ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Λ. ΙΑΚΩΒΟΥ κ.α., Αρ. Aγ.: 2698/1997, 20/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Aγ.: 2698/1997 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων - Αιτητών και ΔΗΜΗΤΡΗΣ Λ. ΙΑΚΩΒΟΥ ΣΑΒΒΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση Αίτηση ημερ. 29.10.2020 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 31.12.1998 Ημερομηνία: 20.11.2024 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ.κ. Χριστόφορος Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Κωνσταντίνος Ταμπούρλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, οι Ενάγοντες ζητούν άδεια για εκτέλεση απόφασης ημερ.31.12.1998 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αναφερόμενης Αγωγής. Το αίτημά τους στηρίζεται στις Δ.40 ΘΘ. 1-19, Δ.48 ΘΘ.1-2 και Θ.8(κκ), Δ.57 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. H αίτηση είχε αρχικά καταχωριστεί μονομερώς. Την ημερομηνία ακροάσεώς της, δόθηκε άδεια του Δικαστηρίου - υπό άλλη σύνθεση - με την οποία επιτράπηκε στους Ενάγοντες να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση επί συγκεκριμένων πτυχών του αιτήματός τους. Οι οδηγίες του Δικαστηρίου θεωρώ πρόσφορο όπως παρατεθούν αυτολεξεί: «Να προσκομιστεί Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση στην οποία να επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση λογαριασμού από της έκδοσης της απόφασης και στην οποία να φαίνονται τυχόν πληρωμές που γίνονταν και να δοθούν λεπτομέρειες σε σχέση με τον ισχυρισμό της παραγράφου 4(β) ότι οι χρεώστες γνώριζαν περί των οφειλών του. Να αναφερθεί ειδικότερα με λεπτομέρεια κατά πόσον υπήρξαν επικοινωνίες με τους Καθ' ων η Αίτηση και αν ναι πότε και με ποιο περιεχόμενο». Σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες στις 24.2.
- Στις 24.3.2021, νέα ημερομηνία ορισμού της αίτησης, διατάχθηκε από το Δικαστήριο - και πάλι υπό άλλη σύνθεση - όπως αυτή επιδοθεί στους επηρεαζόμενους Εναγόμενους 1 και
- Επίδοση στον Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση επετεύχθη εν τέλει ένα χρόνο αργότερα, στις 29.3.
- Σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, η υπό εκδίκαση αίτηση απερρίφθη στις 20.9.2022, λόγω μη προώθησης. Ειδοποίηση περί της πρόθεσης του Εναγόμενου 2 να ενστεί στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καταχωρίστηκε στις 30.5.
- Οι δύο πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους και η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε στις 2.11.
- Κατά τη μελέτη της υπόθεσης με σκοπό την έκδοση απόφασης, εγεννήθη συγκεκριμένος προβληματισμός στο Δικαστήριο σε σχέση με το κατά πόσο είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο 2 η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ.24.2.
- Και τούτο γιατί καμία αναφορά δεν υπήρχε από πλευράς του στο περιεχόμενό της στην ένσταση που καταχώρισε. Επιπλέον, η ένορκη δήλωση επίδοσης της αίτησης προς αυτόν η οποία βρισκόταν στον φάκελο του Δικαστήριο δεν συμπεριελάμβανε ρητή καταγραφή επίδοσής της. Με σκοπό να ξεκαθαριστεί το ζήτημα, οι συνήγοροι των διαδίκων κλήθηκαν για διευκρινήσεις στις 14.12.2023, ημερομηνία κατά την οποία οι Ενάγοντες επιβεβαίωσαν τις υποψίες του Δικαστηρίου ότι εκ παραδρομής δεν είχαν επιδώσει μαζί με την αίτηση τη μεταγενέστερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Εν όψει τούτου και με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων του Εναγόμενου 2, οι Ενάγοντες αιτήθηκαν επανάνοιγμα της διαδικασίας με σκοπό να επιδώσουν σε αυτόν τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ.24.2.
- Κατά τις διευκρινήσεις, προβληματισμό εξέφρασε το Δικαστήριο επίσης για το ότι ο φάκελος του Δικαστηρίου ήταν υποκατάστατος. Το γεγονός αυτό διεφάνη ότι δεν ήταν εις γνώση των Εναγόντων αφού στην αίτησή τους παρέπεμπαν κατ' επανάληψη το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του φακέλου για σωρεία προηγούμενων διαδικασιών, χωρίς να επισυνάπτουν τα σχετικά έγγραφα. Μετά από σχετικό αίτημα των Εναγόντων και την εκ νέου εξασφάλιση συγκατάθεσης από πλευράς του Εναγόμενου 2, δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο στους Ενάγοντες να καταχωρίσουν επιπρόσθετη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μέσω της οποίας να προσκομίζουν στο Δικαστήριο τα έγγραφα στα οποία αναφέρονταν στην αίτησή τους. Η επιπρόσθετη συμπληρωματική ένορκη δήλωση διατάχθηκε επίσης όπως επιδοθεί. Η εν λόγω ένορκη δήλωση των Εναγόντων καταχωρίστηκε στις 5.1.
- Συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 προς απάντηση των δύο επιδοθέντων ενόρκων δηλώσεων καταχωρίστηκε στις 22.4.
- Τέλος, τα μέρη προχώρησαν εκ νέου με προσκόμιση γραπτών αγορεύσεων στο Δικαστήριο και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Η προώθηση των θέσεων των δύο πλευρών έγινε μέσω του συνόλου των ένορκων δηλώσεων που καταχώρισαν και των γραπτών αγορεύσεων που προσκόμισαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των θέσεων τους, χωρίς αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Διευκρινίζω ότι έχω εξετάσει και αξιολογήσει πλήρως και με προσοχή όλους ανεξαιρέτως τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των δύο πλευρών ως αυτές εκτίθενται στο σύνολο των γραπτών παραστάσεων της παρούσας Αίτησης. Συγκεκριμένη αναφορά όμως, θα γίνεται μόνο όπου κρίνω αυτό απαραίτητο για την εξέταση του αιτήματος. Κύριο επιχείρημα του Εναγόμενου 2 για την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης είναι η αδικαιολόγητη - κατά τον ίδιο - καθυστέρηση που επέδειξαν οι Ενάγοντες στη μεταχείριση της απόφασης που εξασφάλισαν. Με 9 λόγους ένστασης, συνοπτικά παραπονιέται ότι οι Ενάγοντες:-
(1)Άφησαν την απόφαση να εκπνεύσει από τις 31.12.2004, δηλαδή για 16 χρόνια, χωρίς να ζητήσουν την ανανέωσή της από τότε,
(2)Παρέλειψαν να λάβουν εγκαίρως μέτρα εκτέλεσης της απόφασης,
(3)Δεν έχουν αιτιολογήσει επαρκώς την υπέρμετρη καθυστέρηση που επέδειξαν στην εκτέλεση της απόφασης. Τα όσα προέβαλαν δε ως αιτιολογία, δεν καλύπτουν το σύνολο της περιόδου που παρέμειναν άπρακτοι,
(4)Το τελευταίο μέτρο εκτέλεσης που οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι έλαβαν εναντίον του ήταν στις 20.7.1999, χωρίς όμως να ενημερώνουν το Δικαστήριο για το αποτέλεσμά του,
(5)Επέδειξαν πολυετή αδράνεια και αδιαφορία σε επίπεδο που τους αποστερεί το δικαίωμα να διεκδικούν άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Οι αρχές που οριοθετούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεως επί της Δ.40 Θ.8 είναι γνωστές και καλά θεμελιωμένες[1]. Καθοδήγηση κατά την απόφανση του υπό εκδίκαση ζητήματος, έχω λάβει από το σύνολο της προαναφερθείσας νομολογίας. Συνοπτικά, σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Σταυρινίδη (ανωτέρω)), ο Αιτητής, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το αίτημά του, οφείλει να προσδιορίζει την «ημερομηνία και το αρχικό ποσό της απόφασης καθώς και το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο. Περαιτέρω, πρέπει να τεκμηριώνεται ότι ο Αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης». Επιπρόσθετη προϋπόθεση σύμφωνα με το Annual Practice 1958, σελ.1019-120, αποτελεί η αιτιολόγηση τυχόν καθυστέρησης στην εκτέλεση της απόφασης, παράγοντας συνυφασμένος σύμφωνα με την ερμηνεία που έχει δώσει η νομολογία μας, με το κατά πόσο ο οφειλέτης θα επηρεαστεί δυσμενώς σε περίπτωση ανανέωσης της απόφασης (βλ. Biochemie Rose Ltd (ανωτέρω)). Στην απόφαση Ευσταθίου (ανωτέρω), διευκρινίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη «την κυπριακή πραγματικότητα, με τις δυσχέρειες εκτέλεσης και τις συνεπαγόμενες μεγάλες καθυστερήσεις», αποφεύγοντας μια μηχανιστική μεταφορά της αγγλικής νομολογίας, η οποία φαίνεται να κινείται σε πιο αυστηρές γραμμές επιβάλλοντας ειδικές περιστάσεις για έγκριση του αιτήματος (βλ. Patel v. Singh
(2002)EWCA, 1668). Αντιθέτως, στην απόφαση Μακρίδης (ανωτέρω) ξεκαθαρίστηκε ότι η κυπριακή νομολογία δεν απαιτεί την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων για έγκριση τέτοιας φύσεως αιτημάτων αφού κάτι τέτοιο δεν προνοείται στη Δ.40 Θ.
- Το πιο σημαντικό κριτήριο καθώς και λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι αποτελεί ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως οφειλέτη (βλ. Κτωρίδης (ανωτέρω) στην οποία γίνεται αναφορά στις αγγλικές αποφάσεις Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67). «Ως τέτοιος προσδιορισμός του δυσμενούς επηρεασμού θα πρέπει να θεωρείται πως ο εξ αποφάσεως πιστωτής αφήνει τον εξ αποφάσεως οφειλέτη να πιστεύει πως η απραξία του σημαίνει πως δεν πρόκειται να εκτελέσει», σύμφωνα με την προαναφερθείσα Κτωρίδης (βλ. επίσης Σταυρινίδη, Ορφανίδη και Astrapi (ανωτέρω)). Σύμφωνα με την Ευσταθίου (ανωτέρω), «ο περιορισμός που θέτει η Δ.40 κ.8 δεν είναι μηχανιστικός ή τυπολατρικός. Αποβλέπει στην ουσία και η ουσία έγκειται στην άσκηση εποπτείας και ελέγχου από το δικαστήριο προς αποτροπή καταχρηστικής ή άδικης συμπεριφοράς εκ μέρους του εξ αποφάσεως δανειστή», πλαίσιο το οποίο τέθηκε προ πολλού στην Panaou (ανωτέρω). Τέλος, το βάρος απόδειξης το φέρει ο Αιτητής (βλ. ΣΠΕ Κοντέας (ανωτέρω)). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό εξέταση περίπτωση, κατ' αρχάς σημειώνω ότι οι Ενάγοντες, μέσω των προσκομισθέντων ενόρκων δηλώσεών τους, έχουν προσδιορίσει επαρκώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης απόφασης και το αρχικό εξ αποφάσεως χρέος, καθώς επίσης το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο. Το παράπονο του Εναγόμενου 2 ότι από την κατάσταση λογαριασμού που προσκομίστηκε προς επίρρωση του υπολοίπου, απουσιάζουν οι καταγραφές για τα έτη 2006-2018 θεωρώ ότι δεν είναι ζήτημα που μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Όπως καθορίστηκε σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τυχόν διαφωνία σε σχέση με το ακριβές υπόλοιπο της οφειλής εξετάζεται στο στάδιο εκτέλεσης της απόφασης και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο άρνησης της υπό κρίση αιτήσεως (βλ. Biochemie Rose, Σταυρινίδη, Κτωρίδη, ΣΠΕ Κοντέας και Μακρίδη (ανωτέρω)). Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει θετικός ισχυρισμός για συγκεκριμένο υπόλοιπο. Η μη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους καθώς και η ύπαρξη υπολοίπου δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο
- Συνακόλουθα, υπάρχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου για ικανοποίηση αυτής της πτυχής, τεκμηριώνοντας ταυτόχρονα και τη θέση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε εκτέλεση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, κύριο παράπονο του Εναγόμενου 2 αποτελεί ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα - κατά την άποψή του - να εκτελέσουν την απόφαση. Προς αιτιολόγηση της καθυστέρησης οι Ενάγοντες προέβαλαν τα εξής: «(α) οι συνεχόμενες συγχωνεύσεις και αναδιοργανώσεις του Συνεργατικού Πιστωτικού Τομέα οι οποίες έγιναν κατόπιν ανάληψης δέσμευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των Ευρωπαϊκών θεσμών, είχαν ως αποτέλεσμα τη συνεχής ανακατανομή του προσωπικού και δημιουργίας νέων τμημάτων. Σχετικές επί των συνεχόμενων συγχωνεύσεων είναι και οι ειδοποιήσεις μετονομασίας που καταχωρήθηκαν εις το φάκελο του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/09/17 και 29/10/
- Με την ανάληψη της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου των Αιτητών από την Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ξεκίνησε μια ουσιαστική προσπάθεια λήψης μέτρων εκτέλεσης για όλες τις υποθέσεις που υπάρχει απόφαση, πλην όμως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι υποθέσεις είναι δεκάδες χιλιάδες και απαιτείται κάποιος χρόνος μέχρι να αξιολογηθούν μία — μία και να δοθούν οδηγίες στους δικηγόρους. (β) Λαμβανομένων υπόψη των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην Κύπρο το 2013 (απομείωση καταθέσεων, βαθειά οικονομική κρίση) καθώς και τη δύσκολη περίοδο που μεσολάβησε από το 2013 και εντεύθεν, οι Ενάγοντες/Αιτητές έδωσαν πίστωση χρόνου στους χρεώστες για να μπορούν να ανταπεξέλθουν. Παράλληλα, οι χρεώστες γνώριζαν περί των οφειλών τους και ότι αυτές έπρεπε να εξοφληθούν.» Με όλο το σεβασμό προς τους Ενάγοντες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα όσα προβάλλουν δεν επαρκούν για να αιτιολογήσουν τα είκοσι δύο χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ της έκδοσης απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 2 και του αιτήματός τους για άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Χωρίς να παραγνωρίζω επ'ουδενί την κυπριακή πραγματικότητα ως η Ευσταθίου (ανωτέρω) προστάζει, και έχοντας συνυπολογίσει τον αριθμό μέτρων εκτέλεσης τα οποία αναφέρουν ότι εφάρμοσαν κατά την πρώτη εξαετία από την έκδοση της απόφασης πριν αυτή «εκπνεύσει», είμαι της άποψης ότι και πάλι, δε δικαιολογείται το σύνολο της περιόδου που αυτοί παρέμειναν αδρανείς. Αρχικά, σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 τον οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία, από την ημερομηνία έκδοσης της ερήμην απόφασης το 1998 μέχρι και την παρούσα αίτησή τους, δηλαδή σε περίοδο είκοσι δύο ετών, έλαβαν μόνο δύο μέτρα εκτέλεσης εναντίον του, όλα εντός των πρώτων μηνών εξασφάλισης της απόφασης. Το πρώτο αφορούσε ένταλμα εκτέλεσης διά πώληση κινητών το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο. Το δεύτερο αφορούσε αίτημα για οικονομική εξέτασή του, η έκβαση του οποίου όμως δεν αποκαλύπτεται στο Δικαστήριο, αφήνοντας αναντίλεκτη τη θέση του Εναγόμενου 2 ότι πέρα από την παρούσα διαδικασία, ποτέ δεν κλήθηκε όλα αυτά τα χρόνια να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την απόφαση. Αναντίλεκτη έχει μείνει επίσης η θέση του Εναγόμενου 2 ότι μετά την «λήξη» της απόφασης εναντίον του το 2004, οι Ενάγοντες δεν αιτήθηκαν ποτέ την ανανέωσή της για σκοπούς εκτέλεσης. Το γεγονός αυτός φαίνεται να επιβεβαιώνεται και μέσω των αγορεύσεων των Εναγόντων (βλ. Μέρος Γ, παρ.2(α), σελ.5). Κατά συνέπεια, από το 2004 - δηλαδή τα τελευταία δεκαέξι χρόνια, ένα αντικειμενικά πολύ μεγάλο διάστημα - οι Ενάγοντες μέσω των επιλογών τους έδιναν την εντύπωση στον Εναγόμενο 2 ότι δεν είχαν πρόθεση να εκτελέσουν την απόφαση. Οι εξηγήσεις που έδωσαν ως προς το γιατί δεν επιχείρησαν εκτέλεση της απόφασης θεωρώ ότι δεν μπορούν να καλύψουν το σύνολο της πιο πάνω αναφερόμενης περιόδου και να ανατρέψουν την εντύπωση που δημιουργήθηκε από την πολυετή αδράνειά τους. Ο πρώτος λόγος που προβάλλουν είναι η κρίση του
- Σύμφωνα με τους Ενάγοντες «έδωσαν πίστωση χρόνου στους χρεώστες για να μπορούν να αντεπεξέλθουν». Κατ' αρχάς, από το 2004 που η απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 2 φαίνεται να είχε «λήξει», μέχρι και το 2013 στο οποίο αναφέρονται, μεσολάβησαν εννέα άπρακτα χρόνια για τα οποία δε δίνεται καμία εξήγηση. Επιπλέον, η αναφορά τους για «πίστωση χρόνου στους χρεώστες» προβάλλεται πολύ γενικά και αόριστα, χωρίς να εξειδικεύεται κατά πόσον τα όσα υποστηρίζουν αφορούν συγκεκριμένα την παρούσα περίπτωση μετά από σχετικό αίτημα ή συμφωνία των μερών ή αντιθέτως, εάν αναφέρονται σε πολιτική που οι Ενάγοντες εφάρμοσαν αυτεπάγγελτα. Το ζήτημα αυτό φαίνεται να απασχόλησε και το Δικαστήριο στην προηγούμενη του σύνθεση, το οποίο εξετάζοντας την αίτησή τους μονομερώς, τους έδωσε ευκαιρία να αναφερθούν μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο κατά πόσον υπήρξε συγκεκριμένη επικοινωνία με τους Εναγόμενους, και εάν ναι πότε και με ποιο περιεχόμενο. Επιτράπηκε περαιτέρω η διευκρίνηση του ισχυρισμού τους ότι «οι χρεώστες γνώριζαν περί των οφειλών τους». Από τις διευκρινήσεις που προσέφεραν προκύπτει ότι επικοινωνία είχαν κατά διαστήματα με τον Εναγόμενο 1 και όχι με τον Εναγόμενο 2, τον οποία αφορά η παρούσα αίτηση. Το γεγονός αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 ότι όλα αυτά τα χρόνια ουδέποτε τον κάλεσαν να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, δίδοντάς του την εντύπωση ότι αδιαφόρησαν για αυτό. Τα πιο πάνω δεδομένα, και η εντύπωση που αναπόφευκτα οι Ενάγοντες δημιούργησαν στον Εναγόμενο 2, δεν μπορούν να ανατραπούν ούτε από τον δεύτερο λόγο που προβάλλουν για να αιτιολογήσουν τη στάση τους. Οι συγχωνεύσεις που επικαλούνται έλαβαν χώρα το 2017 και 2020, δεκαεννιά χρόνια και είκοσι δύο χρόνια αντίστοιχα μετά την έκδοση της απόφασης και ενώ μέχρι τότε δεν είχαν εξασφαλίσει καμία απολύτως πληρωμή προς το εξ αποφάσεως χρέος από τους τρεις Εναγόμενους. Διευκρινίζω ότι, στην εξίσωση της δικαστικής μου κρίσης έχω επίσης συμπεριλάβει την αναφερόμενη πρόθεση των Εναγόντων για λήψη μέτρων σε περίπτωση που το παρόν τους αίτημα επιτύχει. Συγκεκριμένα, επί αυτού του θέματος αναφέρουν τα ακόλουθα: «
- Σε περίπτωση που η αίτηση εγκριθεί, να αναφέρω ότι οι ΕνάγοντεςΙΑιτητές προτίθενται να προβούν άμεσα στα πιο κάτω μέτρα δια εκτέλεση της αναφερόμενης απόφασης, χωρίς να αποκλείεται βέβαια και η λήψη οποιονδήποτε άλλων μέτρων στο μέλλον: i. Παγκύπρια έρευνα με εμπράγματα βάρη και αποξενώσεις ούτως ώστε σε περίπτωση που εξευρεθεί περιουσία επ' ονόματι των Εναγομένων, να καταχωρηθεί memo, ενώ αν υπάρχουν δόλιες αποξενώσεις να γίνει σχετική αίτηση για ακύρωση του. ii. Αναλόγως της περιουσίας που έχουν οι Εναγόμενοι να αξιολογηθεί κατά πόσο θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση πτώχευσης». Παρά ταύτα, το είδος και ο χαρακτήρας των μέτρων εκτέλεσης που οι Ενάγοντες έχουν πρόθεση να λάβουν, δεν με έχουν πείσει ότι θα αποδώσουν. Κατά την κρίση μου, μετά από τόσα πολλά χρόνια απραξίας, εύλογα θα αναμένετο από πλευράς τους μια πολύ πιο σαφής και εμπεριστατωμένη τοποθέτηση σε σχέση με την έρευνα που έκαναν για το πως η απόφαση δύναται να εκτελεστεί επί του παρόντος. Δεν παραγνωρίζω ότι η συμμόρφωση με τις δικαστικές αποφάσεις είναι άρρητα συνυφασμένη με το κύρος της δικαιοσύνης (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας v. Kωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034). Ταυτόχρονα όμως, υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης βρίσκεται υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου, προς αποφυγή καταχρηστικών ή άδικων συμπεριφορών κατά την προσπάθεια εκτέλεσης της (βλ. Panaou (ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου - για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω - πρέπει να ασκηθεί κατά της έγκρισης του αιτήματος των Εναγόντων. Άποψη μου είναι ότι, τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης οδηγούν σε αβίαστο συμπέρασμα για ασύγγνωστη παράλειψη η οποία αναπόφευκτα θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό του Eναγόμενου 2. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 2 ότι όλα αυτά τα χρόνια ουδέποτε κλήθηκε από τους Ενάγοντες να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος και ότι η αδράνεια και απραξία τους του έδωσαν την εντύπωση ότι αδιαφόρησαν για το χρέος, έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι και χωρίς αντίθετη μαρτυρία ικανή να τους αποσείσει. Συνεπώς, οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα ήταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου άδικο υπό τις περιστάσεις. Κατά συνέπεια, σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Ορφανίδη κ.ά. v. S & G. Securities and General Finance Ltd Π.Ε. Αρ. 302/2013, ημερ.8.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A132, Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Π.Κ. Π.Ε. Αρ. 219/2012, ημερ.31.1.2019, Σταυρινίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Π.Ε. Αρ. 367/12, ημερ.17.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A11, ΣΠΕ Κοντέας v. Mιχαήλ
(2012)1Β Α.Α.Δ.1604, Panaou v. Christofi
(1963)2 C.L.R. 19, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδης κ.ά.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1218, Κτωρίδης ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Π.Ε. αρ. 290/10, ημερ.19.6.2014, Astrapi Commission Agents Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Π.Ε. Αρ. Ε107/13, ημερ.21.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A50, Λάμπρος Κυπριανού & Υιοί (Εργολάβοι) Λτδ v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Π.Ε. αρ. 179/2013 ημερ. 27/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:A492, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευσταθίου κ.α., Π.Ε. αρ. 47/13, ημερ.10.6.2019, Biochemie Rose Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Π.Ε. αρ. 11/2013, ημερ.1.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A264 και Ανδρέα Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Π.Ε. αρ. 206/2012, ημερ.26.10.2017, ECLI:CY:AD:2017:A373 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο