← Κύπρος

FALAHATI HARIS NADER κ.α. ν. THEMIS PORTOFOLIO (SI) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αίτ. Έφεση: 72/24, 10/9/2024

FALAHATI HARIS NADER κ.α. ν. THEMIS PORTOFOLIO (SI) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αίτ. Έφεση: 72/24, 10/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αίτ. Έφεση: 72/24 (
  2. i)Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο 9/65 όπως τροποποιήθηκε. Και Επί τοις αφορώσι την ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» ημερομηνίας έκδοσης 18/08/2023 σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Γ

(2)και Κανονισμό 4 αντίστοιχα του νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.142(Ι)/2014, τον Νόμο 87(Ι)/2018 και τον νόμο Ν.212(Ι)/2020, Ν.61(Ι)/2020, Ν.185(Ι)/2021 και τον Νόμο Ν.98(Ι)/2021, Ν.82(Ι)/2022, Ν.204(Ι)/2022, Ν.147(Ι)/2022 και τροποποιητικός νόμος Ν.65(Ι)/
  1. Μεταξύ:
  2. FALAHATI HARIS NADER,
  3. ALIZATE MOHAMADIYEHSOUBEBEH Αιτητές/Εφεσίοντες Και THEMIS PORTOFOLIO (SI) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Λάρνακα Καθ΄ ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι ------------- Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εφεσείοντες - αιτητές: κ. Χ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για εφεσίβλητους - καθ' ων η αίτηση: κα Γιολάντα Ζαχαρίου για Α. Β. Ζαχαρίου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση έφεση που καταχώρησαν στις 21/03/24, οι εφεσείοντες, οι οποίοι να σημειωθεί ότι είναι ανδρόγυνο που ζει μόνιμα στην Κύπρο υπό το καθεστώς πολιτικού πρόσφυγα, ζητούν, για 16 λόγους οι οποίοι εδράζονται κυρίως στα αρ. 27, 37 - 44ΙΣΤ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65 ως τροποποιήθηκε, στο Κεφ.224, του Ν.14/60, Ν.65(Ι)/2015, του Ν.93(Ι)/96, στο Κεφ.149, στα αρ. 23, 26, 28 και 30.2 του Συντάγματος και στους συναφείς Κανονισμούς, όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο: «.να ακυρώνονται ή και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις «Τύπου ΙΑ» με ημερομηνία έκδοσης 11/01/2024.για τον πλειστηριασμό την 26/03/2024 του ακινήτου του εφεσείοντα 1 στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας που βαρύνεται με την Υποθήκη Υ1981/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, από τους καθ' ων η αίτηση / εφεσιβλήτους, ως πρόωρων, ως μη κανονικά επιδομένων και ή ως άκυρων και/ή ως εσφαλμένων και ή αντικανονικών και/ή παράνομων και/ή ως αντίθετες με το σχετικό νόμο και ή ως αντισυνταγματικών και/ή ότι αποτελούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και ή επειδή παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα των εφεσειόντων και/ή επειδή υπάρχει δεδικασμένο και ή επειδή είναι κατάχρηση της διαδικασίας του Μέρους VIΑ του Ν.9/1965 και ή επειδή συντρέχουν οι λόγοι έφεσης.» Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι αν και με την αίτηση προβάλλονται 16 λόγοι ακύρωσης των επίδικων ειδοποιήσεων εντούτοις με την τελική επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, οι εφεσείοντες «περιόρισαν» τους λόγους έφεσης σε δύο θέματα, ήτοι αφ' ενός στα όσα γεγονότα κατ' εκείνους περιβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο ισχυρίζονται ότι τους επιδόθηκαν οι επίδικες ειδοποιήσεις - και αυτό με αναφορά στις πρόνοιες του αρ. 44ΙΕ του Ν.9/65 και στα λεχθέντα στην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΤΕΛΑ, Πολιτική Έφεση Αρ. 159/2021, 1/12/2023 - και αφ' ετέρου στον ισχυρισμό τους ότι επειδή μεταξύ των ιδίων διαδίκων, υπάρχει, ως πραγματικό γεγονός, άλλη διαδικαστική διαδικασία, ήτοι η αγωγή 1635/21 του Ε.Δ/Λ/κας, όπου εκεί οι εφεσείοντες έχουν αμφισβητήσει ρητά την εγκυρότητα της υποθήκης που επικαλέστηκαν οι εφεσίβλητοι για να ενεργοποιήσουν την εδώ επίμαχη διαδικασία, οι επίδικες ειδοποιήσεις θα πρέπει να παραμεριστούν προκειμένου να διασφαλιστεί το συνταγματικό δικαίωμα των εφεσειόντων για δίκαιη δίκη. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση στην ελληνική γλώσσα την οποία υπογράφει ο εφεσείοντας 1, και στην οποία, αφού αναφέρεται εξ' αρχής ότι ο τελευταίος «.δεν μπορώ να διαβάζω τα ελληνικά και να τα γράφω και έτσι η παρούσα ένορκη δήλωση έγινε με τη βοήθεια του δικηγόρου μου και την μετάφραση της από τα αγγλικά στα ελληνικά που έκανε τη διάβασε και συμφώνησα με το περιεχόμενο της και την υπέγραψα.», εξιστορούνται τα όσα γεγονότα έλαβαν χώρα κατά τους εφεσείοντες μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας και τα οποία, σύμφωνα με τους τελευταίους, δικαιολογούν όπως η αίτηση επιτύχει. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι αν και οι εφεσείοντες είχαν καταχωρήσει την παρούσα διαδικασία λίγες μέρες πριν την ημερομηνία του προγραμματισμένου πλειστηριασμού (26/03/24) εντούτοις δεν κατάφεραν να την επιδώσουν στους εφεσίβλητους πριν την εν λόγω ημερομηνία και ως εκ τούτου ο πλειστηριασμός έγινε κανονικά και στην ώρα που είχε προγραμματισθεί. Παρά ταύτα, προβάλλοντας τη θέση ότι η αίτηση εξακολουθεί να έχει ακόμη αντικείμενο καθώς και ουσιαστικό σκοπό να εξυπηρετήσει, η πλευρά των εφεσειόντων δήλωσε ότι θα επιμένει στην εκδίκαση της αίτησης οπόταν και η διαδικασία προχώρησε με την καταχώριση ένστασης από πλευράς εφεσιβλήτων Με την ένσταση των εφεσιβλήτων, εγείρονται ουσιαστικά μόνο δύο θέματα και συγκεκριμένα - όπως τα συνόψισε η ευπαίδευτη συνήγορος των πρώτων στην τελική της αγόρευση - «.(α) η αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και θα πρέπει να απορριφθεί αφού ο ενόρκως δηλούντας είναι αλλοδαπός, δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και κατατέθηκε μόνο ένορκη δήλωση στην ελληνική, χωρίς καμία μετάφραση ούτε και ένορκη δήλωση μεταφραστή.(β) δεδομένης της διεξαγωγής του πλειστηριασμού, ανεξαρτήτως αποτελέσματος αυτού, η αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου.». Σημειώνω εδώ ότι η Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση των εφεσιβλήτων, η οποία αποτελείται από 7 παραγράφους και όχι από τουλάχιστο 15 ως αφήνεται να νοηθεί στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων[1], περιορίζεται μόνο στα δύο θέματα που εγείρονται με την ένσταση και είναι στη βάση αυτών των δύο θεμάτων που προβάλλεται και η καταληκτική θέση των εφεσιβλήτων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως μη υποστηριζόμενη από μαρτυρία και ως άνευ αντικειμένου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου τόσο μέσω της αίτησης και της ένστασης όσο και με τις εμπεριστατωμένες τελικές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών. Ως εκ της φύσεως και του αντικειμένου του λόγου ένστασης που αφορά στην Ε/Δ του εφεσείοντα 1 που υποστηρίζει την αίτηση, κρίνω ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πριν από οτιδήποτε άλλο εφόσον αφορά στο κατά πόσο όντως υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το πραγματικό υπόβαθρο που είναι αναγκαίο να υπάρχει προκειμένου να μπορεί να υποστηριχθεί και να στοιχειοθετηθεί το βάσιμο και το δικαιολογημένο της αίτησης. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω το συγκεκριμένο θέμα. Αν και για το υπό συζήτηση ζήτημα εκφράστηκαν εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις από τις δύο πλευρές εντούτοις η απάντηση έχει θεωρώ δοθεί ξεκάθαρα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση GANNA MAKOVETSKA-GRYNEVYCH v. SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, 4/10/2023, από την οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο και σε κάποια έκταση το σχετικό απόσπασμα: «Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Εφεσίβλητος κατάγεται από την Ουκρανία και η μητρική του γλώσσα είναι η ρωσική. Όπως προκύπτει, η ένορκη δήλωση του, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης του για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της ένορκης δήλωσης του Εφεσιβλήτου καταχωρήθηκε και ένορκη δήλωση από κάποια Loubov Degtyarova, τιτλοφορούμενη ως «ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ», στην οποία αυτή, αφού κατέγραψε ότι γνωρίζει πολύ καλά τη ρωσική και την ελληνική γλώσσα και δύναται να μεταφράζει σε δικαστικές διαδικασίες από την ελληνική στη ρωσική και αντιστρόφως, δήλωσε ότι είχε μεταφράσει πιστά στη ρωσική γλώσσα προφορικά στο Εφεσίβλητο, πριν αυτός θέσει την υπογραφή του ενώπιον του Πρωτοκολλητή, τόσο την ένορκη δήλωση του όσο και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτήν. To πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τη θέση της Εφεσείουσας ότι, με δεδομένο ότι η ένορκη δήλωση του Εφεσίβλητου είχε συνταχθεί σε γλώσσα μη κατανοητή από τον ενόρκως δηλούντα, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, την απέρριψε στη βάση του ακόλουθου σκεπτικού: «Κρίνω πως από τη στιγμή που το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης η οποία έχει συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα, έχει μεταφραστεί στον ενάγοντα από την μεταφράστρια Loubov Degtyarova, ο ενάγοντας ήταν σε θέση να υπογράψει τη δήλωση στα Ελληνικά [βλ. Αίτηση Saab Abbas Nazer
(2003)1 Α.Α.Δ. 772]. Συνεπώς ο Λόγος αυτός της ένστασης απορρίπτεται.» Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772: «Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos
(2003)1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής: «Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772).» Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Krishnakanthan
(2011)1 Α.Α.Δ. 7 όπως προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα: «Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλη την απουσία σχετικής πρόνοιας στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, η πρακτική που ακολουθείται και προδιαγράφεται στους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς και αναφέρομαι στο Annual Practice 1955, σελ. 683 δίδει κατεύθυνση προς τη σωστή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά, από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει τη γλώσσα δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη. (Βλ. Φωτίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 783). Η σημείωση του πρωτοκολλητή, ότι μεταφράστηκε από ελληνικά σε αγγλικά, που στην προκείμενη περίπτωση όπως υποστήριξε ο συνήγορος του αιτητή, είναι ικανοποιητική για να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα ύπαρξης της, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία, αφού, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα. Σκοπός της βεβαίωσης του πρωτοκολλητή (jurat) είναι η αποφυγή με τρόπο αναντίλεκτο οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων (El-Boustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736). Αφήνω που μεθοδολογία, όπως η παρούσα, μπορεί να οδηγήσει και να ενισχύσει τη σκέψη ότι ένας ενόρκως δηλών, μπορεί θεωρητικά και να αποφύγει τις συνέπειες ενδεχόμενης διαδικασίας ψευδορκίας, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δηλώσεως δεν του αποδόθηκε σωστά.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε και σε προηγούμενη υπόθεση την Valentina Stoeva v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1405/2009, ημερ. 10/11/2009, στην οποία απερρίφθη μονομερής αίτηση για έκδοση διατάγματος τερματισμού της κράτησης και αναστολής της διαδικασίας απέλασης, λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που την συνόδευε δεν είχε συνταχθεί στη μητρική γλώσσα της αιτήτριας που ήταν η βουλγαρική, αλλά στην ελληνική γλώσσα. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Είναι υπογραμμένη από την αιτήτρια. Υπάρχει πιστοποίηση της υπογραφής της από την πρωτοκολλητή. Ταυτοχρόνως υπάρχει χειρόγραφη σημείωση ότι η ένορκη δήλωση έχει μεταφραστεί από κάποια Dani Προκοπίου στη βουλγαρική γλώσσα. Αυτό υποστήριξε η συνήγορος της αιτήτριας είναι αρκετό, γιατί καταδεικνύει ότι η ένορκη δήλωση μεταφράστηκε στην αιτήτρια στη μητρική της γλώσσα, και μετά απ΄αυτό υπέγραψε τη σχετική ένορκη δήλωση και έθεσε και η πρωτοκολλητής τη σχετική πιστοποίηση. Τέτοια εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ένορκη δήλωση που είναι συνταγμένη στα ελληνικά από πρόσωπο που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία η οποία θα μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αντίκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση γίνεται δεκτή και βρίσκω ότι δεν υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που θα μπορούσε να επιτρέψει στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την ουσία της αίτησης». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το ότι στην προκείμενη περίπτωση καταχωρήθηκε μια «ένορκη δήλωση μετάφρασης» από άτομο το οποίο δηλώνει ότι είναι σε θέση να μεταφράζει από την ελληνική στη ρωσική και αντίστροφα και ότι μετάφρασε στον Εφεσίβλητο προφορικά στη ρωσική γλώσσα την ένορκη δήλωση που αυτός καταχώρισε στην ελληνική πριν αυτός θέσει την υπογραφή του σε αυτή, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Δεν είναι χωρίς λόγο που η νομολογία σταθερά απαιτεί τη σύνταξη μιας ένορκης δήλωσης στη μητρική γλώσσα του ομνύοντα. Αν ήταν διαφορετικά, θα ήταν εύκολο να εγείρονται από ένα ομνύοντα που επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από φερόμενη δήλωση του ζητήματα ως προς την ακρίβεια της μετάφρασης της ένορκης του δήλωσης τα οποία θα ήταν δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) θέτει το ζήτημα ακριβώς στη σωστή του διάσταση: «Την πεποίθησή μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκή του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του». Είναι εμφανές από την πιο πάνω ανάλυση ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει τηρηθεί αυτή η διαδικασία η οποία έχει επιδοκιμαστεί από την πάγια νομολογία, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, με αποτέλεσμα να ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει και στοιχειοθετήσει την οριστικοποίηση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η πιο πάνω διαπίστωση μας σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση έφεσης χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οι υπόλοιποι Λόγοι Έφεσης. Και τούτο γιατί η κατάληξη μας επί του θέματος της ένορκης δήλωσης του Εφεσίβλητου καθιστά μη αναγκαίο να αποφανθούμε επί των υπολοίπων θεμάτων των Εφέσεων, αφού τούτο θα ήταν περιττό.» Όπως λοιπόν στη Ganna ανωτέρω έτσι και στην παρούσα περίπτωση, η ένορκη δήλωση που έχει παρουσιαστεί προς υποστήριξη της αίτησης είναι σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα και δεν έχει ακολουθηθεί η επιδοκιμασμένη από τη πάγια νομολογία διαδικασία για παρουσίαση της εν λόγω μαρτυρίας κατά αποδεκτό τρόπο. Το γεγονός δε ότι προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το περιεχόμενο της συγκεκριμένης Ε/Δ μεταφράστηκε προφορικά στο δηλούντα σε γλώσσα που αντιλαμβάνεται προτού αυτός θέσει την υπογραφή του επί αυτής ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση και αυτό ιδιαίτερα ενόψει και του ότι δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση ούτε κάποιας μορφής ένορκη βεβαίωση για αυτή την κατ' ισχυρισμό προφορική μετάφραση στα ελληνικά (βλ. Nazar ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς ότι η Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, η οποία Ε/Δ παρουσιάζεται από την πλευρά των εφεσειόντων να παρέχει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει το βάσιμο και το δικαιολογημένο της αίτησης, δεν συνιστά αποδεκτή μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Bianca Bos και Stoeva ανωτέρω). Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να υποστηριχθεί και να στοιχειοθετηθεί η έκδοση του διατάγματος που ζητούν οι εφεσείοντες και η κατάληξη αυτή αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση αίτησης από αυτό το στάδιο χωρίς να χρειάζεται να εξετασθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα εγείρεται (βλ. Ganna ανωτέρω). Στη βάση των πιο πάνω η παρούσα αίτηση - έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον των εφεσειόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ........... Λ. Πασχαλίδης, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. σελ 1 τελικής αγόρευσης εφεσειόντων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.