← Κύπρος

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD ν. NADER ENTESSARNIA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1386/2022, 30/9/2024

THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD ν. NADER ENTESSARNIA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1386/2022, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1386/2022(
  2. ij)Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD Ενάγοντες -και- 1. NADER ENTESSARNIA 2. KATAYOYN VALI Εναγόμενων --------------- (Αίτηση εναγόντων ημερ. 12/04/24 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Ε. Κυριαζή για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Παπασιάντης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν στις 18/10/2022[1], οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων αριθμό δηλωτικών και αναγνωριστικών αποφάσεων σε σχέση με την ιδιοκτησία και το δικαίωμα κατοχής ενός συγκεκριμένου ακινήτου στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας το οποίο ισχυρίζονται ότι ανήκει σε εκείνους, τους ενάγοντες δηλαδή, και ότι οι εναγόμενοι παράνομα το κατέχουν και επεμβαίνουν σ' αυτό (θεραπείες Α, Β και Ε), διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι και/ή οι υπηρέτες τους όπως εκκενώσουν το ακίνητο και παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του στους ενάγοντες (θεραπείες Γ και Δ) και αποζημιώσεις υπό τη μορφή ενδιάμεσων οφελών ύψους €5.000 μηνιαίως από 31/01/2022 μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου και υπό τη μορφή γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και/ή εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης κάνω σε κατοπινό στάδιο. Αφού η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους οι τελευταίοι καταχώρισαν εμφάνιση μέσω κοινού δικηγόρου στις 03/03/23. Προτού όμως οι εναγόμενοι καταχωρήσουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και αφού παρήλθε ένας χρόνος από τότε που καταχωρήθηκε η εμφάνιση τους, οι ενάγοντες καταχώρισαν στις 12/04/2024 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν, στη βάση κυρίως της Δ.18, όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων ως η απαίτηση. Προς υποστήριξη της αίτησης κατατέθηκε ένορκη δήλωση από λειτουργό εταιρείας η οποία φέρεται να διαχειρίζεται τα ακίνητα που ανήκουν στους ενάγοντες καθώς επίσης και τα θέματα που αφορούν στα χρέη που επιβαρύνουν τα εν λόγω ακίνητα. Ο συγκεκριμένος λειτουργός, ως αυτός ισχυρίζεται, είναι ένας εκ των λειτουργών που χειρίζονται τα θέματα του συγκεκριμένου επίδικου ακινήτου και λόγω της ιδιότητας του αυτής αλλά και της θέσης που κατέχει, έχει πρόσβαση στα αρχεία των εναγόντων που αφορούν στην παρούσα υπόθεση καθώς και προσωπική γνώση των επίδικων θεμάτων. Σύμφωνα με τον ομνύοντα λοιπόν, οι ενάγοντες έχουν αντικαταστήσει και υποκαταστήσει το πιστωτικό ίδρυμα Τράπεζα Κύπρου στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ της τελευταίας και των εναγομένων στα πλαίσια πιστωτικών διευκολύνσεων που η πρώτη συμφώνησε να παρέχει στους δεύτερους και οι οποίες προφανώς εξασφαλίζονταν με το επίδικο ακίνητο το οποίο τότε ανήκε στον εναγόμενο 1. Σε κάποιο στάδιο είχε αποφασιστεί όπως το επίδικο ακίνητο πωληθεί μέσω της διαδικασίας εξ' αναγκαστικού πλειστηριασμού που προνοεί ο Ν.9/65. Επειδή όμως δεν κατέστη δυνατό να πωληθεί κατά την ημερομηνία που έγινε ο πλειστηριασμός, ασκήθηκε το σχετικό δικαίωμα που παρέχει ο Ν.9/65 οπόταν και οι ενάγοντες, αφού αγόρασαν οι ίδιοι το ακίνητο, ενεγράφηκαν την 31/01/22 ως οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες του (Τεκ.2). Όταν όμως επιχείρησαν να λάβουν κατοχή του ακινήτου διαπίστωσαν ότι εντός αυτού υπήρχε οικία στην οποία εξακολουθούσε να διαμένει ο εναγόμενος 1 με την εναγόμενη 2 σύζυγό του. Ως εκ τούτου, στις 28/04/2022 επέδωσαν προς αμφότερους τους εναγόμενους επιστολή ημερ. 06/04/2022 με την οποία τους ενημέρωναν αφ' ενός ότι είχαν καταστεί ιδιοκτήτες ολόκληρου του ακινήτου από την 31/01/22 και αφ' ετέρου τους καλούσαν όπως εκκενώσουν άμεσα το ακίνητο και παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή του σ' εκείνους (Τεκ.3 και 4). Επειδή όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και κανένα δικαίωμα ή νόμιμη δικαιολογία δεν πρόβαλλαν σε σχέση με την επιμονή τους να παραμένουν στο ακίνητο χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων ιδιοκτητών του, επιχειρήθηκε επανειλημμένα να τους επιδοθούν νέες απαιτήσεις για παράδοση του χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα (Τεκ.5 και 6). Θέση των εναγόντων είναι ότι υπό τις περιστάσεις οι εναγόμενοι παράνομα διαμένουν στο ακίνητο και παράνομα το κατέχουν και το χρησιμοποιούν, και λόγω τούτου, αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, επωμίζονται συνεχώς σημαντικές ζημιές και απώλειες. Κατά τους ενάγοντες, σύμφωνα με εκτίμηση που έχουν εξασφαλίσει, η ενοικιαστική αξία του ακινήτου, την κατοχή και την εκμετάλλευση του οποίοι οι εναγόμενοι τους αποστερούν, ανέρχεται στο ποσό των «τουλάχιστον 3.000 ευρώ μηνιαίως... από τις 31/01/2022» (Τεκ. 6). Είναι, επομένως η θέση των εναγόντων ότι εφόσον οι εναγόμενοι κανένα δικαίωμα δεν έχουν για να κατέχουν ή να εκμεταλλεύονται το ακίνητο η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να ασκηθεί υπέρ τους και αυτό όχι μόνο γιατί οι εναγόμενοι καμία υπεράσπιση δεν έχουν να προβάλουν στην αγωγή αλλά και διότι αν τους δοθεί άδεια να υπερασπιστούν στην πραγματικότητα μόνο καθυστέρηση θα προκαλέσουν. Στην αντίπερα όχθη οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση των εναγόντων προβάλλοντας 8 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία, η ένσταση των εναγομένων περιστρέφεται γύρω από τις αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18, καθώς επίσης και γύρω από το δικαίωμα τους να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους στα πλαίσια κανονικής ακρόασης της υπόθεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η οποία να σημειωθεί γίνεται από κάποια δικηγόρο που αναφέρει ότι συνεργάζεται με τον δικηγόρο των εναγομένων και προβαίνει στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς κατόπιν μελέτης των εγγράφων που έχουν οι τελευταίοι, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί διότι: «5. Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την παρούσα υπόθεση, η αίτηση ημερομηνίας 12.04.2024 πρέπει να απορριφθεί καθότι έχει υποβληθεί σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και ήτοι περισσότερο από ένα έτος από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης το οποίο καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους στις 03.03.2023. Περαιτέρω η γνώση στα έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμέτοχη του Ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 που απαιτεί προσωπική γνώση του Ενόρκως δηλούντα εν σχέση με τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. 6. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος των Εναγομένων συμπεριφορά αυτή των Ενάγοντων υπό το σύνολο των περιστάσεων και του χρόνου που έχει διαρρεύσει από την ημέρα καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου δεικνύει ότι προσπαθεί να καταστρατηγήσει τις πρόνοιες της Δ.18 με τρόπο που αν η αίτηση αυτή επιτύχει Τότε θα πληγεί ανεπανόρθωτα το δικαίωμα στην ισότητα των όπλων και της φυσικής δικαιοσύνης. 7. Επιπλέον των όσων αναφέρω πιο πάνω, πιστεύω ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να το προβάλει στο κατάλληλο στάδιο. Ενόψει του ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκαν για την μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της τράπεζας Κύπρου προς τους Ενάγοντες Αιτητές. 8. Πιστεύω ειλικρινά ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μια αδιαμφισβήτητη απαίτηση εκ μέρους των Αιτητών και ως εκ τούτου θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Συμπληρωματικά αναφέρω ότι, στη βάση των όσων μου έχουν αναφέρει ο δικηγόρος των Εναγόμενων αλλά και από τα όσα η ίδια αντιλαμβάνομαι ένεκα της εμπειρίας μου, εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία πιστεύω ότι δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου στην ολότητα της. 9. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που αναφέρω, πιστεύω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Ενάγοντα Αιτητών και υπέρ των Εναγόμενων (Καθ' ων η αίτηση).» Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων οι οποίες περιστράφηκαν ουσιαστικά γύρω από τις αρχές που διέπουν το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της Δ.18. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου και σημειώνω τα εξής. Η συγκεκριμένη εξουσία για έκδοση συνοπτικής απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[2], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [3] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)

(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017), ECLI:CY:AD:2017:A323 «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018), ECLI:CY:AD:2018:A235. Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[4] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897) καθώς επίσης και MUKHTAR MOHAMED AL NWILI v. MAREMONTE INVESTEMENTS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2017, 9/1/2024. Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Επειδή όμως από πλευράς εναγομένου, για να απορριφθεί η αίτηση και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση, ό,τι απαιτείται από αυτόν είναι να δείξει «.πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», . (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912).(και ότι).στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 (λέχθηκε) ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»» (βλ. ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:A461), ο ενάγοντας αιτητής «έχει δικαίωμα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου» (βλ. Δημητρίου ανωτέρω) ώστε καταδείξει ώστε, κυρίως μέσω σχετικής έγγραφης μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί πιστευτή - βλ. Λαζάρου όπου υιοθετήθηκε η αναφορά που γίνεται στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173: «"Τhe plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» έμφαση δική μου) Το γιατί ο αιτητής σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δικαιούται να απαντήσει και πώς δύναται να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του, απαντάται με σαφήνεια στις σελ. 247 και 248 του Annual Practice
  1. Υπάγοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής: Η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εναγόμενοι έχουν δεόντως καταχωρήσει εμφάνιση. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1 λοιπόν κρίνεται ότι πληρούνται. Εκείνο που αμφισβητείται σε σχέση με τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης Διάταξης από πλευράς εναγομένων είναι η φερόμενη γνώση και ικανότητα του ομνύοντα των εναγόντων να ορκιστεί θετικά για τα όσα γεγονότα ισχυρίζεται προς υποστήριξη της αίτησης. Παρά την επί του προκειμένου αμφισβήτηση όμως που προβάλλει η πλευρά των εναγομένων, πουθενά στις ένορκες θέσεις της πλευράς των τελευταίων δεν προβάλλεται να υπάρχει κάποιο γεγονός που να διαφέρει ή που να είναι αντίθετο με τα όσα γεγονότα ισχυρίζεται ο ομνύοντας των εναγόντων. Υπενθυμίζω συναφώς ότι η βάση της αγωγής των εναγόντων, η οποία είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης που είναι αγώγιμο per se, δηλαδή δεν απαιτείται η απόδειξη ζημίας για να στοιχειοθετηθεί[5], εδράζεται στη βάση δύο ουσιαστικά πραγματικών (factual) ισχυρισμών, ήτοι ότι οι ενάγοντες έχουν καταστεί ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου τον Ιανουάριο του 2022 και ότι οι εναγόμενοι διαμένουν εντός του επίδικου ακινήτου χωρίς να έχουν την άδεια και τη συγκατάθεση των εναγόντων ιδιοκτητών του. Το πρώτο κατ' ισχυρισμό γεγονός, ήτοι ότι οι ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου, επιβεβαιώνεται από τον τίτλο ιδιοκτησίας που έχουν επισυνάψει οι τελευταίοι ως Τεκ. 2 και εφόσον πρόκειται για επίσημο έγγραφο του Κτηματολογίου, δηλαδή πιστοποιητικό κυβερνητικού μητρώου, δεν τίθεται θέμα προσκόμισης οποιασδήποτε περαιτέρω μαρτυρίας προς απόδειξη του περιεχομένου του. Το δεύτερο γεγονός, δηλαδή αυτό της διαμονής των εναγομένων εντός του επίδικου ακινήτου παρά την εκφρασμένη αντίθεση του εγγεγραμμένου κυρίου του, δηλαδή των εναγόντων, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγομένους, οι οποίοι να σημειωθεί ότι δεν προβάλλουν ούτε οποιαδήποτε θέση ως προς το γιατί θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να διαμένουν εκεί από τη στιγμή που δεν φαίνεται πουθενά να έχουν τέτοιο δικαίωμα. Με άλλα λόγια, οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση του ομνύοντα των εναγόντων ότι σήμερα διαμένουν στο επίδικο ακίνητο χωρίς να είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του και χωρίς να τους έχει δοθεί οποιαδήποτε άδεια ή συγκατάθεση από τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στον τίτλο να είναι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου. Υπό αυτά τα δεδομένα συνεπώς και με γνώμονα τη σχετική νομολογία ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης συνίσταται σε παράνομη πράξη υποδεικνύουσα αμφισβήτηση ή ενόχληση της κατοχής της περιουσίας κάποιου αντίθετα με τη θέληση του[6], η απαίτηση των εναγόντων όπως αναγνωριστεί από το Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι κανένα δικαίωμα δεν έχουν να επεμβαίνουν ή να χρησιμοποιούν ή να κατέχουν ή να εκμεταλλεύονται με οποιονδήποτε τρόπο το επίδικο ακίνητο προβάλλει να είναι και βάσιμη αλλά και αδιαμφισβήτητη. Το ίδιο όμως ισχύει και για την απαίτηση των εναγόντων όπως αναγνωριστεί ότι υπό τις περιστάσεις οι εναγόμενοι παράνομα βρίσκονται στο ακίνητο, ότι δηλαδή είναι επεμβασίες, και ότι λόγω τούτου οφείλουν να εκκενώσουν το ακίνητο και να παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή του στους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του, δηλαδή τους ενάγοντες. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, θα πρέπει ταυτόχρονα να επισημανθεί ότι με βάση τα στοιχεία που οι ενάγοντες έχουν προς το παρόν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, η απαίτηση των τελευταίων για επιδίκαση προς όφελος τους συγκεκριμένων αποζημιώσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ξεκάθαρη αλλά ούτε και ότι αποδεικνύεται στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό. Ο λόγος για τούτο είναι διότι ενώ οι ενάγοντες παραπέμπουν προς τεκμηρίωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού τους σε σχετική εκτίμηση που αναφέρουν έχουν εξασφαλίσει για την ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου (Τεκ.6), η οποία συνιστά και τη μόνη σχετική μαρτυρία που έχει προσκομιστεί για το συγκεκριμένο ζήτημα, εντούτοις, από απλή ανάγνωση του εν λόγω τεκμηρίου διαπιστώνεται ότι αυτό δεν αφορά στο επίδικο ακίνητο αλλά σε κάποιο άσχετο ακίνητο στην κοινότητα Άγιος Τύχωνας στην επαρχία Λεμεσού. Επί αυτής λοιπόν της πτυχής της αγωγής των εναγόντων κρίνεται ότι στη βάση των στοιχείων που έχουν προς το παρόν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση με τη διαδικασία της Δ.18 και ότι το θέμα των συγκεκριμένων αξιούμενων αποζημιώσεων θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια κανονικής δίκης και αυτό είναι θεωρώ και το μόνο θέμα για το οποίο θα πρέπει να δοθεί άδεια στους εναγόμενους για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Για όλους λοιπόν τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης ως οι παράγραφοι A, Β, Γ, Δ και Ε της οπισθογράφησης της έκθεσης απαίτησης και εκδίδεται ανάλογη διαταγή με την επισήμανση ότι όσον αφορά τον χρόνο που θα έχουν οι εναγόμενοι για να συμμορφωθούν με τα διατάγματα για παύση της παράνομης επέμβασης τους στο επίδικο ακίνητο και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του στους ενάγοντες, δηλαδή τα διατάγματα υπο στοιχεία Γ και Δ της έκθεσης απαίτησης, ο χρόνος αυτός καθορίζεται στις 30 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Όσον αφορά τώρα το θέμα των αξιούμενων αποζημιώσεων (Στ και Ζ) για το οποίο δίδεται άδεια στους εναγόμενους να υπερασπιστούν, ασκώντας τις εξουσίες που παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.18 Θ.8, δίδονται οδηγίες όπως οι εναγόμενοι καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους εντός 14 ημερών από σήμερα, στη συνέχεια όπως εντός 7 ημερών καταχωρηθεί η οποιαδήποτε τυχόν Απάντηση των εναγόντων και όπως εντός των επόμενων 45 ημερών καταχωρηθούν εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των σχετικών εγγράφων που θα χρησιμοποιηθούν κατά τη δίκη, όπως επιθεωρηθούν και/ή ανταλλαχθούν μεταξύ των διαδίκων τα σχετικά έγγραφα και όπως εντός 45 ημερών στη συνέχεια καταχωρηθούν εκατέρωθεν κατάλογοι μαρτύρων με σύνοψη μαρτυρίας. Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες και για έλεγχο συμμόρφωσης με τις υφιστάμενες οδηγίες στις 15/01/24 και ώρα
  2. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας κρίνω ορθό και δίκαιο όπως ενόψει της ανωτέρω κατάληξης αυτά θα συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον των εναγόντων και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] καταχωρήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα την 17/10/2022 και ώρα 17:32 [2] 18.1(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [3] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [4] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» [5] (βλ. ΤΡΑΓΚΟΛΑ κ.α. ν. ΣΙΟΠΑΧΑΣ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 434/2012, 444/2012, 6/6/2019, Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Κάκουλλου ν. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355, Halsbuby's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 38, σελ. 739, Salmond on the Law of Torts, 17η έκδ. σελ. 38, και Clerk and Lindsell on Torts, 14η έκδ., σελ. 758, παρ. 1311) [6] Βλ. Δάμτσας Κωνσταντίνος Ε. και Άλλοι ν. D Ouzounian M Sultanian and Company (Cars) Ltd
(2016)1 ΑΑΔ 805 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.