ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ν. ΑΓΑΠΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 44/24, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 44/24(
- ij)Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ Εναγόντων -και- 1. ΑΓΑΠΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ 2. ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΟΥΚΑΣ 3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενων --------------- (Αίτηση εναγομένου 2 για διαγραφή/απόρριψη απαίτησης ημερ.13/03/2024) Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο 2 - αιτητή: κα Χ. Αγρότου Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μιτσίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η οποία ξεκίνησε με την καταχώρηση εντύπου απαίτησης δυνάμει του Μ7Κ1
(1)(α) στις 30/01/24, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των τριών εναγόμενων ποσό περί τις €127.300 «.ως υπόλοιπο δανείου και/η χρέους και/η χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού και/η πιστωτικών διευκολύνσεων...και/η δυνάμει συμφωνίας δανείου». Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης που επισυνάπτεται στο έντυπο απαίτησης, η βάση του αγώγιμου δικαιώματος που προωθούν οι νυν ενάγοντες είναι κάποια συμφωνία που ισχυρίζονται ότι είχε συναφθεί στις 26/08/09 μεταξύ του του Νέου Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κάτω Βαρωσιών Λτδ και του εναγόμενου 1 για παραχώρηση στον τελευταίο δανείου και/η πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €210.000 υπό την προσωπική γραπτή εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3, με τους φερόμενους όρους των εν λόγω συμφωνιών να παρατίθενται λεπτομερώς στις παραγράφους 13 - 18 της έκθεσης απαίτησης. Σημειώνω εδώ ότι αποτελεί ισχυρισμό των εναγόντων ότι αυτοί έχουν, κατόπιν διαφόρων μετονομασιών και θεσμοθετημένων εξαγοράσεων / μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων που έλαβαν χώρα από τις 12/10/09 και εντεύθεν, αποκτήσει όλα τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί μέχρι εκείνη την ημερομηνία μεταξύ του Νέου Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Κάτω Βαρωσιών Λτδ και τρίτων προσώπων, περιλαμβανομένων και των επίδικων συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Είναι λοιπόν ειδικότερα η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι κατά τη λειτουργία του λογαριασμού που είχε δημιουργηθεί στη βάση της επίδικης συμφωνίας με τον εναγόμενο 1 πρωτοφειλέτη, είχε διαπιστωθεί ότι ο τελευταίος δεν τηρούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις σε σχέση με την αποπληρωμή των οφειλών του. Ως εκ τούτου, και αφού έγιναν επανειλημμένες εκκλήσεις τόσο προς τον τελευταίο όσο και προς τους εναγόμενους 2 και 3 εγγυητές για διευθέτηση των οφειλών χωρίς όμως να υπάρξει κάποιο θετικό αποτέλεσμα, ο επίδικος λογαριασμός και συμφωνία τερματίστηκαν γραπτώς στις 19/06/23 οπόταν και απαιτήθηκε όπως το τότε οφειλόμενο ποσό των €123.600,51 πληρωθεί άμεσα από όλους τους εναγόμενους. Όταν οι εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν το συγκεκριμένο ποσό αποφασίστηκε να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση. Στο σημείο αυτό, ενόψει των θεμάτων που εγείρονται με την υπό κρίση αίτηση, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 22 - 24 της έκθεσης απαίτησης που αφορά στα όσα κατά τους ενάγοντες έλαβαν χώρα πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης: «
- Οι ενάγοντες μέσον των Δικηγόρων τους με χωριστές επιστολές ημερομηνίας 18.12.23 απέστειλαν σε όλους τους εναγόμενους επιστολή απαίτησης γνωστοποιώντας τους ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €127.278,05 πλεόν τόκο προς 8,00% ετησίως επί του ποσού των €127.278,05 από 01.07.23 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα πλέον ΦΠΑ και επισυνάπτοντας τους με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν την απαίτηση, καλώντας τους να απαντήσουν εντός 14 ημερολογιακών ημερών από την λήψη της επιστολής παραδοχή ή μη παραδοχή της απαίτηση των εναγόντων.
- Προς απάντηση της πιο πάνω επιστολής ημερομηνίας 18.12.23 οι εναγόμενοι 1 και 2 μέσων των Δικηγόρων τους απέστειλαν απαντητικές επιστολές ημερομηνίας 19.01.23 με την οποία αρνούνταν ότι οφείλουν το ποσό της απαίτησης.
- Προς τούτο οι ενάγοντες μέσω των Δικηγόρων τους με χωριστές επιστολές απάντησαν στις απαντητικές επιστολές των εναγομένων 1 και 3 την 25.01.24 γνωστοποιώντας τους ότι το περιεχόμενο των απαντητικών επιστολών δεν γίνετε αποδεχτό καθότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται το οφειλόμενο ποσό και ενημερώνοντας τους ότι θα προχωρήσουν με δικαστικά μέτρα εναντίον τους» (η ορθογραφία και αρίθμηση των εναγομένων διατηρήθηκε αυτούσια) Αφού λοιπόν η απαίτηση επιδόθηκε στους 3 εναγόμενους οι τελευταίοι καταχώρισαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου, οι μεν εναγόμενοι 1 και 3 στις 09/02/24 μέσω κοινού δικηγόρου, ο δε εναγόμενος 2 στις 13/02/24 μέσω της νυν δικηγόρου του. Ακολούθως, ενώ οι εναγόμενοι 1 και 3 καταχώρισαν την υπεράσπισή τους στις 28/02/24 αναφέροντας στο εν λόγω δικόγραφο μεταξύ άλλων ότι παραδέχονται τη λήψη των επιστολών των εναγόντων ημερομηνίας 18/12/23, τις οποίες επιστολές χαρακτήρισαν ως μέτρα «Προδικαστηριακού Πρωτοκόλλου», η πλευρά του εναγόμενου 2 καταχώρισε στις 13/03/24 την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση των «Μ1, 3.1
(2)(μ), 3.1
(4), 3.1
(10), 3.2, 3.3, 3.9, 3.10
(5), 3.15, 16.12
(3), 22.1
(1)(α), 23, 24.6
(1)(β), 32, του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου», όπως διαγραφεί και/ή απορριφθεί η χρηματική απαίτηση εναντίον του εναγόμενου 2 με έξοδα υπέρ του τελευταίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 που υποστηρίζει την αίτηση, ο τελευταίος έχει εδώ και 13 χρόνια εγκαταλείψει τη διεύθυνση που αναφέρεται στο έντυπο απαίτησης σε σχέση με το πρόσωπο του και «το γεγονός αυτό το κοινοποίησα στη ΣΠΕ στα πλαίσια παλαιότερης διευθέτησης που είχα μαζί τους μέσω της επαγγελματικής ιδιότητας της συζύγου μου ως δικηγόρου. Εξ' ου και για σκοπούς επίδοσης της παρούσας υπόθεσης είχαν τα στοιχεία της συζύγου μου και επικοινώνησαν μαζί της». Ο λόγος δε για τον οποίο ο εναγόμενος 2 θεωρεί ότι η απαίτηση σε σχέση με εκείνον θα πρέπει να απορριφθεί, είναι αφ' ενός διότι ενώ οι ενάγοντες δεν του είχαν στείλει ποτέ οποιαδήποτε επιστολή πριν την καταχώρηση της απαίτησης, εντούτοις κατά παράβαση της Δήλωσης Αλήθειας που συνοδεύει το δικόγραφο των εναγόντων, αναφέρεται ψευδώς στην έκθεση απαίτησης ότι εκείνος είχε απαντήσει σε τέτοιες επιστολές, και αφ' ετέρου διότι με το να μην του στείλουν ποτέ οποιαδήποτε επιστολή πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης και με το να μην επισυνάψουν στην έκθεση απαίτησης αντίγραφα των κατ' ισχυρισμών επίδικων συμφωνιών, οι ενάγοντες έχουν παραβιάσει τα προδικαστικά πρωτόκολλα και τους σχετικούς Κανονισμούς που επιβάλλουν την τήρηση τους. Θεωρεί συνεπώς ο εναγόμενος 2, ο οποίος ισχυρίζεται και ότι η δικηγόρος του είχε προσπαθήσει στην πορεία να εξασφαλίσει μέσω των δικηγόρων των εναγόντων όλα τα έγγραφα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση, ότι έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε μια υπόθεση η οποία κατ' εκείνον εσφαλμένα ηγέρθη εναντίον του και λόγω παραγραφής, δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής. Όταν η πλευρά των εναγόντων και του εναγόμενου 2 εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο στις 15/04/24 για σκοπούς της ΑΔΟ σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση, αναφέρθηκε από πλευράς εναγόντων, κατόπιν διευκρινίσεων που ζήτησε το Δικαστήριο, αφ' ενός ότι η αναφορά στις παραγράφους 23 και 24 στην Ε/Α ότι ο εναγόμενος 2 είχε απαντήσει στις προδικαστικές επιστολές συνιστούσε καλόπιστο τυπογραφικό λάθος και αυτό ήταν φανερό από τις μετέπειτα αναφορές που γίνονταν ως προς το ότι οι συγκεκριμένες απαντητικές επιστολές αφορούσαν στους εναγόμενους 1 και 3, ενώ όσον αφορά τα έγγραφα που η πλευρά του εναγόμενου 2 ισχυριζόταν ότι δεν της είχαν παραδοθεί με την απαίτηση, αυτά, αν και κατά τους ενάγοντες είχαν δεόντως κοινοποιηθεί, εντούτοις θα μπορούσαν να παραδοθούν και τώρα ώστε να μπορεί να ετοιμαστεί η υπεράσπισή του εν λόγω εναγόμενου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίθηκε ορθό όπως δοθεί χρόνος προκειμένου να γίνουν οι ενέργειες που αναφέρθηκαν ότι μπορούσαν να γίνουν ώστε να μην χρειαστεί να συνεχίσει η προώθηση της παρούσας αίτησης. Στις 24/06/24 η συνήγορος του εναγόμενου 2 ανέφερε ότι στα πλαίσια επικοινωνίας που είχε με τον αντίδικο συνάδελφό της είχε λάβει από τον τελευταίο διάφορα έγγραφα τα οποία φέρονταν να συνιστούν συμφωνία δανείου ημερομηνίας 26/08/09 που είχε συνάψει ο εναγόμενος 1 καθώς επίσης και συμφωνίες εγγύησης ημερομηνίας 28 - 29/08/09 που είχαν συνάψει οι εναγόμενοι 2 και
- Κατά τη συνήγορο όμως, επειδή η πλευρά του εναγόμενου 2 θεωρούσε ότι αυτά δεν ήταν τα μόνα έγγραφα που έπρεπε να είχαν παραδώσει οι ενάγοντες και επειδή εξακολουθούσε να παραμένει ως μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών των τελευταίων η θέση ότι o εναγόμενος 2 είχε απαντήσει γραπτώς στους ενάγοντες πριν την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης ενώ αυτό είχε ήδη αναφερθεί ότι συνιστούσε λάθος, αποφασίστηκε όπως η παρούσα αίτηση προωθηθεί κανονικά για ακρόαση. Ενόψει της δήλωσης αυτής της πλευράς του εναγόμενου 2, καθορίστηκε από το Δικαστήριο σχετικό χρονοδιάγραμμα το οποίο προνοούσε, ως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, ότι η ακρόαση της αίτησης θα γίνονταν στις 18/09/24 με γραπτές αγορεύσεις, ότι τυχόν ένσταση από τους ενάγοντες θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 10/09/24, ότι τυχόν συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς του εναγόμενου 2 θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 12/09/24 και ότι τυχόν συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς εναγόντων θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι 16/09/
- Η πλευρά των εναγόντων καταχώρησε στις 10/09/24 την ένσταση της στην υπό κρίση αίτηση του εναγόμενου 2 προβάλλοντας 20 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων, οι τελευταίοι είχαν στείλει στην τελευταία γνωστή σε εκείνους διεύθυνση όλων των εναγομένων επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας στις 19/06/23 (Τεκ.1) και καθώς επίσης και σχετική επιστολή απαίτησης στις 18/12/23 (Τεκ. 2). Οι εν λόγω επιστολές, σημειώνω, φέρονται σε σχέση με τον εναγόμενο 2 να αποστέλλονται στη διεύθυνση που αναφέρεται στο έντυπο απαίτησης να είναι η διεύθυνση του τελευταίου. Κατά τους ενάγοντες, οι αναφορές που γίνονται στην Ε/Α σε σχέση με απαντητικές επιστολές που έστειλε ο εναγόμενος 2 συνιστούν καλόπιστα τυπογραφικά λάθη, όπως άλλωστε δηλώθηκε και στο Δικαστήριο, και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης αλλά και από το γεγονός ότι με την υπεράσπιση που καταχώρισε ο εναγόμενος 3, ο τελευταίος έχει πλήρως αντιληφθεί ότι είναι σε εκείνον που αφορούσαν οι συγκεκριμένες επίμαχες αναφορές. Όλα τα πιο πάνω, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, είχαν επιχειρηθεί να εξηγηθούν στην πλευρά του εναγόμενου 2 πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, όμως η τελευταία δήλωνε απρόθυμη να τα δεχθεί, προφανώς για να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί αθέμιτα την περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ούτε το προδικαστικό πρωτόκολλο έχει παραβιαστεί αλλά ούτε και έχουν επηρεαστεί δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του εναγόμενου 2, ιδιαίτερα εφόσον του αποστάληκαν στις 19/06/24 όλα τα έγγραφα που κατά τον τελευταίο έπρεπε με βάση τους Κανονισμούς να του είχαν αποσταλεί προηγουμένως. Τίποτα λοιπόν κατά τους ενάγοντες δεν δικαιολογεί την επιτυχία της παρούσας αίτησης του εναγόμενου 2, ο οποίος είναι εκείνος που στην πραγματικότητα παραβιάζει τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών εγείροντας και προωθώντας μια άσκοπη διαδικασία που απλά καθυστερεί την υπόθεση και την επιβαρύνει με αχρείαστα έξοδα. Σημειώνω εδώ ότι προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών τους οι ενάγοντες επισυνάπτουν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, ένορκη δήλωση από τη δικηγορική υπάλληλο που φέρεται να ετοίμασε και να απέστειλε επιστολή απαίτησης προς τον Εναγόμενο 2 στις 18/12/23 μέσω κανονικού ταχυδρομείου, ηλεκτρονικό μήνυμα που απεστάλη προς τη δικηγόρο του εναγόμενου 2 στις 19/06/24 με επισυνημμένα αντίγραφα των συμφωνιών δανείου και εγγύησης που αναφέρονται στην απαίτηση, και την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων που έλαβε χώρα μεταξύ των δικηγόρων κατά την περίοδο 19/06/24 και 06/09/24 στα πλαίσια της οποίας οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν προς τη δικηγόρο του εναγόμενου 2 και την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από 01/09/09 μέχρι την 30/06/23, αλλά και την επιστολή ημερομηνίας 19/06/23 με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ειδοποίησαν τον εναγόμενο 2 για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Η πλευρά του εναγόμενου 2 αποφάσισε να καταχωρήσει απάντηση στις ανωτέρω θέσεις των εναγόντων οπόταν καταχώρησε στις 13/09/24 και ώρα και 09:11π.μ. σαρωμένη ένορκη δήλωση του τελευταίου, η οποία έφερε πιστοποίηση από αρμόδιο πρωτοκολλητή ότι είχε υπογραφτεί ενώπιον του την προηγούμενη μέρα, 12/09/24, και ώρα 11:05π.μ., στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Με τη δήλωση αυτή ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί διότι προέρχεται από πρόσωπο που δεν έχει σχέση με την ενάγουσα, έστω και αν το πρόσωπο αυτό αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ότι παρά τις περί αντιθέτου θέσεις των εναγόντων ουδέποτε του στάληκαν οι επιστολές που ισχυρίζονται οι τελευταίοι ότι είχαν σταλεί, ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της απαίτησης τους δεν επιχειρήθηκαν ποτέ να καταδειχθούν με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, δηλαδή μέσω αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, και ότι παρά την αποστολή κάποιων αναγκαίων εγγράφων εντούτοις ακόμη δεν αποκάλυψαν και δεν απέστειλαν οι ενάγοντες όλα τα σχετικά έγγραφα που είναι απαραίτητα για να μπορέσει να καταρτιστεί η υπεράσπισή του (περιγράφονται διάφορα έγγραφα της Παρ.12). Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνήγορους των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαία. Επί του παρόντος όμως περιορίζομαι να αναφέρω ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά των εναγόντων ζήτησε όπως η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 αγνοηθεί ως καταχωρηθείσα εκπρόθεσμα, δηλαδή μία μέρα μετά την ημερομηνία που καθόρισε για τον σκοπό αυτόν το Δικαστήριο (12.09.24), ενώ η πλευρά του τελευταίου, υποστηρίζοντας ότι η ένορκη δήλωση είχε όντως γίνει εντός προθεσμίας αλλά λόγω τεχνικού προβλήματος με το σύστημα δεν μπόρεσε να καταχωρηθεί την ίδια μέρα, ζήτησε όπως θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε νομότυπα και όπως ληφθεί πλήρως υπόψη. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και σημειώνω τα εξής Παρά το ότι αμφότερες οι πλευρές επικαλούνται τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών για να υποστηρίζουν τις θέσεις τους με γνώμονα το ότι η εφαρμογή και τήρηση των προνοούμενων προδικαστηριακών πρωτόκολλων αποσκοπεί ακριβώς στην προώθηση και επίτευξη του πρωταρχικού σκοπού[1], εντούτοις στο τέλος κατέληξαν και οι δύο να ενεργούν εντελώς αντίθετα με τον σκοπό αυτό. Εξηγώ.. Όσον αφορά τα προδικαστηριακά πρωτοκόλλα, στο εγνωσμένου κύρους νομικό σύγγραμμα BLACKSTONE'S CIVIL PRACTICE 2019, αναφέρεται στις σελίδες 138 μέχρι 142 σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής των αγγλικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι είναι όμοιοι με τους κυπριακούς Κανονισμούς, ότι τα προδικαστικά πρωτόκολλα αποσκοπούν στο να θέσουν κάποια γενική καθοδήγηση ως προς την προδικαστική συμπεριφορά που αναμένεται συνήθως και εύλογα να ακολουθείται πριν την έναρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας ώστε να ενθαρρύνεται η από νωρίς ανταλλαγή όλων των πληροφοριών που περιβάλλουν μια ενδεχόμενη απαίτηση και αυτό ώστε να επιτρέψουν στους διάδικους να αποφύγουν τις δικαστικές διαδικασίες διευθετώντας εξωδικαστικά τη διαφορά τους. Μάλιστα δε, αναφέρεται εκεί και ότι αν όντως υπάρξει τέτοια εξωδικαστική διευθέτηση τότε αυτό που αναμένεται να γίνει είναι ότι ο εναγόμενος θα πληρώσει στον Ενάγοντα τα εύλογα έξοδα που προέκυψαν ως τότε ενώ σε διαφορετική περίπτωση τα πρωτόκολλα θα βοηθήσουν στην αποτελεσματικότερη διαχείριση της δικαστικής διαδικασίας. Ο ειδικότερος σκοπός των προδικαστηριακών πρωτοκόλλων είναι να βοηθήσουν τον κάθε διάδικο να καταλάβει την υπόθεση της άλλης πλευράς, να αποφασίσει πώς να προχωρήσει, να προσπαθήσει να διευθετήσει τα επίδικα θέματα εξωδικαστικά, να καταστήσει αποτελεσματικότερη τη διαχείριση της υπόθεσης και να μειώσει τα περιττά έξοδα. Επισημαίνω εδώ ότι οι συγκεκριμένες αναφορές του Blackstone's αντικατοπτρίζονται πλήρως στο λεκτικό των προνοιών του κυπριακού Μ.3 Κ.9 -
- Όπως λοιπόν επισημαίνεται περαιτέρω στον Blackstone's, η συμμόρφωση με τα πρωτόκολλα δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέρος τακτικής για να εξασφαλιστούν άδικα πλεονεκτήματα υπέρ ή εναντίον της κάθε πλευράς και το Δικαστήριο που εξετάζει τη συμμόρφωση με τα εν λόγω πρωτόκολλα δεν θα το απασχολήσουν τυχόν επουσιώδεις ή τεχνικές παραβίασης τους, μεταξύ άλλων διότι εκείνο το οποίο απασχολεί το Δικαστήριο που καλείται να επιβάλλει κυρώσεις για την παράβαση των πρωτοκόλλων είναι οι συνέπειες που οι εν λόγω παραβάσεις συνεπάγονται για την «αναίτια» πλευρά. Ως εκ τούτου, οι εξουσίες που έχει το Δικαστήριο για επιβολή κυρώσεων λόγω παραβιάσεων των προδικαστηριακών πρωτόκολλων είναι ευρείες και αν επιβληθούν, παραμένουν σε ισχύ μέχρις ότου υπάρξει είτε συμμόρφωση, είτε άλλης μορφής δικαστική απαλλαγή από αυτές. Επισημαίνω εδώ επίσης ότι στον Blackstone's παρατίθενται διάφορα παραδείγματα κυρώσεων που δύναται να επιβληθούν από το Δικαστήριο για παραβιάσεις των προδικαστηριακών πρωτοκόλλων και αυτές περιλαμβάνουν, ως επί το πλείστο, διαταγές σε σχέση με τα έξοδα της υπόθεσης ή, σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, ακόμη και αναστολή της διαδικασίας μέχρι να υπάρξει συμμόρφωση. Τονίζεται όμως ότι σκοπός όλων αυτών των κυρώσεων είναι να επιτευχθεί ο σκοπός του πρωτοκόλλου και όχι να δημιουργηθούν άδικα πλεονεκτήματα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. Με άλλα λόγια, το θέμα της μη συμμόρφωσης με τα προδικαστηριακά πρωτόκολλα συνιστά θέμα που όχι μόνο θα πρέπει κάθε φορά να εξετάζεται με βάση τις ιδιαιτερότητες και τις ιδιομορφίες της κάθε υπόθεσης αλλά και το οποίο θα πρέπει να προσεγγίζεται με γνώμονα το ότι η επιβολή κυρώσεων για τέτοιες παραβιάσεις δεν αποσκοπεί στο να επιτευχθεί «τεχνική νίκη ή ήττα ενός διαδίκου» σε σχέση με την ουσία της επίδικης διαφοράς αλλά στο να εξυπηρετηθεί ο σκοπός του πρωτοκόλλου, ήτοι να μπορέσει να γίνει αποτελεσματικότερη διαχείριση της δικαστικής διαδικασίας αν η υπόθεση δεν μπορεί να διευθετηθεί. Αυτό άλλωστε επιβάλλει και το Μ.3 Κ.10[2] Επιπρόσθετα τώρα των πιο πάνω και όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, η οποία, ως ανέφερα, φέρεται να αφορά σε απαίτηση που εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, το Μ.16 Κ.12
(3)αναφέρει ότι: «
(3)Όταν απαίτηση βασίζεται σε γραπτή συμφωνία: (α) αντίγραφο της σύμβασης ή ανταλλαγής επικοινωνίας ή εγγράφων, τα οποία συνιστούν τη συμφωνία πρέπει να επισυνάπτονται στην ή επιδίδονται με την έκθεση απαίτησης και το πρωτότυπο ή τα πρωτότυπα πρέπει να είναι διαθέσιμα κατά την ακρόαση· και (β) πρέπει επίσης να επισυνάπτονται οποιοιδήποτε γενικοί όροι πώλησης, οι οποίοι ενσωματώνονται στη σύμβαση (αλλά όταν η σύμβαση ή τα έγγραφα, τα οποία συνιστούν τη συμφωνία είναι ογκώδη, η επισύναψη ή επίδοση μόνο των σχετικών μερών της σύμβασης ή των εγγράφων, συνιστά συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό).» Είναι θεωρώ προφανές ότι η ανωτέρω υποχρέωση που επιβάλει ο συγκεκριμένος Κανονισμός αποσκοπεί ακριβώς, ώστε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία στην αντίδικη πλευρά ως προς το ποια είναι η βάση επί της οποίας εδράζεται η απαίτηση και για την οποία θα πρέπει, αν αυτή είναι η πρόθεση, να καταχωρηθεί υπεράσπιση. Πρόκειται δηλαδή ουσιαστικά για ακόμη μια διαδικασία η οποία, όπως και τα προδικαστηριακά πρωτόκολλα, αποσκοπεί στο να διεξάγονται οι δικαστικές διαδικασίες με «ανοικτά χαρτιά» και κατά τρόπο δίκαιο, με αναλογικό κόστος και ισότητα μεταξύ των μερών. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω λοιπόν σημειώνω τα εξής σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Κατά πρώτο, όσον αφορά το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της απαντητικής Ε/Δ της πλευράς του εναγόμενου 2, αυτή έχει όντως καταχωρηθεί μετά την προθεσμία που καθόρισε το Δικαστήριο. Θεωρώ όμως ότι λαμβανομένου υπόψη ότι η συγκεκριμένη Ε/Δ είχε καταρτιστεί και εκτελεστεί ενώπιον Πρωτοκολλητή εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ότι το εκπρόθεσμο της αφορούσε σε «μία μόνο μέρα», ότι αμέσως μετά την καταχώριση της επιδείχθηκε σπουδή στο να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί το εκπρόθεσμο της και ότι καμία αδικία ή δυσχέρεια δεν προβάλλεται από πλευράς εναγόντων να τους έχει προκληθεί συνεπεία της παράβασης αυτής, κρίνω ότι η συγκεκριμένη παράβαση δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια επουσιώδης τεχνική παράβαση για την οποία δικαιολογείται η απαλλαγή από οποιαδήποτε κύρωση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το Μ.3 Κ.6 σε σχέση με το εκπρόθεσμο της συγκεκριμένης Ε/Δ, η οποία κατ' επέκταση θα ληφθεί κανονικά υπόψη. Κατά δεύτερο και όσον αφορά τη θέση του εναγόμενου 2 ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν το προδικαστηριακό πρωτόκολλο που επέβαλλε να του αποστείλουν επιστολή απαίτησης πριν την αγωγή, υπενθυμίζω ότι ο ουσιαστικός σκοπός του συγκεκριμένου πρωτοκόλλου είναι να δοθεί στον προτιθέμενο εναγόμενο η ευκαιρία, είτε να δηλώσει ότι αμφισβητεί την απαίτηση για συγκεκριμένους και λεπτομερείς λόγους είτε να δηλώσει ότι την αποδέχεται και να επιχειρήσει την εξώδικη διευθέτησή της[3]. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ενόρκως, μέσω του φερόμενου ως άμεσα εμπλεκόμενου προσώπου, ότι έστειλαν την προβλεπόμενη επιστολή σε συγκεκριμένη διεύθυνση που θεωρούσαν ότι διαμένει ο εναγόμενος 2. Ο τελευταίος ισχυρίζεται, επίσης ενόρκως, ότι έχει προ πολλού εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη διεύθυνση και ότι είχε προ ετών ειδοποιήσει προφορικά τους ενάγοντες για την αλλαγή στη διεύθυνση του κάτι το οποίο οι τελευταίοι προφανώς δεν το αποδέχονται. Με άλλα λόγια, όσο πιθανός είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με το προδικαστηριακό πρωτόκολλο τόσο πιθανός είναι και ο εκ διαμέτρου αντίθετος ισχυρισμός των τελευταίων. Στο παρόν στάδιο όμως το Δικαστήριο ούτε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας προβαίνει αλλά ούτε και κρίνεται υπό τις περιστάσεις αναγκαίο να γίνει η οποιαδήποτε αξιολόγηση των αντιμαχόμενων ισχυρισμών και αυτό γιατί είτε οι ενάγοντες έστειλαν τη συγκεκριμένη επιστολή σε συμμόρφωση με το πρωτόκολλο είτε όχι, ο εναγόμενος 2, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, όχι μόνο δεν θα την παραλάμβανε στη διεύθυνση που αυτή στάληκε, αν στάληκε, αλλά ούτε και πρόθεση είχε ή έχει να αποδεχτεί την απαίτηση τους. Και βεβαίως, εφόσον ο ισχυρισμός του εναγόμενου περί αλλαγής της διεύθυνσης του παρουσιάζεται από τον ίδιο να άπτεται και του ισχυρισμού των εναγόντων αναφορικά με το νόμιμο του τερματισμού των επίδικων συμφωνιών, το συγκεκριμένο ζήτημα πολύ πιθανόν να καταλήξει να συνιστά επίδικο θέμα της ουσίας της υπόθεσης και επομένως δεν δύναται να προαποφασιστεί από τώρα και δη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή, τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος 2 στο παρόν στάδιο αναφορικά με μη τήρηση του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου από τους ενάγοντες, ακόμα και αν ευσταθούν, δεν μπορούν να οδηγήσουν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις στην επιβολή της δραστικής κύρωσης που αυτός αιτείται, ήτοι στην απόρριψη της αγωγής. Αντιθέτως, όπως ήδη ανέφερα, η απόρριψη της αγωγής λόγω μη συμμόρφωσης με προδικαστηριακό πρωτόκολλο δεν φαίνεται να συνιστά μία από τις «διαθέσιμες» κυρώσεις για τέτοιες περιπτώσεις, αν μη τι άλλο διότι δεν είναι αυτός ο σκοπός των συγκεκριμένων πρωτοκόλλων. Σε κάθε περίπτωση όμως, αν ο εναγόμενος 2 θέλει πραγματικά να επιτευχθεί ο σκοπός του πρωτοκόλλου, τότε αυτό μπορεί εύκολα να το πετύχει κατά τα περαιτέρω στάδια της υπόθεσης όπου με τις ανάλογες διαδικασίες μπορεί και να εξασφαλίσει πλήρεις λεπτομέρειες και έγγραφα σε σχέση με την επίδικη απαίτηση αλλά και να προβεί και σε προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της. Κατά τρίτο και όσον αφορά τη θέση του εναγόμενου 2 ότι οι ενάγοντες δεν του κοινοποίησαν μαζί με την Ε/Α που ενσωματώνεται στο έντυπο απαίτησης αντίγραφα των επίδικων συμβάσεων με τους όρους τους, σημειώνω ότι από τα έγγραφα που έχουν μέχρι σήμερα καταχωρηθεί στο σύστημα, η θέση αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι ορθή. Παρά ταύτα, οι ενάγοντες έχουν παραθέσει στην Ε/Α εκτενείς λεπτομέρειες των επίδικων συμβάσεων και των όρων τους ενώ πριν από την ακρόαση της παρούσας αίτησης είχαν αποστείλει στην πλευρά του εναγόμενου 2, ως είναι κοινώς αποδεκτό, και αντίγραφα των επίδικων συμβάσεων, και την πλήρη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού αλλά και την φερόμενη επιστολή τερματισμού. Τα έγγραφα αυτά όμως, επισημαίνω, είναι πολύ περισσότερα απ' όσα το Μ.16 Κ.12
(3)επιβάλλει να αποστέλλονται στο παρόν στάδιο και το γεγονός ότι η πλευρά του εναγόμενου 2 θεωρεί ουσιαστικά ότι θα πρέπει να γίνει από τώρα γενική αποκάλυψη των εγγράφων της άλλης πλευράς, είναι, με κάθε σεβασμό, αδικαιολόγητο. Οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να κοινοποιήσουν τα έγγραφα που συνιστούν τη συμφωνία που ισχυρίζονται ότι αποτελεί τη βάση για την απαίτηση τους και αυτή είναι και η έκταση της εξουσίας που έχει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο προκειμένου να τους αναγκάσει να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους αυτή. Οτιδήποτε περισσότερο όμως στο παρόν στάδιο θα συνιστούσε κατά τη κρίση μου απόδοση άδικου πλεονεκτήματος προς όφελος του εναγόμενου 2 και σε βάρος των εναγόντων και το αναφέρω αυτό υπενθυμίζοντας και επισημαίνοντας και τις υποχρεώσεις που και ο εναγόμενος 2 έχει απέναντι στους ενάγοντες σε σχέση με την υπεράσπιση που θα επιλέξει να προωθήσει[4]. Αφ' ης στιγμής λοιπόν οι ενάγοντες έχουν εφοδιάσει την πλευρά του εναγόμενου 2 με τα έγγραφα που έπρεπε με βάση τους Κανονισμούς να την εφοδιάσουν μέχρι αυτό το στάδιο της υπόθεσης, κρίνω ότι ουδόλως δικαιολογείται η επιμονή στην περαιτέρω προώθηση αυτής της πτυχής της παρούσας αίτησης. Άλλωστε, ακόμη και να μην υπήρχε συμμόρφωση από πλευράς εναγόντων, η απόρριψη της απαίτησης εξ' ολοκλήρου δεν θα συνιστούσε μορφή ενδεδειγμένης κύρωσης υπό τις περιστάσεις[5]. Αντιθέτως, η μόνη κύρωση που θα ήταν δίκαια και θα δικαιολογείτο υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης να επιβληθεί θα ήταν απλά η αναστολή της διαδικασίας μέχρι να παραδοθούν τα προβλεπόμενα έγγραφα και αυτό είναι ουσιαστικά και το τι έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση από την ημέρα που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Το αναφέρω αυτό διότι αν και ο εναγόμενος 2 καταχώρησε εμφάνιση στις 13/02/24 εντούτοις μέχρι σήμερα κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί εναντίον του στη βάση του ότι δεν έχει ακόμη καταχωρήσει υπεράσπιση και αυτό διότι καταχωρήθηκε η παρούσα διαδικασία. Τέλος και όσον αφορά το θέμα της αναφοράς στις παραγράφους 23 και 24 της Ε/Α σε «απαντητική επιστολή» του εναγόμενου 2, δεν μπορεί καθόλου να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο η πλευρά του εναγόμενου εξακολουθεί να επιμένει με ιδιαίτερο σθένος στην επί του προκειμένου θέση της από τη στιγμή που οι ενάγοντες έχουν δηλώσει και ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του συνηγόρου τους αλλά και ενόρκως ότι οι συγκεκριμένες αναφορές είναι εσφαλμένες και ότι θα πρέπει να διαβάζονται ως αφορώσες τον εναγόμενο 3 και όχι τον εναγόμενο 2. Αν μη τι άλλο, απλή ανάγνωση του συνόλου των συγκεκριμένων δύο παραγράφων της Ε/Α φανερώνει ξεκάθαρα ότι όντως φαίνεται να υπάρχει κάποιο λεκτικό σφάλμα στις επίμαχες αναφορές και το οποίο όμως, εφόσον έχουν δοθεί οι ανάλογες διευκρινίσεις, μπορεί εκ της φύσης του να διορθωθεί, όχι κατ' ανάγκη με αίτηση τροποποίησης η οποία θα συνεπάγεται την πρόκληση αχρείαστων εξόδων και ταλαιπωρίας για όλους τους διαδίκους, αλλά μέσω της άσκησης των γενικών εξουσιών που έχει το Δικαστήριο δυνάμει του Μ.3 Κ.1
(2)(μ)[6]. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη των σχετικών διευκρινίσεων που έχει δώσει η πλευρά των εναγόντων, οι οποίες διευκρινίσεις συμφωνούν και με τη πραγματική (factual) θέση του εναγόμενου 2 αλλά και με τη δικογραφημένη θέση του εναγόμενου 3, δίδονται οδηγίες όπως από τούδε και στο εξής, οι αναφορές που γίνονται στις παραγράφους 23 και 24 της Ε/Α σε σχέση με τον εναγόμενο 2, θα διαβάζονται ως αναφορές σε σχέση με τον εναγόμενο 3 και καθαρά για σκοπούς πληρότητας και σαφήνειας θα δοθούν και οδηγίες για επανακαταχώρηση ανάλογα διορθωμένου κειμένου της Ε/Α. Για όλους συνεπώς τους πιο πάνω λόγους η παρούσα αίτηση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Διορθωμένο κείμενο της Ε/Α ως ανωτέρω αναφέρεται να καταχωρηθεί στο σύστημα εντός 3 ημερών. Όσον αφορά την καταχώριση υπεράσπισης από πλευράς εναγόμενου 2, η προθεσμία που προνοούν οι Κανονισμοί θα ξεκινήσει να μετρά από την ημέρα που θα καταχωρηθεί το διορθωμένο κείμενο της Ε/Α. Η πλευρά του εναγόμενου 3 δεν χρειάζεται να επανακαταχωρήσει το δικόγραφο της. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, λαμβανομένης υπόψη της έκβασης της αίτησης αλλά και της στάσης που αμφότερες οι πλευρές επέδειξαν κατά την εκδίκαση της, η οποία στάση δυστυχώς περιέπλεξε τη διαδικασία παρά να τη διευκολύνει, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως διατάξω την κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ)................................... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Μ.3 Κ.9 [2]
(2)Όταν ένα μέρος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της παρούσας Ενότητας ή συγκεκριμένου προδικαστηριακού πρωτοκόλλου και εγείρεται δικαστική διαδικασία, το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τέτοια παράλειψη κατά την άσκηση των εξουσιών του, δυνάμει του Μέρους 28 ή του Μέρους 39 ή όταν αποφασίζει κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις.
(3)Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο εξετάζει την επιβολή κυρώσεων όπως προνοείται στην παράγραφο
(2)οι συνέπειες που είχε η μη συμμόρφωση στο άλλο μέρος συνιστούν σχετικό παράγοντα.
(4)Όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου, η μη συμμόρφωση με την παρούσα Ενότητα ή πρωτόκολλο έχει οδηγήσει σε έναρξη δικαστικής διαδικασίας, η οποία διαφορετικά δεν θα χρειαζόταν να είχε ξεκινήσει, ή έχει οδηγήσει στη δημιουργία εξόδων, τα οποία διαφορετικά δεν θα είχαν δημιουργηθεί, το δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα όπως αυτό κρίνει δίκαιο ώστε να μην τεθεί το ανυπαίτιο μέρος σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν υπήρχε συμμόρφωση, περιλαμβανομένου διατάγματος που διατάζει το μέρος, το οποίο βρίσκεται σε παράβαση, να καταβάλει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της διαδικασίας ή του άλλου μέρους ή μερών..
(7)Τα μέρη σε απαίτηση η οποία ηγέρθη μετά την έναρξη ισχύος σχετικού πρωτοκόλλου και τα οποία έχουν με ενέργειές τους πριν από την ημερομηνία αυτή, επιτύχει τους σκοπούς, στους οποίους στοχεύουν οι πρόνοιες του πρωτοκόλλου αυτού, δεν χρειάζεται να πραγματοποιήσουν περαιτέρω βήματα προς συμμόρφωση. [3] Βλ. Μ.3 Παράρτημα Ι - Τύπος Ι : Πρωτόκολλο I - Απαίτηση για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό [4] Βλ. Μ.16 Κ.7 [5] Βλ. επίσης Μ.3 Κ.8 Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα [6] 3.1
(2)Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται: (μ) να πραγματοποιεί οποιοδήποτε άλλο βήμα ή να εκδίδει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα με σκοπό τη διαχείριση της υπόθεσης και την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού, περιλαμβανομένης της υλοποίησης ενεργειών με στόχο την υποβοήθηση των διαδίκων στη διευθέτηση της υπόθεσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο