WHEELSYS LTD ν. SVETOVANJE INES HADZIC SP κ.α., Αρ. Aγ.: 217/2022, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Aγ.: 217/2022 WHEELSYS LTD Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση και 1. SVETOVANJE INES HADZIC SP 2. INES HADZIC Εναγόμενες - Αιτήτριες Αίτηση ημερ. 9.6.2023 για παραμερισμό
(1)διατάγματος σφράγισης
(2)διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και
(3)Κλητηρίου Εντάλματος Ημερομηνία: 30.9.2024 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: κ. Ιωάννα Μιχαήλ για A.G. Erotocritou LLC Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ελένη Νεοπτολέμου για Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Eναγόμενες - Aιτήτριες επιδιώκουν τον παραμερισμό διαταγμάτων τα οποία επέτρεψαν τη σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας κλητηρίου εντάλματος εναντίον τους, αποσκοπώντας τελικώς στην αναστολή της όλης διαδικασίας. Το αίτημά τους στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6 άρθρα 3 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960 άρθρα 2 και 21, 22, 29 και 30, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα στα άρθρα 4, 5, 7 και 26 αυτού, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 για την επίδοση και κοινοποίηση στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.1 Θ.2, Δ.2 ΘΘ. 1-3, Δ.5 ΘΘ. 1 έως 10, Δ.5Α, Δ.6 ΘΘ.1-9, Δ.16 ΘΘ. 1-5 και 9, Δ.19 Θ.26, Δ.27 ΘΘ.1-3, Δ.39 ΘΘ.1-21, Δ.48 ΘΘ.1-13, Δ.51 ΘΘ. 1-7, Δ.57, Δ.59, Δ.64, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας τους αποτελεί η θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αγωγή λόγω των πραγματικών και νομικών δεδομένων που την περιβάλλουν, τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν από την Ενάγουσα κατά το στάδιο έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων γεγονός που ταυτόχρονα αποτελεί παραβίαση του καθήκοντός της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Η δικογράφηση των διαφορών των μερών από πλευράς της Ενάγουσας στο κλητήριο ένταλμα - στοιχείο το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία επί του προκειμένου - έχει ως εξής. Η Ενάγουσα, Κυπριακή εταιρεία, συμβλήθηκε με την Εναγόμενη 1, Σλοβένικη εταιρεία, με σκοπό η Εναγόμενη 1 να της παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες και να ενεργεί ως αντιπρόσωπος πωλήσεων του λογισμικού της Ενάγουσας στην Ευρώπη. Στα πλαίσια των καθηκόντων της, η Εναγόμενη 1 δεσμεύτηκε να μην χρησιμοποιήσει και να μην αποκαλύψει σε τρίτο μέρος είτε κατά τη διάρκεια της συμφωνίας είτε μετά τον τερματισμό της, οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες ως αυτές καθορίστηκαν στη σύμβαση μεταξύ τους. Σε περίπτωση παραβίασης της συμφωνίας, η Εναγόμενη 1 ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει την Ενάγουσα για οποιαδήποτε ζημιά θα προκαλείτο από την παραβίαση. Τέλος, με τον τερματισμό της συμφωνίας, η Εναγόμενη 1 δεσμεύτηκε να παραδώσει πίσω στην Ενάγουσα το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών που κατείχε και σχετίζονταν με την Ενάγουσα, τις δραστηριότητες της, τους πελάτης της ή τις δραστηριότητες των πελατών της. Σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, περιήλθε εις γνώση της ότι η Εναγόμενη 1, μέσω της διευθύντριάς της, Εναγόμενης 2, αποκάλυψε εμπιστευτικές πληροφορίες της ίδιας και των πελατών της σε ανταγωνίστρια εταιρεία. Επιπλέον, πληροφορήθηκε ότι η Εναγόμενη 1 προωθούσε σε υποψήφιους πελάτες της Ενάγουσας το λογισμικό της εν λόγω ανταγωνίστριας εταιρείας ενώ τους παρέπεμπε για συνεργασία στον ανταγωνισμό. Το σύνολο των πιο πάνω πράξεων της Εναγόμενης 1, της έδιδε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας μεταξύ τους, δικαίωμα το οποίο άσκησε. Η Ενάγουσα έλαβε επίσης γνώση ότι η Εναγόμενη 2, μέσω προσωπικού της λογαριασμού στην πλατφόρμα LinkedIn, προσέγγισε υφιστάμενους πελάτες της Ενάγουσας ρωτώντας τους εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να συνεργάζονται με την Ενάγουσα ή εάν επιθυμούν να συνεργαστούν με την ανταγωνίστρια εταιρεία. Επιπλέον, πληροφορήθηκε ότι έφερε σε επαφή συγκεκριμένο πρόσωπο με την ανταγωνίστρια εταιρεία με σκοπό να διακόψει τη συνεργασία του με την Ενάγουσα και να συνεργαστεί με τον ανταγωνισμό. Μετά από ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των μερών, η Εναγόμενη 1 συμφώνησε να παραδώσει στην Ενάγουσα τα αντικείμενα που της είχαν δοθεί στα πλαίσια εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της και να διαγράψει οποιαδήποτε πληροφορία έχει στην κατοχή της ο οποία αφορούσε την Ενάγουσα. Παρά ταύτα, η Ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει οποιαδήποτε βεβαίωση διαγραφής πληροφοριών ούτε της έχει επιστραφεί οτιδήποτε. Αυτό που καταλογίζει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 είναι παράβαση της σύμβασης μεταξύ τους καθώς και παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης (fiduciary duty). Στην Εναγόμενη 2 καταλογίζει διάπραξη των ακόλουθων αστικών αδικημάτων:-
(1)Παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης (άρθρο 34, Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148) επί της βάσης ότι η συμπεριφορά της προκάλεσε παραβίαση από την Εναγόμενη 1 των όρων της συμφωνίας ενώ ώθησε υφιστάμενους πελάτες της Ενάγουσας να παραβιάσουν συμβάσεις που είχαν ήδη συνάψει με την Ενάγουσα.
(2)Παροχή ανέντιμης βοήθειας, γιατί η Εναγόμενη 2 ανέντιμα βοήθησε μέσω των πράξεων και παραλείψεων της την Εναγόμενη 1 να παραβιάσει το καθήκον εμπιστοσύνης που όφειλε στην Ενάγουσα.
(3)Παράνομη παρέμβαση σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, εφόσον η Εναγόμενη 2 έβλαψε σκόπιμα τις συμβατικές και επιχειρηματικές σχέσεις της Ενάγουσας με τρίτο μέρος προκαλώντας οικονομική ζημιά. Επί των πιο πάνω νομικών βάσεων η Ενάγουσα αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες:-
(1)Διάταγμα που να υποχρεώνει τις Εναγόμενες να αποκαλύψουν ποιες εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες την αφορούν και αφορούν τους πελάτες της ή υποψήφιους πελάτες της έχουν στην κατοχή τους και σε ποια τρίτα πρόσωπα κοινοποίησαν τις πληροφορίες αυτές,
(2)Διάταγμα που να απαγορεύσει στις Εναγόμενες να συνεχίσουν την επικοινωνία με τους πελάτες ή υποψήφιους πελάτες της Ενάγουσας
(3)Διάταγμα που να υποχρεώνει τις Εναγόμενες να διαγράψουν ή να επιστρέψουν σε αυτή οποιεσδήποτε πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή τους και αφορούν την ίδια ή τους πελάτες ή υποψήφιους πελάτης της,
(4)Αποζημιώσεις για την παράβαση σύμβασης από την Εναγόμενη 1,
(5)Αποζημιώσεις από πλευράς της Εναγόμενης 2 για την διάπραξη των αστικών αδικημάτων της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης, της παράνομης επέμβασης και της ανέντιμης βοήθειας,
(6)€80.000 ως αποζημίωση για τις ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα από την απώλεια επιχειρήσεων και εσόδων, και
(7)Τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ως έχει ήδη σκιαγραφηθεί πλην όμως κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί εδώ με περισσότερη λεπτομέρεια, θέση των Εναγόμενων είναι ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος σφράγισης και επίδοσης της Αγωγής εκτός δικαιοδοσίας και δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Συνεπώς, η Αγωγή πρέπει να παραμεριστεί γιατί το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για να επιληφθεί της αντιδικίας. Επιρρίπτοντας στην Ενάγουσα παραβίαση του καθήκοντός της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη υποστηρίζουν ότι αυτή παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι:-
(1)Η επίδικη Συμφωνία συνάφθηκε στην Ελλάδα,
(2)Η επίδικη Συμφωνία δεν περιέχει ρήτρα δικαιοδοσίας ή εφαρμοστέου δικαίου, πλην όμως προβαίνει σε αναφορές στο Bribery Act 2010 του Ηνωμένου Βασιλείου,
(3)Οι υπηρεσίες των Εναγόμενων 1 και 2 δεν παρέχονταν στην Κύπρο αλλά στο εξωτερικό περιλαμβανομένης της Σλοβενίας και άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς ο τόπος εκπλήρωσης της συμφωνίας δεν ήταν η Κύπρος ούτε και συμφωνήθηκε οι υπηρεσίες να παρέχονται στην Κύπρο. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι δεν υπάρχει δικαιοδοσία στην Κύπρο γιατί δεν έχει επισυμβεί οποιοδήποτε ζημιογόνο γεγονός εντός της δικαιοδοσίας της ως αποτέλεσμα των ισχυριζόμενων παραβιάσεων και παράνομων πράξεων ούτε και έχει προσκομιστεί μαρτυρία για διενέργεια ζημιογόνου γεγονότος στην Κύπρο. Επιπλέον, οι κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεις αφορούν πρόσωπα εκτός δικαιοδοσίας. Η Ενάγουσα από πλευράς της, προς απάντηση των ανωτέρω, υπεραμύνεται των εκδοθέντων διαταγμάτων υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των αιτήσεων για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και επίδοσής του εκτός δικαιοδοσίας, κατοχυρώνουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των προνοιών των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 1215/12 και 1393/2007. Στην υπό κρίση περίπτωση εφαρμόζονται οι κανόνες της ειδικής δωσιδικίας και η Κύπρος έχει συντρέχουσα δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 7 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 για τους ακόλουθους λόγους:-
(1)Η άρνηση εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγόμενων, δηλαδή η μη παράδοση των εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας σε αυτή, έχει γίνει εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
(2)Το αγώγιμο της δικαίωμα εδράζεται ταυτόχρονα και διαζευκτικά σε διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης από πλευράς της Εναγόμενης 2. Συγκεκριμένα, η συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 διευθύντριας προκάλεσε την παραβίαση των όρων της συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης 1 και ώθησε υφιστάμενους πελάτες της Ενάγουσας να παραβιάσουν συμβάσεις που έχουν συνάψει με την Ενάγουσα. Ως αποτέλεσμα κάποιοι πελάτες της Ενάγουσας με έδρα την Κροατία, τον Μαυρίκιο, τη Σλοβενία και το Μαρόκο αποχώρησαν. Επίσης, η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των πελατών που προσεγγίστηκαν και οι Εναγόμενες συνεχίζουν να προσεγγίζουν, δεδομένου ότι αυτές αρνήθηκαν να παραδώσουν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που κατακρατούν.
(3)Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις στη βάση ότι η Εναγόμενη 2 έβλαψε σκόπιμα τις συμβατικές και επιχειρηματικές σχέσεις της Εναγόμενης 1 με την Ενάγουσα, προκαλώντας ζημιά στην Ενάγουσα. Με την αγωγή ζητούνται επίσης θεραπείες λόγω διάπραξης του αστικού αδικήματος της ανέντιμης βοήθειας της Εναγόμενης 2 προς την Εναγόμενη 1 να παραβιάσει το καθήκον εμπιστοσύνης που όφειλε στην Ενάγουσα. Κατά την άποψή της, οι Εναγόμενες παρέλειψαν να παρουσιάσουν επαρκή και αποδεκτά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να προσβάλουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ενώ οι όποιο αντίθετοι ισχυρισμοί, δεν μπορούν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο. Πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να αξιολογήσει μαρτυρία. Πέρα από τα πιο πάνω, η Ενάγουσα καταλογίζει στις Εναγόμενες υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης η οποία κατά την άποψή της είχε ως αποτέλεσμα η υπό διαμαρτυρία εμφάνισή τους να καταστεί άνευ όρων, προσδίδοντας διεθνή δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο βάσει του άρθρο 26 του ΕΚ 1215/12. Συνεπώς, αυτές έχουν πλέον υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δίνοντας στο Δικαστήριο την ευχέρεια να απορρίψει την υπό εξέταση αίτηση χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της. Προχωρώντας στην εξέταση των θέσεων των δύο πλευρών, θεωρώ ότι το παράπονο για υπέρμετρη καθυστέρηση πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα, δεδομένου ότι δύναται από μόνο του να σφραγίσει τελικώς το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης. Το πιο κάτω χρονοδιάγραμμα αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών:- Στις 25.1.2023, οι Εναγόμενες καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία στη διαδικασία. Στις 15.3.2023, καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα αίτηση για έκδοση απόφασης υπέρ της λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης από τις Εναγόμενες. Στις 6.6.2023 καταχωρίστηκε από τις Εναγόμενες αίτηση για λήψη οδηγιών για την καταχώρηση αίτησης παραμερισμού. Στις 7.6.2023, δηλαδή μια μέρα μετά, αποσύρθηκε τόσο η αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης όσο και η αίτηση για λήψη οδηγιών, με σκοπό την καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Στις 9.6.2023 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Αιτιολογώντας τον χρόνο που διέρρευσε μεταξύ της καταχώρισης του σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και της παρούσας αίτησης παραμερισμού, οι Εναγόμενες υποστήριξαν ενόρκως ότι ο χρόνος ήταν απαραίτητος «για να συλλεχθεί το απαραίτητο υλικό αναφορικά με την εφαρμογή της Συμφωνίας και τους λοιπούς ισχυρισμούς της ΕΔ Προκοπίου». Σύμφωνα με τις ίδιες, δεν είναι πρόσωπα εξοικειωμένα με δικαστικές διαδικασίες και δεν έχουν καμία σχέση με την Κύπρο, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει αρκετά ο διορισμός δικηγόρων για εκπροσώπησή τους. Ο διορισμός έγινε τελικά λίγες μέρες πριν εκπνεύσει η προθεσμία για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης στην Αγωγή και προτού να αποστείλουν στους δικηγόρους τους τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν. Καταχωρίστηκε εκ μέρους τους εκτάκτως σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία χωρίς τη δεδομένη στιγμή να υπάρχουν πληροφορίες ώστε να προωθηθεί οποιοδήποτε άλλο αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, χρόνος επήλθε για τη συλλογή μαρτυρίας και τη μελέτη δικογράφων. Κατά τη διάρκεια δε αυτής της χρονικής περιόδου «η επικοινωνία με τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα με την Εναγόμενη 2 που είναι η διευθύντρια της Εναγόμενης 1 ήταν ιδιαίτερα δύσκολη εφόσον λόγω της εργασίας της η Εναγόμενη 2 ταξιδεύει συνεχώς». Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι Εναγόμενες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση 4.5 μήνες μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και χωρίς να προηγηθεί είτε αίτημα για άδεια και καθορισμό συγκεκριμένης προθεσμίας από το Δικαστήριο είτε παράταση του χρόνου για καταχώριση της αίτησης. Η νομολογία επί του θέματος είναι ξεκάθαρη. Αιτήσεις αυτής της φύσεως πρέπει να καταχωρούνται αν όχι ταυτόχρονα με την υπό αίρεση εμφάνιση, σίγουρα το συντομότερο δυνατόν και χωρίς καθυστέρηση. Ειδικότερα σε περιπτώσεις που ο Εναγόμενος δεν μερίμνησε να εξασφαλίσει προτέρα έγκριση του Δικαστηρίου και τον καθορισμό συγκεκριμένης προθεσμίας που το Δικαστήριο έχει προεγκρίνει ως εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, μια ελαστική προσέγγιση σε σχέση με τις προθεσμίες υπέχει τον κίνδυνο κατοχύρωσης απεριόριστου δικαιώματος στους Εναγόμενους να ενεργούν κατά το δοκούν παραβιάζοντας τα δικαιώματα των Εναγόντων (βλ. μεταξύ άλλων G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064). Νοείται ότι το εύλογο ή όχι της καθυστέρησης κρίνεται υπό το φως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Στην προκειμένη περίπτωση, σημειώνω τα ακόλουθα. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προφανώς λαμβάνοντας υπόψη το ότι οι Εναγόμενες διαμένουν στο εξωτερικό, παράτεινε την προθεσμία που προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από 10 ημέρες, προθεσμία που εφαρμόζεται στους ημεδαπούς διάδικους, στις 30 μέρες. Η εν λόγω παράταση θεωρώ ότι αποτελεί αποτελεσματική ασφαλιστική δικλείδα η οποία κάλυψε τις όποιες δυσκολίες οι Εναγόμενες ισχυρίζονται ότι αντιμετώπισαν για διορισμό δικηγόρου στην Κύπρο λόγω του ότι «δεν είναι πρόσωπα εξοικειωμένα με δικαστικές διαδικασίες και δεν έχουν καμία σχέση με την Κύπρο». Εν πάση περιπτώσει, είμαι της άποψης ότι, χωρίς προβολή συγκεκριμένου κωλύματος το οποίο τους αποστέρησε ή τουλάχιστον τους περιόρισε σε σοβαρό βαθμό με κάποιο τρόπο τη δυνατότητα να διορίσουν έγκαιρα δικηγόρο, η πιο πάνω τοποθέτηση από μόνη της δεν έχει την απαραίτητη δυναμική για να δικαιολογήσει την προκληθείσα καθυστέρηση. Όσον αφορά τώρα τη θέση των Εναγόμενων ότι οι 4.5 επιπλέον μήνες ήταν απαραίτητοι για να συλλεχθεί το υλικό για καταχώριση της παρούσας, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι το σύνολο της επιχειρηματολογίας των Εναγόμενων βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου επί των γεγονότων, της μαρτυρίας και των εγγράφων που προσκόμισε η Ενάγουσα, υλικό το οποίο βρισκόταν ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Εναγόμενες στην αίτησή τους δεν έχουν προσκομίσει κανένα επιπρόσθετο τεκμήριο ή έγγραφο, κατά συνέπεια, η θέση τους για καθυστέρηση λόγω ανάγκης συλλογής απαραίτητου υλικού δεν αντικατοπτρίζεται στις έγγραφες τους παραστάσεις. Η πιο πάνω θεώρηση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και ευθέως από την ένορκη δήλωση που οι Εναγόμενες καταχώρισαν προς υποστήριξη της αίτησης η οποία υπογράφεται από δικηγόρο και όχι από τις ίδιες με την αιτιολογία ότι «η παρούσα ένορκη δήλωση αφορά αμιγώς νομικά θέματα τα οποία βρίσκονται σε γνώση των δικηγόρων των Εναγομένων». Όσον αφορά, τέλος, τη θέση τους ότι επιπλέον καθυστέρηση προκλήθηκε επειδή η Εναγόμενη 2 ταξιδεύει συνεχώς και η επικοινωνία μαζί της ήταν δύσκολη, με όλο τον σεβασμό το γεγονός αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει πρώτον την παραβίαση των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς για προώθηση της Αγωγής της και δεύτερον, τη διάρρηξη της πάγιας νομολογίας η οποία καθορίζει ότι το ζήτημα της προθεσμίας δεν μπορεί να αφεθεί στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από πλευράς του Εναγόμενου (βλ. G.J. Magdon Ltd (ανωτέρω)). Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, και παρά την προσπάθεια των Εναγόμενων να δικαιολογήσουν τις δικονομικές τους επιλογές και τον χρόνο που διέρρευσε, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ενήργησαν με την σπουδή που όφειλαν να επιδείξουν. Συνεπώς, το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία που καταχώρισαν έχει μετατραπεί σε σημείωμα εμφάνισης άνευ όρων λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση του παρόντος διαβήματος και οι Εναγόμενες έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου αναπόφευκτα σφραγίζει το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Για αποφυγή δημιουργίας όμως οποιονδήποτε σκιών και έχοντας κατά νου ότι ζήτημα δικαιοδοσίας καθ΄ ύλην και κατά τόπο μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ανεξάρτητα του αν ο διάδικος που εγείρει το θέμα έχει καταχωρήσει εμφάνιση χωρίς όρους ή έχει λάβει οποιαδήποτε άλλα διαδικαστικά μέτρα στην αγωγή (βλ. Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240) ξεκαθαρίζω ότι, ακόμη και να έκρινα τον διαρρεύσαντα χρόνο δικαιολογημένο και πάλι θα κατέληγα ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο για τους πιο κάτω λόγους. Κατ' αρχάς, υπενθυμίζω ότι σε αιτήσεις αυτής της φύσεως, το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, πρέπει να ικανοποιηθεί για την ύπαρξη καθορισμένων κανονιστικών και νομολογιακών προϋποθέσεων ως αυτές αναφέρονται στη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Τελέτυπος Α.Ε. v. Mega Channel Management Ltd
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1863, 1865). Η διεργασία αυτή διενεργείται όμως χωρίς να εξετάζεται σε βάθος η ουσία της υπόθεσης στην πραγματική και νομική της διάσταση και κατ' επέκταση χωρίς την κατάληξη σε ευρήματα, έχοντας πάντα υπόψη ότι ακόμη βρισκόμαστε σε ενδιάμεσο δικονομικό στάδιο (βλ. Αerocandia Aviation Services cy Ltd v. Γκιόκα, Π.Ε. 136/20 και 1165/20, ημερ. 24.1.2022). Επί του παρόντος, υποχρέωση της Ενάγουσας είναι να καταδείξει αντικειμενικά μέσω της έκθεσης απαίτησης και της μαρτυρίας που κατέθεσε στις ένορκες της δηλώσεις (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 A.A.Δ. (E) 729, GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584 και Μούρτζινος ν. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1160) ότι:-
(1)Έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση (καλή αιτία αγωγής) εναντίον των Εναγόμενων, και
(2)Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο δικαιοδοτικά να επιληφθεί την επίμαχη διαφορά (βλ. Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty's Revenue & Customs
(2015)1(Α) A.A.Δ. 616, 631, Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) ΑΕ
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2182, 2192-2194, Digimed Communications Ltd v. Asa και Άλλων
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 625, 637, SPP Projects Limited v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ. 762, 764, Sekavin S.A. v. The Ship «Platon Ch» και Άλλων
(1987)1 C.L.R 297, 300). (βλ. Aerocandia (ανωτέρω)). Στην υπό κρίση περίπτωση, αυτό που στην ουσία αμφισβητείται από τις Εναγόμενες είναι η ικανοποίηση των προϋποθέσεων της Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε συνδυασμό με τα όσα προνοούνται από τον ΕΚ 1215/12, χωρίς να αμφισβητούν ότι τα γεγονότα, ως αυτά παρατέθηκαν, αποκαλύπτουν συζητήσιμο αγώγιμο δικαίωμα. Σύμφωνα με τον ΕΚ 1215/12, κατά κανόνα, δικαιοδοσία εκδίκασης έχει το Δικαστήριο της χώρας όπου ο Εναγόμενος διατηρεί την κατοικία του. Στην παρούσα περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος ότι και οι δύο Εναγόμενες διατηρούν την «κατοικία» τους στη Σλοβενία. Κοινό έδαφος επίσης αποτελεί ότι η επίδικη συμφωνία δεν συμπεριλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Οι διαφωνία των μερών σε σχέση με τις νομικές επιπτώσεις που επιφέρει η αναφορά στη συμφωνία στο Bribery Act 2010 του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αλλοιώνει τις ξεκάθαρες θέσεις και των δύο πλευρών για απουσία ύπαρξης ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Συνεπώς, το άρθρο 25 του ΕΚ 1215/12 το οποίο δίδει το δικαίωμα στα μέρη να επιλέξουν - κατ΄ εξαίρεση του γενικού κανόνα - τη δικαιοδοσία που θα διέπει τυχόν μελλοντικές τους διαφωνίες, δεν μπορεί να προσφέρει καθοδήγηση στο Δικαστήριο στην επίλυση της παρούσας διαφοράς. Ο ίδιος κανονισμός προνοεί ότι, συγκεκριμένες περιπτώσεις, επιτρέπουν παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα δικαιοδοσίας της κατοικίας του Εναγόμενου. Τόσο η κυπριακή νομολογία όσο και η νομολογία του ΔΕΕ έχουν καθορίσει ξεκάθαρα ότι αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν την εξαίρεση και τα Δικαστήρια οφείλουν να τις ερμηνεύουν συσταλτικώς (βλ. Kalfelis v Schroeder Case C-189/87, Robbins v. Buzzfeed UK Ltd [2021] IEHC 433, Zuid-Chemie BV v Philippo's Mineralenfabriek NV/SA [2009] EUECJ C-189/08 και Aerocandia (ανωτέρω)) προς διατήρηση της ομοιομορφίας και της προβλεψιμότητας που ο Κανονισμός επιχειρεί να επιτύχει εντός του χώρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Eπιπλέον, η εφαρμογή της εξαίρεσης πρέπει να έχει ως υπόβαθρο «στενή σύνδεση» (close connection) μεταξύ της διαφοράς και της εναλλακτικής δικαιοδοσίας, η οποία θα οδηγεί σε ορθή απονομή της δικαιοσύνης και σωστή οργάνωση της αγωγής (proper administration of justice and proper organisation of the action). Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι τα αγώγιμά της δικαιώματα εναντίον της Εναγόμενης 1 εκπηγάζουν από την κατ' ισχυρισμόν παράβαση της συμφωνίας μεταξύ τους και καλύπτονται από την εξαίρεση του άρθρου 7
(1)του ΕΚ 1215/12 το οποίο προνοεί τα εξής:- «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: — εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, — εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)·» Η Ενάγουσα περιγράφει στη μαρτυρία της την επίδικη συμφωνία ως «Συμφωνία Παροχής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών». Αναφορά σε παροχή υπηρεσιών γίνεται και στις ικανότατες αγορεύσεις των συνηγόρων της Ενάγουσας (βλ. μεταξύ άλλων παρ.39.3, 39.5, 39.7(α)). Η ίδια θέση προωθείται και από τους συνήγορους των Εναγόμενων οι οποίοι στις εξίσου ικανότατες αγορεύσεις τους, επιχειρηματολογούν επί της βάσης ότι η επίδικη συμφωνία αφορά παροχή υπηρεσιών. Η πιο πάνω κοινή γραμμή των μερών φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης η οποία φέρει τον τίτλο «Consultancy agreement». Απλά ενδεικτικά παραθέτω τις εξής αναφορές στην επίδικη συμφωνία:
(1)Στο μέρος 1 της συμφωνίας που τιτλοφορείται «Interpretation» ο συμφωνηθείς ορισμός της λέξης υπηρεσίες (services) καθορίζεται ως «The services provided by the Consultant in a consultancy capacity for the Client as more particularly described in the Schedule» ενώ ο ορισμός της λέξης εργασίες («works») καθορίζεται ως «all records, reports, documents, papers, drawings, designs, transparencies, photos, graphics, logos, typographical arrangements, software, and all other materials in whatever form, including but not limited to hard copy and electronic form, prepared by the Consultant in the provision of services».
(2)Κάτω από το μέρος 2 της συμφωνίας που φέρει τον τίτλο «Terms of Engagement» και συγκεκριμένα στον όρο 2.1 αναφέρεται ότι «The client shall engage the Consultant and the Consultant shall provide the Services on the terms of this agreement». Οι εν λόγω «υπηρεσίες» καταγράφονται στη συνέχεια με λεπτομέρεια στη συμφωνία, και αποτελούν επίσης κοινό έδαφος της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
(3)Στο μέρος 3, «Duties and obligations» υπό τον όρο 3.1(
- a)καταγράφεται ότι «During the Engagement the Consultant shall:
- a)Provide the Services with due care, skill and ability and use their respective best endeavors to promote the interests of the Client.».
(4)Στον όρο 4.2 αναφέρεται «In consideration of the provisions of the Services during the Engagement, the Client shall pay each invoice submitted by the Consultant in accordance with clause 4.1 within five
(5)days of receipt».
(5)Στον όρο 13.2 σημειώνεται ότι «This agreement constitutes a contract for the provision of services and not a contract of employment.» (Όλες οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Ο όρος υπηρεσίες εντοπίζεται αρκετές ακόμα φορές στο σώμα της συμφωνίας (βλ. μεταξύ άλλων τους όρους 3.8, 3.9.(e), 4.1, 4.4. κτλ) οι οποίες δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν επακριβώς. Αυτό που έχει σημασία επί του παρόντος είναι ότι τόσο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις των συνηγόρων των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και το ίδιο το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ τους, συγκλίνουν στην εκ πρώτης όψεως κατηγοριοποίηση της σύμβασης ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών, χωρίς βεβαίως να αποφαίνομαι τελικώς επί αυτού του σημείου και χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα. Ξεκαθαρίζω για σκοπούς τάξης ότι η πιο πάνω ανάλυση βασίζεται επί της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε αυτό το στάδιο από τις δύο πλευρές και για τον περιορισμένο σκοπό αξιολόγησης των αιτημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που διέπουν το δικονομικό αυτό στάδιο. Εφαρμόζοντας το άρθρο 7
(1)του ΕΚ 1215/12 στις περιστάσεις της παρούσας αντιδικίας και έχοντας κατά νου ότι τα μέρη φαίνεται να συμφωνούν ότι η επίδικη σύμβαση αφορούσε παροχή υπηρεσιών, για να καθοριστεί σε ποια δικαιοδοσία μπορεί κατ' εξαίρεση να αποφασιστεί η διαφορά μεταξύ τους, πρέπει πρώτα να ανευρεθεί ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής (obligation) ο οποίος σε περιπτώσεις συμβάσεων για παροχή υπηρεσιών, θεωρείται ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή υπηρεσιών. Συνεπώς, η παροχή (obligation), για προφανείς λόγους αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό τις περιστάσεις. Δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας αποτελεί ότι η Εναγόμενη 1, δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ τους, ανέλαβε να της παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες. Μεταξύ άλλων για παράδειγμα, ανέλαβε να εντοπίζει οποιεσδήποτε ευκαιρίες τις οποίες έκρινε ως σχετιζόμενες με τις ασχολίες της Ενάγουσας και τις οποίες θεωρούσε ως επωφελείς για αυτή, και να την ενημερώνει για τις εν λόγω ευκαιρίες (βλ. μεταξύ άλλων τον όρο 3.7 της «Συμφωνία Παροχής Συμβουλευτικών Υπηρεσιών»). Η θέση αυτή δεν αμφισβητείται από πλευράς της Εναγόμενης 1, και ως πραγματικό γεγονός αποτελεί επίσης κοινό έδαφος. Συνεπώς, έχοντας κατά νου ότι η Ενάγουσα αποτελεί Κυπριακή εταιρεία και οι συμβουλευτικές υπηρεσίες παρέχονταν ή έπρεπε να παρέχονται σε αυτή, κρίνω ότι, τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο, η Κύπρος φαίνεται να αποτελεί «τόπο του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή υπηρεσιών». Κατ' ακολουθία, κρίνω ότι η περίπτωση ενώπιόν μου εμπίπτει εκ πρώτης όψεως εντός της εξαίρεσης που καλύπτει το άρθρο 7
(1)του Κανονισμού ικανοποιώντας ταυτόχρονα τη Δ.6 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υπέρ του πιο πάνω συμπεράσματος φαίνεται να συνηγορεί και το επίσης παραδεκτό γεγονός ότι, η επίδικη σύμβαση προνοούσε σε περίπτωση τερματισμού της, παράδοση όλων των εγγράφων που αφορούσαν την Ενάγουσα πίσω σε αυτή, δηλαδή στην Κύπρο. Η προσέγγιση των μερών επί αυτού του σημείου δεν συμπίπτει. Η διαφωνία τους έγκειται στο κατά πόσον η πρόνοια αυτή αποτελεί νομικά μέρος της εκτέλεσης του συμβολαίου, με την Ενάγουσα να υποστηρίζει ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης που επιβεβαιώνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και την Εναγόμενη 1 να διαφωνεί ότι η εν λόγω πρόνοια μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία. Έχοντας υπόψη όμως το στάδιο όπου βρισκόμαστε καθώς και το γεγονός ότι ζητήματα δικαιοδοσίας μπορούν να αποφασιστούν μόνο επί παραδεκτών γεγονότων και θέσεων, η διαφωνία προφανώς δεν μπορεί να κριθεί τώρα από το Δικαστήριο. Αυτό που έχει σημασία τη δεδομένη στιγμή είναι ότι εκ πρώτης όψεως, υποχρέωση η οποία προκύπτει από τη συμφωνία - και η οποία επιπροσθέτως σχετίζεται άμεσα με τις αξιώσεις της Ενάγουσας - φαίνεται να επιβάλλει την παροχή της στην Κύπρο. Συνεπώς, για ακόμη ένα λόγο θα κατέληγα ότι επί του παρόντος και εκ πρώτης όψεως το Δικαστήριο φαίνεται να κέκτηται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. Στην πιο πάνω κατάληξή μου οφείλω να σημειώσω ότι δεν έχω παραγνωρίσει το επιχείρημα της Εναγόμενης 1 ότι σημαντικό μέρος των παροχών από πλευράς της που συμφωνήθηκαν ήταν και η προώθηση του λογισμικού της Ενάγουσας. Αποτελεί άλλωστε και αυτό κοινό έδαφος. Κατά την κρίση μου όμως, το γεγονός αυτό δεν δύναται να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής της Αγωγής σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο για τους ακόλουθους λόγους. Στην απόφαση Leathertex Divisione Sintetici SpA v Bodetex BVBA Case C-420/97 [1999] αποφασίστηκε από το ΔΕΕ ότι όπου υπάρχουν περισσότερες από μια παροχές (obligations) σε μια σύμβαση, το Δικαστήριο πρέπει να καθορίζει την κύρια παροχή (principal obligation) για να καταλήξει στο συμπέρασμα ποιο Δικαστήριο έχει ειδική δικαιοδοσία. Το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις όπου οι παροχές προσφέρονται σε περισσότερες από μια χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως φαίνεται να ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση, σε σχέση τουλάχιστον με την υπό συζήτηση παροχή προώθησης του λογισμικού. Επιπλέον, στην απόφαση Wood Floor Solutions v Silva Trade Case C-19/09 το ΔΕΕ καθόρισε την ορθή προσέγγιση που πρέπει τα Δικαστήρια να εφαρμόζουν κατά την αξιολόγησή τους για το ποιο μέρος συνιστά τον τόπο εκπλήρωσης της παροχής. Σύμφωνα με την Wood Floor Solutions το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να λάβει υπόψη τον τόπο εκπλήρωσης ως αυτός καταγράφεται στη σύμβαση. Σε περίπτωση μη καθορισμού του στη συμφωνία, πρέπει να λάβει υπόψη τον τόπο εκπλήρωσης της κύριας παροχής. Εάν ούτε αυτό το κριτήριο είναι δυνατόν να διασαφηνιστεί, τότε το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στο τρίτο κριτήριο που είναι ο καθορισμός του τόπου όπου έλαβε χώρα η πλειοψηφία των δραστηριοτήτων που καθορίζονταν στη συμφωνία, νοουμένου ότι κάτι τέτοιο δεν συγκρούεται με τις προθέσεις των μερών σύμφωνα με τη σύμβαση. Το ΔΕΕ στην Wood Floor Solutions διευκρίνισε ότι η πιο πάνω καθορισθείσα αξιολόγηση πρέπει να γίνεται υπό το φως της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση, κανένα από τα μέρη δεν υποστηρίζει ότι η σύμβαση καθορίζει τον τόπο εκπλήρωσης της παροχής των υπηρεσιών. Επί αυτού του σημείου, οι θέσεις των διαδίκων και κατ΄ επέκταση η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συγκρουόμενη και μη παραδεκτή. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, ως εταιρεία, διατηρεί μεγάλης εμβέλειας πελατολόγιο που συμπεριλαμβάνει πρόσωπα τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες εντός αλλά και εκτός Ευρώπης. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι δεν γνωρίζει το σύνολο των πελατών της που προσεγγίστηκαν από τους Εναγόμενους. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγόμενων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο τόπος εκπλήρωσης της συμφωνίας δεν ήταν η Κύπρος αλλά τρίτες χώρες στις οποίες εντόπισαν πελάτες και προώθησαν το λογισμικό της Ενάγουσας, χωρίς όμως να προσφέρουν οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία ή έγγραφα προς επίρρωση των ισχυρισμών τους. Υπενθυμίζω ότι αποτελεί παγιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο - ειδικότερα σε αυτό το πρώιμο στάδιο - μπορεί να αποφανθεί επί ζητημάτων δικαιοδοσίας μόνο επί «κοινώς παραδεκτ[ών] και επαρκή για την επιλογή γεγονότ[ων]» χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή και υποκειμενική αξιολόγηση στοιχείων, μαρτυρίας και εκδοχών (βλ. Aerocandia (ανωτέρω)). Έχοντας κατά νου την ανωτέρω αρχή καθώς και τα όσα νομολογήθηκαν στην Wood Floor Solutions (ανωτέρω), κατά την κρίση μου είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση, η παράθεση επιπρόσθετης μαρτυρίας είναι απαραίτητη για να μπορεί να αποφανθεί το Δικαστήριο επί αυτού του επιχειρήματος των Εναγόμενων. Αναλύοντας το σύνολο των θέσεων των μερών, είναι ξεκάθαρο ότι η μαρτυρία που αφορά τον τόπο παροχής υπηρεσιών είναι ασαφής αλλά και αντικρουόμενη, χωρίς η ίδια η σύμβαση να μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Τα μέρη διαφωνούν όχι μόνο για το ποια από τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους εμπίπτουν στον ορισμό της παροχής αλλά και για το κατά πόσον, εάν τελικώς κριθεί από το Δικαστήριο ότι υφίστανται περισσότερες από μια παροχές, ποια από αυτές αποτελεί την κύρια παροχή η οποία μπορεί να καθορίσει τελεσίδικα τη δικαιοδοσία. Τα ίδια ισχύουν και για το τρίτο κριτήριο που έθεσε η Wood Floor Solutions (ανωτέρω), αφού δεν υπάρχει συμφωνηθείσα μαρτυρία που να καθορίζει τον τόπο όπου έλαβε χώρα η πλειοψηφία των δραστηριοτήτων που προνοούνται στη συμφωνία ούτε και σύμπνοια ότι αυτή η προσέγγιση δεν συγκρούεται με τις προθέσεις των μερών βάσει της σύμβασης. Κατά συνέπεια, αυτό το σκέλος του επιχειρήματος των Εναγόμενων δεν μπορεί επί του παρόντος να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Τα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω αναπόφευκτα επεκτείνονται και συμπαρασύρουν στο ίδιο αποτέλεσμα και τα όσο η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη 2. Υπενθυμίζω ότι αυτά που η Ενάγουσα της καταλογίζει είναι τα αστικά αδικήματα της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης, της παροχής ανέντιμης βοήθειας στην Εναγόμενη 1 για παραβίαση του καθήκοντός εμπιστοσύνης που όφειλε στην Ενάγουσα και τέλος παράνομη παρέμβαση, πράξεις οι οποίες κατά την άποψη της Ενάγουσας προσδίδουν στα Κυπριακά Δικαστήρια ειδική δικαιοδοσία κάτω από το άρθρο 7
(2)του ΕΚ 1215/12. Σύμφωνα με την ενωσιακή νομολογία, όταν αυτό που αποδίδεται στον Εναγόμενο συνιστά παράνομη ή αθέμιτη πράξη ή συμπεριφορά - ως φαίνεται να ισχύει στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τη δικογράφηση της έκθεσης απαίτησης - τα Δικαστήρια, αποφασίζοντας ποιο άρθρο του ΕΚ 1215/12 δύναται να προσδώσει ειδική δικαιοδοσία, πρέπει να προσεγγίσουν το ζήτημα με τον εξής τρόπο: Εάν η ερμηνεία του συμβολαίου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της απόφανσης για το κατά πόσον η φύση της αποδιδόμενης συμπεριφοράς αποτελεί όντως παράνομη ή αθέμιτη πράξη (βλ. Brogsitter v Fabrication de Montres Normandes C-548/12) τότε το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ζήτημα υπό το άρθρο 7
(1)του ΕΚ 1215/12. Εάν αντιθέτως, η αξιολόγηση είναι αποκομμένη από τη σύμβαση και η ερμηνεία της συμφωνίας δεν είναι απαραίτητη για κατάληξη σε συμπεράσματα, τότε το θέμα πρέπει να εξεταστεί υπό του άρθρου 7
(2)του ΕΚ 1215/12. Eκ πρώτης όψεως, οι αξιώσεις παρουσιάζουν συνεκτικό δεσμό με τις υποχρεώσεις που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών, χωρίς βεβαίως να αποφαίνομαι ούτε για αυτό το ζήτημα τελεσίδικα σε αυτό το στάδιο. Με την πιο πάνω θέση φαίνεται να συμφωνούν και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, εκφράζοντας ξεκάθαρη πεποίθηση επί τούτου μέσω των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων τους (βλ. παρ. 25-27 γραπτών αγορεύσεων). Συνακόλουθα, τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 7
(1)του ΕΚ 1215/12 τα οποία δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί της δικαιοδοσίας σε αυτό το στάδιο, αναπόφευκτα οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα και τις αξιώσεις εναντίον της Εναγόμενης 2. Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η παρούσα αίτηση, ακόμη κι αν καταχωρείτο εγκαίρως, δε θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου, νοείται βεβαίως ότι, εάν σε κατοπινό στάδιο διαφανεί ότι το σύνολο της πραγματικής μαρτυρίας που περιβάλλει τη διαφορά διαμορφώνει εν τέλει μια διαφορετική εικόνα από αυτή που προκύπτει εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα της δικαιοδοσίας μπορεί να επανεξεταστεί. Ως καταληκτικά σχόλιά θεωρώ σημαντικό να αναφέρω τα εξής. Πρώτον, ότι οι αναφορές για forum convenience που έχουν γίνει και από τις δύο πλευρές δεν έχουν απασχολήσει το Δικαστήριο αφού η βάση της αίτησης δεν έχει αντικείμενο τέτοια πτυχή (βλ. κατ΄αναλογία DIRECTO CAPITAL INVESTMENTS LTD κ.α. ν. GLOBAL FINANCE κ.α.
(2016)1 ΑΑΔ 1817). Δεύτερον, οι Εναγόμενες έχουν προβάλει τη θέση ότι η Ενάγουσα έχει παραβιάσει την υποχρέωσή της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη κατά την εξασφάλιση των επίδικων διαταγμάτων. Νομολογιακά, έχει κριθεί ότι αυτό που μπορεί να ανατρέψει τη βάση διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 & Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd ν. Fiat Auto s.p.a.
(2000)1 Α.Α.Δ. 447). Συνεπώς, υποχρέωση των Αιτητών είναι να θέσουν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση (βλ. Βrink´s Mat Ltd v. Elcombe and Others
(1988)3 All E.R.188, Global Cruises S.A. and Others v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607). Έχοντας πλέον τις θέσεις και των δύο πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφαίνεται από τη δικαστική αξιολόγηση και απόφανση επί της διαφοράς ότι κανένα στοιχείο το οποίο οι Εναγόμενες υποστηρίζουν ότι η Ενάγουσα απέκρυψε δε θα μπορούσε να επενεργήσει στη δικαστική κρίση ανατρέποντας τη βάση των επίδικων διαταγμάτων. Μεγάλο μέρος δε των όσων εισηγούνται οι Εναγόμενες ότι αποτελούν απόκρυψη, δεν συνιστούν αποδεκτό και από τις δύο πλευρές πραγματικό υπόβαθρο, συνεπώς το Δικαστήριο δε δύναται να εξάξει οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα από αυτό, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Συνεπώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου επί αυτού του ζητήματος είναι ότι το παράπονο των Εναγόμενων δεν έχει έρεισμα. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 - Αιτητριών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. .............. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο