Milen Ivov Milchev (Μιλέν Ιβόβ Μίλτσεβ) ν. Παναγιώτης Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5/2022, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5/2022(
- ij)Μεταξύ: Milen Ivov Milchev (Μιλέν Ιβόβ Μίλτσεβ) Ενάγοντα -και- 1. Παναγιώτης Ερωτοκρίτου 2. CH. Giannaki Trading Ltd 3. H.M. Installations Limited Εναγόμενων --------------- (Αίτηση εναγομένης 3 για έκδοση οδηγιών μεταξύ συνεναγομένων δυνάμει της Δ.10 Θ.12) Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενη 3 - αιτήτρια: κα Π. Ζαχαρία για ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ,ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ,ΛΕΩΝΙΔΟΥ Δ.Ε.Π.Ε Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Θωμά για ΘΕΜΗΣ ΘΩΜΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή ηγέρθη με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησε ο ενάγοντας στις 13/01/22[1] αξιώνοντας εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 «αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά ανάλογα με το ποσοστό ευθύνης που θα καταμεριστεί από το Δικαστήριο» ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για τραυματισμούς που ισχυρίζεται ότι υπέστη στις 03/10/19 όταν «.κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στην εναγόμενη 3 και στα πλαίσια των καθηκόντων που αυτή του ανάθεσε, όταν εισήλθε μαζί με άλλους συναδέλφους του στο μεταλλικό κουβούκλιου του τηλεσκοπικού οχήματος...το οποία χειριζόταν/οδηγούσε ο εναγόμενος 1, υπάλληλος της εναγόμενης 2, η οποία είναι και η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του και φέρει ευθύνη εκ προστήσεως, ως εργοδότης του για τις αμελείς πράξεις και παραλήψεις του οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό (του ενάγοντα).». Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε σε όλους τους εναγόμενους οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, η μεν εναγόμενη 3 στις 31/01/22 μέσω των νυν δικηγόρων της, οι δε εναγόμενοι 1 και 2 στις 03/02/22 μέσω κοινού δικηγόρου. Στις 04/03/22, οι εναγόμενοι 1 και 2 διόρισαν ακόμη έναν δικηγόρο για να τους εκπροσωπεί ως ομόδικος με τον δικηγόρο που ήδη τους εκπροσωπούσε. Αφού λοιπόν καταχωρήθηκαν εμφανίσεις από όλους τους εναγόμενους, ο ενάγοντας καταχώρισε την Ε/Α του στις 18/10/22 στα πλαίσια της οποίας, παραπέμποντας στην ιδιότητα με την οποία ο κάθε εναγόμενος ενάγεται, παρέθεσε σε ξεχωριστές παραγράφους λεπτομέρειες σε σχέση με την αμέλεια και/ή την παράβαση θέσμιων καθηκόντων που κατ' εκείνον επέδειξε ο κάθε ένας εκ των τελευταίων με αποτέλεσμα να του προκληθούν οι επίδικες ζημιές. Ειδικότερα, η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι «.γενεσιουργός αιτία του τραυματισμού (του) και των συνεπειών αυτού αποτέλεσε η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι του εκ μέρους του Εναγόμενου 1, για τις αμελείς πράξεις και παραλήψεις του οποίου ευθύνεται εκ προστήσεως η Εναγόμενη 2 και η παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι του εκ μέρους της Εναγόμενης 3, ανάλογα με το βαθμό ευθύνης που θα τους καταμεριστεί.». Επειδή μέχρι τις 28/12/22 κανένας εκ των εναγόμενων δεν είχε καταχωρήσει υπεράσπιση, ο ενάγοντας καταχώρησε στη βάση της παράλειψης αυτής αίτηση για έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον των εναγόμενων. Η εν λόγω αίτηση τελικά αποσύρθηκε με έξοδα υπέρ του ενάγοντα εφόσον οι όλοι εναγόμενοι καταχώρισαν την υπεράσπιση τους. Η υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 19/06/23 και με αυτή οι τελευταίοι είχαν ισχυριστεί μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη 2 δεν έχει καμιά ευθύνη για τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του ενάγοντα, είτε εκ προστήσεως είτε άλλως πως, ότι «.το κατ' ισχυρισμό ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της αποκλειστικής αμέλειας και/ή της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα» - ισχυρισμό σε σχέση με τον οποίο παρατέθηκαν διάφορες λεπτομέρειες, και ότι τη δεδομένη στιγμή του επίδικου ατυχήματος ο εργοδότης του ενάγοντα ήταν η εναγόμενη 3 η οποία και κάλυψε τα σχετικά ιατρικά έξοδα του τελευταίου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι μετά που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και 2 και ακολούθως η ανάλογη Απάντηση του ενάγοντα, η τελευταία έκρινε ορθό όπως παρά το γεγονός ότι δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί η δικογραφία και σε σχέση με την εναγόμενη 3[2], εκδώσει στις 04/10/23 κλήση για οδηγίες με βάση την Δ
(30). Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν ενδιαφέρει το τι έλαβε χώρα στα πλαίσια εκείνης της κλήσης οπόταν περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι δεν έχουν ακόμη δοθεί οδηγίες στα πλαίσια της εν λόγω κλήσης ώστε να αποκρυσταλλωθεί πρώτα το δικογραφικό πλαίσιο της υπόθεσης[3]. Η πλευρά της εναγόμενης 3 καταχώρησε την Υπεράσπισή της στις 28/02/24 και στα πλαίσια του εν λόγω δικογράφου η τελευταία ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι ευθύνη για τους επίδικους τραυματισμούς του ενάγοντα έφεραν τόσο ο τελευταίος όσο και οι εναγόμενοι 1 και 2 για συγκεκριμένους λόγους που παρατίθενται σε στο δικόγραφο της. Στη βάση του ισχυρισμού της ότι ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και τραυματισμούς του ενάγοντα έχουν οι εναγόμενοι 1 και 2, η εναγόμενη 3 εξέδωσε την ίδια μέρα που καταχώρησε την υπεράσπιση της, δηλαδή στην 28/02/24, ειδοποίηση συνεισφοράς προς συνεναγόμενο δυνάμει τις Δ.10 Θ.12 την οποία και επέδωσε στους εναγομένους 1 και
- Ένα περίπου μήνα αργότερα, δηλαδή στις 22/03/24, η εναγόμενη 3 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση δια κλήσεως ζητώντας όπως κατ' εφαρμογή της Δ.10 Θ.12 δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ εκείνης και των εναγόμενων 1 και 2 καθώς επίσης και οδηγίες για το πώς θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα της αξιούμενης συνεισφοράς κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Περί τις 15 μέρες αργότερα, δηλαδή στις 05/04/24, η πλευρά των εναγόμενων 1 και 2 καταχώρισε αίτηση ζητώντας όπως της επιτραπεί να τροποποιήσει την Υπεράσπιση της ώστε να προσθέσει στο δικόγραφο της ισχυρισμό και λεπτομέρειες περί ευθύνης της εναγόμενης 3 σε σχέση με το επίδικο ατύχημα και τους τραυματισμούς του ενάγοντα και δη ευθύνης στη βάση αμέλειας και παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Σημειώνεται εδώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε τη συγκεκριμένη αίτηση των εναγομένων 1 και 2 και η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, είχε μεταξύ άλλων αναφερθεί ότι η ανάγκη για την καταχώρησή της συγκεκριμένης αίτησης είχε προκύψει κατά τη μελέτη της υπόθεσης μετά που καταχωρήθηκε και παραλήφθηκε η Υπεράσπιση της εναγόμενης 3 - με την οποία υπενθυμίζεται ότι αποδιδόταν ευθύνη στους Εναγόμενους 1 και 2 - και ότι η αιτούμενη τροποποίηση ήταν αναγκαία ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση «τα αληθή, πλήρη, πραγματικά και ολοκληρωμένα γεγονότα και τοιουτοτρόπως να αποφασίσει επί της ουσίας τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων τόσο ως προς το ύψος των αποζημιώσεων όσο και ως προς τον καταμερισμό της ευθύνης». Στην αίτηση των εναγομένων 1 και 2 ούτε ο ενάγοντας αλλά ούτε και η εναγόμενη 3 είχαν προβάλει ένσταση οπόταν και με σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 27/06/24, η αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 επιτράπηκε να γίνει. Εν τω μεταξύ ο ενάγοντας καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 3 στις 08/04/24 και στις 12/04/24 εξέδωσε νέα κλήση με βάση τη Δ.30 ώστε να «συμπληρώσει» την κλήση που είχε ήδη εκδώσει σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και
- Όσον αφορά τώρα την αίτηση της εναγόμενης 3 ημερ.22/03/24 για να δοθούν οδηγίες σε σχέση με τα θέματα που εκείνη εγείρει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, η πλευρά των τελευταίων δήλωσε ότι θα είχε ένσταση στο συγκεκριμένο αίτημα την οποία και καταχώρισε στις 27/06/
- Εν συντομία, με την ένσταση των εναγόμενων 1 και 2 προβάλλονται 15 συνολικά λόγοι για τους οποίους οι τελευταίοι θεωρούν ότι η αίτηση της εναγόμενης 3 θα πρέπει να απορριφθεί, λόγοι οι οποίοι περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τις νομικές αρχές που περιβάλλουν τη Δ.10 Θ.12 καθώς επίσης και τη θέση ότι όχι μόνο η συγκεκριμένη αίτηση έχει καταχωρηθεί με μεγάλη καθυστέρηση αλλά και τυχόν έγκρισή της «θα δυσχεράνει ή/και θα καθυστερήσει και/ή θα περιπλέξει αχρείαστα την εκδίκαση της αγωγής και θα προκαλέσει τον εκτροχιασμό της». Αναφέρω εδώ ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων 1 και 2 επαναλαμβάνονται σε κάποιο βαθμό οι (νέες) δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των τελευταίων σε σχέση με την κατ' εκείνους αποκλειστική ευθύνη που φέρει η εναγόμενη 3 για τους επίδικους τραυματισμούς του ενάγοντα, ενώ προβάλλεται επίσης και η θέση ότι τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων/οδηγιών. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι την επόμενη μέρα που καταχώρησαν την προαναφερόμενη ένσταση τους, δηλαδή στις 28/06/24, οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν την τροποποιημένη Υπεράσπισή τους στην αγωγή, στην οποία, υπενθυμίζω, περιλαμβάνεται πλέον η θέση ότι για τους διάφορους λόγους που εξειδικεύονται σε σχετική παράγραφο λεπτομερειών αμέλειας και/ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος της εναγόμενης 3, την ευθύνη για τα επίδικα τραύματα του ενάγοντα την έφερε η τελευταία. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης ολοκληρώθηκε με την καταχώριση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγόμενων 1 και 2 από τη μία και της εναγόμενης 3 από την άλλη. Η πλευρά του ενάγοντα σημειώνω, είχε δηλώσει, και ορθά κατά την κρίση μου, ότι δεν προτίθεται να εμπλακεί στην εκδίκαση της αίτηση εφόσον τα θέματα της δεν την αφορούν. Αν και ειδικότερη αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων των εμπλεκόμενων διαδίκων κάτω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο, εντούτοις περιορίζομαι στο παρόν στάδιο ν' αναφέρω ότι πριν από την ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο είχε θέσει υπόψη των δύο πλευρών την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Efim Malitikov v. M Michael Metals Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε212/2019, 25/6/2024 όπου εκεί είχε εξεταστεί το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της Δ.10 Θ12 και δη στα πλαίσια έφεσης εναντίον πρωτόδικης απόφασης με την οποία παρόμοιο αίτημα για έκδοση οδηγιών μεταξύ συνεναγομένων είχε απορριφθεί. Κατά τις αγορεύσεις τους λοιπόν, οι δύο πλευρές, με αναφορά στις πρόνοιες της Δ.10 Θ.12 και στη σχετική νομολογία, περιλαμβανομένης και της προαναφερόμενης Π.Ε. Ε212/2019, υποστήριξαν, η μεν πλευρά της εναγόμενης 3 ότι καμιά καθυστέρηση δεν υπήρξε υπό τις περιστάσεις στην προώθηση του υπό κρίση αιτήματος καθώς επίσης και ότι αυτό που προκύπτει από τα δικόγραφα είναι ότι όντως εγείρονται ζητήματα προς εκδίκαση μεταξύ όλων των διαδίκων ώστε να καθίσταται πλέον απαραίτητο να δοθούν οι αιτούμενες οδηγίες, η δε πλευρά των εναγόμενων 1 και 2 ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, όχι μόνο διότι απουσιάζει από τη νομική βάση το αρ.64 Κεφ.148 που αναφέρεται σε συναδικοπραγήσαντες αλλά και διότι, πέραν από την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρησή της αίτησης, αυτή «είναι υπό τις περιστάσεις αχρείαστη και σκοπό έχει μόνο την καθυστέρηση ή/και την παρακώληση της διαδικασίας αφού όλα τα εγειρόμενα θέματα και μαρτυρία μεταξύ των Εναγόμενων βρίσκονται ήδη ενώπιόν του Δικαστηρίου και/ή η επίδοση της ειδοποίησης συνεναγόμενου προς τους Εναγόμενους 1 και 2 ήταν αρκετή για να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου όλα τα θέματα και οι θέσεις των πλευρών... δεν προκύπτει κανένα απολύτως περίπλοκο θέμα και/ή μπέρδεμα μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2... και της εναγόμενης 3... διά το οποίο να επιβάλλεται... η μεταξύ τους ανταλλαγή δικογράφων... η υπό εξέταση αίτηση δεν εμπίπτει καν στις υποθέσεις όπου θα έπρεπε να σταλεί ειδοποίηση μεταξύ των συνεναγομένων και κατ' ακολουθία να καταχωρηθεί αίτηση με την οποία να ζητούνται οδηγίες από το Δικαστήριο...κανένα ιδιαίτερα νομικό ή πραγματικό θέμα και/ή ζήτημα δεν προκύπτει που να διέπει τις σχέσεις των συνεναγόμενων και κατ' επέκταση η ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των μερών δεν δικαιολογείται.». Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Όσον αφορά τη νομική πτυχή του επί κρίση αιτήματος, είναι θεωρώ κοινώς αποδεκτό ότι αυτή περιστρέφεται γύρω από τις πρόνοιες της Δ.10 Θ.
- Προτού όμως αναφερθώ στις εν λόγω αρχές κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η θέση των εναγόμενων 1 και 2 ως προς την αναγκαιότητα παραπομπής στις πρόνοιες του αρ.64 του Κεφ.148 είναι, με όλο τον σεβασμό, εσφαλμένη. Ο λόγος για τούτο είναι διότι η έκδοση οδηγιών για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων συνιστά καθαρά διαδικαστικό θέμα το οποίο, εκ της φύσης του, διέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ως εκ τούτου η ουσιαστική πρόνοια που απαιτείται να προβληθεί ως βάση για την άσκηση της αιτούμενης εξουσίας του Δικαστηρίου δεν είναι το αρ.64 του Κεφ.148 αλλά η Δ.10 Θ.12 επί της οποίας η παρούσα αίτηση εδράζεται. Των πιο πάνω λεχθέντων λοιπόν, επισημαίνω ότι οι σχετικές με τη Δ.10 Θ.12 νομικές αρχές έχουν πρόσφατα συνοψιστεί με περισσή επάρκεια στην Π.Ε. Ε212/2019 όπου εκεί, υπενθυμίζω, είχε εγερθεί μεταξύ άλλων και το θέμα του χρόνου της προώθησης ενός αιτήματος της παρούσας φύσης. Κρίνω σκόπιμο επομένως να παραθέσω αυτούσιο και σε κάποια έκταση το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω έφεση: «Η Δ.10 Θ.12 επί της οποίας στηρίχθηκε η αίτηση του εφεσείοντα έχει ως ακολούθως[4].Η πιο πάνω διάταξη αντιγράφει πλήρως την αγγλική διαταγή O16Α, R.12 των παλιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Ως εκ τούτου η αγγλική νομολογία και βιβλιογραφία είναι βοηθητική επί του θέματος. Είναι σαφές από τον πιο πάνω Κανονισμό ότι βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ένας εναγόμενος να προωθήσει την διαδικασία συνεισφοράς ή κάλυψης από συνεναγόμενο του δυνάμει της Δ.
- Θ.12, θα πρέπει να εγείρει ζήτημα που να συνδέεται και να είναι ουσιαστικά το ίδιο (substantially the same) με το αρχικό ζήτημα που τίθεται στην αγωγή. Η έννοια της φράσης «substantially the same», επεξηγείται στην σελίδα 399 του συγγράμματος The Annual Practice 1958 ως ακολούθως: «The right or remedy is "substantially the same" within the meaning of the rule, if the claim by one defendant against the other is connected with the plaintiff's claim against both defendants, and is one which in the event of plaintiff being successful, would determine which defendant should bear the lost.» Στο ίδιο σύγγραμμα The Annual Practice 1958, τονίζεται η ανάγκη εξασφάλισης οδηγιών από τον εναγόμενο που εκδίδει την ειδοποίηση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα δικαιούται καμίας θεραπείας εναντίον του συνεναγομένου του. Παραθέτουμε το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 399 του πιο πάνω συγγράμματος, υπό τον τίτλο "Directions": «Subject to what is stated above in "Application of the rule", directions must be obtained by the defendant issuing the notice (Citty F. p.304 26), or he will not be entitle to any relief against his co-defendant (see Triton v. Bankart, 56 L.J. Ch 629) and he should also consider what directions he should ask for under r.8 as to the "mode and extend" to which the co- defendant as third party is to be bound.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ιωαννίδης ν. Χαραλάμπους κα
(1992)1 Α.Α.Δ 558, στην οποία λέχθηκε ότι οι οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων, είναι αναγκαίες ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει κατά ποσόν δικαιολογείται συνεισφορά από τον ένα εναγόμενο στον άλλο. Λέχθηκε επίσης ότι πρέπει να ακολουθείται παρόμοια διαδικασία με αυτή της έκδοσης οδηγιών στην περίπτωση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου (βλ. επίσης Α.Η.Κ ν. Rawnsello κα
(2003)1 Α.Α.Δ 1570 & Σπύρου ν. Λανίτου κα
(2001)1 Α.Α.Δ 1538). Στην παρούσα περίπτωση, η εφεσίβλητη ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι το αίτημα του εφεσείοντος για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων, είναι εκπρόθεσμο. Προκύπτει ως θέση της εφεσίβλητης ότι η διαδικασία αυτή ταυτίζεται με την διαδικασία τριτοδιαδίκου στην οποία καθορίζονται σχετικές προθεσμίες. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Δ.10 Θ.1 η ειδοποίηση τριτοδιαδίκου υποβάλλεται το αργότερο, πριν την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία καταχώρισης της έκθεσης υπεράσπισης του εναγομένου. Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με την Δ.10 Θ.2 σε ειδοποίηση συνεναγομένου θα ακολουθείται η ίδια διαδικασία, ωσάν ο συνεναγόμενος να ήταν τριτοδιάδικος..κρίνουμε επί της ουσίας ότι δεν ευσταθούν οι θέσεις της εφεσίβλητης για εκπρόθεσμη προώθηση της ειδοποίησης συνεναγομένου. Η Δ.10 Θ.12 δεν προβλέπει προθεσμία για την έκδοση ειδοποίησης συνεναγομένου όπως προβλέπεται στην Δ.10 Θ.1 για την έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Η πρόνοια της Δ.10 Θ.2 σύμφωνα με την οποία σε ειδοποίηση συνεναγομένου θα ακολουθείται η ίδια διαδικασία, ωσάν ο συνεναγόμενος να ήταν τριτοδιάδικος, αφορά την ανταλλαγή δικογράφων και την διαδικασία εκδίκασης των διαφορών μεταξύ των εναγομένων και όχι τις προθεσμίες έκδοσης της σχετικής ειδοποίησης. Πέραν των πιο πάνω, έχουμε την άποψη πως αν η πρόθεση των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ήταν να καθορίσουν προθεσμία στην έκδοση της ειδοποίησης συνεναγομένου θα το προέβλεπαν ρητά στην Δ.10. Θ.12, όπως ρητά προβλέπεται στην Δ.12 Θ.1 για την ειδοποίηση τριτοδιαδίκου. Παραπέμπουμε επί του προκειμένου στην υπόθεση Λουκαΐδου
(2005)1 Α.Α.Δ 1280 που αφορούσε αίτηση προνομιακού εντάλματος Certiorari εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε ειδοποίηση συνεναγόμενου και απορρίφθηκε αίτηση για οδηγίες ανταλλαγής δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων. Η ειδοποίηση εκδόθηκε από τον εναγόμενο μετά την προσθήκη δευτέρου εναγομένου στην αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να θέσει ζήτημα προθεσμιών, έκρινε ότι από τη στιγμή που το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε επιτρέψει τη συνένωση του δεύτερου εναγόμενου, τότε αυτόματα και δικαιωματικά, η εναγόμενη 1 είχε το δικαίωμα να αποστείλει την ειδοποίηση συνεναγόμενου, κάτι που μπορούσε να πράξει χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω με βάση τις πρόνοιες της Δ.10, Θ.12
(2), η εναγόμενη 1 είχε δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ζητήσει, οδηγίες ωσάν να επρόκειτο περί διαδικασίας τριτοδιαδίκου. Έπεται ότι δεν ευσταθεί η θέση της εφεσίβλητης ότι η έκδοση ειδοποίησης συνεναγομένου δυνάμει της Δ.10. Θ.12, ήταν εκπρόθεσμη. Αναφορικά με την ουσία του αιτήματος και αφού εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τα περιγράμματα αγόρευσης των συνηγόρων, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε στην ενδιάμεση απόφαση του, με την οποία απέρριψε το αίτημα του εφεσείοντα για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων.. ο εφεσείων δεν ισχυρίζεται ότι είναι εντελώς ξένος με την υπόθεση παρά την θέση του ότι δεν έχει συμβληθεί ο ίδιος απευθείας με την ενάγουσα. Θέτει με την υπεράσπιση του, ζητήματα και απαιτήσεις εναντίον του συνεναγομένου του, που άπτονται της επίδικης συμφωνίας. Τα ζητήματα αυτά εντάσσονται εντός του όρου "substantially the same" της Δ.12 Θ.10
(3)(γ) αφού σχετίζονται με το αρχικό θέμα της αγωγής και ενδείκνυται να εκδικαστούν όχι μόνον μεταξύ της ενάγουσας και του εφεσείοντος αλλά και μεταξύ των συνεναγομένων, εφεσείοντα και εφεσιβλήτου. Με τον τρόπο αυτό θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και δαπάνη, αφού θα εκδικαστούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής, το σύνολο των θεμάτων που αφορούν όλους τους διαδίκους, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, έκδηλο προβάλλει θεωρώ στην προκειμένη περίπτωση από την ανταλλαγείσα δικόγραφα, ιδιαίτερα ως αυτή διαμορφώθηκε μετά και την τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγόμενων 1 και 2, ότι όχι μόνο ρητά εγείρονται μέσω του δικογράφου της εναγόμενης 3 ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με τα θέματα που εγείρονται από τον ενάγοντα και τους εναγόμενους 1 και 2 αλλά και ότι με βάση το τροποποιημένο δικόγραφο των τελευταίων, κατά την ακρόαση της υπόθεσης το Δικαστήριο θα κληθεί από τους ίδιους τους εναγόμενους 1 και 2 να εξετάσει θέματα καταμερισμού της ευθύνης σε σχέση με το επίδικο ατύχημα και τραυματισμούς του ενάγοντα αλλά και τη σχέση που υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο μεταξύ αυτών και της εναγόμενης 3 και δη αναφορικά με το πώς οι πράξεις και παραλείψεις ενός εκάστου εξ' αυτών απαλλάσσουν ή μειώνουν την οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη του άλλου. Μάλιστα δε, η Υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 είχε τροποποιηθεί, υπενθυμίζω και επισημαίνω, ακριβώς ώστε να περιλαμβάνει πλέον ισχυρισμούς περί ευθύνης της εναγόμενης 3 και αυτό για να μπορεί κατά την ακρόαση να εξεταστούν τα θέματα που αφορούν στον κάθε διάδικο ξεχωριστά και να εξαχθούν συμπεράσματα αναφορικά με τον καταμερισμό της ευθύνης. Και υπενθυμίζω εδώ ότι εφόσον και η πλευρά της εναγόμενης 3 αλλά και η πλευρά των εναγόμενων 1 και 2 επιδιώκουν όπως εξεταστεί μεταξύ τους το ζήτημα του καταμερισμού της ευθύνης που και ο ενάγοντας εγείρει, καθίσταται επιβεβλημένο όπως ακολουθηθεί πλήρως η διαδικασία ανταλλαγής δικογράφων της Δ.10 Θ.12, (βλ. Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 1013, Ιωαννίδης v. Χαραλάμπους και Άλλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 558 και Eπίσημος Παραλήπτης, ως Trustee της περιουσίας του Kύπρου Kυπριανού, Πτωχεύσαντα, και Άλλοι ν. Γεώργιου Eφρέμ Δημητρίου και Άλλης
(1997)1 ΑΑΔ 336). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω βεβαίως παραγνωρίσει τη θέση που πρόβαλαν οι εναγόμενοι 1 και 2 αναφορικά με τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης. Η επί του προκειμένου θέση όμως που προβάλλουν οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι ευσταθεί και αυτό λαμβανομένου υπόψη, αφ' ενός των όσων σχετικών με το συγκεκριμένο θέμα αναφέρθηκαν στην Π.Ε. Ε212/19 και αφ' ετέρου του ότι η διαδικασία αξίωσης συνεισφοράς από τους εναγομένους 1 και 2 είχε ενεργοποιήθηκε από την εναγόμενη 3 αμέσως μόλις η τελευταία καταχώρησε την υπεράσπιση της. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν θα μπορούσε ούτε να παραγνωριστεί και το πότε ήταν που η ανταλλαγείσα δικογραφία έλαβε την τελική της μορφή ενόψει του αιτήματος των εναγόμενων 1 και 2 για τροποποίηση της υπεράσπισης τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν κρίνεται ότι η αίτηση της εναγομένης 3 είναι απόλυτα δικαιολογημένη ενώ η ένσταση των εναγομένων 1 και 2 παντελώς αβάσιμη. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και δίδονται οδηγίες ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αίτησης με τη διαφοροποίηση ότι η προθεσμία της εναγόμενης 3 για καταχώρηση Ε/Α εναντίον των εναγομένων 1 και 2 θα ξεκινά από σήμερα. Η υπόθεση να τεθεί εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου όταν οι διάδικοι ενημερώσουν το Πρωτοκολλητείο με επιστολή ότι η δικογραφία μεταξύ των εναγομένων έχει ολοκληρωθεί ή όταν παρέλθουν πλήρως οι ταχθείσες προθεσμίες. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας τα δικαιούται η πλευρά της επιτυχούσας εναγόμενης
- Εκείνο όμως το οποίο έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο θα δικαιολογείτο στην παρούσα περίπτωση, υπό το φως των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω σε σχέση με το έκδηλα αβάσιμο και αδικαιολόγητο της ένστασης των εναγόμενων 1 και 2, όπως εκδοθεί διαταγή για άμεση πληρωμή των συγκεκριμένων εξόδων. Έχοντας όμως κατά νου το πώς ενδεχομένως μια τέτοια διαταγή να επηρεάσει την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης και ιδιαίτερα τα δικαιώματα του ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει αναγκαστικά ν' αναμένει πλέον όπως ολοκληρωθούν τα θέματα των συνεναγομένων, κρίνω ότι είναι πιο ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα που δικαιούται η εναγόμενη 3 εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Εννοείται βεβαίως ότι αν σε οποιοδήποτε στάδιο η υπόθεση ολοκληρωθεί σε σχέση με οποιονδήποτε εκ των εναγόμενων τότε τα έξοδα αυτά θα καθίστανται άμεσα πληρωτέα στην εναγόμενη
- (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] καταχωρήθηκε 12/01/22 στις 13:53 [2] Βλ. Ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2017 (2/2017) Οδηγίες Πρακτικής 1 και 2 [3] Βλ. Οδηγίες ανωτέρω [4] Δ.10 Θ.12.
(1)Where a defendant claims against another defendant-(
- a)that he is entitled to contribution or indemnity, or(
- b)that he is entitled to any relief or remedy relating to or connected with the original subject matter of the action and substantially the same as some relief or remedy claimed by the plaintiff, or(
- c)that any question or issue relating to or connected with the said subject matter is substantially the same as some question or issue arising between the plaintiff and the defendant making the claim and should properly be determined not only as between the plaintiff and the defendant making the claim but as between the plaintiff and that defendant and another defendant or between any or either of them, the defendant making the claim may without any leave issue and serve on such other defendant a notice making such claim or specifying such question or issue.
(2)No appearance to such notice shall be necessary and the same procedure shall be adopted for the determination of such claim, question or issue between the defendants as would be appropriate under this Order if he were a third party.
(3)Nothing herein contained shall prejudice the rights of the plaintiff against any defendant to the action. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο