ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ARAYESH ASGHAR κ.α., Αρ. Αγωγής: 3003/11, 10/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3003/11 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-
- ARAYESH ASGHAR, από την Πύλα
- NIKADA TRADING LIMITED, από την Ορόκλινη Εναγόμενων --------------- (Αίτηση για παραχώρηση άδειας για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ημερ.30/01/2024) Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Α. Ζαχαρίου Για Ενδιαφερόμενο Μέρος Η.Α.Μ: κ. Ν. Μπολώτος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 16/10/17, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή με την οποία διέταξε μεταξύ άλλων και τα εξής: «.ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα κατοχής της οικίας.(αναφέρονται τα συγκεκριμένα στοιχεία). στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας (νέα στοιχεία.). ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την παράδοση της κατοχής της οικίας .(αναφέρονται τα συγκεκριμένα στοιχεία). στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας (νέα στοιχεία,,,) στους ενάγοντες με κενή και ελεύθερη κατοχή.». Έξι σχεδόν χρόνια αργότερα, δηλαδή στις 30/01/24, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ζητώντας όπως τους δοθεί άδεια για εκτέλεση του πιο πάνω διατάγματος ανάκτησης κατοχής της συγκεκριμένης κατοικίας με την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession). Είναι δε η θέση τους, όπως αυτή προβλήθηκε μέσω της υποστηρικτικής Ε/Δ, ότι: «Την 16/10/2017 εξεδόθη απόφαση ήτοι μεταξύ άλλων ττεριήχεν διάταγμα ανακτήσεως κατοχής της οικίας.(αναφέρονται τα στοιχεία).Ο εναγόμενος 1 προχώρησε σε παραχώρηση και/ή εκχώρηση των δικαιωμάτων του στην ως άνω οικία στην Πύλα στον (H. A. M.) ο οποίος διαμένει στην οικία εδώ και χρόνια. Πιστόν αντίγραφον του ρηθέντος διατάγματος επεδόθη προς τον (H.A.M.) στις 23/11/2023 και στον Διευθυντή Αξιωματούχο της εναγομένης 2 εταιρείας (M.S) στις 08/06/2023 προς το οποίον παρέλειψαν να συμμορφωθούν και το οποίον παρήκουσαν. Εξ' όσων πληροφορούμαι και κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω καθ' ότι διεπίστωσα τούτο κατόπιν επισκέψεως μου εις το ως άνω αναφερόμενο ακίνητο, εκτός από τον (H.Α.M.) ουδείς άλλος κατέχει το ρηθέν ή μέρος τούτου όστις θα δύνατο να αποταθεί εις το Δικαστήριο δια θεραπείαν ή άλλως πως. Ο (H.A.M.) και η εναγομένη 2 έλαβαν δεόντως γνώσιν του περιεχομένου του διατάγματος και εξαιτούμαι την άμεσον έκδοσιν εντάλματος δι' επανάκτησιν κατοχής του ειρημένου ακινήτου.» Σημειώνω εδώ ότι αν και το μόνο Τεκμήριο που επισυναπτόταν στην προαναφερόμενη Ε/Δ ήταν η απόφαση της 16/10/17, εντούτοις στο φάκελο της υπόθεσης υπήρχε καταχωρημένη Ε/Δ από ιδιώτη επιδότη ημερ. 27/11/23, σύμφωνα με την οποία είχαν επιδοθεί στον φερόμενο κάτοχο της κατοικίας Η.Α.Μ στις 23/11/23 τόσο η απόφαση της 16/10/17 όσο και σχετική επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ.03/07/23, με την οποία ζητείτο συμμόρφωση με τη διαταγή για παράδοση της επίμαχης κατοικίας εντός 7 ημερών. Στο σημείο αυτό αναφέρω επίσης ότι αν και η αίτηση είχε καταχωρηθεί ως μονομερής αίτηση εντούτοις το Δικαστήριο (παρούσα σύνθεση), εκλαμβάνοντας την ως αίτηση που εδράζεται στις πρόνοιες της Δ.43Α, ήτοι ως αίτηση με την οποία ζητείται άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας ως μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, έκρινε ορθό όπως προτού εξεταστεί η ουσία της αίτησης δοθεί ειδοποίηση περί αυτής στον Η.Α.Μ που αναφερόταν στην Ε/Δ ότι «διαμένει στην οικία εδώ και χρόνια». Αυτό όχι βεβαίως κατά παραγνώριση των προνοιών της Δ.43Θ.1 που επιτρέπουν όπως τέτοια αίτηση καταχωρείται σε μονομερή βάση αλλά γιατί ο φερόμενος ως σημερινός κάτοχος της κατοικίας Η.Α.Μ. δεν ήταν διάδικος στην αγωγή ούτε και συμμετείχε στην έκδοση της απόφασης της 16/10/17 και οι πρόνοιες της Δ.43Α Θ.2[1], όπως έχουν νομολογιακά ερμηνευτεί, επιβάλλουν όπως «.για την παραχώρηση άδειας, προέχει η δικαστική διαπίστωση ότι ο κάτοχος του ακινήτου έχει λάβει επαρκή ειδοποίηση της διαδικασίας. Με τη διαπίστωση αυτή είναι που διασφαλίζεται η δυνατότητα του κατόχου να αποταθεί στο δικαστήριο για θεραπεία ή ανακοπή.» (βλ. Κυριάκου Κώστας (Αρ. 2)
(2005)1 ΑΑΔ 1071). Αφού λοιπόν η αίτηση επιδόθηκε στον Η.Α.Μ. σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου, ο τελευταίος εμφανίστηκε στη διαδικασία μέσω δικηγόρου και εξέφρασε την πρόθεση να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση όπως και έπραξε στις 20/06/
- Εν συντομία, με την ένσταση του ο Η.Α.Μ προβάλλει 17 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να δοθεί η αιτούμενη άδεια στους ενάγοντες. Αν και οι λόγοι έντασης του Η.Α.Μ. είναι σε κάποιο σημαντικό βαθμό δυσνόητοι και επεκτείνονται και σε θέματα εντελώς άσχετα με την παρούσα διαδικασία (βλ. π.χ. λόγο ένστασης για κατ' ισχυρισμό «ψάρεμα μαρτυρίας»), εντούτοις αυτό που μπορεί να εξαχθεί από την υποστηρικτική Ε/Δ του τελευταίου - τουλάχιστο σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης - είναι ότι τις επί του προκειμένου θέσεις του ο Η.Α.Μ. τις βασίζει στον ισχυρισμό ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 27/10/16 (Τεκ.1) αυτός είχε αγοράσει την επίμαχη κατοικία από τον εναγόμενο 1 ως καλόπιστος τρίτος - οπόταν και απέκτησε την κατοχή της - καταβάλλοντας τότε και το ποσό των €100.000 έναντι του συμφωνηθέν τιμήματος πώλησης των €250.
- Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ο Η.Α.Μ., ο οποίος δέχεται ότι είχε παραλάβει την επιστολή των δικηγόρων των αιτητών ημερ.03/07/23, δεν είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια αφού μια τέτοια εξέλιξη θα συνεπάγετο ουσιαστικά την εκδίωξη του από την κατοικία που αγόρασε καθ' όλα νόμιμα και καλόπιστα. Η ακρόαση της αίτηση ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχή, όσον αφορά τη θέση που προβάλλει η πλευρά του Η.Α.Μ. ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι εδράζεται επί λανθασμένης νομικής βάσης αναφέρω ότι όντως στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στη «Δ.45Α», η οποία όμως Διάταξη δεν υπάρχει πουθενά στους εφαρμοστέους Θεσμούς. Ήταν όμως και είναι προφανές από το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της υποστηρικτικής Ε/Δ ότι το υπό κρίση αίτημα των εναγόντων εδράζεται στις πρόνοιες της Δ.43Α, η οποία είναι και η μόνη Διάταξη που διέπει την έκδοση ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας στα πλαίσια εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Μάλιστα δε, είναι ακριβώς στη βάση αυτής της αντίληψης που και το Δικαστήριο είχε κρίνει ορθό όπως προτού αποφασίσει αν θα χορηγήσει η όχι την αιτούμενη άδεια δώσει την ευκαιρία στο Η.Α.Μ να προβάλει τις δικές του θέσεις αν ήθελε. Καθοδηγούμενος λοιπόν από τη σχετική νομολογία, κρίνω, σε συμφωνία και με τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε η πλευρά των εναγόντων, ότι η αναφορά στη νομική βάση της αίτησης στη «Δ.45Α» αντί στη «Δ.43Α» συνιστούσε απλά ένα καλόπιστο γραφικό λάθος το οποίο ουδόλως επηρεάζει την εγκυρότητα της αίτησης (βλ. Xριστοδούλου Zήνων ν. Zendia Machinery Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 367). Ως εκ τούτου, θα προσεγγίσω την αίτηση με γνώμονα τις νομικές αρχές που περιβάλλουν τις πρόνοιες της Δ.43Α θεωρώντας ότι αυτή είναι η Διάταξη επί της οποίας εδράζεται. Των πιο πάνω λεχθέντων λοιπόν, επισημαίνω ότι πρόσφατα, το Ανωτατο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του, είχε την ευκαιρία να εξετάσει τα θέματα που περιβάλλουν την εφαρμογή της Δ.43Α: «Αντικείμενο εξέτασης ενώπιον του Κατώτερου Δικαστηρίου, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ήταν η αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο δόθηκε άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής (Writ of Possession). Όπως ορθά επεσήμανε και το Κατώτερο Δικαστήριο, με δεδομένο ότι η άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακινήτου δίδεται με μονομερή αίτηση, οποιοδήποτε πρόσωπο επηρεάζεται από το διάταγμα με το οποίο παραχωρήθηκε η άδεια έκδοσης τέτοιου εντάλματος, μπορεί, με βάση τις πρόνοιες της Δ.48, (θ)
(8)
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], να επιδιώξει την ακύρωση του διατάγματος με δια κλήσεως αίτηση, όπως ήταν και η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκείμενη περίπτωση από τους Αιτητές. Δικαιοδοτική βάση έκδοσης του επίδικου Διατάγματος ήτο, βεβαίως, η Δ.43(Α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα εξής:.Το Κατώτερο Δικαστήριο, αφού εξέτασε τους προβαλλόμενους για σκοπούς παραμερισμού του επίδικου Διατάγματος λόγους, τους απέρριψε. Απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο ότι ο μη παραμερισμός του επίδικου Διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα οι Αιτητές να αποστερηθούν της ιδιοκτησίας τους, επεσήμανε ότι η Δ.43(Α) αφορά στην παραχώρηση άδειας έκδοσης εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακινήτου και όχι της ιδιοκτησίας του ακινήτου και ότι αυτό που απαιτείται για σκοπούς παραχώρησης της σχετικής άδειας, «είναι η ύπαρξη νόμιμου δικαιώματος κατοχής του ακινήτου και δεν αποτελεί προαπαιτούμενο και η ταυτόχρονη ύπαρξη δικαιώματος ιδιοκτησίας, είτε ακόμη μόνο αυτό». Εξετάζοντας το δεύτερο λόγο με βάση τον οποίο προβλήθηκε ότι το επίδικο Διάταγμα είχε εκδοθεί κατά παράβαση της Δ.43(Α) λόγω του ότι δεν είχε επιδοθεί στους Αιτητές, το Κατώτερο Δικαστήριο ανέφερε ότι αυτό που οι Ενάγοντες όφειλαν να επιδώσουν και επέδωσαν στους Αιτητές προτού αποταθούν στο Δικαστήριο για έκδοση του επίδικου Διατάγματος, ήταν η ερήμην Απόφαση ημερ. 21/9/2020 και το συμπληρωματικό Διάταγμα ημερ. 6/10/2020. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του σε σχέση με το δεύτερο λόγο, η οποία και οδήγησε στην απόρριψη του, το Κατώτερο Δικαστήριο θεώρησε ορθό να εξετάσει και την περίπτωση κατά την οποία δεν είχαν επιδοθεί είτε η ερήμην Απόφαση, είτε το συμπληρωματικό Διάταγμα, αναφέροντας ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα είχε την ευχέρεια παραμερισμού είτε του επίδικου Διατάγματος, είτε του επίδικου Εντάλματος στη βάση του ότι, αν το έπραττε, θα ενεργούσε ως Εφετείο του εαυτού του. Απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο με τον οποίο προβάλλετο ότι το επίμαχο Ένταλμα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, διότι δεν μπορούσε πρακτικά να εκτελεστεί επί τη βάσει του ότι τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου που αναφέρονταν στο επίδικο Διάταγμα και Ένταλμα ήταν λανθασμένα, «ανέφερε ότι τόσο το επίμαχο διάταγμα όσο και το επίμαχο ένταλμα, αφορούν στο επίμαχο υποστατικό». Αφού το Κατώτερο Δικαστήριο, με παραπομπή στο Σύγγραμμα Woodfall΄s Law on Landlord and Tenant, Τόμος 1, παρ. 19.090, Setting aside warrants and writs, επεσήμανε ότι η δυνατότητα για τον παραμερισμό εντάλματος ανάκτησης κατοχής είναι περιορισμένη και αφορά στις περιπτώσεις όπου, πρώτο, ακυρώνεται το διάταγμα επί του οποίου βασίστηκε η έκδοση του εντάλματος, δεύτερο, όπου το ένταλμα έχει εξασφαλιστεί με απάτη και, τρίτο, όπου υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας ή καταπίεση κατά την εκτέλεση, η κατάληξη του ήταν ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν υφίστατο οιοσδήποτε νόμιμος και αποδεχτός λόγος ακύρωσης ή παραμερισμού του επίμαχου Διατάγματος... .το Κατώτερο Δικαστήριο, ενεργώντας πάντα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, προχώρησε, ως είχε δικαίωμα και καθήκον, στην ερμηνεία και την εφαρμογή των προνοιών της Δ.43(Α), και, δίνοντας λόγο και αιτιολογία για την κατάληξή του, απέρριψε την αιτούμενη θεραπεία. εν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και/ή συζητήσιμο θέμα. Ούτε έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές με τα όσα έχουν πιο πάνω αναφέρει και με δεδομένη τη δυνατότητα έφεσης, έχουν καταδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας.»[2] Σημειώνω εδώ, ότι στη πρωτόδικη διαδικασία που είχε λάβει χώρα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση, ο αδελφός Δικαστής Κ. Κωνσταντίνου ΑΕΔ, ο οποίος ήταν και ο Δικαστής που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση που απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο, είχε συμφωνήσει και υιοθετήσει τη σχετική νομική ανάλυση που είχε γίνει από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου Γ. Παγιάση στην υπόθεση ΕΥΗ ΧΑΤΖΗΓΕΡΟΥ ν. CN CASA NATURALI LTD κ.α., Αίτηση αρ. Ε25/2021, 16/2/2023, ECLI:CY:DOD:2023:4 την οποία και παραθέτω αυτούσια : «.Βασικός σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι να επιστραφεί η κατοχή στον νόμιμο της ιδιοκτήτη και να δοθούν σχετικές προειδοποιήσεις σε τυχόν τρίτους που επηρεάζονται για οποιονδήποτε λόγο από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να αποταθούν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν την αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος ανάκτησης κατοχής, με βάση τη Διαταγή Δ.48, θ. 8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως έχει κατ' επανάληψη επιβεβαιωθεί από τη σχετική νομολογία. Θα πρέπει βεβαίως να τονισθεί ότι η αναφορά στην εν λόγω Διαταγή σε «relief or otherwise» δεν ισοδυναμεί με απόδοση οποιωνδήποτε νέων δικαιωμάτων είτε στον ενοικιαστή, είτε σε άλλο κάτοχο του επίδικου υποστατικού. Όπως εξηγείται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958, σελ. 1142 υπό τον τίτλο «Writ of Possession» αναφορικά με την αγγλική Δ.47 (αντίστοιχη με την ημεδαπή Δ.43Α): «"For relief or otherwise:" It should be observed that the Rule does not confer any new rights on a tenant or other occupier. Its only effect is to give those who may apply for a relief an opportunity of doing so.» Ως εκ τούτου, για να παραμεριστεί ένα ένταλμα ανάκτησης κατοχής, θα πρέπει ο αιτών τον παραμερισμό να αποδείξει ότι η εκτέλεση του διατάγματος θα είναι είτε άσκοπη, είτε, ότι αυτό, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αδικαιολόγητα είχε εξ' αρχής εκδοθεί. Σχετικά είναι τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 17, Κεφ. Particular Forms of Execution, Writ of Possession, σελ. 303, παρ. 500 αναφέρονται τα εξής: «The writ of possession will not be set aside unless the defendant can prove that the writ would be futile or that its issue was not justified by the particular circumstances.» Στο σύγγραμμα Woodfall's Law on Landlord and Tenant, Τόμος 1, παρ. 19.090, Setting aside warrants and writs, αναφέρεται ότι η δυνατότητα για τον παραμερισμό εντάλματος ανάκτησης κατοχής είναι περιορισμένη και αφορά τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όταν ακυρωθεί το διάταγμα επί του οποίου βασίστηκε η έκδοση του εντάλματος, ή (β) όταν το ένταλμα έχει εξασφαλιστεί με απάτη (obtained by fraud), ή τέλος, (γ) όταν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας ή καταπίεση (oppression) κατά την εκτέλεση.» Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω κατά νου και έχοντας διεξέλθει και ο ίδιος τη νομολογία και συγγράμματα στα οποία έχουν παραπέμψει οι πιο πάνω αδελφοί Δικαστές, θα συμφωνήσω μαζί τους ότι τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν πλήρως τις νομικές αρχές που διέπουν το πότε δύναται να ακυρωθεί - ή κατ' αναλογία το πότε δύναται να μην εκδοθεί - ένα ένταλμα ανάκτησης κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας (writ of possession). Εκείνο όμως το οποίο θα προσθέσω στα πιο πάνω ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση το υπό εξέταση ζήτημα αφορά στο στάδιο της έκδοσης του συγκεκριμένου εντάλματος και όχι στο μεταγενέστερο στάδιο του παραμερισμού του, είναι μία άλλη παράμετρος των εφαρμοστέων νομικών αρχών η οποία δεν απασχόλησε τους εδώ διαδίκους. Η έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει της Δ.43Α (writ of possession), ήτοι ως μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, προϋποθέτει, ως άλλωστε αναφέρεται και στη Δ.43Α Θ.1, ότι όχι μόνο ο αιτητής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση που διατάσσει την παράδοση ή την ανάκτηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας αλλά και ότι η απόφαση αυτή έχει δεόντως επιδοθεί στον κάτοχο της ιδιοκτησίας ο οποίος παρά ταύτα παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτή εξ' ου και είναι πλέον αναγκαίο όπως ενεργοποιηθούν οι σχετικές εξουσίες του Δικαστηρίου για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του (είτε με τη Δ.43Α είτε με τη Δ.42Α): «Service of an endorsed copy of Judgment or Order is in accordance with Order 42A. r. 1 a prerequisite for the issue of a writ of possession in the event of refusal to comply with the terms of the Order. This is made clear from the provisions of Ord. 43A r. 1
(1), particularly the requirement that the writ should be preceded by an affidavit in Form 39C requiring verification of the fact that an endorsed Order was served upon the party to whom the Order is addressed and not obeyed. Moreover, Ord. 42A r. 1 makes service of an endorsed copy of a Judgment or Order a prerequisite for the invocation of the coercive powers of the Court in face of disobedience.»[3] Επειδή όμως μια τέτοια απόφαση στην ουσία συνιστά διαταγή για διενέργεια συγκεκριμένης ενέργειας, αυτόματα ενεργοποιούνται και εφαρμόζονται και οι πρόνοιες της Δ.34 θ.5, οι οποίες πρόνοιες, υπενθυμίζω, απαιτούν όπως κάθε διάταγμα ή απόφαση που επιτάσσει την εκτέλεση ορισμένης πράξης καθορίζει χρόνο μέσα στον οποίο αυτή πρέπει να εκτελεστεί[4]. Μάλιστα δε, όπως προκύπτει και από την Νικολαΐδου ν. Αττίπα κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620, όταν εξετάζεται θέμα έκδοσης ή παραμερισμού ενός εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας, η υποχρέωση για καθορισμό στη δικαστική απόφαση του χρόνου εντός του οποίου θα πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία: «Η έκδοση διατάγματος άμεσα εκτελεστού δεν σημαίνει πως ικανοποιεί και τη ρητή απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου μέσα στον οποίο η πράξη την οποία εντέλλεται πρέπει να τελεστεί. Η απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου σύμφωνα με τη Δ.34 θ.5 τίθεται με δοσμένη τη δυνατότητα εκτέλεσης του διατάγματος. Απαιτείται ρητά να προσδιορίζεται ο χρόνος ή ο χρόνος μετά την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος μέσα στον οποίο η πράξη πρέπει να τελεστεί και δεν μπορεί να θεωρείται ότι αυτό ικανοποιείται απλώς επειδή το διάταγμα ή η απόφαση δεν τελούν υπό αναστολή εκτέλεσης. Η αγγλική Ο. 41 r.5, πριν την τροποποίησή της ήταν όμοια, κάλυπτε και διατάγματα όπως το συζητούμενο, και, όπως προκύπτει από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει η Annual Practice του 1958 σελ. 954 κ.επ., ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε με αυτό τον τρόπο. Εξηγείται συναφώς πως ενώ η διαταγή δεν καθίσταται αναποτελεσματική (ineffectual) χρειάζεται, για να είναι δυνατό να εφαρμοστεί (enforced) να οριστεί χρόνος με διαδικασία που καθορίζεται. (Βλ. Νeedham v. Needham [1842] 1 Hare 633, Gilbert v. Endean [1878] 9 Ch. D. at p. 266, In re Wilde [1910] W.N. (Weekly Notes) 128, Townend v. Townend [1906] 93 L.T. 680 and Re Tuck [1906] 1 Ch. D. 692). Αναγνωρίστηκε πως η διαταγή για άμεση (forthwith) τέλεση της πράξης αποτελεί επαρκή προσδιορισμό του χρόνου και συζητήθηκε το χρονικό διάστημα το οποίο, κατά περίπτωση, αυτό εξυπονοεί. (βλ. Thomas v. Nokes [1868] L.R. 6 Εq. 521, Halford v. Hardy [1900] 81 L.T. 721 και Lowe v. Fox [1885] 15 Q.B.D. 667). Eίναι σαφές όμως πως αυτός ο προσδιορισμός πρέπει να διατυπώνεται στο διάταγμα ή στην απόφαση και δεν προκύπτει μόνο επειδή εκδίδεται απόφαση ή διάταγμα χωρίς αναστολή εκτέλεσης. Η επίκληση από τους εφεσείοντες του Αtkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 12 σελ. 4 και συναφώς οι τύποι 10 και 11 δεν προωθεί το επιχείρημά τους. Ο τύπος 10 αφορά σε εκ συμφώνου διαταγή για πληρωμή ορισμένου ποσού και αναφέρεται σ΄αυτόν προθεσμία πληρωμής. Ο τύπος 11 αφορά στον τρόπο διατύπωσης εκ συμφώνου απόφασης με την οποία επιδικάζεται ποσό, με αναστολή για όσο καταβάλλονται καθορισμένες δόσεις. Ακολουθεί ο τύπος 13 για εκ συμφώνου διάταγμα προς τέλεση εξειδικευμένων πράξεων. Περιλαμβάνεται σ΄αυτόν πρόνοια για το χρόνο μέσα στον οποίο πρέπει να τελεστεί η πράξη. Και στην Κύπρο συναφή ζητήματα προσεγγίστηκαν με την ίδια αυστηρότητα. Στην Papasian Ltd είχε οριστεί συγκεκριμένος χρόνος στο διάταγμα του Δικαστηρίου αλλά αυτό επιδόθηκε μετά την πάροδό του. Εξετάστηκε η διασύνδεση του διατάγματος, της οπισθογράφησής του όπως την καθορίζει η Δ.42Α
(1)και η επίδοσή του, με τη δυνατότητα έκδοσης εντάλματος κατοχής σύμφωνα με τη Δ.43Α. Αυτό, ενόψει των προνοιών της τελευταίας ως προς το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που πρέπει να υποστηρίζει την ex parte αίτηση για έκδοσή του. Με αναφορά και στην αγγλική νομολογία κρίθηκε πως στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως ζήτημα αφού το διάταγμα, όπως αυτό εκδόθηκε, ανέφερε ως χρόνο συμμόρφωσης ημερομηνία προγενέστερη της επίδοσης. Στην Μακρίδης (ανωτέρω), πάνω στην ίδια βάση, ακυρώθηκε με certiorari το ένταλμα κατοχής που είχε εκδοθεί χωρίς να είχε μεσολαβήσει "συμπληρωματικό διάταγμα (supplementary order) παράτασης της προθεσμίας". Απορρίφθηκε μάλιστα ισχυρισμός πως εδικαιολογείτο άλλη προσέγγιση επειδή αντικείμενο της διαδικασίας ήταν το ένταλμα κατοχής και όχι η παρακοή του διατάγματος. Έχουμε αναφερθεί στο περιεχόμενο και στη δομή του διατάγματος της 6.2.
- Δεν περιέχει αναφορά σε χρόνο, όπως απαιτεί η Δ.34 Θ.
- Με την κατ' ισχυρισμό άρση της αναστολής λόγω της μή τήρησης των όρων υπό τους οποίους τελούσε, έχουμε απόφαση άμεσα εκτελεστή μεν αλλά χωρίς προσδιοριμένο χρόνο, όπως απαιτεί ο Κανονισμός. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοιος χρόνος η όποια, άγνωστη κατά το χρόνο της έκδοσης του διατάγματος, στιγμή κατά την οποία αυτό θα καθίστατο εκτελεστό. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αναθεώρησε το διάταγμα της 6.2.
- Διαπίστωσε ατέλεια που δεν θεραπεύθηκε με κατάλληλο δικονομικό διάβημα και, για τους λόγους που εξηγήσαμε, θεωρούμε ορθή την προσέγγιση του. Αφού η έκδοση εντάλματος κατοχής τελεί υπό την προϋπόθεση της επίδοσης του διατάγματος με προσδιορισμένο σ' αυτό το χρόνο που τάσσεται για συμμόρφωση, η διαπίστωση πως δεν τασσόταν τέτοιος χρόνος, ορθά οδήγησε στον παραμερισμό του.» (έμφαση του Δικαστηρίου). Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να γίνουν αντιληπτά από τον τρόπο με τον οποίο είχε προσεγγιστεί η περίπτωση στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ
(2007)1 ΑΑΔ 224: «.Στην απόφαση του ο αδελφός Δικαστής παρέπεμψε στην απόφαση του Εφετείου στη Νικολαϊδου ν. Αττίπα κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620 από την οποία παρέθεσε και σχετικό απόσπασμα. Στο απόσπασμα εκείνο αναφέρεται ότι έκδοση διατάγματος άμεσα εκτελεστού δεν σημαίνει πως ικανοποιεί και τη ρητή απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου μέσα στον οποίο η πράξη την οποίαν εντέλλεται (το διάταγμα) πρέπει να τελεστεί. Σύμφωνα με τη Δ.34 θ.5 απαιτείται ρητά να προσδιορίζεται ο χρόνος ή ο χρόνος μετά την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος, μέσα στον οποίο η πράξη πρέπει να τελεστεί και δεν μπορεί να θεωρείται ότι αυτό ικανοποιείται απλώς επειδή το διάταγμα ή η απόφαση δεν τελούν υπό αναστολή εκτέλεσης. Τόσο στην υπόθεση Νικολαϊδου (ανωτέρω) όσο και στις Αιτήσεις 2/07 και 3/07 (ανωτέρω[5]) τα διατάγματα στα οποία δεν καθοριζόταν ο χρόνος εκτέλεσης ήταν εντάλματα ανάκτησης κατοχής ακινήτων. Ο αδελφός Δικαστής κ. Αρτέμης στην προαναφερόμενη απόφαση του έδωσε άδεια καταχώρισης αίτησης με κλήση για έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Prohibition. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε τρία διατάγματα, τα υπ΄ αρ. 1, 3 και 4 στο αιτητικό της αίτησης που είχε ενώπιόν του. Με το πρώτο διάταγμα που εκδόθηκε (υπ΄ αρ. 1 στην αίτηση ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου) κηρυσσόταν άκυρη η μεταβίβαση του ακινήτου από τη σύζυγο στην εταιρεία. Κατά την κρίση μου δεν τίθεται θέμα ακύρωσης του διατάγματος αυτού επειδή δεν καθορίζεται οποιοσδήποτε χρόνος συμμόρφωσης, σε εκείνο το διάταγμα. Εν όψει του ότι το διάταγμα εκείνο είναι κατ΄ ουσία δηλωτικό και όχι προστακτικό και δεν διατάσσεται η τέλεση οποιασδήποτε πράξης, οπόταν θα έπρεπε να καθοριστεί και ο χρόνος εντός του οποίου θα έπρεπε η πράξη να τελεστεί, θεωρώ ότι το διάταγμα εκείνο δεν είναι καθ΄ οιονδήποτε τρόπο μεμπτό ούτε και ότι καταστρατηγεί τις πρόνοιες της Δ.34 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το δεύτερο διάταγμα που εκδόθηκε (το υπ΄ αρ. 3 στην αίτηση ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου) διατάσσει την κατάσχεση και πώληση του ακινήτου, όντως, χωρίς να καθορίζει χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να γίνει η κατάσχεση και η πώληση του ακινήτου. Ο αιτητής δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό τη θεραπεία αυτής της παράλειψης και επομένως, σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην Νικολαϊδου (ανωτέρω), κρίνω ότι το διάταγμα αυτό είναι ορθό και δίκαιο να ακυρωθεί με προνομιακό ένταλμα Certiorari. Το τρίτο διάταγμα που εκδόθηκε (υπ΄ αρ. 4 στην αίτηση ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου) διατάσσει, ταυτόχρονα με την ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου (όπως προνοείται στο πρώτο διάταγμα) και όταν το ακίνητο εγγραφεί στο όνομα της συζύγου, η εγγραφή στο όνομα της συζύγου να συνοδεύεται, ταυτόχρονα, και με εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους (υπέρ του συζύγου) ως επιβάρυνση επί του ακινήτου. Θεωρώ ότι η λέξη «ταυτόχρονα», η οποία αναγράφεται δύο φορές στο διάταγμα αυτό, προσδιορίζει επαρκώς το χρόνο μέσα στον οποίο θα πρέπει να τελεστούν οι πράξεις τις οποίες εντέλλεται το διάταγμα. Επομένως δεν θεωρώ ούτε και αυτό το διάταγμα ως μεμπτό ούτε και ότι καταστρατηγεί τις πρόνοιες της Δ.34 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Είναι προφανές ότι εκείνο που διατάσσει το διάταγμα είναι την εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι της συζύγου ταυτόχρονα με την ακύρωση της εγγραφής στο όνομα της εταιρείας, και την ταυτόχρονη εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους (υπέρ του συζύγου) ως επιβάρυνση επί του ακινήτου.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει και στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. , Πολιτική Αίτηση Αρ. 78/2020, 22/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:D261, ECLI:CY:AD:2020:D261 όπου λέχθηκαν τα εξής: «.Ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους έχει επικαλεστεί σχετικά την υπόθεση Νικολαΐδου ν. Αττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620, η οποία όμως λειτουργεί ως αντεπιχείρημα της εισήγησης ότι θα πρέπει το επίμαχο διάταγμα να ακυρωθεί. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε αφενός διάταγμα έξωσης από ακίνητο, στο οποίο δεν καθορίστηκε ο χρόνος εκτέλεσης του και αφετέρου, ένταλμα ανάκτησης της κατοχής του ακινήτου. Υπό κρίση βρισκόταν η αίτηση για ακύρωση του εντάλματος, επειδή στο προηγηθέν διάταγμα δεν καθοριζόταν ο χρόνος εκτέλεσης. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ενώ το διάταγμα ήταν έγκυρο, παρεμβαλλόταν εμπόδιο στην εκτέλεση του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στους αντίστοιχους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς υποδεικνύοντας ότι «ενώ η διαταγή δεν καθίσταται αναποτελεσματική (ineffectual) χρειάζεται, για να είναι δυνατόν να εφαρμοστεί (enforced) να οριστεί χρόνος με διαδικασία που καθορίζεται.» Με το να παραβλεφθεί ο καθορισμός τέτοιου χρόνου στο διάταγμα είχε ως αποτέλεσμα, κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο, «να έχουμε απόφαση άμεσα εκτελεστή αλλά χωρίς προσδιορισμένο χρόνο όπως απαιτεί ο Κανονισμός.» οπότε κρίθηκε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε παραμερίσει το ένταλμα κατοχής, εφόσον τούτο τελούσε υπό την προϋπόθεση της επίδοσης του διατάγματος με προσδιορισμένο σε αυτό το χρόνο που τασσόταν για συμμόρφωση. Είναι φανερό ότι το επίδικο διάταγμα δεν καθίσταται άκυρο εκ του λόγου και μόνο ότι δεν καθορίζεται ο χρόνος για συμμόρφωση. Το διάταγμα παραμένει έγκυρο, ενδεχομένως όμως να μην μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να οριστεί ο χρόνος και το ζήτημα να μπορούν να το εγείρουν οι Αιτητές σε περίπτωση που θα αντιμετωπίσουν αίτηση για παρακοή του διατάγματος.» (έμφαση του Δικαστηρίου) Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι τα πιο πάνω είναι σε πλήρη συμφωνία και με τα όσα αναφέρονται στις σελ.1141 - 1144 του Annual Practice 1958 σε σχέση με την έκδοση και παραμερισμό ενός εντάλματος ανάκτησης κατοχής αλλά και στη σελ.954-955 αναφορικά με το καθήκον καθορισμού σε μια δικαστική απόφαση του χρόνου συμμόρφωσης με τις θετικές υποχρεώσεις που η απόφαση αυτή επιβάλλει : Σελ.954 - 955 «.An order for delivery of possession under O. 47. r. 2, omitted to name a time within which possession was to be given, and no memorandum pursuant to this Rule could be indorsed; on a motion for leave to issue a writ of attachment for non-compliance with the order (upon which motion defendant appeared in person), the writ was ordered to issue, but to lie in the office for a week (Re Higgs' Mortgage, [1894] W.N.73. Probably this case cannot be relied on). Omission to Fix Time - "Four-day Order."—When the order omits to fix a time,it is not thereby rendered ineffectual, but the Court will make a supplemental order fixing the time.But until a time is fixed the order cannot be enforced (Gilbert v. Endean
(1878), 9 Ch. D. , p.266, C.Α.; Re Wilde, [1910] W.N. 128, C.Α.; Townend v. Townend
(1906), 93 L.T. 680, C.A.(a divorce case)).» Σελ.1143 «." To deliver up possession." — An order under this Rule is an order to do an act within O. 41, r. 5, and must state a time within which the act is to be performed (Savage v . Bentley
(1904), 90 L.T. 641; cf. Townend v . Townend
(1905), 93 L.T. 680, C. Α.). Such an order must be served as prescribed by O. 41, r. 5, and a writof possession can issue only on proof of such service and of disobedience. In Re Higgs, [1894] W.N . 73, upon a motion for attachment for non-compliance with an order for possession, which order did not fix a time , on which motion the defendant appeared in person, the writ was ordered to issue hut to lie in the office for a week. Probably this case cannot be relied on, see O. 41, r. 5, and (nn.).» Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί για σκοπούς πληρότητας ότι λόγω του ότι στους αγγλικούς Θεσμούς που αφορούσαν την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής (O.47) γινόταν τότε ρητά διαχωρισμός μεταξύ των αποφάσεων που διέτασσαν «ανάκτηση κατοχής» ακίνητης ιδιοκτησίας (Ο.47 R.1) και των αποφάσεων που διέτασσαν «παράδοση κατοχής» (O.47 R.2), αναφέρεται στη σελ.1141 του Annual Practice 1958 ότι συνεπεία αυτού του διαχωρισμού μόνο στη δεύτερη περίπτωση - «παράδοση - delivery» - απαιτείτο να καθοριστεί χρόνος για σκοπούς συμμόρφωσης - «" Recover possession."—There is a distinction between a judgment or order to "recover possession" under this Rule, and a judgment, or order to " deliver up possession " to some other person under r. 2, infra. a judgment to recover possession hereunder need not state any time for such recovery.». Ανάλογος διαχωρισμός όμως δεν υπάρχει στην κυπριακή Δ.43Α, η οποία αναφέρεται και σε «ανάκτηση» αλλά και σε «παράδοση» κατοχής - «for the recovery or delivery of possession of any immovable property», και σε κάθε περίπτωση, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση της 16/10/17 είναι την «παράδοση κατοχής» που διατάσσει, κανένας ουσιαστικός λόγος δεν υπάρχει για να επεκταθώ περαιτέρω επί του θέματος αυτού. Θα πρέπει τέλος να αναφέρω ότι κατά την έρευνα μου εντόπισα και την απόφαση στην υπόθεση Σάββα Ισαβέλλα Γιάννη
(2014)1 ΑΑΔ 829, ECLI:CY:AD:2014:D268 όπου στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του, ο έντιμος Ναθαναήλ Δικαστής ως ήταν τότε, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «.Στην υπόθεση Έλλη Νικολαΐδου ν. Νίκου Αττίπα κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620, που είναι η πρώτη των αποφάσεων που μνημόνευσε ο συνήγορος, τα γεγονότα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχε απόφαση με αναστολή εκτέλεσης και στη λήξη της αναστολής εκδόθηκε ένταλμα κατοχής χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό χρόνου. Αναφέρθησαν μάλιστα οι Αγγλικές αποφάσεις επί της ερμηνείας του αντίστοιχου με τη Δ.43Α, Order 41 rule 5, Thomas v. Nokes
(1868)LR 6 Eq 521, Halford v. Hardy
(1900)81 L.T. 721 και Lowe v. Fox
(1885)15 Q.B.D. 667, ότι η άμεση εκτέλεση διατάγματος («forthwith»), αποτελούσε από μόνη της φρασεολογία επαρκούς προσδιορισμού χρόνου. Η ουσία της απόφασης ήταν ότι με τη λήξη της αναστολής λόγω μη τήρησης των όρων που τίθονταν για αναστολή, υπήρχε απόφαση προς άμεση εκτέλεση χωρίς προσδιορισμό χρόνου. Εδώ το διάταγμα ανάκτησης κατοχής, όπως και όλη η απόφαση, ήταν άμεσα εκτελεστό με την ίδια την έκδοση της απόφασης..» Παρά όμως το ότι με το πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προβάλλεται αντίθετη άποψη από αυτή που είχε ως τότε καθορίσει η δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την Αττίπας ανωτέρω, εντούτοις, από προσεκτική ανάγνωση του συνόλου της απόφασης στη Γιάννη καταδεικνύεται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Αυτό γιατί όπως αναφέρεται και στη σελ. 955 του Annual Practice όπου εξηγούνται οι αγγλικές αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει και η Γιάννη αλλά και η Αττίπας, η φρασεολογία («forthwith») δεν έγινε αποδεκτή ως επαρκής προσδιορισμός του χρόνου στα πλαίσια κάποιας ερμηνείας μιας απόφασης που είχε εκδοθεί χωρίς να προσδιορίζει χρόνο συμμόρφωσης αλλά διότι η συγκεκριμένη φράση είχε χρησιμοποιηθεί ρητά στην απόφαση που εκδόθηκε ακριβώς ώστε να προσδιορίσει το χρόνο συμμόρφωσης με αυτή - «.Forthwith has been held to be a sufficient expression of time for doing an act directed by an order. An order to do an act forthwith means that the act is to be done as soon as it can reasonably be done.». Έπεται λοιπόν πως ουδέποτε τέθηκε υπό αμφιβολία ο λόγος της Αττίπας ως προς το ότι «.Αναγνωρίστηκε πως η διαταγή για άμεση (forthwith) τέλεση της πράξης αποτελεί επαρκή προσδιορισμό του χρόνου.Eίναι σαφές όμως πως αυτός ο προσδιορισμός πρέπει να διατυπώνεται στο διάταγμα ή στην απόφαση και δεν προκύπτει μόνο επειδή εκδίδεται απόφαση ή διάταγμα χωρίς αναστολή εκτέλεσης.». Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω επομένως, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση που εκδόθηκε στις 16/10/17, η οποία διέτασσε την παράδοση της κατοχής της συγκεκριμένης κατοικίας στους ενάγοντες, δεν περιείχε κανένα χρόνο συμμόρφωσης όπως απαιτεί η Δ.34 Θ.5 και η σχετική νομολογία. Συνεπεία αυτής της ατέλειας όμως, την οποία οι αιτητές δεν επιχειρήσαν ποτέ να θεραπεύσουν με την έκδοση κάποιου «συμπληρωματικού διατάγματος» (supplementary order) στα πλαίσια του κατάλληλου δικονομικού διαβήματος, η εν λόγω απόφαση δεν μπορούσε, ούτε στις 23/11/24 που επιδόθηκε στον Η.Μ.Α αλλά ούτε και στις 30/01/24 που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, να αποτελέσει ορθό υπόβαθρο για την έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής της κατοικίας δυνάμει της Δ.43Α αφού, «ενώ η διαταγή δεν καθίσταται αναποτελεσματική (ineffectual), χρειάζεται, για να είναι δυνατόν να εφαρμοστεί (enforced), να οριστεί χρόνος με διαδικασία που καθορίζεται». Και για τον ίδιο λόγο ούτε και σήμερα μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο ένταλμα εφόσον σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Αττίπας ανωτέρω) «η έκδοση εντάλματος κατοχής τελεί υπό την προϋπόθεση της επίδοσης του διατάγματος με προσδιορισμένο σ' αυτό το χρόνο που τάσσεται για συμμόρφωση». Ως εκ τούτου, η τύχη της υπό κρίση αίτησης σφραγίζεται από αυτό το στάδιο και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο εγείρεται εκατέρωθεν. Άλλωστε, το Δικαστήριο ενδεχομένως να κληθεί στο μέλλον να εξετάσει τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται με την ένσταση του Η.Μ.Α. σε περίπτωση που οι ενάγοντες προβούν στα κατάλληλα δικονομικά διαβήματα σε σχέση με την απόφαση της 16/10/17 και αιτηθούν εκ νέου την έκδοση του αιτούμενου εντάλματος. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι με την επίδοση της απόφασης της 16/10/17 στον Η.Μ.Α., οι δικηγόροι των εναγόντων είχαν τάξει στον τελευταίο με δική τους επιστολή προθεσμία συμμόρφωσης 7 ημερών. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί συμμόρφωση με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.34 Θ.5 και κατ' επέκταση της Δ.43Α, αλλά ούτε και θα μπορούσε η επί του προκειμένου θέση ενός διάδικου να υποκαταστήσει τη μη εκφρασθείσα δικαστική κρίση. Άλλωστε δεν επρόκειτο ούτε για απόφαση που διέτασσε ρητά την άμεση συμμόρφωση με τις πρόνοιες της (forthwith) ώστε να τίθετο έστω θέμα να συζητηθεί η δυνατότητα του διαδίκου να προσδιορίσει ο ίδιος κάποιο «εύλογο χρόνο» συμμόρφωσης. Για τους πιο πάνω λόγους λοιπόν η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο Η.Μ.Α είναι ο επιτυχών διάδικος, εντούτοις, με δεδομένο αφ' ενός το γεγονός ότι ούτε τον τελευταίο απασχόλησε το θέμα επί του οποίου κρίθηκε τελικά η τύχη της αίτησης και αφ' ετέρου ότι με την ένσταση που αυτός καταχώρησε συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία αχρείαστων εξόδων αφού περιέπλεξε τη διαδικασία εγείροντας θέματα τα οποία είτε ήταν άσχετα με την υπόθεση είτε ήταν εντελώς δυσνόητα, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ)................................... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δ.43 -
(2)Such leave shall not be given unless it is shown that all persons in actual possession of the whole or any part of the property have received such notice of the proceedings as may be considered sufficient to enable them to apply to the Court for relief or otherwise. [2] Βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ CS VIRTUAL TRADE LTD v. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/02/2024 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΥΠ΄ΑΡΙΘΜΟ 440/2019 ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 39/2024, 26/3/2024 [3] Βλ. Papasian Ltd v. Xenophontos
(1987)1 C.L.R. 376, Christofi and Others v. Iacovidou
(1986)1 C.L.R. 236 και Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401 [4] Δ.34 Θ.5 - «Every judgment or order made in any cause or matter requiring any person to do an act thereby ordered shall state the time, or the time after service of the judgment or order, within which the act is to be done». και Χωματένος Χαράλαμπος Κύπρου, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου ν. Λουκά Παναγιώτου Σταυρινού
(2001)1 ΑΑΔ 2110 [5] Πρόκειται για την υπόθεση Μάρτης Γεώργιος
(2007)1 ΑΑΔ 92 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο