Παναγιώτη Τουλούρα ν. Μαίρης Πούρου Θεοδώρου γνωστής και ως Μαρίας Πούρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 383/21, 19/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 383/21 Μεταξύ: Παναγιώτη Τουλούρα Ενάγοντα -και-
- Μαίρης Πούρου Θεοδώρου γνωστής και ως Μαρίας Πούρου
- Χαρίλαου Νικολάου Εναγόμενοι ----------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Ε. Οικονόμου Για εναγόμενους: κ. Μ. Παρασκευάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αγωγή το έχω συνοψίσει μερικώς στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 06/02/24: «Στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 05/04/21 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι είναι ανδρόγυνο, την έκδοση αριθμού διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονται οι τελευταίοι όπως του παραδώσουν ελεύθερη κατοχή και χρήση ενός συγκεκριμένου ακινήτου και μίας κατοικίας που βρίσκεται επ' αυτού (εφ' εξής το ακίνητο) καθώς και αποζημιώσεις και/ή διαφυγόντα κέρδη από 24/2/2021 και 01/03/21 αντίστοιχα και μέχρι να του παραδοθεί το ακίνητο, λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης κράτησης και/ή κατοχής και/ή εκμετάλλευσης του. Η θέση του ενάγοντα, ως προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης, είναι εν συντομία ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αυτός το αγόρασε μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού περί τον Νοέμβριο του 2020 για το ποσό των €347.000, το οποίο ποσό για να το καταβάλει χρειάστηκε να συνάψει στεγαστικό δάνειο με την σύζυγο του ύψους €200.
- Αφού λοιπόν πλήρωσε ως καλόπιστος αγοραστής το πλήρες τίμημα πώλησης στην Ελληνική Τράπεζα η οποία είχε προβεί στον πλειστηριασμό του ακινήτου ως ενυπόθηκος δανειστής ώστε να ανακτήσει τα όσα θωρούσε ότι οι εναγόμενοι της όφειλαν, το ακίνητο ενεγράφη στις 24/02/2021 επ' ονόματι του (ενάγοντα) και ταυτόχρονα υποθηκεύτηκε ως εξασφάλιση προς όφελος του τραπεζικού ιδρύματος που του είχε χορηγήσει εκείνου δάνειο. Όταν όμως ο ενάγοντας επιχείρησε να λάβει την κατοχή του ακινήτου διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι, στους οποίους το ακίνητο ανήκε προηγουμένως (εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη 1), συνέχιζαν να μένουν εκεί μαζί με τα ανήλικα τους τέκνα. Προσπάθησε τότε να έρθει σε κάποια συνεννόηση με αυτούς ώστε να του παραδώσουν το ακίνητο που νόμιμα και καλόπιστα είχε αγοράσει, όμως αυτοί αρνήθηκαν. Σε μεταγενέστερο στάδιο δε, οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τον ενάγοντα μέσω δικηγόρου ότι είχαν ήδη καταχωρήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον της διαδικασίας του πλειστηριασμού που είχε ακολουθήσει η Ελληνική Τράπεζα και είχαν καταφέρει στις 09/03/2021 να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 7/21 με το οποίο απαγορευόταν η διενέργεια οποιασδήποτε διαδικασίας μετεγγραφής του ακινήτου στο όνομα του. Εφόσον όμως η διαδικασία μετεγγραφής είχε ήδη από τις 24/02/2021 ολοκληρωθεί, το εν λόγω διάταγμα, σύμφωνα με τον ενάγοντα, είναι ουσιαστικά ανίσχυρο και άνευ αντικειμένου και συνεπώς οι εναγόμενοι θα πρέπει να του παραδώσουν άμεσα κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου που αυτός νόμιμα και καλόπιστα αγόρασε καθώς και να του καταβάλουν αποζημιώσεις μέχρις ότου το πράξουν, αφού πέραν της απώλειας του δικαιώματος χρήσης του ακινήτου του είναι αναγκασμένος και να πληρώνει περί τις €2.500 μηνιαίως ως δόση για το στεγαστικό του δάνειο και ως ενοίκιο για τη διαμονή της οικογένειας του σε άλλη κατοικία. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή, ο ενάγοντας καταχώρησε και μία ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε μονομερώς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονταν οι εναγόμενοι να του παραδώσουν το ακίνητο. Η αίτηση αυτή, η οποία κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) επιδόθηκε στους εναγόμενους οι οποίοι ζήτησαν και έλαβαν χρόνο για καταχώριση ένστασης, τελικά απορρίφθηκε στις 08/12/2021 κατόπιν ακρόασης και αφού είχαν μεσολαβήσει διάφορες άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες. Μετά που απορρίφθηκε η προαναφερόμενη αίτηση του ενάγοντα, ο τελευταίος καταχώρισε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων λόγω παράλειψης τους να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης, αίτηση την οποία όμως αργότερα απέσυρε όταν καταχωρήθηκε το σχετικό σημείωμα. Στη συνέχεια ο ενάγοντας καταχώρισε και αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα Υπεράσπιση, την οποία όμως αίτηση επίσης απέσυρε την 01/07/22 όταν οι εναγόμενοι καταχώρισαν το εν λόγω δικόγραφο. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλλαν τότε στις δυο διαδικασίες που είχαν εγείρει εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου, ήτοι τη Γεν. Αίτηση 7/21 και την Αίτηση - Έφεση 17/21 και ισχυρίζονται ότι επειδή έχει εμφιλοχωρήσει παρανομία στη διαδικασία μετεγγραφής του ακινήτου επ' ονόματι του ενάγοντα συνεπεία της μη συμμόρφωσης με την νομοθεσία που διέπει τις διαδικασίες πλειστηριασμού, ως είναι και οι θέσεις που προωθούν με τις άλλες διαδικασίες, ο ενάγοντας δεν είχε νόμιμα καταστεί ιδιοκτήτης του ακινήτου και συνεπώς κανένα δικαίωμα δεν έχει, είτε να καταστεί ιδιοκτήτης του είτε να λάβει την κατοχή και χρήση του. Αφού καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των εναγομένων ο ενάγοντας επέλεξε να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία απαντά στους νομικούς ουσιαστικά ισχυρισμούς των εναγομένων προβάλλοντας τις δικές του περί του αντιθέτου νομικές θέσεις σε σχέση με το νόμιμο της διενέργειας του πλειστηριασμού και της μετεγγραφής του ακινήτου στο όνομα του ως καλόπιστος τρίτος αγοραστής, και ακολούθως κλήση για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, ζητώντας, μεταξύ άλλων, όπως οι εναγόμενοι προβούν σε αποκάλυψη και επιθεώρηση των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους και που προφανώς προτίθενται να χρησιμοποιήσουν κατά τη δίκη. Ενόψει του ότι με το απαντητικό τους Παράρτημα οι εναγόμενοι ζήτησαν και αυτοί τις ίδιες οδηγίες, το Δικαστήριο την 01/12/2022 όρισε την υπόθεση για ακρόαση επί της ουσίας της στις 26/10/2023, δίνοντας παράλληλα οδηγίες όπως γίνει εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων εντός 60 ημερών και όπως εντός 90 ημερών καταχωρηθούν εκατέρωθεν κατάλογοι μαρτύρων με σύνοψη της μαρτυρίας που προτίθετο να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση. Την 26/10/23 όμως που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, τόσο η πλευρά των εναγομένων όσο και η πλευρά του ενάγοντα ζήτησαν αναβολή και ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες αναφέροντας και οι δύο ότι δεν είχαν συμμορφωθεί με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου (pre trial directions) διότι ανέμεναν να δουν πώς θα εξελίσσονταν οι διαδικασίες που οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή τους. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 07/12/2023 με οδηγίες όπως μέχρι τότε αμφότερες οι πλευρές συμμορφωθούν με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου. Αντί όμως στη συνέχεια να καταχωρήσει την ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων της, ως ήταν και οι αρχικές οδηγίες που δόθηκαν κατόπιν του κοινού αιτήματος, η πλευρά του ενάγοντα επέλεξε να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση ζητώντας, στη βάση της Δ.18, όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων για όλες τις αξιώσεις που ζητούνται με την αγωγή, πλην των αξιώσεων που αφορούν σε καταβολή μηνιαίων αποζημιώσεων και/ή διαφυγόντων κερδών.στην υποστηρικτική Ε/Δ του ο ενάγοντας κάμνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στους εκατέρωθεν δικογραφικούς ισχυρισμούς, στοιχεία τα οποία έχουν παρατεθεί ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν θα τα επαναλάβω, και «προχωρεί» να αναφέρει τις εξελίξεις που επήλθαν στις δύο δικαστικές διαδικασίες που είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου, ήτοι την Γενική Αίτηση 7/21 και την Αίτηση Έφεση 17/21, και επί των οποίων αυτοί είχαν οικοδομήσει την Υπεράσπιση που προβάλλουν στην εδώ αγωγή. Αμφότερες οι εν λόγω δικαστικές διαδικασίες, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, έχουν πλέον τελεσιδικήσει με αρνητική για τους εναγόμενους κατάληξη, αφού στην μεν Αίτηση Έφεση 7/21 με την οποία οι εναγόμενοι ζητούσαν να κηρυχθεί ως άκυρη και αντικανονική η διαδικασία του πλειστηριασμού και στην οποία είχαν εκδοθεί τα προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, εκδόθηκε στις 12/05/21 ενδιάμεση απόφαση με την οποία τα προσωρινά διατάγματα ακυρώθηκαν και στις 14/10/22 εκδόθηκε τελική απόφαση με την οποία ολόκληρη η διαδικασία απορρίφθηκε λόγω του ότι διαπιστώθηκε ότι η διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου δεν έπασχε από οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή ακυρότητα (Τεκ. Γ και Δ), και στη δε Γενική Αίτηση 17/21, με την οποία οι εναγόμενοι επεδίωκαν να ακυρώσουν τη μετεγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα, εκδόθηκε τελική απορριπτική απόφαση στις 06/03/23 (Τεκ.Στ). Ως εκ τούτου, και λαμβανομένου υπόψη ότι καμία έφεση δεν έχει τελικά καταχωρηθεί εναντίον των δυο αυτών τελικών απορριπτικών αποφάσεων - επιχειρήθηκε από τους εναγόμενους να παραταθεί ο χρόνος καταχώρησης έφεσης στη Γενική Αίτηση 17/21 αλλά το αίτημα απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση στις 09/10/23, ECLI:CY:DOD:2023:2 η οποία επίσης δεν έχει εφεσιβληθεί (Τεκ.Η) - είναι πλέον ξεκάθαρο, ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας, ότι η Υπεράσπιση που προβάλλουν οι εναγόμενοι στην αγωγή κανένα πραγματικό ή νομικό έρεισμα δεν έχει. Στην αντιπέρα όχθη, οι εναγόμενοι, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί, υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι έστω και αν έχουν όντως εκδοθεί απορριπτικές τελικές αποφάσεις στις δύο διαδικασίες που αυτοί είχαν εγείρει σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου, οι εκεί προβαλλόμενες θέσεις τους εξακολουθούν να συνιστούν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα τούτου, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, πέραν του ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα γι' αποζημιώσεις είναι τέτοιας φύσης που μόνο στα πλαίσια κανονικής ακρόασης μπορούν ν' αποδειχτούν, η επιλογή του τελευταίου να προωθήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση για μέρος μόνο της αγωγής του και χωρίς να έχει διακόψει πρώτα το άλλο μέρος το οποίο εξακολουθεί να προωθεί, δεν μπορεί παρά να επιδράσει καταλυτικά για την τύχη της υπό συζήτησης αίτησης...» Σημειώνω εδώ ότι με την προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση της 06/02/24, το Δικαστήριο, αν και απέρριψε την αίτηση του ενάγοντα για έκδοση συνοπτικής απόφασης, άσκησε τις εξουσίες που του παρέχει η Δ.18 Θ.8 και προγραμμάτισε την υπόθεση για ακρόαση επί της ουσίας της στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 2024 και «χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να καταχωρηθούν κατάλογοι μαρτύρων (βλ. ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/5/2020). Αν οποιαδήποτε πλευρά επιθυμεί να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων να το πράξει μέχρι τις 19/02/24». Στις 22/02/24 λοιπόν, η πλευρά του ενάγοντα, η οποία εν τω μεταξύ είχε καταχωρήσει στις 19/02/24 Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων και στις 07/02/24 είχε εκδώσει και επιδόσει και κλήση μάρτυρα προς τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ Λ/κας, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με τους μάρτυρες της έτοιμη για σκοπούς της ακρόασης. Προτού όμως παρουσιάσει τον πρώτο της μάρτυρα, η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε προφορικά την άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης ώστε να προσθέσει εκεί ισχυρισμό αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου και αυτό, ως επεξηγήθηκε από τη συνήγορο, αποκλειστικά και μόνο ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.10[1]. Επισημαίνοντας όμως τότε ότι στην έκθεση απαίτησης αναφερόταν ρητά ότι η αγωγή αφορούσε κυρίως σε ανάκτηση κατοχής ενός ακινήτου που αγοράστηκε για €347.000 - η οποία και ήταν προφανώς η αξία στη βάση της οποίας καθορίστηκε η κλίμακα της αγωγής (€100.000 - €500.000) - το Δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί κατά πόσο τίθετο «θέμα από οποιονδήποτε για το γεγονός ότι δεν αναγράφεται η αξία του επίδικου ακινήτου, ως κώλυμα (δηλαδή) στην προώθηση της αγωγής ως έχει καταχωρηθεί στην κλίμακα 100-500 (χιλ.)». Στο ερώτημα αυτό του Δικαστηρίου η απάντηση ήταν αρνητική. Μάλιστα δε, η πλευρά των εναγομένων ανέφερε τότε ότι το θέμα που την απασχολούσε εκείνη σε σχέση με την κλίμακα της αγωγής, ήταν ότι «αν λάβουμε υπόψη τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες, το ποσό είναι €79.000 και η κλίμακα είναι 100-500, ίσως να πρέπει να δουν». Συμφώνησε παρά ταύτα η πλευρά των εναγομένων με την επισήμανση του Δικαστηρίου ότι εφόσον δεν θεωρούσε ότι η απαίτηση του ενάγοντα «υπερβαίνει το μισό εκατομμύριο» κανένα δικαιοδοτικό πρόβλημα δεν υπήρχε στο να δικαστεί η υπόθεση από την παρούσα σύνθεση (ΑΕΔ) και ότι αν η επίδικη απαίτηση φαινόταν τελικά ότι ενέπιπτε σε χαμηλότερη κλίμακα από αυτή που καταχωρήθηκε, το θέμα αυτό θα εξεταζόταν σε σχέση με τα έξοδα που δυνατό να επιδικάζονταν με την τελική απόφαση. Υπό το φως των πιο πάνω τοποθετήσεων λοιπόν, το αίτημα του ενάγοντα για τροποποίηση διαπιστώθηκε να μην ήταν πλέον αναγκαίο να προωθηθεί εφόσον ουσιαστικά αφορούσε σε καθαρά τυπολατρικό σκοπό, οπόταν αφού εγκαταλείφθηκε, η ακρόαση ξεκίνησε με τον πρώτο μάρτυρα για τον ενάγοντα, ο οποίος παρουσιάστηκε να είναι εγγεγραμμένος και αδειούχος εκτιμητής ακινήτων (ΜΕ1). Για ευνόητους λόγους δεν προτίθεμαι να κάμω εκτενή αναφορά στη μαρτυρία του ΜΕ1 εφόσον η ακροαματική διαδικασία εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Για ότι όμως ενδιαφέρει στην παρούσα απόφαση θ' αναφέρω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι είχε προβεί σε εκτίμηση της αγοραίας αλλά και της ενοικιαστικής αξίας που είχε το επίδικο ακίνητο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και μέχρι και σήμερα, και ότι στη βάση της μεθόδου που εξήγησε ότι ακολούθησε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, η αγοραία αξία του ακινήτου ήταν €560.000 ενώ η ενοικιαστική του αξία περί τις €2.000 μηνιαίως. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, η μέχρι σήμερα ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας, την οποία εκτίμησε ως «ενοικιαστική αξία/απώλεια χρήσης κατά την περίοδο 1/4/2021 - 14/2/2024», ανέρχεται στο ποσό των €71.
- Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από την πλευρά των εναγομένων και αν και κατά την αντεξέταση του δεν του τέθηκε οποιαδήποτε θέση αναφορικά με το ποια ήταν κατά τους εναγόμενους η πραγματική αγοραία ή ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου, του τέθηκαν παρά ταύτα ερωτηματικά ως προς την ορθότητα του τρόπου με τον οποίο είχε εκτιμήσει το επίδικο ακίνητο. Ο επόμενος μάρτυρας που ήταν έτοιμος να καταθέσει στη συνέχεια για την πλευρά του ενάγοντα ήταν η Πρωτοκολλητής του Ε/Δ Λ/κας, η οποία όπως ανέφερα και πιο πάνω είχε δεόντως κλητευθεί για το σκοπό αυτό. Παρά ταύτα, κατόπιν συνεννόησης των δύο πλευρών δηλώθηκε ότι επειδή η συγκεκριμένη μαρτυρία θα περιοριζόταν στην κατάθεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις αιτήσεις εφέσεις 7/21 και 17/21 οι οποίες ήταν ούτως ή άλλως κοινώς αποδεκτές, είχε συμφωνηθεί όπως οι εν λόγω αποφάσεις κατατεθούν από κοινού ως τεκμήρια και ως εκ τούτου δεν θα χρειαζόταν να καταθέσει η Πρωτοκολλητής. Κατατέθηκαν συνεπώς από κοινού ως Τεκμήρια δυο αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της αίτησης έφεσης 7/21 (12/5/2021 και 14/10/2022) και δυο αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της αίτησης έφεσης 17/21 (6/3/2023, ECLI:CY:DOD:2023:2 και 9/10/2023). Ενόψει της εξέλιξης αυτής, η πλευρά του ενάγοντα δήλωσε ότι θα προχωρούσε με τη μαρτυρία του τελευταίου της μάρτυρα, ήτοι του ίδιου του ενάγοντα. Επειδή όμως αναφέρθηκε ότι ο εν λόγω μάρτυρας προτίθετο να υιοθετήσει κατά τη μαρτυρία του γραπτή δήλωση που είχε ετοιμάσει και η οποία όμως δεν είχε καταστεί δυνατό να δοθεί από προηγουμένως στην πλευρά των εναγομένων, κρίθηκε ορθό και δίκαιο όπως δοθεί στους τελευταίους χρόνος για να μελετήσουν την προτιθέμενη δήλωση καθώς και για να προετοιμαστούν για την αντεξέταση του μάρτυρα αλλά και για την παρουσίαση της δικής τους μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, με την σύμφωνο γνώμη αμφότερων των συνηγόρων η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση στις 4 και 5 Μαρτίου
- Στις 04/03/24 που οι δυο πλευρές εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο προκειμένου να συνεχιστεί η ακρόαση με τη μαρτυρία του ενάγοντα και ακολούθως με τη μαρτυρία της πλευράς των εναγομένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των τελευταίων δήλωσε ότι επιθυμούσε να εγείρει διάφορα ζητήματα σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε καθώς και σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης και με τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω όλα όσα έθιξε ο κ. Παρασκευάς, τα πλείστα εκ των οποίων άλλωστε αφορούσαν στη διαφωνία του συνηγόρου με την ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε στις 6/2/2024 καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο χειριζόταν την διαδικασία και θα περιοριστώ να αναφέρω μόνο τα σημεία που τελικά απασχόλησαν κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο. Το πρώτο σημείο που έθιξε ο συνήγορος αφορούσε στη θέση του ότι ενόψει της μη δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης της αξίας του επίδικου ακινήτου και της αποκάλυψης της αξίας αυτής κατά το στάδιο της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα του ενάγοντα, ήτοι ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής το επίδικο ακίνητο άξιζε περί τις €560.000, το Δικαστήριο θα έπρεπε, είτε να κρίνει ότι υπήρξε μη θεραπεύσιμη παράβαση της Δ.2 θ.10 είτε να κρίνει ότι η σύνθεση του Δικαστηρίου (ΑΕΔ) στερείτο καθ' ύλην δικαιοδοσίας για να εκδικάσει την υπόθεση. Το δεύτερο σημείο αφορούσε στην πρόθεση των εναγομένων να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους ώστε να προσθέσουν ανταπαίτηση με την οποία να ζητούν όπως ακυρωθεί ως παράνομη και αντινομική η εγγραφή του ονόματος του ενάγοντα ως ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου και όπως το ακίνητο επανεγγραφεί επ΄ ονόματι τους. Το Δικαστήριο Αρχικά ζήτησε από τους συνηγόρους να αναπτύξουν προφορικά τις θέσεις τους επί των πιο πάνω σημείων προκειμένου να εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος και έξοδα. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση όμως διαπιστώθηκε ότι θα ήταν ορθότερο υπό τις περιστάσεις όπως οι εκατέρωθεν θέσεις - αιτήματα καταχωρηθούν γραπτώς έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ξεκάθαρα και ολοκληρωμένα τα όσα οι δύο πλευρές επιθυμούσαν να αναφέρουν. Αυτό όχι μόνο λόγω της ένστασης που πρόβαλε η πλευρά του ενάγοντα σε αμφότερες τις θέσεις - αιτήματα των εναγομένων αλλά και διότι το αίτημα των τελευταίων για τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης είχε συμπλεχτεί με τις θέσεις τους ως προς την πραγματική αξία της επίδικης διαφοράς και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, θέσεις οι οποίες είχαν τότε παρουσιαστεί να εδράζονται μόνο επί του ισχυρισμού που είχε προβάλει κατά την ακρόαση ο ΜΕ1 και του οποίου η μαρτυρία τελούσε υπό αμφισβήτηση. Στη βάση λοιπόν των οδηγιών του Δικαστηρίου και πρόσθετα των όσων είχαν αναφέρει στις 04/03/24 σε σχέση με το θέμα της αξίας του επίδικου ακινήτου και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 7/3/2024 αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης τους, ζητώντας όπως τους επιτραπεί να προσθέσουν ανταπαίτηση με την οποία να αξιώνουν, υπό την ιδιότητα των (εξ΄ ανταπαιτήσεως) εναγόντων πλέον, όπως εκδοθούν αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ως άκυρη και/ή άνευ νομικού αποτελέσματος η μεταβίβαση και/ή η μεταγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα καθώς και ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου είναι η εναγόμενη
- Σύμφωνα με την υποστηρικτική Ε/Δ της εναγόμενης 1, ο λόγος που κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η συγκεκριμένη τροποποίηση είναι διότι στις 06/03/2023, το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν της αίτησης έφεσης 17/21 που είχαν καταχωρίσει οι εναγόμενοι ζητώντας την ακύρωση της απόφασης για μετεγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του ενάγοντα, εξέδωσε την τελική του απόφαση κατόπιν ακρόασης, με την οποία απέρριψε την αίτηση έφεση θεωρώντας ότι «. η προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου δεν προσβάλλεται με έφεση, δηλαδή απέρριψε την έφεση ως προς το παραδεκτό της χωρίς να εξετάσει την ουσία της και τους ισχυρισμούς ως αναφέρονται στην παρούσα υπεράσπιση και ως εκ τούτου ενόψει της εν λόγω απόφασης . η οποία έχει τελεσιδικήσει, τα ζητήματα που τίθενται από πλευράς μας στην υπεράσπιση μας αναφορικά με τις ισχυριζόμενες παρανομίες θα πρέπει να κριθούν και να αποφασιστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής»[2]. Υπενθυμίζω εδώ ότι κατά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης είχε κατατεθεί εκ συμφώνου ως τεκμήριο η απόφαση της 6/3/2023 που επικαλούνται οι εναγόμενοι όπως επίσης κατατέθηκαν ως εκ συμφώνου Τεκμήρια και οι άλλες αποφάσεις που είχαν εκδοθεί στα πλαίσια των δύο αιτήσεων εφέσεων που καταχώρησαν οι εναγόμενοι εναντίον της διαδικασίας που ακολούθησαν οι ενυπόθηκοι πιστωτές τους προκειμένου να πωλήσουν μέσω πλειστηριασμού και να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα. Στην αντιπέρα όχθη, η πλευρά του ενάγοντα, η οποία στις 4/3/2014 διαφώνησε με τις θέσεις των εναγομένων σε σχέση με την αξία της επίδικης διαφοράς και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, προβάλλει μέσω γραπτής ένστασης 19 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι εδράζονται στο ιστορικό της υπόθεσης και στις μέχρι σήμερα προφορικές και γραπτές περιστάσεις των διαδίκων, περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να εγκρίνει αιτήματα τροποποίησης δικογράφων καθώς επίσης και τη θέση ότι οι εναγόμενοι ενεργούν καταχρηστικά και κακόπιστα με αποκλειστικό σκοπό να καθυστερήσουν και να εμποδίσουν τον ενάγοντα από του να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους, τόσο σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσο και σε σχέση με το αίτημα για τροποποίηση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων την ανέπτυξαν με εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Έχοντας εξετάσει με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου σημειώνω τα εξής. Η θέση των εναγομένων αναφορικά με τη πραγματική αξία της επίδικης διαφοράς και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιστράφηκε γύρω από δύο άξονες. Αφ' ενός το ότι κατ' εκείνους δεν αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης η αξία του επίδικου ακινήτου ως προνοεί η Δ.2 θ.10 και αφ' ετέρου το ότι ο μάρτυρας του ενάγοντα ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ήταν πάνω από €500.000 κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Ως προς αυτές τις θέσεις όμως επισημαίνω τα ακόλουθα: Όσον αφορά τη θέση ότι δεν δικογραφείται η αξία του επίδικου ακινήτου στην έκθεση απαίτησης, επαναλαμβάνω κατ' αρχή ότι αυτό που αναφέρεται στο συγκεκριμένο δικόγραφο είναι ότι η αγωγή αφορά στην ανάκτηση ενός ακινήτου το οποίο είχε αγοραστεί από τον ενάγοντα για €347.000 και το οποίο είχε ήδη μεταβιβαστεί επ' ονόματι του. Κατά δεύτερο, είτε υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση παραβίαση των προνοιών της Δ.2 Θ.10 είτε όχι, η πλευρά του ενάγοντα είχε επιδιώξει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης της προκειμένου να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της ισχυρισμό σε σχέση με την αγοραία αξία του ακινήτου. Δηλώθηκε όμως τότε χωρίς αμφισβήτηση ότι κανένα κώλυμα δεν υπήρχε στην προώθηση της αγωγής στην κλίμακα που καταχωρήθηκε με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η οποία κλίμακα ήταν προφανές ότι είχε καθοριστεί στη βάση του δικογραφημένου ισχυρισμού αναφορικά με το ποσό που πραγματικά καταβλήθηκε για την αγορά του επίδικου ακίνητου. Υπό το φως αυτής της διευκρίνισης αλλά και ιδιαίτερα της δήλωσης των εναγομένων ότι κατ' εκείνους η αξία της επίδικης διαφοράς εντοπιζόταν στις αξιούμενες αποζημιώσεις οι οποίες επειδή δεν υπερέβαιναν τις €100.000 δεν δημιουργούσαν ζήτημα με την καθ΄ ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, το αίτημα για τροποποίηση της Ε/Α κρίθηκε αχρείαστο και δεν προωθήθηκε. Κατά δεύτερο, αν και οι εναγόμενοι επικαλούνται τη μαρτυρία του ΜΕ1 για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους αναφορικά με την αξία του ακινήτου και την έλλειψη καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, εντούτοις η στάση που αυτοί επέδειξαν κατά την ακρόαση σε σχέση με αυτή τη μαρτυρία, την οποία στάση εξακολουθούν μέχρι σήμερα να επιδεικνύουν, είναι ότι οι ίδιοι δεν συμφωνούν με την ορθότητα των συμπερασμάτων του μάρτυρα ή με τον τρόπο με τον οποίο αυτός κατέληξε στα συμπεράσματα του. Μάλιστα δε, ενώ οι εναγόμενοι έχουν ανάγει σε μείζον θέμα την υποχρέωση ενός ενάγοντα να δικογραφήσει την αξία του ακινήτου που επιδιώκει να ανακτήσει, οι ίδιοι, οποίοι επιδιώκουν σήμερα να αποκτήσουν την ιδιότητα ενός τέτοιου ενάγοντα μέσω της προτιθέμενης ανταπαίτησης, καμία αναφορά δεν κάμνουν, είτε στο υφιστάμενο δικόγραφο τους είτε στους προτιθέμενους ισχυρισμούς τους ως προς το ποια είναι κατ' εκείνους η αξία του επίδικου ακινήτου για το οποίο θα επιδιώξουν την επανεγγραφή του στο όνομα τους. Η μόνη δε σχετική αναφορά που γίνεται στην Ε/Δ της εναγόμενης 1 είναι το τι ισχυρίστηκε ο μάρτυρας του ενάγοντα και ότι οι εναγόμενοι τελούν υπό άγνοια για το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος ή όχι. Συνυπολογίζοντας λοιπόν στα πιο πάνω, (α) τη νομική αρχή ότι ο προσδιορισμός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εδράζεται στα δικόγραφα και ιδιαιτέρως στην έκθεση Απαίτησης αντιπαραβαλλόμενος προς τις ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες (βλ. GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018, Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480 και Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625), (β) τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356 σε σχέση με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.10 και την όποια τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες αυτές, (γ) τα όσα αναφέρονται στις πρόνοιες του άρθρου 22
(3)(β) του Ν.14/60 σε σχέση με την καθ΄ ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αναφορικά με αγωγές που αφορούν σε ανάληψη κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία δεν αμφισβητείται ο τίτλος της και οι οποίες πρόνοιες ρητά αναφέρουν ότι εφαρμόζονται ανεξαρτήτως του θέματος της αξίας στο οποίο αφορά η Δ.2 Θ.10, (δ) το ότι με την καταχωρηθείσα Ε/Α προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αγωγή αφορά στην ανάκτηση ενός ακινήτου το οποίο είχε αγοραστεί από τον ενάγοντα για €347.000 και το οποίο είχε ήδη μεταβιβαστεί επ' ονόματι του, (ε) το ότι με την καταχωρηθείσα υπεράσπιση δεν αμφισβητείται το ότι κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής ο ενάγοντας ήταν ως γεγονός - και μέχρι σήμερα είναι - ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου (με την υπεράσπιση γίνεται αποδεκτό ότι το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί και εγγραφεί επ΄ ονόματι του ενάγοντα κατ΄ εφαρμογή νομοθεσίας), (στ) το ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα που παραμένει ανοικτό μέχρι το τέλος της υπόθεσης και μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφασιστεί όταν το πραγματικό πλαίσιο που το περιβάλλει έχει αποκρυσταλλωθεί, ακόμη και στη βάση εκ των υστέρων διαπιστώσεων του Δικαστηρίου (βλ. Μαύρου Λάζαρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού και Άλλου
(2002)1 ΑΑΔ 1743) και τέλος, (ζ) τα όσα περιβάλλουν τον υπό αξιολόγηση ακόμη ισχυρισμό του εκτιμητή των εναγόντων, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορεί να οδηγήσει με την απαιτούμενη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας να συνεχίσει με την εκδίκαση της υπόθεσης. Το αν στην πορεία της υπόθεσης αυτή η κατάσταση πραγμάτων ήθελε διαφοροποιηθεί, είτε λόγω ενδεχόμενης έγκρισης της αίτησης τροποποίησης των εναγομένων την οποία θα προχωρήσω να εξετάσω, είτε στη βάση των όσων γεγονότων θ' αποκρυσταλλωθούν μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το θέμα θα επανεξεταστεί αναλόγως. Των πιο πάνω λεχθέντων προχωρώ να εξετάσω το αίτημα των εναγομένων για τροποποίηση της υπεράσπισης τους. Εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε το 2021, η συγκεκριμένη αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες των «παλαιών Θεσμών» (οι Θεσμοί που ισχύουν για αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν την 01/0923) και ειδικότερα της εκεί αναφερόμενης Δ.25, ως η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε σχέση με αγωγές που καταχωρήθηκαν μετά την 01/01/15 («νέα» Δ.25 των «παλαιών Θεσμών») αλλά πριν την 01/09/2023. Εφόσον δε η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί μετά την έκδοση της κλήσης γiα οδηγίες, οι άμεσα σχετικές με την αιτούμενη τροποποίηση είναι οι πρόνοιες της Δ.25 Θ
(1)
(3)οι οποίες έχουν ως εξής: «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης..» Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε προηγούμενες αποφάσεις μου επί του ίδιου θέματος (βλ. ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ν. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 382/17, 15/10/2019, SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED ν. Λεπτός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3429/16, 29/10/2019 και FRAIHM ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 377/2017, 27/6/2019) - από τις συγκεκριμένες πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων σε αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν το 2015, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της Δ.25 σε αγωγές που καταχωρήθηκαν πριν το 2015 μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση, εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά, ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.5 σύμφωνα με τις οποίες: «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία». Στη προκειμένη περίπτωση λοιπόν, ο λόγος που προβάλλουν οι εναγόμενοι για την καταχώριση της παρούσας αίτησης σήμερα και δη εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας είναι το γεγονός ότι στις 06/03/23, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας, την έκδοση της κλήσης για οδηγίες και τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, είχε εκδοθεί απόφαση στην αίτηση έφεση 17/21, μέσω της οποίας «διαπίστωσαν» ότι «το κατάλληλο δικονομικό διάβημα για να προβάλω τους ισχυρισμούς μου περί παρανομίας, τα ζητήματα που τίθενται από πλευράς μας στην υπεράσπιση μας αναφορικά με τις ισχυριζόμενες παρανομίες θα πρέπει να κριθούν και να αποφασιστούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής». Αυτό κατά τους εναγόμενους διότι το Δικαστήριο που εξέδωσε εκείνη την απόφαση «αποφάσισε ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου (να προχωρήσει στην εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι του ενάγοντα) δεν αποτελεί απόφαση που να προσβάλλεται με έφεση, δηλαδή απέρριψε την έφεση ως προς το παραδεκτό της χωρίς να εξετάσει την ουσία της και τους ισχυρισμούς μου». Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με την εναγόμενη 1, αν και είχε κριθεί αναγκαίο από πλευράς εναγομένων να καταχωρηθεί έφεση εναντίον της συγκεκριμένης απόφασης, η έφεση «καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα λόγω λάθους του Πρωτοκολλητή και προς τούτου καταχωρήθηκε σχετική αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρισης της έφεσης . αλλά το αίτημα μας απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση στις 9/10/2023, με αποτέλεσμα η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 6/3/2023 να τελεσιδικήσει .». Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, αυτό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είναι ότι αν και στην παρούσα υπόθεση καταχώρισαν υπεράσπιση την 01/07/22 με την οποία ισχυρίζονταν ότι το επίδικο ακίνητο δεν έπρεπε να μεταβιβαστεί και να εγγραφεί στον ενάγοντα λόγω της παρανομίας και αντικανονικότητας που κατ' εκείνους εμφιλοχώρησε στη διαδικασία του πλειστηριασμού που ακολούθησαν οι ενυπόθηκοι πιστωτές τους και ως εκ τούτου η μεταβίβαση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί ως άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα, εντούτοις, μέχρι τις 07/03/24 που καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, ήτοι για δύο σχεδόν χρόνια, δεν θεώρησαν ότι θα μπορούσαν ή ότι θα έπρεπε να εγείρουν ανταπαίτηση στη βάση των συγκεκριμένων ισχυρισμών τους. Και αυτό, σύμφωνα με τους ίδιους τους εναγόμενους, διότι τις θεραπείες που επιδιώκουν σήμερα να προβάλουν ως ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή είχαν επιλέξει να τις αξιώσουν και να τις προωθήσουν μέσω άλλων δικαστικών διαδικασιών, ήτοι μέσω των δυο Αιτήσεων Εφέσεων που καταχώρισαν εναντίον της διαδικασίας του πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου και της εγγραφής του επ' ονόματι του ενάγοντα (7/21 και 17/21) και οι οποίες διαδικασίες τελικά απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Με κάθε σεβασμό όμως προς την πλευρά των εναγομένων θεωρώ ότι όχι μόνο η συγκεκριμένη θέση τους δεν δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης αλλά και ότι η όλη στάση τους καταδεικνύει κατάχρηση της διαδικασίας. Εξηγώ. Κατά πρώτο, δεν μπορεί να σταθεί στη λογική το πώς είναι που οι εναγόμενοι θεωρούσαν από την 01/7/22 που καταχώρισαν την υπεράσπιση τους ότι θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ο ισχυρισμός τους ότι είχε εμφιλοχωρήσει παρανομία και αντικανονικότητα στη διαδικασία του πλειστηριασμού του επίδικου ακίνητου και στη διαδικασία μεταβίβασης του στον ενάγοντα αλλά δεν θεώρησαν ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τον ισχυρισμό τους αυτό και στα πλαίσια σχετικής ανταπαίτησης τους. Κατά δεύτερο, αυτό που εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει από τα όσα οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν είναι ουσιαστικά ότι αν και είχαν σε γνώση τους από τότε που καταχώρισαν την υπεράσπιση τους όλα τα στοιχεία που χρειάζονταν για να προβάλουν την οποιαδήποτε ανταπαίτηση στην παρούσα διαδικασία, εντούτοις επέλεξαν συνειδητά και αυτοβούλως να προωθήσουν τις αξιώσεις τους μέσω άλλων δικαστικών διαδικασιών όπως ήταν η Αίτηση Έφεση 17/21 και μόνο όταν απορρίφθηκαν εκείνες οι διαδικασίες αποφάσισαν να «χρησιμοποιήσουν» την παρούσα αγωγή για να «διεκδικήσουν» τα ίδια αιτήματα. Το λιγότερο όμως που συνεπάγεται η θέση αυτή είναι ότι όχι μόνο το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των εναγομένων είχε «γεννηθεί» πριν την 01/07/22 που καταχώρισαν την υπεράσπιση τους, ως και οι ίδιοι γνώριζαν, αλλά και ότι τίποτα δεν τους εμπόδιζε από του να ενεργήσουν από τότε στη βάση του δικαιώματος τους αυτού, εξ' ου και επέλεξαν να το προωθήσουν μέσω άλλων δικαστικών διαδικασιών που καταχώρισαν και οι οποίες εν τέλει απορρίφθηκαν. Κανένα λοιπόν εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας δεν φαίνεται να υπήρξε και ούτε προκύπτει να διαπιστώθηκαν σήμερα νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά ή έστω γνωστά κατά την καταχώριση της δικογραφίας (βλ. μεταξύ άλλων ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑ v. ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 119/2015, 1/3/2024). Ούτε όμως και η συνειδητή προώθηση διαδικασιών που εν τέλει κρίθηκαν δικαστικά να είναι αβάσιμες μπορεί να επενεργήσει προς όφελος των εναγομένων ώστε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση και την αδράνεια που επέδειξαν στην υποβολή του αιτήματος που υποβάλλουν σήμερα (βλ. μεταξύ άλλων ΜΑΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, Αίτηση Αρ. 2/2013, 7/5/2014 και Θεόδωρος Χόππης ν. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140). Κατά τρίτο, με την προτιθέμενη ανταπαίτηση οι εναγόμενοι ουσιαστικά προσπαθούν να επαναφέρουν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής το αίτημα τους για έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνεται η διαδικασία δυνάμει της οποίας το επίδικο ακίνητο είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί στον ενάγοντα, αίτημα το οποίο είχαν υποβάλει και προωθήσει με τις άλλες δικαστικές διαδικασίες που καταχώρισαν και το οποίο όμως απορρίφθηκε με την έκδοση των σχετικών δικαστικών αποφάσεων. Και επισημαίνω εδώ ότι το αίτημα αυτό των εναγομένων δεν ήταν μόνο στην Αίτηση Έφεση 17/21 που είχε υποβληθεί αλλά και στην Αίτηση Έφεση 7/21 (βλ. Τεκ. 2Β που έχει κατατεθεί κατά την ακρόαση). Με άλλα λόγια, με την προτιθέμενη ανταπαίτηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν ουσιαστικά να υποσκελίσουν τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στις άλλες δικαστικές διαδικασίες και αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί, αν μη τι άλλο διότι ένα τέτοιο εγχείρημα συνιστά σαφώς κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Αντώνης Ζαχαρίου Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δια και εκ μέρους του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Πολιτική Έφεση αρ. 26/2021, 28/2/2024). Άλλωστε οι εναγόμενοι δεν ισχυρίστηκαν ποτέ ότι είχαν δεχτεί ως ορθή την απόφαση που εκδόθηκε στην αίτηση έφεση 17/21 στις 6/3/2023, ECLI:CY:DOD:2023:
- Αντιθέτως, αυτό που ισχυρίζονται είναι ότι θεώρησαν τότε εσφαλμένη την εν λόγω απόφαση και για τον λόγο αυτό καταχώρισαν έφεση για να την ανατρέψουν. Επειδή όμως «έχασαν» την προθεσμία και το αίτημα τους για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης απορρίφθηκε, αποφάσισαν ουσιαστικά «να ξαναδοκιμάσουν την τύχη τους» μέσω της παρούσας αγωγής και αυτό καθιστά ακόμη πιο έντονο το στοιχείο της κατάχρησης που διαπιστώνεται να υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση όμως, το σημερινό αίτημα των εναγομένων υποβάλλεται μετά πάροδο 1 χρόνου από την έκδοση της απορριπτικής απόφασης στην Αίτηση Έφεση 17/21 στις 06/03/2023, ECLI:CY:DOD:2023:2 και μετά πάροδο 5 μηνών από τις 09/10/23 που απορρίφθηκε το αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης (09/10/23) και ουδέποτε κατά το διαρρεύσαν αυτό διάστημα, όταν και έγιναν διάφορες εμφανίσεις στην υπόθεση και εκδικάστηκε και μια ενδιάμεση αίτηση, δεν επιχειρήθηκε να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα της φύσης που υποβάλλεται σήμερα. Κοντολογίς, ούτε τις προϋποθέσεις της Δ.25 ικανοποιούν οι εναγόμενοι αλλά ούτε και η εικόνα που παρουσιάζουν δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο ασκήσει προς όφελος τους τη διακριτική του εξουσία. Αντιθέτως, αυτό που διαπιστώνεται μέσω της παρούσας αίτησης είναι ότι οι εναγόμενοι προσπαθούν συνειδητά να καθυστερήσουν και να εκτροχιάσουν την κανονική πορεία της υπόθεσης, η ακρόαση της οποίας έχει ήδη ξεκινήσει, και η προσπάθεια τους αυτή δεν μπορεί καθόλου να επιτραπεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης το Δικαστήριο θα προχωρήσει με την συνέχιση της ακρόασης στις ημερομηνίες που έχουν ήδη προγραμματιστεί για το σκοπό αυτό, (22 και 28/3/2024) ενώ η 21/03/24, κατόπιν αιτήματος στο οποίο δεν υπάρχει ένσταση ακυρώνεται και αντικάθισταται με την 02/04/
- (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- In actions for recovery of possession of immovable property the indorsement on the writ shall set out the value of the property sought to be recovered, and in those for trespass the value of the part actually trespassed upon. [2] (σ.Δ) Πέραν της ανταπαίτησης οι εναγόμενοι ζητούν όπως προστεθεί στο σώμα της υπεράσπισης και το γεγονός της έκδοσης στις 6/3/2023 της τελικής απόφασης στην αίτηση έφεση 17/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο