Παναγιώτη Τουλούρα ν. Μαίρης Πούρου Θεοδώρου γνωστής και ως Μαρίας Πούρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 383/21, 6/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 383/21 Μεταξύ: Παναγιώτη Τουλούρα Ενάγοντα -και-
- Μαίρης Πούρου Θεοδώρου γνωστής και ως Μαρίας Πούρου
- Χαρίλαου Νικολάου Εναγόμενοι ----------------------------------------- Αίτηση Ημερ. 10/11/2023 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 06 Φεβρουαρίου 2024 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - αιτητή: κα Ε. Οικονόμου Για εναγόμενους - καθ' ω η αίτηση: κ. Μ. Παρασκευάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 05/04/21 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι είναι ανδρόγυνο, την έκδοση αριθμού διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονται οι τελευταίοι όπως του παραδώσουν ελεύθερη κατοχή και χρήση ενός συγκεκριμένου ακινήτου και μίας κατοικίας που βρίσκεται επ' αυτού (εφ' εξής το ακίνητο) καθώς και αποζημιώσεις και/ή διαφυγόντα κέρδη από 24/2/2021 και 01/03/21 αντίστοιχα και μέχρι να του παραδοθεί το ακίνητο, λόγω παράνομης και αδικαιολόγητης κράτησης και/ή κατοχής και/ή εκμετάλλευσης του. Η θέση του ενάγοντα, ως προβάλλεται στην έκθεση απαίτησης, είναι εν συντομία ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αυτός το αγόρασε μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού περί τον Νοέμβριο του 2020 για το ποσό των €347.000, το οποίο ποσό για να το καταβάλει χρειάστηκε να συνάψει στεγαστικό δάνειο με την σύζυγο του ύψους €200.
- Αφού λοιπόν πλήρωσε ως καλόπιστος αγοραστής το πλήρες τίμημα πώλησης στην Ελληνική Τράπεζα η οποία είχε προβεί στον πλειστηριασμό του ακινήτου ως ενυπόθηκος δανειστής ώστε να ανακτήσει τα όσα θωρούσε ότι οι εναγόμενοι της όφειλαν, το ακίνητο ενεγράφη στις 24/02/2021 επ' ονόματι του (ενάγοντα) και ταυτόχρονα υποθηκεύτηκε ως εξασφάλιση προς όφελος του τραπεζικού ιδρύματος που του είχε χορηγήσει εκείνου δάνειο. Όταν όμως ο ενάγοντας επιχείρησε να λάβει την κατοχή του ακινήτου διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι, στους οποίους το ακίνητο ανήκε προηγουμένως (εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ήταν η εναγόμενη 1), συνέχιζαν να μένουν εκεί μαζί με τα ανήλικα τους τέκνα. Προσπάθησε τότε να έρθει σε κάποια συνεννόηση με αυτούς ώστε να του παραδώσουν το ακίνητο που νόμιμα και καλόπιστα είχε αγοράσει, όμως αυτοί αρνήθηκαν. Σε μεταγενέστερο στάδιο δε, οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τον ενάγοντα μέσω δικηγόρου ότι είχαν ήδη καταχωρήσει δικαστικές διαδικασίες εναντίον της διαδικασίας του πλειστηριασμού που είχε ακολουθήσει η Ελληνική Τράπεζα και είχαν καταφέρει στις 09/03/2021 να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 7/21 με το οποίο απαγορευόταν η διενέργεια οποιασδήποτε διαδικασίας μετεγγραφής του ακινήτου στο όνομα του. Εφόσον όμως η διαδικασία μετεγγραφής είχε ήδη από τις 24/02/2021 ολοκληρωθεί, το εν λόγω διάταγμα, σύμφωνα με τον ενάγοντα, είναι ουσιαστικά ανίσχυρο και άνευ αντικειμένου και συνεπώς οι εναγόμενοι θα πρέπει να του παραδώσουν άμεσα κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου που αυτός νόμιμα και καλόπιστα αγόρασε καθώς και να του καταβάλουν αποζημιώσεις μέχρις ότου το πράξουν, αφού πέραν της απώλειας του δικαιώματος χρήσης του ακινήτου του είναι αναγκασμένος και να πληρώνει περί τις €2.500 μηνιαίως ως δόση για το στεγαστικό του δάνειο και ως ενοίκιο για τη διαμονή της οικογένειας του σε άλλη κατοικία. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η αγωγή, ο ενάγοντας καταχώρησε και μία ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε μονομερώς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονταν οι εναγόμενοι να του παραδώσουν το ακίνητο. Η αίτηση αυτή, η οποία κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) επιδόθηκε στους εναγόμενους οι οποίοι ζήτησαν και έλαβαν χρόνο για καταχώριση ένστασης, τελικά απορρίφθηκε στις 08/12/2021 κατόπιν ακρόασης και αφού είχαν μεσολαβήσει διάφορες άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες. Ο λόγος δε για τον οποίο το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αυτή του ενάγοντα ήταν μεταξύ άλλων διότι δεν είχε καταδειχθεί το στοιχείο της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί στο μέλλον καθώς και διότι, με δεδομένη τη φύση των θεραπειών που ζητούνταν με την αγωγή, τυχόν έγκριση της αίτησης θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με πλήρη επιτυχία της αγωγής από εκείνο το στάδιο (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 08/12/21) Μετά που απορρίφθηκε η προαναφερόμενη αίτηση του ενάγοντα, ο τελευταίος καταχώρισε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων λόγω παράλειψης τους να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης, αίτηση την οποία όμως αργότερα απέσυρε όταν καταχωρήθηκε το σχετικό σημείωμα. Στη συνέχεια ο ενάγοντας καταχώρισε και αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων λόγω παράλειψης τους να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα Υπεράσπιση, την οποία όμως αίτηση επίσης απέσυρε την 01/07/22 όταν οι εναγόμενοι καταχώρισαν το εν λόγω δικόγραφο. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι με την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς που πρόβαλλαν τότε στις δυο διαδικασίες που είχαν εγείρει εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου, ήτοι τη Γεν. Αίτηση 7/21 και την Αίτηση - Έφεση 17/21 και ισχυρίζονται ότι επειδή έχει εμφιλοχωρήσει παρανομία στη διαδικασία μετεγγραφής του ακινήτου επ' ονόματι του ενάγοντα συνεπεία της μη συμμόρφωσης με την νομοθεσία που διέπει τις διαδικασίες πλειστηριασμού, ως είναι και οι θέσεις που προωθούν με τις άλλες διαδικασίες, ο ενάγοντας δεν είχε νόμιμα καταστεί ιδιοκτήτης του ακινήτου και συνεπώς κανένα δικαίωμα δεν έχει, είτε να καταστεί ιδιοκτήτης του είτε να λάβει την κατοχή και χρήση του. Αφού καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των εναγομένων ο ενάγοντας επέλεξε να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία απαντά στους νομικούς ουσιαστικά ισχυρισμούς των εναγομένων προβάλλοντας τις δικές του περί του αντιθέτου νομικές θέσεις σε σχέση με το νόμιμο της διενέργειας του πλειστηριασμού και της μετεγγραφής του ακινήτου στο όνομα του ως καλόπιστος τρίτος αγοραστής, και ακολούθως κλήση για οδηγίες δυνάμει της Δ.30, ζητώντας, μεταξύ άλλων, όπως οι εναγόμενοι προβούν σε αποκάλυψη και επιθεώρηση των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους και που προφανώς προτίθενται να χρησιμοποιήσουν κατά τη δίκη. Ενόψει του ότι με το απαντητικό τους Παράρτημα οι εναγόμενοι ζήτησαν και αυτοί τις ίδιες οδηγίες, το Δικαστήριο την 01/12/2022 όρισε την υπόθεση για ακρόαση επί της ουσίας της στις 26/10/2023, δίνοντας παράλληλα οδηγίες όπως γίνει εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων εντός 60 ημερών και όπως εντός 90 ημερών καταχωρηθούν εκατέρωθεν κατάλογοι μαρτύρων με σύνοψη της μαρτυρίας που προτίθετο να παρουσιαστεί κατά την ακρόαση. Την 26/10/23 όμως που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, τόσο η πλευρά των εναγομένων όσο και η πλευρά του ενάγοντα ζήτησαν αναβολή και ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες αναφέροντας και οι δύο ότι δεν είχαν συμμορφωθεί με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου (pre trial directions) διότι ανέμεναν να δουν πώς θα εξελίσσονταν οι διαδικασίες που οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή τους. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 07/12/2023 με οδηγίες όπως μέχρι τότε αμφότερες οι πλευρές συμμορφωθούν με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου. Αντί όμως στη συνέχεια να καταχωρήσει την ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων της, ως ήταν και οι αρχικές οδηγίες που δόθηκαν κατόπιν του κοινού αιτήματος, η πλευρά του ενάγοντα επέλεξε να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση ζητώντας, στη βάση της Δ.18, όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση υπέρ της και εναντίον των εναγομένων για όλες τις αξιώσεις που ζητούνται με την αγωγή, πλην των αξιώσεων που αφορούν σε καταβολή μηνιαίων αποζημιώσεων και/ή διαφυγόντων κερδών. Μάλιστα δε, επικαλούμενη την καταχώριση αυτής της αίτησης, η πλευρά του ενάγοντα ανέφερε στις 7/12/2023 που η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες ότι δεν είχε συμμορφωθεί με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου και επιθυμούσε όπως η παρούσα αίτηση οριστεί για ακρόαση και όπως ταυτόχρονα δοθούν οδηγίες για συμμόρφωση με τις οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων σε σχέση μόνο με τις τελικές θεραπείες της αγωγής για τις οποίες δεν ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Όσον αφορά τώρα την υπό κρίση αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην υποστηρικτική Ε/Δ του ο ενάγοντας κάμνει αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στους εκατέρωθεν δικογραφικούς ισχυρισμούς, στοιχεία τα οποία έχουν παρατεθεί ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν θα τα επαναλάβω, και «προχωρεί» να αναφέρει τις εξελίξεις που επήλθαν στις δύο δικαστικές διαδικασίες που είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου, ήτοι την Γενική Αίτηση 7/21 και την Αίτηση Έφεση 17/21, και επί των οποίων αυτοί είχαν οικοδομήσει την Υπεράσπιση που προβάλλουν στην εδώ αγωγή. Αμφότερες οι εν λόγω δικαστικές διαδικασίες, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, έχουν πλέον τελεσιδικήσει με αρνητική για τους εναγόμενους κατάληξη, αφού στην μεν Αίτηση Έφεση 7/21 με την οποία οι εναγόμενοι ζητούσαν να κηρυχθεί ως άκυρη και αντικανονική η διαδικασία του πλειστηριασμού και στην οποία είχαν εκδοθεί τα προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω, εκδόθηκε στις 12/05/21 ενδιάμεση απόφαση με την οποία τα προσωρινά διατάγματα ακυρώθηκαν και στις 14/10/22 εκδόθηκε τελική απόφαση με την οποία ολόκληρη η διαδικασία απορρίφθηκε λόγω του ότι διαπιστώθηκε ότι η διαδικασία πλειστηριασμού του επίδικου ακινήτου δεν έπασχε από οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή ακυρότητα (Τεκ. Γ και Δ), και στη δε Γενική Αίτηση 17/21, με την οποία οι εναγόμενοι επεδίωκαν να ακυρώσουν τη μετεγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του ενάγοντα, εκδόθηκε τελική απορριπτική απόφαση στις 06/03/23 (Τεκ.Στ). Ως εκ τούτου, και λαμβανομένου υπόψη ότι καμία έφεση δεν έχει τελικά καταχωρηθεί εναντίον των δυο αυτών τελικών απορριπτικών αποφάσεων - επιχειρήθηκε από τους εναγόμενους να παραταθεί ο χρόνος καταχώρησης έφεσης στη Γενική Αίτηση 17/21 αλλά το αίτημα απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση στις 09/10/23, ECLI:CY:DOD:2023:2 η οποία επίσης δεν έχει εφεσιβληθεί (Τεκ.Η) - είναι πλέον ξεκάθαρο, ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας, ότι η Υπεράσπιση που προβάλλουν οι εναγόμενοι στην αγωγή κανένα πραγματικό ή νομικό έρεισμα δεν έχει και για το λόγο αυτό: «Με την παρούσα αίτηση μου ζητώ συνοπτική απόφασηγ ως οι αξιώσεις μου Α, Β, Γ, Δ, Ε, Θ και Κ και όσον αφορά δε το υπόλοιπό μέρος του αιτητικού της αγωγής μου που αφορά διεκδίκηση αποζημιώσεων, ήτοι τις αξιώσεις παραγράφοι ΣΤ και Ζ επιφυλάσσω τα δικαιώματα μου στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Σχετική με αυτές τις αξιώσεις είναι μέρος της παραγράφου 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση» Στην αντιπέρα όχθη, οι εναγόμενοι, οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί, υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι έστω και αν έχουν όντως εκδοθεί απορριπτικές τελικές αποφάσεις στις δύο διαδικασίες που αυτοί είχαν εγείρει σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου, οι εκεί προβαλλόμενες θέσεις τους εξακολουθούν να συνιστούν καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα τούτου, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, πέραν του ότι οι αξιώσεις του ενάγοντα γι' αποζημιώσεις είναι τέτοιας φύσης που μόνο στα πλαίσια κανονικής ακρόασης μπορούν ν' αποδειχτούν, η επιλογή του τελευταίου να προωθήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση για μέρος μόνο της αγωγής του και χωρίς να έχει διακόψει πρώτα το άλλο μέρος το οποίο εξακολουθεί να προωθεί, δεν μπορεί παρά να επιδράσει καταλυτικά για την τύχη της υπό συζήτησης αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώρηση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων στις οποίες αμφότεροι παραπέμπουν στις γενικές αρχές που διέπουν αιτήσεις της παρούσας φύσης και επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο και κυριότερο, ένα σημαντικό στοιχείο το οποίο διέλαθε της προσοχής αμφότερων των πλευρών είναι το στάδιο στην υπόθεση στο οποίο έχει καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση, ήτοι όχι μόνο μετά την καταχώρηση Απάντησης, την έκδοση κλήσης με βάση τη Δ.30 και την ολοκλήρωση των προδικαστικών οδηγιών (pre trial directions) αλλά και μετά που η υπόθεση είχε ήδη οριστεί για κανονική ακρόαση επί της ουσίας της. Με το θέμα αυτό είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ στο παρελθόν στα πλαίσια της ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. GLIMEKA TRADING COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 2482/20, 29/1/2021 από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο υιοθετώ κατ' αναλογία για σκοπούς της παρούσας: «Η συγκεκριμένη εξουσία για έκδοση συνοπτικής απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017), ECLI:CY:AD:2017:A323 «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018), ECLI:CY:AD:2018:A235. Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Επειδή όμως από πλευράς εναγομένου, για να απορριφθεί η αίτηση και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση, ό,τι απαιτείται από αυτόν είναι να δείξει «.πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», . (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912).(και ότι).στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 (λέχθηκε) ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»» (βλ. ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:A461), ο ενάγοντας αιτητής «έχει δικαίωμα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου» (βλ. Δημητρίου ανωτέρω) ώστε καταδείξει ώστε, κυρίως μέσω σχετικής έγγραφης μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί πιστευτή - βλ. Λαζάρου όπου υιοθετήθηκε η αναφορά που γίνεται στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173: «"Τhe plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» έμφαση δική μου) Το γιατί ο αιτητής σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δικαιούται να απαντήσει και πώς δύναται να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του, απαντάται με σαφήνεια στις σελ. 247 και 248 του Annual Practice 1958. Υπάγοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής: Ως διαφαίνεται από την ίδια τη Δ.18 αλλά και τις νομικές αρχές που αναφέρονται ανωτέρω, είναι επιβεβλημένο όπως ο ενάγοντας που επιδιώκει την υπέρ του έκδοση συνοπτικής απόφασης, δηλώσει στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εξυπακούεται βέβαια ότι στο τέλος ο ενάγοντας θα πρέπει και να πείσει το Δικαστήριο για το βάσιμο της δήλωσης του αυτής, όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελ.247 του Annual Practice όπου γίνεται παραπομπή στην παλαιά υπόθεση Manning v. Moriarty
(1883)12 L.R. Ir.372, το να περιληφθεί η συγκεκριμένη δήλωση στην Ε/Δ του ενάγοντα δεν είναι απλά μια τυπικότητα αλλά συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την επιτυχία της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αφού μέσω της δήλωσης αυτής, ο ενάγοντας ουσιαστικά δεσμεύεται και δηλώνει ενόρκως ότι θεωρεί τα γεγονότα της υπόθεσης να είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται να γίνει κανονική δίκη οπόταν και θα πρέπει να εφαρμοστεί η Δ.18 (βλ. Νεάρχου ανωτέρω). Μάλιστα δε, όπως αναφέρεται στην ίδια σελίδα στο Annual Practice, είναι ανεπίτρεπτο για τον ενάγοντα να μεταβάλει αυτή τη δήλωση/προϋπόθεση του με το να παραδεχτεί την ύπαρξη υπεράσπισης έστω και για μέρος της αξίωσης του - «" Stating there is no Defence."—This statement is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, " I verily believe that there is no defence to this action " . It is not permissible to qualify this statement by any admission of a defence to part of the claim. Ο.14 is not intended to apply to a case where plaintiff seeks judgment only as to part of his claim;.». Τόση είναι δε η σπουδαιότητα του κριτηρίου αυτού, που η Δ.18
(9)(β) προνοεί ειδικά για τις κυρώσεις σε σχέση με τα έξοδα που δύναται να επιβληθούν σε ενάγοντα ο οποίος καταχωρεί αίτηση για συνοπτική απόφαση τη στιγμή που η υπόθεση δεν συνιστά περίπτωση η οποία δύναται να αποπερατωθεί με τη συνοπτική διαδικασία της Δ.18 ή όπου γνωρίζει ότι ο εναγόμενος πρόκειται να βασιστεί σε ισχυρισμό ο οποίος δικαιολογεί όπως στον τελευταίο δοθεί άδεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του[4]. Ενώ όμως στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες . ορθά την εν λόγω αίτηση τους την υποστήριξαν με Ε/Δ στην οποία δηλώνουν ρητά την πεποίθηση τους ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, την ίδια στιγμή, τα άλλα διαβήματα στα οποία προέβηκαν έχουν ουσιαστικά αναιρέσει και μεταβάλει (qualified) αυτήν την τους πεποίθηση. Εξηγώ. Το να αιτηθούν και να λάβουν οι ενάγοντες, εκκρεμούσης της εκδίκασης της αίτησης τους για συνοπτική απόφαση, όχι μόνο παράταση του χρόνου καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση αλλά και παράταση καταχώρησης της προβλεπόμενης από τη Δ.30 Κλήσης για Οδηγίες, ουσιαστικά συνεπάγεται ότι οι ίδιοι είναι που δηλώνουν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η υπόθεση και κατ' επέκταση η απαίτηση τους να μην μπορεί να αποφασιστεί εκτός των πλαισίων κανονικής δίκης. Βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι ενάγοντες ζήτησαν τις προαναφερόμενες παρατάσεις διότι η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση οπόταν και επειδή το δικόγραφο της Απάντησης είναι προαιρετικό, αυτοί «ανησύχησαν» ότι θα ενεργοποιούνταν οι αυστηρές προθεσμίες της Δ.30, οι οποίες, με βάση τα όσα αναφέρονται στο Θ.1(α)[5], δεν φαίνεται να «σταματούν» παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί διαδικασία παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με κάθε σεβασμό όμως, όχι μόνο τέτοιες ανησυχίες είναι παντελώς αβάσιμες, αλλά αν είναι όντως έτσι που σκέφτηκαν οι ενάγοντες, ήτοι να επιχειρήσουν να έχουν «όλες τις βάσεις τους καλυμμένες», προωθώντας ταυτόχρονα την υπόθεση τους και ως υπόθεση που δύναται να εκδικαστεί συνοπτικά αλλά και ως υπόθεση που θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια κανονικής ακρόασης, τότε αυτό αγγίζει τα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, αν δεν συνιστά όντως τέτοια κατάχρηση. Θα δώσω όμως το δικαίωμα της αμφιβολίας στους ενάγοντες αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης και θα θεωρήσω απλά ότι αυτοί έχουν παρερμηνεύσει και τις πρόνοιες της Δ.18 αλλά και της Δ.
- Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν προτίθεμαι να υπεισέλθω στο κατά πόσο τα παρεμπίπτοντα διατάγματα (interim/interlocutory orders) που αναφέρονται στη νέα Δ.30 Θ.1 περιορίζονται μόνο στα παρεμπίπτοντα διατάγματα απαγορευτικής ή προστακτικής φύσης (interim injuctions), ως φαίνεται να είναι η κοινή αλλά εσφαλμένη θεωρώ αντίληψή, αν και θα πρέπει να επισημάνω ότι ένα παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί κάλλιστα να είναι και το διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων. Αντιθέτως, το όλο θέμα που προκύπτει απαντάται επαρκώς θεωρώ από τη σχετική με τη Δ.18 νομολογία. Σύμφωνα λοιπόν με την πάγια αυτή νομολογία, η καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 όχι μόνο ανέκαθεν αναστέλλει όλες τις προθεσμίες για την καταχώρηση περαιτέρω δικογράφων αλλά μάλιστα ενεργοποιεί και την εξουσία του Δικαστηρίου όπως στα πλαίσια της ίδιας της αίτησης για συνοπτική απόφαση προχωρήσει, αν διαπιστώσει τελικά ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί και ότι θα πρέπει να διεξαχθεί κανονική δίκη, και δώσει τις οδηγίες που θα δίνονταν για σκοπούς της κανονικής ακρόασης με βάση τη Δ.
- «Stay by Application under O.
- - Time for defence does not run between the time of taking out- and the hearing of a summons under O.14 (Hobson v. Monks, [1884] W . N. 8). When the Judge or Master gives leave to defend, conditional or unconditional, he may under r.
- order the action to be set down for trial forthwith, without pleadings or may give such other directions as to time for defence and otherwise as he is obliged to do under O.30.» (βλ. Annual Practice σελ 252). Αυτό άλλωστε είναι και το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της Δ.18 Θ.8[6], οι πρόνοιες της οποίας δίνουν την εξουσία στο Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που αποφασίσει ότι ο εναγόμενος δικαιούται σε άδεια να υπερασπιστεί, ορίσει άμεσα την υπόθεση για κανονική ακρόαση και όπως επεξηγείται στη σελ 274 του Annual Practice, δώσει οδηγίες όπως η δίκη διεξαχθεί είτε χωρίς δικόγραφα, οπόταν και οι Ε/Δ που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση υπέχουν θέση δικογράφων, είτε στη βάση όποιων άλλων οδηγιών θα δίνονταν με βάση τη Δ.30 (αποκάλυψη, ανταλλαγή, παραδεκτά γεγονότα κλπ): " Shall give Directions."—.this Rule makes it obligatory to give the directions as would be given on a summons under O. 30, that is to say, all directions as to the further conduct of the action. The action may be ordered to be set down forthwith without pleadings or discovery of documents, in which case the affidavits would be directed to stand as pleadings. Or, discovery of documents may be ordered by lists.Otherwise, pleadings will be directed and directions given as to all the matters dealt with in
- .It is intended that all interlocutory proceedings shall be included so far as it is possible. If discovery of documents is ordered, it may be necessary to adjourn the summons until after inspection of documents is completed so as to deal with those matters relating to evidence and the place and mode of trial. The whole course of the action will, so far as is practicable, be ordered at the hearing of the summons under O. 14, without any adjournment. Any application subsequent· to the order made on the summons should be made under the summons by two clear days' notice stating the grounds of the application, but, if it be one that might have been made at the hearing of the original summons, it will be made at the applicant's peril as to costs. While this Rule makes it necessary for the Master to give all directions as to procedure it does not give him authority to restrict the right of the defendant to make such bona fide defences as he can. but where some defences are mere sham ones they may be struck out and any real defence remaining may be ordered to be tried as a short cause.». Το ότι ο εναγόμενος πρόλαβε και καταχώρησε υπεράσπιση πριν την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική, είναι μεν δικαίωμα και συνάμα υποχρέωση του τελευταίου, και σε κάποιες περιπτώσεις ίσως να είναι και αναμενόμενο ως θέμα τακτικής, όμως τέτοια καταχώρηση δεν ενεργοποιεί καμία προθεσμία σε βάρος του ενάγοντα και δη προθεσμία που αν παρέλθει δύναται να δώσει την εντύπωση ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας έχει εγκαταλείψει την αγωγή του όταν ο χρόνος του αναλώνεται ακριβώς στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει απόφαση υπέρ του και εναντίον του εναγόμενου και δη προωθώντας τη θέση ότι ο τελευταίος δεν έχει υπεράσπιση και ότι αν καταχώρησε τέτοιο δικόγραφο, αυτό έγινε απλά ώστε να καθυστερήσει τη διαδικασία; «.(σελ. 242 Annual Practice). The defendant· is, therefore, clearly entitled after appearance to deliver his defence at any time within that period. He is, in fact, worried by a note indorsed on the writ served on him .that if he does not do so, he may have judgment entered against him in default. If a defendant does deliver a defence the plaintiff may well find himself unable to swear an affidavit under sub-clause (a) of this Rule stating a belief that there is no defence to the action...The fact that the defendant has delivered a defence will not necessarily prevent the plaintiff from proceeding under O.14 .(σελ.. 259 Annual Practice). In McLardy v. Slateum, 24 Q. B. D. 504, the Divisional Court held that, though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards...» Όπως περαιτέρω επεξηγείται στη σελ. 665 του Annual Practice αναφορικά με την γενικότερη πρακτική σε σχέση με το στάδιο των οδηγιών, ήτοι της Δ.30, εκεί όπου υπάρχει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ζητείται η ανάκτηση γης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, τότε μετά που θα καταχωρήσει εμφάνιση ο εναγόμενος, ο ενάγοντας μπορεί είτε να περιμένει να παρέλθει άπρακτος ο χρόνος για την καταχώρηση υπεράσπισης και ακολούθως να αιτηθεί απόφαση με βάση τη σχετική Διαταγή (Δ.26), είτε να προχωρήσει με αίτηση για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.
- Αν τελικά δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί στην αγωγή, τότε ο ενάγοντας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση ως κλήση για οδηγίες με βάση τη Δ.30: «.If the writ is specially indorsed with or accompanied by a statement of claim for recovery of land under Ο. 3 r. 6, the plaintiff may, after appearance, either proceed under Ο.14 or wait the expiration of the time for defence, and enter judgment in default of defence. If he proceeds under O. 14, and leave to defend is given, he must apply for directions under this Rule. Όλα τα πιο πάνω, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την «παλαιά» Δ.30 Θ.1(c), όπου εκεί ρητά αναφέρετο ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας έχει αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18, τότε το Δικαστήριο δύναται να θεωρήσει εκείνη την αίτηση ως κλήση για οδηγίες[7], δεν έχουν καθόλου μεταβληθεί δυνάμει της νέας Δ.30, αφού ακόμη και με την τροποποίηση της εν λόγω Διαταγής, οι πρόνοιες της Δ.18 και οι αρχές που τη διέπουν, έχουν συνειδητά, και κατά τη γνώμη μου ορθά αφεθεί εκτός των Διαταγών που αναφέρεται ότι θα πρέπει πλέον να «διαβάζονται υπό το πρίσμα» της «νέας» Δ.30.[8] Κοντολογίς, όχι μόνο οι ίδιοι οι Θεσμοί ήταν και είναι προσαρμοσμένοι έτσι ώστε ο ενάγοντας που καλόπιστα πιστεύει και προωθεί ότι «.η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη.» να μην πρέπει ν' «ανησυχεί» και για τις μελλοντικές δικονομικές του υποχρεώσεις σε περίπτωση που η αίτηση του για συνοπτική απόφαση δεν εγκριθεί, αλλά ούτε και διανοείτο ποτέ κάποιος ενάγοντας να αιτηθεί την έκδοση απόφασης με συνοπτικές διαδικασίες και την ίδια στιγμή να θέλει να του δοθούν και οδηγίες για σκοπούς της κανονικής δίκης της υπόθεσης. Αυτό αν μη τι άλλο διότι μια τέτοια ενέργεια καταδεικνύει μια εγγενή θεμελιακή αντίφαση στο πόσο «καθαρή» ο ίδιος ο ενάγοντας θεωρεί την απαίτηση του αλλά και την υπεράσπιση του αντιδίκου του να είναι. Εφόσον λοιπόν στην παρούσα υπόθεση η ίδια η πλευρά των εναγόντων ζήτησε και έλαβε. την ευκαιρία να προωθήσει την αξίωση της σε κανονική δίκη, δεν θα μπορούσε την ίδια στιγμή να προωθεί και την παρούσα αίτηση η οποία αποσκοπεί στο να αποστερήσει «ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη..» (βλ. Νεάρχου ανωτέρω). Είτε οι ενάγοντες καλόπιστα πιστεύουν ότι η απαίτηση τους είναι «καθαρή» και καμία υπεράσπιση δεν έχει η εναγόμενη, είτε θεωρούν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η υπόθεση να μην είναι τόσο «καθαρή» οπόταν και θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για απόδειξη της κατόπιν κανονικής ακρόασης. Δεν μπορούν όμως να προωθούνται και οι δύο αυτές θέσεις και μάλιστα ως εξ' ίσου πιθανά ενδεχόμενα. Υπενθυμίζω εδώ ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά και δη σπάνια, όπως αναφέρεται στη νομολογία, αφού συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου δικαιολογείται η διεξαγωγή κανονικής δίκης, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης. Αν τώρα αυτή η ανεπίτρεπτη διττή προσέγγιση της υπόθεσης είναι συνειδητά που έγινε, τότε, ως έχω ήδη αναφέρει, αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις της υπόθεσης συνεπώς, όπως οι περιστάσεις αυτές διαμορφώθηκαν από την στάση των ίδιων των εναγόντων, δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας που έχει το Δικαστήριο με βάση τη Δ.18 ώστε να αποπερατωθεί η υπόθεση με συνοπτικές διαδικασίες αντί με κανονική ακρόαση.» Ως εξηγείται και πιο πάνω λοιπόν, από τη στιγμή που η πλευρά του εδώ ενάγοντα επέλεξε, όχι μόνο να μην αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης αμέσως μετά την καταχώρηση της αγωγής ή έστω αμέσως μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης, αλλά να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση ώστε να απαντήσει στους ισχυρισμούς που έκρινε αναγκαίο να απαντηθούν και ακολούθως να οδηγήσει την υπόθεση σε κανονική ακρόαση επί της ουσίας της κάμνοντας χρήση της διαδικασίας της Δ.30, η οποία διαδικασία υπενθυμίζω αφορά στις οδηγίες που δίνονται για σκοπούς προετοιμασίας της υπόθεσης για κανονική ακρόαση, συνεπάγεται ουσιαστικά ότι η ίδια είναι που δήλωσε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η υπόθεση, και κατ' επέκταση η απαίτηση, να μην μπορεί να αποφασιστεί εκτός των πλαισίων κανονικής δίκης εξ' ου άλλωστε και η υπόθεση ορίστηκε για να γίνει μια τέτοια κανονική δίκη. Και με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του ενάγοντα, η μετέπειτα ενέργεια της να υποβάλει αίτημα αναβολής της προγραμματισθείσας ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης προκειμένου αφ' ενός να συμμορφωθεί με τις προδικαστικές οδηγίες της Δ.30 και αφ' ετέρου για να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι συνιστά ενέργεια που εναντιώνεται όλων των αρχών που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.
- Αν προχωρούσε άλλωστε κανονικά η ακρόαση της υπόθεσης την ημέρα που ήταν προγραμματισμένη να γίνει (26/10/23) και δεν αναβάλλετο κατόπιν αιτήματος και του ενάγοντα, το πιο πιθανόν είναι ότι σήμερα η υπόθεση θα είχε ολοκληρωθεί. Το δεύτερο σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι η επιλογή του ενάγοντα να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση για μέρος μόνο της αγωγής του ώστε να προωθήσει το άλλο μέρος της στα πλαίσια κανονικής ακρόασης. Η επιλογή αυτή συνιστά προφανώς παρερμηνεία των προνοιών της Δ.18 η οποία αναφέρει ότι παρέχεται η εξουσία έκδοσης μερικής απόφασης εκεί όπου διαπιστώνεται ότι «.the defence set up by the defendant applies only to a part of the plaintiff's claim, or that any part of his claim is admitted.» - «.η υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος εφαρμόζεται μόνο σε μέρος της απαίτησης του ενάγοντα ή συνιστά παραδοχή μέρους της απαίτησης.». Πρόκειται δηλαδή για εξουσία που ασκείται με γνώμονα τους ισχυρισμούς που προβάλλει η υπεράσπιση προς αντίκρουση της θέσης του ενάγοντα ότι καμία υπεράσπιση δεν υπάρχει στην απαίτηση και όχι κατόπιν άσκησης κάποιου δικαιώματος του ενάγοντα να εξασφαλίζει μερική απόφαση, για τον οποίο ενάγοντα υπενθυμίζω, ως ανέφερα ανωτέρω, «.είναι επιβεβλημένο όπως.δηλώσει στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.(και είναι).ανεπίτρεπτο να μεταβάλει αυτή τη δήλωση/προϋπόθεση του με το να παραδεχτεί την ύπαρξη υπεράσπισης έστω και για μέρος της αξίωσης του - «" Stating there is no Defence."—This statement is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, " I verily believe that there is no defence to this action " . It is not permissible to qualify this statement by any admission of a defence to part of the claim. Ο.14 is not intended to apply to a case where plaintiff seeks judgment only as to part of his claim;.». Αυτό επιβεβαιώνεται εμφαντικά και από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Atlaspantou Co Ltd ν. Angelos Nicolaides Holdings Ltd εμπορευόμενη και με την εμπορική επωνυμία και/ή την ονομασία Α. Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2553,
(2013)1 ΑΑΔ 2553: «.Η εφαρμογή των ανωτέρω δεν διαφοροποιείται σε περίπτωση επίκλησης της Δ.18 θ. 1. Οι περιορισμοί που τίθενται από την εν λόγω διάταξη είναι σαφείς και έχουν αναφερθεί. Σ' αυτούς δεν περιλαμβάνεται οιοσδήποτε περιορισμός αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα της Δ.6, θ. 2, ότι δηλαδή θα παρατίθεται σ' αυτό μια αιτία αγωγής ή ότι όπου υπάρχουν περισσότερες αιτίες αγωγής διαζευκτικά ή μη, θα πρέπει ο ενάγοντας, που κάνει χρήση της Δ.18, θ. 1, να επιλέγει μια αιτία αγωγής την οποία και να επαληθεύει. Αντίθετα, όπου υπάρχουν πολλές αιτίες αγωγής η ένορκη δήλωση θα πρέπει να τις βεβαιώνει όλες. Στη Stainer v. Tragett [1955] 3 All E.R. 742 C.A. σε σχέση με την αγγλική Δ.14 θ. 1(α) (Ο. 14, r. 1(a)) που είναι πανομοιότυπη με την Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρονται τ' ακόλουθα: «.... What is contemplated is that, in cases within R.S.C., Ord. 3, r. 6 (which provides for specially indorsed writs), a plaintiff, if he verifies his cause of action (or, if there is more than one, his causes of action) and says that there is no defence to any part of his action, may then ask the court to give him judgment at once for that to which he is entitled (that is to say, for all to which he is entitled) on the statement of claim. When the matter comes before the master on such an application, the master may think (particularly after any evidence has been filed by the defendant) that there is a defence either to one of the causes of action or to part of the one cause of action. He may then (and so much is clear from R.S.C., Ord. 14 r. 4) give judgment for part of the relief claimed and give liberty to the defendant to defend, conditionally or otherwise, on the other parts of the claim. It is quite clear that a plaintiff, having issued such a writ, cannot then swear an affidavit saying, in effect: "Well, as to part of the claim, as a matter of fact, the defendant has got a defence if he chooses to take it; But as to the rest he has not, and I ask for judgment for that". It has been laid down in Ireland (in, for example, Lord Bellew v. Markey
(1)
(1878)(2 L.R.Ir. 185) and it is stated in the notes to R.S.C., Or. 14, r. 1, in the Annual Practice, 1955, p. 175, that that is a procedure outside the scope and purpose of Ord. 3, r. 6, and Ord.
- These rules (for Ord. 14 is confined to cases under Ord. 3, r. 6) can only be invoked where it can be shown that there is no defence, at any rate in the deponent's belief, to any of the matters which are being claimed. Thus it is that, whatever remedy a plaintiff ultimately seeks or may obtain, a condition precedent to an application under R.S.C. Or. 14, r.1, is affidavit evidence verifying "the cause of action", and also stating that in the belief of the deponent there is no defence to the action.» (Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 22, σελ. 760) Είναι λοιπόν φανερό κατά την κρίση μου ότι για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο, χωρίς να χρειάζεται - ή να μπορεί - να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο και δη σε σχέση με την ουσία της. Τούτου λεχθέντος όμως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αγωγή ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση της ουσίας της και αμφότερες οι πλευρές έχουν μέσω της παρούσας διαδικασίας ουσιαστικά αποκαλύψει ενόρκως και τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους και τα οποία προτίθενται να χρησιμοποιήσουν κατά την ακρόαση για σκοπούς απόδειξης των δικογραφημένων τους ισχυρισμών, κρίνω ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσω τις εξουσίες που μου παρέχει η Δ.18 Θ.8 και να προγραμματίσω πάραυτα την υπόθεση για ακρόαση επί της ουσίας της. Η αίτηση λοιπόν απορρίπτεται και η υπόθεση ορίζεται για ακρόαση στις 22 και 23 Φεβρουαρίου 2024 και ώρα 10:30 χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να καταχωρηθούν κατάλογοι μαρτύρων (βλ. ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/5/2020). Αν οποιαδήποτε πλευρά επιθυμεί να προβεί σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων να το πράξει μέχρι τις 19/02/
- Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις τις υπόθεσης κρίνω, και αυτό χωρίς να παραγνωρίζω τις πρόνοιες της Δ.18 Θ.9(β), ότι αυτά θα πρέπει να συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον των εναγομένων και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» [4] 9(
- b)If the plaintiff makes an application under this Order where the ease is not within the Order, or where the plaintiff, in the opinion of the Court, knew that the defendant relied on a contention which would entitle him to unconditional leave to defend, the application may be dismissed with costs to be paid forthwith by the plaintiff. [5] 1(α)Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. [6] 8. (
- a)Where leave, whether conditional or unconditional, is given to defend, the Court shall have power to set down the action for trial forthwith. [7] Παλαίά Δ.30
(1)(c) Where under Order 18 the plaintiff applies for judgment, the Court may deal with such application as if the plaintiff had been entitled to take out and had taken out a summons for directions. [8] Νέα Δ.30
(3)(β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο