiana και απορρίφθηκαν. Εξ' άλλου όπως προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η Rokiana έχει ήδη καταχωρήσει ξεχωριστές διαδικασίες στην Ρωσία για αυτές τις απαιτήσεις. Επιπλέον όσον αφορά την παρούσα διαιτητική απόφαση, η Rokiana καταχώρησε αίτηση παραμερισμού η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο της Μόσχας με την απόφασή του ημερ. 5.7.
- Στην συνέχεια η Rokiana την 5.8.2022, καταχώρισε έφεση στην εν λόγω απόφαση. Η εν λόγω έφεση έχει επίσης απορριφθεί από το Ρωσικό Δικαστήριο και η Rokiana έχει καταχωρίσει νέα έφεση στο Ανώτερο Ρωσικό Δικαστήριο την 6.10.
- Υπό τας περιστάσεις. Ούτε βέβαια μπορεί να προωθηθεί στην βάση της υπό κρίση Σύμβασης της Νέας Υόρκης και της προαναφερθείσας νομολογίας ως λόγος έντασης για εγγραφή αλλοδαπής απόφασης, το γεγονός ότι υπάρχει ανταπαίτηση ή συμψηφισμός σε νέα υπόθεση που εκκρεμεί στο διαιτητικό δικαστήριο της Μόσχας.» Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, τις επί του προκειμένου θέσεις της καθ' ης η αίτηση τις εξέτασαν ήδη δύο Δικαστήρια και αμφότερα τις έκριναν ανεδαφικές και μη δυνάμενες να εμποδίσουν την εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον της. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί το γεγονός ότι στην 92/23, η οποία αφορούσε σε πανομοιότυπο αίτημα με την παρούσα, δηλαδή εγγραφή της ίδιας διαιτητικής απόφασης, ο αδελφός Δικαστής είχε αναφέρει ρητά στην απόφαση του ημερ. 25/01/22 ότι η απόρριψη των θέσεων της καθ' ης η αίτηση δεν συνιστούσε obiter dicta αλλά μέρος του συνόλου της δικαστικής του κρίσης - «.θα εξεταστούν όμως και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, έτσι ώστε να υφίσταται η κρίση του Δικαστηρίου σε περίπτωση ανατροπής της απόφασης του ως προς το πιο πάνω ζήτημα.». Παρά ταύτα όμως, η καθ' ης η αίτηση, η οποία δεν επεδίωξε ποτέ να ανατρέψει αυτό το μέρος της εναντίον της δικαστικής κρίσης, επιχειρεί σήμερα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να προβάλει ξανά τις ίδιες θέσεις, πράγμα το οποίο είναι θεωρώ ανεπίτρεπτο (βλ. μεταξύ άλλων Αντώνης Ζαχαρίου Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δια και εκ μέρους του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Πολιτική Έφεση αρ. 26/2021, 28/2/2024). Σε κάθε περίπτωση όμως, έχω διεξέλθει του σχετικού σκεπτικού των αποφάσεων στις 92/23 και 20/22(ij) με γνώμονα και τη σχετική νομολογία και μπορώ να πω ότι συμφωνώ πλήρως με τα όσα εκεί αναφέρθηκαν, τα οποία και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Το μόνο που θα προσθέσω στα όσα έχουν ήδη λεχθεί εκεί είναι ότι όσον αφορά τη θέση της καθ' ης η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται το αρ.35 Κεφ.5 - πτωχευτικός συμψηφισμός - πέραν του ότι η θέση αυτή δεν συνάδει με τις άλλες θέσεις που η τελευταία πρόβαλε στην παρούσα διαδικασία, ως ανωτέρω αναφέρω, δεν συνάδει ούτε και με τη θέση που η ίδια η καθ' ης η αίτηση εξέφρασε μέσω της εκκαθαρίστριας της όταν το χρέος που δημιουργεί η επίδικη απόφαση είχε επιχειρηθεί να επαληθευτεί ως χρέος πιστωτή οπόταν και το αίτημα απορρίφθηκε (βλ. Τεκ.13 Ε/Δ ΣΔ). Μάλιστα δε, στη σχετική απάντηση της στο αίτημα των αιτητών για επαλήθευση, η εκκαθαρίστρια της καθ' ης η αίτηση, η οποία είναι η ομνύουσα της Ε/Δ που υποστηρίζει την εδώ ένσταση, είχε αναφέρει ότι το αίτημα για επαλήθευση του εκ της επίδικης διαιτητικής απόφασης χρέους απορρίπτεται, πρωτίστως διότι η διατητική απόφαση που το δημιουργεί «δεν έχει ακόμη εγγραφεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου δεν έχει ούτε δημιουργεί κανένα έννομο αποτέλεσμα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας». Με άλλα λόγια, όχι μόνο η καθ' ης η αίτηση δεν αποδέχτηκε το χρέος που υποστηρίζει σήμερα ότι θα πρέπει να συμψηφιστεί με τα κατ' ισχυρισμό ποσά που της οφείλονται εκείνης, αλλά και έθεσε ως προϋπόθεση για την αποδοχή του χρέους αυτού τουλάχιστο την εγγραφή του στην Κύπρο, αίτημα στο οποίο όμως σήμερα ενίσταται υποστηρίζοντας ότι το χρέος αυτό υπόκειται σε συμψηφισμό ως χρέος που προκύπτει από «αμοιβαίες πιστώσεις, αμοιβαία χρέη ή άλλες αμοιβαίες συναλλαγές» (αρ.35 Κεφ.5). Κοντολογίς, όπως και αν ήθελαν προσεγγισθούν οι Λόγοι ένστασης 6 - 9 αυτοί δεν μπορούν να πετύχουν και απορρίπτονται. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της Σύμβασης της Νέας Υόρκης για αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της επίδικης αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης ενώ τα όσα προβάλλει η καθ' ης η αίτηση ως λόγους γι' απόρριψη της αίτησης κρίνονται αβάσιμα και καταχρηστικά και ως τέτοια απορρίπτονται. Εκδίδω ως εκ τούτου διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης με το οποίο επιτρέπεται η αναγνώριση και εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης στην Κύπρο της επίδικης διαιτητικής απόφασης ημερ. 26/11/2019 που εκδόθηκε υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της διαιτησίας με αριθμό υπόθεσης Μ-205/2018 που διεξήχθη στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Όσον φορά τα έξοδα της διαδικασίας αυτά επιδικάζονται προς όφελος των αιτητών και εναντίον της καθ' ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] σ.Δ. με αναφορά στις Joint-Stock Commercial Bank «Bank of Moscow» (Open Joint-Stock Company), Πολ. Αίτ. 151/15, ημ. 23.11.15 ΚΑΙ Αναφορικά με Αίτηση της Beogradska Banka DD
(1995)1 ΑΑΔ 737, 756-760 [2]
- Σε περίπτωση αμοιβαίων πιστώσεων, αμοιβαίων χρεών ή άλλων αμοιβαίων συναλλαγών μεταξύ πτωχεύσαντα, εναντίον του οποίου θα εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που επαλήθευσε ή που αξιώνει την επαλήθευση χρέους με βάση το διάταγμα πτώχευσης, θα πρέπει να καταρτίζεται λογαριασμός για το τι οφείλεται από το ένα μέρος προς το άλλο σε σχέση με τις αμοιβαίες αυτές συναλλαγές και το ποσό που οφείλεται από το ένα μέρος θα συμψηφίζεται με το οφειλόμενο από το άλλο, το δε υπόλοιπο του λογαριασμού, και τίποτε περισσότερο από αυτό, δεν θα αξιώνεται ή θα καταβάλλεται από το κάθε μέρος αντίστοιχα πρόσωπο όμως δεν δικαιούται, βάσει του άρθρου αυτού, να απαιτήσει το όφελος συμψηφισμού εναντίον της περιουσίας του πτωχεύσαντα σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία, κατά το χρόνο της παραχώρησης της πίστωσης στον πτωχεύσαντα, είχε γνώση πράξης πτώχευσης που διαπράχτηκε από τον πτωχεύσαντα και η οποία δύναται να προταχθεί εναντίον του. [3]
- Στην περίπτωση ηλεκτρονικής καταχώρισης εγγράφου, το πρωτότυπο αυτού, πρέπει να διατηρείται από το πρόσωπο που το καταχώρισε ηλεκτρονικά και να είναι διαθέσιμο για επιθεώρηση αν τούτο ζητηθεί από το Δικαστήριο, τον Πρωτοκολλητή ή άλλο διάδικο στην υπόθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο