← Κύπρος

ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CTC-ARI AIRPORTS LIMITED, Αρ. Aγ.: 1851/2020, 7/11/2024

ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. CTC-ARI AIRPORTS LIMITED, Αρ. Aγ.: 1851/2020, 7/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Aγ.: 1851/2020 ΠΑΥΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγουσα και CTC-ARI AIRPORTS LIMITED Εναγόμενοι Εκδίκαση προδικαστικής ένστασης Ημερομηνία: 7.11.2024 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ.κ. Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Γεωργία Κ. Τσόκκου για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα, πρώην υπάλληλος των Εναγόμενων, διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις επί αριθμού νομικών βάσεων, για τερματισμό της εργοδότησής της κατά τρόπο παράνομο. Το Δικαστήριο - υπό άλλη σύνθεση - με απόφασή του ημερομηνίας 26.7.2023, ενέκρινε αίτημα των Εναγόμενων για εκδίκαση προδικαστικής ένστασής τους ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται καθ' ύλην δικαιοδοσία να εκδικάσει την αντιδικία. Θέση τους αποτελεί ότι η απαίτηση της Ενάγουσας αφορά εργατική διαφορά ως αυτή ερμηνεύεται στον Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Nόμο του 1967 (Ν.8/67) ενώ οι αξιώσεις της δεν υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών, ενεργοποιώντας καθ' αυτό τον τρόπο την αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για επίλυση της διαφοράς. Η συλλογιστική της αδελφής μου δικαστή βάσει της οποίας δόθηκε η σχετική άδεια για προδικαστική εκδίκαση του ανωτέρω σκιαγραφηθέντος ζητήματος παρατίθεται αυτούσια για σκοπούς πληρότητας: «16. Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί και, κατ΄ επέκταση, οι αξιώσεις που προωθεί η Ενάγουσα, κεντρικό άξονα έχουν τον ισχυριζόμενο εξαναγκασμό σε παραίτηση της από την υπηρεσία της Εναγόμενης ή τον παράνομο ή αυθαίρετο τερματισμό της απασχόλησης της. Η πιο πάνω φρασεολογία είναι διάχυτη στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης, και σε καίρια μάλιστα σημεία όπως την παράγραφο πριν την καταγραφή των ειδικών ζημιών της Ενάγουσας (βλ. παρ.11) αλλά και στο σώμα των περισσότερων αξιώσεων της. Συναφώς, όπως πάντοτε προκύπτει από το σώμα της Έκθεσης Απαίτησης, τυχόν επιδίκαση αποζημιώσεων συμφώνως προς της αξιώσεις της Ενάγουσας προϋποθέτει δικαστική κρίση επί των πιο πάνω ισχυρισμών, ήτοι, περί εξαναγκασμού σε παραίτηση ή παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της Ενάγουσας. 17. Το ζήτημα εξαναγκασμού σε παραίτηση και τερματισμού απασχόλησης αποτελούν θέματα που διέπονται ρητά από το Μέρος ΙΙ του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/1967. Ως τέτοια αποκλειστική αρμοδιότητά να αποφασίζει επί τούτου κέκτηται το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (βλ. Άρθρο 30

(1)του Νόμου).
  1. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις κατά την κρίση μου καθιστούν σαφές ότι είναι πρόσφορο όπως το σημείο που εγείρεται δια της παραγράφου (α) της Αίτησης εκδικαστεί προδικαστικά. Ειδικότερα, υφίσταται ικανό υπόβαθρο επί του οποίου κατά την κρίση μου το Δικαστήριο είναι σε θέση να αποφασίσει επί του ζητήματος της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του. Το υπόβαθρο αυτό προκύπτει, αφενός, από το λεπτομερές περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και, αφετέρου, από το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο το οποίο παρατίθεται στην παράγραφο 12 πιο πάνω. Εκεί γίνεται σαφής αναφορά στο ότι η σχέση των μερών διέπεται από σύμβαση εργοδότησης καθώς και παρατίθενται εκτενείς λεπτομέρειες ως προς την πηγή, ως θέμα γεγονότων, από την οποία αντλούνται οι αξιώσεις της Ενάγουσας. Συναφώς, τα όσα εκεί καταγράφονται επαρκούν για να κριθεί κατά πόσο (α) η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις πέραν αυτών που διαλαμβάνει ο Ν.24/67 και/ή (β) κατά πόσο οι αξιώσεις εμπίπτουν εν τη εννοία της αυτοτελούς αξίωσης του άρθρου 12(ε) του Ν. 8/
  2. Εφόσον παρέχεται ικανό υπόβαθρο προς τούτο για εξεταστεί το ζήτημα προδικαστικά, ενεργοποιείται και η αντίστοιχη υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του σημείου της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του με σκοπό διάσωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων (βλ. Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis
(1963)2 CLR 167.) Πρόσθετα, όπως τονίστηκε στην Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 225 (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): «Η φύση του νομικού θέματος, μάλιστα, καθιστούσε την επίλυσή του, βάσει της Δ.27, επιβεβλημένη επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητάς του.»
  1. Συνεπεία των πιο πάνω οι Λόγοι Ένστασης 2 μέχρι 8, σε ό,τι αφορά το αιτητικό (α) της Αίτησης, απορρίπτονται.
  2. Τα όσα κατά τα λοιπά προέβαλε η πλευρά της Ενάγουσας προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων της περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, για τους λόγους που επικαλείται, αποτελούν ζητήματα που θα αποφασιστούν στο στάδιο πλήρους εκδίκασης του προδικαστικού σημείου υπό της παραγράφου (α) και ως εκ τούτου εγείρονται πρόωρα. Αρκεί στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η αγωγή δεν εδράζεται στους νόμους που αναφέρουν οι Εναγόμενοι εφόσον δεν υπάρχει καμία αναφορά στην αγωγή σε νομοθεσίες που διέπουν τις εργασιακές σχέσεις, δεν αλλοιώνει την πιο πάνω εικόνα εφόσον δεν πρόκειται για αξιώσεις που αφορούν το αστικό αδίκημα παραβίασης ενός νομοθετικού καθήκοντος όπου η σχετική δικογράφηση νομοθετήματος θα ήταν αναγκαία. Ούτε έχει σημασία το νομικό πέπλο με το οποίο η Ενάγουσα επέλεξε να χαρακτηρίσει την αξίωση της αλλά η ουσία των ισχυρισμών της (βλ. κατ' αναλογίαν Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Πολ. Έφ. 225/2012, 6.12.2017), ECLI:CY:AD:2017:D442, ECLI:CY:AD:2017:D
  3. Υπό το φως των πιο πάνω, οι σχετικοί Λόγοι Ένστασης 9 μέχρι 11 απορρίπτονται.
  4. Ούτε διεφάνη ότι η Αίτηση δεν ηγέρθηκε με καλή πίστη ή οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί η Ενάγουσα εάν το ζήτημα της καθ' ύλην δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου ακουσθεί και αποφασιστεί προδικαστικά. Αντίθετα, επαναλαμβάνω, ο σκοπός αυτής της διεργασίας, όταν τούτο κρίνεται εφικτό, όπως στην παρούσα περίπτωση, είναι η αποφυγή κατασπατάλησης χρόνου και εξόδων προτού η υπόθεση ορισθεί για ακρόαση και ακουσθεί. Ως εκ τούτοι οι σχετικοί Λόγοι Ένστασης 12 και 13 απορρίπτονται.» Νοείται βεβαίως ότι τα όσα λέχθηκαν σε εκείνο το στάδιο δε δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο το οποίο είναι επιφορτισμένο να εξετάσει την ουσία της προδικαστικής ένστασης. Οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ικανότατων γραπτών αγορεύσεων τις οποίες εξέτασα με προσοχή. Κύρια θέση της Ενάγουσας αποτελεί ότι οι αξιώσεις που διεκδικεί υπερβαίνουν τα ημερομίσθια δύο ετών, καθιστώντας τις διεκδικήσεις της εκτός της εμβέλειας των αποζημιώσεων που μπορούν να αποδοθούν από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 24/
  5. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με το άρθρο 30
(2)του ίδιου Νόμου, δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα διεκδικεί μεταξύ άλλων αποζημίωση ύψους €70.000, ποσό το οποίο σύμφωνα με την ίδια θα δικαιούτο να λάβει στα πλαίσια Σχεδίου Εθελούσιας Αποχώρησης, εάν δεν προηγείτο ο παράνομος τερματισμός της εργοδότησής της. Για την εν λόγω απώλεια ευκαιρίας επιρρίπτει στους Εναγόμενους σκοπιμότητα. Αντίθετη είναι η νομική θεώρηση που εισηγούνται οι Εναγόμενοι. Κατά την άποψή τους, η ουσιαστική αξίωση της Ενάγουσας είναι η αποζημίωση που διεκδικεί για εξαναγκασμό σε παραίτηση. Το ύψος της προαναφερόμενης αξίωσης δεν υπερβαίνει τα ημερομίσθια δύο ετών και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών διατηρεί αποκλειστική δικαιοδοσία να την εξετάσει, ως εκ του αντικειμένου της. Η εν λόγω νομική βάση αποτελεί κατά την άποψή τους τον πυρήνα της αξίωσης της Ενάγουσας, και αυτός πρέπει να καθορίσει ποιο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά. Απαντώντας δε συγκεκριμένα για τη διεκδίκηση των €70.000, υποστηρίζουν πως δεδομένου ότι αυτή περιστρέφεται «γύρω από την γενικότερη συμπεριφορά που κατά την ίδια επέδειξαν οι Εναγόμενοι . προς το πρόσωπό της», η αξίωση δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί «συμπληρωματική» ή «παρεμπίπτουσα» του «πυρήνα» της αγωγής. Συνακόλουθα, συμπαρασύρεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κατ' αρχάς, ξεκινώ σημειώνοντας ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι η φύση και η έκταση της απαίτησης καθώς και τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προσδιορίζονται από τη δικογραφία, και ιδιαίτερα από την Έκθεση Απαίτησης (βλ. μεταξύ άλλων Aγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225 και Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 (E) A.A.Δ. 729). Σύμπνοια υπάρχει επίσης, στο ότι η αξίωση των €70.000 υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών (βλ. μεταξύ άλλων παρ.20 και 22 των γραπτών αγορεύσεων Εναγόμενων). Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67). Στο ίδιο άρθρο προσδιορίζονται και οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά Κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου· (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Η καθ΄ ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών οριοθετείται ερμηνεύοντας το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο σε συνδυασμό με το άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67 το οποίο προνοεί τα εξής: «30.-
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως, αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως, προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ' ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ' ην η αξίωσις αυτού είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.
(3)[Καταργήθηκε]». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παράγραφο 3 του Πρώτου Πίνακα της ίδιας νομοθεσίας καθορίζεται ότι «εν ουδεμιά περιπτώσει η αποζημίωσις θα υπερβαίνη τα ημερομίσθια δύο ετών», αναφερόμενο στο ύψος των αποζημιώσεων που το ειδικό Δικαστήριο δύναται να επιδικάσει. Οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες και η ορθή τους ερμηνεία έχουν επιβεβαιωθεί νομολογιακά στην υπόθεση Ηρόδοτος Παναγιώτου v. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 1381: «Όντως οι αρμοδιότητες των δύο δικαστηρίων, πρωτίστως του Δ.Ε.Δ., καθορίζονται από το άρθρ. 30. Στο τελευταίο υπάγονται οι εργατικές διαφορές, όπως ο όρος ερμηνεύεται στο άρθρ. 2, «οι οποίες αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων ....». Το εδ.
(2)του ιδίου άρθρ. προβλέπει πότε το επαρχιακό δικαστήριο αποκτά δικαιοδοσία αναφορικά με τα δικαιώματα εργοδοτουμένου που απορρέουν από τον τερματισμό της απασχόλησής του. Οι περιπτώσεις που μπορεί να εκδικασθούν από επαρχιακό δικαστήριο περιορίζονται σ' εκείνες όπου «η αξίωσις ........... είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι». Οροφή των διεκδικήσεων είναι, όπως είδαμε, οι μισθοί δύο ετών του εργοδοτουμένου.» Στην υπόθεση Interamerican Insurance Co. Limited v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 1529 το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά τον κανόνα ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, προχώρησε αναλύοντας την εφαρμογή του άρθρου 30 του Ν.24/67 ως ακολούθως: «Αναπόφευκτα, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ΄ αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Από την πλούσια επ΄ αυτού νομολογία αρκεί η αναφορά στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 729 όπου λέχθηκε, στη σελ. 732, ότι: "Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως." Δεν ακολουθεί όμως εξ αυτού ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι πάντοτε άνευ σημασίας. Εξαρτάται από το τι προβλέπει η δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη. Όπου ορίζονται προϋποθέσεις με την έννοια των σταθερών δεδομένων, το κατά πόσο πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης· και αν τότε προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, του υπό συζήτηση άρθρου 30
(1)και
(2)του νόμου, δεν τίθεται όμως τέτοιου είδους προϋπόθεση. Τίθεται ως κριτήριο μόνο το ύψος της αξίωσης του εργοδοτουμένου. Του παρέχεται το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο εφόσον "η αξίωσις αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι." Το δικαίωμα του να προβάλει αξίωση πέραν ορισμένου ύψους προσδιορίζει και την αντίστοιχη δικαιοδοσία που είναι η γενική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η διάταξη δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης. Ούτε άλλωστε θα μπορούσε να αναμένεται να υπάρχει τέτοια εξάρτηση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Επομένως, από άποψης του άρθρου 30
(1)και
(2), το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν στερείτο εν προκειμένω δικαιοδοσίας με αναφορά στο ύψος των επιδικασθεισών αποζημιώσεων». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση για την υπό εκδίκαση περίπτωση θεωρώ ότι μπορούμε να αντλήσουμε και από την υπόθεση ΑΠΕΑΝ Αγ. Νάπας
(1991)1 ΑΑΔ 1100 (πειστικής αξίας): «Πρέπει να σημειώσουμε πως το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι το ad hoc δικαστικό όργανο που είναι επιφορτισμένο αποκλειστικά με την αρμοδιότητα να αποφασίζει εργατικές διαφορές. Εννοούμε εδώ διαφορές που δημιουργούνται από την εφαρμογή του ν. 24/67 ή των κανονισμών που θεσπίστηκαν με εξουσιοδότητηση του νόμου αυτού: άρθρ. 30 του ν. 24/67 όπως τροποποιήθηκε από το ν. 6/73 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρ. 3. Η πρόσβαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο είναι επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις που η απαίτηση του εργοδοτουμένου υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορεί να διεκδικήσει κάτω από τις διατάξεις του νόμου. Το γεγονός αυτό είναι αρκετό για να περιέλθει η διαφορά στη δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου. Βλέπε The Cyprus Phassouri Plantations v. Georghiou
(1982)1 C.L.R. 766 και επίσης Elli Constantouri Kapsou v. Middle East Airlines Airliban
(1988)1 C.L.R. 152. Θα πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι οι διεκδικήσεις εργοδοτουμένου με βάση το άρθρ. 3 και σε συνδυασμό με τον Πρώτο Πίνακα (όπως έχουν τροποποιηθεί από το άρθρο 9 (β) του ν. 92/87) έχουν ως οροφή τις απολαβές δύο μόνο ετών. Στην κρινόμενη περίπτωση η απαίτηση του ενάγοντα όπως έχει διαμορφωθεί ξεπερνά κατά πολύ τα ημερομίσθια των δύο ετών. . Οι αιτητές υπό την ιδιότητα τους ως εναγόμενοι δεν μπορούν να είναι κριτές του ύψους της απαίτησης του ενάγοντα εναντίον τους. Το δίκαιο δεν τους αναγνωρίζει τέτοιο δικαίωμα.» (Οι υπογραμμίσεις είναι και πάλι του παρόντος Δικαστηρίου) Στρέφοντας τώρα την προσοχή μου στα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής. Η Ενάγουσα μέσω της Έκθεσης Απαίτησής της, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να αξιώνει ποσά τα οποία το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει. Το γεγονός ότι η αξιούμενη αποζημίωση των €70.000 υπερβαίνει τους μισθούς δύο χρόνων υπενθυμίζω ότι βρίσκει τις δύο πλευρές σύμφωνες. Το δεδομένο αυτό από μόνο του, κρίνω ότι είναι αρκετό σε αυτό το στάδιο, ούτως ώστε να επιτραπεί η υπόθεση να προχωρήσει σε Ακρόαση. Έχοντας κατά νου την αρχή ubi jus ubi remedium (βλ. μεταξύ άλλων Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1 ΑΑΔ 938 και Elbee Ltd
(1999)1AAΔ 149), o περιορισμός των αξιώσεων της Ενάγουσας - ως οι Εναγόμενοι εισηγούνται - στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, θα είχε ως αποτέλεσμα, ένα δικαίωμα που στην όψη του και μόνο αναγνωρίζεται από τον νόμο, να παραμείνει χωρίς θεραπεία, πράγμα σαφώς ανεπίτρεπτο. Οι Εναγόμενοι δεν υποστήριξαν άλλωστε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, σε περίπτωση που κριθεί ότι η αξίωση για απώλεια ευκαιρίας είναι όντως «συμπληρωματική» ή «παρεμπίπτουσα» του «πυρήνα» της Αγωγής - ως αυτοί εισηγούνται - το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αποκτά δικαιοδοσία να την επιδικάσει εάν αυτή αποδειχθεί. Αντίθετα, μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων φαίνεται να συμφωνούν με τη θέση της Ενάγουσας ότι το ειδικό Δικαστήριο δεν μπορεί να επιδικάσει ποσό άνω του αθροίσματος των μισθών δύο ετών. Συνεπώς, αυτό που οι Εναγόμενοι φαίνεται να εισηγούνται στο παρόν στάδιο, κατ' ουσία, είναι ότι η Ενάγουσα πρέπει να περιοριστεί στις αξιώσεις της, στο ποσό που το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται να επιδικάσει, ασχέτως της ζημιάς που η ίδια ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί ως αποτέλεσμα του παράνομου - κατά την ίδια - τερματισμού της απασχόλησής της. Η εισήγησή τους αυτή δε με βρίσκει σύμφωνη. Τέτοια ερμηνεία όχι μόνο θα παραβίαζε την αρχή ubi jus ubi remedium αλλά θα έδιδε δικαίωμα στους Εναγόμενους να καθορίσουν οι ίδιοι το ύψος της απαίτησης εναντίον τους, δικαίωμα το οποίο σαφώς και δεν τους αναγνωρίζεται όπως έχει νομολογηθεί στην ΑΠΕΑΝ Αγ. Νάπας (ανωτέρω). Κατά την κρίση μου, σε αυτό στάδιο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί σε άλλα στοιχεία εκτός από τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως αυτοί προβάλλονται στην έκθεση απαίτησής της, ανεξάρτητα αν αυτοί στοιχειοθετηθούν ή όχι στο τέλος της διαδικασίας. Ως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Interamerican Insurance Co. Limited (ανωτέρω), το άρθρο 30
(2)του Ν.24/67 «δεν συναρτά τη δικαιοδοσία με την επιτυχία της αξίωσης». Το κατά πόσον, μετά την προσκόμιση μαρτυρίας, θα αναδυθεί μια διαφορετική εικόνα και η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων θα αποκτήσει κάποιας μορφής έρεισμα, αυτό δεν μπορεί να κριθεί στο παρόν στάδιο. Νοείται όμως ότι, εάν στην πορεία της υπόθεσης φανεί ότι το θέμα μπορεί και θα πρέπει να επανεξεταστεί, το Δικαστήριο θα χειριστεί το ζήτημα αναλόγως της περίστασης. Κατά συνέπεια, υπό το φως των λεχθέντων στις υποθέσεις Αρτοκουλουροποιείον Λτδ, Interamerican Insurance Co. Limited και ΑΠΕΑΝ Αγ. Νάπας (ανωτέρω) επιτρέπεται όπως επί του παρόντος, η εκδίκαση της υπόθεσης συνεχιστεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Εν όψει της ανωτέρω κατάληξης του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 14.11.2024 και ώρα 9:00 π.μ., με σκοπό τον προγραμματισμό της για Ακρόαση. Τα έξοδα της εκδίκασης της προδικαστικής ένστασης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. .............. (Υπ.) Α. Θωμά Θεοδοσίου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.