Τουβλοποιεία Παλαίκυθρου «Ο ΓΙΓΑΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΣΑΠΗ, Αρ. Αγωγής: 972/17, 16/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 972/17 Μεταξύ: Τουβλοποιεία Παλαίκυθρου «Ο ΓΙΓΑΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγοντες -και- ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΣΑΠΗ Εναγόμενος ----------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Απριλίου 2024 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Α. Ζαχαρίου Για εναγόμενο: κα Α. Μαστίχη ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισε στις 06/07/17, η ενάγουσα κυπριακή ιδιωτική εταιρεία ισχυρίζεται τα εξής: «
- Η ενάγουσα ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών Κύπρου.
- Ο εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας και κατείχε 30.000 μετοχές.
- Ο εναγόμενος μαζί τον αδελφό του Π.Κ. στα πλαίσια επίλυσης των μεταξύ τους διαφορών συνήψαν συμφωνία ημερ. 31/7/15 με την οποία μεταξύ άλλων καθοριζόταν το πλαίσιο και/ή ο τρόπος διευθέτησης των διαφορών τους.
- Ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν ελέγξει τους εξελεγμένους λογαριασμούς και τις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας για την περίοδο μέχρι την 31/12/14 και συμφώνησαν ότι αυτοί ήταν ορθοί και αναμφισβήτητοι.
- Περαιτέρω, τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν και αποδέχτηκαν ως ορθούς και αναμφισβήτητους και τους μη εξελεγμένους λογαριασμούς της ενάγουσας για την περίοδο από 1/1/15 μέχρι 30/6/
- Μετά την υπογραφή της ώς άνω συμφωνίας και/ή τα πλαίσια αυτής καταρτίστηκαν 2 Πακέτα (Πακέτο 1 και Πακέτο 2) όπου καθορίζονταν οι ενέργειες και οι όροι ώστε να επιλυθούν οι διαφορές των συμβαλλόμενων μερών.
- Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στα όσα ανάφεραν τα εν λόγω Πακέτα και προχώρησαν στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων.
- Βάση των προνοιών της επίδικης συμφωνίας και των Πακέτων, ο εναγόμενος θα έπρεπε να μεταβιβάσει τις μετοχές της ενάγουσας που κατείχε, στο όνομα του αδερφού του ΠΚ.
- Περαιτέρω, ήταν ρητός όρος της συμφωνίας και/ή των πακέτων ότι τα οποιαδήποτε χρεωστικά ή πιστωτικά υπόλοιπα των διευθυντών και/ή των μετόχων της ενάγουσας που υπήρχαν σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις 31/12/14 θα έπρεπε να διευθετηθούν εντός 8 μηνών από την μεταβίβαση των μετοχών.
- Περισσότερες λεπτομέρειες για τους όρους της συμφωνίας και των πακέτων θα δοθούν κατά την δικάσιμο.
- Ο εναγόμενος βάσει των εξελεγμένων λογαριασμών της περιόδου μέχρι 31/12/2014 χρωστούσε και/ή όφειλε και χρωστεί και/ή οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €142.
- Το εν λόγω ποσό βασει των συμφωνηθέντων θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα μέχρι τις 5/12/16 πλήν όμως ο εναγόμενος δεν το έπραξε.
- Στις 4/1/17 ο ενάγοντας μέσω των δικηγόρων του απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο όπου αξίωνε το εν λόγω ποσό, πλην όμως ο εναγόμενος προέβαλε μέσω των δικηγόρων του ανυπόστατες και/ή αντισυμβατικές δικαιολογίες και/ή προφάσεις ώστε να μην καταβάλει στην ενάγουσα το οφειλόμενο σε αυτήν ποσό.
- Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα αρνείται και/ή αμελεί να καταβάλει το επίδικο ποσό προς την ενάγουσα και/ή η ενάγουσα υφίσταται ζημιά που ανέρχεται σε €142.768, το οποίο ποσόν διεκδικεί δυνάμει δανείου και/ή χρέους και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως χρήματα καταβληθέντα για αντάλλαγμα το οποίον έχει αποτύχει και/ή ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα και/ή για συμφωνία η οποία κατέστη αδύνατη να εκπληρωθεί εξ' υπαιτιότητας του εναγόμενου και/ή δυνάμει των αρχών Περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού ως ανωτέρω αναφέρεται. ΚΑΙ η ενάγουσα αξιεί εναντίον του εναγομένου:- Α) Απόφαση για το ποσόν των €142.768.-, δυνάμει δανείου και/ή χρέους και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ως χρήματα καταβληθέντα για αντάλλαγμα το οποίον έχει αποτύχει και/ή ως χρήματα καταβληθέντα χωρίς αντάλλαγμα και/ή για συμφωνία η οποία κατέστη αδύνατη να εκπληρωθεί εξ' υπαιτιότητας του εναγομένου και/ή δυνάμει των αρχών Περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού ως ανωτέρω αναφέρεται. Β) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Γ) Νόμιμο Τόκο. Δ) Οιανδήποτε περαιτέρω και καλύτερη περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια E) Έξοδα.» Στην αντιπέρα όχθη ο εναγόμενος, με την υπεράσπιση που καταχώρησε απορρίπτει τις αξιώσεις της ενάγουσας για διάφορους λόγους. Ειδικότερα, ο εναγόμενος παραδέχεται το δικογραφημένο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι είχε συνάψει συμφωνία με τον αδελφό του (ΠΚ) στις 31/07/15 η οποία καθόριζε το πλαίσιο και/ή τον τρόπο διευθέτησης των διαφορών που υπήρχαν τότε μεταξύ των δύο τους, δηλαδή του ιδίου και του αδελφού του (ΠΚ), όπως παραδέχεται και το ότι όρος της συμφωνίας αυτής των δυο αδελφών ημερ. 31/7/2015 ήταν μεταξύ άλλων να διευθετηθούν τα οποιαδήποτε χρεωστικά ή πιστωτικά υπόλοιπα των διευθυντών και/ή των μετόχων της ενάγουσας μέχρι την ημερομηνία που θα μεταβιβάζονταν οι μετοχές της ενάγουσας από τον εναγόμενο στον αδελφό του (ΠΚ). Υποστηρίζει όμως ο εναγόμενος αφ' ενός ότι η συμφωνία της 31/07/15 δεν περιείχε μόνο τις υποχρεώσεις που επικαλείται η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αλλά και πολλές άλλες εκατέρωθεν υποχρεώσεις για τις οποίες έχουν ανεπίτρεπτα καταχωρηθεί και διάφορες άλλες αγωγές και αφ' ετέρου ότι όσον αφορά τις επίδικες συμβατικές υποχρεώσεις, ο ίδιος έχει απαλλαχτεί από την εκπλήρωση τους εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος του στη συμφωνία της 31/07/15, δηλαδή ο αδελφός του (ΠΚ), παρέβηκε πρώτος τους όρους της συμφωνίας όταν παρέλειψε να εκπληρώσει τις δικές του προαπαιτούμενες συμβατικές υποχρεώσεις. Με την Απάντηση που καταχώρησε η πλευρά της ενάγουσας απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου περί απαλλαγής του από τις υποχρεώσεις της συμφωνίας ημερ. 31/7/2015 λόγω παράβασης της από τον αντισυμβαλλόμενο αδελφό του (ΠΚ) και αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «. η ενάγουσα λέγει ότι ολοκλήρωσε και ή υλοποίησε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες σύμφωνα με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εν αντιθέσει με τον εναγόμενο που μέχρι και σήμερα αμελεί και ή αρνείται να υλοποιήσει τις ενέργειες που όφειλε με βάση τη συμφωνία παραβιάζοντας έτσι τις συμβατικές του υποχρεώσεις .και ή αν ήθελε αποδειχθεί ότι δεν ολοκλήρωσε οιανδήποτε ενέργεια με βάση τα συμφωνηθέντα αυτό δεν οφείλετε σε λόγους για τους οποίους η ευθύνη βαραίνει την ενάγουσα και ή αξιωματούχους αυτής αλλά είναι εξ΄ υπαιτιότητας του εναγομένου και ή υπό εξωγενής παράγοντες και ή καθόλου επηρεάζουν τις υποχρεώσεις του εναγόμενου . η ενάγουσα λέγει ότι καμία συμβατική της υποχρέωση παρέβηκε και αναφέρει ότι η μη υλοποίηση οιανδήποτε ενεργειών με βάση τα συμφωνηθέντα προήλθε από αμέλειες και ή παραλείψεις του εναγόμενου .». Αφού λοιπόν συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα και εκδόθηκε η προβλεπόμενη κλήση για οδηγίες με βάση την Δ.30, στα πλαίσια της οποίας οι διάδικοι προέβησαν σε εκατέρωθεν αποκάλυψη και ανταλλαγή εγγράφων και σε καταχώριση των καταλόγων και της σύνοψης της μαρτυρίας τους, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Για διάφορους όμως λόγους που καταγράφηκαν στα εκάστοτε πρακτικά, οι οποίοι αφορούσαν και στις συνέπειες που είχαν επιφέρει για κάποια περίοδο τα μέτρα που λαμβάνονταν για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού, η ακρόαση της υπόθεσης δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει μέχρι και την 1/11/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία όμως, όταν και η υπόθεση είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα σύνθεση ώστε να προγραμματιστεί η ακρόαση της, το Δικαστήριο ζήτησε, ως άλλωστε ήταν και καθήκον του, όπως καθοριστούν τα επίδικα θέματα που προέκυπταν από τα δικόγραφα και τα οποία θα απασχολούσαν κατά την ακρόαση (βλ. Ιωάννου Ευάνθη ν. Royal International Insurance Holdings Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 952). Στα πλαίσια λοιπόν της πιο πάνω διεργασίας ζητήθηκε από το Δικαστήριο όπως δοθούν διευκρινίσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι ενδέχεται τα επίδικα θέματα της αγωγής να επηρεάζονται από τα θέματα που εγείρονται σε άλλες αγωγές που φέρονται να έχουν καταχωρηθεί σε σχέση με άλλες πτυχές της συμφωνίας των δύο αδελφών ημερ. 31/07/15, οπόταν και αναφέρθηκε από πλευράς ενάγουσας ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει εφόσον με την παρούσα αγωγή η τελευταία προβάλλει και προωθεί ανεξάρτητα δικαιώματα εναντίον του εναγόμενου. Υποδείχτηκε όμως τότε από το Δικαστήριο προς αμφότερες τις πλευρές ότι σύμφωνα με την Ε/Α, η ενάγουσα παρουσιάζεται να προβάλλει και να προωθεί εναντίον του εναγόμενου δικαιώματα στη βάση της συμφωνίας της 31/07/15, στην οποία όμως φαίνεται ότι αντισυμβαλλόμενα μέρη ήταν μόνο τα δύο αδέλφια, ήτοι ο εναγόμενος και ο αδελφός του (ΠΚ), και όχι η ίδια. Υποδείχτηκαν ειδικότερα οι ρητές αναφορές που γίνονται στην Ε/Α ότι την ιδιωτική συμφωνία της 31/7/2015 ο εναγόμενος τη σύναψε, όχι με την ενάγουσα αλλά με τον αδελφό του (ΠΚ) και δη προκειμένου να «καθοριζόταν το πλαίσιο και ή ο τρόπος διευθέτησης των διαφορών τους . (και με την οποία). καθορίζονταν οι ενέργειες και οι όροι ώστε να επιλυθούν οι διαφορές των συμβαλλόμενων μερών», ότι σύμφωνα με τις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 της Ε/Α η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα συνιστούσε «εφαρμογή των συμφωνηθέντων» στις 31/07/15 και ήταν «.βάση των προνοιών της επίδικης συμφωνίας.(και).ήταν ρητός όρος της συμφωνίας .» που σύναψε με τον αδελφό του (ΠΚ) στις 31/7/2015, ότι στην παράγραφο 12 της Ε/Α αναφέρεται ότι το επίδικο ποσό «βάσει των συμφωνηθέντων θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα μέχρι τις 5/12/16» και ότι στην παράγραφο 14 αναφέρεται ότι «ο εναγόμενος μέχρι σήμερα παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα αρνείται και/ή αμελεί να καταβάλει το επίδικο ποσό προς την ενάγουσα και/ή η ενάγουσα υφίσταται ζημιά που ανέρχεται σε €142.768.», με τον όρο «συμφωνηθέντα» να εξηγείται στις προηγούμενες παραγράφους να συνιστούν τα όσα συμφωνήθηκαν στις 31/07/15 μεταξύ του εναγόμενου και του αδελφού του ΠΚ. Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο έθιξε προς τις δύο πλευρές, αλλά ιδιαίτερα προς την πλευρά της ενάγουσας, προβληματισμό ως προς το κατά πόσο το δικόγραφο της τελευταίας, δηλαδή η Ε/Α, απεκάλυπτε την ύπαρξη και προώθηση καλού και νόμιμου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου και αυτό διότι, ενώ από την Ε/Α φαίνεται ότι η ενάγουσα επικαλείται ως βάση για την αγωγή της εναντίον του εναγόμενου τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από μία συμφωνία στην οποία η ίδια δεν ήταν αντισυμβαλλόμενο μέρος, στην Κύπρο, «.με βάση την αρχή του ενοχικού δεσμού ή της συμβατικής σχέσης (privity of contract), μόνο οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση.» (βλ. ΕΛΕΝΗ ΤΣΙΑΚΚΙΡΟΥ κ.α. v. ATLANTIC INSURANCE CO LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 177/2015, 22/11/2023). Ο λόγος δε που έγινε ειδική αναφορά για το νομικό καθεστώς στην Κύπρο είναι διότι στην Αγγλία το ζήτημα έτυχε νομοθετικής εξαίρεσης το 1999 όταν και δόθηκε τότε, υπό κάποιες προϋποθέσεις, δικαίωμα σε πρόσωπα που δεν είναι αντισυμβαλλόμενα μέρη σε μια συμφωνία να επικαλεστούν παρά ταύτα τις πρόνοιες της προκειμένου να προωθήσουν και να αξιώσουν δικαστικώς δικαιώματα που θεωρούν ότι τους παρέχονται από τη συμφωνία αυτή (βλ. Contracts (Rights of Third Parties) Act 1999), Αφού λοιπόν οι δύο πλευρές ζήτησαν και έλαβαν χρόνο για να μελετήσουν το θέμα που έθιξε το Δικαστήριο, δηλώθηκε από πλευράς ενάγουσας ότι η τελευταία δεν ήταν ποτέ αντισυμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία της 31/07/15, ότι ουδέποτε υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και ουσιαστικά ότι δεν προωθεί μια τέτοια θέση. Παρά ταύτα θεωρεί, η ενάγουσα δηλαδή, ότι δικαιούται να επικαλεστεί ως βάση για την αγωγή της την υποχρέωση που η συμφωνία της 31/07/15 επέβαλε στον εναγόμενο να της πληρώσει το επίδικο ποσό και ότι κατ' εκείνη κανένα θέμα περί privity δεν τίθεται (βλ. πρακτικά 12/01/24). Στη βάση των πιο πάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι επειδή το θέμα ενδέχετο εκ της φύσης του να είναι καθοριστικό για την τύχη της αγωγής έπρεπε πλέον να εξεταστεί προδικαστικά, ήτοι προτού η υπόθεση οδηγηθεί σε πλήρη ακρόαση επί της ουσίας της, ως θέμα άλλωστε που προέκυπτε από τα δικόγραφα των διαδίκων. Ζητήθηκε επομένως από αμφότερες τις πλευρές όπως παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, με ταυτόχρονη όμως επισήμανση ότι αν από τις αγορεύσεις των συνηγόρων ήθελε διαπιστωθεί ότι για το συγκεκριμένο θέμα θα έπρεπε να προσκομισθεί και να αξιολογηθεί μαρτυρία τότε σαφέστατα αυτό θα αφήνετο να αποφασιστεί μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Αγορεύοντας λοιπόν προφορικά επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ο κ. Ζαχαρίου ανέφερε τα εξής: «Κύριε Πρόεδρε η υπόθεση παρέμεινε σήμερα για να αγορεύσουμε αν τίθεται θέμα αγώγιμου δικαιώματος από το περιεχόμενο του δικογράφου της Ε/Α. Η θέση μου είναι απλή. Δεν τίθεται θέμα privity ή παράγωγης αγωγής. Είναι μια καθαρή απαίτηση μιας εταιρείας εναντίον κάποιου χρεώστη και αυτό φαίνεται στην παράγραφο 11 της Ε/Α και εκεί είναι η βάση.Δεν έχουν σημασία τα προηγούμενα που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, τα οποία οδήγησαν το Δικαστήριο να ζητήσει αγορεύσεις. Είναι απλά το ιστορικό, μπορεί και να μην είναι σχετικά. Ανεξάρτητα του ποιοι είναι οι μέτοχοι ή οι διευθυντές της εταιρείας ο εναγόμενος χρωστά χρήματα στην εταιρεία και η εταιρεία τα ζητά. Είναι γεγονός ότι η μετοχική δομή της εταιρείας άλλαξε. Καμία σημασία. Το χρέος είναι χρέος. Θα ετίθετο θέμα παράγωγής αγωγής αν ένας μέτοχος πλειοψηφίας έλεγχε την εταιρεία και επειδή την έλεγχε δεν λάμβανε μέτρα για να εισπράξει. Εδώ δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Η εταιρεία προωθεί ένα χρέος που της οφείλεται. Ούτε θα εξεταστεί το θέμα της μετοχικής δομής. Αν όμως το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αλλαγή στο status έχει κάποια σημασία είναι θέμα μαρτυρίας για να καταλήξει το Δικαστήριο αν τίθεται θέμα privity ή παράγωγης αγωγής που δεν τίθεται. Θεωρώ το θέμα απλό και σε κάθε περίπτωση ούτε η πλευρά του εναγόμενου ήγειρε θέμα.» Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος περί «παράγωγης αγωγής» δεν προέκυπταν από τα όσα έθιξε το Δικαστήριο αλλά ενδεχομένως να αφορούσαν στα όσα λέχθηκαν κατά τις συζητήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου όντως επιτρέπεται σ' ένα διάδικο να προωθεί αγώγιμο δικαίωμα το οποίο δεν είναι προσωπικό του δικαίωμα αλλά δικαίωμα τρίτου προσώπου όπως είναι π.χ. η περίπτωση μιας παράγωγης αγωγής. Η κα Μαστίχη από την άλλη υποστήριξε μέσω γραπτής αγόρευσης ότι όντως στην προκειμένη περίπτωση αντισυμβαλλόμενοι στη συμφωνία της 31/07/15 που επικαλείται η ενάγουσα ήταν μόνο οι δύο αδελφοί, ήτοι ο εναγόμενος και ο ΠΚ και ότι ως είναι και εκ της δικογραφίας παραδεκτό, είναι από εκείνη τη συμφωνία που απορρέουν οι υποχρεώσεις του εναγόμενου που επικαλείται η ενάγουσα, οι οποίες όμως υποχρεώσεις δεν είναι προς την τελευταία που οφείλονταν αλλά προς τον ΠΚ, ο οποίος βέβαια είχε και εκείνος υποχρεώσεις απέναντι στον εναγόμενο. Παραπέμποντας λοιπόν η ευπαίδευτη συνήγορος σε σχετική νομολογία και συγγράμματα, κατέληξε στη θέση ότι η προβαλλόμενη ως επίδικη συμφωνία της 31/07/15 δεν παρέχει στην ενάγουσα βάση ή αιτία για να ενάγει η ίδια τον εναγόμενο και ως εκ τούτου ότι «.έχει διαφανεί μέσα από τη δικογραφία.πως η ενάγουσα εταιρεία δεν νομιμοποιείται (λόγω της αρχής του ενοχικού δεσμού (privity)) να εγείρει την παρούσα αγωγή κατά του εναγόμενου.». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Το συγκεκριμένο ζήτημα που έθιξε αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση, ήτοι το κατά πόσο αποκαλύπτεται μέσω της δικογραφίας να υπάρχει και να προωθείται από πλευράς ενάγουσας κάποιο καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου, εμπίπτει και στα σύμφυτα καθήκοντα και εξουσίες που έχει το Δικαστήριο να διαφυλάττει, χάριν του τελέσφορου του δικαστικού έργου του, τη διαδικασία από καταχρήσεις που πλήττουν είτε την αξιοπιστία της είτε την αποτελεσματικότητα της (βλ. Κουλέρμος Μάριος ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 και Iακωβίδης Kώστας και Άλλη ν. Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 1048) αλλά και στις εξουσίες που προβλέπονται από τη Δ.27 Θ.3: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Υπενθυμίζω συναφώς ότι σύμφωνα με τις σχετικές αρχές, όπως αυτές συνοψίζονται εύστοχα στις σελ. 575-577 του συγγράμματος Annual Practice 1958 (σελ.575-577), οι πιο πάνω εξουσίες και καθήκοντα ασκούνται με γνώμονα κυρίως τη δικογραφία («For under these rules the question before the Court is practically concluded by what appears on the pleadings»), με φειδώ και μόνο σε προφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις, όταν μεταξύ άλλων δεν αποκαλύπτεται καλή και εύλογη αιτία αγωγής αλλά και όταν η ίδια η άσκηση αγωγής τείνει προς την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. μεταξύ άλλων ΝΑΣΑΣ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/2012, 22/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A412, In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246 και MONI AYGEORGHIOU KONTOU ν. VONTITSIANOU
(1989)1 CLR 359). Δεν νοείται άλλωστε να αφήνεται μια αγωγή να συνεχίζει όταν εκ της δικογραφίας δεν παρουσιάζεται να εδράζεται σε οποιαδήποτε καλή και νόμιμη βάση αγωγής και λόγω τούτου δεν φαίνεται να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά τώρα το θέμα που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, ήτοι το κατά πόσο οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που προβάλλει η ενάγουσα εναντίον του εναγόμενου προσκρούουν σε τέτοιο βαθμό στο δόγμα του ενοχικού δεσμού ή της συμβατικής σχέσης (privity of contract) ώστε να μην μπορούν να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν καλή και νόμιμη βάση αγωγής αλλά τουναντίον ότι συνιστούν frivolous και vexatious ισχυρισμούς (επιπόλαιους και ενοχλητικούς) που τείνουν προς την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, υπενθυμίζω κατ' αρχή τον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή νομολογία έχει ανέκαθεν προσεγγίσει το συγκεκριμένο δόγμα: Kallice Holding Co. Ltd. ν. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 ΑΑΔ 946 «Οι εναγόμενοι δεν ήταν μέρη της συμφωνίας και δεν μπορεί να αντλήσουν οποιαδήποτε δικαιώματα από αυτή. Ελλείπει ο ενοχικός δεσμός (privity of contract) - (βλ. Chitty on Contract, Twenty-Seventh Edition, Vol. I, Chapter 18).» Ανδρέα Πίριλλου ν. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 ΑΑΔ 1153 «.Τούτο γιατί σύμφωνα με το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract) ένας που δεν είναι μέρος της συμφωνίας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή επί της συμφωνίας. Ωστόσο στη διάρκεια της εφαρμογής του δόγματος έχουν γίνει πολλές απόπειρες παράκαμψης του. Επίσης το δόγμα αυτό υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση είναι εκείνη της αρχής του εξ επαγωγής εμπιστεύματος η οποία είναι αρχή του δικαίου της επιεικείας.» Eurogal Surveys Ltd ν. D Trade International Ltd
(2014)1 ΑΑΔ 2258 «.η αρχή της δημιουργίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων («privity of contract»), υπόκειται σε εξαιρέσεις και μια κλασσική εξαίρεση είναι η συνομολόγηση συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου («agency»)..Όπως αναφέρεται και εξηγείται στο σύγγραμμα των Koffman & Macdonald: The Law of Contract, 6η έκδ., σελ. 498-499, παρ. 18.43-18.47, η συνομολόγηση σύμβασης με τη μεσολάβηση αντιπροσώπου είναι μια από τις μεθόδους περιορισμού της αρχής του «privity of contract». Επομένως είναι πολύ διαφορετικός ο ισχυρισμός της άμεσης και απευθείας σύνδεσης των διαδίκων με συμφωνία και πολύ διαφορετική η σύναψη συμφωνίας μέσω αντιπροσώπου, εφόσον βέβαια αυτό αποδεικνύεται. Και ακριβώς στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Cheeseline Ltd v. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 951, ECLI:CY:AD:2014:A319, υπομνήσθηκε τόσο προς τους διαδίκους, όσο και προς τα Δικαστήρια, η «απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων.».. Έχοντας υπόψη την όλη δομή της υπόθεσης και τη δοθείσα μαρτυρία πρωτοδίκως, η οποία έχει εξεταστεί ενδελεχώς κρίνεται λανθασμένη η προσέγγιση του Δικαστηρίου. Αφενός ανεπίτρεπτα αφέθηκε να δοθεί μαρτυρία εκτός δικογραφημένων ισχυρισμών με βασικό βεβαίως άξονα τη συνομολόγηση απευθείας συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Αλλά και αφετέρου η συνακόλουθη αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν λανθασμένη, εμφανώς επηρεασθείσα από την εκτροπή που έλαβε η όλη εκδίκαση της υπόθεσης. ΜΙΧΑΗΛ Α. ΤΑΛΙΑΣ κ.α. ν. LEFKARITIS OILS LIMITED κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 22/2017, 8/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B395 «.Το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στα πλαίσια της αγωγής 519/2008 εξέδωσε, μεταξύ άλλων θεραπειών, διάταγμα διατάττον τους εναγόμενους όπως παραδώσουν στους ενάγοντες ελεύθερη την κατοχή τριών οικοπέδων ιδιοκτησίας των εναγόντων και διάταγμα επαναφοράς τους στην προτέρα τους κατάσταση. Οι εναγόμενοι 2 στην εν λόγω αγωγή καταχώρισαν έφεση εναντίον της παραπάνω απόφασης, της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί (Πολιτική Έφεση Αρ. 129/2015). Με την παρούσα αίτηση, που καταχωρίστηκε δύο και πλέον χρόνια μετά την εν λόγω έφεση, οι αιτητές, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη διαδικασία, ζητούν άδεια για να καταχωρίσουν κι αυτοί έφεση εναντίον της ίδιας απόφασης, επικαλούμενοι ότι έλαβαν άδεια χρήσης από τους εναγόμενους ενός πρατηρίου πετρελαιοειδών το οποίο ανεγέρθηκε στα εν λόγω οικόπεδα...κατ΄επέκταση των νομολογηθέντων στην υπόθεση Riza, δεν παύει να αφορά μια συμφωνία στην οποία οι αιτητές δεν ήταν μέρος, τη συμφωνία μεταξύ εναγομένων ως ενοικιαστών και εναγόντων ως ιδιοκτητών. Η επίκληση δικαιωμάτων από τη συμφωνία εκείνη, από πλευράς ουσιαστικού δικαίου και συνεπακόλουθα από πλευράς δικονομικού δικαίου το εγχείρημα παρέμβασης σε απόφαση που αφορά τη συμφωνία εκείνη, θα προσέκρουε στην αρχή ότι από μια σύμβαση δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων (privity of contact)... τα τυχόν δικαιώματα όμως των αιτητών που ενδέχεται να απορρέουν μέσα από τη δική τους σχέση με τους εναγόμενους, δεν αφορούν, για το λόγο που εξηγήσαμε, την υπό εκδίκαση έφεση στην οποία ζητούν παρέμβαση. Η έφεση, όπως και η αγωγή πρωτοδίκως, αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από μια άλλη συμφωνία στην οποία οι ίδιοι ήταν και παραμένουν τρίτοι. Συνεπώς, δεν μπορούν δικονομικά να έχουν αυτοτελή λόγο ώστε να τους επιτραπεί να τον προωθήσουν με δική τους ξεχωριστή έφεση.» KARALLIS ENTERPRISES (CYPRUS) LTD v. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΕΡΕΝΤΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/2014, 8/7/2022 «.Ο Εφεσίβλητος υπήρξε ο Ενάγων στην Αγωγή αρ. 862/10 την οποία είχε καταχωρίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας-Αμμοχώστου εναντίον της αδελφής του. (Εναγόμενης 1) και εναντίον της Εφεσείουσας Εταιρείας (Εναγόμενης 2).... Κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, ήταν ηλίου φαεινότερο πως ο Εφεσίβλητος αντλούσε τα κατ΄ ισχυρισμόν δικαιώματα του από το Δωρητήριο Έγγραφο ημερ. 2.1.1985, το οποίο υπεγράφη όχι από τον ίδιο, αλλά από τη μητέρα του .και από την αδελφή του.(η οποία, ως ελέχθη, ήταν η Εναγόμενη 1)...Ο Εφεσίβλητος/Ενάγων ουδέποτε ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην συμφωνία δωρεάς.Να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας δωρεάς, αυτός ο οποίος θα παρέβαινε τους όρους αυτής, θα υπόκειτο «. εις πληρωμήν νομίμων αποζημιώσεων προς το έτερον συμβαλλόμενον μέρος», και όχι προς τον Εφεσίβλητο/Ενάγοντα, αδελφό της Δικαιοδόχου. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης μας, δεν χρειάζεται να εξετάσουμε αν εδώ θα μπορούσε να παρακαμφθεί το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract), κάτι που δεν ηγέρθη και δεν εξετάστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. VIAMAX GROUP LTD v. PANTELIDES BROS CONSTRUCTIONS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 60/2018, 22/9/2023 «. Η απαίτηση πρωτόδικα οροθετήθηκε από την εφεσίβλητη ως μια απλή, ξεκάθαρη και καθ' όλα νόμιμη ενοικίαση δικού της υποστατικού προς την εφεσείουσα, έναντι συμπεφωνημένου μηνιαίου ενοικίου (€12.000) και για καθορισμένη χρονική περίοδο (από 1.5.2011 μέχρι 30.4.2014). η γη επί της οποίας ανεγέρθηκε το υπό ενοικίαση υποστατικό είναι κρατική. Το ακίνητο εκμισθώθηκε αρχικά στην εταιρεία Viamax Ltd που στη συνέχεια έγινε Viamax Coach Industry Ltd. Ακολούθως, κατόπιν πλειστηριασμού, η Viamax αντικαταστάθηκε από την εφεσίβλητη (σχετικό το πιστοποιητικό εγγραφής μίσθωσης ημερ. 6.5.2011 - τεκμήριο 1 της πρωτόδικης διαδικασίας).ο Γενικός Εισαγγελέας ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας κλήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο για να εκφράσει τις θέσεις του. δεν ζήτησε να προστεθεί ως διάδικος στην πρωτόδικη διαδικασία, ούτε και έθεσε ζήτημα παράβασης της αρχικής σύμβασης μίσθωσης (τεκμήριο 5) είτε στην πρωτόδικη διαδικασία είτε, εξ όσων γνωρίζουμε, με την υποβολή άλλου διαβήματος.Είναι γεγονός ότι ο όρος 5 χνιι (α) και (β) της εν λόγω σύμβασης δεν επιτρέπει την υπενοικίαση, παρά μόνο με τη γραπτή άδεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πέραν του ότι η πρόνοια αυτή δεν σημειώνεται επί του τεκμηρίου 1 (πιστοποιητικό εγγραφής της μίσθωσης), επί της ουσίας της, δεν απαλλάσσει την εφεσείουσα των συμβατικών της υποχρεώσεων. Η εφεσείουσα δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης (τεκμήριο 5). Συνεπώς, βάσει του δόγματος της Συμβατικής Σχέσης «Privity of Contract» δεν έλκει δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) από τους επί μέρους όρους της σύμβασης αυτής. Παράλληλα, δεν υπάρχει η εισηγούμενη ή οποιαδήποτε αλληλοεπίδραση μεταξύ των τεκμηρίων 2 και
- Η κάθε σύμβαση έχει το δικό της ξεχωριστό αντικείμενο και αφορά και δεσμεύει τα δικά της συμβαλλόμενα μέρη και μόνον.» Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, υπενθυμίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, σύμφωνα με την λιτή αλλά σαφή Ε/Α της, αξιώνει από τον εναγόμενο ποσό περί τις €143.000 διότι: «. Ο εναγόμενος μαζί τον αδελφό του Π.Κ. στα πλαίσια επίλυσης των μεταξύ τους διαφορών συνήψαν συνήψαν συμφωνία ημερ. 31/7/15 με την οποία μεταξύ άλλων καθοριζόταν το πλαίσιο και/ή ο τρόπος διευθέτησης των διαφορών τους. Ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν ελέγξει τους εξελεγμένους λογαριασμούς και τις οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας για την περίοδο μέχρι την 31/12/14 και συμφώνησαν ότι αυτοί ήταν ορθοί και αναμφισβήτητοι..τα εν λόγω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν και αποδέχτηκαν ως ορθούς και αναμφισβήτητους και τους μη εξελεγμένους λογαριασμούς της ενάγουσας για την περίοδο από 1/1/15 μέχρι 30/6/
- Μετά την υπογραφή της ώς άνω συμφωνίας και/ή τα πλαίσια αυτής καταρτίστηκαν 2 Πακέτα (Πακέτο 1 και Πακέτο 2) όπου καθορίζονταν οι ενέργειες και οι όροι ώστε να επιλυθούν οι διαφορές των συμβαλλόμενων μερών..Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στα όσα ανάφεραν τα εν λόγω Πακέτα και προχώρησαν στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Βάση των προνοιών της επίδικης συμφωνίας και των Πακέτων, ο εναγόμενος θα έπρεπε να μεταβιβάσει τις μετοχές της ενάγουσας που κατείχε, στο όνομα του αδερφού του ΠΚ.ήταν ρητός όρος της συμφωνίας και/ή των πακέτων ότι τα οποιαδήποτε χρεωστικά ή πιστωτικά υπόλοιπα των διευθυντών και/ή των μετόχων της ενάγουσας που υπήρχαν σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις 31/12/14 θα έπρεπε να διευθετηθούν εντός 8 μηνών από την μεταβίβαση των μετοχών. Ο εναγόμενος βάσει των εξελεγμένων λογαριασμών της περιόδου μέχρι 31/12/2014 χρωστούσε και/ή όφειλε και χρωστεί και/ή οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €142.
- Το εν λόγω ποσό βασει των συμφωνηθέντων θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα μέχρι τις 5/12/16 πλήν όμως ο εναγόμενος δεν το έπραξε. Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα αρνείται και/ή αμελεί να καταβάλει το επίδικο ποσό προς την ενάγουσα και/ή η ενάγουσα υφίσταται ζημιά που ανέρχεται σε €142.768.» Είναι νομίζω - και ας μου επιτραπεί η χρήση της φράσης από την KARALLIS ανωτέρω - ηλίου φαεινότερο πως στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα παρουσιάζεται ν' αντλεί τα κατ' ισχυρισμόν δικαιώματα της εναντίον του εναγόμενου από τη συμφωνία της 31/07/15, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει και ως την «επίδικη συμφωνία», στην οποία όμως η ίδια δεν ήταν ποτέ συμβαλλόμενο μέρος αφού επρόκειτο για συμφωνία που έγινε και υπογράφτηκε αποκλειστικά μεταξύ του εναγόμενου και του αδελφού του (ΠΚ) και δη ώστε να καθοριστεί το «πλαίσιο και/ή ο τρόπος διευθέτησης των διαφορών τους» και να «επιλυθούν οι διαφορές των συμβαλλόμενων μερών». Όπως όμως πρόσφατα αναφέρθηκε ρητά από το Ανώτατο Δικαστήριο, «.με βάση την αρχή του ενοχικού δεσμού ή της συμβατικής σχέσης (privity of contract), μόνο οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση.» (βλ. ΕΛΕΝΗ ΤΣΙΑΚΚΙΡΟΥ ανωτέρω). Δεν έχει βεβαίως διαφύγει της προσοχής μου ότι η ενάγουσα παρουσιάζεται να προβάλλει και τη θέση ότι ο εναγόμενος της όφειλε τα εν λόγω ποσά. Η θέση όμως αυτή, η οποία προβάλλεται στην παρ.11 της Ε/Α, δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα από το υπόλοιπο δικόγραφο ως ήταν η θέση του κ. Ζαχαρίου. Αυτό όχι μόνο διότι δεν τίθεται θέμα αποσύνδεσης του ισχυρισμού της παρ.11 από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς ώστε κατ' επιλογή της ενάγουσας να αποτελέσει από μόνος του ξεχωριστή βάση αγωγής (σ.Δ. οι ισχυρισμοί που κατά τον κ. Ζαχαρίου ενδεχομένως να είναι άσχετοι στην ουσία καταλαμβάνουν όλο σχεδόν το δικόγραφο) αλλά και διότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις αμέσως προηγούμενες αλλά και στην αμέσως επόμενη παράγραφο (παρ.9,10 και 12) σε σχέση με τα «συμφωνηθέντα» στις 31/07/15 μεταξύ του εναγόμενου και του αδελφού του (ΠΚ), ήτοι των «συμβαλλομένων μερών» της «επίδικης συμφωνίας», αναφέρουν ρητά ότι η υποχρέωση του εναγόμενου να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό στην ενάγουσα συνιστούσε «ρητό όρο της συμφωνίας (31/07/15) και/ή των πακέτων.» καθώς και ότι η υποχρέωση αυτή θεωρείτο ανεκπλήρωτη διότι «το εν λόγω ποσό βάσει των συμφωνηθέντων θα έπρεπε να καταβληθεί στην ενάγουσα μέχρι τις 5/12/16 πλην όμως ο εναγόμενος δεν το έπραξε». Ούτε όμως και έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι στις διάφορες διαζευκτικές βάσεις που προβάλλονται στην παρ.14 της Ε/Α αγωγής γίνεται αναφορά και σε κατ' ισχυρισμό «δάνειο». Η αναφορά όμως αυτή ούτε εξειδικεύεται στην Ε/Α ως προς το πώς είναι που προκύπτει - δεν γίνεται καμία αναφορά στην Ε/Α σε ξεχωριστή συμφωνία δανείου ή στους όρους μιας τέτοιας ξεχωριστής συμφωνίας ή έστω στις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε ένα τέτοιο δάνειο - αλλά ούτε και συνδέεται ή συνάδει με τους υπόλοιπους δικογραφημένους ισχυρισμούς, εκτός βέβαια αν συνδέεται ή συνάδει με την άλλη προβαλλόμενη βάση της «παράβασης συμφωνίας», η οποία όμως και πάλι αφορά στη συμφωνία της 31/07/
- Με άλλα λόγια, από την Ε/Α της ίδιας της ενάγουσας είναι ξεκάθαρο ότι τόσο η κατ' ισχυρισμό υποχρέωση καταβολής του επίδικου ποσού των €142.768 όσο και η κατ' ισχυρισμό ενεργοποίηση της υποχρέωσης αυτής, συνιστούν θέματα που προβάλλονται ν' απορρέουν και να προκύπτουν από τη συμφωνία της 31/07/15 και αυτό επιβεβαιώνεται και από τον ισχυρισμό - «επιστέγασμα» που προβάλλεται στην παρ.14 της Ε/Α ως προς το ότι «.Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα παραβιάζοντας τα συμφωνηθέντα αρνείται και/ή αμελεί να καταβάλει το επίδικο ποσό προς την ενάγουσα και/ή η ενάγουσα υφίσταται ζημιά που ανέρχεται σε €142.768.». Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι με το δικόγραφο της Απάντησης η ενάγουσα προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς περί εκπλήρωσης από μέρους της κάποιων συμβατικών υποχρεώσεων απέναντι στον εναγόμενο και αυτό σε απάντηση των ισχυρισμών του τελευταίου ότι εκείνος είχε απαλλαχτεί από τις υποχρεώσεις που του επέβαλλε η συμφωνία της 31/07/15 διότι ο εκεί αντισυμβαλλόμενος αδελφός του δεν είχε εκπληρώσει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί στο δικόγραφο της Απάντησης, πέραν του ότι δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς της Ε/Α δεν μπορούν ούτε να θεωρηθούν ως συνιστώντες μια «νεα» βάση αγωγής, αφού «Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης» (βλ. Eurogal Surveys Ltd ανωτέρω, και ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD κ.α. v. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 238/2014, 255/2014, 20/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:A489). Καμία λοιπόν αμφιβολία δεν υπάρχει θεωρώ ως προς το ποια πραγματικά είναι η βάση επί της οποίας δικογράφησε και προωθεί η ενάγουσα την παρούσα αγωγή της, ήτοι τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ του εναγόμενου και του αδελφού του (ΠΚ) δυνάμει της συμφωνίας που αποκλειστικά οι δύο τους σύναψαν στις 31/07/15 και στην οποία συμφωνία η ίδια δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Και σίγουρα, με γνώμονα ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι άκρως σημαντικό να φαίνεται ξεκάθαρα από τα δικόγραφα κατά πόσο προβάλλεται κάποια εξαίρεση στο δόγμα του privity, η «απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων» δεν θα επέτρεπε στην ενάγουσα να παρουσιάσει μαρτυρία που θα είχε ως βασικό άξονα κάτι το διαφορετικό από αυτό που παρουσίασε με την Ε/Α της και στη βάση του οποίου η Υπεράσπιση συνέταξε το δικό της δικόγραφο (βλ. Eurogal Surveys Ltd ανωτέρω). Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω και υπενθυμίζοντας την αρχή που αναφέρεται στο Annual Practice ανωτέρω ως προς το ότι «For under these rules the question before the Court is practically concluded by what appears on the pleadings», κρίνω ότι η παρούσα αγωγή δεν δύναται να αφεθεί να προχωρήσει περαιτέρω εφόσον οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που προβάλλει η ενάγουσα εναντίον του εναγόμενου δεν μπορούν, λόγω του δόγματος του ενοχικού δεσμού και της συμβατικής σχέσης (privity of contract) να θεωρηθούν ότι αποκαλύπτουν καλή και νόμιμη βάση αγωγής. Τουναντίον, οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται υπό τις περιστάσεις να είναι σε τέτοιο βαθμό επιπόλαιοι και ενοχλητικοί (frivolous και vexatious) που τείνουν προς την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αγωγή θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί για τους λόγους αυτούς από αυτό το στάδιο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα εξής. Κατά τις εμφανίσεις των συνηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου συζητήθηκε μεταξύ άλλων το κατά πόσο θα έπρεπε ο αδελφός του εναγόμενου να συμπεριληφθεί ως διάδικος στην παρούσα αγωγή, είτε ως ενάγοντας είτε ως εναγόμενος, εφόσον αυτός είναι ο άλλος αντισυμβαλλόμενος στην συμφωνία της 31/07/
- Τελικά όμως ούτε η πλευρά της ενάγουσας αλλά ούτε και η πλευρά του εναγόμενου επεδίωξαν να υποβάλουν οποιοδήποτε σχετικό αίτημα και προτίμησαν να επιμείνουν στις ήδη προβληθείσες θέσεις τους στις οποίες έκαμα αναφορά πιο πάνω. Δεν τίθεται επομένως θέμα να μπορεί να διασωθεί η αγωγή με την έκδοση οποιασδήποτε σχετικής διαταγής σε σχέση με τον αδελφό του εναγόμενου και αν και το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω, θα αναφέρω απλά ότι ακόμη και να τίθετο προς εξέταση ένα τέτοιο ζήτημα, δεν θα μπορούσε να αγνοηθούν τα εκ πρώτης όψεως εμπόδια που υπάρχουν, ήτοι η ενδεχόμενη αναγκαιότητα προσθήκης νέας αιτίας αγωγής, το καθυστερημένο στάδιο της υπόθεσης και η ενδεχόμενη παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ΠΚ εναντίον του εναγόμενου αδελφού του (η συμβατική παράβαση προβάλλεται να έγινε πριν από 7 και πλέον χρόνια (05/12/16) (βλ. ΕΛΕΝΗ ΤΣΙΑΚΚΙΡΟΥ ανωτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται από αυτό το στάδιο. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, εφόσον το συγκεκριμένο θέμα δεν απασχόλησε ποτέ τις δύο πλευρές μέχρι που το έθιξε το Δικαστήριο την 01/11/23, τα έξοδα αυτά επιδικάζονται μεν υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως περιορισμένα στα έξοδα που αφορούν στη σύνταξη και καταχώρηση της υπεράσπισης καθώς και στις εμφανίσεις που πραγματοποιήθηκαν από την 01/11/23 και εντεύθεν και από αυτά θα αφαιρεθούν όσα έξοδα έχουν από την καταχώρηση της αγωγής και μέχρι σήμερα ρητά επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ώστε οι διαταγές εκείνες να θεωρούνται ως εξοφληθείσες. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο