← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΑΥΓΟΡΙΤΟΥ ν. Σπύρος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1865/13, 30/5/2024

ΜΑΡΙΑ ΑΥΓΟΡΙΤΟΥ ν. Σπύρος Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1865/13, 30/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1865/13 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΑΥΓΟΡΙΤΟΥ εκ Λάρνακας, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Χρήστου Αυγορίτου τέως από την Αραδίππου στα πλαίσια της αίτησης 301/08 Ε. Δ. Λάρνακας Ενάγουσα -και-

  1. Σπύρος Δημητρίου εκ Λάρνακας
  2. Παναγιώτας Δημητρίου εκ Λάρνακας (Αμφότεροι ως διαχειριστές της περιουσίας του Δημήτρη Δημητρίου Α.Τ. [ ] τέως από την Ορόκλινη Λάρνακας στα πλαίσια της αίτησης 291/12 Ε. Δ. Λάρνακας Εναγόμενοι ----------------------------------------- Ενδιάμεση αίτηση ενάγουσας ημερ. 16/05/2023 για εκποίηση ΜΕΜΟ Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2024 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Χ. Σ. Χριστοφόρου για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ Για εναγόμενους- καθ' ων η αίτηση: κα Α.Κ. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση είχα την ευκαιρία να το συνοψίσω μερικώς στις 31/01/24 στα πλαίσια ενδιάμεσης απόφασης που εξέδωσα σε σχέση με αίτηση που είχαν καταχωρίσει οι εναγόμενοι διαχειριστές για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση τις 31/01/
  3. «Την 30/01/23, αδελφή Δικαστής ενώπιον της οποίας διεξήχθη η ακρόαση της πιο πάνω αναφερόμενης αγωγής, έκρινε, για τους λόγους που κατέγραψε στην αιτιολογημένη απόφαση της, ότι η περιουσία του αποβιώσαντα που εκπροσωπεί η ενάγουσα, δικαιούτο σε απόφαση εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντα που εκπροσωπούν οι δύο εναγόμενοι, οπόταν και εξέδωσε απόφαση υπέρ της πρώτης και εναντίον της δεύτερης για το ποσό των USD 115.792.78 ή το ισόποσο σε ευρώ κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (24/05/13), πλέον τόκους από τότε, πλέον τα έξοδα της αγωγής, τα οποία αργότερα υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν στο ποσό των €30.272,50 πλέον τόκο και ΦΠΑ επί ποσού €29.
  4. Στις 10/03/23 οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης προβάλλοντας 3 συνολικά λόγους έφεσης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι το Δικαστήριο δέχτηκε κατά την ακρόαση να κατατεθεί παράνομη μαρτυρία καθώς και μαρτυρία άγνωστης, αδιευκρίνιστης και αβέβαιης προέλευσης, τη θέση ότι το Δικαστήριο προέβη σε πλημμελή και εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη θέση ότι το Δικαστήριο προσέγγισε εσφαλμένα τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από τους εμπειρογνώμονες που κατέθεσαν κατά την ακρόαση (βλ. Τεκ. 1 στην αίτηση). Στις 16/05/23, δηλαδή 2 μήνες μετά που καταχωρήθηκε η έφεση των εναγομένων, η πλευρά της ενάγουσας, η οποία εν τω μεταξύ προχώρησε με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνση επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της εναγόμενης περιουσίας (ΜΕΜΟ), καταχώρησε αίτηση στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση διατάγματος εκποίησης του ΜΕΜΟ και πώλησης της επιβαρυμένης περιουσίας με σκοπό την ικανοποίηση της απόφασης της 30/01/
  5. Η αίτηση αυτή δεν έχει ακόμη εκδικαστεί. Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης, η πλευρά των εναγομένων προχώρησε στις 27/07/23 με την καταχώρηση ένστασης στην αίτηση της ενάγουσας καθώς επίσης και με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία ζητά, στη βάση των προνοιών της Δ.35, Δ.39 και Δ.40, του αρ.47 Ν.14/60 και του αρ.23Σ, την αναστολή εκτέλεσης της εναντίον της απόφασης της 31/01/23, περιλαμβανομένου και του διατακτικού των εξόδων, μέχρι εκδίκασης της έφεσης τους.» Στα πιο πάνω προσθέτω ότι με την απόφαση της 31/01/24 είχε διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της τελικής απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της εναγόμενης περιουσίας υπό τους εξής όρους: «Α. Εντός 30 ημερών από σήμερα, η πλευρά των εναγομένων ή οι δικηγόροι τους θα καταβάλουν στην πλευρά της ενάγουσας ή στους δικηγόρους της, το εναπομέιναν ποσό των επιδικασθέντων με την απόφαση της 30/01/2023 εξόδων, με παράλληλη ανάληψη γραπτής υποχρέωσης εκ μέρους της πλευράς της ενάγουσας ή των δικηγόρων της (αναλόγως του ποιος θα λάβει το ποσό) για επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού προς τους εναγόμενους ή τους δικηγόρους τους σε περίπτωση που ήθελε πετύχει η έφεση των εναγομένων και ανατραπεί η διαταγή της 30/01/23 σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής. Η ανάληψη αυτής της υποχρέωσης θα λάβει τη μορφή επιστολής που θα κατατεθεί στο φάκελο της υπόθεσης και θα κοινοποιηθεί στους δικηγόρους των εναγομένων (βλ. Καξίσιη και Λουγκρίδη ανωτέρω). Β. Νοουμένου ότι η πλευρά των εναγομένων θα συμμορφωθεί με το Α ανωτέρω, η διαταχθείσα αναστολή θα συνεχίσει να ισχύει για όσο καιρό διατάσσεται να ισχύει, αν εντός 45 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας των 30 ημερών που αναφέρεται στο Α ανωτέρω, η πλευρά των εναγομένων εφοδιάσει την πλευρά της ενάγουσας με τραπεζική εγγύηση για το ποσό των €100.000 προς κάλυψη του εξ' αποφάσεως χρέους και των τόκων, η οποία θα ισχύει μέχρι αποπεράτωσης της καταχωρηθείσας έφεσης και θα ανανεώνεται με έξοδα των εναγομένων και της οποίας αντίγραφο θα τοποθετηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου.» Σημειώνω εδώ ότι για την παρούσα αίτηση, η οποία αφορά σε λήψη μέτρων εκτέλεσης απόφασης και η οποία είχε καταχωρηθεί πριν από την αίτηση των εναγομένων για αναστολή εκτέλεσης, είχαν δοθεί οδηγίες όπως παραμείνει για εξέταση μετά την προθεσμία που τάχθηκε προς ικανοποίηση των όρων αναστολής ούτως ώστε να εξεταστεί κατά πόσο η εναγόμενη περιουσία θα εκπλήρωνε τους όρους αυτούς και θα ενεργοποιούσε τη διαταχθείσα αναστολή. Ως είναι όμως κοινώς αποδεκτό, η εναγόμενη περιουσία τελικά δεν ικανοποίησε τους όρους αναστολής οπόταν και το Δικαστήριο προχώρησε με την εκδίκαση της παρούσας αίτησης η οποία εδράζεται στις πρόνοιες των άρθρων 22-28, 53-59 Κεφ. 6 και Δ.42 και η οποία αποσκοπεί στην πώληση συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του αποβιώσαντα εναγόμενου και έχει επιβαρυνθεί με την τελική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στις 31/1/2023 (ΜΕΜΟ) ώστε το εξ΄ αποφάσεως χρέος του τελευταίου να ικανοποιηθεί. Σύμφωνα με την Ε/Δ της διαχειρίστριας της ενάγουσας περιουσίας που υποστηρίζει την αίτηση, η απόφαση που εκδόθηκε στις 30/01/23 υπέρ της ενάγουσας περιουσίας και εναντίον της εναγόμενης περιουσίας είχε εγγραφεί στο Κτηματολόγιο στις 02/03/23 για σκοπούς εκτέλεσης ως επιβάρυνση (ΜΕΜΟ) επί διάφορων ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του αποβιώσαντα εναγόμενου. Συγκεκριμένα, και σύμφωνα με τα σχετικά μητρώα του Κτηματολογίου (Τεκ. 2 και Τεκ.3), το ΜΕΜΟ που ενέγραψε η ενάγουσα περιουσία υπ΄ αριθμό ΕΒ384/23 καλύπτει πέντε συνολικά ακίνητα του αποβιώσαντα εναγόμενου, εκ των οποίων δυο είναι χωράφια στην Αραδίππου (5630τ.μ. και 6548τ.μ. αντίστοιχα), ένα είναι γραφείο στη Βορόκλινη (162τ.μ.), ένα είναι οικόπεδο περί τα 670τ.μ. στην Αραδίππου και ένα είναι οικόπεδο 570τ.μ. με διώροφη κατοικία στη Βορόκλινη. Σημειώνεται εδώ ότι η παρούσα αίτηση αναφέρεται ρητά ότι περιορίζεται στην εκποίηση μόνο των πρώτων τριών ακινήτων του αποβιώσαντα εναγόμενου, δηλαδή στα δυο χωράφια στην Αραδίππου και στο γραφείο στη Βορόκλινη ενώ κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η αιτήτρια περιόρισε περαιτέρω το αίτημα της στο ένα χωράφι στην Αραδίππου (Α(β)) και στο γραφείο στην Βορόκλινη (Α(γ)). . Είναι λοιπόν η θέση της ομνύουσας στην αίτηση ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα είναι αφ' ενός διότι μέχρι τις 16/05/23 είχαν καταβληθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους μόνο €16.000 από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα εναγόμενου και αφ' ετέρου διότι η περιουσία του τελευταίου δεν διαθέτει οποιαδήποτε άλλη περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση του χρέους. Ειδικότερα, η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι « . ο εναγόμενος . ο οποίος έχει αποβιώσει και ο οποίος είναι θείος μου . αδελφός της μητέρας μου ως γνωρίζω πάρα πολύ καλά δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή περιουσία η οποία μπορεί να κατασχεθεί και εκποιηθεί για την ικανοποίηση του εξ΄ αποφάσεως χρέους ή μέρος τούτου . δεν καθίστατο ανάγκη καταχωρήσεως εντάλματος για εκποίηση της κινητής περιουσίας του πριν την καταχώρηση της παρούσας.» Σημειώνω τέλος ότι στην αίτηση, πέραν των πιστοποιητικών του Κτηματολογίου στα οποία καταγράφεται η περιουσία του αποβιώσαντα που επιδιώκεται να πωληθεί, ο αριθμός εγγραφής της, η τοποθεσία της, το είδος της, η έκταση της και τα τυχόν συμφέροντα που έχουν τρίτα πρόσωπα επί αυτής, επισυνάπτονται ως τεκμήρια και το αντίγραφο της απόφασης τις 31/01/23 και (Τεκ.1), και αντίγραφο της ειδοποίησης πολιτικής έφεσης που καταχώρισαν οι εναγόμενοι με αριθμό 64/23 (Τεκ.4) αλλά και η απόδειξη για την πληρωμή από τον διαχειριστή της περιουσίας του εναγόμενου αποβιώσαντα του συνολικού ποσού των €16.000 έναντι του εξ΄ αποφάσεως χρέους (Τεκ.5). Η αίτηση επιδόθηκε τόσο στους εναγόμενους διαχειριστές όσο και στα πρόσωπα που σύμφωνα με τα μητρώα του Κτηματολογίου αλλά και την γραπτή ενημέρωση που το τελευταίο κατέθεσε στο φάκελο της υπόθεσης στις 19/06/2023, είχαν εγγράψει συμφέροντα επί όλων των ακινήτων του αποβιώσαντα εναγόμενου, περιλαμβανομένου και αυτών που επιδιώκονται σήμερα να πωληθούν. Τα τρίτα αυτά πρόσωπα είναι η THEMIS PORTOFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED (ημερ. επίδοσης 22/05/2023), ο Έφορος Φορολογίας (ημερ. επίδοσης 19/05/2023) και η ΚΕΔΙΠΕΣ (ημερ. επίδοσης 19/05/2023) - ( βλ. σχετικές Ε/Δ επίδοσης που βρίσκονται στο φάκελο). Από αυτούς στη διαδικασία εμφανίστηκαν μόνο ο Έφορος Φορολογίας και η ΚΕΔΙΠΕΣ, οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να προβάλουν οποιαδήποτε ένσταση στην αίτηση και παρόμοια ήταν και η θέση που εξέφρασε γραπτώς το Κτηματολόγιο στις 19/06/
  6. Ένσταση στην αίτηση τελικά καταχώρισε μόνο η εναγόμενη περιουσία, η οποία μές των διαχειριστών της πρόβαλε 6 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κύριοι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι παράτυπη και ή αντίθετη με τις ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις του νόμου, δεν περιλαμβάνει περιγραφή των επίδικων ακινήτων, είναι καταχρηστική και πρόωρη και τέλος ότι τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει δυσανάλογη οικονομική ζημιά και θα παραβιάσει τα δικαιώματα της εναγόμενης περιουσίας. Η Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης, κάνοντας όμως ειδική αναφορά στην θέση ότι ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί ανυπαρξίας κινητής περιουσίας της εναγόμενης περιουσίας είναι γενικός και αόριστος, στη θέση ότι εφόσον ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της περιουσίας έχει αποβιώσει η αιτήτρια θα έπρεπε να περιμένει να μεταβιβαστούν τα ακίνητα στους κληρονόμους του και στη θέση ότι στην αίτηση θα έπρεπε να αναφέρονται λεπτομέρειες για την περιουσία και την οικογένεια του αποβιώσαντος καθώς επίσης και το τι είναι αναγκαίο για τη συντήρηση τους. Σημειώνω εδώ ότι με την ένσταση προβάλλεται επίσης και θέση σε σχέση με το γεγονός της καταχώρησης αίτησης για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 31/3/2023 όμως ενόψει του ότι η αίτηση εκείνη έχει ήδη εκδικαστεί και αποφασιστεί, τα όσα σχετικά προβάλλονται με την ένσταση δεν θα με απασχολήσουν. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από αμφότερους τους ευπαίδευτους συνηγόρους αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση αφορά σε αίτημα για πώληση ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα εναγόμενου στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και υπέρ της ενάγουσας περιουσίας στην πιο πάνω αγωγή στις 31/01/
  7. Η εξουσία για έγκριση του αιτούμενου μέτρου προκύπτει κυρίως από τα αρ. 22-28, 53-59 του Μέρους V του Κεφ.6 και τη Δ.42 Θ.1-
  8. Ένεκα της δραστικότητας του υπό κρίση μέτρου, η νομολογία έχει υιοθετήσει αυστηρή προσέγγιση στην ικανοποίηση του. Άλλωστε, όπως και η ίδια η νομοθεσία επιβάλλει, «κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους... επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία» (βλ. αρ. 22 Κεφ.6). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκόνα)

(2010)1 Α.Α.Δ. 1844 είναι άκρως διαφωτιστικό ως προς την επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης και όλων των προϋποθέσεων που επιβάλλει η Δ.42: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής, η οποία απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα, έκαμε αναφορά στη Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρατήρησε ότι στην αίτηση δεν είχε επισυναφθεί ούτε επίσημο αντίγραφο της απόφασης, ούτε και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία που επρόκειτο να πωληθεί ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, δηλαδή της εφεσίβλητης. Επιπρόσθετα, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι στην αίτηση δεν αναφερόταν και η έκταση της περιουσίας που επρόκειτο να πωληθεί. Έκρινε, συναφώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι από το λεκτικό της Δ.42, θ.1 προέκυπτε ότι οι πρόνοιες της είναι επιτακτικές, λαμβανομένης υπόψη της λέξης «shall» στη Δ.42, θ.1, η οποία ερμηνεύτηκε από τη νομολογία ως επιτακτική. Στη Δ.42, θ.1 πράγματι αναγράφεται ότι σε κάθε αίτηση, σύμφωνα με το Μέρος 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για την πώληση ακίνητης περιουσίας θα αναφέρεται η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί, ο αριθμός εγγραφής της, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκτασή της. Θα υπάρχουν επίσης, συνημμένα στην αίτηση, ένα επίσημο αντίγραφο της απόφασης ή του διατάγματος που θα εκτελεστούν καθώς και πιστοποιητικά του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνουν ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. Δεν αμφισβητείται, στην παρούσα υπόθεση, ότι στην αίτηση του εφεσείοντα δεν επισυνάπτονταν ούτε αντίγραφα της απόφασης ή του διατάγματος τα οποία θα εκτελούνταν, ούτε και πιστοποιητικά του Κτηματολογίου δεικνύοντα ότι η περιουσία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην πραγματικότητα εκτός από τον αριθμό εγγραφής, το χωριό στο οποίο βρίσκεται η περιουσία και την περιγραφή της ως διατηρητέας κατοικίας δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την περιγραφή του ακινήτου, όπως π.χ. η έκτασή της..... Μελετήσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα για τα οποία το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, ήταν επίδικα θέματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη παραδεχόταν τους σχετικούς ισχυρισμούς του εφεσείοντα. Συγκεκριμένα στην ένσταση της η εφεσίβλητη ήγειρε ρητά το ζήτημα της μη πλήρωσης των νομικών προϋποθέσεων για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ενώ στην ένορκη δήλωσή της, που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται ρητός και πάλι ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι ελλιπής, ότι δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων.» (έμφαση δική μου) Όπως λοιπόν και στην Αρέστη, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, η πλευρά της εναγόμενης περιουσίας εγείρει ρητά στην ένσταση που καταχώρησε το ζήτημα της μη πλήρωσης των σχετικών εφαρμοστέων νομικών προϋποθέσεων. Τούτο συνεπάγεται ότι η πλευρά της ενάγουσας περιουσίας θα πρέπει κατ' αρχή να αποδείξει, ως επιτακτική δικαιοδοτική προϋπόθεση για επιτυχία της αίτησης της, ότι οι συγκεκριμένες νομοθετικές προϋποθέσεις πληρούνται. Η απόδειξη των εν λόγω στοιχείων βέβαια βαρύνει αποκλειστικά την αιτήτρια ενάγουσα, είτε καταχωρείτο ένσταση είτε όχι. Επιχείρησε λοιπόν η ενάγουσα αιτήτρια να αποσείσει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω επιτακτικών νομοθετικών προϋποθέσεων παρουσιάζοντας κατ' αρχή τα Τεκ. 2 και 3, τα οποία ως ανέφερα και πιο πάνω, συνιστούν αντίγραφα των όσων σχετικών με τα υπό συζήτηση ακίνητα τηρούνται στα μητρώα του κτηματολογίου. Από απλή ανάγνωση των εν λόγω πιστοποιητικών συνεπώς, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι εκεί περιέχονται και παρατίθενται όλα τα σχετικά στοιχεία που η Δ.42 επιβάλλει να παρουσιαστούν σε σχέση με τα ακίνητα ενώ η αίτητρια έχει παρουσιάσει και αντίγραφο της εκδοθείσας απόφασης που επιδιώκεται μέσω της αίτησης να εκτελεστεί αλλά και προέβη σε ανάλυση των οφειλόμενων ποσών. Στην αίτηση τέλος γίνεται αναφορά και στο σύνολο των ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του αποβιώσαντα εναγόμενου αλλά και ποια ακίνητα από αυτά εξαιρούνται της αιτούμενης πώλησης. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει της προσοχής μου ότι στην αίτηση δεν γίνεται κάποια εξειδικευμένη αναφορά σε θέματα που αφορούν στην οικογένεια του εναγόμενου αποβιώσαντα ή στις ανάγκες που η οικογένεια αυτή έχει σε σχέση με την ακίνητη περιουσία του τελευταίου. Παρά ταύτα, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ακίνητα που επιδιώκεται να πωληθούν είναι χωράφια και γραφείο, ότι δεν ζητείται να πωληθεί το οικόπεδο επί του οποίου φαίνεται να υπάρχει κατοικία και ότι από πλευράς εναγόμενης περιουσίας δεν αναφέρθηκε ο αποβιωσαντας ή η οικογένεια του να ήταν γεωργοί ή ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάγκη ή εξάρτηση της οικογένειας του αποβιώσαντα σε σχέση με τα ακίνητα που επιδιώκεται να πωληθούν ή έστω οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι τα ακίνητα που δεν ζητείται να πωληθούν δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της οικογένειας αυτής (βλ.αρ.23 Κεφ.6[1]) - στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται απλά ότι η επιδιωκόμενη πώληση θα είναι δυσανάλογη του όφελους που ενδέχεται να ληφθεί από αυτή - δεν θεωρώ ότι η πλευρά της ενάγουσας δεν έχει ικανοποιήσει και αυτή την υποχρέωση της Δ.42. Κοντολογίς, από τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η αιτήτρια και η οποία μαρτυρία δεν έχει αμφισβητηθεί, κρίνεται ότι η τελευταία έχει ικανοποιήσει στον απαιτούμενο βαθμό τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.42 και των αρ.23 και 24 του Κεφ.6 και σημειώνω εδώ ότι όσον αφορά τη θέση της πλευράς της εναγόμενης περιουσίας ότι η αιτήτρια θα έπρεπε να περιμένει την διανομή της περιουσίας στους κληρονόμους του αποβιώσαντα, η θέση αυτή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Αυτό όχι μόνο λόγω των ρητών προνοιών του αρ.29 Κεφ.6[2] αλλά και διότι ο σκοπός και το πνεύμα των σχετικών προνοιών της Δ.42 και του Κεφ. 6 είναι να πωληθεί η ακίνητη περιουσία του εξ' αποφάσεως χρεώστη ώστε να εισπραχθεί το χρέος που εκείνος οφείλει δυνάμει δικαστικής απόφασης και όχι να πωληθεί η περιουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου το οποίο δεν οφείλει οτιδήποτε με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου. Αν λοιπόν η ενάγουσα περίμενε να μεταβιβαστούν τα ακίνητα στους κληρονόμους του αποβιώσαντα εναγόμενου τότε σαφέστατα δεν θα μπορούσε να ζητήσει την πώληση τους στα πλαίσια μέτρων εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του τελευταίου αφού αυτά δεν θα συνιστούσαν πλέον περιουσία του. Των πιο πάνω λεχθέντων λοιπόν, το ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι το αν η ενάγουσα έχει καταδείξει ότι έχει δεόντως ενεργοποιηθεί το δικαίωμα της να ζητά την πώληση των ακινήτων του εξ αποφάσεων οφειλέτη ως το αρ. 22 Κεφ. 6 προνοεί, και συγκεκριμένα ότι «. ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους... επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή (ότι) φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». Από το λεκτικό των πιο πάνω προνοιών είναι θεωρώ πρόδηλο ότι η ανυπαρξία κινητής ιδιοκτησίας του εξ' αποφασεως οφειλέτη θα πρέπει να αποδειχθεί ως πραγματικό γεγονός (as a matter of fact) εξ' ου και ο νομοθέτης επιβάλλει όπως το γεγονός αυτό πρέπει, είτε να «πιστοποιηθεί» από αρμόδιο δικαστικό επιδότη είτε να αποδειχθεί μέσω μαρτυρίας ότι «πράγματι» ισχύει. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια επέλεξε να μην προβεί σε οποιαδήποτε έκδοση και εκτέλεση εντάλματος κινήτων πριν από την καταχώριση της παρούσας αίτησης και προτίμησε να βασιστεί στο δεύτερο «εναλλακτικό» σκέλος του Νόμου, ήτοι στη θέση ότι «φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». Για το σκοπό αυτό η αιτήτρια δεν παρουσίασε κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο και επικαλέστηκε μόνο την προσωπική γνώση που ισχυρίζεται ότι έχει αναφορικά με την κινητή περιουσία του αποβιώσαντα. Η θέση όμως αυτή, και δη με τον τρόπο που προβλήθηκε - «. ο εναγόμενος . ο οποίος έχει αποβιώσει και ο οποίος είναι θείος μου . αδελφός της μητέρας μου ως γνωρίζω πάρα πολύ καλά δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή περιουσία η οποία μπορεί να κατασχεθεί και εκποιηθεί..» εκ πρώτης όψεως προβάλλει να είναι όντως γενική και αόριστη ως η πλευρά της εναγόμενης υποστηρίζει. Παραγνωρίζει όμως η τελευταία το εξής σημαντικό. Στην Ε/Δ που καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης περιουσίας προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 27/07/23 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 31/01/23, η οποία Ε/Δ βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, ο εκεί ομνύοντας, ο οποίος είναι το ίδιο πρόσωπο που ορκίστηκε την Ε/Δ προς υποστήριξη της ένστασης στην παρούσα αίτηση, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «.Την 4.4.2023 πληρώθηκε από την Διαχείριση προς την . ενάγουσα ποσό €16.000.-, ήτοι €10.000,έναντι δικηγορικών εξόδων και €6.000.- έναντι του εξ αποφάσεως χρέους ως η κατάληξη του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή, για την οποία κατεχωρήθη Έφεση. Το ποσό αυτό των €16.000.- προήλθε από ποσό το οποίο εγώ ο οποίος δάνεισα προς την Διαχείριση του αποβιώσαντος (εναγόμενου). Ο λόγος για τον οποίον δάνεισα αυτό το ποσό είναι διότι πέραν της ακίνητης περιουσίας η Περιουσία του (εναγόμενου) δεν έχει άλλα στοιχεία. Το ποσό αυτό δόθηκε, ένεκα των πολλών υποχρεώσεων της Διαχείρισης προς Τραπεζικά Ιδρύματα, στο πλαίσιο διευθέτησης με την THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LTD ως προς το ½ μερίδιο που ο (εναγόμενος) είχε επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής.το οποίο ήταν και το σπίτι του πεθερού μου. Για να ελευθερωθεί το συγκεκριμένο ακίνητο από το εμπράγματο βάρος (memo) που είχε καταθέσει η ενάγουσα ως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 που συνοδεύει την παρούσα, στο εκεί κατατεθειμένο Τεκμήριο 3, και να διατεθεί για σκοπούς διευθέτησης με το Πιστωτικό Ιδρυμα, η ενάγουσα ζήτησε την καταβολή αυτού του ποσού..σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης δια της ρευστοποίησης ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην περιουσία του (εναγόμενου), ως ο μοναδικός δυνατός τρόπος εκτέλεσης της απόφασης, τα περιουσιακά στοιχεία θα γίνουν μέρος της περιουσίας του (ενάγοντα) και επιτυχόντος διαδίκου στην αγωγή και θα διατεθούν στους κληρονόμους. Σε αυτή την περίπτωση, εάν η έφεση επιτύχει, η περιουσία του (εναγόμενου) της οποίας ο αιτητής είναι διαχειριστής δεν θα μπορεί να ανακτήσει τα όσα διατέθηκαν προς ικανοποίηση της απόφασης, Εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω κατά το χρόνο θανάτου του (ενάγοντα), η περιουσία που άφηκε δεν υπερβαίνει το ποσό των €1.000 (Τεκμήριο 4).» Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που εκφράστηκαν εκ μέρους της εναγόμενης περιουσίας για να δικαιολογήσουν το αίτημα της για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 31/03/23, αίτημα το οποίο είχε καταχωρηθεί- ως ρητά εκεί αναφέρθηκε - ως αντίδραση στην υπό κρίση αίτηση, είχαν προβληθεί μετά που η ενάγουσα είχε καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και με πλήρη επίγνωση της θέσης που προβάλλει η τελευταία περί του ότι ο αποβιώσαντας εναγόμενος «δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή περιουσία η οποία μπορεί να κατασχεθεί και εκποιηθεί». Πρόκειται δηλαδή για ισχυρισμούς που όχι μόνο προβλήθηκαν γραπτώς και ενόρκως στα πλαίσια συναφούς διαδικασίας που αφορούσε τα ίδια πρόσωπα και διαδίκους αλλά και για ισχυρισμούς που σχετίζονταν άμεσα με τους ισχυρισμούς τους οποίους η εναγόμενη περιουσία ήδη γνώριζε ότι πρόβαλλε η ενάγουσα αιτήτρια. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να αγνοηθούν για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (βλ. Γεωργίου Kύπρος ν. Oργανισμού Xρηματοδοτήσεως Tραπέζης Kύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Υπό το φως λοιπόν της ουσιαστικά ένορκης παραδοχής της πλευράς του αποβιώσαντα εναγόμενου ότι «.πέραν της ακίνητης περιουσίας η Περιουσία του (εναγόμενου) δεν έχει άλλα στοιχεία» και ότι «.(η). εκτέλεση της απόφασης δια της ρευστοποίησης ακίνητης περιουσίας που ανήκει στην περιουσία του (εναγόμενου), (είναι) ο μοναδικός δυνατός τρόπος εκτέλεσης της απόφασης.», η επί του προκειμένου θέση της αιτήτριας επιβεβαιώνεται να ισχύει ως πραγματικό και μη αμφισβητούμενο γεγονός. Κρίνεται συνεπώς ότι η επιλογή της ενάγουσας να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση ώστε να καταφέρει να εκτελέσει την προς όφελος της τελική απόφαση της 31/03/23 ήταν πλήρως δικαιολογημένη και βάσιμη και η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με την ανωτέρω διαπίστωση ότι ικανοποιούνται και οι πρόνοιες της Δ.42, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε επιτυχία της αίτησης. Στη βάση των πιο πάνω επομένως η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται διατάγματα - εντάλματα πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας που αναφέρεται στα υπό στοιχεία Α(β) και Α(γ) αιτητικά της αίτησης με σκοπό την ικανοποίηση του χρέους που οφείλεται στην ενάγουσα βάσει της απόφασης της 31/03/23 (ως αναλύεται στην παρ. Α της αίτησης), αφαιρουμένου όμως του ποσού των €16.000 που έχει ήδη πληρωθεί, πλέον όλα τα έξοδα της εκτέλεσης καθώς επίσης και τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας τα οποία επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας περιουσίας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση περιουσίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι για σκοπούς εκτέλεσης των διαταγμάτων-ενταλμάτων θα πρέπει να τηρηθούν οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ.
  1. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
  2. «Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μονο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένεια του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του.» [2]
  3. Κάθε φορά που εκδίδεται ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας για ικανοποίηση εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους το οποίο οφείλεται από αποθανόντα και η ιδιοκτησία βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα του αποθανόντα στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, το Κτηματολογικό και Χωρομετρικό Τμήμα πωλεί την ιδιοκτησία προς ικανοποίηση του χρέους χωρίς προηγουμένως να απαιτήσει την εγγραφή της ιδιοκτησίας στο όνομα των κληρονόμων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.