← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1786/20, 26/9/2024

ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1786/20, 26/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1786/20 Μεταξύ:

  1. ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  2. ΑΝΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόντων -και- IACOVOU BROTHERS (DEVELOPMENT) LIMITED Εναγόμενων --------------- (Αίτημα εναγόντων δυνάμει του Κ.4 των περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών 35/2022 για χορήγηση άδειας για καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης τροποποίησης) Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Α. Αργυρού για Ν. Πιριλλίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για εναγόμενους- καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, οι οποίοι είναι αντρόγυνο που διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καταχώρισαν την παρούσα αγωγή με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 14/10/20 ζητώντας όπως εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία, ν' αναγνωρίζεται αφ' ενός ότι όσον αφορά συγκεκριμένη συμφωνία που είχαν συνάψει με τους εναγόμενους στις 11/12/05 για αγορά «γης και κατοικίας», αυτοί, σε αντίθεση με τους εναγομένους, τήρησαν όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, και αφ' ετέρου να επιδικάζονται προς όφελος τους και εναντίον των εναγομένων «.γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους €110.000 σύμφωνα με τη διαφορά της αξίας της Μειωθείσας Γης και της Αγορασθείσας Γης και της επιζήμιας επίδρασης επί της αγοραίας αξίας της Οικίας κατά ή περί τον Ιούνιο του 2017 και/ή ύψους €100.000 σύμφωνα με τη διαφορά της αξίας της Μειωθείσας Γης και της Αγορασθείσας Γης και της επιζήμιας επίδρασης επί της αγοραίας αξίας της Οικίας κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012.». Εν συντομία, οι ισχυρισμοί που οι ενάγοντες προβάλλουν μέσω της έκθεσης απαίτησης τους είναι οι εξής. Στις 11/12/05 οι ενάγοντες σύναψαν συμφωνία με τους εναγόμενους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας, για την αγορά συγκεκριμένης κατοικίας που θα ανεγειρόταν στα πλαίσια αναπτυξιακού έργου που θα εκτελούσαν οι τελευταίοι επί συγκεκριμένου τεμαχίου γης, έναντι του ποσού των ΛΚ470.
  3. Θέση των εναγόντων είναι ότι η συγκεκριμένη συμφωνία προνοούσε ότι η αγορασθείσα «γη και κατοικία» (εφ' εξής το ακίνητο) θα ήταν συνολικού εμβαδού 1006 τ.μ, ότι αν και ήταν δυνατό να υπάρξουν αλλαγές στα αρχιτεκτονικά σχέδια του έργου εντούτοις οι αλλαγές αυτές θα ήταν επιτρεπτές νοουμένου ότι δεν θα επηρέαζαν ουσιωδώς το συνολικό εμβαδό του ακινήτου και θα συμφωνούνταν γραπτώς μεταξύ των διαδίκων, ότι η παράδοση κατοχής του ακινήτου θα λάμβανε χώρα την 31/03/07 και ότι εντός εύλογου χρόνου από την υπογραφή της συμφωνίας και σε κάθε περίπτωση εντός δύο ετών από την παράδοση κατοχής του ακινήτου, οι εναγόμενοι θα προέβαιναν σε όλα τα απαραίτητα μέτρα για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, επειδή μέχρι τις 02/02/15 δεν είχε εκδοθεί ακόμη ξεχωριστός τίτλος σε σχέση με το ακίνητο, αυτοί έστειλαν μέσω των δικηγόρων τους επιστολή προς τους εναγόμενους επισημαίνοντας τους την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Όταν όμως και στις 06/05/15 η κατάσταση εξακολουθούσε να παραμένει η ίδια, οι ενάγοντες έστειλαν νέα επιστολή με την οποία καλούσαν τους εναγόμενους όπως εντός 15 ημερών συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Περί το 2017 οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες όπως προβούν σε ενυπόγραφη δήλωση συγκατάθεση στο Κτηματολόγιο ώστε να μπορέσει να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το ακίνητο. Με επιστολή όμως που οι ενάγοντες έστειλαν στις 20/06/17, οι τελευταίοι αρνήθηκαν να προβούν στη συγκεκριμένη δήλωση - συγκατάθεση διότι κατ' εκείνους παραβίαζε τη συμφωνία του 2005 εφόσον προνοούσε για ουσιώδη μείωση του εμβαδού του ακινήτου. Θέση των εναγόντων ήταν ότι με τη συγκεκριμένη δήλωση - συγκατάθεση που ζητούσαν οι εναγόμενοι, «.η γη και/ή τμήμα αυτής παρακείμενο προς τον αιγιαλό και/ή την ακτή δεν θα αποτελούσε πλέον μέρος του ακινήτου και/ή της νέας άδειας οικοδομής του ακινήτου και/ή της οικιστικής ανάπτυξης ως είχε συμφωνηθεί δυνάμει του αγοραπωλητηρίου». Ειδικότερα, σύμφωνα με σχετική έκθεση τοπογράφου μηχανικού που διόρισαν οι ενάγοντες, κατά την εκτέλεση του αναπτυξιακού έργου των εναγομένων είχαν εκδοθεί δύο άδειες οικοδομής, η 1η στις 04/09/07 και η 2η στις 23/10/12, και με βάση το χωροταξικό σχέδιο της 2ης άδειας, το συνολικό εμβαδό του ακινήτου είχε μειωθεί κατά 249 τ.μ., με αποτέλεσμα, σύμφωνα με άλλη εκτίμηση που εξασφάλισαν οι ενάγοντες, να υπάρξει επιζήμια επίδραση επί της αγοραίας αξίας της οικίας ύψους, €110.000 κατά τον Ιούνιο του 2017 ή €100.000 κατά τον Οκτώβριο του
  4. Αφού λοιπόν ανταλλάχθηκαν διάφορες επιστολές μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ήδη εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του ακινήτου, αποφάσισαν όπως υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις αναφορικά με τη μείωση του εμβαδού του ακινήτου και της συνεπακόλουθης επιζήμιας επίδρασης που υπέστη η αγοραία αξία του, δεχτούν τη μεταβίβαση του στο όνομα τους. Αυτό τελικά έγινε στις 03/09/2020 και αφού πρώτα οι ενάγοντες εξόφλησαν υπό την ίδια επιφύλαξη και την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι εναγόμενοι σε σχέση με τα μέχρι τότε «έξοδα του ακινήτου». Η παρούσα αγωγή λοιπόν αφορά στην αποζημίωση που οι ενάγοντες θεωρούν ότι δικαιούνται να λάβουν από τους εναγόμενους προκειμένου να τεθούν στην κατάσταση που θα βρίσκονταν αν οι τελευταίοι τηρούσαν επακριβώς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 11/03/21 και με το εν λόγω δικόγραφο απορρίπτουν αφ' ενός όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αφ' ετέρου ζητούν όπως εκδοθεί αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στους τελευταίους και ότι έχουν τηρήσει όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ειδικότερα, μέσω του δικογράφου τους οι εναγόμενοι κατ' αρχή διάφορες προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εδράζονται αφ' ενός στη θέση ότι καμία παραβίαση της συμφωνίας του 2005 δεν υπήρξε από μέρους τους και αφ' ετέρου στη θέση ότι οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή λόγω της καθυστέρησης και της γενικότερης συμπεριφοράς που επέδειξαν. Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς όμως, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε καθυστέρησαν να λάβουν τα απαραίτητα διαβήματα για την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, ότι όποια καθυστέρηση και αν υπήρξε αυτή οφειλόταν στις διαδικασίες που ακολουθούσε η αρμόδια αρχή και/ή οι ίδιοι οι ενάγοντες, ότι καμία διαφορά δεν υπήρχε μεταξύ της συμφωνίας του 2005 και της δήλωσης - συγκατάθεσης που ζητήθηκε το 2017, ότι όταν επιχειρήθηκε το 2020 να μεταβιβαστεί το ακίνητο στους ενάγοντες ήταν οι τελευταίοι που πρόβαλλαν κώλυμα για να γίνει τούτο, ότι το ακίνητο που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε ανταποκρινόταν πλήρως στα συμφωνηθέντα, ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας του 2005 αλλά και κατά την παράδοση της κατοχής του ακινήτου τον Απρίλιο του 2007 οι ενάγοντες είχαν δηλώσει ενυπογράφως ότι όχι μόνο ήταν πλήρως ενήμεροι για τον χώρο που παραλάμβανα και τις διαστάσεις του αλλά και ότι όλες οι εργασίες των εναγομένων είχαν εκτελεστεί προς πλήρη ικανοποίησή τους και προς πλήρη συμμόρφωση με τα συμφωνηθέντα. Τέλος και όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό ζημιά που υπέστηκαν οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι περιορίζονται στο δικόγραφο τους να απορρίψουν τον εν λόγω ισχυρισμό αφ' ενός ως αβάσιμο και ως μια καθαρά εκ των υστέρων σκέψη που σκοπό έχει την αποκόμιση αθέμιτου οφέλους και αφ' ετέρου ως αξίωση που κατ' εκείνους δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή είναι υπερβολική και/ή είναι διογκωμένη. Αφού λοιπόν οι ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγομένων και οι τελευταίοι καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτησης, εκδόθηκαν από αμφότερες τις πλευρές οι προβλεπόμενες από τη Δ.30 κλήσεις για οδηγίες. Ακολούθως, αφού οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες που είχαν τότε δοθεί, η υπόθεση ορίστηκε για σκοπούς ακρόασης στις 07/10/
  5. Κατ' εκείνη την ημερομηνία όμως ζητήθηκε αναβολή από πλευράς εναγόντων λόγω θεμάτων υγείας που αντιμετώπιζε τότε ο ενάγοντας 1, και εφόσον δεν υπήρξε ένσταση στο αίτημα αυτό, η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 29/06/
  6. Τελικά όμως δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει η ακρόαση εκείνη τη μέρα οπόταν δόθηκε νέα αναβολή για τις 14/05/
  7. Στις 29/04/24, ήτοι ένα περίπου μήνα πριν την ημερομηνία που ορίστηκε να γίνει η ακρόαση, αμφότερες οι πλευρές προσήλθαν στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσουν κατά πόσο, ενόψει της αλλαγής που υπήρξε εν τω μεταξύ στη σύνθεση του Δικαστηρίου, η ακρόαση θα ξεκινούσε κατά την ημέρα που είχε προγραμματιστεί και αυτό ώστε οι ενάγοντες να μπορέσουν να προβούν στις αναγκαίες διευθετήσεις για να μεταβούν στην Κύπρο. Στα πλαίσια λοιπόν της συζήτησης που έλαβε χώρα εκείνη τη ημέρα, όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες συμφώνησαν ότι θα ήταν ορθότερο όπως η ακρόαση προγραμματιστεί να γίνει περί τον Οκτώβριο του 2024 και δη σε συγκεκριμένες «καθαρές» ημερομηνίες οπόταν και για το σκοπό αυτό δόθηκαν οι ημερομηνίες 21/10/2024, 22/10/2024 και 24/10/
  8. Στις 16/09/2024, ήτοι περί τις 40 μέρες πριν την ακρόαση, οι δικηγόροι των εναγόντων έστειλαν email στο Δικαστήριο αναφέροντας ότι κατά την προετοιμασία τους για σκοπούς ακρόασης διαπίστωσαν ότι στην έκθεση απαίτησης είχε εκ λάθους αναγραφεί το ποσό των €110.000 ως η εκτιμηθείσα αξία του ακινήτου κατά το 2017 εφόσον το ορθό ποσό ήταν αυτό των €130.000 και αν και προσπάθησαν κατά τις θερινές διακοπές να συνεννοηθούν με τους αντίδικούς τους προκειμένου να διορθωθεί άμεσα και πρακτικά το συγκεκριμένο τυπογραφικό λάθος εντούτοις οι τελευταίοι δηλώσαν απρόθυμοι να συγκατατεθούν σε μια τέτοια διόρθωση. Ενόψει τούτου, ανέφεραν οι συνήγοροι, κρίθηκε αναγκαίο όπως καταχωρηθεί σχετική αίτηση τροποποίησης, την οποία είχαν ήδη ετοιμάσει, και για το σκοπό αυτό ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως δώσει οδηγίες ώστε η εν λόγω αίτηση εκδικαστεί άμεσα και δη πριν την ημερομηνία που ορίστηκε η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Σημειώνεται εδώ ότι με το ίδιο μήνυμα οι δικηγόροι των εναγόντων είχαν αναφέρει και ότι οι πελάτες τους είχαν ήδη προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις προκειμένου να βρίσκονται στο Δικαστήριο κατά τις ημερομηνίες που είχε προγραμματιστεί να γίνει η ακρόαση. Το αίτημα δηλαδή που υπέβαλε τότε η πλευρά των εναγόντων ήταν όπως η αίτηση τροποποίησης που θα προχωρούσαν να καταχωρήσουν οριστεί σε σύντομη ημερομηνία ούτως ώστε να μην εκτροχιαστεί η προγραμματισθείσα ακρόαση. Υπεδείχθη τότε από το Δικαστήριο ότι συνεπεία τροποποίησης που είχε λάβει χώρα προ 10 ημερών (06/09/2024) σε σχέση με τους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς 35/2022[1], η παρούσα υπόθεση, λόγω της χρονολογίας της, εντασσόταν πλέον στο πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των συγκεκριμένων κανονισμών και ειδικότερα στο πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής του Κ.4 ο οποίος προνοεί ότι «Για όλες τις υποθέσεις μεταξύ των πιο πάνω ετών για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας ή που έχουν οριστεί για οποιονδήποτε σκοπό ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται, χωρίς την προηγούμενη άδεια του δικαστηρίου, η καταχώριση οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης. Το αίτημα για άδεια τίθεται προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου προς έγκριση ή απόρριψη αναλόγως της περιπτώσεως. Εναπόκειται στο δικαστήριο να εξετάσει το αίτημα για να δώσει όλες τις πρέπουσες οδηγίες ή/και να αποφασίσει ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια προς το συμφέρον της δικαιοσύνης». Για την καταχώρηση συνεπώς οποιασδήποτε ενδιάμεσης αίτησης, ως αυτή που προτίθεντο να καταχωρήσουν οι ενάγοντες, απαιτείτο όπως εξασφαλιστεί πρώτα η σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Υπό το φως της ανωτέρω υπόδειξης του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι των εναγόντων προσήλθαν στο Δικαστήριο στις 20/09/24 και υπέβαλαν προφορικά το υπό κρίση αίτημα για να τους δοθεί η προβλεπόμενη άδεια για καταχώρηση της προτιθέμενης αίτησης τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Κρίθηκε τότε ορθό και δίκαιο όπως προτού το Δικαστήριο εξεταστεί το αίτημα ακούσει και τις θέσεις των εναγομένων και για το σκοπό αυτό δόθηκαν οδηγίες προς το Πρωτοκολλητείο όπως στείλει σχετική ειδοποίηση στους δικηγόρους των τελευταίων. Επειδή όμως οι αμέσως επόμενες μέρες ήταν Σαββατοκυρίακο το αίτημα ορίστηκε για εξέταση στις 24/09/
  9. Κατ' εκείνη την ημερομηνία οι δικηγόροι των εναγομένων εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και αφού δήλωσαν ότι θα είχαν ένσταση στο να δοθεί η αιτούμενη άδεια ζήτησαν όπως τους δοθεί χρόνος μέχρι την επόμενη μέρα (25/04/24) προκειμένου να προβάλλουν και την ένσταση τους αλλά και την επιχειρηματολογία τους, αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε. Κατά την ακρόαση του αιτήματος που έλαβε χώρα χθες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως περιορίζομαι να αναφέρω ότι η μεν πλευρά των εναγόντων υποστήριξε ότι θα πρέπει να της δοθεί η αιτούμενη άδεια ώστε να μπορέσει να προσπαθήσει να ζητήσει έγκαιρα την τροποποίηση του δικογράφου της προκειμένου να παρουσιάσει κατά την ακρόαση την ορθή διάσταση της υπόθεσής της ενώ η πλευρά των εναγομένων υποστήριξε ότι η αιτούμενη άδεια δεν θα πρέπει να δοθεί διότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 που διέπουν την εξουσία τροποποίησης δικόγραφου αλλά και της σχετικής νομολογίας, η προτιθέμενη αίτηση τροποποίησης των εναγόντων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και μόνο ταλαιπωρία και καθυστέρηση θα προκαλέσει. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Ως είναι κοινώς αποδεκτό και προκύπτει και από το ίδιο το λεκτικό του προαναφερόμενου Κ.4, η χορήγηση άδειας για καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης σε υπόθεση που εμπίπτει στο πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των Κανονισμών 35/2022 συνιστά θέμα που άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και με γνώμονα το συμφέρον τόσο της Δικαιοσύνης όσο και των διαδίκων, και απώτερο σκοπό έχει την αποφυγή πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση μιας υπόθεσης που ήδη θεωρείται από το Νόμο ως «καθυστερημένη». Είναι άλλωστε για αυτόν ακριβώς το λόγο που ο Κ4 αναφέρεται ειδικά στις υποθέσεις «.για τις οποίες υπάρχει ήδη ορισμένη ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας.» Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου, επισημαίνω κατά πρώτο ότι στην προκειμένη περίπτωση το υπό κρίση αίτημα έχει υποβληθεί ένα μήνα πριν την ημερομηνία που έχει προγραμματιστεί να γίνει η ακρόαση και δεν έχει καθόλου αμφισβητηθεί ότι οι ενάγοντες έχουν ήδη προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις προκειμένου να ταξιδεύσουν στην Κύπρο ώστε να είναι παρόντες στο Δικαστήριο για την έναρξη της ακρόασης και την απρόσκοπτη συνέχιση της κατά τις προγραμματισθείσες ημερομηνίες. Επιπρόσθετα των στοιχείων αυτών, τα οποία είναι ενδεικτικά του καλόπιστου και του γνήσιου της στάσης και της συμπεριφοράς των εναγόντων, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει τη σύντμηση του χρόνου όλων των ενώπιον του διαδικασιών ούτως ώστε να εξυπηρετηθεί όσο το δυνατό καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης και των διαδίκων[2] και το αναφέρω αυτό ώστε να διασκεδαστεί η οποιαδήποτε τυχόν ανησυχία υπάρχει από πλευράς εναγομένων σε σχέση με το χρόνο που ενδεχομένως να χρειαστεί προκειμένου να εκδικαστεί η προτιθέμενη αίτηση τροποποίησης σε περίπτωση που δοθεί η αιτούμενη άδεια. Κατά δεύτερο, όσον αφορά τη θέση των εναγομένων ότι το υπό κρίση αίτημα των εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί διότι η αίτηση τροποποίησης που οι τελευταίοι προτίθενται να καταχωρήσουν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, επισημαίνω απλά ότι δεν είναι σε αυτό το στάδιο που θα εξεταστεί το βάσιμο ή μη μιας τέτοιας αίτησης. Σίγουρα, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας το κατά πόσο η προτιθέμενη αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική ή αβάσιμη, όπως μπορεί ενδεχομένως να είναι η περίπτωση όπου επιδιώκεται να καταχωρηθεί μια αίτηση που είναι φανερό ότι αποσκοπεί μόνο στον εκτροχιασμό της προγραμματισθείσας ακρόασης ή η περίπτωση όπου πανομοιότυπη αίτηση είχε υποβληθεί και στο παρελθόν και απορρίφθηκε, όμως παρούσα δεν προβάλλει να είναι τέτοια έκδηλη περίπτωση. Αυτό μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τις θέσεις που οι εναγόμενοι προβάλλουν ως ένσταση, οι οποίες ουσιαστικά περιστρέφονται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει - και το τονίζω αυτό - τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.
  10. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που οι λόγοι που οι εναγόμενοι προβάλλουν ως ένσταση στο να δοθεί η αιτούμενη άδεια στην ουσία συνιστούν τους λόγους για τους οποίους εκείνοι θεωρούν ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει στα πλαίσια της προτιθέμενης αίτησης των εναγόντων να ασκήσει υπέρ των τελευταίων τη διακριτική εξουσία που του παρέχει η Δ.25, δεν θα ήταν ούτε ορθό αλλά ούτε και δίκαιο να προαποφασιστεί από αυτό το στάδιο, και δη στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το ποια τελικά θα είναι η δικαστική κρίση σε σχέση με την προτιθέμενη αίτηση των εναγόντων. Άλλωστε, το μόνο που ζητούν στο παρόν στάδιο οι ενάγοντες είναι όπως τους επιτραπεί να προσπαθήσουν, χωρίς να εκτροχιάζεται η προγραμματισθείσα ακρόαση, όπως θεραπεύσουν κάποιο λάθος που θεωρούν ότι έκαμαν καλόπιστα και το οποίο κατ' εκείνους θα πρέπει να διορθωθεί προκειμένου να μπορέσουν να παρουσιάσουν ολοκληρωμένα την υπόθεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αν τώρα η προσπάθεια αυτή των εναγόντων θα κριθεί κατά την εξέταση της προτιθέμενης αίτησης να είναι ή όχι δικαιολογημένη αυτό είναι θέμα που θα αποφασιστεί στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας και αφού βεβαίως ληφθούν υπόψη και οι επί του προκειμένου θέσεις των εναγομένων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, δίδεται άδεια στους ενάγοντες να καταχωρίσουν την προτιθέμενη αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης τους. Η αίτηση θα πρέπει να καταχωρηθεί μέχρι και τις 27/09/2024 και αφού καταχωρηθεί να κοινοποιηθεί αυθημερόν στην άλλη πλευρά. Αν η αίτηση καταχωρηθεί εμπρόθεσμα τότε να οριστεί για ακρόαση στις 08/10/2024 και ώρα 1030 (με Γρ. Αγορεύσεις) και αν θα υπάρξει ένσταση από πλευράς εναγομένων, η ένσταση αυτή να καταχωρηθεί μέχρι και τις 04/10/2024 και να κοινοποιηθεί αυθημερόν στην άλλη πλευρά. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αυτά θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ........... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλήτης. [1] Κ.2 Οι Κανονισμοί αφορούν σε όλες τις εκκρεμούσες υποθέσεις που καταχωρίστηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου, 2021 και στις οποίες δεν έχει κατά την ημερομηνία δημοσίευσης των Κανονισμών αρχίσει επί της ουσίας η ακροαματική διαδικασία. [2] βλ. Δ.57 Θ.2 και τις σχετικές αναφορές που γίνονται μεταξύ άλλων στις ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΗΣ v. ΠΑΝΑΓΗ ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΟΥ, Έφεση Αρ. 25/2019, 15/12/2021 και ΣΥΛΛΟΥΡΗ v. AL JAZEERA κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 137/2021, 8/7/2021), ECLI:CY:AD:2021:D305, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.